Showing posts with label Ξενώνας. Show all posts
Showing posts with label Ξενώνας. Show all posts

Friday, February 17, 2017

Βιβλιοπτώση και βιβλιοαδιαφορία;

Anonymous said...

Ελπίζω να μην καταχρώμαι το χώρο σας, ήθελα όμως να πω μερικά πράγματα που με προβληματίζουν τον τελευταίο καιρό. Παρακολουθώ από χρόνια συστηματικά την κίνηση του βιβλίου, και βλέπω δυστυχώς ότι, ιδίως τα δύο προηγούμενα χρόνια (χονδρικά από το καλοκαίρι του '15 και δώθε - χωρίς να θέλω να το πολιτικοποιήσω) υπάρχει μια συνεχιζόμενη καθίζηση, μια αίσθηση σταδιακού 'βουλιάγματος'. Ειδικά στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, παρ' όλο που ίσως δεν έχει υπάρξει ποσοτική μείωση, είναι όλο και λιγότερα τα βιβλία που κάνουν θόρυβο, που συζητιούνται, λιγότερες οι κριτικές, λιγότερες οι ανταλλαγές απόψεων - είναι χαρακτηριστικό ότι, αν μπείτε στο αρχείο της βιβλιονέτ, εκεί που κάποτε υπήρχαν 'σεντόνια' διαφορετικών κριτικών για κάθε τίτλο, τώρα μετά βίας βλέπεις δέκα δημοσιεύματα, κι αυτό για τα δημοφιλέστερα βιβλία.

Σκέφτομαι πόσα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία έχουν κάπως συζητηθεί τη σεζόν που διανύουμε -από τον περασμένο Σεπτέμβριο δηλαδή- και το μόνο που ίσως μου έρχεται στο νου είναι το 'Ωστικό Κύμα' του Δαβέτα. Αλλά και γενικά διακρίνω μια κούραση, από τις καταχωρίσεις παραπλεύρως των βιβλιομπλόγκερ που είναι όλο και πιο αραιές και όλο και περισσότερο 'αυτοβιογραφικές', πέραν του βιβλιοσχολιασμού δηλαδή, μέχρι και εσάς, Πατριάρχη, που έχετε εμφανώς 'αραιώσει' τις δημοσιεύσεις σας. Για να μην πω για το απειλούμενο κλείσιμο του ΔΟΛ, που αν συμβεί τελικά, θα εξαφανίσει μερικές από τις τελευταίες σελίδες βιβλιοκριτικής του mainstream ελληνικού Τύπου (θα απομείνουν μόνο οι σελίδες της Καθημερινής και της Εφημερίδας των Συντακτών).

Τι να συμπεράνουμε απ' όλα αυτά; (Ίσως το μόνο παρήγορο είναι ότι οι μεταφρασμένοι τίτλοι δείχνουν ακόμα να ανθίστανται - και αριθμητικώς αλλά και από πλευράς σχολίων που προκαλούν). Είναι θέμα συγκυριακό-τυχαίο; Είναι κοινωνικοοικονομικό; Είναι θέμα δημιουργικής κάμψης των συγγραφέων ή της περιρρέουσας μελαγχολίας; Είναι όλα τα παραπάνω;

Συγγνώμη αν σας κούρασα.
 
 
Αντί για το προκαθορισμένο ποστ, αποφάσισα να αναρτήσω το τελευταίο σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση, σχόλιο που έχει μεγάλο ενδιαφέρον και θίγει ένα ζήτημα της εποχής. Το θέτω προς συζήτηση, συζήτηση που θα δείξει πόσο δίκιο έχει ο Anonymous φίλος-μας (θα προτιμούσα πάντα ένα όνομα/ψευδώνυμο) και πόσο ισχύει αυτή-του η απαισιόδοξη θέση.
 
Διά την αντιγραφήν
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 03, 2015

“Η φάλαινα” του Πωλ Γκαντέν

Ο Μαραμπού, ιστολογικός περιηγητής, προτείνει από το Βιβλιοκαφέ ένα βιβλίο, που αλληγορικά δείχνει πως κάτι που σαπίζει αποτελεί πιθανό κίνδυνο για την κοινωνία, η οποία συνήθως αδρανεί. Πρέπει επομένως να λάβουμε μέτρα, να στοχαστούμε πολιτικά, να μην εθελοτυφλούμε αλλά να κινητοποιηθούμε προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και να αναλάβουμε τις ευθύνες-μας.


Γαλλικός με τσέρυ:
Paul Gadenne
Baleine
Actes Sud‎ 1982
Πώλ Γκαντέν
“Η φάλαινα”
μετ. Β. Χατζάκη
εκδόσεις Άγρα
2007
  



          Με αφορμή το βιβλίο του Ράφαελ Τσίρμπες “Στην άκρη του γκρεμού” που παρουσίασε το μπλογκ diavazontas πριν λίγες μέρες, συζητούσα με μια φίλη για ποιον λόγο δεν μου αρέσει η λογοτεχνία της κρίσης και γιατί δεν διαβάζω τέτοια βιβλία. Η άποψή της ήταν ότι αν ο συγγραφέας καταφέρει να αποστασιοποιηθεί, με ένα τόσο εκρηκτικό υλικό στα χέρια του θα μπορούσε να γράψει αριστουργήματα. Η ένστασή μου έγκειται στο γεγονός ότι ο (κάθε) συγγραφέας δεν θα μπορέσει ποτέ να αποστασιοποιηθεί από μια κατάσταση που τον στροβιλίζει στη δίνη της. Θέλει τουλάχιστον δέκα χρόνια (ή τουλάχιστον, ο ίδιος ο αναγνώστης, χρειάζεται αυτήν την χρονική απόσταση) για να πεις ότι κρίνει τα πράγματα αποστασιοποιημένα και από κει και πέρα, όσο ο χρόνος ξεμακραίνει η ματιά ολοένα και βαθαίνει. Σε μένα, η φράση “λογοτεχνία της κρίσης” ακούγεται ανεστραμμένη, “κρίση της λογοτεχνίας” και αποφεύγω να συσχετιστώ μαζί της.
          Δεν θέλω να διαβάζω για αυτό που ζω με όρους και φράσεις της τωρινής μου ζωής. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η λογοτεχνία να μιλάει για μένα όσο το να μιλάει σε μένα. Η φράση “επίκαιρο βιβλίο” θέλω να χαρακτηρίζει βιβλία που έφθασαν ως εμένα από μακρινούς χρόνους, όχι βιβλία που εκπορεύονται από το τώρα και βολοδέρνουν αμήχανα στους δρόμους μιας επισφαλούς μνήμης. Με αυτά κατά νου και με την αφόρητη πραγματικότητα να με πιέζει, διάβασα το μικρό κομψό βιβλίο του Πώλ Γκαντέν, “Η φάλαινα”, δώρο μιας άλλης φίλης.
          Και μέσα στις αλληγορικές σελίδες του ανακάλυψα ένα θαυμάσιο πολιτικό σχόλιο που ταξίδεψε μισό αιώνα και πλέον μέχρι να φθάσει στα μάτια μου. Σε ένα ψαροχώρι της Γαλλίας ξεβράζεται μια πελώρια άσπρη φάλαινα και ο κόσμος την αντιμετωπίζει αδιάφορα, κλείνοντας τα μάτια στο συμβολικό της χαρακτήρα και τη μύτη στην απαίσια σαπίλα που αναδίνει. Ο Πιερ μαζί με τη φίλη του Οντίλ, αποφασίζουν να επισκεφτούν την ακτή που κείτεται το κήτος και να χαθούν σε μια δίνη στοχασμών και αναστοχασμών πάνω στο πολύσημο σύμβολο που αντιπροσωπεύει η φάλαινα.

[...] Στον δρόμο έλεγα στην Οντίλ πως η φάλαινα ερχόταν να αποτελειώσει αυτό το χαοτικό σύμπαν, να δώσει την χαριστική βολή σ' αυτόν τον κόσμο που' χε μυστικά συντονιστεί μέσα στο αόρατο, πως το κήτος ήταν ένα μνημείο που στήθηκε “επί των ερειπίων” της Ευρώπης.

Το βιβλίο θυμίζει έντονα και με σαφήνεια τον Μόμπι Ντικ (“Λόγω της συντομίας της, η αφήγηση του Πώλ Γκαντέν τοποθετείται στους αντίποδες του Μόμπι Ντικ”, όπως σημειώνει και ο Γάλλος εκδότης Hubert Nyssen) – η άσπρη φάλαινα δεν είναι πλέον αόρατη και άτρωτη, το φόβητρο και η κρυφή επιθυμία των ανθρώπων. Είναι ένα πτώμα που βυθίζεται λίγο λίγο στην άμμο. Σίγουρα ο Γκαντέν είχε στο μυαλό του την Ευρώπη που την αποτελείωσαν οι πόλεμοί της αλλά και όλον τον πλανήτη που αφήνεται να σαπίσει μπροστά στα αδιάφορα μάτια των ανθρώπων. Η πελώρια δύναμη του κήτους αποστραγγίζεται, δεν χρησιμεύει πια ούτε σαν συμβολική παράσταση.

[...] Ήμασταν μόνοι – μόνοι με την φάλαινα, με εκείνη την ανεξιχνίαστη μάζα από ζελατίνη όπου το κενό έπαιρνε χρώματα τόσο τρυφερά, και με κοινή συμφωνία, χωρίς μια λέξη, ενστερνιστήκαμε την υπόθεσή της. Αυτή η ήττα, αυτό το σιωπηλό σβήσιμο, όλα ξαναγίνονταν παρουσία. Αυτό το σάλιο, αυτό το σάπιο χνάρι που εμφανίστηκε ξαφνικά σε μιαν ακτή την οποία ήδη γνωρίζαμε και που το βλέμμα έπρεπε να ψάξει για να τη βρει, καταλαβαίναμε πως ήταν θέαμα κατανυκτικό. Δεν θα χρειαζόταν προσπάθεια να το αποτυπώσουμε μέσα μας˙ βρισκόταν χαραγμένο εκεί από πάντα, ήταν η πιο αρχέγονη σκέψη μας. Και τι ήμασταν εμείς, εμείς που το κοιτάζαμε, όντα τυχαία, ανυπόστατα, έρμαια των άστρων, ξεβρασμένα στις ακτές μιας Φύσης χωρίς συμβάντα;...


Με μια λυρική έξαρση και στοχαστική διάθεση, ο Γκαντέν γράφει ένα υπέροχο αφήγημα για τον άνθρωπο που είναι εξίσου ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Empedocle του Αλμπέρ Καμύ. Και αν θέλετε και την άποψή μου για το δημοψήφισμα, διατυπωμένη με την υπέροχη αμφισημία που μόνο η καλή λογοτεχνία μπορεί να κατορθώσει,

[...] Μπορούμε ακόμη να γυρίσουμε πίσω, αν το προτιμάτε, είπα για να τη δοκιμάσω˙ να απαρνηθούμε τη σάπια φάλαινα, και διατηρώντας στο μυαλό μας την ιδέα μιας φάλαινας εκθαμβωτικής, να ζήσουμε στο εξής ευτυχισμένοι.

Η λογοτεχνία είναι η πιο αξιόπιστη μηχανή του χρόνου που διαθέτουμε. Ειλικρινά απορώ ποιος θα ήθελε να δοκιμάσει ένα ταξίδι από το Τώρα στο Τώρα με μια τόσο λειτουργική χρονομηχανή στην κατοχή του! Εγώ την έχω προγραμματίσει για τα πιο μακρινά ταξίδια.
Μαραμπού

(Διά την αντιγραφήν)
Πατριάρχης Φώτιος


[Οι υπογραμμίσεις στην παρουσίαση του Μαραμπού είναι δικές-μου και οι εικόνες που τη στολίζουν αντλήθηκαν από: www.northdevongazette.co.uk, unlockingfemininity.wordpress.com, www.katu.com, www.moviescapital.com, www.richardhellergallery.com και www.greek-language.gr]

Tuesday, February 04, 2014

Το «Μ’ αρέσει – Δεν μ’ αρέσει» των ιστολόγων

Είναι απλώς μια κατάθεση ευαρέσκειας ή απαρέσκειας; Έχω γνώμη ή κάνω like dislike; Προσφέρεται η μπλογκόσφαιρα για συζητήσεις; Είμαστε ειδικοί στο να επιχειρηματολογούμε για τα βιβλία που διαβάζουμε ή (οφείλουμε να) μένουμε στην απλή έκφραση της θετικής ή της αρνητικής-μας άποψης; Μπορούν οι βιβλιόφιλοι ιστολόγοι να συζητήσουν με συλλογισμούς ή κατ’ ανάγκη μένουν στο γούστο-τους;
            Αυτά και άλλα θέματα προέκυψαν στο προηγούμενο ποστ, όταν τέθηκε το θέμα αν το διαδίκτυο (και δη τα μπλογκ) είναι ο κατάλληλος χώρος να δεχτεί ενδελεχή συζήτηση για ένα βιβλιοφιλικό ζήτημα. Η Βιβή Γ., με το γνωστό-της ζωντανό ύφος, σχολίασε, ένα σχόλιο που αξίζει να το συζητήσουμε περαιτέρω:   

“…έβαλες ένα θέμα, που με ενδιαφέρει.
Τον σχολιασμό τύπου μ’ αρέσει - δεν μ’ αρέσει και τον τεκμηριωμένο. Δύσκολο είναι, νομίζω, να απορρίψουμε τον πρώτο αν τον επιλέγουν έτσι επίμονα οι επισκέπτες του διαδικτύου, δύσκολο να ανατρέψουμε σε μια ολόκληρη κοινωνία, που έτσι έχει εκπαιδευτεί να λειτουργεί, την γενικότερη ευκολία του μ’ αρέσει - δεν μ’ αρέσει.

Όμως αυτό το μ’ αρέσει - δεν μ’ αρέσει, τι ακριβώς είναι; Είναι όντως η παράκαμψη των λογής δύσκολων από όλους μας σαν ένα συνεχώς χειραγωγούμενο πλήθος που μάλλον είμαστε;
Μήπως έχει και καλή πλευρά; Μακάρι να ΄ξερα με σιγουριά. Ομολογώ όμως, πως εμένα πλέον δεν με ενοχλεί, μάλλον δίκοπο μαχαίρι το βρίσκω. Καμιά φορά είναι το μόνο έντονο και αληθινό, ίσως, που μας απομένει από ένα βιβλίο, μια ταινία κτλ. Μπορεί και να το προτιμώ σ’ αυτή τη θολή και προβοκατόρικη συγκυρία.

Γιατί, τι είμαστε οι περισσότεροι πέρα από ημιμαθείς-εκ των πραγμάτων, χωρίς διάθεση μείωσης κανενός- αποδέκτες της Τέχνης που όμως την έχουμε τόση ανάγκη, που έχουμε κάθε δικαίωμα σ’ αυτήν;
Να φέρω ένα παράδειγμα. Ακούμε (όλοι, φαντάζομαι) μουσική. Τέλεια. Τι είναι πιο σωστό, να πούμε (με σεμνότητα, οφείλουμε να είμαστε σεμνοί στην κρίση μας),ένα απλοϊκό μ’ αρέσει ή δεν μ’ αρέσει ή χωρίς να ξέρουμε μισή νότα ή επειδή ξέρουμε μισή νότα ,να αρχίσουμε εφ’ όλης της ύλης εισαγγελική αγόρευση για την εκτελεστική δεινότητα του σαξοφωνίστα επειδή κατά βάθος θα θέλαμε να είμαστε εμείς στην θέση του και να ξέραμε να παίζουμε εμείς σαξόφωνο; Πραγματικά γελοίο.
Έτσι λοιπόν σε ορισμένες περιπτώσεις το μ’ αρέσει ή δεν μ’ αρέσει αποδεικνύεται πιο έντιμο, τουλάχιστον όταν δεν είναι αποτύπωση αλαζονικού πείσματος και ξερολίστικης αντίληψης, όταν είναι το προσωπικό συναίσθημα του μέσου ανθρώπου που φωλιάζει στην ψυχή μετά την ανάγνωση, την ταινία, την θεατρική παράσταση κτλ
Ούτε βέβαια οι αφορισμοί των διάφορων ντε και καλά καταρτισμένων είναι το φόρτε μου. Σε πόσα είμαστε καταρτισμένοι; Όλοι πια τα ξέρουμε όλα. Μιλάμε και σχολιάζουμε οι πάντες για τα πάντα. Καταδικάζουμε ή εγκρίνουμε αβέρτα. Ανυπόφορο. Και μαζί και σπαρακτικά δημοκρατικό ,όχι ,δεν μου έχει στρίψει.
Ποιος ισχυρίζεται ότι έχει λύσει τα ζητήματα της δημοκρατικότητας ως προς την ελευθερία της έκφρασης;
Οι σχετικές προσβολές και χοντροειρωνείες πάνε σύννεφο, τις βρίσκω επικίνδυνα αντιδημοκρατικές ως προς το σκεπτικό που τις προκαλεί, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πεδία έκθεσης λαμπρά, κατινοδρόμια στα οποία η ελευθερία του λόγου, όλων μας, βάλλεται από πρόσωπα που, εγώ τουλάχιστον, δεν το περίμενα.
Νομίζω ότι αν προσπαθούμε συνεχώς να κάνουμε περιεκτικότερες και περισσότερο τεκμηριωμένες τις παρουσιάσεις μας, να προσέχουμε τις δημόσιες κουβέντες μας, να ενισχύουμε με γνώση τα λόγια και τα έργα μας κάτι θα πετυχαίνουμε ποιοτικότερο αλλά κι αυτό σηκώνει κουβέντα.

Η επίθεση κατά των μπλόγκερς που ασχολούνται με την ανάγνωση, για να περάσω σε άλλο παράδειγμα, που με απασχολεί, είναι γεγονός και έχει και πολύ συγκεκριμένα αίτια. Λειτουργούμε σαν αναγνώστες και όχι ως φιλόλογοι ή επαγγελματίες βιβλιοκριτικοί, φυσικά, το έχουμε πει οι περισσότεροι χίλιες φορές και τώρα ακούμε πάλι τα εξ αμάξης από κάποιους-τους ανασφαλείς πιστεύω, εκείνοι που έχουν επιστημονικές γνώσεις και φρέσκες ιδέες δεν έχουν τέτοια συμπλέγματα-όμως που θα πάει αυτό;
Να μην μπορούμε να εκφράσουμε κάτι παραπάνω από ένα μ’ αρέσει - δεν μ’ αρέσει έστω κι αν είμαστε επιεικείς με όσους το κάνουν; Ποιος μπορεί να αρνηθεί την συμβολή των μπλογκς στην διάδοση της φιλαναγνωσίας; Ή δεν την θέλουμε αυτή την διάδοση;

Και έτσι για μένα είναι μεγάλο ζήτημα το μ’ αρέσει δεν μ’ αρέσει, που βάζεις, Πατριάρχη-χαίρομαι που το θίγεις – και οι επεκτάσεις του και η ανάγκη της τεκμηρίωσης, όσο μπορούμε, όσων λέμε αλλά και με την δημοκρατία στην απλή καθημερινότητα, με το δικαίωμα όλων μας στην Τέχνη τι γίνεται; Αναρωτιέμαι.
 
Βιβή Γεωργαντοπούλου (http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr )

Μια προσέγγιση από άλλη πλευρά από τη filoteo:  

Διά την αντιγραφήν
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, September 19, 2013

Τέρμα τα δίφραγκα, μάγκες!

Αλήθεια, πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση περισσότερο από άλλους για όσα συμβαίνουν γύρω μας, γιατί «έχουμε διαβάσει και δυο βιβλία παραπάνω»; Και τι «παραπάνω βιβλία» έχουμε διαβάσει; Βλέποντας τα εγκληματικά, φασιστικά μορφώματα να γιγαντώνονται στραφήκαμε στα εργαλεία που ξέρουμε να χρησιμοποιούμε για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, δηλαδή στα βιβλία μας;

Την αποκαλούμενη «λογοτεχνία του Εμφυλίου» ή/και πάλαι ποτέ κατά Δ. Ραυτόπουλο, «Μαύρη πολιτική λογοτεχνία» την ξέρουμε; Έχουμε διαβάσει μυθιστορήματα όπως η «Πυραμίδα 67» (Ρ. Αποστολίδης), «Τα δόντια της μυλόπετρας» (Ν. Κάσδαγλης), «Η Τειχομαχία» (Θ. Δ. Φραγκόπουλος), «Η ρίζα του μύθου» (Ρ. Ρούφος-Προβελέγγιος), η «Πολιορκία» (Α. Κοτζιάς) ή το πιο σύνθετο «Το κιβώτιο» (Α. Αλεξάνδρου), ακόμα κι αν οι ιδεολογικές μας καταβολές είναι αντίθετες με αυτές του συγγραφέα; 
Εντοπίσαμε το γεγονός ότι –σήμερα- η μυθοπλαστική αναφορά στον Εμφύλιο κατάντησε γαρνιτούρα απαραίτητη για να δοθεί ένα σοβαροφανές βάθος σε επιφανειακά κείμενα ή/και εμπορικό φόντο σε κατά τα άλλα αδιάφορες αστυνομικές ή αισθηματικές ιστορίες; 
Χρησιμοποιήσαμε τη λογοτεχνία για να προσεγγίσουμε με δημοκρατικό τρόπο τους αδαείς συμπολίτες μας που στηρίζονται στη σάπια σανίδα σωτηρίας του φασισμού;
Προτείναμε ποτέ σε συμπολίτη μας που κομπάζει ότι είναι εθνικιστής να ανοίξει ένα λεξικό για να διαπιστώσει ότι η λέξη είναι αρνητικά σεσημασμένη, δε σημαίνει σε καμία περίπτωση πατριώτης αλλά δηλώνει αυτόν που πιστεύει ότι το έθνος του είναι ανώτερο όλων και όλα τα άλλα έθνη πρέπει να γίνουν «σαπούνια»;
Αναρωτηθήκαμε γιατί ο φασισμός θριαμβεύει σε γειτονιές που κατέσφαξαν οι Ναζί (Πόσο απέχει το σημείο της προχτεσινής δολοφονίας από εκεί που έγινε «Το μπλόκο της Κοκκινιάς»); Κάναμε ιστορικές συζητήσεις με τη νεολαία που αφήσαμε να μεγαλώσει παντελώς ανιστόρητη; Γιατί δεν ξέρει τίποτα για την Κατοχή και τον Εμφύλιο; Αλήθεια, γιατί τη μεγαλώσαμε ιστορικά τυφλή; Για να μη βλέπει την ανεπάρκειά μας παρά μόνο Burberryφορούσα να αποβλέπει σε θεσούλα στο δημόσιο, δίπατες μεζονέτες, γαμήλιες δεξιώσεις και τσερόκι;  
Επιτέλους, εξηγήσαμε ποιος ωφελείται από τα φασιστικά θρασίμια και τη δράση τους;
Γιατί, ενώ εμείς καθόμαστε «στην αγορά συναθροισμένοι» και τυρβάζουμε περί την Ποίηση και την Ποιητική, ήρθαν οι Βάρβαροι «ντυμένοι φίλοι» και περνούσαν τις γριούλες απέναντι, τους αγόραζαν κολοκυθάκια από τη λαϊκή και τους σκούπιζαν τα διαμερίσματα (… από τους ανθρώπους).
Γιατί, ενώ στην αγορά ήδη συναθροίζονται 1.500.000. άνεργοι, έρχονται χιλιάδες απολυμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, μένουν πλέον εκατοντάδες άστεγοι και πένητες συνταξιούχοι, είναι οι Βάρβαροι που σκότωσαν το παιδί.
Γιατί, ενώ στην αγορά αφήνονται οι άρρωστοι για να πεθάνουν, επειδή τα νοσοκομεία δεν έχουν ούτε γάζες και τα ασθενοφόρα ασθενούν, είναι οι Βάρβαροι που σκότωσαν το παιδί.
Γιατί ενώ στην αγορά διαμαρτύρονται οι είλωτες που απεργούν, είναι οι Βάρβαροι που σκότωσαν το παιδί.
Γιατί, αυτοί οι Βάρβαροι ΗΡΘΑΝ και ΣΚΑΣΕ, αφού τώρα «θα γένουμε με τους βαρβάρους», που σκότωσαν το παιδί και μπορεί να σκοτώσουν κι εσένα… γιατί …  είσαι …Ολυμπιακός!!!!! 
Τα βιβλία δεν είναι κομψά πέπλα διανόησης για να κρύβονται τα πρόσωπα και να καλύπτονται τα βλέμματα. Γι’ αυτό, έχουμε ευθύνη. Και για αυτό, τέρμα η σιωπή και άρα η συνενοχή. Τέρμα τα δίφραγκα, μάγκες!!!
ΤΣΑΚΑ ΠΕΛΕΚΑ

Η προχθεσινή δολοφονία του Παύλου Φύσσα έχει ξεσηκώσει τον κόσμο και έχει αφυπνίσει –έστω και για λίγο!- συνειδήσεις. Δείχνει πως η φασιστική νοοτροπία γίνεται πράξη εναντίον του αλλόδοξου, εναντίον του αντιφρονούντα που αντιμετωπίζεται ως εχθρός, εναντίον όποιου εκφράζεται διαφορετικά… Η Τσάκα Πελέκα (;) μου έστειλε μέιλ με το παραπάνω κείμενο, όπου άμεσα ή έμμεσα καταγγέλλει τη ναζιστική ανάκαμψη (θα ήθελα την καταγγελία πιο θυμωμένη, πιο καταιγιστική) και συνδέει την ανοχή/συμμετοχή της κοινωνίας σε όλα αυτά με το πλαίσιο της στενής και ανιστόρητης παιδείας-μας. Το αναρτώ, γιατί πρέπει να είμαστε κοινωνικά υπεύθυνοι, και θα το σχολιάσω ως απλός θαμώνας του μπλογκ.
[Οι φωτογραφίες είναι παρμένες από: gerakas.org.gr, www.newsit.gr και www.lamprakides.gr]
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, March 30, 2013

“Dolce Agonia” της Nancy Huston

Μιλούσαμε τις προάλλες για τη λογοτεχνία που εκτυλίσσεται γύρω από ένα τραπέζι και αναφερθήκαμε πιο αναλυτικά στους “Προσκεκλημένους” του Pierre Assouline και στο “Δείπνο” της Λίλας Κονομάρα. Η φίλη κ.κ. θυμήθηκε το έργο της Huston και προσφέρθηκε να γράψει ένα σημείωμα για να μας το παρουσιάσει. Ιδού: 


Καφές εισαγόμενος:
Huston Nancy
“Dolce Agonia”
2001
“Dolce Agonia”
μετ. Ε. Τσολακέλλη
εκδόσεις Άγρα
2005 

Ένα καλοκαίρι που είχα ξεμείνει από βιβλία, βρήκα την «Κρίσιμη καμπή» της Nancy Huston στο πρακτορείο εφημερίδων το νησιού, που παραθερίζαμε. Η υπόθεση στο οπισθόφυλλο έμοιαζε  με την ομώνυμη εξαιρετική ταινία (The turning point), που είχα δει παλιά. Σκέφτηκα λοιπόν να διαβάσω και το βιβλίο, που τελικά μοιάζει σε κάποιον βαθμό με την ταινία, αν και δεν φαίνεται πουθενά  ότι το σενάριο βασίζεται σ’ αυτό.  (Αργότερα διάβασα «Το αποτύπωμα του αγγέλου», που ενώ μου άφησε ωραία γεύση, εντούτοις, δε θυμάμαι πολλά πράγματα.) 
Ωστόσο, βρήκα πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερα ευρηματικό το “Dolce Agonia”.


Η υπόθεση: Δώδεκα γνωστοί και φίλοι (και ένα μωρό) συγκεντρώνονται  στο τραπέζι για την Ημέρα των Ευχαριστιών, προσκεκλημένοι του οικοδεσπότη, που είναι βραβευμένος ποιητής και πρόσφατα χωρισμένος. Ανάμεσά τους είναι παλιές φιλενάδες του με τους άντρες τους και η νεαρότατη σύζυγος ενός φίλου του, μητέρα του νεογέννητου και εθισμένη στην κοκαΐνη. 
Γύρω από το τραπέζι συζητιούνται όσα τους απασχολούν, εκφράζονται απόψεις και διαφωνίες, λέγονται πολλές και σκληρές αλήθειες, υποκρύπτονται ζήλιες, μίση, απογοητεύσεις και όλων των ειδών τα συναισθήματα, όπως ακριβώς συμβαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζονται καλά. 
Κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι έχουν αποκλειστεί από το χιόνι και είναι αδύνατο να φύγουν μέσα στη νύχτα. Αναγκάζονται λοιπόν να διανυκτερεύσουν στο σπίτι, όπου βολευτεί ο καθένας.
Καθώς κοιμούνται, μπερδεύονται τα όνειρά τους και ο ένας μπαίνει στο όνειρο του άλλου. 
Το εύρημα του βιβλίου, που το κάνει να ξεχωρίζει από άλλα με το ίδιο θέμα, είναι ότι υπάρχει ένας Παντεπόπτης-Θεός που παρακολουθεί και σχολιάζει τις ζωές των παρισταμένων, σαδιστικά ίσως, στο παρελθόν και, επιπλέον, μας κάνει γνωστές και τις συνθήκες θανάτου του καθενός τους στο μέλλον. 


Ακούγεται ίσως βαρύ, όμως το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, δεν είναι καθόλου βαρετό  και κατά την ανάγνωσή του αναδεικνύονται όλες οι αφηγηματικές αρετές του,  η ευφυής σύλληψη, καθώς και η ψυχογράφηση των χαρακτήρων της Καναδής πεζογράφου, που, για την ιστορία, είναι σύζυγος του γνωστού φιλοσόφου Τοντόροφ.
κ.κ.

Ευχαριστώ την κ.κ. για την συνεισφορά-της σ’ αυτό το βιβλιοφιλικό δείπνο, όπου εγώ ως οικοδεσπότης δέχομαι ασμένως τη δική-της σπεσιαλιτέ να συνοδεύσει τα δικά-μου πιάτα.
[Δανείστηκα τις φωτογραφίες από τα: www.hdwallpapersdirectory.com, hannahyoshida.blogspot.com και htlcnewsletter.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος