Friday, June 01, 2007

Κονιάκ: Για την Αμαλία

Για την Αμαλία
Έγραψα πρόσφατα ότι δεν πρέπει να κλεινόμαστε στην ησυχία της βιβλιοανάγνωσής μας, αλλά να χρησιμοποιούμε τη λογοτεχνία ως εφαλτήριο για να δούμε καθαρότερα τη ζωή.
Λοιπόν, μνήμη Αμαλίας σήμερα.

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)
Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»
(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/ 1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:
«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:
ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.
ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία"). ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Saturday, May 26, 2007

Γαλλικός καφές: Μισέλ Ουελμπέκ

Μισέλ Ουελμπέκ, “Η δυνατότητα ενός νησιού”

Στην καταχώριση της 20.5 είχα θέσει το πλαίσιο του προβληματισμού μου: η κριτική ρίχνει το βάρος στη μορφική/αισθητική αρτιότητα ενός βιβλίου και αδιαφορεί για το μήνυμα (εκτός αν λέει απλώς την ιστορία και τελείωσε!). Στο προηγούμενο ποστ της 23.5 έφερα ένα παράδειγμα μικρής αισθητικής επιτυχίας, αλλά με βάθος προβληματισμού και ευαισθητοποίησης. Σήμερα θα φέρω ένα αντίθετο παράδειγμα.
Στη “Δυνατότητα ενός νησιού” η υπόθεση παίζει με δύο αφηγητές: τον άνθρωπο Ντάνιελ και (μετά από πολλές γενιές) τον κλωνοποιημένο Νεάνθρωπο Ντάνιελ24. Το ύφος του Ουελμπέκ είναι αιχμηρό, καίριο, πολλές φορές δυναμίτης που κρατάει σε εγρήγορση τον αναγνώστη. Ο ήρωας είναι περφόρμερ (ηθοποιός, σόουμαν, σεναριογράφος) και σατιρίζει κοινωνικά θέματα, μεταξύ των οποίων και τους Μουσουλμάνους. Τον απασχολεί έντονα το σεξ και η φθορά που επιφέρουν τα γηρατειά, σαν άλλο Καβάφη. Το κείμενο διαβάζεται γοργά με εναλλαγές στους αφηγητές και στις οπτικές γωνίες, με εναλλαγές στα αφηγηματικά μέρη και στα στοχαστικά, με εναλλαγές ερεθιστικών σκηνών και μελλοντολογικών εικόνων, αλλά χωρίς σφιχτή πλοκή και ισορροπημένη οικονομία.
Από την άλλη, όλη η φιλοσοφία που στηρίζει το έργο, όπως και τα άλλα του Γάλλου συγγραφέα, είναι αντι-ανθρωπιστική. Κυριαρχεί έντονη αηθικότητα, που ενθρονίζει την απόλαυση και θέτει στην πρωτοκαθεδρία των ανθρώπινων φροντίδων τον ευδαιμονισμό. Θα μπορούσα να φέρω άπειρα παραδείγματα μιας ιδεολογίας της σήψης, όπως θα τη χαρακτήριζα, δείγμα της εποχής μας. Ενδεικτικά μόνο: νεοπλουτισμός (εύκολο χρήμα), πανσεξουαλισμός, κατεδάφιση κοινωνικών αξιών και άκρατος ατομικισμός, σεξισμός (“- Ξέρεις πώς λένε το λίπος γύρω από τον κόλπο; -Όχι -Γυναίκα”), καιροσκοπισμός, “ειλικρίνεια” στις διανθρώπινες σχέσεις (δηλ. ωμότητα και δεν με ενδιαφέρει για τις συνέπειες), γελοιοποίηση των προβλημάτων της ανθρωπότητας κ.λπ. Και μέσα σ’ όλα αυτά μια αίρεση/θρησκεία με ατομοκεντρική φιλοσοφία και τεχνολογική πρόοδο που θα “εξασφαλίσει” το μέλλον της ανθρωπότητας.
Δεν αμφιβάλλω ότι σε όλα αυτά εμπεριέχονται μεγάλες δόσεις ειρωνείας ως συμπτώματα της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά αμφιβάλλω αν η ιδεολογία του βιβλίου είναι έξω από αυτά. Ο Μ. Μιχαηλίδης γράφει για το έργο:
Για μία ακόμη φορά, λοιπόν, ο Ουελμπέκ υποδύεται τον γνωστό του ρόλο: παριστάνει τον ταύρο σε υαλοπωλείο. Παραμένει ρηχός ατακαδόρος, ανεξέλεγκτος αντιδραστικός, φτηνός συνθηματολόγος και προβλέψιμος προβοκάτορας. Για ΄κείνον ο Μπρετόν έπασχε από «σχετική εγκεφαλική μαλάκυνση», ο Τζόις ήταν «παράφρων Ιρλανδός» και ο Ναμπόκοφ «ψευτοποιητής με ύφος σαν αποτυχημένη σφολιάτα». Γενικότερα, ο Ουελμπέκ απεχθάνεται ό,τι δοξολογήθηκε από τη Γαλλία: τον υπαρξισμό, το σινεμά, την ψυχανάλυση, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τους αριστερούς διανοούμενους, τα οικονομικά θέσφατα της Δεξιάς....” (Τα Νέα, 12.5.2007).
Και ο D. Horspool στους Times (30.10.2005) αναφέρει:
But in its presentation of a world-view, too, this novel suffers from overstretch. The view of humanity that emerges reduces to a crude version of evolutionary psychology, in which the influence of genetic preservation on human behaviour is paramount. In order to prove his point, Houellebecq is forced to exaggerate the vapidity of youth, the trials of family life, the horrors of old age so that they seem unrepresentative rather than honest”.

Όλοι αναγνωρίζουν την προκλητική φωνή του, αλλά και οι περισσότεροι ασχολούνται με τη λογοτεχνία του. Τελικά, πέρα από ηθικοδιδακτισμούς, τι είδους λογοτεχνία παράγεται σήμερα και πόσο συντείνει αυτή στην ανθρώπινη πορεία;

Πατριάρχης Φώτιος
26.5.2007

Thursday, May 24, 2007

Ελληνικός πικρός: Ζευγώλης

Γιάννης Ζευγώλης, “Αστεγοσκόπιο”

Παραδειγματίζω το προηγούμενο ποστ μου. Πρώτα κάνω όμως μια βασική διάκριση: υπάρχουν βιβλία καλογραμμένα, με ποιότητα πλοκής και χαρακτήρων, με καλοδουλεμένο ύφος, με καινοτομίες κ.λπ., αλλά κενά από ουσιαστικά μηνύματα, χωρίς ανθρωπιστικό περιεχόμενο, χωρίς ευαισθησίες ή δυνατότητες αφύπνισης. Κι από την άλλη, άλλα βιβλία που αποπειρώνται να ξυπνήσουν λιγάκι τον αναγνώστη, να τον βοηθήσουν στην αυτογνωσία του και στην κατανόηση της ζωής πέρα από τον εαυτούλη του και τα καταναλωτικά αγαθά του.
Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το “Αστεγοσκόπιο” του Γ. Ζευγώλη. Μικρά διηγήματα για τους αστέγους της πόλης, για 11.000 ψυχές που περιπλανώνται χωρίς το ζεστό χώρο, το τραπέζι με το φαγητό, το άνετο κρεβάτι, χωρίς την αγάπη που όλοι βιώνουμε, καθώς ζουν στο περιθώριο της ζωής. Τα “διηγήματα” δεν έχουν ήρωες, καθώς παρελαύνουν μέσα τους ανώνυμοι συνήθως κάτοικοι των παγκακίων και των πάρκων, δείγματα της μεγάλης φυλής των αστέγων που ζουν λάθρα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Τα κείμενά του επιχειρούν ενίοτε και φορμαλιστικές καινοτομίες (ένας ήρωας σκύλος, δυο παράλληλοι διάλογοι που επικοινωνούν μεταξύ τους), θεματικοί νεωτερισμοί (διαγωνισμός ονείρων, δυο φίλοι που προσπαθούν να βιώσουν τη ζωή των αστέγων χωρίς επιτυχία κ.τ.λ.). Η αισθητική του επιτυχία είναι μερική, άλλοτε μεγαλύτερη κι άλλοτε μικρότερη. Ίσως τελικά να μην πετυχαίνει κάτι σπουδαίο αισθητικά, χωρίς να είναι κακό. Αλλά σίγουρα ο Ζευγώλης κατάφερε να εντάξει στο σύμπαν των λογοτεχνικών ηρώων (ή αντιηρώων) τους αστέγους.
Εντέλει, ένα από τα μπλογκ που θα έπρεπε να ανοίξω (συνεχίζω τη σκέψη του προηγούμενου ποστ μου) είναι για τους αστέγους. Όχι φυσικά για να το διαβάζουν οι ίδιοι· αλλά όλοι εμείς που βολεμένοι αμπελοφιλοσοφούμε μακριά από τη ζωή.

Πατριάρχης Φώτιος
24.5.2007

Sunday, May 20, 2007

Ουίσκι με πάγο: Λογοτεχνία και ζωή

Λογοτεχνία και ζωή

Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι η λογοτεχνία είναι μια διέξοδος και όχι μια λύση. Όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι μοιάζουμε τότε με τον Δον Κιχώτη, που νομίζει ότι όλος ο κόσμος είναι μέσα στα ιπποτικά μυθιστορήματα, και αδιαφορούμε για το τι γίνεται γύρω μας. Περιχαρακωνόμαστε στις αναγνώσεις μας, κλεινόμαστε στο δωμάτιό μας, για να διαβάσουμε, στρουθοκαμηλίζουμε σε ωραίες περιγραφές, σε σφαιρικούς ήρωες, επαινούμε το πρωτοποριακό έστω κι αν είναι αήθικο, κλεινόμαστε μέσα στις σελίδες και ξεχνιόμαστε.
Οι σκέψεις μου αυτές, που είχαν γίνει και παλαιότερα, κορυφώθηκαν από την υπόθεση του Αντώνη Τσιπρόπουλου, που κατηγορείται επειδή μέσω του aggregator του παρέπεμψε σε μπλογκ που κατηγόρησε τον Δ. Λιακόπουλο. Προφανώς η ευθύνη του Τσιπρόπουλου είναι ανυπόστατη και γι’ αυτό συλλέγονται υπογραφές για να ασκηθεί πίεση στο δικαστήριο. Βλέπε εδώ:
http://www.develop4democracy.org/petition/
Αφού υπογράψουμε, προσπερνάμε το παράδειγμα. Ξαναγυρίζω στον ευρύτερο προβληματισμό μου: πόσο μπορούμε να βαυκαλιζόμαστε ότι τα βιβλία είναι η πρώτη έγνοια μας πάνω στη γη, ενώ υπάρχουν σαφώς σπουδαιότερα προβλήματα. Αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας, αν διαβάσουμε ανήσυχοι τις εφημερίδες, αν στρέψουμε το βλέμμα μας στον κόσμο, θα πρέπει να χάσουμε τον ύπνο μας, να ανοίξουμε ένα μπλογκ για τον τρίτο κόσμο, ένα άλλο για τους ανέργους, ένα τρίτο για τον ωχαδελφισμό του Νεοέλληνα (βλέπε λ.χ. πώς οδηγεί) …
Φυσικά δεν απαξιώνω τα βιβλία. Φυσικά δεν τα θεωρώ περιττή πολυτέλεια. Ίσως μάλιστα η ενασχόλησή μου με αυτά να με έχει κάνει να προβληματίζομαι και να ευαισθητοποιούμαι για τα άλλα, τα σημαντικότερα… Γι’ αυτό δεν είναι κάθε βιβλίο άγιο, αλλά όσα κάνουν τον άνθρωπο λίγο ανθρωπινότερο.

Πατριάρχης Φώτιος
20.5.2007

Wednesday, May 16, 2007

Vodka πορτοκάλι: οίκοι ανοχής

Λογοτεχνία και οίκοι ανοχής

Ένα θέμα που θα μπορούσε να καταντήσει πορνό γίνεται στα χέρια ευαίσθητων συγγραφέων πεδίο συγκίνησης και νοσταλγίας. Αναφέρομαι στο τελευταίο βιβλίο του Αντρέα Καμιλλέρι “Πανσιόν Εύα”, αλλά και στις “Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου” του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όπως και στο “Λέγε με, Καΐρα” του Δημήτρη Στεφανάκη (ένα έργο που πέρασε απαρατήρητο).
Σε όλα αυτά τα έργα τίποτα δεν αποβαίνει χυδαίο, τίποτα πρόστυχο. Οι οίκοι ανοχής ανάγονται σε ένα απώτερο παρελθόν, με αποτέλεσμα να ενδύονται με την αχλή της εφηβείας, της αθωότητας, της νοσταλγίας για έναν κόσμο που διατηρούσε ευαισθησίες ακόμα και μέσα σε τέτοια σπίτια. Τα κορίτσια έχουν μια θλιβερή ιστορία, αλλά κρύβουν μέσα τους και ανθρωπιά. Ο Στεφανάκης μάλιστα τις παρουσιάζει σαν έναν χαμένο παράδεισο, ο Καμιλλέρι τις συνδέει με τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και του φασισμού στην Ιταλία.
Τέτοια έργα δανείζονται στοιχεία από το Bildungsroman, γίνονται λίγο μυθιστορήματα εποχής, αποτυπώνουν προσωπικά βιώματα, που επανέρχονται ως μνήμες ενός ανόθευτου παρελθόντος. Η δύναμη των βιβλίων αυτών έγκειται στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν και όχι στην υπόθεση, που συνήθως είναι χαλαρή, στις φευγαλέες φιγούρες κοριτσιών και πελατών ως ατομικές ιστορίες παρά στους ολοκληρωμένους χαρακτήρες, στην τραγικότητα της ζωής παρά στην ιδεολογία του έρωτα.
Ανάλογο σκηνικό έχουμε και στο “Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών” του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, αλλά εκεί πρόκειται περισσότερο για ασκήσεις αυτογνωσίας δίπλα σε μία κοιμισμένη κοπέλα, χωρίς εστίαση στο σεξ.

Πατριάρχης Φώτιος
16.5.2007

Saturday, May 12, 2007

Ελληνικός καφές: Θέμελης

Νίκος Θέμελης, “Μια ζωή δυο ζωές”

Κύριε Θέμελη, επιστρέψτε στο ιστορικό μυθιστόρημα!
Το τελευταίο του βιβλίο αναφέρεται στη σύγχρονη πραγματικότητα, με σαφή πρόθεση να σκιαγραφήσει το πρόσωπο του Νεοέλληνα. Ο πρωταγωνιστής είναι πανεπιστημιακός –αλλά το μυθιστόρημα μόνο στην αρχή είναι campus novel- και ξεδιπλώνει το κουβάρι του ιδιωτικού του βίου σε συνάρτηση με τον δημόσιο. Η ιστορία ωστόσο περισσότερο αφορά τη σχέση του με τη γυναίκα του, τη σχέση του με τη συνάδελφό του και τέλος τη σχέση του με την κόρη ενός φίλου.
Η όλη εκτέλεση είναι δυστυχώς μια αποτυχία. Ο λόγος είναι συχνά αμήχανος καθώς αδυνατεί να διαγράψει επακριβώς κάθε κατάσταση και συντίθεται από την πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα της εποχής. Η γλώσσα του εν γένει χάνει τη ζωντάνια που είχε στα ιστορικά του μυθιστορήματα και γίνεται ένα διεκπεραιωτικό μέσο και μόνο. Το συνέδριο ως μυθιστορηματικό σκηνικό δεν αποτυπώνεται επαρκώς, γεγονός για το οποίο φταίει ή η μικρή σχέση του Θέμελη με τα πανεπιστημιακά δρώμενα ή η ελλιπής ελληνική παράδοση στο πανεπιστημιακό είδος.
Η υπόθεση δεν έχει ειρμό, τόσο λόγω έλλειψης νομοτέλειας όσο και από αδυναμία σύνδεσης των επιμέρους σκηνών, πολλές από τις οποίες είναι απλώς η αφορμή για να αναλύσει -με ρητορικό τρόπο και όχι μέσω της δράσης- την ελληνική πραγματικότητα. Ως προς το περιεχόμενο, τίποτα απ’ όσα γίνονται (όχι όσα λέγονται) δεν διαμορφώνουν σαφή εντύπωση για το πώς βλέπει ο συγγραφέας τη σύγχρονη Ελλάδα. Μια αδιάφορη ερωτική ιστορία, χωρίς το βάθος που θα ήθελε ο πεζογράφος να δώσει.
Σε πολλές λεπτομέρειες θα συμφωνήσω με την http://anagnostria.blogspot.com (4.4.2007), η οποία εκφράζει την ίδια με μένα –ή μάλλον εγώ με αυτήν- απογοήτευση για το εγχείρημα. Αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό κομμάτι που με εκφράζει απόλυτα: “Πολλά πράγματα σ' αυτό το μυθιστόρημα μοιάζουν ασύνδετα, κομμάτια που δεν δένουν μεταξύ τους, που δεν υπηρετούν μια βασική γραμμή. Εκτός από τις δυο φαντασιακές αναδρομές που ανέφερα, είναι ακόμα η ασυνεννοησία της νεαρής κόρης του φίλου του με τους γονείς της ως παρένθετη ιστορία, είναι και ο ξαφνικός θάνατος του φίλου του με υπονοούμενο κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης που μένει όμως μετέωρη και αδιευκρίνιστη, η συνάντηση με μια ομάδα κυνηγών και η έκφραση ...ζωοφιλίας και άλλα. Καμιά πρωτοτυπία στην τεχνική, μια ευθύγραμμη αφήγηση με κάποιες αναδρομές, κοινότοπες οι συζητήσεις περί ταυτότητας, περί του χρόνου, περί των "Ελληναράδων" κ.λπ. Όλα σ' αυτό το μυθιστόρημα είναι μια επιφάνεια”.
Επαναλαμβάνω, λοιπόν, πως καλύτερα να ξανασχοληθεί ο Θέμελης με το ιστορικό μυθιστόρημα, την ατμόσφαιρα του οποίου μπορεί και αποδίδει εκπληκτικά.

Πατριάρχης Φώτιος
12.5.2007

Tuesday, May 08, 2007

Αράπικος καφές: Αύγουστος Κορτώ

Α. Κορτώ, “Ο δαιμονιστής”

Δεν ξέρω αν ο Καβάφης ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε τη συγγένεια της εποχής μας με την ελληνιστική, ειδικά στο θέμα του συγκρητισμού, του ευδαιμονισμού και της ιδεολογικής σύγχυσης. Πάντως αν ο Αύγουστος Κορτώ αποφάσιζε να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα, θα ήταν για εκείνη την εποχή που αντικατοπτρίζει τη δική μας, έστω κι αν τον έχουν περισσότερο ταυτίσει με τη σαδική ατμόσφαιρα.
Προς το παρόν ο πεζογράφος στον “Δαιμονιστή” αναφέρεται στο σήμερα με (αντι)ήρωα ένα ον το οποίο στο πέρασμα των αιώνων αλλάζει σώματα (μετασωμάτωση) όταν κάνει έρωτα οποιασδήποτε μορφής, παίρνοντας τη θέση του συν-συνουσιαστή του κι αφήνοντας πίσω του το άψυχο κουφάρι του προηγούμενου σώματός του. Η εστίαση γίνεται σε ομοφυλόφιλους έρωτες και η γλώσσα του Κορτώ, πάντα το ίδιο χειμαρρώδης και ευρηματική, παρασύρει την αφήγηση, είτε αυτή σημαίνει την εξωτερική είτε την εσωτερική της δραματικότητα, σε μια γρήγορη αλλά όχι ρηχή αποτύπωση μιας μυθοπλαστικής πραγματικότητας, που ωστόσο περιέχει πολύ αληθινά στοιχεία. Ιδιαίτερα η οπτική γωνία του ίδιου του πρωταγωνιστή ξεδιπλώνει ανάγλυφα τις σκέψεις και την τραγικότητά του.
Ίσως εδώ, στην τραγικότητα, έγκειται και η όλη επιτυχία του εγχειρήματος: προσωπικά ο καθένας αλλά και συλλογικά η εποχή μας αναζητά την απόλαυση του έρωτα, στις ποικίλες της μορφές και με ποικίλους παρτενέρ. Η τραγικότητα, όπως εκφράζεται στις απεγνωσμένες προσπάθειες του πρωταγωνιστή, βρίσκεται σ’ αυτήν τη χιμαιρική ικανοποίηση, η οποία ωστόσο σκοτώνει τον άλλο και καταδικάζει τον ίδιο τον δαιμονιστή σε μια αλλεπάλληλη και γι’ αυτό απευκταία αλλαγή σώματος και επομένως αλλαγή ζωής. Η αναζήτηση της ηδονής είτε φέρνει τον πρωταγωνιστή σε επικίνδυνα στέκια και προκλήσεις (σωματικά και ψυχολογικά), με αποτέλεσμα μάλιστα να τον βιάσουν, είτε σε διεξόδους αυτοϊκανοποίησης, οι οποίες ωστόσο αποβαίνουν μάταιες. Ο Κορτώ στήνει έξυπνα το ψυχολογικό αδιέξοδο του ήρωά του, ο οποίος αντικατοπτρίζει την ανικανοποίητη διάθεση του σημερινού ανθρώπου για ερωτική απόλαυση χωρίς σκοπό και ουσία, χωρίς ανθρώπινη επικοινωνία και αγάπη. Κι όλη η σκηνική ατμόσφαιρα αναδίδει ματαιότητα, αδυναμία κορεσμού και γι’ αυτό προσωπική αποτυχία.
Και καθώς προχωρά η ανάγνωση, αναδύεται μια δεύτερη ερμηνεία, προέκταση της πρώτης μα ταυτόχρονα και αντίθετή της. Η όλη προσπάθεια του δαιμονιστή να αδρανοποιήσει το σεξουαλικό του ένστικτο με διαδοχικούς ευνουχισμούς ίσως δείχνει μια άλλη συγγραφική πρόθεση: την αδυναμία του ανθρώπου να αρθεί πάνω από αυτό το πρωτογενές ορμέμφυτο, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι καταδικασμένος αιώνια να το τροφοδοτεί, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο σημαίνει τον θάνατο, είτε του ίδιου είτε άλλων.
Ένα μεταμοντέρνο παιχνίδι με τη διάτρηση των στεγανών μεταξύ λογοτεχνίας και πραγματικότητας έρχεται να ολοκληρώσει την ιστορία. Ο Αύγουστος Κορτώ ή Πέτρος Χ. αποκαλύπτει ότι είναι ο ίδιος ομοφυλόφιλος και δαιμονιστής, στο σώμα του οποίου κατέληξαν οι διαδοχικές μετασωματώσεις. Ο συγγραφέας γίνεται ήρωας που συντρώει με τη Λώρη Κ. και τον Σάκη Δ., ανακατεύει δηλαδή τον μύθο με την πραγματικότητα προσδίδοντας νότες αυτοβιογραφίας στο κείμενο.
Η ομοφυλοφιλική εστίαση πέρα από την πρόκληση ως θέμα δεν προσφέρει κάτι άλλο, αφού το ίδιο αποτέλεσμα θα είχαμε και με τις ετεροφυλόφιλες συνευρέσεις –δεν γνωρίζω αν είναι βιωματική και επομένως δεν πρόκειται για επιλογή. Κι αν κάποιος πει ότι έτσι φαίνεται καλύτερα η οριακή κατάσταση του πολιτισμού μας, τότε μπορεί εύκολα κανείς να ανταπαντήσει ότι εξίσου χάνεται η ταύτιση του μέσου αναγνώστη, που βλέπει στο όλο σκηνικό μια ακραία περίπτωση με την οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί.

Πατριάρχης Φώτιος
8.5.2007

Friday, May 04, 2007

Χυμός ανάμικτος: νεοεμφανισθέντες 2006

Οι πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι του 2006

Η εννιάδα των πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων που καταγράφουμε είναι όσοι ακούστηκαν λίγο ή πολύ ως τώρα, είτε μέσω του έντυπου τύπου είτε μέσω των ιστολογίων. Η κριτική επιτροπή του περιοδικού “διαβάζω” ξεχώρισε -δικαιολογημένα κατά τη γνώμη μου, όπως και κατά τη γνώμη της γενικότερης κριτικής- τον Γλυκοφρύδη, τη Δημητρομανωλάκη, τον Καλαβρή, την Κιτσοπούλου και τον Μάντη. Από εκεί και έπειτα καθένας μπορεί να ιεραρχήσει διαφορετικά αυτήν την τελική πεντάδα. Το “διαβάζω” κατέληξε να αναδείξει στην πρώτη θέση τις “Νυχτερίδες” της Λ. Κιτσοπούλου.
Εγώ θα καταγράψω όσα κείμενα ασχολήθηκαν με τα βιβλία (συγγνώμη για όσα δεν μπόρεσα να εντοπίσω), ενώ προηγουμένως σημειώνω τη δική μου εκτίμηση.
Πρώτ’ απ’ όλα, χαίρομαι γιατί και οι πέντε επιλεγέντες/επιλεγείσες πληρούν βασικά κριτήρια γραφής, ύφους και οργάνωσης του υλικού τους. Επομένως, όποιος κι αν εκλεγόταν, δεν θα με ενοχλούσε. Αντίθετα, κρατώ 5 ονόματα των οποίων θα περιμένω με αδημονία την επόμενη (ελπίζω εξίσου καλή) δουλειά. Οι διαφορές επομένως είναι μικρές, αφού ο καθένας υπερέχει αλλού.
Μεταξύ των διηγηματογράφων πιστεύω ότι μερικά (ιδίως τα πρώτα) από τα διηγήματα του Ν. Μάντη είναι εξαιρετικά, καθώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έντεχνα το τέχνασμα του σωσία, αλλά τα τελευταία της συλλογής ατονούν πολύ, με αποτέλεσμα να μένει μια ανάμικτη εντύπωση, κυρίως όμως θετική (βλ. αναλυτικότερα το ποστ μου). Η Λ. Κιτσοπούλου γράφει για καθημερινές οικογενειακές ιστορίες, ίσως με πολύ φροϋδισμό στη σκέψη της, καθώς όλα εξηγούνται με το γενετήσιο ένστικτο και καταλήγουν στο θάνατο. Η θεματική της είναι εν μέρει σκληρή, η γλώσσα της πολύ ζωντανή, όπου μάλιστα υφοποιείται ο λόγος πολλών προσώπων μέσα στον λόγο του αφηγητή, ενώ η οπτική της γωνία κατάλληλα τοποθετημένη αναδεικνύει την τραγικότητα της ζωής κάθε προσώπου.
Μεταξύ των μυθιστορηματογράφων τώρα ο Γ. Γλυκοφρύδης τόλμησε μια πολυεπίπεδη ιστορία, όπου οι εναλλαγές του χρόνου εντείνουν την κινηματογραφικότητα του ρυθμού, ενώ η έννοια του διχασμού, που αποτελεί τη βασική φιλοσοφία του βιβλίου, καθορίζει τη ζωή του Βερολίνου, αλλά και την ψυχή του πρωταγωνιστή που διχοτομείται ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Το πρόβλημα έγκειται ίσως στην απουσία επαρκούς ψυχολογικού βάθους στα πρόσωπα. Η Ελ. Δημητρομανωλάκη εκπλήσσει ευχάριστα με ένα μελλοντολογικό κείμενο, όπου η ανησυχία για τα επιτεύγματα της επιστήμης συνδυάζονται με μια απόλυτη οργάνωση της κοινωνίας, που καταντά ασφυκτική. Ίσως το πρόβλημά της να βρίσκεται στο μάζεμα του υλικού της σε μια πιο αυστηρή τελεολογία. Τέλος, ο Δ. Καλαβρής γράφει μια σύγχρονη ηθογραφία, κι αυτός σε δύο χρονικά επίπεδα, όπου επιδιώκεται η ζεύξη παγανιστικών και χριστιανικών δοξασιών που κορυφώνονται σε μία σύγκρουση. Η ιστορία εξελίσσεται αργά αλλά κάθε σημείο της βαδίζει σταθερά προς το τέλος το οποίο αποζημιώνει πολλαπλά. Στιβαρό ύφος σε ένα απαιτητικό θέμα, το οποίο καταφέρνει να αναδείξει με γλαφυρό ύφος και καλοδομημένη πλοκή.
Με μικρή διαφορά θα ψήφιζα τον Καλαβρή, αν και –ξαναλέω- δεν είναι τόσο μεγάλες οι αποστάσεις. Κάθε μέλος της επιτροπής του “διαβάζω” μπορεί να είδε κι αυτό τις μικρές διαφορές και στο σύνολό τους να εξέλεξαν την Κιτσοπούλου ως πρώτη μεταξύ ίσων.
Θα ήθελα τη γνώμη σας για τον καθένα, αλλά και για άλλους που δεν καταγράφηκαν εδώ.


1. Γιώργος Γλυκοφρύδης, “Ο επιβάτης”, εκδόσεις Νεφέλη
- http://librofilo.blogspot.com/ 2007_08_28
- http://vivliocafe.blogspot.com/2007_10_07
- Περαντωνάκης, Γ.Ν., “Διχασμένη πρωτεύουσα”, Ελευθεροτυπία, 10.11.2006.

2. Ελευθερία Δημητρομανωλάκη, “Η ηγεμονία της ευτυχίας”, εκδόσεις Μεταίχμιο
- Ξενάριος, Γ., “Ελευθερία Δημητρομανωλάκη. Η ηγεμονία της ευτυχίας”, διαβάζω, Φεβρουάριος 2007.
- Πανώριος, Μ., “Θρίλερ για το εμπόριο της ευτυχίας”, Η Καθημερινή, 6.3.2007.

3. Δημήτρης Καλαβρής, “Άγγελος τιμωρός”, εκδόσεις Μεταίχμιο
- http://vivliocafe.blogspot.com/2007_12_24
- Περαντωνάκης, Γ.Ν., “Η ηθογραφία επιστρέφει”, Ελευθεροτυπία, 29.12.2006.
- http://bibliofagos.blogspot.com/2007_01_26
- Ξενάριος, Γ., “Δημήτρης Καλαβρής. Άγγελος τιμωρός”, διαβάζω, Μάρτιος 2007.

4. Φώτης Καλαμαντής, “Game over”, εκδόσεις Κριτική
- Πεσμαζόγλου, Β., “www.logotexnia.com”, Τα Νέα, 21.10.2006.
- http://gnathanail.blogspot.com/2007/02/blog-post_14.html

5. Λένα Κιτσοπούλου, “Νυχτερίδες”, εκδόσεις Κέδρος
- Καρακώτιας, Κ., “Η σκοτεινή πλευρά του κόσμου”, Ελευθεροτυπία, 11.8.2006.
- http://diavazo.blogspot.com/2006_08_28
- Τατσόπουλος, Π., “Άλλοι χρωστούν, άλλοι πληρώνουν”, Τα Νέα, 16.9.2006.
- Κατσουλάρης, Κ., “Πρώτες εμφανίσεις”, διαβάζω, Νοέμβριος 2006
- http://agavazo.blogspot.com/2007/04/blog-post.html.

6. Νίκος Μάντης, “Ψευδώνυμο”, εκδόσεις Καστανιώτη
- Κατσουλάρης, Κ., “Πρώτες εμφανίσεις”, διαβάζω, Νοέμβριος 2006
- Πανταλέων, Λ., “Πρώιμα πένθη”, Ελευθεροτυπία, 10.11.2006
- Θεοδοσοπούλου, Μ., “Αθάνατος στη Βενετία”, Το Βήμα, 12.11.2006.
- http://bibliofagos.blogspot.com/2006_11_19
- http://diavazo.blogspot.com/2006_12_15
- http://vivliocafe.blogspot.com/2007_01_20

7. Σωτηρέλλος Γιώργος, “Ο αγράμματος συγγραφέας”, εκδόσεις Μελάνι
- Ξενάριος, Γ., “Γιώργος Σωτηρέλλος. Ο αγράμματος συγγραφέας”, διαβάζω, Ιανουάριος 2007.

8. Τρικούκης, Μάκης, “Η ταπείνωση του θριαμβευτή”, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
- Καραγιάννης, Β.Π., “Αλληλένδετοι κόσμοι”, διαβάζω, Δεκέμβριος 2006, σελ. 169.
- Χουζούρη, Έλενα, “Η Κοζάνη στον εμφύλιο”, Ελευθεροτυπία, 22.12.2206

9. Χατζηχρήστος Γιάννης, “Ανασκαφή στο μέλλον”, εκδόσεις Εστία
- Πανώριος, Μ., “Ελλάδα, 2031: οράματα επιστημονικής φαντασίας”, Η Καθημερινή, 24.10.2006.

Πατριάρχης Φώτιος
4.05.2007

Monday, April 30, 2007

Καπουτσίνο: δοκίμιο για τα ιστολόγια

Ανδριωτάκης: Blogs. Ειδήσεις από το δικό σου δωμάτιο

Τα ιστολόγια αρχίζουν και απασχολούν όχι μόνο τους διαδικτυωμένους, αλλά και την ευρύτερη κοινότητα που προσελκύεται σταδιακά να ασχοληθεί μαζί τους. Κάποιοι μάλιστα τα μελετούν –στο εξωτερικό πιο ακαδημαϊκά- και καταγράφουν τις λειτουργίες και τις τάσεις τους.
Ο Ανδριωτάκης –μπλόγκερ ο ίδιος- γράφει ένα υπερ-κειμενικό δοκίμιο, στο οποίο θίγει τα βασικά χαρακτηριστικά των μπλογκ, όπως την ανωνυμία, τη δυνατότητα να μιλήσει ο απλός άνθρωπος, τη δύναμή των ιστολόγων απέναντι στους πολιτικούς ή στις επιχειρήσεις, τη δημοσιογραφική τους “λειτουργία”, τους κινδύνους που εγκυμονούν κ.τ.λ. Όποιος ασχολείται έστω και λίγο με την μπλογκόσφαιρα θα ανακαλύψει δεδομένα που κι ο ίδιος έχει διιδεί σ’ αυτήν και θα διαβάσει με σχετικά οργανωμένο τρόπο τις ποικίλες εκφάνσεις του φαινομένου. Ο Ανδριωτάκης είναι θιασώτης των ιστολογίων, αρκεί να μην χάσουν το μέτρο και γίνουν μια άμορφη μάζα κινδυνολογίας και συκοφαντιών.
Ωστόσο, το όλο βιβλίο είναι πολύ λίγο: μοιάζει με μια εμπειρική προσπάθεια καταγραφής λειτουργιών, προσπάθεια που θα μπορούσε να κάνει ο οποιοσδήποτε επαρκής μπλόγκερ, ο οποίος θα ήθελε να το ψάξει περισσότερο. Η πενιχρή βιβλιογραφία στην οποία στηρίζεται είναι πολύ επιφανειακή και επί γενικότερων θεμάτων, ειδικά εφόσον υπάρχουν ήδη πολυάριθμες μελέτες στο διαδίκτυο για τα weblogs που παρακολουθούν το φαινόμενο και αναλύουν –κυρίως κοινωνιολογικά- τη δυναμική του. Από την άλλη, σε πολλά σημεία φαίνεται ένας διδακτικός τόνος, μια χροιά στο ύφος που παραπέμπει σε μια δεοντολογία και όχι σε μια ουδέτερη καταγραφή, σε μια χειραγώγηση που δεν διατυπώνεται ούτε καν ως προβληματισμός. Τέλος, μου φάνηκε πολύ πρόχειρη δουλειά ως προς τη γλωσσική ένδυση του κειμένου και στην τυπογραφική του παρουσία, καθώς άπειρα λάθη –ορθογραφικά και εκφραστικά- παρεισέφρησαν στο βιβλίο. Δεν ξέρω καν αν παρενέβη επιμελητής που να διορθώσει τα παροράματα.
Ωστόσο, είναι η πρώτη προσπάθεια στα ελληνικά να παρουσιαστεί ο ιστολογικός χώρος -πέρα από διάφορα άρθρα που περιπτωσιολογικά μιλάνε γι’ αυτόν- και γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί το πρωτόλειο του είδους, που εισάγει τον αναγνώστη του στον θαυμαστό κόσμο των ηλεκτρονικών ημερολογίων.
Ελπίζω να δούμε σύντομα και πιο επαρκείς μελέτες.

Πατριάρχης Φώτιος
30.4.2007

Friday, April 27, 2007

Καφές από καλαμπόκι: Δημήτρης Σωτάκης


Δημήτρης Σωτάκης, “Ο άνθρωπος καλαμπόκι”


Ο Δ. Σωτάκης έχει δημιουργήσει ένα ελληνόφωνο καφκικό σύμπαν στα δύο προηγούμενα έργα του, τόσο στην “Πράσινη πόρτα” όσο και στην “Παραφωνία”. Ο “Άνθρωπος καλαμπόκι” ολοκληρώνει αυτήν την καφκική τριλογία, που θέτει υπαρξιακούς προβληματισμούς και επιχειρεί να δείξει το παράλογο της ζωής και την αδυναμία του ανθρώπου να το παρακολουθήσει και να το ξεπεράσει.
Το συγκεκριμένο βιβλίο, παρόλο που διαθέτει εν μέρει αυτά τα καφκικά χαρακτηριστικά, κινείται λίγο πολύ εκτός αυτών των ορίων. Η αλληγορία του εξακολουθεί να ωθεί τον αναγνώστη στην αναγνώριση συμβόλων και σχημάτων της ανθρώπινης συμπεριφοράς με άξονα το κ α λ α μ π ό κ ι και την εμμονή του ήρωα σ’ αυτό. Ο πρωταγωνιστής σχηματοποιείται εξ αρχής με όρους της ψυχολογίας: μονομανία στην ιδέα του καλαμποκιού και στην αξία του για ολόκληρη την ανθρωπότητα (βλ. και τη μονομανία στο έργο του Poe "The Black Cat and other stories"), αίσθηση της ιδιαίτερης αποστολής που του έχει ανατεθεί σαν απεσταλμένου του καλαμποκιού επί της γης, γεγονός που σταδιακά τον μετατρέπει σε Μεσσία με αποστόλους και αγίους (κυριολεκτικά), πρόβλημα κοινωνικότητας και συμβίωσης με τους άλλους, σύγχυση στόχων, θεωρίες συνωμοσίας κ.τ.λ.
Ακόμη περισσότερο ο Σωτάκης προσπαθεί να παίξει στο μεταμοντέρνο πεδίο και μάλιστα στο γήπεδο της απουσίας νοήματος που διέπει τον κόσμο, έννοιας αντι-αριστοτελικής. Ένα τέτοιο πετυχημένο παράδειγμα είναι η “Πλωτή όπερα” του Ρ. Μπάρθ, μεταφρασμένη και στα ελληνικά. Πού δεν τα καταφέρνει; Κατά τη γνώμη μου, αδυνατεί να καταδείξει ότι όσα συνέβησαν είναι πτυχές της σύγχρονης φαινομενολογίας. Με άλλα λόγια, φτιάχνει ένα μυθιστόρημα χωρίς ουσιαστικό ειρμό, για να δείξει ότι ο κόσμος δεν έχει ειρμό και νόημα. Τελικά πετυχαίνει να καταλάβει ο αναγνώστης την απουσία νοήματος στο έργο, αλλά όχι πως και η ζωή είναι έτσι, ειδικά μέσω της οπτικής γωνίας του πρωταγωνιστή. Στην “Παραφωνία” το ένα επεισόδιο ακολουθούσε το άλλο κλιμακωτά κι έτσι η ιστορία κέρδιζε σε βάθος, καθώς κάθε νέα σκηνή συνέχιζε και επέκτεινε την προηγούμενη. Εδώ, φαίνεται πως κάθε επεισόδιο αποκόπτεται από τα προηγούμενα και έτσι ατονεί η όλη σύνθεση.
Ο κεντρικός (αντι)ήρωας δεν πείθει για τη μονομανία του, κυρίως επειδή τα πάντα αποδίδονται επιφανειακά και ρηχά. Τα γεγονότα δίνονται με μια εξωτερική μονοκάμερη λήψη, που δεν μεταφέρει το πάθος –όπως συνέβαινε στην “Πράσινη πόρτα”-, αλλά το καλαμπόκι αναδεικνύεται σε φετίχ, όχι μέσα από την ψυχολογία του προσώπου αλλά μέσα από τη ρητορική του βιβλίου.
Ο Σωτάκης δεν παύει να είναι μια αξιοσημείωτη περίπτωση στα ελληνικά γράμματα και οι πειραματισμοί του πάντα έχουν ενδιαφέρον, ασχέτως αν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς.

Βλέπε θετικά σχόλια για τον “Άνθρωπο-καλαμπόκι”:
- http://alexistamatis2.blogspot.com/2007/04/blog-post_08.html
- http://mamaloukas.blogspot.com/2007/03/blog-post_09.html
- Λίνα Πανταλέων, “Παρανοϊκή σύγκρουση με τον κόσμο”, εφ. Ελευθεροτυπία (ένθετο Βιβλιοθήκη), 27.4.2007.


Πατριάρχης Φώτιος
27.4.2007

Thursday, April 26, 2007

Λιμοντσέλο: βραβεία “διαβάζω”

Απονομή των βραβείων “διαβάζω”

Τα βραβεία του περιοδικού “διαβάζω” είναι ίσως και λόγω παράδοσης και λόγω των μελών της κριτικής επιτροπής τα πλέον αναγνωρισμένα. Φέτος μάλιστα που έπεσε πολύ χρήση χάρη σε χορηγούς η όλη παρουσίαση με έγχρωμα τευχίδια και φωτογραφίες των υποψηφίων αλλά και η εκδήλωση απονομής ήταν καλύτερη από ποτέ. Συνοπτικά τα βραβεία είναι:

1. Βραβείο γενικότερης προσφοράς στον χώρο του βιβλίου: Γ. Σπανός, εκδότης του περιοδικού «Βιβλιοφιλία».
2. Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα: Λένα Κιτσοπούλου, “Νυχτερίδες” (συλλογή διηγημάτων), εκδόσεις Κέδρος.
3. Δοκιμίου: Τζίνα Πολίτη, “Περί αμαρτίας, πάθους, βλέμματος και άλλων τινών”, εκδόσεις Άγρα.
4. Εικονογραφημένου βιβλίου: Χρήστος Μπουλώτης – εικον. Φωτεινή Στεφανίδη, “Η κυρία Μίνα και η άνοιξη”, εκδόσεις Λιβάνη.
5. Βιβλίου για μεγάλα παιδιά: Μαρία Παπαγιάννη, “Ως διά μαγείας”, εκδόσεις Πατάκης.

6. Ποίησης: Θεώνη Κοτίνη, “Ανίδεοι πάλι”, εκδόσεις Πλανόδιον.
7. Διηγήματος: Μένης Κουμανταρέας, “Η γυναίκα που πετάει”, εκδόσεις Κέδρος & Αργύρης Χιόνης, “Όντα και μη όντα”, εκδόσεις Γαβριηλίδης.
8. Μυθιστορήματος: Αντώνης Σουρούνης, “Το μονοπάτι στη θάλασσα”, εκδόσεις Καστανιώτης.

Πατριάρχης Φώτιος
25.4.2007

Sunday, April 22, 2007

Χυμός κεράσι: συγγραφείς και γλώσσα

Συγγραφείς και γλώσσα

Είναι τα κείμενα που διαβάζουμε από τους Έλληνες λογοτέχνες μια ποιοτική αναβάθμιση της ελληνικής γλώσσας; Η απάντηση καταρχήν δεν μπορεί να είναι αρνητική, αφού η λογοτεχνία ανέδειξε και εξακολουθεί να καλλιεργεί τη γλώσσα μας. Πολλοί μάλιστα πιστεύουν ότι ένα καλό λογοτέχνημα δεν στηρίζεται τόσο στην πλοκή, στους χαρακτήρες, στην ατμόσφαιρα ή στην έξυπνη ιδέα, αλλά στο ύφος του δημιουργού.
Κι εδώ ξεκινάει το πρώτο πρόβλημα: τα περισσότερα κείμενα της νεοελληνικής πεζογραφίας χρησιμοποιούν τη γλώσσα με έναν καθαρά διεκπεραιωτικό τρόπο. Με άλλα λόγια οι πεζογράφοι αδιαφορούν να δουν τη γλώσσα ως υλικό ζύμωσης των ιδεών με τον λόγο και την αντιμετωπίζουν σαν δημοσιογράφοι με ένα άνοστο, ανούσιο ύφος, που πιο πολύ περιγράφει παρά ανακαλύπτει και δημιουργεί, που πιο πολύ καταγράφει παρά εμβαθύνει. Η γλώσσα γι’ αυτούς είναι περισσότερο ένα τζάμι πίσω από το οποίο προσπαθούν να παρουσιάσουν την πραγματικότητα “ρεαλιστικά”, ενώ δεν αντιλαμβάνονται πως είναι κι αυτή ένα πρίσμα της υποκειμενικότητας και της προσωπικής τους ιδιοσυγκρασίας και επομένως είναι αναγκαίο να δουλευτεί εξίσου. Έτσι, βλέπουμε κείμενα χωρίς ύφος, με την απρόσωπη γραφή του τύπου και των Μ.Μ.Ε. εν γένει.
Οι περισσότεροι πεζογράφοι μας δεν είναι και δημιουργοί ύφους.
Από την άλλη, μερικοί εξ αυτών αγνοούν βασικούς κανόνες της γλώσσας και γράφουν αποτυπώνοντας στο κείμενό τους τα λάθη του προφορικού λόγου, παιδιά της τηλεόρασης κι αυτά και όχι της ουσιαστικής εκπαίδευσης. Σ’ αυτό όμως θα κατηγορήσω ευθέως και τους διορθωτές (φιλολογικοί επιμελητές), οι οποίοι διαβάζουν βιαστικά (;), αγνοούν τα ελληνικά (;), δεν εισακούονται από τους συγγραφείς (;) και γι’ αυτό επιτρέπουν σε ποικίλα ορθογραφικά, εκφραστικά κ.λπ. λάθη να παρεισφρέουν στα εκδοθέντα κείμενα. [Σε λογοτεχνικά μάλιστα έργα ενός συγκεκριμένου μεγάλου εκδοτικού οίκου έχω παρατηρήσει κατ’ εξακολούθηση πάμπολλα τέτοια λάθη, γεγονός που στην επανάληψή του δείχνει αδυναμία των διορθωτών του].
Το ερώτημα είναι συνολικά γιατί δεν καλλιεργείται στη λογοτεχνία η γλώσσα; Νιώθω ότι μπορώ να πω πολλά, αλλά ακόμα χρειάζομαι να βρω έρεισμα στον διάλογο για να προσανατολίσω τις σκέψεις μου.

Πατριάρχης Φώτιος
22.4.2007

Saturday, April 21, 2007

Ελληνικός γλυκός με καϊμάκι: Μπαλτάκος


Τάκης Μπαλτάκος, “Ο θάνατος του Εφιάλτη”



Το θέμα της αρχαίας Σπάρτης και των Θερμοπυλών είναι επίκαιρο λόγω της ταινίας “300”. Έτσι, γίνεται επίκαιρο και το ιστορικό μυθιστόρημα του Μπαλτάκου (παρόλο που κυκλοφόρησε προ τριετίας) το οποίο αναφέρεται στα γεγονότα από τη μάχη του 480 π.χ. στις Θερμοπύλες ως το 469 π.Χ., οπότε σκοτώνεται τιμωρούμενος ο Εφιάλτης (Μαλιεύς και ουχί Λάκων, όπως στην ταινία).
Το βιβλίο ακολουθεί κλασικότροπες αφηγηματικές τεχνικές με αφηγητή έναν Σπαρτιάτη αξιωματούχο. Έτσι, χωρίς να ανανεώνει τον τρόπο αφήγησης, ο συγγραφέας επιμένει περισσότερο στην ανάπλαση της ιστορίας και της ατμόσφαιρας της περιόδου, την αποτύπωση του τρόπου ζωής των Λακεδαιμονίων και την προσπάθεια ερμηνείας του. Πράγματι ο αναγνώστης μυείται στη σκληρή και λιτή ζωή τους, μέσα στην οποία ανακαλύπτει όχι βέβαια ένα στρατοκρατικό σύστημα αλλά μια άλλη φιλοσοφία για τη ζωή με υπέρβαση του φόβου του θανάτου και υπακοή-πειθαρχία στα κελεύσματα της πατρίδας.
Δεν περιμένει κανείς ότι θα κρατήσει το βιβλίο στη συνείδησή του για τη νεωτεριστική γραφή του, αλλά δεν είναι λίγο που απολαμβάνει ένα καλογραμμένο κείμενο, με ισορροπία μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορίας (με κάποια ίσως υπερβολή στους στοχαστικούς διαλόγους), με ενδιαφέρον για το τέλος, αν και δεν είναι αυτός ο μέγιστος αναγνωστικός στόχος.

Πατριάρχης Φώτιος
21.4.2007

Wednesday, April 18, 2007

Καφές φίλτρου: Καπλάνι

Γκαζμέντ Καπλάνι,
“Μικρό ημερολόγιο συνόρων”

Το βιβλίο αυτό πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι Αλβανοί που ζουν στη χώρα μας ως την προσωπική τους αυτοβιογραφία. Πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι μετανάστες ως την πνευματική παρακαταθήκη της πρώτης γενιάς μεταναστών που πέρασαν τα σύνορα. Και φυσικά πρέπει να το διαβάσουν όλοι οι Έλληνες, για να θυμηθούν τις δικές τους ιστορίες στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Γερμανία κ.λπ. και να καταλάβουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος με δύο αλλά ταυτόχρονα με καμία πατρίδα.
Το “Μικρό ημερολόγιο συνόρων” δεν είναι μυθιστόρημα· είναι ωστόσο προϊόν λογοτεχνικότητας καθώς ο αφηγητής, που ταυτίζεται εξαιτίας της αυτοβιογραφικότητας του κειμένου με τον συγγραφέα, αναπλάθει τον ερχομό του στην Ελλάδα με καίρια, ευαίσθητα και ευαισθητοποιούντα, εύληπτα όσο και προβληματισμένα στιγμιότυπα. Κάθε μικρό κεφάλαιο αναφέρεται είτε σε κάποια φάση από τις πρώτες μέρες παραμονής στην Ελλάδα, είτε στη ζωή στην Αλβανία πριν από την έλευσή του εδώ, είτε στο τώρα που απολαμβάνει τη ζωή στη χώρα μας, αλλά και ταλαιπωρείται από τη “μεταναστευτική” του ταυτότητα.
Τέτοια βιβλία επαναπροσδιορίζουν την έννοια του ανθρώπου, του εθνικισμού και του ρατσισμού, της γραφειοκρατίας και της πατρίδας, της αλληλεγγύης και της ανθρώπινης μοίρας. Χωρίς να είναι σκληρό, προκαλεί προβληματισμούς, και, χωρίς να γίνεται μελοδραματικό, αγγίζει τις ευαισθησίες μας.
Επ' ευκαιρία, οι εκδόσεις Πατάκης στον ετήσιο διαγωνισμό διηγήματος για νέους συγγραφείς έδωσαν θέμα την μετανάστευση: Συμμετοχές μέχρι τις 30 Ιουνίου 2007 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Κείμενα στα όρια των 5.000-7.000 λέξεων και επισύναψη σύντομου βιογραφικού Αποστολή με ταχυδρομείο: Εκδόσεις Πατάκη, Βαλτετσίου 14, 10680 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη κ. Γιώργου Πάντσιου (τηλ. 210.36 50.051).

Πατριάρχης Φώτιος
18.4.2007

Sunday, April 15, 2007

Πέπερμιντ: αυτό-μπλογκοανάλυση

Τι περιμένουν από τα μπλογκς οι αναγνώστες μας;


Θα ήθελα πολύ να μάθω; Να δω πώς μας βλέπουν και τι απαιτούν από εμάς.
Φυσικά, επειδή οι αναγνώστες είναι σε κάποιο ποσοστό κι αυτοί μπλόγκερς, όπως κι εγώ, προσπαθώ να σταθμίσω τι μπορεί να δώσει ένα (βιβλιόφιλο) ιστολόγιο και με ποιες προϋποθέσεις. Αφορμή το σημερινό αυτοαναφορικό σχόλιο στην εφ. Καθημερινή του Ν. Ξυδάκη με τίτλο “Blog me tender”. Αντιγράφω ένα σημείο που με ενδιαφέρει:

“Οι αναγνώστες, συχνά, μπορεί να είναι πιο μορφωμένοι και πιο ενήμεροι από τους δημοσιογράφους – τουλάχιστον από τους αλαζόνες δημοσιογράφους που αναπαύονται αυτάρεσκα στις μαραμένες δάφνες του λάιφσταϊλ, του ναρκισισμού χωρίς αίμα, του φτενού power game. Από την άλλη πλευρά του εκράν τώρα. Πολλοί μπλόγκερ υποφέρουν από παιδικές ασθένειες της δημοσιογραφίας: εντυπωσιοθηρία, αδιασταύρωτη είδηση, αφρόντιστη γλώσσα. (Άλλοι επιμένουν στον ιμπρεσιονισμό του προσωπικού ημερολογίου – είναι άλλη συζήτηση) Δεν απαιτώ επαγγελματικές αρετές από τους ερασιτέχνες, ακριβώς διότι δεν πληρώνονται. Ωστόσο, εφόσον διεκδικούν τη μαζικότητα του μέσου, φέρουν παρόμοια την ηθική ευθύνη έναντι του δυνητικού κοινού. Και ακεραία την ευθύνη για το ψέμα ή την κακογουστιά. Κρίνεται και ο μπλόγκερ, όπως κρίνεται ο κάθε δημοσιολογών.”

Επομένως:
1. Ο μπλόγκερ οφείλει να είναι διαβασμένος για όσα γράφει. Και διαβασμένος δεν σημαίνει ότι, επειδή έχω διαβάσει πενήντα λογοτεχνήματα, μπορώ να εκφέρω γνώμη αυθεντίας. Ή διαβάζω περαιτέρω ή καταθέτω απλώς την αναγνωστική μου πρόσληψη, πράγμα που δεν είναι βέβαια καθόλου λίγο.
2. Κάθε ιστολόγιο οφείλει να είναι βήμα διαλόγου και όχι δογματισμού, τόσο από τον μπλόγκερ όσο και από τους αναγνώστες του.
3. Κάθε βιβλιόφιλο ιστολόγιο οφείλει να είναι τράπεζα συζήτησης γύρω από το βιβλίο, τον συγγραφέα ως συγγραφέα και όχι ως δρων υποκείμενο, τη λογοτεχνική και πνευματική κίνηση, τα βραβεία, τους αναγνωστικούς προβληματισμούς γύρω από την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή κ.ο.κ.
4. Ο ιστολόγος οφείλει να φροντίζει τα κείμενά του και γλωσσικά και να μην τα πετάει ατάκτως και πρόχειρα με χίλια δυο εκφραστικά λάθη, είτε γιατί δεν ξέρει ελληνικά (και απορώ πώς διαβάζει τη λογοτεχνία), είτε γιατί βιάζεται και δεν μεριμνά για όσα δημοσιεύει.
5. Η εντυπωσιοθηρία δείχνει άνθρωπο που επιδιώκει να προσελκύσει τα βλέμματα στο μπλογκ του, όχι με τη διατήρηση της ποιότητας και του προβληματισμού αλλά μέσω λαϊκισμού και διαφημιστικής προπαγάνδας.

Έχω την εντύπωση ότι τα ελληνικά βιβλιοφιλικά μπλογκς διατηρούν και συνεχώς ανυψώνουν το επίπεδο του λόγου τους. Μέσα από την αυτοσυνειδησία που αποκτούμε και την ειλικρινή μας διάθεση για βελτίωση, μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα δίκτυο ανταλλαγής ιδεών και διαμόρφωσης ενός απαιτητικού και υποψιασμένου αναγνωστικού κοινού.

Πατριάρχης Φώτιος
15.4.2007

Saturday, April 14, 2007

Πολλά βαρύς και όχι. M.Collins


Michael Collins: Χαμένες ψυχές

Το μυθιστόρημα συνδυάζει σε εξαιρετική ισορροπία το αστυνομικό και το κοινωνικό είδος. Αυτό βέβαια πλέον είναι ο κανόνας, αλλά ο Collins το καταφέρνει με ένα διακριτικό όσο και πετυχημένο τέχνασμα:
Ξεκινά με την ανεύρεση του πτώματος ενός μικρού κοριτσιού, αλλά γρήγορα ο ερευνητής-αστυνομικός ανακαλύπτει ότι τη χτύπησε ο σταρ της τοπικής ομάδας, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται η εστίαση στις τύψεις του ενόχου και στην προσπάθεια της κοινωνίας να τον απαλλάξουν από τις ενοχές για να προσφέρει στην πόλη την πολυπόθητη δόξα. Στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι κάποιο άλλο αυτοκίνητο είχε χτυπήσει πρώτα το κοριτσάκι, οπότε πάλι η αστυνομική δράση επανέρχεται δριμύτερη. Οι εναλλαγές συνεχίζονται με την ενοχοποίηση του ερευνητή-αφηγητή, ο οποίος είναι αντιηρωική φυσιογνωμία, μέχρι το τέλος.
Ο αναγνώστης κερδίζει μια υπόθεση με σασπένς• κερδίζει μια καθαρή ματιά πάνω στην αμερικάνικη κοινωνία που κινείται ανάμεσα στη θρησκοληψία και την ανάγκη για καταξίωση, ανάμεσα στην τελμάτωση και την αναζήτηση μιας διεξόδου• κερδίζει τέλος και την ανατομία της ανθρώπινης υπόστασης στις διάφορες διαβαθμίσεις της ψυχολογίας της.
Δες το χθεσινό κείμενο (13.4.2007) της Αργ. Μαντόγλου στην Ελευθεροτυπία (Βιβλιοθήκη) και τη βιβλιοπαρουσίαση του Φ. Φιλίππου στο Βήμα της 25.3.2007.

Πατριάρχης Φώτιος
14.4.2007

Wednesday, April 11, 2007

Λικέρ κανέλλα: Αυτοπαρουσίαση στο “Έθνος”

Αυτοπαρουσίαση στο Έθνος


Το «Έθνος» προχθές, την Κυριακή του Πάσχα, κάλεσε για την Ανάσταση τον Πατριάρχη αυτοπροσώπως! Με άλλα λόγια η Ελένη Γκίκα, την οποία ευχαριστώ για την τιμή, περιέλαβε στη μόνιμη πλέον στήλη για τα μπλογκς και το Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Α Φ Ε.

Τα λόγια της: Κερνάει… καφέδες και χυμούς υπό μορφή βιβλιοφιλικών ποστ στη διαδικτυακή διεύθυνση http:vivliocafe.blogspot.com. Πατριάρχης Φώτιος υπογράφει και συστεγάζεται με την Κάτια. Ειδικότης τους η ελληνική εκδοτική παραγωγή με έμφαση στη λογοτεχνία. Ενδεικτικοί τίτλοι που χαρακτηρίζουν το μπλογκ: «Χυμός αχλάδι: αυτοβελτίωση», «Coca Cola light: γνωρίζω τον συγγραφέα», «Σαγκρία: Αχιλλέας Κυριακίδης», «Bloody Mary: Παύλος Μάτεσις», «Βυσσινάδα: Το χαμένο κοινό της λογοτεχνίας». Όλα ξεκίνησαν βέβαια τον Ιούνιο του 2006 στην αρχή με… σκέτους χυμούς: «Βυσσινάδα», «Χυμός ροδάκινο» και «Χυμός πορτοκάλι».

Και τα δικά μου:
Το ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ κερνάει ροφήματα και χυμούς για την ελληνική (και ξένη) βιβλιοπαραγωγή, ειδικά στον χώρο της πεζογραφίας· δίνει δηλαδή τροφή σε παρέες για γόνιμες συζητήσεις με τους επισκέπτες του μπλογκ.
Ξεκίνησα τον 9ο μ.Χ. αιώνα, όταν αποφάσισα να κρατήσω σημειώσεις για βιβλία που διάβαζα, με αποτέλεσμα να βγει η “Μυριόβιβλος” με καταγραφές μου για 280 συγγραφείς. Συνέχισα, όταν τελείωσα το λύκειο, με καρτέλες, όπου καταγράφω συστηματικά τα σχόλιά μου για βιβλία που διαβάζω από τότε, με αποτέλεσμα να διαθέτω πλέον έναν αρκετά μεγάλο αριθμό.
Τώρα πια, από τον Ιούνιο του 2006, (μαζί με την “Κάτια”, που λείπει τώρα στο εξωτερικό) κοινοποιώ στο ιστολόγιό μας τις παρατηρήσεις μου για βιβλία κυρίως της τρέχουσας ελληνικής πεζογραφίας, ενώ σκοπεύω να οργανώσω και αναδρομές σε κλασικά ελληνικά έργα, τα οποία δεν προβάλλονται στις εφημερίδες. Παράλληλα, δημοσιεύω τις σκέψεις μου για όσα απασχολούν τους Έλληνες αναγνώστες, από τα διαβάσματά τους ως την κριτική και από τη συγγραφική πράξη ως τη δημιουργική γραφή. Πετάω δηλαδή μποτίλιες στο πέλαγος…
Στόχος μου είναι το ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ να αποτελέσει στέκι βιβλιόφιλων, οι οποίοι δεν έρχονται για να πιάσουν κουβεντούλα κομμωτηρίου, αλλά να συνομιλήσουν για το βιβλίο με όρους γόνιμου διαλόγου, με επιχειρήματα και απόψεις και όχι με ατάκες ή πυροτεχνήματα. Προσπαθώ να είμαι νηφάλιος στις εκτιμήσεις μου, να στηρίζω όσα λέω και περιμένω ανάλογη διάθεση. Στο ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ δεν διασταυρώνονται πρόσωπα αλλά επιχειρήματα, και γι’ αυτό ο Πατριάρχης Φώτιος είναι οι απόψεις του και όχι αυτός που κρύβεται πίσω του, είτε είναι μοναχός στο Άγιο Όρος ή βιβλιόφιλος αναρχικός στα Εξάρχεια, καθηγητής Πανεπιστημίου ή μπογιατζής, δημοσιογράφος της κακιάς ώρας ή φιλήσυχος συνταξιούχος. Ως εκ τούτου, δεν πιστεύω στα βιβλιοφιλικά μπλογκς όπου συζητάνε προσωπικά θέματα σαν πρωινάδικα της ιστο-τηλεόρασης.
Τι κέρδισα από όλο αυτό το εγχείρημα; Μα φυσικά να συζητάω με ανθρώπους άλλης κουλτούρας και νοοτροπίας, ώστε να ξεφύγω από τον δικό μου αναγνωστικό μικρόκοσμο. Κέρδισα τη δυνατότητα να εκθέτω τη γνώμη μου και επομένως να τη σκέφτομαι διπλά, αλλά και να ακούω την απάντηση, την οποία πάντοτε προσπαθώ να κατανοήσω, συχνά συμφωνώντας και συχνά διαφωνώντας. Απεχθάνομαι τον δογματισμό, γιατί δείχνει μονομέρεια, απεχθάνομαι τις εμπειρικές κρίσεις, γιατί ενθρονίζουν την προσωπική γνώμη σε γενικευμένη αλήθεια. Γι’ αυτό, παράλληλα με τη πεζογραφία, προχωρώ σε αφανές διάβασμα, όπως θεωρία λογοτεχνίας, φιλοσοφία, ποίηση, ιστορία, κοινωνιολογία κ.τ.λ., ώστε να ενισχύσω τον αναγνωστικό μου εξοπλισμό και να είμαι πιο υποψιασμένος αναγνώστης.
Γενικά τα μπλογκς δίνουν φωνή στον αναγνώστη και μορφοποιούν τον ορίζοντα πρόσληψης της εποχής, πέρα από τις επώνυμες βιβλιοκριτικές. Γι’ αυτό τέτοιες συστηματικές προσπάθειες είναι ψηφίδες στην ιστορία της λογοτεχνίας και των ιδεών.

Χριστός Ανέστη!
Πατριάρχης Φώτιος
11.4.2007

Monday, April 02, 2007

Coca Cola: Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου

2 Απριλίου: Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου

Διαβάζουν οι μεγάλοι παιδικά βιβλία (Δεν αναφέρομαι φυσικά στους γονείς); Κι όμως έχει αρχίσει γοργά να ξεπερνιέται η απαξίωση που τα συνόδευε παλαιότερα, γιατί η ίδια η βιβλιοπαραγωγή τους έχει καταδείξει πόσο φρέσκα, δημιουργικά και εμπνευσμένα είναι.
Η παιδική λογοτεχνία έρχεται με τον ανθρωπιστικό της χαρακτήρα να ξανασυνδέσει την ανάγκη του κοινού να ακούει ιστορίες με την υψηλή τέχνη. Ο κάτοχος Νόμπελ Isaac Bashevis Singer είπε: «Άρχισα να γράφω για παιδιά σαν ύστατη καταφυγή, για να γλιτώσω από μια λογοτεχνία έξαλλη, έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει».
Πέρα απ’ αυτό πολλά βιβλία για παιδιά και εφήβους της τελευταίας 30ετίας έχουν να επιδείξει αξιόλογες αισθητικές καινοτομίες πέρα από το όποιο θέμα πραγματεύονται. Μια ενδεικτική, μικρή ανθολόγηση τέτοιων βιβλίων Ελλήνων συγγραφέων ίσως μάς πείσει (εκτός από τις αγαπημένες παιδιών και γονέων Άλκη Ζέη και Ζωρζ Σαρρή):
- Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, “Σπίτι για πέντε”: πολυφωνικό κείμενο με εναλλαγή επιστολών, μαγνητοφωνημένων ημερολογίων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων γύρω από μια οικογένεια που προέκυψε από το γάμο δύο γονέων με παιδί.
- Μάνος Κοντολέων, “Το 33”: μεταμοντέρνα αλλά και παιγνιώδης νουβέλα με εμπλοκή του συγγραφέα και συζήτηση με τους ήρωες, με εναλλακτική εξέλιξη, με αυτοαναφορικότητα κ.τ.λ. γύρω από το διαζύγιο.
- Παντελής Καλιότσος, “Τα ξύλινα σπαθιά”: συνδυασμός παιδικής αφέλειας και ενήλικης βλακείας γύρω από τον πόλεμο.
- Βαγγέλης Ηλιόπουλος – Λουτσάνο Κόμιντα, “Από: Μικέλε Προς: Φώτη”: πείραμα συν-συγγραφής βιβλίου από δύο αλλόγλωσσους πεζογράφους το βιβλίο, το οποίο απαρτίζεται από τον επιστολικό λόγο των δύο φίλων.
- Ευγένιος Τριβιζάς, “Τα 33 ροζ ρουμπίνια” και “Τα 88 ντολμαδάκια”: υπερ-κείμενο (hypertext) όπου ο νεαρός αναγνώστης επιλέγει την εξέλιξη της ιστορίας μέσα από κόμβους.

Κάντε δώρο στον εαυτό σας την ανάγνωση ενός καλού βιβλίου για παιδιά ή εφήβους, έστω κι αν το Πάσχα δεν είναι συνυφασμένο με το παιδί.

Καλή Ανάσταση!
Πατριάρχης Φώτιος
2.4.2006

Saturday, March 31, 2007

Λιμοντσέτο: βραβεία Διαβάζω 2007

Μικρές λίστες μυθιστορήματος και διηγήματος

Την Τετάρτη ανακοινώθηκαν σε μια λιτή τελετή οι βραχείες λίστες των κατηγοριών που βραβεύει το περιοδικό «διαβάζω»:

Μικρή λίστα Διηγήματος

- “Από την άλλη γωνία” του Βασίλη Γκουρογιάννη
- “Η γυναίκα που πετάει” του Μένη Κουμανταρέα
- “Μικρό τρίπτυχο του νόστου” του Παναγιώτη Κουσαθανά
- “Στενογραφία” του Κώστα Μαυρουδή
- “Ο βράχος στο σύννεφο” της Μαρίας Στεφανοπούλου
- “Όντα και μη όντα” του Αργύρη Χιόνη

Μικρή λίστα Μυθιστορήματος

- “Επικράνθη, διά χειρός Αλέξη Ραζή” της Νίκης Αναστασέα
- “Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη” του Χρήστου Αστερίου,
- “Τα χερουβείμ της μοκέτας” της Ελένης Γιαννακάκη
- “Λευκή πετσέτα στο ρινγκ” του Νίκου Δαββέτα
- “Θερμοκρασία δωματίου” της Δήμητρας Κολλιάκου
- “Καταδολίευση” του Πρόδρομου Μάρκογλου
- “Νυχτερινή διαδρομή” του Μιχάλη Μιχαηλίδη
- “Πυθαγόρεια εγκλήματα” του Τεύκρου Μιχαηλίδη
- “Το μονοπάτι στη θάλασσα” του Αντώνη Σουρούνη
- “Τα δώρα του πανικού” του Κοσμά Χαρπαντίδη


Το εχέγγυο για την επιλογή της βραχείας λίστας αλλά και του τελικού νικητή είναι η σύνθεση της επιτροπής, η οποία δεν αποτελείται από άσχετους συγγραφείς-ονόματα του χώρου, αλλά από καταξιωμένους ειδικούς: Γιώργος Αράγης, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αλέξης Ζήρας, Αγγέλα Καστρινάκη, Κώστας Κατσουλάρης, Λευτέρης Παπαλεοντίου και Νικήτας Παρίσης. Ασχέτως αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με τις επιμέρους επιλογές, η επιτροπή κατέθεσε τη γνώμη της (θα περιμένουμε να δούμε και αναλυτικά την καταγεγραμμένη άποψη του καθενός για τις υποψηφιότητες) και περιέλαβε σημαντικά βιβλία της χρονιάς.

Πατριάρχης Φώτιος
31.3.2007

Tuesday, March 27, 2007

Χυμός αχλάδι: αυτοβελτίωση

Πώς διορθώνεται ένας συγγραφέας;

Υπόθεση εργασίας: ένας συγγραφέας (μπορεί και) θέλει να βελτιωθεί και δεν επαναπαύεται ούτε στις πωλήσεις ούτε στη ναρκισσιστική του αυτοεπιβεβαίωση. [Δεν είμαι συγγραφέας, αλλά ένας αναγνώστης που θα ήθελε να βλέπει τους συγγραφείς να βελτιώνονται από έργο σε έργο]. Τι κάνει για να το πετύχει;

- Λαμβάνει υπ’ όψη του τα σχόλια δικών του ανθρώπων (φίλων, συγγενών, συναδέλφων με τους οποίους γνωρίζεται); Η οικειότητα προκαλεί μερική τύφλωση.
- Διαβάζει τους κριτικούς; χαίρεται με όσα θετικά τού επισημαίνουν ή στέκεται και στα αρνητικά; Μήπως είναι αρτηριοσκληρωτικός; ή προσπαθεί να κατανοήσει όσα επιχειρήματα έχουν λογική, άσχετα αν τα θεωρήσει μετά από βάσανο λανθασμένα; Απαντά στις κριτικές, πιστεύοντας ότι μπορεί να δικαιολογήσει ακόμα και τη λανθασμένη εκτίμηση των άλλων μέσω του λόγου του και όχι με το έργο του;
- Ακούει τους αναγνώστες και όσα του καταμαρτυρούν; Τα μπλογκς είναι μια τέτοια ευκαιρία για διάλογο.
- Ξαναδιαβάζει το έργο του από απόσταση και προσπαθεί να το δει σαν μακρινός αναγνώστης (δύσκολο);
- Συνεχίζει (αν βέβαια το έκανε και μέχρι τώρα) να μελετά άλλους συγγραφείς, να διαβάζει θεωρητικά και να ψάχνει ό,τι θα τον ωθήσει σε μια συγγραφική αυτογνωσία; Έχει κατά νου ότι δεν είναι το θέμα που θα τον κάνει να ξεχωρίσει αλλά ο χειρισμός του, δεν είναι η ιστορία αλλά η αφήγηση, δεν είναι οι έξυπνες επινοήσεις αλλά η δομή και το καλοδουλεμένο ύφος;
- Έχει υπομονή; Ή μήπως βιάζεται να ξανακάνει επιτυχία με τη συνταγή της παλιάς; μήπως προσπαθεί να είναι στο επίκεντρο ως πρόσωπο παραγνωρίζοντας το συγγραφικό του έργο;
Οι “ρομαντικές” αυτές ερωτήσεις στηρίζονται στη θέληση να δούμε συγγραφείς που δεν θα είναι αιθεροβάμονες, αλλά προσπαθούν να διατηρήσουν το έργο τους και όχι το κασέ τους ή τη φήμη τους. Καταλαβαίνω ότι κάθε συγγραφέας παλεύει με δύο αντίρροπες τάσεις: από τη μία αγαπά τα παιδιά του, ειδικά όσο είναι νεογέννητα, και δύσκολα βλέπει τα λάθη τους, κι από την άλλη θέλει να ξεφύγει από τη μανιέρα και να πειραματιστεί πολλές φορές, αναζητώντας τη διαφορά με τα προηγούμενα έργα του.

Πατριάρχης Φώτιος
27.3.2007

Saturday, March 24, 2007

Καφές λούνγκο: ιστορικό θρίλερ

Γ. Αιόλου, “Η νύχτα των εννέα ήλιων”

Μετά την επιτυχία του «Κώδικα Ντα Βίτσι» του Νταν Μπράουν έγινε περισσότερο της μόδας αυτό που θα ονομάζαμε ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ. Γνωστό και καλό έργο του είδους είναι το «Όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, μυθιστόρημα που αναφέρεται εδώ, γιατί έχει σχέση με το αδελφάκι του στα καθ’ ημάς, τη “Νοσταλγία των δράκων” (2000) του Δ. Κούρτοβικ. Άλλα δείγματα του είδους στην ημεδαπή δεν έχω πρόχειρα κατά νου, εκτός από το πρόσφατο βιβλίο του Γ. Αιόλου “Η νύχτα των εννέα ήλιων” (2006). Πρόκειται για μυθιστόρημα που συνδυάζει την ιστορία (λιγότερο), τη μουσική, την εκκλησία και μια ερωτική ιστορία σε μια αφήγηση συνωμοσίας και σασπένς. Μια μυστική (παρ)εκκλησιαστική καθολική οργάνωση μεταφέρει μια παρτιτούρα-μήνυμα ως σήμερα, παρτιτούρα που πέφτει κατά λάθος στα χέρια του πρωταγωνιστή, ο οποίος αρχίζει να το ψάχνει. Το τέλος μετά από περιπέτειες, σκάνδαλα, απειλές και αποκαλύψεις είναι ανάλογο με άλλα έργα: το μυστικό μισοαποκαλύπτεται, αλλά εντέλει μένει στην ουσία του κρυφό.
Ποιο το πρόβλημα με αυτά τα έργα, όσα βέβαια από αυτά δεν μπορούν να πείσουν για τη λογοτεχνική τους αξία; Συνδέουν την ιστορία με την πλοκή και όχι με τη “στοχαστική”-προβληματίζουσα αφήγηση. Έτσι, παρόλο που ο πρωτοεμφανιζόμενος Αιόλου δεν γράφει άσχημα, ούτε στήνει άτεχνα την πλοκή του, το όλο εγχείρημα μένει εκεί. Ο αναγνώστης το διαβάζει γρήγορα και με περιέργεια, σαν ανάγνωσμα παραλίας ή κομμωτηρίου, αλλά δεν αποκομίζει τίποτα άλλο. Κι αν τον όποιο συγγραφέα δεν τον νοιάζει, κρατάμε ένα βιβλίο για τρεις-τέσσερις ώρες και πάει καλά. Αν όμως τον νοιάζει για κάτι βαθύτερο, όπως και τον ψαγμένο αναγνώστη, τότε ούτε η εκκλησιαστική συνωμοσιολογία, ούτε ο αδιέξοδος έρωτας που καταλήγει σε άλλη σχέση, ούτε η λίγη ιστορία της μουσικής μπορούν να ικανοποιήσουν τις βαθύτερες ανάγκες του. Όπως το αστυνομικό μυθιστόρημα απέκτησε ποιότητα, όταν μεταλλάχτηκε σε κοινωνικό, έτσι και το ιστορικό θρίλερ θα κερδίσει τον απαιτητικό βιβλιόφιλο, όταν πάψει να στηρίζεται ΜΟΝΟ στην ευφυή εξέλιξη των γεγονότων από μυστήριο σε μυστήριο.

Πατριάρχης Φώτιος
24.3.2007

Wednesday, March 21, 2007

21η μαρτίου: Ημέρα ποίησης

Επειδή σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, κάνω ένα διάλειμμα από την πεζογραφία, για να καταθέσω κι εγώ ένα ποίημα από τη "Φιλοσοφία των λουλουδιών" του Νικ. Βρεττάκου:

Η Ελληνική γλώσσα

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω
όπως ένα ρυακάκι πού μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου
ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους,
θα τους μιλήσω ελληνικά,
επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
Μιλάνε μεταξύ τους μέ μουσική.

Πατριάρχης Φώτιος
21.3.2007

Sunday, March 18, 2007

Σαγκρία: Αχιλλέας Κυριακίδης

Αχιλλέας Κυριακίδης: ο πολυπράγμων

Αύριο, Δευτέρα 19 Μαρτίου 2007, και ώρα 20.30 στο Θέατρο «Άνεσις», Κηφισίας 14 παρουσιάζονται τα δύο τελευταία έργα του Αχιλλέα Κυριακίδη, “Ο καθρέφτης του τυφλού” και “Μικρή περιοχή”, από τους Σοφία Νικολαΐδου, Κατερίνα Σχινά, Τάσο Γουδέλη και Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.
Ο Αχ. Κυριακίδης διακρίνεται για την πολυπραγμοσύνη του στον χώρο της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Πέρα από μεταφραστής του Μπόρχες και ειδικός μπορχεσιολόγος στην Ελλάδα, έχει μεταφράσει πάμπολλους ξένους (Περέκ, Ροθ, Σεπούλβεδα, Κρούμι κ.τ.λ.), έχει γράψει βιβλία με διηγήματα και δοκίμια, ενώ έχει καταπιαστεί και με τη συγγραφή τριών σεναρίων.
Η συλλογή διηγημάτων του “Τεχνητές αναπνοές” (2003) απέσπασε δίκαια το Κρατικό Βραβείο διηγήματος. Όντως είναι εξαιρετικό δείγμα διηγημάτων που καταξιώνει το είδος. Φαίνονται οι ευρωπαϊκές και λατινοαμερικάνικες επιρροές που δίνουν στα κείμενα ευέλικτη πλοκή με ουσιαστικό τέλος, χωρίς να λείπουν και οι αφηγηματικές καινοτομίες. Θυμίζουν φυσικά Μπόρχες, απηχούν κινηματογράφο και εν μέρει αποτελούν έξυπνες αλλά και με περιεχόμενο υποθέσεις.
Το 2005 με τον “Καθρέφτη του τυφλού” διατηρεί καταρχάς τα ίδια καλά στοιχεία (διακειμενικότητα, αυτοαναφορικότητα, χρήση του φανταστικού, έξυπνη αφήγηση, λεκτική πολυμορφία). ΑΛΛΑ: ο αναγνώστης παρατηρεί ένα είδος κόπωσης και επανάληψης, σαν να εξαντλήθηκε η λογοτεχνική έμπνευση, σαν να απέτυχαν πειράματα που επιχείρησε, σαν να άλλαξε προσανατολισμό και χάθηκε.
Φέτος η “Μικρή περιοχή”. Πρόκειται για βιβλιοπαρουσιάσεις και μικρά δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Κείμενα αναγνωστικής απόλαυσης ως προς το ύφος τους, για τον Σινόπουλο, τον Βαρβέρη, τον Καλοκύρη, τη Χατζηδημητρίου, τον Μαυρουδή, τον Παναγιωτόπουλο, τον Ξανθούλη κ.ά., για να μείνω στα καθ’ ημάς. Ο αναγνώστης απολαμβάνει τον χειρισμό του λόγου, ΑΛΛΑ μου φαίνονται υπερβολικά δύο σημεία της γραφής του: α) πολύ έμφαση στον λόγο της ίδιας της παρουσίασης και όχι στο τι του βιβλίου, λεκτικά παιχνίδια και πυροτεχνήματα αλλά λίγη, λιγότερη απ’ όσο θα μπορούσε, ουσία, γλωσσικά πυροτεχνήματα και ελάχιστα επιχειρήματα, β) όλα εξηγούνται βάσει του Μπόρχες (το όνομά του συναντάται σχεδόν σε κάθε κείμενο) και του Γκρέινβιλ. Τέτοια μονομέρεια δεν πείθει.
Ο Κυριακίδης είναι μορφή στον χώρο με το πλούσιο μεταφραστικό του έργο και με τη μετακένωση μπορχικών και άλλων τεχνικών στην Ελλάδα, …αρκεί να μην επαναλαμβάνεται με μανιέρες και αυτοϋπονομεύεται.

Πατριάρχης Φώτιος
18.3.2007

Thursday, March 15, 2007

Πικρός βυζαντινός καφές: Βιτάλη

Λεία Βιτάλη, Ιερή παγίδα

Στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος η “Ιερή παγίδα” ακολουθεί τις καινοτομίες του είδους ως προς στα εξής:
1. Καταπιάνεται με τη Βυζαντινή περίοδο, η οποία δεν ήταν μέχρι πρότινος και πολύ αγαπημένη, αν και τα τελευταία χρόνια επανήλθε με τον “Σκούφο από πορφύρα” της Μ. Δούκα ή τους “Παλαιολόγους” του Λεονάρδου. (Και εγώ σαν Βυζαντινός Πατριάρχης άλλο που δεν θέλω για αυτήν την παραγνωρισμένη περίοδο του ελληνισμού).
2. Βάζει γυναίκα αφηγήτρια, που σπάει την ανδρική κυριαρχία στις ιστορικές μορφές, και δικαιολογείται να εξιστορεί ένα χρονικό με διαφορετική εκδοχή από τα συνηθισμένα. Το ίδιο έκανε πάλι η Δούκα στον “Σκούφο από πορφύρα” αλλά και άλλοι συγγραφείς.
3. Βρίσκει κενά στην ιστοριογραφία και τα συμπληρώνει με δική της εξήγηση των παρασκηνίων.
4. Χειρίζεται επάξια τις αναχρονίες, καθώς κινείται εναλλάξ στα πριν το 1453 γεγονότα και στα μετά, χρόνος που συνταιριάζεται με την εναλλαγή στον τόπο, από την Κωνσταντινούπολη στη Βενετία με μια παρένθεση στην Αδριανούπολη.
5. Έξοχη αποτύπωση του ευνουχισμού του ήρωα που αγγίζει τα όρια μιας σκληρής εικονοποιίας με απαράμιλλο ωστόσο αισθητικό αποτέλεσμα.
6. ΠΡΩΤΙΣΤΟ: Η Βιτάλη προβληματίζεται πάνω στα αίτια της πτώσης της Πόλης Η αφήγηση, κατά τον Κούρτοβικ στο “Πού κοιτάζει ο δικέφαλος αετός”, (20.1.2007) “αμφισβητεί την αλήθεια των άλλων αφηγήσεων για την Άλωση”. Έτσι, “Η εικόνα που μας δίνει για την Κωνσταντινούπολη των παραμονών της Άλωσης μικρή σχέση έχει με την καθιερωμένη. Η Πόλη έχει ουσιαστικά αλωθεί εκ των ένδον πριν ακόμη την πατήσει ο Μωάμεθ. Ο Κωνσταντίνος αντιμετωπίζει την κατακραυγή του λαού του, που τον βρίζει προδότη για τη φιλοενωτική πολιτική του. Οι καλόγεροι πρωτοστατούν σε συνωμοσίες εναντίον του και πολλοί από αυτούς συνεργάζονται κρυφά με τους πολιορκητές. Ο Λουκάς Νοταράς θεωρεί αναπόφευκτο το τέλος της αυτοκρατορίας και αποβλέπει στη διαφύλαξη των προνομίων της τάξης του, γιατί, όπως λέει, οι αυτοκρατορίες παρέρχονται, αλλά μένουν εκείνοι που έχουν τη δύναμη με το χρήμα τους να κινούν την Ιστορία.”. Ο αναγνώστης εντέλει ξαναβλέπει τα γνωστά γεγονότα από άλλη εστίαση.
Από την άλλη, το σοβαρότερο αρνητικό στοιχείο είναι η προσπάθεια να αφηγηθεί την ιστορία μια γυναίκα, που πολύ λίγη συμμετοχή μπορούσε να έχει στα γεγονότα. Ο Reader (7.1.2007) το εξηγεί ως εξής: «Πολλά από τα γεγονότα δεν τα έχει δει, σε πολλά είναι μάλλον εξωπραγματική η παρουσία της και όταν εξαντλούνται τα επιτυχημένα συγγραφικά τρικ και κλισέ (όπως η ανάγνωση ενός ημερολογίου) η όλη υπόθεση “μπάζει’’ κάτι που μπορούσε να αποφευχθεί με την ουδέτερη τριτοπρόσωπη περιγραφή.»
Αυτό που προβληματίζει εμένα περισσότερο είναι η τάση του ιστορικού μυθιστορήματος. Ωραία, επιχειρεί να αναιρέσει την υποκειμενικότητα της ιστοριογραφίας, ωραία, προσπαθεί να ξαναδεί την ιστορία από άλλη σκοπιά… Αλλά μήπως εγκαθιδρύει μια άλλη μεροληψία στη θέση της παλιάς, μήπως υιοθετεί μια εξίσου μονόπλευρη θεώρηση και έτσι πλασάρει στον αναγνώστη μια αλήθεια εξίσου μονοδιάστατη; Κι αν η απάντηση είναι ότι η μυθοπλασία αναγκαστικά στήνει τη δική της (υποκειμενική) αλήθεια, τότε η λύση είναι το ανοιχτό μυθιστόρημα, που δεν χειραγωγεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά αφήνει εναλλακτικές επιλογές στον αναγνώστη.

Πατριάρχης Φώτιος
15.3.2007

Sunday, March 11, 2007

Bloody Mary: Παύλος Μάτεσις

Παύλος Μάτεσις: μεταξύ ύψους και βάθους

Μεθαύριο, την Τρίτη 13 Μαρτίου (στις 20.00), στον Ιανό οργανώνεται εκδήλωση με αφορμή την 50ή έκδοση της “Μητέρας του σκύλου”. Θα μιλήσουν οι Τ. Χυτήρης, Στ. Δάνδολος και Αύγ. Κορτώ.
Ο Παύλος Μάτεσις είναι στ’ αλήθεια ιδιαίτερη περίπτωση καταρχάς θεατρικού συγγραφέα και πεζογράφου με κείμενα που κινούνται από το πιο υψηλό στο πιο χαμηλό επίπεδο και τανάπαλιν. Ακριβώς επειδή πειραματίζεται, άλλα του θεατρικά έργα είναι στρυφνά και απωθητικά (π.χ. το φωκνερικό “Προς Ελευσίνα”) κι άλλα παιγνιώδη (λ.χ. “Λύκε λύκε”) και βαθυστόχαστα χωρίς να ελιτίζουν (λ.χ. Η Τελετή). Στα πεζά του ακολούθησε φθίνουσα πορεία από την απώτατη κορυφή (το εμβληματικό “Η μητέρα του σκύλου”) σταδιακά σε κατώτερα επίπεδα, όπως “Ο Παλαιός των Ημερών” (1994), ο “Σκοτεινός οδηγός” (2002) και ο “Μύρτος” (2004). Τα έργα του μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: α) σ’ αυτά που ακολουθούν την κλασική αφηγηματική δομή με αρχή, μέση και τέλος (“Η μητέρα του σκύλου”) και β) σ’ αυτά που γράφονται με την “επεισοδιακή” κατ’ Αριστοτέλη γραφή ως συνονθύλευμα εικόνων και σκηνών.
“Η μητέρα του σκύλου” (1990) είναι έργο σταθμός όχι μόνο για τον ίδιο τον δημιουργό, αλλά και για όλη τη νεότερη ελληνική πεζογραφία. Ο συγγραφέας αποδεικνύει πως είναι υφοπλάστης περιωπής, που μπορεί ακόμα και να γράψει σε αυτό που έχω ονομάσει γυναικεία-θυμική γραφή, καθώς βάζει την ηρωίδα του να μιλάει με αφέλεια αλλά και ειλικρίνεια, με συναισθηματισμό αλλά και με ανυποψίαστη ωμότητα… Πρόκειται για την αφήγηση επαρχιώτισσας ηθοποιού γύρω από τις δύσκολες μέρες της κατοχής, η οποία βγάζει στην επιφάνεια την απλή ματιά, έστω κι αν συνοδεύεται από σκόπιμη αφέλεια, αυταπάτες, φαντασιώσεις και παρακρούσεις που ανατινάζουν τον ρεαλισμό της αφήγησης. Έχουμε στην ουσία μια στρεβλή ματιά για τον στρεβλό νεοελληνικό μας βίο, μια αυτοσαρκαστική κατόπτευση της μεταπολεμικής Ελλάδας με όλα τα μίζερα συμπλέγματά της.
Ενδιαφέρουσα θα είναι η παρουσίαση από τον Αύγουστο Κορτώ, καθώς σε εμπρηστικό δοκίμιό του στο “να ένα μήλο” (τχ. 2) αναγνωρίζει στο έργο την κορυφαία θέση που του αξίζει, αλλά κατακεραυνώνει τον “Σκοτεινό οδηγό” ως “βιβλίο κουραστικό και ασυνάρτητο” κ.τ.λ. Αν πάρει πίσω όσα έχει με ζέση δηλώσει, θα έχει πέσει κι αυτός στην παγίδα των δημοσίων σχέσεων…
Εν τέλει, όπως ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις, δεν αγαπάμε τον δημιουργό και το σύνολο του έργου του, αλλά συγκεκριμένα κείμενα που ξεχωρίζουν και μπορούν να διαβαστούν περισσότερες της μίας φορές.

Πατριάρχης Φώτιος
11.3.2007

Wednesday, March 07, 2007

Coca Cola light.γνωρίζω τον συγγραφέα

Γνωριμία με συγγραφείς

Σενάριο 1ο: Ένας φίλος, τον οποίο εκτιμώ, μου φέρνει το υπό έκδοση βιβλίο του να το αξιολογήσω. Πόσο μπορώ να μείνω ανεπηρέαστος από την προσωπική μας σχέση;

Σενάριο 2ο: δυο τρεις συγγραφείς επισκέπτονται επώνυμα το blog μου, με τους οποίους γνωριζόμαστε και μιλάμε σε οικείο τόνο. Πολλές φορές ανταλλάσσουμε φιλοφρονήσεις, μιλάμε πια φιλικά, κερδίζει ο ένας τη συμπάθεια του άλλου. Και κάποια στιγμή ένας από αυτούς εκδίδει λ.χ. ένα μυθιστόρημα. Πώς θα μπορέσω να αναρτήσω τη γνώμη μου σε ένα post έχοντας τη συνείδησή μου ήσυχη ότι δεν τον είδα θετικά χάρη στη γνωριμία μας ή ότι δεν τον αδίκησα εξαιτίας της διάθεσής μου να φανώ αντικειμενικός;

Σενάριο 3ο: είμαι δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα και παίρνω συνεντεύξεις από συγγραφείς. Παράλληλα διατηρώ μια στήλη, όπου κάνω βιβλιοπαρουσιάσεις. Βρίσκομαι, λοιπόν, μέσα από τη δουλειά μου στο κύκλωμα –χωρίς αρνητικά υπονοούμενα η λέξη- και συμπαθώ (ή και αντιπαθώ) πρόσωπα Νεοελλήνων συγγραφέων, τους οποίους γνωρίζω πλέον. Καλούμαι, λοιπόν, κάποια στιγμή να γράψω τη γνώμη μου για το βιβλίο τους. Τι κάνω;

Τα σενάρια μπορούν να πολλαπλασιαστούν και να αποκτήσουν και όνομα.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πόσο η προσωπική σχέση με έναν συγγραφέα επηρεάζει την κριτική μου, ειδικά όταν έχω ένα δημόσιο βήμα (εφημερίδα, blog κ.τ.λ.); Είναι το πρόσωπο άσχετο με το βιβλίο; Είναι το βιβλίο που θα μείνει και επομένως αυτό και μόνο αυτό μετράει σε μια “αντικειμενική” παρουσίαση; Ακριβώς λόγω των παραπάνω οι ίδιοι οι συγγραφείς επιδιώκουν να γίνουν γνωστοί ως άνθρωποι και να επηρεάσει η προσωπικότητά τους την τύχη των βιβλίων τους; Το ζήτημα είναι τι κάνουν όλοι οι άλλοι!

Πατριάρχης Φώτιος
7.3.2007

Sunday, March 04, 2007

Καφές και τσιγάρο

“Ιστορίες καπνού”

Πώς γράφουν οι συγγραφείς; Καπνίζουν αρειμανίως ή επιμένουν στην καθαρότητα της ατμόσφαιρας και στη διαύγεια του πνεύματος;
Στο βιβλιαράκι 165 σελίδων δώδεκα γνωστοί συγγραφείς (Νικολαΐδου, Σωτηροπούλου, Μπαμπασάκης, Παναγιωτόπουλος, Κορτώ, Σιφωνιός, Ζουμπουλάκη, Αλεξάκης, Ταμβακάκης, Μιτσοτάκη, Νόλλας και Χωμενίδης), πιθανότητα καπνιστές, γράφουν ισάριθμα διηγήματα με κέντρο το κάπνισμα. Θα ξεχώριζα τρία: Τα “Φαντάσματα” του Ν. Παναγιωτόπουλου με την ενδιαφέρουσα γραφή τους που δένει με το περιεχόμενο, “Η Σοφία” του Β. Αλεξάκη με το ιδιαίτερο χιούμορ που δεν στερείται νοήματος και τέλος “Το τελευταίο τσιγάρο” του Χρ. Χωμενίδη με την ευφυή σύνδεση τσιγάρου και απόλαυσης ακόμα και μπροστά στον θάνατο.
Σκέψεις που μου δημιουργήθηκαν:
- Ποια ατμόσφαιρα δημιουργεί το τσιγάρο την ώρα της συγγραφής; (Σημείωση: κανένα διήγημα δεν ήταν αυτοαναφορικό)
- Συνδυάζεται το λογοτεχνικό διάβασμα με καφέ και τσιγάρο; (όπως πολλοί διαβάζουν εφημερίδα με τη συνοδεία τσιγάρου).
- Δείχνει κάτι το κάπνισμα του ήρωα ως προς τη διάθεσή του και την προσωπικότητά του; Κείμενα με τέτοια παραδείγματα;
- Άλλα ερωτήματα ανάλογου ύφους;
Προσωπικά δεν καπνίζω (Δεν είχε έλθει στην εποχή μου ο καπνός από την μετακολομβιανή Αμερική!). Ωστόσο, μπορώ να φανταστώ εικόνες συγγραφέων ή αναγνωστών που απασχολούν έτσι το χέρι και τη σκέψη τους.

Πατριάρχης Φώτιος
4.3.2007

Thursday, March 01, 2007

Χυμός μήλο: Τα βραβεία μυθιστορήματος "να ένα μήλο"

Βραχεία λίστα μυθιστορήματος

Ανακοινώθηκε σήμερα η βραχεία λίστα του περιοδικού “να ένα μήλο” για τα μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2006, λίστα που διαμόρφωσαν οι 50 συνεργάτες του περιοδικού. Τα 5 βιβλία δείχνουν πολυφωνία και ποικιλία απόψεων, όμοια με την ετερόκλητη ομάδα των νέων συγγραφέων που έκαναν τις επιλογές. Καταγράφονται τα επιλεγέντα μυθιστορήματα με αλφαβητική σειρά:

Ελ. Γιαννακάκη, “Τα χερουβείμ της μοκέτας”: δύσκολο στην ανάγνωση για τον εύκολο αναγνώστη, αλλά τεχνουργημένο εξαιρετικά πάνω στην τεχνική του προσωπικού μονολόγου. Όλα τα κλισέ καταρρίπτονται, η υπόθεση εξελίσσεται με αργά αλλά μεθοδικά βήματα, τα επίπεδα της γραφής αλληλοσυμπλέκονται αγαστά. Η ηρωίδα αναδεικνύεται σε ιδεώδη μορφή νοικοκυράς και συζύγου, ώσπου να καταπέσει κάθε τέτοια εντύπωση. Ο Κούρτοβικ το θεώρησε το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.

Αντζ. Δημητρακάκη, “Το μανιφέστο της ήττας”: κοσμοπολίτικο βιβλίο με προμελετημένη δομή, με ένθετες ιστορίες και αναχρονίες, με έξυπνο το παιχνίδι της εναλλαγής συγγραφέα και αφηγητή στο τέλος. Από την άλλη, ο φασισμός που επικαλείται η πεζογράφος ως πρόθεσή της δεν φαίνεται, οι ήρωες δεν αποτυπώνονται σε βάθος και κυριαρχούν προσωπικές εμμονές όπως το εύκολο σεξ και λιγότερο στα ναρκωτικά, σαν μια μόδα συνηθισμένη μεταξύ των νέων.

Αντ. Σουρούνης, “Το μονοπάτι στη θάλασσα”: Ο Σουρούνης ανήκει στην πάστα των συγγραφέων τους οποίους θα ονόμαζα παραμυθάδες, αφού μπορούν για μικρά περιστατικά της καθημερινότητας να πλάσουν ολόκληρες ιστορίες, όπου η αφήγηση κυλάει αβίαστα. Ο βασικός άξονας σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι η ένδεια και η ανεργία, καθώς και οι προσπάθειες των φτωχών ανθρώπων να την ξεπεράσουν με θεμιτά και ημι-αθέμιτα μέσα. Παράλληλα, αναπτύσσονται άλλοι άξονες, όπως η σεξουαλική ωρίμαση, η εκκλησία, οι παιδικές φιλίες και σχέσεις κ.λπ.

Αλ. Σταμάτης, “Αμερικάνικη φούγκα”: περιπετειώδες μυθιστόρημα για αναζήτηση του βαθύτερου χαρακτήρα της Αμερικής και προσπάθεια για μια αυτοσυνειδησία του ήρωα. Εντέλει διαβάζει κανείς μια ιστορία που κινείται σε γρήγορους (κινηματογραφικούς) ρυθμούς -με όλα τα αρνητικά της εσπευσμένης δράσης-, η οποία θα ήθελε να έχει ένα κάποιο βάθος, αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Το πολυφορεμένο θέμα αλλαγής ρόλων δεν στηρίζεται από εμβάθυνση στην ψυχολογία. Θετικό κρίνεται το αυτοαναφορικό εύρημα της συγγραφής από τον ήρωα-συγγραφέα της ζωής που τώρα ο ίδιος ζει.

Π. Τατσόπουλος, “Η καλοσύνη των ξένων”: Το βιβλίο κερδίζει τον αναγνώστη (μολονότι δεν ξέρω αν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα). Είναι το προσωπικό ξετύλιγμα της υιοθεσίας του ίδιου του συγγραφέα και η προβληματική γύρω από θέματα οικογένειας και παιδιών. Χωρίς μελοδραματισμούς αλλά με πολύ χιούμορ και ειρωνεία ο Τατσόπουλος γράφει τα κεφάλαια του με θέματα που φαινομενικά ξεφεύγουν από τον άξονα του βιβλίου, αλλά που στο τέλος καταλήγουν πάντα εκεί. Προς το τέλος η αφήγηση εξασθενίζει και φθίνει.

Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος
1.3.2007

Sunday, February 25, 2007

Βυσσινάδα: Το χαμένο κοινό της λογοτεχνίας

Το χαμένο κοινό της λογοτεχνίας

Γιατί η λογοτεχνία σήμερα χάνει το κοινό της; Τι φταίει και είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα και απαξιώνεται συνεχώς; Η Τ. Δημητρούλια στο σημερινό άρθρο της “Σε αναζήτηση του χαμένου κοινού” (Η Καθημερινή) θέτει τους προβληματισμούς Γαλλόφωνων διανοητών, όπως είναι ο Τοντόροφ και ο Βινκελκρότ πάνω στο θέμα.
Η φιλολογία πρέπει να επιστρέψει στο σκοπό της, ο οποίος έγκειται στην “κατανόηση του νοήματος των κειμένων που εμπλουτίζει την εσωτερική μας ζωή”, και όχι στην αποκλειστική “μελέτη των εννοιολογικών εργαλείων”. Πέρα από τον μοντερνισμό, ο οποίος απομάκρυνε το κείμενο με τους φορμαλιστικούς πειραματισμούς του από τον αναγνώστη, ευθύνες φέρουν και “ο μηδενισμός αφενός και ο σολιψισμός, η ομφαλοσκόπηση αφετέρου των σύγχρονων έργων, που αρθρώνουν είτε έναν λόγο κατεδαφιστικό για την ανθρώπινη συνθήκη είτε ένα λόγο αυτομυθοπλαστικό και αυτοαναφορικό, ξεκομμένο από τους άλλους, [και γι’ αυτό] συνιστούν παράγοντες εξίσου σημαντικούς όσον αφορά την απαξίωση της λογοτεχνίας στη σύγχρονη κοινωνία.”.
Η ανάγκη για αλλαγή μπορεί να συνοψιστεί σε δύο αιτήματα: επιστροφή στο κείμενο και στο νόημά του και επανασύνδεση της λογοτεχνίας με το κοινό της. Στην ουσία η “θέση του συγγραφέα, του αναγνώστη, του κειμένου, όσο υπάρχει ακόμα η ανθρωπότητα με τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε, είναι βέβαιο ότι με κάποιο τρόπο θα αυτοπροσδιοριστούν εκ νέου, θα μεταβληθούν και θα αναδομηθούν, για να εκφράσουν τον κόσμο μας”.
Πρόκειται ίσως για ένα αίτημα επιστροφής της λογοτεχνίας σε ένα νέο-ανθρωπιστικό περιεχόμενο, όπως είχε πει παλαιότερα ο Ουμπέρτο Έκο, ή μια σύζευξη των φορμαλιστικών δοκιμών με ανάλογο ανθρωποκεντρικό περιεχόμενο.

Ευχαριστώ τον Librofilo και την Εαρινή Συμφωνία για την πρόσκληση στο παιχνίδι των 5 αληθειών για τη ζωή μου. Κρίνω ότι ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από την περσόνα “Πατριάρχης Φώτιος”, είτε είναι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, είτε ο Φώτης Σεργουλόπουλος, είτε ο Φώτης από το “Παρά πέντε”, δεν ενδιαφέρει. Δεν ενδιαφέρει με άλλα λόγια αν είμαι μοναχός στο Άγιο Όρος ή βιβλιόφιλος αναρχικός στα Εξάρχεια, Καθηγητής Πανεπιστημίου ή μπογιατζής, δημοσιογράφος της κακιάς ώρας ή φιλήσυχος συνταξιούχος. Ενδιαφέρει η αναγνωστική μου πλευρά και για αυτήν θα μιλήσω:
1. Διαβάζω λογοτεχνία με όρεξη σαρακιού που καταβροχθίζει χαρτί και μελάνι.
2. Πιστεύω στη δύναμη της γλώσσας, λογοτεχνικής και μη, και ειδικότερα της ελληνικής γλώσσας. Στην εποχή της εικόνας θεωρώ ότι ο λόγος κρατά τις επάλξεις του και καθορίζει έντονα τη ζωή μας.
3. Πιστεύω στη δύναμη του διαλόγου και γι’ αυτό θλίβομαι, όταν τα σχόλια των επισκεπτών των ιστολογίων είναι φτηνά, αναπόδεικτα ή κακεντρεχή. Δέχομαι κάθε νηφάλια και αποδεδειγμένη –έστω και ως απόπειρα- άποψη. Άλλωστε στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν Πάπες (μόνο Πατριάρχες!!! κι αυτοί με τα άπειρα λάθη τους)
4. Δεν πιστεύω στον εμπειρισμό. Η λογοτεχνία επικουρείται πλέον από τη Θεωρία της Λογοτεχνίας, τη Φιλοσοφία, τη Γλωσσολογία κ.λπ. και ο αμύητος αναγνώστης, που θέλει να συζητά πέρα από την αναγνωστική του απόλαυση και για τις αρετές ενός κειμένου, είναι εν μέρει και λογοτεχνικά αναλφάβητος.
5. Είμαι λογοτεχνικά αναλφάβητος στην ποίηση, καθώς την κρατώ για τον εαυτό μου και δυσκολεύομαι να μιλήσω χωρίς να λέω κοινοτοπίες.
Δεν παρακινώ κανέναν από την μπλογκόσφαιρα να συνεχίσει το παιχνίδι, αν πιστεύει ότι οι άλλοι πάσχουμε από το σύνδρομο της κλειδαρότρυπας και γι’ αυτό θέλουμε να μάθουμε αλήθειες για τη ζωή του.

Πατριάρχης Φώτιος
25.2.2007

Thursday, February 22, 2007

Σταμάτη υπεράσπισις

Ο Σταμάτης ως συγγραφέας και ως άνθρωπος δε χρειάζεται υπεράσπιση από εμένα. Υπερασπιζόμενος ωστόσο το πρόσωπό του προασπίζω το Vivliocafe.
Όταν στο προηγούμενο post μίλησα για το βιβλίο του, τόσο εγώ όσο και εκείνος συνομιλήσαμε σε ύφος κόσμιο και διαλλακτικό. Γι' αυτό θα ήθελα να θέσω ως αρχή τέτοιων διαλόγων να μην επιτίθεται κανείς στην προσωπικότητα του άλλου, ούτε του Σταμάτη, ούτε τη δική μου και φυσικά ούτε κανενός άλλου επισκέπτη. Μιλάμε για βιβλία και λογοτεχνία, δεν βάλλουμε εναντίον κανενός με χαρακτηρισμούς και υπονοούμενα. Μιλάμε με επιχειρήματα χωρίς αιχμές, μιλάμε με στοιχεία και όχι με ατάκες...
Γιατί εδώ δεν είναι παράθυρο κανενός καναλιού.
Ευχαριστώ
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, February 21, 2007

Αμερικάνικος καφές: Σταμάτης

Αλέξης Σταμάτης, Αμερικάνικη Φούγκα

Κανονικά θα έπρεπε να είμαι πιο φιλόξενος από τη στιγμή που ο πεζογράφος έχει περάσει από το καφέ μας. Θέλω όμως να είμαι πρώτιστα τίμιος.
Ο Σταμάτης έχει ένα συγκεκριμένο τρόπο γραφής, όπως φαίνεται κι από τα προηγούμενα βιβλία του: ένα περιπετειώδες θέμα το οποίο προσπαθεί να επενδύσει με στοχασμό. Ειδικά στο τελευταίο του έργο επιχείρησε να αναζητήσει την ταυτότητα με τη φυγή του ήρωα στην Αμερική. Η απογοήτευση του αναγνώστη είναι μεγάλη, γιατί οσμίζεται τις προθέσεις του δημιουργού και βλέπει στη θέση τους μια κατώτερη των περιστάσεων πραγμάτωσή τους: μια ιστορία που κινείται σε γρήγορους (κινηματογραφικούς) ρυθμούς -με όλα τα αρνητικά της εσπευσμένης δράσης-, η οποία θα ήθελε να έχει ένα κάποιο βάθος, αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Η αναζήτηση της ταυτότητας μένει στα λόγια και πουθενά δεν παρουσιάζονται πειστικά τα διλήμματα, που θα έπρεπε να κανοναρχούν τη ζωή του. Παράλληλα, το μυθιστόρημα στηρίζεται σε ένα χιλιοφορεμένο εύρημα αλλαγής θέσης με κάποιον άλλο, χωρίς να προστίθεται μια καινούργια διάσταση στο θέμα του σωσία.
Ο πιο σημαντικός λόγος εξαιτίας του οποίου δεν ανάγεται το μυθιστόρημα σε κάτι περισσότερο από ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα είναι η απουσία ψυχολογικών ερεισμάτων. Οι ενέργειες του ήρωα δεν αιτιολογούνται με εσωτερικά κίνητρα, όχι ότι δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν βάσει της πλοκής, αλλά δεν σκιαγραφούνται από τον αφηγητή, κι αυτό τις καταδικάζει σε μυθοπλαστική ανυπαρξία. Ο πρωταγωνιστής φεύγει στην Αμερική, χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς τον κυνηγάει, έπειτα φεύγει προς την έρημο, βιαστικά και αναίτια, ενώ ο αναγνώστης δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά την εξέλιξη της δράσης, σαν σε χολιγουντιανή ταινία, χωρίς αιτιώδεις σχέσεις και ψυχικές συνδέσεις.
Από την άλλη, με ενοχλεί αυτή η αμερικανοπληξία (θα με ενοχλούσε εξίσου, αν ήταν γαλλοπληξία, ινδοπληξία ή και ελληνοπληξία) στα διαβάσματα του ήρωα και στις αναφορές του μόνο σε Αγγλοσάξονες και φυσικά Έλληνες δημιουργούς. Ο Έλληνας ήρωας δηλαδή έχει διαβάσει μόνο Έλληνες ομοτέχνους του και Αγγλοσάξονες, λες και η πνευματική παρακαταθήκη της ανθρωπότητας περιέχεται μόνο στην παραγωγή της Αμερικής των δύο τελευταίων αιώνων. Συνάμα, η προσπάθεια να καταγραφεί το διπλό πρόσωπο των σύγχρονων Η.Π.Α. είναι φιλόδοξο, αλλά περιορίζεται σε εξωτερικές διαπιστώσεις.
Θετικά στοιχεία, για να μην νιώθω ότι είμαι μονόπλευρος: ο ήρωας είναι ανώνυμος κι αυτό το χειρίζεται πολύ καλά σε όλη την αφήγηση ο Σταμάτης. Δεύτερο και σημαντικότερο, ο συγγραφέας-ήρωας γράφει όχι για τη ζωή του, αλλά γράφει (και σκηνοθετεί) τη ζωή του νέου του ρόλου. Αυτό το μεταμοντέρνο μοτίβο διαπερνά το κείμενο και του δίνει μια άλλη διάσταση. Τέλος, ο γρήγορος ρυθμός κάνει ευχάριστη την ανάγνωση και οι δόσεις σασπένς καθιστούν το όλο ανάγνωσμα ενδιαφέρον, όχι βέβαια πιο πολύ από ένα βιβλίο παραλίας ή τρένου.
(Σε παρένθεση βάζω τα πολλά πραγματολογικά λάθη, από την πρώτη μέρα του αιώνα που δεν είναι η 1.1.1900, όπως γράφεται, αλλά η 1.1.1901 ως το αναληθοφανές να κουβαλά μαζί του στο επικίνδυνο ραντεβού το επίμαχο κουτί -που αργότερα το ασφαλίζει σωστά σκεπτόμενος-, και πολλά άλλα, που θα μπορούσαν να προσεχθούν περισσότερο).
Και τώρα έρχομαι στις κρίσεις που έλαβε το βιβλίο. Στις μεγάλες εφημερίδες είδα μόνο μια βιβλιοπαρουσίαση από τον Πιμπλή στα Νέα (21.10.2006), όπου κατατίθεται ο προβληματισμός του βιβλίου, ενώ επισημαίνεται ότι “το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του είναι η εσωτερική αναζήτηση του συγγραφέα-πρωταγωνιστή, που από συγγραφέας μετατρέπεται σε μυθιστορηματικό ήρωα”. Από εκεί και πέρα το βιβλίο ακούστηκε ιδιαίτερα στους χώρους των bloggers:
- Εαρινή συμφωνία 23.10.2006: ενδιαφέρον Road Movie το οποίο βγάζει την ελληνική λογοτεχνία από τον ελληνοκεντρισμό της. Ο συγγραφέας ενσωματώνει πολλά στοιχεία, αλλά το βιβλίο πάσχει, καθώς επιχειρείται να τα περιλάβει όλα. Από την άλλη, “η δυνατή εικονοπλασία, πολλές φορές συναντά τον στοχασμό και απογειώνει το κείμενο”.
- Δημήτρης Μαμαλούκας 24.10.2006: Ο ήρωας του έργου “θα μπορούσε να είναι ο Άνθρωπος, το αρχέτυπο του ανθρώπου της κοινωνίας μας”. Ο blogger εκτιμά επίσης τη δεξιοτεχνία της γραφής και τη “γλωσσική όσο και εκφραστική τελειότητα” του κειμένου, ενώ ως μόνο αρνητικό εντοπίζει την εμφάνιση του παιδιού που ολοκληρώνει, αναίτια, μια οικογενειακή εικόνα.
- Book Attack 11.2006: Ο Σταμάτης “έγραψε ένα πολύ εσωτερικό βιβλίο που όμως ανοίγει διάπλατα την πόρτα της ελληνικής λογοτεχνίας στον υπόλοιπο κόσμο”, ενώ επαινείται η γνήσια εικονοποιία του μυθιστορήματος.
- Ελληνική Λογοτεχνία 17.11.2006: Σχολιάζεται θετικά το μυθιστόρημα ως “δουλειά συγγραφικής και δημιουργικής ωριμότητας”, με αρτιότητα στον χειρισμό της γλώσσας και στο πλάσιμο των χαρακτήρων κι έτσι ο Σταμάτης συνδυάζει το εμπορικό σκέλος με την ποιότητα στη γραφή. Από την άλλη “σε θέμα σεναρίου, δράσης ή ανατροπών […] δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία”, για τον έξτρα λόγο ότι το τέλος είναι προβλέψιμο.
- Librofilo 18.12.2006: Το μυθιστόρημα διακρίνεται από τη διακειμενικότητά του και τις εμμονές του πεζογράφου (κινηματογράφος και μουσική). “Η ικανότητα όμως του συγγραφέα να δημιουργεί υπέροχες εικόνες καταφέρνει στο τέλος να κερδίσει τις εντυπώσεις”.
- Παπάρ… Books!!! 22.01.2007: Το έργο, “χωρίς να μειώνει σε τίποτα τη δράση, δίνει δραματικά την απεγνωσμένη προσπάθεια του συγγραφέα να φτάσει στη λύτρωση”, ενώ παράλληλα “αποπειράται να απεικονίσει τη σημερινή αμερικανική πραγματικότητα, κυρίως σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο”. Είναι ένα άρτιο βιβλίο που προβληματίζει χωρίς ηθικοδιδακτισμούς.
Όπως βλέπετε, η γνώμη μου είναι πολύ διαφορετική από των άλλων bloggers, των οποίων η άποψη είναι σεβαστή. Ωστόσο, πιστεύω ότι ο Σταμάτης, blogger και ο ίδιος, κερδίζει τις εντυπώσεις ως πρόσωπο και ως δημόσια εικόνα, πριν διαβάσει κανείς το βιβλίο του, και έτσι ο αναγνώστης έχει ήδη διαμορφώσει τη θετική του γνώμη, επηρεασμένος επιπλέον και από την κινηματογραφικότητα της ιστορίας και όχι από την ποιότητα της γραφής. Είναι ένα βιβλίο που ομολογουμένως διαβάζεται άνετα και γρήγορα, αλλά και γι’ αυτό εύκολα και χωρίς να αφήσει κάτι βαθύτερο. Σε όποιον αρέσουν τέτοιου είδους έργα, θα το ευχαριστηθεί, σε όποιον ψάχνει κάτι βαθύτερο, θα απογοητευτεί από την απουσία αυτού που θα ήθελε να ενθέσει ο ίδιος ο συγγραφέας (ταυτότητα, αναζήτηση, αυτογνωσία κ.τ.λ.).

21.2.2007
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, February 15, 2007

Νες καφέ με γάλα: Αστερίου

Χρ. Αστερίου, Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη

Τον περίμενα πιο δυνατό. Μετά την πρώτη του εμφάνιση με τη συλλογή διηγημάτων “Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες” (2003), ο Χρήστος Αστερίου εμφανίζεται τώρα με μυθιστόρημα: Ο ζωγράφος Ιάσονας Ρέμβης επιστρέφει από την Αυστραλία στην Ελλάδα, για να αναζητήσει τα ίχνη της οικογένειάς του και να κάνει το εφαλτήριο βήμα προς την απογείωση της τέχνης του. Συναντά μια γηραιά κυρία, διάσημη άλλοτε σοπράνο της όπερας, που έχει χάσει το γιο της από τότε που ο τελευταίος ήταν 5 ετών. Η υπόθεση δεν έχει κανένα βάθος, ούτε καν μια αυτοαναφορική κατάβαση στην ψυχή του καλλιτέχνη και στους τρόπους με τους οποίους θα δώσει ώθηση στο ταλέντο του. Ένα τέχνασμα του τέλους δεν σώζει την κατάσταση.
Κατά τη γνώμη μου, δύο βασικά μειονεκτήματα συναντά ο αναγνώστης στο βιβλίο. Αφενός, το ύφος του νεαρού συγγραφέα δεν προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε προσώπου ή κατάστασης: π.χ. η πορεία του Ρέμβη προς το χειρουργείο δίνεται πολύ πιο νωθρά απ’ ό,τι θα έπρεπε (βλ. την κατάσταση παραζάλης, όπως την σκιαγραφεί έξοχα στο κατά τ’ άλλα μέτριο βιβλίο του “Νυχτερινή διαδρομή” ο Μ. Μιχαηλίδης) ή το ύφος μιας επιστολής του δεν έχει καθόλου ή έχει ελάχιστο προσωπικό χρώμα. Αφετέρου, τα επιμέρους συμβάντα δεν οδηγούν με κορύφωση στο επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς τα γεγονότα καρκινοβατούν χωρίς σύνδεση και κλιμάκωση.

Πατριάρχης Φώτιος
15.2.2007

Sunday, February 11, 2007

Χυμός νεκταρίνι: Γυναικεία γραφή

Γυναικεία (θυμική) γραφή

Αφορμή για τη σημερινή καταχώριση η ύπαρξη σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής αντικειμένου «γυναικεία γραφή». Στ’ αλήθεια υπάρχει;
Έρευνες από θεωρητικούς του φεμινισμού του εξωτερικού (L. Irigaray, J. Kristeva, H.Cixous, K. Millet κ.ά.) προσπαθούν να ορίσουν τη γυναικεία γραφή με σωματικά, κοινωνικά ή και μαρξιστικά κριτήρια. Η Α.Μαντόγλου που διδάσκει το αντικείμενο έχει υπόψη της τις θεωρητικές αυτές θέσεις και τις εφαρμόζει ως απόπειρες σωματικής γραφής στα μυθοπλαστικά της βιβλία.
Εγώ εδώ θα σταθώ σε πιο πρακτικά θέματα μιας γραφής που καλύτερα θα μπορούσε να ονομαστεί “θυμική” και όχι ιδεολογικά και κοινωνικά στιγματισμένη ως γυναικεία. Χαρακτηριστικά της, όπως τα βλέπουμε σε κείμενα Ελληνίδων (αλλά και γιατί όχι, και Ελλήνων) συγγραφέων (από τη ροζ λογοτεχνία της δεκαετίας του ’90 ως την Αναστασέα, τη Λαμπαδαρίδου-Πόθου, τη Μαντόγλου, πρόσφατα τη Στρατηγοπούλου κλπ. ή μερικά σημεία από τη “Μητέρα του σκύλου” του Π.Μάτεση) θα μπορούσαν να είναι:
i. θεματική: οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις με έμφαση στις συναισθηματικές-ψυχικές πλευρές της ανθρώπινης επικοινωνίας.
ii. ατμόσφαιρα: ως συνοδευτικό του θέματος ο συναισθηματισμός συχνά το υπερκαλύπτει αφήνοντας στον αναγνώστη μία γεύση συγκίνησης και θυμικής έντασης.
iii. αφήγηση: περιορισμός της αφήγησης και έκταση των περιγραφικών μερών ή τα μερών με στοχασμούς (συχνές ή συνεχείς παύσεις, σε μορφή συναισθηματικών-συλλογιστικών παρεκβάσεων).
iv. δομή: απουσία αρχιτεκτονικής από το κείμενο, αφού λείπει η συγκροτημένη δομή και έτσι το πεζογράφημα απευθύνεται προπαντός στην «καρδιά» παρά προκαλεί μια πνευματική-νοητική αναπήδηση.
v. ύφος: ύφος που στερείται εγκεφαλικότητας (αυστηρής λογικής συνοχής), γεμάτο από συνειρμικότητα, αποσιωπητικά και άλλα σημεία στίξης, ενδεικτικά συναισθηματικής κατάστασης, μακροπερίοδο λόγο που παραμένει παρατακτικός κρατώντας την προφορικότητα μιας εξομολόγησης και αποστασιοποιούμενος από την υποτακτική σύνδεση των φιλοσοφικών ή φιλοσοφιζόντων συλλογισμών. Γενικότερα, δέσμευση στη γλώσσα και στις συνυποδηλώσεις της με έντονες δόσεις ποιητικότητας (χειμαρρώδης συναισθηματικότητα, με διατυπώσεις άλλοτε χαλαρές και ρέουσες, θολές και ελεύθερες κι άλλοτε ζεστές από μια εσωτερικότητα που αναβλύζει).
Οι επισημάνσεις αυτές δεν έχουν αξιολογικό (μειωτικό) χαρακτήρα, αλλά προσπαθούν να ορίσουν ένα ρεύμα στη λογοτεχνία (μας), όπου οι συγγραφείς ρίχνουν το βάρος στη γλώσσα και στο ύφος, προκειμένου να εξωτερικεύσουν συναισθηματικές καταστάσεις, και όχι στη δομή ή στη διάρθρωση των σκηνών δράσης.

Πατριάρχης Φώτιος
11.2.2007

Friday, February 09, 2007

Espressino Caldo: Καλιότσος - Σουρούνης

Π. Καλιότσος, Η ωραιότερη ιστορία του κόσμου

Ένα μικρό βιβλιαράκι σχήματος τσέπης με 120 σελίδες. Μείγμα ιστορίας και μυθοπλαστικής αφήγησης, όχι ως προς την ακρίβεια των γεγονότων, αλλά ως προς την επιλογή και οργάνωση του υλικού, το οποίο είναι ετερόκλητο (αφήγηση, επιστολές, ανακοινώσεις, φωτογραφίες κ.ά.). ΘΕΜΑ: η ανεπίσημη εκεχειρία μεταξύ Βρετανικών και Γερμανικών στρατευμάτων στα χαρακώματα του Δυτικού μετώπου στις γιορτές των Χριστουγέννων του 1914, θέμα που απασχόλησε και την ταινία “Καλά Χριστούγεννα” (2005) του σκηνοθέτη Cristian Carion. Ο Καλιότσος δεν καταφέρνει με τον τρόπο που διάλεξε ούτε να αποδώσει τη φρίκη του πολέμου, ούτε να μεταδώσει την αναμενόμενη συγκίνηση στον αναγνώστη. Καλή ιδέα, καλό για δώρο ως προς το θέμα και την ατμόσφαιρα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ατελές…
Συστήνω ωστόσο ανεπιφύλακτα τα παιδικά βιβλία του Καλιότσου, τα οποία διαβάζονται και από ενήλικους με την ίδια ευχαρίστηση.


Α. Σουρούνης, Το μονοπάτι στη θάλασσα

Έχουν γραφεί πολλά για την ποιότητα αυτού του βιβλίου, παρά τον στιβαρό του όγκο (650 σελίδες). Ο Σουρούνης ανήκει στην πάστα των συγγραφέων τους οποίους θα ονόμαζα παραμυθάδες, αφού μπορούν για μικρά περιστατικά της καθημερινότητας να πλάσουν ολόκληρες ιστορίες, όπου η αφήγηση κυλάει αβίαστα. Το συγκεκριμένο αυτοβιογραφικό βιβλίο καταπιάνεται ως επί το πλείστον με τα παιδικά του χρόνια, με την οπτική γωνία του μικρού Αντώνη, η οποία διακρίνεται από αφέλεια και την περιέργεια να γνωρίσει τον κόσμο. Ο βασικός άξονας σ’ αυτό το «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» (δεν είναι απόλυτα κάτι τέτοιο) είναι η ένδεια και η ανεργία, καθώς και οι προσπάθειες των φτωχών ανθρώπων να την ξεπεράσουν με θεμιτά και ημι-αθέμιτα μέσα. Παράλληλα, αναπτύσσονται άλλοι άξονες, όπως η σεξουαλική ωρίμαση, η εκκλησία, οι παιδικές φιλίες και σχέσεις κ.λπ. Ο Σουρούνης αποδεικνύει ότι μπορεί να κερδίζει τον αναγνώστη, ακόμα και σε μια στατική –μη νομοτελειακή- αφήγηση.

Πατριάρχης Φώτιος
09.2.2007

Sunday, February 04, 2007

Πορτοκαλάδα: συζητήσεις για τη λογοτεχνία

Συζητήσεις για τη λογοτεχνία

Αυτό που με ενθουσιάζει τελευταία είναι ο συνεχής αναβρασμός που μπορεί να συναντήσει κανείς γύρω από τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα: κριτικές και απόψεις, λίστες βραβείων και blogs, διαξιφισμοί και διαπληκτισμοί μεταξύ ξεκατινιασμάτων και επιχειρημάτων. Δύο από αυτές τις συζητήσεις αξίζει να αναφερθούν:
1. Ο Ν. Βαγενάς σε άρθρο του στο Βήμα (21.1) αναφέρεται στην απουσία της σύγχρονης ποίησης από ένθετα βιβλίων μερικών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και Τα Νέα. Τα τελευταία απαντούν στις 27.1. και ο διάλογος συνεχίζεται στα Νέα της 3.2.2007 με επιστολή του Βαγενά και αντίστοιχη απάντηση της Χαρτουλάρη, η οποία μέσες άκρες λέει ότι η συστηματική παρουσίασης της σύγχρονης ποίησης είναι αντικείμενο ειδικών περιοδικών, όπως συμβαίνει και με τα επιστημονικά βιβλία! Αν και το ιστολόγιό μας δεν ασχολείται με την ποίηση (δεν είναι άλλωστε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας!!!, για να πρέπει να έχει ευρύτερη γκάμα θεμάτων), η αποπομπή της σαν ειδικό αντικείμενο μάλλον δείχνει εμπορικολατρία και ενασχόληση μόνο με ό,τι πουλάει (κατά βάση μυθιστόρημα).
2. Ο Μ. Κοντολέων έστειλε στο περιοδικό Διαβάζω (τχ. 470, Ιανουάριος 2007) επιστολή διαμαρτυρίας, όπου εκθέτει την απορία του για τους λόγους που δεν βραβεύτηκε το βιβλίο του για παιδιά “Μια ιστορία του Φιοντόρ” (2004). Καταλογίζει στην τότε επιτροπή Κρατικών Βραβείων (πρόεδρος Ευγένιος Τριβιζάς) παραγκωνισμό των μεγάλων ηλικιακά συγγραφέων, άρνηση των πρωτοποριακών τεχνικών συγγραφής και της κοινωνικοπολιτικής θεματικής στα βιβλία για παιδιά. Σύσσωμη η επιτροπή απάντησε στο τχ. 471 του Διαβάζω (Φεβρουάριος 2007) -καθένας με το ύφος και το ήθος του- αρνούμενη ότι χρησιμοποίησε τέτοια κριτήρια.
Η λογοτεχνία δεν είναι μόνο ανώδυνες αναγνώσεις και σχόλια καφενείου, αλλά και επώδυνες αψιμαχίες, αρκεί να μην συνοδεύονται από χολή και όξος.
Πατριάρχης Φώτιος
4.2.2007

Friday, February 02, 2007

Φρουί ζελέ: “Να ένα μήλο”

Μικρή λίστα των βραβείων “Να ένα μήλο”

Μια φίλη μού ενεχείρισε τη λίστα των προτεινόμενων μυθιστορημάτων για το βραβείο "Νά ένα μήλο". Οι προτάσεις έγιναν από τους συγγραφείς που έχουν συνεργαστεί με το περιοδικό κι εγώ τη δημοσιεύω προς συζήτηση:

Χρήστος Αστερίου, "Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη "
Αλέξανδρος Ασωνίτης, "Γειά σου, τηλεόραση!"
Νίκος Βλαντής, "Writersland"
Ελένη Γιαννακάκη, "Τα χερουβείμ της μοκέτας"
Γιώργος Γλυκοφρύδης, "Ο επιβάτης"
Νίκος Δαββέτας, "Λευκή πετσέτα στο ρινγκ"
Αντζελα Δημητρακάκη, "Το μανιφέστο της ήττας"
Γιάννης Ζευγώλης, "Αστεγοσκόπιο"
Γκασμέτ Καπλάνι, "Μικρό ημερολόγιο συνόρων"
Αρης Μαραγκόπουλος, "Η μανία με την άνοιξη"
Τεύκρος Μιχαηλίδης, "Πυθαγόρεια εγκλήματα"
Παυλίνα Νάσιουτζικ, "Μαμάδες βορείων προαστίων"
Σοφία Νικολαϊδου, "Μοβ μαέστρος"
Βασίλης Πεσμαζόγλου, "Τυφλό σύστημα"
Πέτρος Τατσόπουλος, "Η καλοσύνη των ξένων"
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, "Παραβολή"
Αντώνης Σουρούνης, "Το μονοπάτι στη θάλασσα"
Αλέξης Σταμάτης, "Αμερικάνικη φούγκα"
Σώτη Τριανταφύλλου, "Κινέζικα κουτιά"
Διά την αντιγραφήν
Πατριάρχης Φώτιος
2.2.2007