Thursday, July 22, 2021

Ίαν ΜακΓιούαν, “Άμστερνταμ”

Ενώ μιλάμε για δυο Βρετανούς πολίτες, που λειτούργησαν αήθικα, η τιμωρία έρχεται στο Άμστερνταμ, σαν σύμβολο μιας ηθικής νομοτέλειας που έρχεται να πλήξει όποιον φέρεται ατομικιστικά.

 

Ian McEwan

Amsterdam

1998

Ίαν ΜακΓιούαν

“Άμστερνταμ”

μετφ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης

εκδόσεις Πατάκης -2021

 

Γνωστός στο Βιβλιοκαφές ο McEwan: πολλά του βιβλία στα τραπεζάκια μας, με τελευταίο την “Κατσαρίδα”. Γενικά μας αρέσει και γι’ αυτό συνεχίζουμε.


> Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time". Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker ("Έμμονη αγάπη", "Άμστερνταμ", "Εξιλέωση"). Το βραβείο τού απονεμήθηκε, τελικά, το 1998, για το "Άμστερνταμ". Η "Εξιλέωση" (2002), επίσης, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: W.H. Smith Literary Award (2002), National Book Critics' Circle Fiction Award (2003), Los Angeles Times Prize for Fiction (2003), και Santiago Prize for the European Novel (2004). Για το μυθιστόρημα "Σάββατο" τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο James Tait Black Memorial Prize.

 

ΤΟ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ με Booker μυθιστόρημα ξεκινά με μια ιδιοφυή σκηνή. Δυο πρώην εραστές της Molly βρίσκονται στην κηδεία της και συζητάνε γι’ αυτήν. Ο ένας μάλιστα, ο διάσημος συνθέτης Clive Linley, συγκρούεται λεκτικά με τον πολύ Υπουργό Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας Julian Garmony, πρώην εραστή της θανούσας κι αυτός. Ο άλλος είναι ο Vernon Halliday είναι γνωστός διευθυντής εφημερίδας, δημοσιογράφος κι ο ίδιος. Τρεις πρώην μπροστά στο λείψανό της και παρουσία του άντρα της... Οκ.

ΤΟ ΚΟΜΒΙΚΟ σημείο είναι όταν ο Clive ζητά από τον φίλο του Vernon να του προκαλέσει ευθανασία, αν δει ότι στα γεράματά του φθίνει εκφυλισμένος, κι ο Vernon δέχεται, αρκεί να κάνει κι αυτός το ίδιο. Μια αμοιβαία δέσμευση ξεκινά…

ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΚΑΙ πέρα δύο κόσμοι απομακρύνονται τόσο πολιτισμικά όσο και ηθικά. Απ’ τη μια, ο Clive ζει μόνο για τη μουσική, αφοσιώνεται πλήρως σ’ αυτήν, τη σκέφτεται συνεχώς, ειδικά με τις προθεσμίες μιας σοβαρής ανάθεσης να πλησιάζουν. Έτσι, αδιαφορεί ακόμα κι όταν γίνεται τυχαία αυτόπτης μάρτυρας στην κακοποίηση μιας γυναίκας και δεν το καταγγέλλει στην αστυνομία. Απ’ την άλλη, ο Vernon βρίσκει φωτογραφίες του Garmony ντυμένου γυναίκα και αμφιταλαντεύεται για το τι να κάνει: οι περισσότεροι (συμπεριλαμβανομένου και του φίλου του Clive) του υποδεικνύουν να μην τις δημοσιεύσει στον “Κριτή”, αλλά ο ίδιος τελικά το κάνει, με αποτέλεσμα α) να τα σπάσει με τον φίλο του, β) να δεχτεί την κατακραυγή σύσσωμου του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου και γ) να αναγκαστεί σε παραίτηση.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ εξελίσσονται πολύ γρήγορα, ίσως με συνέπεια να μην προλαβαίνουμε να ταυτιστούμε με τα ηθικά διλήμματα των πρωταγωνιστών και τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Στο τέλος, ο McEwan με το βρετανικό χιούμορ του βάζει τους δύο πρωταγωνιστές να προσπαθούν να δηλητηριάσουν ο ένας τον άλλο σε μια εκδήλωση στο Άμστερνταμ, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν, κάτι που θεωρήθηκε αυτοκτονία. Η ηθική και η πολιτική έχει τους άγραφους κανόνες της που οδηγεί στη Νέμεση. Το Άμστερνταμ είναι ο χώρος της τιμωρίας, της θείας δίκης…

ΈΧΩ την αίσθηση ότι έχω διαβάσει καλύτερα έργα του Βρετανού συγγραφέα, αλλά κι αυτό δεν είναι κακό.

Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, July 17, 2021

Γιώργος Μητάς, “Τα δύο δώρα”

Ο έρωτας, το ταξίδι, η απωανατολίτικη εμπειρία, η Bangkok, τα εστιατόριά της, οι τυχαίες συναντήσεις και οι ανέμελες περιπλανήσεις γίνονται ζήλεια που κατατρώει τα πάντα. Αλλά η ατμόσφαιρα μένει.


Γιώργος Μητάς

“Τα δύο δώρα”

εκδόσεις Στερέωμα

-2021

 

Τον γνωρίσαμε με τις εκπληκτικές “Ιστορίες του Χαλ”. Και δέκα χρόνια μετά τον ξανασυναντούμε, για να δούμε πόσο ωρίμασε έκτοτε.

 

> Ο Γιώργος Μητάς γεννήθηκε το 1966 στη Λιβαδειά. Μεγάλωσε στο Παγκράτι. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο (M.Sc.) στην Αλιευτική Βιολογία από το Πανεπιστήμιο του Χαλ (Hull) της Μεγάλης Βρετανίας. Έχει εργαστεί στον χώρο της έρευνας στον τομέα της βιολογικής ωκεανογραφίας (Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών), καθώς και στη φαρμακευτική βιομηχανία (διεθνείς κλινικές μελέτες). Έχει επίσης ασχοληθεί επαγγελματικά με εναλλακτικές θεραπείες (παραδοσιακό ταϊλανδικό μασάζ). Σήμερα εργάζεται σε ιατρικό τμήμα φαρμακευτικής εταιρείας. Μοιράζεται την αγάπη του για τη μαύρη μουσική (soul και jazz) παίζοντας περιστασιακά σαν dj.


ΤΟ ΠΡΩΤΟ πράγμα που με παραξένεψε είναι η ερωτική ιστορία με δόσεις ζήλειας. Μήπως είναι πλέον παλιομοδίτικο και χιλιοπαιγμένο; Μήπως πια δεν μπορεί να το αποδώσει η λογοτεχνία ώστε να πει κάτι καινούργιο, έξω από τα συνηθισμένα, τα λογοτεχνικά και τα ποιητικά, ακόμα και τα κινηματογραφικά;

 

Το Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, με την άφιξη της Μύρρας, είχε προσελκύσει την προσοχή του αήττητου τοξότη με τη σκοτεινή καρδιά –αυτού του παμπάλαιου συνοδοιπόρου- ενώ η θεϊκή ομορφιά της κοπέλας είχε αφυπνίσει στη συνέχεια τα πολεμοχαρή ένστικτά του. Τώρα το τρομερό προνόμιο είχε δοθεί, το ανίκητο δοξάρι είχε τανυστεί –αλίμονο! Για τους ανθρώπους του Κέντρου δεν υπήρχε πλέον διαφυγή: θα υπέμεναν την αιματηρή πολιορκία, θύματα ή μάρτυρες της θείας μανίας, και δεν θ’ απελευθερώνονταν παρά μόνο όταν θα είχε βγει από τη φαρέτρα και το τελευταίο βέλος, όταν θα είχε βαφτεί πορφυρή και η τελευταία αιχμή

 

ΟΛΑ ΑΥΤΑ τα βαριά επίθετα, τα “θεϊκή ομορφιά”, “αιματηρή πολιορκία” και το μελό ύφος φαίνονται παρωχημένα. Κι ενώ όλη η νουβέλα κυλάει με ένα απλό ρεαλιστικό ύφος, έναν ξεκάθαρο λόγο που ανακλά και τα συναισθήματα, το θέμα του Αντρέα που ξαναβρίσκει σε ένα συνέδριο στην Μπανγκόκ την παλιά του αγάπη τη Μύρρα, και ξαναζωντανεύει ο έρωτας όπως και η ζήλεια για όποιον την πλησιάζει, σαν να έρχεται από άλλη εποχή. Τέτοιος είναι ο Λουκάς, φίλος παλιός που ξανασυναντά τον Αντρέα τυχαία στην ταϊλανδέζικη πρωτεύουσα και γοητεύει τη Μύρρα, έστω κι αν πρόκειται να παντρευτεί τον επόμενο Σεπτέμβριο.

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ και οι περιηγήσεις στην ασιατική πόλη του Τσάο Πραγιά εναλλάσσονται με την αφήγηση των πρώτων ερώτων του Αντρέα, ερώτων που κατέληξαν σε αποτυχία και σε ποικίλα ατυχήματα. Το πανεπιστημιακό μυθιστόρημα ξεμυτίζει πού και πού, συνδέεται με αυτοβιογραφικά στοιχεία για έναν βιολόγο γεννημένο το 1966 (προφανώς είναι ο Μητάς), παίρνει ποικίλες ταξιδιωτικές αποχρώσεις και φυσικά λιώνει όλα αυτά τα υλικά στο blender του έρωτα.

Η ΜΥΡΡΑ γίνεται μοίρα, ο έρωτας ζήλεια κι αυτό ίσως είναι το πιο αιχμηρό συναίσθημα που εκπέμπει το βιβλίο, καθώς η αγαπημένη του φεύγει πιο νωρίς από την προβλεπόμενη αναχώρησή της με τον Λουκά για το Παρίσι. Το ερωτικό κάρυο τελικά μπαίνει σε ένα αυτοαναφορικό περίβλημα, καθώς ο ήρωας Αντρέας εναλλάσσεται με την κυρίαρχη βούληση του παντοδύναμου συγγραφέα, ο οποίος δεν αποσοβεί το τέλος, αλλά εμβάλλει σ’ αυτό ένα γράμμα, ένα ευχαριστήριο γράμμα προς τη Μύρρα, που το βρίσκει είκοσι χρόνια μετά μέσα σε έναν πίνακα.

ΔΙΑΒΑΣΑ το έργο των 116 σελίδων μέσα σε λίγες ώρες, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτή η γρήγορη ελκυστική ανάγνωση δεν αφήνει κάτι πιο βαθύ.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, July 14, 2021

Phillips Julia, “Γη που χάνεται”

Η χερσόνησος της Καμτσάτκα στο ανατολικότερο άκρο της Ρωσίας είναι μια άγνωστη γη, όπου οι κάτοικοι, ντόπιοι και Ρώσοι, ζουν τις ζωές τους, αλλά όλα περιστρέφονται άμεσα ή έμμεσα γύρω από την εξαφάνιση-απαγωγή των μικρών αδελφών Γκολοσόφσκαγια.

 

Phillips Julia

“Disappearing Earth”

2019

Γη που χάνεται

μετ. Ι. Ηλιάδη

εκδόσεις Μεταίχμιο -2021

 

Ωραίο εξώφυλλο. Απλό αλλά φωτεινό. Η φωτογραφία της Phillips στο αυτί του βιβλίου δείχνει μέσα στην αντρική της κόμωση έναν δυναμισμό, μια καθηλωτική ματιά.


 > Η Julia Phillips (Τζούλια Φίλιπς, 1989) είναι υπότροφος Φούλμπραϊτ. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στους New York Times, στο Atlantic, στην Paris Review. Ζει στο Μπρούκλιν. Το Γη που χάνεται είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

 

ΜΙΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΔΑ που γράφει για τη μακρινή Καμτσάτκα της Ρωσίας, λίγο πάνω από την Ιαπωνία. Καταρχάς, αυτό μου δίνει το πρώτο ερώτημα. Η υπόθεση ξεκινά με τον αναγνώστη να παρακολουθεί από κοντά την απαγωγή των δύο μικρών αδελφών Γκολοσόφκσι, την Αλιόνα και τη Σοφία. Κι έπειτα μια πλειάδα από πρόσωπα, σχετικά και άσχετα, που ζουν εκεί και συμμετέχουν έμμεσα ή άμεσα στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Αστυνομικό λοιπόν; Ή μήπως όχι;

ΓΡΗΓΟΡΑ καταλαβαίνουμε ότι όχι. Το κέντρο που είναι η απαγωγή υπάρχει αλλά η αφήγηση ή οι αφηγήσεις απλώνονται σε διάφορα πρόσωπα, φίλους, συντρόφους, οικογένειες, επαγγελματίες κ.ο.κ. που ζουν το Πετροπάβλοφσκ, την πρωτεύουσα της Καμτσάτκα. Η Όλια καλείται από τη μητέρα της καλύτερής της φίλης, της Ντιάνα, να πάψει να βλέπει την κόρη της, η Κάτια και ο Μακ επιχειρούν να εκδράμουν στην ύπαιθρο, η Βαλεντίνα Νικολάεβνα αναγκάζεται εσπευσμένα να μπει στο χειρουργείο για έναν καρκίνο του δέρματος, η Ξιούσα αμφιταλαντεύεται μεταξύ του εραστή της Ρουσλάν και του φίλου της από τον χορό του Τσάντερ κ.ο.κ.

ΟΙ ΠΟΙΚΙΛΕΣ αφηγήσεις φαίνονται άσχετες μεταξύ τους. Στην ουσία όμως συνδέονται με δύο τρόπους: απ’ τη μια, η εξαφάνιση των μικρών κοριτσιών ακούγεται σε κάθε ιστορία, σαν οι κάτοικοι του Πετροπάβλοσκ να συμμετέχουν εξ αποστάσεως ή καμιά φορά και από κοντά στην έρευνα (ακούνε, σχολιάζουν, προβληματίζονται κ.ο.κ.). Απ’ την άλλη, ο ήρωας της μίας αφήγησης γίνεται κομπάρσος της άλλης, η εσοχή της μίας βρίσκει την προέκταση της άλλης κι έτσι κουμπώνουν μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα μεγάλο puzzle.


ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ τελικά είναι το άθροισμα των περιπτώσεων, το σύνολο των ανθρώπων, η συνισταμένη των επεισοδίων
. Πρωταγωνιστής είναι η χερσόνησος Καμτσάτκα με τον αποκλεισμό της, τα χιόνια, τους Ρώσους και τις τοπικές φυλές και γλώσσες, τους τοπικούς χορούς, τα έθιμα, τη χλωρίδα και την πανίδα…

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ υπάρχε ένα είδος σύγκλισης στο πρόσωπο της μάνας, που αναζητεί τα παιδιά της, που εξαφανίστηκαν. Η περίπτωσή τους μοιάζει και δεν μοιάζει με μια 18χρονη που χάθηκε παλιότερα, αλλά εκεί υπήρχε η φήμη ότι έφυγε μόνη της. Τελικά, μια μαρτυρία ενός άλλου από τους πολλούς που παρελαύνουν μέσα στο έργο τής δίνει ελπίδες. Πιο πολύ όμως κρατάω τον σπαρακτικό ψυχισμό της και τον πόνο της μάνας, που πρέπει να αντέξει και να δράσει.

ΝΟΜΙΖΩ ότι η ιδέα είναι καλή, αλλά αν ήθελε όλα να αποκτήσουν δομική αξία, θα μπορούσε να συνδέσει άμεσα ή έμμεσα κάθε πρόσωπο με το τέλος. Να έφτιαχνε δηλαδή ένα ρίζωμα, που απλώνεται αλλά πάντα, σιγά σιγά, καταλήγει στον κορμό του δέντρου.

Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, July 11, 2021

Volker Kutscher, “Το βρεγμένο ψάρι”

Μεσοπόλεμος στη Γερμανία. Το έγκλημα, που μοιάζει να είναι ιδιωτικής φύσης και οικονομικών κινήτρων, τελικά ανάγεται σε μια ευρύτερη πολιτική διαμάχη.


Volker Kutscher

“Der nasse Fische”

2007

“ Το βρεγμένο ψάρι ”

μετ. Τ. Ψηλογιαννόπουλος

εκδόσεις Διόπτρα -2021

 

Άλλο ένα χορταστικό αστυνομικό για την περίοδο του εγκλεισμού, που να κρατά μέρες αλλά και να διεγείρει το ενδιαφέρον, χωρίς πολλή σκέψη.


> Ο Φόλκερ Κούτσερ, Γερμανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1962 στο Λίντλαρ της Κολωνίας. Μετά από τις σπουδές του στη Γερμανική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Ιστορία, εργάστηκε αρχικά ως συντάκτης στον ημερήσιο τύπο προτού συγγράψει το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα. Σήμερα ζει στην Κολωνία εργαζόμενος αποκλειστικά ως συγγραφέας.

 

1929. ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ο Hitler οργανώνει το κόμμα του, το NSDAP, το οποίο από τις εθνικές εκλογές του 1928 έχει πάρει 2,6 % των ψήφων. Ο Trotsky, δέκα χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, εξορίζεται από την ΕΣΣΔ. Ξεσπά το κραχ στην Αμερική και παρασέρνει όλη την υφήλιο. Και στην αντίπερα όχθη της Ευρώπης η Agatha Christie στήνει τις αστυνομικές της ιστορίες. Μια ανάλογη αστυνομική περιπέτεια ο Γερμανός συγγραφέας βάζει να εξελίσσεται στην καρδιά του μεσοπολέμου, στο Βερολίνο, με πρωταγωνιστή τον αστυνόμο Gereon Rath.

ΔΥΟ ΦΟΝΟΙ αποκαλύπτονται σχεδόν παράλληλα. Ένας Ρώσος που βρίσκεται στουκαρισμένος στο ποτάμι, αλλά νεκρός πολύ πριν φουντάρει στο νερό. Και δυο γυναίκες που πιθανόν σκοτώθηκαν από αδέσποτες σφαίρες αστυνομικών τις μέρες των διαδηλώσεων των κομουνιστών για την Εργατική Πρωτομαγιά. Η προσοχή στρέφεται εξαρχής στον πνιγμένο, που τελικά πιστοποιείται ότι πέθανε από ηρωίνη. Ο Rath κανονικά δεν συμμετέχει στην έρευνα αλλά ξεκινά μόνος του μια παράλληλη διαδικασία, που τον φέρνει στα στέκια των Ρώσων εμιγκρέδων. Φόνος του υποκόσμου, ναρκωτικά κι έτσι, ή πολιτικά κίνητρα; Ιδιωτική υπόθεση ή οργανωμένο έγκλημα;

ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ με το κλασικό αστυνομικό, όπου οι ύποπτοι περιορίζονται σε μονοψήφιο αριθμό, όλοι παρόντες στην αφήγηση, με τον αναγνώστη που καλείται να βρει ποιος είναι, το παρόν έργο κινείται απλώνοντας το πεδίο προς διάφορους, που σκυτάλη τη σκυτάλη μπαίνουν στο γαϊτανάκι. Η τομή γίνεται περίπου στη μέση όταν ο Rath αναλαμβάνει μια υπόθεση, πέρα από την ανεπίσημή του έγνοια, όπου ο ίδιος έχει τις δικές του ενοχές. Έτσι, ενώ ψάχνει για τον Ρώσο νεκρό, προσπαθεί να διερευνήσει κι έναν άλλο φόνο, στον οποίο εμπλέκεται. Μήπως η επίσημη κι η ανεπίσημη έρευνα τελικά συγκλίνουν προς ένα απρόσμενο τέλος; Και ένα τρίτο πτώμα, αυτό του αστυνομικού Stephan Jänicke, περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα.


Ο KUTSCHER ακολουθεί το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπου με διαδοχικές καμπές τροφοδοτεί την ιστορία με νέα καυσιμα. Το έγκλημα διασταυρώνεται με την πολιτική αλλά και με το προσωπικό στοιχείο. Ο αστυνόμος είναι πείσμων αλλά και μπλεγμένος, ευφυής αλλά και ένοχος. Η ισορροπία που επιδιώκει είναι να μην αποκαλυφθεί η ενοχή του, αλλά και να αναδειχθεί μέσω της υπόθεσης ώστε να αναρριχηθεί στο σώμα.

Η ΔΕΣΗ των στοιχείων, οι ελιγμοί, ο τρόπος με τον οποίο ο Kutscher διαρθρώνει την πλοκή, ώστε να οδηγηθούμε στη λύση και λοιπά πρέπει να είναι το μεγάλο ατού, που όντως είναι, αλλά δεν απογειώνει τη σκέψη (πέρα από τις πολλές μικρές κοιλιές που κάνει). Κάποια στιγμή οι φόνοι πολλαπλασιάζονται κι η βεντάλια με τους συμμετέχοντες ανοίγει, από τον βερολινέζικο υπόκοσμο έως στελέχη της αστυνομίας κι από εθνικιστικές οργανώσεις μέχρι Ρώσους μεσολαβητές.

Το έργο έχει κερδίσει μια θέση στη γερμανική Wikipedia (https://de.wikipedia.org/wiki/Der_nasse_Fisch._Gereon_Raths_erster_Fall )

Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, July 08, 2021

Carolin Emcke, “Ο δικός μας πόθος”

Πώς διαμορφώνεται η επιθυμία; Πώς το άτομο αποκτά τη σεξουαλική του ταυτότητα; Είναι η ηδονή προς το ίδιο φύλο μια ακόμα ευχαρίστηση που ορίζει έναν νέο πόθο;


Carolin Emcke

“Wie wir begehren”

2012

“Ο δικός μας πόθος”

μετ. Δ. Δημοκίδης

εκδόσεις Πόλις -2021


Ο καλύτερός μου φίλος, που σπουδάζει Ιατρική στο Mainz, είναι ομοφυλόφιλος. Κι επειδή έχουμε συζητήσει πολλές φορές για την ομοφυλοφιλία και τη δική του περίπτωση, τώρα που εκδόθηκε στα ελληνικά το βιβλίο της Emcke, μου το πρότεινε αμέσως για περαιτέρω σκέψεις.


> Η Καρολίν Έμκε γεννήθηκε το 1967 στο Mülheim της Γερμανίας. Σπούδασε φιλοσοφία, πολιτικές επιστήμες και ιστορία στη Φρανκφούρτη (με τον Γιούργκεν Χάμπερμας), στο Λονδίνο και στο Χάρβαρντ. Υποστήριξε τη διδακτορική της διατριβή στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης (υπό την εποπτεία του Άξελ Χόνετ).
Εργάστηκε ως διεθνής ρεπόρτερ και πολεμική ανταποκρίτρια του Der Spiegel, με αποστολές στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Κόσοβο και το Ιράκ (1998-2006), και της Die Zeit, με αποστολές στο Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη, το Πακιστάν, την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Αϊτή και τις ΗΠΑ (2007-2014).
Από το 2014 είναι αρθρογράφος στις εφημερίδες Süddeutsche Zeitung και El País.

 

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΣΑ ως μυθιστόρημα. Κι όντως βρήκα λογοτεχνική βάση τόσο στη γραφή όσο και στην αφήγηση, που είναι πρωτοπρόσωπη και εξομολογητική. Κάτι σαν μυθιστόρημα ενηλικίωσης, που δείχνει και ταυτόχρονα σκέφτεται τι είναι το πέρασμα στην εφηβεία και πώς σ’ αυτήν διαμορφώνεται η ταυτότητα του ατόμου. Σε πολλά σημεία φλερτάρει με το δοκίμιο. Η Emcke παρουσιάζει όχι μόνο τη δική της περίπτωση και μαζί τις κοινωνικές εξελίξεις που αποσιωπούσαν στη δεκαετία του ’80 την ομοφυλοφιλία, αλλά σταδιακά την αποδέχτηκαν. Τελικά, το βιβλίο είναι η προσωπική μαρτυρία για το πώς έγινε η συγγραφέας ομοφυλόφιλη.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ πώς έ γ ι ν ε; Σημαίνει ότι ξεκίνησε με μια αόριστη σεξουαλικότητα, πειραματίστηκε με αγόρια, βρέθηκε στο περιβάλλον ενός παιδόφιλου ομοφυλόφιλου που την έπεφτε σε αγοράκια, μεγάλωσε ώσπου κατάλαβε σε ένα μεταβαλλόμενο τοπίο ποια είναι. Και παράλληλα η αυτοκτονία του νεαρού φίλου της Daniel, πριν μπει στην εφηβεία και ανακαλύψει/επινοήσει τη δική του ταυτότητα, στοιχειώνει την αφηγήτρια.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ αφηγείται και στοχάζεται. Εξιστορεί την πορεία της δημιουργίας ενός ομοφυλόφιλου profile που κοιτάζει με απόσταση τον εαυτό του αλλά και την κοινωνία που περνούσε σταδιακά από τη σιωπή στην ανοχή και την αποδοχή. Το ύφος είναι τόσο χαλαρό και εκφραστικό που διάβασα το έργο μέσα σε δύο μέρες, εκεί που ξεκίνησα χωρίς όρεξη κι ενδιαφέρον. Η Emcke καταφέρνει να ολοκληρώσει μια αυτοϊστορία που δεν περιορίζεται στο εγώ της, αλλά αποκτά αντιπροσωπευτικές διαστάσεις για ένα ευρύτερο φάσμα ομοφυλόφιλων, από το αρχικό αμήχανο ψάξιμο έως την ωριμότερη καταστάλαξη.

Η ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ δεν είναι μια προδιαγεγραμμένη υπόθεση. Αντίθετα, ξεκινά μεν από τις κοινωνικές συμβάσεις και αναμονές, αλλά ανεπαίσθητα, χωρίς να φαίνεται αν είναι λόγω των βιολογικών προδιαθέσεων ή των προσωπικών θέλω, περνά στην αναζήτηση, την απόρριψη και την αποδοχή ενός ατομικού προσανατολισμού και modus vivendi, από το ντύσιμο μέχρι την αύρα.

ΤΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ της Emcke έχει μια εσωτερική στοχαστικότητα. Κι αυτό το καταφέρνει επειδή δεν θυματοποιεί τον εαυτό της, ούτε κατηγορεί τους άλλους που δεν καταλαβαίνουν την ομοφυλοφιλία ως ανάγκη επιθυμίας. Αντίθετα, αναζητεί να βρει τον βαθύτερο εαυτό της, να καταλάβει γιατί έγινε στα 25 της γκέι. Αναζητεί να διερευνήσει το μεδούλι της επιθυμίας, της ηδονής θα λέγαμε εμείς. Κι απ’ την άλλη, δεν επιτίθεται σε όσους αρνούνται να της αναγνωρίσουν το δικαίωμα στη σεξουαλική αυτοδιάθεση. Ούτε νιώθει άβολα (πλην μίας φοράς) με όσους τη βλέπουν κάπως, την περιθωριοποιούν ή δεν μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορετικότητά της. Δεν είναι όλη της η ύπαρξη η σεξουαλικότητα και γι’ αυτό απαιτεί με ήπιο τρόπο να αναγνωρίζεται ως σύνολο κι όχι ως μια μεμονωμένη ιδιότητά της.

Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, July 04, 2021

Ορχάν Παμούκ, “Το σπίτι της σιωπής”

Πρώιμος Pamuk, που βλέπει την Τουρκία στη δεκαετία του ’80 και στοχάζεται πάνω στο δίπολο Ανατολή και Δύση, σε ένα εκκρεμές που δεν σταματά ποτέ.


Orhan Pamuk

“Sessiz Ev”

1983

Ορχάν Παμούκ

“Το σπίτι της σιωπής”

μετ. Π. Αραμπατζής

εκδόσεις Πατάκης -2021


Orhan Pamuk. Ένας σύγχρονός μας Νομπελίστας. Ένας σύγχρονός μας ανατόμος της τουρκικής κοινωνίας.

 

> Ο Ορχάν Παμούκ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1952. Σπούδασε αρχιτεκτονική και δημοσιογραφία, πολύ γρήγορα όμως αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Το 1978 σε ηλικία εικοσιέξι μόλις ετών δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα "Cevdet Bey ve Ogullari" ("Τζεβντέτ Μπέης και Υιοί"), ένα ογκώδες έργο εξακοσίων είκοσι σελίδων, στο οποίο αφηγείται, μέσα από την ιστορία τριών γενεών μιας οικογένειας τούρκων εμπόρων, τη δημιουργία της τουρκικής αστικής τάξης και έμμεσα της σύγχρονης Τουρκίας (κίνημα των Νεοτούρκων 1908 - στρατιωτικό πραξικόπημα 1971). Το μυθιστόρημα αυτό βραβεύτηκε το 1979 στο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Μιλλιέτ. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1982 και την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο μυθιστορήματος Ορχάν Κεμάλ. Ακολούθησαν το 1983 το "Sessiz Ev" ("Το σπίτι της σιωπής"), το 1985, το "Beyaz Kale" ("Λευκό κάστρο") και το 1990 το "Kara Kitap" ("Μαύρο βιβλίο"). Στα έργα αυτά ο συγγραφέας δίνει εικόνες μιας κοινωνίας που προσπαθεί να βρει το πρόσωπό της ακροβατώντας στο γεωγραφικό και πολιτιστικό όριο δύο κόσμων. Η εκδυτικοποίηση της τουρκικής κοινωνίας με τη σύσταση του σύγχρονου τουρκικού κράτους και την άνοδο της τουρκικής αστικής τάξης, η έννοια της ατομικότητας και το θέμα της ιστορίας είναι θέματα που απασχολούν έντονα το συγγραφέα. Έχει τιμηθεί με πολλά λογοτεχνικά βραβεία στη χώρα του και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες. Το 2005, και ενώ αντιμετώπιζε προβλήματα στη χώρα του εξαιτίας του ό,τι αναφέρθηκε δημόσια στη γενοκτονία των Αρμενίων, τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης των Γερμανών βιβλιοπωλών στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης. Το 2006 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας, καθώς "αναζητώντας τη μελαγχολική ψυχή της γενέθλιας πόλης του, ανακάλυψε καινούργια σύμβολα για τη σύγκρουση και τη συνύφανση των πολιτισμών".

 

ΕΝΑΣ ΝΑΝΟΣ ονόματι Recep εργάζεται για μια γηραιά κυρία, τη Fatma, χήρα του Selahattin, που ήταν γιατρός και μορφωμένος άνθρωπος. Αυτός προσπάθησε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα να αποδείξει με βάση την επιστήμη την ανυπαρξία του Θεού και να φέρει στην Τουρκία τις ανανεωτικές ιδέες της Ευρώπης. Γύρω απ’ αυτό το σπίτι, που παλιώνει μαζί με την ιδιοκτήτριά του, κινείται ένας ολόκληρος κόσμος στην ευρύτερη περιοχή έξω από την Ιστανμπούλ: τα εγγόνια της Faruk, Metin και Nilgun, ο ανιψιός του Recep ο Hasan, που είναι εθνικιστής…

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ είναι γραμμένο πολυφωνικά. Με άλλα λόγια ξεκινά με την οπτική γωνία του ενός και συνεχίζεται, κεφάλαιο με κεφάλαιο, με την οπτική γωνία των άλλων. Πέντε οπτικές γωνίες (γιαγιά, Recep, Hasan, Faruk, Metin) που εναλλάσσονται, και η μία δίνει τη σκυτάλη στην άλλη. Έτσι ολοκληρώνεται το παζλ της αφήγησης, καλύπτεται κομμάτι κομμάτι ο χώρος και παρουσιάζεται σιγά σιγά στα μάτια μας η εικόνα της εποχής. Είμαστε στην αρχή της δεκαετίας του ’80.

ΠΟΛΛΑ απ’ όσα γίνονται στο παρόν έχουν μια έμμεση σχέση με το παρελθόν. Κι αυτό αποκαλύπτεται λίγο λίγο, όσο κάθε πρωταγωνιστής θυμάται, κυρίως η Fatma κι ο Recep. Όλα σχετίζονται με τον μυστηριώδη Selahattin, που είχε βάλει στόχο της ζωής του να γράψει μια Εγκυκλοπαίδεια (ίσως κατά τα πρότυπα των Διαφωτιστών), ώστε να μεταδώσει τα φώτα της ευρωπαϊκής αλήθειας στους απαίδευτους Ανατολίτες. Γι’ αυτό πουλά τα κοσμήματα της γυναίκας του, ειδικά από τη στιγμή που δεν τον εμπιστεύεται ο ντόπιος πληθυσμός ως γιατρό, λόγω των νεωτεριστικών του αντιλήψεων. Φτωχαίνει την οικογένειά του για τον όραμά του, πίνει κι επιπλέον αφήνεται η υπόνοια ότι είχε, εκτός από τον Doğan με τη Fatma, και άλλα δύο “μπασταρδάκια” με την υπηρέτρια. Η αστική τάξη της Τουρκίας δεν είναι τόσο αθώα όσο θα ήθελε ένας προοδευτικός συγγραφέας όπως είναι ο Pamuk.

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Pamuk φτιάχνει σταυροδρόμια, ισόπεδες και ανισόπεδες διαβάσεις, δρόμους και λεωφόρους που ενώνονται μεταξύ τους. Ο Hasan αγαπά κρυφά τη Nilgun, ο Recep υπηρετεί σαράντα χρόνια τη γηραιά Farma, που είναι πλέον μια στρυφνή γριά, το παρελθόν συναντά το παρόν, ο εθνικισμός μάχεται τον κομμουνισμό, ο έρωτας κοντράρεται με την ιδεολογία… Κάθε αφήγηση, που διαρκεί 10-20 σελίδες, εξιστορεί ένα κομμάτι του παζλ της χώρας και των ανθρώπων της και συναντά τις ιστορίες των άλλων, κάθε οπτική μετακινεί την κάμερα μερικές μοίρες για να δούμε από άλλη γωνία τα πράγματα. Οι χαρακτήρες πλάθονται ανάγλυφα, αλλά πιο πολύ ο συγγραφέας μού υπέβαλε τον Hasan, τον νεαρό εθνικιστή, ο οποίος ωστόσο δεν έχει κατασταλάξει και αφενός φαίνεται ζωύφιο μπροστά στους άλλους, αφετέρου δεν έχει ούτε ο ίδιος καταφέρει να ισορροπήσει την ανωριμότητά του με την ιδεολογία του, τα συναισθήματά του με τις ιδέες.

Ο PAMUK είναι ακόμα στα πρώτα του βήματα. Φυσικά ξέρει να γράφει, φυσικά κοιτάζει την Τουρκία της δεκαετίας του ’80 με ευρύ, πανοραμικό βλέμμα. Αλλά συνάμα δεν έχει μάθει ακόμα να απογειώνει τον αναγνώστη, να χρησιμοποιεί την ιστορία, τη μικρή και τη μεγάλη, ώστε να φτιάξει γοητευτικές αφηγήσεις. Ο τόνος του είναι μουντός, σχετικά αργός και μόνο σε ορισμένα σημεία, προς το τέλος, οδηγεί σε δραματικές κορυφώσεις.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, June 30, 2021

Ocean Vuong, “Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι”

Η απώλεια του πατέρα, έπειτα της μητέρας, του εραστή, έπειτα γενικά των ανθρώπων μπορεί να κάνει μυθιστόρημα; Μπορεί, αν το προσωπικό τραύμα δεν μείνει στην εξομολόγηση.

 

Ocean Vuong

“On Earth We Are Briefly Gorgeous”

2019

“Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι”

μετ. Ε. Φρυδά

εκδόσεις Gutenberg -2021


Γιατί μιλούν όλοι για τον Ocean Vuong; αναρωτιέται η Μανδηλαρά στο Lifo. Κι εγώ τσιμπάω, ψάχνοντας να δω ποιος είναι αυτός ο Βιετναμέζος που κατακτά την Αμερική.


> Ο Ocean Vuong είναι μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα. Το 2017 του απονέμεται το κορυφαίο βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου. Το 2018, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, πάνω από 15 εφημερίδες και site το είχαν συμπεριλάβει στα πλέον αναμενόμενα βιβλία της χρονιάς. Μόλις κυκλοφόρησε έγινε best seller και μπήκε στη λίστα των New York Times. Αναδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο του 2019 για: ΤΙΜΕ, New Yorker, Washington Post, The Guardian, New York Public Library, The Wall Street Journal Magazine, Vanity Fair, Esquire, GQ, Entertainment Weekly, The San Francisco Chronicle κ.ά. O Ocean Vuong γεννήθηκε το 1988 σε έναν ορυζώνα στο Βιετνάμ. Στα δύο του χρόνια, η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Βιετνάμ και να μείνει για οκτώ μήνες σε έναν καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες πριν μεταναστεύσει στην Αμερική. Είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που έμαθε να διαβάζει σε ηλικία 11 ετών και 18 χρόνια αργότερα (2017) έλαβε το βραβείο T.S. Eliot.

 

Το “Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι” είναι το γράμμα ενός γιου προς την αναλφάβητη μητέρα του. Ο Λιτλ Ντογκ, Αμερικανός βιετναμέζικης καταγωγής, φέρνει στο φως την ιστορία της οικογένειάς του απ’ τον πόλεμο του Βιετνάμ ως την εγκατάστασή της στην Αμερική, εστιάζοντας στη δραματική ζωή της στοργικής αλλά συχνά βίαιης μητέρας του και της γιαγιάς του. Παράλληλα, ψηλαφώντας τα τραύματα του παρελθόντος αποκαλύπτει σκέψεις και πλευρές της ζωής του που η μητέρα του αγνοούσε: αγωνίες, φόβους του, έναν δυνατό έρωτα. Μια ωμή, αλλά βαθιά λυρική και ειλικρινή εξομολόγηση που φτάνει στη θαρραλέα αποκάλυψη συγκλονιστικών προσωπικών στιγμών.”

ΕΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ Βιετναμέζος γράφει στ’ αγγλικά στη μάνα του, για ν’ αναδείξει τελικά τη δική του ταυτότητα και την πορεία της οικογένειας απ’ την ασιατική χώρα στις ΗΠΑ. Μένω εξαρχής στο ύφος. Ιδιαίτερο, ποιητικό, περίεργο, χωρίς να γίνεται θολό και κλειστοφοβικό. Σαν να μιλά αγγλικά, αλλά με μια άλλης γλώσσας τον ρυθμό. Αν ήξερα βιετναμέζικα, θα μπορούσα να υποθέσω ότι τα αγγλικά του Vuong έχουν κάτι από τη μητρική του γλώσσα. Συμβαίνει συχνά υβριδικοί συγγραφείς, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν με δύο κουλτούρες, να μπολιάζουν τη μία μέσω της άλλης.

Η ΓΙΑΓΙΑ Λαν (=Κρίνος) και η μητέρα Χονγκ (=Τριαντάφυλλο). Κρινιώ και Τριανταφυλλιά δηλαδή. Και στο βάθος ο απόηχος ο πόλεμος στο Βιετνάμ από τους Αμερικανούς το 1968. Κι έτσι έχουμε το ενδιαφέρον μιας χώρας που βρέθηκε μεταξύ ΕΣΣΔ και ΗΠΑ, δέχτηκε την επίθεση των Αμερικανών και τώρα πενήντα χρόνια μετά ένας μετανάστης συνδέει ποιητικά την πάτρια γη με τη φιλόξενη νέα πατρίδα. Η μάνα βέβαια δέρνει τον γιο από μικρό, σαν ένα είδος μετατραυματικού stress που κουβαλά μέσα του ιστορικές μνήμες.

 

“Τι άλλο είναι μια χώρα παρά μια πρόταση ζωής;”

 

Η ΛΑΝ, ενώ είχε μια δωδεκάχρονη κόρη από τον πρώτο γάμο (με συνοικέσιο), παντρεύτηκε το 1968 τον νεαρότερό της Πολ, που υπηρετούσε στον αμερικάνικο στόλο. Τα πράγματα ωστόσο είναι πιο πολύπλοκα. Η Λαν ήταν πόρνη. Όταν γνώρισε τον Πολ ήταν ήδη έγκυος από έναν άλλο Αμερικανό. Ο πόλεμος δημιούργησε επομένως πολλές παρενέργειες αλλά και παράξενες επιμειξίες. Βιετναμέζικο ωάριο με αμερικάνικο σπέρμα, ασιατικά και λευκά γονίδια, απωανατολική και αγγλοσαξονική κουλτούρα. Η αφήγηση του Little Dog είναι η ιστορία της υβριδικότητας και της πολυπολιτισμικότητας των ΗΠΑ.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ μιλά πιο πολύ στο συναίσθημα. Μικρά επεισόδια, παραταγμένα το ένα μετά το άλλο, μνήμες του ενήλικου πλέον Little Dog απ’ όταν ήταν παιδί, εμπειρίες που κληρονόμησε από τη μαμά και τη γιαγιά του. Κι ενώ αυτά καθαυτά μοιάζουν ασύνδετα και αποκομμένα, αναδίδουν μια αίσθηση έλλειψης, απώλειας, σκεπτικισμού, σαν το πόδι της ηλικιωμένης κυρίας που λείπει κι όμως ακόμα το νιώθει. Φαντάζομαι ότι ένας μετανάστης γενικά, ή ακόμα περισσότερο μετανάστης στην Αμερική, θα αισθάνεται πιο πολύ την ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Vuong.

 

Μου ’πες κάποτε ότι η μνήμη είναι επιλογή. Αν όμως ήσουνα θεός θα ’ξερες ότι είναι πλημμύρα

 

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ προς τη μητέρα, μάλλον ανεπίδοτη, παίρνει τη μορφή μυθιστορήματος ενηλικίωσης. Δεν είναι μόνο η ασιατική καταγωγή που εμφυτεύεται στο αμερικάνικο έδαφος, αλλά και η γνωριμία του Little Dog στα δεκαεφτά του με τον Trevor και η ομόφυλη σεξουαλική σχέση τους. Το κείμενο συνεχίζει με εξομολογήσεις και σκέψεις, παρά με συνεκτική δράση, με επεισόδια σε μια αλυσίδα, παρά με σφιχτή αλληλουχία.

ΕΠΕΙΔΗ το βιβλίο στηρίζεται στο συναίσθημα. Επειδή το εγώ που αφηγείται υπερτερεί των άλλων συνιστωσών. Επειδή τα σκόρπια στοιχεία που είναι “ναυάγιο”, όπως λέει ο πρωταγωνιστής, κι όχι αφήγηση. Επειδή το πλαίσιο μακριά από την Αμερική μπορεί να μην αποδίδει. Επειδή η αυτομυθοπλασία πρέπει να μπορεί να βγει και έξω από το άτομο. Για όλα αυτά τα επειδή, το βιβλίο δεν μου άρεσε. Έμεινε στα καλά του σημεία. Έμεινε στις περιστασιακές εξάρσεις του, αλλά δεν έφτασε σε ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα που να με συνταράξει.

Πάπισσα Ιωάννα