Wednesday, February 20, 2019

Caryl Férey, “Ποτέ πια μόνος”


ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -4. Ο Γάλλος συγγραφέας διακρίνεται για τα αιματηρά βιβλία του και τη σκληρή αστυνομική δράση. Εδώ μπολιάζει το κινηματογραφικό θέαμα με διακίνηση προσφύγων και δίνει έτσι μια κοινωνικοπολιτική διάσταση στο έργο του.


Caryl Férey
“Plus jamais seul”
2018

“Ποτέ πια μόνος”
μετ. Α. Μακάροφ
εκδόσεις Άγρα -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Τον Férey δεν τον είχα συμπαθήσει, όταν διάβασα το προηγούμενο βιβλίο του, το “Χάκα”. Θυμάμαι ένα γεμάτο δράση αστυνομικό, το οποίο όμως ήταν πολύ hard-boiled και μου τσάκισε τα νεύρα αυτή η σκληροαμερικάνικη ατμόσφαιρα κι απ’ την άλλη από ένα σημείο και μετά η αναζήτηση παρατράβηξε και μετατράπηκε σε εφετζίδικο αιματηρό κινηματογραφικό ξεκλήρισμα.

Όμως με παρακίνησε το γεγονός ότι αυτό το βιβλίο εκτυλίσσεται στην Ελλάδα. Και στην Ελλάδα. Αυτό βέβαια δεν έπρεπε να είναι κριτήριο. Τ’ ομολογώ. Ωστόσο με έπεισε. Κι εξάλλου δεν πρέπει να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στον συγγραφέα; Έπρεπε. Τι θέλετε τώρα;

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο Mc Cash είναι ένας πρώην μπάτσος που έχει φύγει από το σώμα και με ένα μάτι ανακαλύπτει ότι έχει μια κόρη 13 χρονών, την Alice, την οποία αναλαμβάνει μετά τον θάνατο της μητέρας της. Κι εκεί που δείχνει ότι κάπως θα μπορούσε να γίνει πατέρας, μαθαίνει ότι καλός του φίλος Marco Kerouan βυθίστηκε στον Βισκαϊκό κόλπο, όταν ένα τεράστιο πλοίο έπεσε πάνω στο ιστιοφόρο του. Μαζί του ήταν η γυναίκα της αδελφής του, η Angélique. Τι δουλειά είχε στην Ελλάδα, απ’ όπου έφυγε για τον πλου του; Γιατί να αγοράσει από εκεί ένα ιστιοφόρο, ενώ είχε ένα μεγαλύτερο; Τι έκανε μαζί του η Angélique; Τι ξέρει η αδελφή της και γυναίκα του Zoë; Γιατί τρώει άγριο ξύλο μέχρι παρολίγο θανάτου στην Brest, όταν άρχισε να σκαλίζει το τι συμβαίνει γύρω από το πλοίο “Jasper”;

Τα ερωτήματα θέτουν και τα σκαλοπάτια προς την εξιχνίαση του ναυαγίου. Μαζί με τον Cash, που τρώει ξύλο και αιμορραγεί, που πετάει ατάκες με σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, ακολουθούμε κι εμείς τη σκληρή ατμόσφαιρα του έργου μέχρι την Ελλάδα και τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς.

Η υπόθεση του έργου πάσχει από βασικές αλχημείες που δεν την κάνουν τόσο αληθοφανή. Ο Marco κι η Angélique φιλοδοξούν να μεταφέρουν από την Ελλάδα 8-10 πρόσφυγες στη Γαλλία ώστε να τους προσφέρουν καλύτερη ζωή! Κουφό. Κι όχι μόνο επιδιώκουν κάτι τέτοιο, αλλά το δρομολογούν πάνω σε ένα ιστιοφόρο που θα τους περισυνέλεγε και θα τους μετέφερε χιλιάδες μίλια μακριά!! Και μάλιστα διάλεξαν γι’ αυτό το νησί της Αστυπάλαιας, ένα νησί που δεν δέχεται τόσο πολλούς πρόσφυγες, καθώς είναι απομακρυσμένο από τα τουρκικά παράλια!!! Ο συγγραφέας δείχνει ότι να κάνει πού και πού ακροβασίες, παρόλο που οι παρατηρήσεις του για τον κόσμο, τη σύγχρονη Ιστορία και την Ελλάδα έχουν συχνά βάση:
Μια πρώτη αμφισβήτηση της δημοκρατίας εκφράστηκε μετά το δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Ευρώπης όταν, παρόλο που οι Γάλλοι στην πλειονότητά τους είχαν ψηφίσει «όχι» στη συνέχιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο Σαρκοζύ αγνόησε τη γνώμη του λαού υπογράφοντας τη Συνθήκη της Λισαβόνας… Πράγματι οι Ολλανδοί και στη συνέχεια οι Έλληνες θα είχαν την ίδια αντιμετώπιση. «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», έλεγε η Θάτσερ, που είχε πουλήσει τη χώρα της στον μεγαλύτερο πλειοδότη. Η Ευρώπη θα εγκατέλειπε τη δημοκρατική διακυβέρνηση; Πόσος χρόνος απέμενε μέχρι οι τεχνοκράτες του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού να εξουσιάσουν τους λαούς; Πόσος χρόνος απέμενε μέχρι οι αριθμοί να εξουσιάσουν τις λέξεις –ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη;

Ο κοινωνικός προβληματισμός εστιάζει στη διακίνηση προσφύγων και στο εμπόριο που ανθεί από τις εμπόλεμες περιοχές μέσω της Τουρκίας και της Ελλάδας στην υπόλοιπη Ευρώπη. Κυκλώματα διακινητών, έμποροι λευκής σαρκός, μαύρο χρήμα, απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, φονικά, αλβανική μαφία, ελληνικά μούτρα, διαφθορά των αρχών ακόμα και στη Γαλλία…

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Δεν μπορώ ν’ αγνοήσω τον σπιντάτο ρυθμό, ακόμα κι εκεί όπου η δράση δεν τρέχει. Δεν μπορώ ν’ αγνοήσω την ανάγνωση που δεν καθίζει. Σ’ όποιον αρέσει αυτή η hard-boiled υπόθεση, με σκηνές cinema που εναλλάσσονται γεμάτες αίμα και ξύλο, σκληρά αντράκια και κοφτερά λόγια, το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα θα τον αποζημιώσει.



> Ο Καρίλ Φερέ γεννήθηκε στην Καέν το 1967 και είναι συγγραφέας, ταξιδευτής και σεναριογράφος. Αναγνωρίστηκε ως ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του γαλλικού αστυνομικού και νουάρ μυθιστορήματος με τα βιβλία του "Haka" και "Utu", με θέμα τους Μαορί (βραβείο Sang d'Encre 2005, βραβείο Michel Lebrun 2005 και βραβείο αστυνομικού μυθιστορήματος SNCF du Polar 2005). Η επιτυχία του κορυφώθηκε με το "Ζουλού" (2008), που απέσπασε ιδιαίτερα σημαντικά βραβεία (Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας 2008, Μεγάλο Βραβείο Αναγνωστριών του περιοδικού "ELLE" 2008, βραβείο μυθιστορήματος νουάρ του διεθνούς φεστιβάλ Quais du Polar 2009, βραβείο μυθιστορήματος νουάρ του σάιτ Bibliobs του περιοδικού "Nouvel Observateur" 2009, μεγάλο βραβείο γαλλικού μυθιστορήματος νουάρ του διεθνούς φεστιβάλ του Μπον 2009, Βραβείο Κριτικών για μυθιστόρημα μυστηρίου 2009 και βραβείο Jean Amila Meckert 2009). Επηρεασμένος από τον Godard, τον Jacques Brel, τον Rene Char ή τους Noir Desir, η προτίμησή του στρέφεται στην έκρηξη, στους καταπιεσμένους, στις γυναίκες, στην ομορφιά του κόσμου... Γράφει επίσης έργα για παιδιά, για μουσικούς, για το θέατρο και το ραδιόφωνο.

Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, February 17, 2019

Maurice Attia, “Η λευκή Καραϊβική”


ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -4. Η μακρινή Καραϊβική, οι ντόπιοι και οι Γάλλοι, η ασυδοσία, κοινωνική και ηθική, στήνουν ένα αστυνομικό σκηνικό. Εξωτισμός, αποικίες και σεξουαλική ελευθεριότητα, ένα έγκλημα…


Maurice Attia
“La Blanche Caraïbe”
2017

“Η λευκή Καραϊβική”  
μετ. Χ. Σκιαδέλλη
εκδόσεις Πόλις -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Παλιός φίλος ο Maurice (Attia). Έρχεται τακτικά στο Βιβλιοκαφέ κι εμείς τον αγαπάμε για την παρουσία του. Και για τα βιβλία του. “Η κόκκινη Μασσαλία” το 2009 και “Παρίσι μπλουζ” το 2010.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο Πάκο, ο αστυνόμος που γνωρίσαμε στο Μαύρο Αλγέρι, την "Κόκκινη Μασσαλία" και το "Παρίσι Μπλουζ", έχει πια εγκαταλείψει την αστυνομία και εργάζεται ως δικαστικός συντάκτης και κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα 'Le Provencal'. Η γυναίκα του η Ιρέν, από την πλευρά της, συνεχίζει με επιτυχία τις δραστηριότητές της στο κατάστημα με καπέλα που διατηρεί. Τη γαλήνια ζωή τους θα ταράξει ένα πανικόβλητο τηλεφώνημα από τον παλιό συνεργάτη του, τον Κουπί. Μια έκκληση για βοήθεια, την οποία ο Πάκο δεν μπορεί να αγνοήσει. Παίρνει αμέσως το αεροπλάνο για τη Γουαδελούπη. Στον Κουπί, εκείνος και η Ιρέν, χρωστούν τη ζωή τους. Ο Κουπί έχει καταφύγει στην Καραϊβική, στις Γαλλικές Αντίλλες, με τη σύντροφό του την Εύα. Βυθισμένος στο αλκοόλ, εργάζεται ως νυχτοφύλακας και γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας, στην οποία κινδυνεύει να εμπλακεί και ο ίδιος. Εδώ, η Γουαδελούπη δεν έχει τίποτα το εξωτικό. Βρισκόμαστε μακριά από τις παραδεισένιες ακτές, μπλεγμένοι σε ένα σκοτεινό σύμπαν που περιλαμβάνει φόνους διακεκριμένων προσωπικοτήτων, πολιτικο-οικονομική διαπλοκή, φιλόδοξες γυναίκες, λαθρεμπόριο κάθε είδους, και μαύρη μαγεία, σε μια περιοχή όπου η αποικιοκρατία δίνει τη θέση της σε νεοαποικιακές πρακτικές.” (απ’ το οπισθόφυλλο)

Η Guadeloupe παρουσιάζεται σαν μια ασύδοτη κοινωνία που δεν μπορεί να συμβιβαστεί και να υπακούσει στο γαλλικό δίκαιο. Έτσι, ηθικά είναι απελευθερωμένη με απιστίες και πολλαπλές σεξουαλικές σχέσεις, που κανέναν δεν ενοχλεί, αλλά και κοινωνικά κινείται παράνομα, με λαθρεμπόριο, έκνομες ενέργειες και οδικές ασυδοσίες. Έτσι, απ’ την Αλγερία και τις ισλαμικές της καταβολές βρισκόμαστε στη Γαλλία, όπου πάλι η πολιτική δεσπόζει και χειραγωγεί την εγκληματικότητα, και τώρα η γαλλική αποικία συνεχίζει να καταλαμβάνει τη ματιά του Attia.

Στις Γαλλικές Αντίλλες η πολιτική –με τη στενή έννοια- δεν παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Πιο πολύ είναι η κοινωνία με τις ελευθεριάζουσες και ασύδοτες δομές της διαμορφώνει ανθρώπους ικανούς για όλα. Ο Paco Martinez και ο Tigran Khoupiguian ξανασυνεργάζονται για να ανακαλύψουν ποιος σκότωσε τον αρχιτέκτονα Célestin Farapati και έπειτα τον Lauren Le Guen, λιμενάρχη της περιοχής. Στο προσκήνιο είναι πολλά πρόσωπα, η σεξουαλική παρέα των λευκών με κρεολούς, οι ιθαγενείς που δεν θέλουν την οικοδόμηση, οι λαθρέμποροι ναρκωτικών, τα κυκλώματα κ.ο.κ. Η εναλλαγή των αφηγητών και η σταδιακή κλιμάκωση της δράσης είναι οι κινητήριοι μοχλοί του μυθιστορήματος.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Το διάβασα με μερική ευχαρίστηση και όχι τόσο αυξημένο ενδιαφέρον. Γιατί; Κυρίως γιατί η πολιτική που χαρακτηρίζει τα κείμενα του Attia απουσιάζει και ο κοινωνικός προβληματισμός εκεί στη μακρινή Guadeloupe δεν με τράβηξε ιδιαίτερα.



> Ο Μωρίς Αττιά γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1949. Εργάζεται ως ψυχίατρος - ψυχαναλυτής στο Παρίσι. Παράλληλα γράφει σενάρια για το σινεμά. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Ca va bien", "Fautes de conduites", "Le Carnaval des gueux", "Rue Oberkampf", "Une rude journee", "Drames de l'adolescence, familles en seance, recits cliniques", "Alger la noire" και "Pointe Roufe".
Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, February 14, 2019

Εντουάρ Λουί, “Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”


ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ -3. Πώς μια μικρή κοινωνία της Γαλλίας (της Γαλλίας!) αντιμετωπίζει έναν ομοφυλόφιλο, πώς βλέπει ως παρέκκλιση την ταυτότητά του και πώς αυτός προσπαθεί να ωριμάσει μέσα σε τέτοιες συνθήκες.


Édouard Louis
2014

Εντουάρ Λουί
“Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”
 μετ. Μ. Αρβανίτης
εκδόσεις Αντίποδες -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1992 ως Eddy Bellegueule, αποποιήθηκε λογοτεχνικά τ’ όνομά του κι υιοθέτησε το Édouard Louis, για να φτιάξει τον πρωταγωνιστή του με το δικό του πραγματικό όνομα!!! 

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο Eddy είναι ένα χωριατόπαιδο στον Βορρά της Γαλλίας, σε μια κοινωνία με άνδρες που θέλουν να δείχνουν σκληροί, να χρησιμοποιούν το ξύλο, να μεθάνε, να φέρονται ανδροπρεπώς. Ο πατέρας του δεν διαφέρει, παρά μόνο στο ότι δεν θέλει ποτέ να χρησιμοποιήσει σωματική βία μέσα στο σπίτι, επειδή είχε υποστεί ανάλογες εμπειρίες απ’ τον δικό του πατέρα.

Κι όμως ο ίδιος είναι, παρά τις προσδοκίες όλων, αρκετά θηλυπρεπής, σε βαθμό να φαίνεται –ή και να είναι- ομοφυλόφιλος. Αρκετά λεπτεπίλεπτος, σκερτσόζος, δεν του αρέσει το ποδόσφαιρο αλλά το μπαλέτο, με μια γυναικεία τσιριχτή φωνή, πέρα από κάθε εικόνα άνδρα. Και γι’ αυτό υφίσταται bullying από δυο αγόρια στο σχολείο, ενώ κι οι υπόλοιποι συμμαθητές του δεν τον συμμερίζονται. Ο Eddy είναι ένα “αφύσικο” αγόρι, που δεν μπορεί να εγκλιματιστεί σε έναν κόσμο φτιαγμένο για βαρύχνοτους άνδρες.

Μεγάλο τμήμα του βιβλίου αναφέρεται στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, για να δείξει τον μικροαστισμό, τη σκουριασμένη Πικαρδία, το στενό πλαίσιο μέσα στο οποίο ό,τι διαφέρει σχολιάζεται και διώκεται. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ένα είδος μαρτυρίας, ένα είδος Bildungsroman, που δείχνει την ενηλικίωση του μικρού Eddy, που από θηλυπρεπής γίνεται gay σε μια πορεία ανακάλυψης της σεξουαλικής του ταυτότητας αλλά και της οδυνηρής σύγκρουσης με την ομοφοβική κοινωνία.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Ως λογοτεχνία που έχει αμεσότητα και αυθεντικότητα κι επιπλέον που αναπαριστά εύγλωττα μια ρατσιστική κοινωνία, ναι αξίζει. Αλλά από λογοτεχνικής άποψης, με κριτήρια αισθητικά και αφηγηματικά, δεν εξυψώθηκε πάνω απ’ τα όρια της μαρτυρίας.

In2life, 9/1/2019 


> Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε στην Αλλενκούρ της Γαλλίας το 1992 με το όνομα Εντύ Μπελγκέλ. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην Ecole Νormale. Το "Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ" είναι το πρώτο του βιβλίο. Προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και μεταφράστηκε σε πάνω από είκοσι γλώσσες. Το 2016 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του "Ιστορία της βίας" και το 2018 το τρίτο, "Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου".
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, February 11, 2019

Patrick Modiano, “Ένα πεντιγκρί” και “Ναρκωμένες συναντήσεις”


ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -2. Δεν είναι κάθε βιβλίο ενός Νομπελίστα ικανό να μας μεταδώσει μια δυνατή συγκίνηση ή να προκαλέσει τα αναγνωστικά μας ανακλαστικά. Δυστυχώς!


Patrick Modiano
Un pedigree
2005

“Ένα πεντιγκρί”
μετ. Ε. Τζιαφα
εκδόσεις Πόλις -2018
Patrick Modiano
Souvenirs Dormants
2017

Ναρκωμένες συναντήσεις
μετ. Α. Κωσταράκου
εκδόσεις Πόλις -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Δύο πεντιγκρί σε κοντινό διάστημα, αφενός αυτό του Modiano κι αφετέρου το “Πεντιγκρή” του Georges Simenon. Προτίμησα τον Γάλλο από τον Βέλγο, αφενός επειδή έχω διαβάσει ήδη μαζεμένα δύο του Simenon, ενώ το “Πεντιγκρή” του είναι πιο ακριβό και πιο τουβλοειδές. Και μαζί πήρα και ένα άλλο ανάλογα μικρό του Modiano να τα ζευγαρώσω. Δύο ως τώρα αναγνώσεις του Γάλλου συγγραφέα άφησαν μια καλή και μια κακή εντύπωση: το “Ντόρα Μπρούντερ” ήταν πολύ δυνατό και αξιανάγνωστο, ενώ το “Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά” ήταν γεμάτο αυτοβιογραφικές αναφορές που με άφησαν απέξω. Κι έπειτα μια σειρά από συναντήσεις που ανακαλούνται σ’ ένα βιβλίο όπου η μνήμη κυριαρχεί.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ας τα πιάσουμε ένα ένα:

“Ένα πεντιγκρί”: Για λόγους ιστορικούς, για λόγους ανάμνησης σ’ αυτό το ημερολόγιο αναγνώσεων, το βιβλίο του Modiano είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας, ένα είδος χρονικού για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια:
1945-1967
σύνολο ονομάτων, γνωστών και αγνώστων,
τοπωνυμίων,
στιγμιοτύπων,
σταθμών της ζωής του,
χρονολογιών,
σχολείων, αναγνωσμάτων, συναντήσεων…
Δεν ξέρω γιατί πρέπει να με ενδιαφέρουν όλα αυτά. Εμένα την Ελληνίδα αναγνώστρια που δεν ξέρει τα γαλλικά δεδομένα. Κι ούτε ενδιαφέρεται να τα μάθει έτσι, σε ένα λογοτεχνικό έργο.

“Ναρκωμένες συναντήσεις”: η Ακαδημία της Σουηδίας, όταν βράβευσε τον Γάλλο συγγραφέα, μίλησε για τον έντονο χαρακτήρα της μνήμης στα έργα του. Στο προηγούμενο βιβλίο η μνήμη καπέλωσε την αφήγηση. Τώρα εναλλάσσεται μαζί της σε ανοιγοκλεισίματα του ματιού στο παρελθόν, στα βιώματα του αφηγητή, στις προσπάθειές του να ξαναφέρει στο προσκήνιο έξι γυναικεία πρόσωπα με τα οποία κάποτε συναντήθηκε. Η κόρη του Στιοπά, η Genevieve, η Mireille, η Madelaine, η Martine κ.ο.κ. δεν έχουν σημασία αυτές καθαυτές, αλλά η μικρή ιστορία που έχει ως κέντρο την καθεμία από αυτές και οι αναμνήσεις που σκάνε σαν μπουρμπουλήθρες στην επιφάνεια του μυαλού του 70χρονου πλέον αφηγητή. Έτσι παρακολουθούμε ένα παιχνίδι ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, την πραγματική γυναίκα και την αναπόλησή της, στη δεκαετία του ’50 και στα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα.
            Γράφει ο Γάλλος πεζογράφος: “Προσπαθώ να βάλω σε τάξη τις αναμνήσεις μου. Καθεμιά τους είναι ένα κομμάτι του παζλ, αλλά λείπουν πολλά κι έτσι κάθε κομμάτι είναι απομονωμένο. Κάποιες φορές, καταφέρνω να συναρμολογήσω τρία ή τέσσερα, όχι περισσότερα. Οπότε σημειώνω τα αποσπάσματα που έρχονται άτακτα στο μυαλό μου, λίστες ονομάτων ή φράσεις, πολύ σύντομες
            Η αφήγηση στηρίζεται στην προσπάθεια της αφήγησης. Στην προσπάθεια της μνήμης να ανασυνθέσει. Στην προσπάθεια όχι να καλύψει τα κενά αλλά να τα αναδείξει για να φανεί η όλη προσπάθεια. Ένας φόνος έρχεται να ταρακουνήσει τα νερά, αλλά κι εκεί ο Modiano δεν σηκώνει την ένταση, δεν αξιοποιεί το κύμα.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Το “Ένα πεντιγκρί” ήταν ένα βιβλίο που δεν με γέμισε ούτε 10%. Λυπήθηκα τα λεφτά μου. Οι “Ναρκωμένες συναντήσεις” απ’ την άλλη είχαν μια ανάλαφρη χάρη και μια υπόγεια δύναμη, δυνάμωσαν με την έννοια της μνήμης που αφήνει χαραμάδες. Μέχρι εκεί.



> Ο Πατρίκ Μοντιανό γεννήθηκε το 1945 στο Boulogne-Billancourt, από πατέρα Γάλλο εβραϊκής καταγωγής, από σεφαραδίτικη οικογένεια της Θεσσαλονίκης, και μητέρα Βελγίδα (οι γονείς του γνωρίστηκαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στο κατεχόμενο Παρίσι). Το 1967 γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, "La place de l' etoile", και το στέλνει στις εκδόσεις Gallimard, με παρότρυνση του καθηγητή του Ρεϊμόν Κενό, οι οποίες το εκδίδουν την επόμενη χρονιά. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς. Έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1972, με το βραβείο Goncourt το 1976, με το βραβείο του Ιδρύματος Pierre de Monaco το 1984 και με το μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας Paul Morand, για το σύνολο του έργου του, το 2000. Στα ελληνικά έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: "Η χαμένη γειτονιά" (Χατζηνικολή), "Οδός σκοτεινών μαγαζιών" (Κέδρος), "Άνθη ερειπίων" (Οδυσσέας), "Το άρωμα της Υβόννης" (Λιβάνης, νέα έκδοση: "Η βίλα της θλίψης"), "Κυριακές του Αυγούστου" (Καστανιώτης), "Ντόρα Μπρούντερ" (Πατάκης), "Η μικρή Μπιζού", "Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά... ", "Νυχτερινό ατύχημα", "Στο cafe της χαμένης νιότης" (Πόλις). Έχει γράψει το σενάριο για τις ταινίες "Lacombe, Lucien" του Λουί Μαλ, "Le Fils de Gascogne" του Pascal Aubier και "Bon Voyage/Γοητευτικοί ταξιδιώτες" του Ζαν-Πωλ Ραπενώ. Άλλα έργα του: "La place de l' etoile", "Livret de famille", "Une jeunesse", "Vestiaire de l' enfance", "Voyage de noces", "Un cirque passe", "Du plus loin de l' oubli", "Des inconnues", "Paris tendresse". Το 2014 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, "για την τέχνη της μνήμης μέσω της οποίας ανακάλεσε τα πιο ασύλληπτα ανθρώπινα πεπρωμένα και μας αποκάλυψε τον μικρόκοσμο της Κατοχής", σύμφωνα με τη λιτή ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του γραμματέα της, Πέτερ Ένγκλουντ "Η γλώσσα του είναι απλή αλλά η δομή των αφηγήσεών του και η συνολική σύνθεση είναι εκλεπτυσμένες και κομψές. Ως ιστορικό, με εντυπωσιάζει ο αυθεντικός τρόπος με τον οποίο ο Μοντιανό χειρίζεται τη μνήμη: ανοίγει διαδρόμους στον χρόνο στους οποίους μπορείς να βαδίσεις και να ανακαλύψεις τον εαυτό σου". "Το έργο του μιλάει για τη μνήμη. Επανέρχεται στην ιστορία του, στη γέννησή του και μπορούμε όλοι να ταυτιστούμε μαζί του σε αυτή την αναζήτηση ταυτότητας. Μας αποκαλύπτει την επίδραση που έχει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος στην ύπαρξή μας, τη θέση που έχει η Αντίσταση και η συνεργασία με τους ναζιστές στο συλλογικό φαντασιακό μας", δήλωσε στον γαλλικό Τύπο μετά τη βράβευσή του ο εκδότης του Αντουάν Γκαλιμάρ.
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, February 09, 2019

Olivier Guez, “Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε”


ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -1. Η ναζιστική ιδεολογία και πρακτική όχι απ’ την πλευρά των διαβόητων στρατιωτικών αλλά απ’ τη σκοπιά ενός αιμοσταγούς (κυριολεκτικά) γιατρού, του Josef Mengele. Η προσπάθειά του να γλιτώσει στη Λατινική Αμερική και οι αναδρομικές ιστορίες απ’ τη δράση του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναδεικνύουν το αμετανόητο υπόβαθρο μιας απηνούς συνείδησης.


Olivier Guez
“La disparition de Josef Mengele”
2017

“Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε”
μετ. Ε. Γραμματικοπούλου
εκδόσεις Κριτική -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος
στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη
κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος
περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη":
Έβλεπα το βιβλίο παντού. Διαφημισμένο και πολυδιαβασμένο. Κι είναι όντως ιντριγκαδόρικο ένα θέμα για τη φυγή ενός Ναζιστή στην περονική Αργεντινή.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει.
Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση:
Ο περιβόητος γιατρός Josef Mengele, ο γιατρός στο Auschwitz, όπου έκανε γενετικά πειράματα, καταφεύγει στην Αργεντινή μετά τη λήξη του πολέμου. Εκεί προσπαθεί να εγκλιματιστεί και βρίσκει όντως μια φιλοναζιστική κοινότητα από ντόπιους και Γερμανούς φυγάδες. Με το όνομα Helmut Gregor κατάφερε να ζήσει εκεί, σ’ ένα καθεστώς υπό τον Juan Peron, ο οποίος εφάρμοσε μια πολιτική με σοσιαλιστικά και ναζιστικά στοιχεία, μια εθνικοσοσιαλιστική πολιτική, όπως την παρουσιάζει βέβαια ο Guez.

"Ο Περόν θα κυβερνήσει την Ιστορία με τ’ απόβλητα της Ιστορίας"



Στόχος του Guez νομίζω, στην αρχή του μυθιστορήματος, ότι είναι να δείξει όχι μόνο την τύχη ενός "Άγγελου του Θανάτου", όπως ονόμαζαν τον Mengele, αλλά και γενικότερα να καταδείξει τους απόηχους των Nazi στη Λατινική Αμερική. Θυμίζει ένα απ’ τα τελευταία μυθιστορήματα του Κουμανταρέα "Θάνατος στο Βαλπαραΐζο", όπου ο Erik Honeker φεύγει εξόριστος στη Χιλή το 1993, φυσικά με άλλα χαρακτηριστικά από τους Nazi της δεκαετίας του '40. Η Λατινική Αμερική γίνεται το μεταπολεμικό καταφύγιο πολλών Γερμανών και όχι μόνο, και μετατρέπεται σε σκηνή μεταευρωπαϊκών γεγονότων.

Γυρίζω ξανά στο βιβλίο του Guez. Οι Nazi που επιβίωσαν στην Αργεντινή εξακολουθούν να πιστεύουν στην ιδεολογία τους και να επιρρώνουν τις νιτσεϊκές τους θέσεις: "Αγώνας, τα πάντα είναι αγώνας: μονάχα οι άριστοι επιβιώνουν, αυτός είναι ο ορειχάλκινος κανόνας της Ιστορίας, οι αδύναμοι και οι ανάξιοι πρέπει να εξοντωθούν". Και πάνω σ' αυτή, πάνω στο παλιό κλέος, πάνω στην πίστη στην ανωτερότητα της γερμανικής φυλής επιχειρούν να ξαναστήσουν τη γερμανική δύναμη.

Ωστόσο, τόσο επιφανειακά όσο και καταβάθος, το μυθιστόρημα είναι ένα είδος βιογραφίας του Mengele, αφού έφυγε απ’ τη Γερμανία. Τα ιστορικά γεγονότα που έχουν αναζητηθεί συμπορεύονται με τα μυθοπλαστικά, τα οποία όμως είναι λιγότερα και καλύπτουν απλώς τα κενά της Ιστορίας. Έτσι, αναρωτιέμαι αν το αισθητικό αποτέλεσμα αποζημιώνει τον αναγνώστη ή αν μένουμε στο ιστορικό περίβλημα. Επειδή για μεγάλο διάστημα έμεινα στο δεύτερο, έχασα το βαθύτερο ενδιαφέρον μου να δω την τραγωδία, τον μύθο, την κορύφωση και διάβαζα αμέτοχη σε ό,τι εξελίσσεται στο πολιτικό επίπεδο.

Το δεύτερο μέρος είναι σαφώς καλύτερο. Πρώτον, επειδή κάνει μικρές αναδρομές δείχνοντας τη σαδιστική νοοτροπία του Mengele, όταν έκανε πειράματα στο Auschwitz. Δεύτερον, επειδή το κυνήγι του από την Αργεντινή στη Βραζιλία και την Παραγουάη (αν θυμάμαι σωστά), όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, είναι σαφώς πιο διεγερτικό.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη
(που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα τη κρυφή τη Δουλτσινέα):
Η μορφή ενός αμετανόητου nazi που είχε αναγάγει την ιδεολογία σε προκρούστη των πάντων. Ένας σχετικά πειραγμένος νους, που έδεσε με τη ναζιστική ιδεολογία και την ιατρική  τέχνη. Αποτέλεσμα ήταν οι χωρίς τύψεις εκκαθαρίσεις, η στυγνή εξόντωση μειονοτήτων, τα πειράματα που δεν σέβονται καθόλου την ανθρώπινη ζωή. Το τέλος κερδίζει όσα δεν έκανε όλο το βιβλίο.


> Γεννημένος στο Στρασβούργο το 1974, με σπουδές στις κοινωνικές επιστήμες, τα οικονομικά και τα ευρωπαϊκά θέματα, ο Olivier Guez συνεργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος με πολλά από τα εγκυρότερα έντυπα του διεθνούς Τύπου. Το 2017 τιμήθηκε με το βραβείο Renaudot για το μυθιστόρημά του “Η εξαφάνιση του Γιόσεφ Μένγκελε”, ενώ το 2016 του απονεμήθηκε το βραβείο καλύτερου σεναρίου για την ταινία "Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα". Είναι επίσης συγγραφέας των βιβλίων "L’Impossible retour, "Eloge de l’esquive" και "Les Revolutions de Jacques Koskas".
Πάπισσα Ιωάννα


Thursday, February 07, 2019

Γαλλόφωνη λογοτεχνία


Η μεγάλη γαλλική και γαλλόφωνη πεζογραφία, οι σημαντικοί της εκπρόσωποι, τα πολλά Nobel (απ’ τα οποία δεν άξιζαν όλα!), η γαλλική κουλτούρα και οι σχέσεις μας με αυτήν περνάνε μέσα από πολλά βιβλία που έρχονται σε μας διά των μεταφράσεων. Φυσικά τα κλασικά έργα του 19ου αιώνα, αλλά και του 20ού. Εξίσου όμως και πολλά σύγχρονα που μεταφράζονται σχετικά κοντά στην έκδοσή τους και γίνονται γέφυρες προς τον γαλλικό και γενικότερα ευρωπαϊκό πολιτισμό.


Στο Βιβλιοκαφέ έχουμε διαβάσει πολλά γαλλικά μυθιστορήματα (η χρονολογία της γαλλικής έκδοσης):
-         Éric Vuillard, “Ημερήσια διάταξη” (2017)
“Ο Μαιγκρέ φοβάται” του Georges Simenon (1953) 
“Στριπτήζ” του Ζορζ Σιμενόν (1958)
“Μπέττυ” του Ζωρζ Σιμενόν (1961) 
Frédéric Gros, “Δαιμονισμένες” (2016) 
Kaouther Adimi, “Τα πλούτη μας” (2017) 
Βενσάν Πεγιόν, “Aurora” (2016) 
Πασκάλ Μπρυκνέρ, “Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα” (1981) 
Thomas Bronnec, “Οι μυημένοι” (2015) 
Γιανίκ Γκρανέκ, “Η θεά των μικρών θριάμβων” (2012) 
“Μπλε άσπρο μαύρο” του Karim Amellal (2016) 
“Η συριακή διαθήκη” του Barouk Salamé (2011) 
Jacques Ferrandez, “Ο ξένος” (βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Albert Camus, 1942) (2013) 
“Πληγωμένοι άγγελοι” του Γιασμίνα Χάντρα (2013) 
"Η γραφή του κόσμου” του François Taillandier (2013)
“Χάκα” του Caryl Ferey (1998) 
“Ευτυχισμένοι οι ευτυχείς” της Γιασμίνα Ρεζά (2013) 

Τελικά η γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία είναι μια μεγάλη δεξαμενή όπου συρρέουν τα νερά όχι μόνο της γαλλικής επικράτειας αλλά και άλλων χωρών που έχουν σχέση με τη “μητέρα” Γαλλία: η γαλλόφωνη Ελβετία και το Βέλγιο, ο γαλλόφωνος Καναδάς, οι αποικίες όπως η Αλγερία…
Μια μικρή λίστα με νέα μεταφρασμένα αναγνώσματα θα μας φέρει πιο κοντά σ’ αυτήν τη γόνιμη πολύπλευρη κουλτούρα:

Olivier Guez, “Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε”
Patrick Modiano, “Ένα πεντιγκρί” και “Ναρκωμένες συναντήσεις”
Maurice Attia, “Η λευκή Καραϊβική”
Εντουάρ Λουί, “Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”
Caryl Férey, “Ποτέ πια μόνος”
Éric Vuillard, “Κονγκό”

Προσεχώς στο Βιβλιοκαφέ!
Πάπισσα Ιωάννα