Friday, October 22, 2021

Javier Marias, “Έτσι αρχίζει το κακό”

Γυναίκα στη μπανιέρα, του Edgar Degas.

Το παρελθόν, όχι τόσο το ιστορικό όσο το προσωπικό, αφήνει ίχνη, ορίζει ενοχές, απλώνει δίχτυα, τα οποία έρχονται μέχρι το παρόν και τρίβουν λίγο λίγο τις ανθρώπινες σχέσεις.

 

Javier Marias

“Así empieza lo malo”

2014

Χαβιέ Μαρίας

“Έτσι αρχίζει το κακό”

μετ. Έ. Γιαννοπούλου

εκδόσεις Πατάκης -2021


Οι “Ερωτοτροπίες” ήταν ένα σπάνιο μυθιστόρημα, όπου μεταξύ αθωότητας και προδοσίας, μεταξύ έλξης και άπωσης πόσα πολλά διλήμματα μπορούν να φυτρώσουν. Επομένως, το νέο του βιβλίο μπήκε στο στόχαστρό μου.


> Ο Χαβιέρ Μαρίας γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις 20 Σεπτεμβρίου 1951. Σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία και δίδαξε σε πανεπιστήμια στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Ισπανία. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σε ηλικία είκοσι ετών με το μυθιστόρημα "Τα λημέρια του λύκου" (1971). Έχει γράψει άλλα οκτώ μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα: "Ο αιώνας" (1983). "Ο αισθηματικός άντρας" (1986), "Όλες οι ψυχές" (1989), "Καρδιά τόσο άσπρη" (1992), "Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς" (1994) και "Η μαύρη ράχη του χρόνου" (1998). Έχει εκδώσει επίσης συλλογές με διηγήματα και άρθρα του σε ισπανικές εφημερίδες, καθώς και δύο βιβλία αφιερωμένα σε δύο από τους αγαπημένους του συγγραφείς, τον Φώκνερ και τον Ναμπόκοφ. Έχει μεταφράσει στα ισπανικά Χάρντυ, Στερν, Στήβενσον, Ναμπόκοφ, Φώκνερ, Γέητς, Κόνραντ κ.ά. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Το 1977 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του με το βραβείο Νέλλυ Σακς της πόλης του Ντόρτμουντ. Ο έγκριτος Γερμανός κριτικός Μαρσέλ Ράιχ - Ρανίτσκι έχει προτείνει να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ.

 

ΕΝΑΣ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΣ τρόπος για να ξεκινήσει μια αφήγηση είναι να μην πεις αμέσως την ιστορία. Να πετάξεις ένα υπονοούμενο, να βάλεις δυο τρεις ασήμαντους λίθους στο χώμα κι έπειτα να σχολιάζεις, πετώντας γύρω γύρω, εκφράζοντας σκέψεις, μιλώντας με τον εαυτό σου, χωρίς ο άλλος που δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει ή συνέβη να μπει στο τριπάκι να το βρει, τεντώνοντας τις κεραίες του.

ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό κάνει ο σκηνοθέτης Eduardo Muriel που ρίχνει το ερώτημα για το πώς θα αντιμετωπίσει έναν φίλο του κι αφήνει να πλανάται η αοριστία στα λόγια του. Αποδέκτης του είναι ο υφιστάμενός του, γραμματέας; του, ο Juan de Vere, που είναι κι ο αφηγητής μας, ο οποίος βρίσκεται στην ίδια άγνοια με μας. Η υπόθεση αφορά πίσω στον Εμφύλιο, ο οποίος απασχόλησε την Ισπανία στα 1936-1939 κι έπειτα εγκαθίδρυσε το αυταρχικό ακροδεξιό καθεστώς του Franco.

 

Για τον Ισπανικό Εμφύλιο στο ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ έχουμε διαβάσει πολλά ισπανικά μυθιστορήματα, που ανατέμνουν το τραύμα, σχεδόν όπως κι εμείς: “Τα χρόνια της βραδύτητας” του Φερνάντο Αραμπούρου, “Ο μονάρχης των σκιών” του Χαβιέρ Θέρκας, “Ο λαβύρινθος των πνευμάτων” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, “Ασκήσεις επιβίωσης” του Χόρχε Σεμπρούν, “Τα χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα” του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν και το “Μακρύ πέταλο από θάλασσα” της Ιζαμπέλ Αλιέντε.

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ θα μπορούσε να απωθήσει ως η αποθέωση της φλυαρίας. Σε σελίδες ολόκληρες ο αφηγητής, ο Juan de Vere, αφηγείται και σχολιάζει λεπτομερώς, άκρως λεπτομερώς, την εμπλοκή του σε δύο γραμμές δράσης, απ’ τις οποίες και οι δύο ξεκινούν από τον εργοδότη του. Απ’ τη μια, ο γιατρός Van Vechten και το αίνιγμα που κουβαλά, κι απ’ την άλλη η απόσταση που κρατά ενσυνείδητα ο Eduardo Muriel προς τη γυναίκα του Beatriz Noguera, συναισθηματικά και σεξουαλικά, παρόλο που αυτή τον προσεγγίζει συνεχώς. Σ’ αυτές τις δύο γραμμές, όπου εμφιλοχωρούν μυστήρια, σχόλια, σκέψεις, υποθέσεις και πολυάριθμες παρατηρήσεις, βλέπουμε και δόσεις ερωτισμού.

ΕΙΔΙΚΑ ο 23άχρονος αφηγητής βλέπει τη μεγαλύτερή του Beatriz με λανθάνουσα ή και φανερή ερωτικότητα, που μετατρέπεται σε περιγραφές, σκέψεις και βλέμματα. Την κατασκοπεύει, γεύεται οπτικά τη σάρκα της, τις απιστίες της που έρχονται ως αποτέλεσμα της αδιαφορίας του άντρα της, την ποθεί από μακριά και ηδονοβλεπτικά τη χαίρεται. Και παράλληλα παρακολουθεί τον Van Vechten, μετά την εντολή του Muriel, χωρίς να ξέρει ακριβώς τι ψάχνει: κάπως αόριστα τις σχέσεις του με τις γυναίκες και κάποια λόγια που θα αποκαλύψουν μια αναξιοπρεπή στάση απέναντί τους. Τελικά ο Εμφύλιος ακούγεται αχνά, ο Φράνκο έχει πεθάνει και η δεκαετία του 1980, όπου βρισκόμαστε, ανοίγεται ελεύθερη και σεξουαλικά γενναιόδωρη.

ΤΟ ΒΑΡΟΣ όμως δεν είναι ούτε το ιστορικό παρελθόν, ούτε η εκμετάλλευση της κατάστασης από τον γιατρό για να εκβιάζει τις γυναίκες και να τις ρίχνει στο κρεβάτι. Το βάρος πέφτει στη σχέση του Muriel με τη γυναίκα του, στο πώς το δικό του λάθος και η δική της εξαπάτηση οδήγησε σε έναν αποτυχημένο γάμο και στην αποστασιοποίηση που προέκυψε από αυτόν. Ακόμα περισσότερο, το βάρος πέφτει στις λεπτές ισορροπίες που εύκολα χαλάνε, στις σχέσεις που διαρρηγνύονται, στα παρασκηνιακά συναισθήματα που εκπέμπουν απόρριψη ή ενοχή. Ο Marias παίζει με την αφήγηση, ακροπατώντας στο σκοινί κάθε χαρακτήρα, κάθε υπαινιγμού, κάθε σκηνής, που εννοεί χωρίς να λέει και σχολιάζει χωρίς να σημαίνει.


In2life, 6/7/2021 

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, October 20, 2021

Μάρκος Κρητικός, “Το μπλουζ της πεταλούδας”

Ύφος χιουμοριστικό αλλά και άγριο, νύχτα και υπόκοσμος, φυσικά μια ωραία –ή και παραπάνω- γυναίκα, απειλές, ξύλο και ένα αστυνομικό που αμερικανίζει υπέροχα όσο και δουλοπρεπώς.


Μάρκος Κρητικός

“Το μπλουζ της πεταλούδας”

εκδόσεις Μεταίχμιο

-2021


Πριν από τρία χρόνια μάθαμε τον Μίλτο Οικονόμου, τον detective στο “Κάνε τον σταυρό σου. Τώρα τον ξανασυναντάμε.


> Ο Μάρκος Κρητικός γεννήθηκε στη Χίο το 1968. Κατάγεται από την Τήνο και ζει μόνιμα στην Αθήνα. Σπούδασε τεχνολόγος τοπογράφος μηχανικός και εργάστηκε 3.421 ημέρες ως τραπεζικός υπάλληλος.

 

ΑΥΤΟ που σε τραβάει από τη μύτη, μόλις μπεις στο βιβλίο, είναι ένα οξύ, δυνατό, έξυπνο χιούμορ, ενίοτε μαύρο, που σπάει κόκαλα, αλλάζει διαθέσεις, κάνει συμπαθητικό το ρεμάλι ήρωα και φυσικά σαγηνευτικό το βιβλίο. Σαρκαστικό κι αυτοσαρκαστικό παρουσιάζει την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της ανατρεπτικής του γλώσσας, ανατρεπτικής όχι με την έννοια της σουρεαλιστικής τρέλας, αλλά με τη σημασία της ευφυούς ατάκας και του ακαριαίου προφορικού λόγου. Το πολύ σημαντικό είναι ότι αυτή η γλώσσα δεν είναι εξυπναδίστικη, δεν είναι δηλαδή ναρκισσιστικά σπουδαία, αλλά ξαναπαρουσιάζει με τον σκωπτικό της χαρακτήρα τα πράγματα και τα πρόσωπα. Με άλλα λόγια το (μαύρο, σκληρό) χιούμορ φέρνει στο πιάτο μας με λοξό τρόπο το κλίμα, το πνεύμα και το γράμμα του μυθιστορήματος.

Ο ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ detective, που είχε κάνει κι ένα φεγγάρι στην αστυνομία, αλλά χαρακτήρισε με το ελληνικότατο όνομα φιγούρας του θεάτρου σκιών τον προϊστάμενό του και τον λάκτισαν από το Σώμα, είναι άνθρωπος της νύχτας. Ώσπου του ζητά τη βοήθειά του μια φίλη του δικηγόρος, η Ναταλία, φυσικά γκομενάρα [δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι αστυνομικοί συγγραφείς καταφεύγουν σε τέτοιες ευκολίες. Αμερικάνικος απόηχος; Κινηματογραφικές εμμονές; Σύνδεση εγκλήματος και σεξ; Femme fatale που πάντα κάπου κολλάει;]. Η κόρη μιας φίλης της έχει αλλάξει συμπεριφορά και θέλει να ανακαλύψει τι συμβαίνει. Παράλληλα, η ίδια η Ναταλία παρακολουθείται από έναν ύποπτο που μάλιστα ξυλοφορτώνει (ελαφρά!) τον Οικονόμου.

ΤΟ ΑΝΑΛΑΦΡΟ του ύφους και η σκληρή άνεση του detective δεν μας προφυλάσσει από τη βιαιότητα που έρχεται ορμητική. Μπράβοι, ναρκωτικά, ξυλοδαρμοί, ο νταβραντισμένος συνεργάτης του Οικονόμου ο Βλάσης σαπίζει στο ξύλο τον νταή, αλλά λίγο μετά, η Βαλερί, μια πόρνη φίλη του, βρίσκεται άγρια ξυλοκοπημένη… Το πράγμα χοντραίνει κι όλη η μπρουτίλα της νύχτας, η ανελέητη αύρα του υποκόσμου, οι δουλειές της παρανομίας που λειτουργούν σε κυκλώματα και σε μαφιόζικες κινήσεις.

ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΟ έργο. Για τους λόγους που είπα και για τη γρήγορη δράση αλλά και τη σφιχτή πλοκή. Ωστόσο, επειδή οι δεινόσαυροι εξαφανίζονται όσο δεν προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα, ένιωθα συνεχώς ότι και το noir μυθιστόρημα, όπως αυτό, είναι εγκλωβισμένο στα κλισέ του: οι ωραίες γυναίκες, μοιραίες και νυχτόβιες, το πολύ αλκοόλ, το άφθονο ξύλο, ένας κόσμος δηλαδή που ζει με τον ίδιο τρόπο απαρέγκλιτα. Κι αυτές οι εύκολες επαναλήψεις κουράζουν και δείχνουν μια νωθρή εμμονή σε μανιέρες.

Πάπισσα Ιωάννα

 

Sunday, October 17, 2021

Volker Kutscher, “Βωβός θάνατος”

Ο κινηματογράφος περνά από τη βωβή φάση του στην ομιλούσα. Η Γερμανία του 1930 ζει τη δική της μετάβαση, η οποία προκαλεί ρήξεις και εντάσεις, οι φόνοι είναι η κορύφωση μιας τρέλας.


Volker Kutscher

“Der stumme Tod”

2009

“Βωβός θάνατος”

μετ. Τ. Ψηλογιαννόπουλος

εκδόσεις Διόπτρα -2021


Το προηγούμενο αστυνομικό του, παρότι έκανε μια μικρή κοιλιά λόγω όγκου, μας άρεσε. “Το βρεγμένο ψάρι”.  Έτσι, είπαμε να δοκιμάσουμε και το προκείμενο.

 

> Ο Φόλκερ Κούτσερ, Γερμανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1962 στο Λίντλαρ της Κολωνίας. Μετά από τις σπουδές του στη Γερμανική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Ιστορία, εργάστηκε αρχικά ως συντάκτης στον ημερήσιο τύπο προτού συγγράψει το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα. Σήμερα ζει στην Κολωνία εργαζόμενος αποκλειστικά ως συγγραφέας.

 

1930 Γερμανία. Λίγο μετά το κραχ και ενώ ο βουβός κινηματογράφος πνέει τα λοίσθια ενόψει του ομιλούντος. Ο αστυνόμος Gereon Rath, ουσιαστικά πλέον στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών, αναλαμβάνει επίσημα έναν φόνο και ανεπίσημα δύο άλλες υποθέσεις. Έτσι έχουμε ένα τρίπτυχο ερευνών που είναι ή φαίνεται να είναι άσχετες μεταξύ τους.

ΠΡΩΤΟΝ, η πρωταγωνίστρια της εταιρίας Le Belle ονόματι Betty Winter τρώει κατακέφαλα (κυριολεκτικά) έναν ογκώδη προβολέα και πεθαίνει. Το φαινομενικό ατύχημα είναι μάλλον δολιοφθορά από τον τεχνικό Felix Krempin, που είχε εισχωρήσει στην εταιρία για να κατασκοπεύσει υπέρ μιας άλλης κινηματογραφικής επιχείρησης, που λεγόταν Montana. Όμως ο αστυνόμος δεν πιστεύει στην ενοχή του. Δεύτερον, ο παραγωγός της Montana Manfred Oppenberg, που παραδέχεται μόνο την κατασκοπία κι όχι τη δολιοφθορά, ψάχνει την αγαπημένη του και ηθοποιό της νέας του ταινίας Vivian Franck, η οποία εξαφανίστηκε. Τρίτον, ο αστυνόμος έχει αναλάβει να βοηθήσει ανεπίσημα τον πρωθυπουργό της Κολωνίας Konrad Adenauer, ο οποίος δέχεται απειλητικά-εκβιαστικά γράμματα.

O GEREON RATH είναι ο σκληρός αστυνόμος που κάνει του κεφαλιού του, λειτουργεί σαν μοναχικός λύκος, δεν πολυσέβεται την ιεραρχία, ειδικά όταν ο ανώτερός του Böhm τον έχει στην μπούκα. Όσο (δεν) τον παίρνει, προχωρά μόνος του, κι όταν τον έβγαλαν από την υπόθεση της Winter, το κατάπιε εξωτερικά. Εσωτερικά όμως; Είναι ο τυπικός αμερικάνικου τύπου μπάτσος που είναι tough tough tough ανήσυχος, κωλοπετσωμένος, άσος στην μπουνιά (ακόμα και προς συναδέλφους), αντισυμβατικός αλλά και αποτελεσματικός. Οι αβρότητες δεν του ταιριάζουν (και από ιδιοσυγκρασία και για λόγους αποτελεσματικότητας), αλλά προτιμά τις out-of-the-box κατευθύνσεις.

ΟΙ ΔΥΟ πρώτες περιπτώσεις σταδιακά συγκλίνουν. Οι βασικές πρωταγωνίστριες των δυο ανταγωνιστριών κινηματογραφικών εταιριών βρίσκονται δολοφονημένες, οι ταινίες πάνε πίσω. Είμαστε στην εποχή όπου ο βωβός κινηματογράφος, πραγματική τέχνη κατά μερικούς συντηρητικούς, παραγκωνίζεται σιγά σιγά από τον ομιλούντα. Περίπου στη σελίδα 400 αυτή η διαμάχη ίσως είναι και το αιτιακό υπόβαθρο των φόνων, ακόμα περισσότερο αφού της Vivian Franck, πριν πεθάνει, της αφαίρεσαν τις φωνητικές της χορδές, σύμβολο (αν το διαβάζω σωστά) της ομιλίας της, άρα στόχος των υποστηρικτών του βωβού κινηματογράφου. Ένας serial killer που σκοτώνει ηθοποιούς, αφού τα θύματα αυξάνονται, θέλει να περάσει το δικό του μήνυμα. Τελικά δυο άσχετοι δολοφόνοι για τέσσερις θανάτους…

ΤΟ ΟΓΚΩΔΕΣΤΑΤΟ βιβλίο διαβάζεται μονορούφι. Τα λεφτά μου έπιασαν τόπο, καθώς πέρασα ώρες απολαυστικής ανάγνωσης και ώρες γλυκιάς αναμονής. Αν ήθελα να τελειώσει αμέσως, θα καθόμουν καθηλωμένη πάνω του και θα το ολοκλήρωνα μονομιάς. Αλλά το διάβαζα πιο αργά, ώστε να έχω κάτι να περιμένω. Νομίζω ότι είναι καλύτερο από το “Το βρεγμένο ψάρι”, επειδή συναρτά πολλά δεδομένα σε έναν άξονα δράσης και δεν απλώνεται άναρχα προς διάφορες άσχετες κατευθύνσεις.

Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, October 14, 2021

Κλαίτη Σωτηριάδου, “Μαθήματα δημιουργικής γραφής”

Ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής. Η οργανώτρια απλώς κάνει τις απαραίτητες γέφυρες και καθένας απ’ τους μαθητές διαβάζει ένα του διήγημα.

 

Κλαίτη Σωτηριάδου

“Μαθήματα δημιουργικής γραφής”

εκδόσεις Μελάνι

-2021


Ενδιαφέρων τίτλος. Το πήρα επειδή πίστευα ότι θα δω μια αυτοαναφορική χρήση των μαθημάτων, ώστε η ίδια η νουβέλα να σχολιάζει τον τρόπο γραφής της.

 

> Η Κλαίτη Σωτηριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Μετά τις γυμνασιακές σπουδές της παντρεύτηκε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε. Παρακολούθησε μαθήματα αγγλικής φιλολογίας στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος Deree απ' όπου έλαβε το δίπλωμα B.A. (1976) με Ανώτατη Διάκριση (Highest Distinction). Παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα στη Σχολή Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Essex, Αγγλίας, απ' όπου έλαβε το δίπλωμα M.A. στη Θεωρία και Πρακτική της Λογοτεχνικής Μετάφρασης (1982). Εργάζεται από το 1973 ως επαγγελματίας μεταφράστρια λογοτεχνίας και συνεργάζεται με διάφορους εκδοτικούς οίκους και περιοδικά λογοτεχνίας.


ΈΝΑ ΜΑΘΗΜΑ δημιουργικής γραφής με ενήλικους συνθέτει σε ένα ενιαίο κείμενο τις σκέψεις της καθηγήτριας με τα λογοτεχνικά έργα των σπουδαστών. Έτσι, έχουμε έναν βασικό κορμό απ’ όπου ξεμυτίζουν αυτοτελή λογοτεχνήματα, μικρά διηγήματα δηλαδή, που δοκιμάζουν στο χαρτί γραφές και βιώματα.

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ από τους Δίδυμους Πύργους παραλληλίζεται με τον σεισμό στην Κεφαλονιά, η αφηγήτρια στο δεύτερο διήγημα μιλά στον ψυχίατρό της, καθώς ανακαλύπτει ότι όποιος εραστής πέρασε από τη ζωή της και της είπε ψέματα υπέστη αργότερα φοβερά προβλήματα υγείας (έχει κάποια τηλεπαθητική δύναμη εκδικητικής υφής;), η άλλη δέχεται ερωτική εξομολόγηση αλλά δεν μπορεί να τον δει παρά μόνο ως φίλο, η γιαγιά που θυμάται τα νεκρά παιδιά της, οι νέοι που κάνουν διακοπές ενώ ο πατέρας τους έχει χαθεί,  ο μικρός αδερφός και τα πάθη του, η φυλή που περιμένει τα δελφίνια να της φέρει κέφαλους, σαν τον συγγραφέα που περιμένει τις λέξεις, ερασιτέχνες δύτες παρακολουθούν ενάλια αρχαία, μια γυναίκα παραπονιέται για την “ερωμένη” του άντρα της, η συμβίωση με τη θεία, η παραδουλεύτρα που δεν της επιτρέπεται να πετάξει σαβούρα αν δεν το εγκρίνει ο κύριος, κ.ο.κ.


ΟΡΙΣΜΕΝΑ συμπεράσματα που απορρέουν είναι ότι συχνά οι συγγραφείς γράφουν προσωπικά βιώματα και εγκλωβίζονται σ’ αυτά, άλλες πάλι ψυχοθεραπεύονται μέσω της γραφής, όπου εκτονώνουν τα συναισθήματα και τις ανασφάλειές τους. Η διάκριση μεταξύ δοκιμίου και διηγήματος ακούγεται κάπου ξώφαλτσα, τα πρόσωπα εναλλάσσονται, τα ύφη επίσης, το τραγικό με το κωμικό (λιγότερο)… Κάθε μαθητευόμενος γράφει με τον δικό του τρόπο, βγάζει στο χαρτί ό,τι τον απασχολεί, μαθαίνει τον εαυτό του εξωτερικεύοντας το είναι του.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ που διάλεξε η Σωτηριάδου δεν είναι πετυχημένο. Τα διηγήματα, με διαφορετικό βέβαια ύφος, πράγμα που είναι πολύ εύστοχο, συγκολλώνται ασύνδετα με το πρόσχημα ενός σεμιναρίου δημιουργικής γραφής. Αλλά πουθενά δεν ακούγονται σχόλια, κανείς δεν συζητά τι έγραψε ο διπλανός του, αλλά ούτε και η υπεύθυνη κρίνει, σχολιάζει, επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει, ούτε διορθώνει για να μάθουν, αλλά αφήνει τον καθένα να εκφωνεί το κείμενό του, λες και πρόκειται για παρέλαση αφηγητών.

Πάπισσα Ιωάννα

Monday, October 11, 2021

Sergio del Molino, “Το δέρμα”

Ένας άνθρωπος που έχει ψωρίαση σκέφτεται όχι μόνο την υγεία του αλλά και όλα τα στερεότυπα που εκπορεύονται μέσα στην Ιστορία από αυτήν. Κι αυτά τα στερεότυπα επηρεάζουν και την αυτοεικόνα του, την αξιοπρέπειά του και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει το δέρμα του.


Sergio del Molino

“La piel”

2020

“Το δέρμα”

μετ. Μ. Παλαιολόγου

εκδόσεις Ίκαρος -2021

 

Εντάξει, δεν είναι όλα τα μυθιστορήματα γραμμένα πάνω σε έναν βασικό χαρακτήρα. Υπάρχει ένα μικρό ποσοστό, ίσως πιο σύγχρονη τάση, που θέτουν στο κέντρο τους ένα άψυχο ον, μια έννοια ή ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή κάτι άλλο και πάνω σ’ αυτό στήνουν την ιστορία τους. Π.χ. “Το βιβλίο των χελιών” του Σουηδού Patrik Svensson περιστρέφεται γύρω από το χέλι και την ιστορία του.


> Ο Sergio del Molino (Σέρχιο δελ Μολίνο) γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1979 και ζει στη Θαραγόθα. Είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, συνεργαζόμενος με πολλές εφημερίδες και τηλεοπτικά προγράμματα στην Ισπανία. Έχει εκδώσει επτά μυθιστορήματα και έξι δοκίμια. Στο μυθιστόρημα La hora violeta (2013) αφηγείται την ασθένεια και τον θάνατο του γιου του Pablo, ένα ιδιαίτερο γράμμα αγάπης που μεταφράστηκε σε τρεις γλώσσες και τιμήθηκε με τα βραβεία Ojo Crítico 2014 και Tigre Juan 2014. Το δοκίμιο La España vacía (2016) άνοιξε έναν μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο σχετικά με την πληθυσμιακή συρρίκνωση του αγροτικού κόσμου και τις συνέπειες του φαινομένου στη συλλογική συνείδηση των Ισπανών. Τιμήθηκε με το βραβείο Cálamo 2016 και το βραβείο βιβλιοπωλών της Μαδρίτης για το καλύτερο δοκίμιο (2016). Το νέο του βιβλίο, Το δέρμα (Ίκαρος, 2021), το πρώτο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά, αποτελεί ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος, στο οποίο συγκεντρώνει γλυκόπικρες ιστορίες με επίκεντρο το ανθρώπινο δέρμα. Μεταφράζεται ήδη σε περισσότερες από τέσσερις γλώσσες.


ΑΝΑΛΟΓΑ με τον Svensson, ο Del Molino βάζει σε πρωταγωνιστικό ρόλο το δέρμα, και μάλιστα το άρρωστο δέρμα. Για να είμαι πιο ακριβής, όπως και στο σουηδικό βιβλίο, όπου η εξιστόρηση αφορά το Εγώ και το άλλο, δηλαδή τον αφηγητή και τα χέλια, εδώ τον αφηγητή και το δέρμα που πάσχει από ψωρίαση. Αυτή η δερματολογική πάθηση βασανίζει τον ήρωα, όχι μόνο για λόγους αισθητικής, καθώς παρουσιάζει μια φρικτή εικόνα με φολίδες και αίμα, που τον αναγκάζει ακόμα και το καλοκαίρι να ντύνεται με μακριά ρούχα, αλλά και για λόγους υγείας, καθώς η αρρώστια μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερες νόσους. Έτσι, ο αφηγητής αφενός υφίσταται το νοσοκομείο και τη μεθοτρεξάτη, με όλη την αναξιοπρέπεια που νιώθει να κουβαλά, κι αφετέρου προσπαθεί να εκλογικεύσει και να συμφιλιωθεί με το δέρμα του, μιλώντας και ξαναμιλώντας γι’ αυτό.

ΠΕΡΑ ΑΠ’ την προσωπική του σχέση με την ψωρίαση, η αφήγησή του απλώνεται σε διάσημους ανθρώπους που είχαν ανάλογο πρόβλημα και το χειρίστηκαν, ανάλογα με τη θέση τους μέσα στην κοινωνία. Ο Στάλιν π.χ. δεν άφηνε κανέναν να δει το γυμνό του σώμα, εκτός από τον Κιρόφ, τον οποίο εντέλει έφαγε σε κάτι εκκαθαρίσεις. Ο John Updike μιλά και κρύβει την αρρώστια του πίσω από τον μυθοπλαστικό Λαγό του, η τραγουδίστρια Cindy Loper έζησε και πέθανε μ’ αυτήν, περνώντας από την αφάνεια στη δόξα και το αντίθετο.

ΤΟ ΔΕΡΜΑ, λέει ο del Molino, είναι η αυτονόητη εικόνα μας προς τα έξω, η γέφυρα του εντός μας με τους άλλους. Θέλουμε λοιπόν να έχουμε μια ωραία βιτρίνα για να κερδίσουμε σε αξιοπρέπεια και αποδοχή. Όταν όμως συμβαίνει κάτι παράξενο σ’ αυτό, συνειδητοποιούμε πώς μας βλέπουν οι άλλοι (αμηχανία, περιέργεια, οίκτο, αποστροφή…) ή πώς νομίζουμε εμείς ότι μας βλέπουν οι άλλοι κι έτσι η (θεωρούμε) ετεροεικόνα γίνεται προσωπική αυτοεικόνα. Στην ουσία υπάρχει ένα είδος ρατσισμού προς όποιον έχει διαφορετικό δέρμα, άρρωστο ή παράξενο, και γι’ αυτό ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στα είδη δέρματος, λευκό, ροζ ή σκούρο καφέ, που γέννησαν και αντίστοιχες φυλετικές θεωρίες, για τις οποίες δεν φταίει το δέρμα, αλλά η εκτίμηση του δέρματος από τους διάφορους πολιτισμούς.

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ δεν διστάζει να θεωρήσει τη δερματίτιδά του τερατογένεση και να φιλοσοφήσει πάνω στην έννοια “τέρας”. Προφανώς είναι η διογκωμένη εικόνα που ψυχολογικά και μυθιστορηματικά δημιουργεί για να αποδώσει τα συναισθήματά του, χωρίς οιμωγές αλλά με μια ανθρώπινη ματιά. Ανατρέχοντας στην Ιστορία και σε διάσημα πρόσωπα, όπως ο Ναμπόκοφ, και εξετάζοντας τα χειρόγραφα του Κουμράν, που απαγόρευαν σε όσους έχουν μια δερματική πάθηση ως ακάθαρτους να εισέλθουν στην κοινότητα, ο Del Molino σχολιάζει, σκέφτεται, φιλοσοφεί, αφηγείται με δοκιμιακό τρόπο και στοχάζεται με ιστορίες. Ένα πολύ ζωντανό βιβλίο, ένα υβριδικό είδος που πάει τη λογοτεχνία λίγο πιο πέρα.

Πάπισσα Ιωάννα

In2life, 10/9/2021

Thursday, October 07, 2021

Αύγουστος Κορτώ, “Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου”

Τρεις φίλοι ζούσαν στο περιθώριο, σεξ, ναρκωτικά, AIDS, πορνεία, καταλήψεις, αλλά η φιλία τους τους έδωσε δύναμη να αντέξουν.

 

Αύγουστος Κορτώ

“Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου”

εκδόσεις Πατάκη

-2021

 

Κορτώ; Θαύμα ή δράμα;  “Ο δαιμονιστής”,  “Дεκαέξι”, “Ρένα”“Σκυλίσια ψυχή”, “Το μυστικό του Λεονάρντο” και “Δέσποινα” 

 

> Ο Πέτρος Χατζόπουλος, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Αύγουστου Κορτώ, γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα, νουβέλες, κριτικές και βιβλία για παιδιά.

 


ΑΚΟΜΑ κι αν σε ενοχλεί που ο Κορτώ γράφει σε ρυθμούς πολυβόλου, που πριν στεγνώσει το μελάνι ετοιμάζει το επόμενο βιβλίο, που εκδίδει ένα και δύο βιβλία τον χρόνο, πρέπει να του αναγνωρίσεις δυο βασικά προσόντα: 1. Το πηγαία χειμαρρώδες ύφος του, που κολλάει σαν βρεγμένο σεντόνι πάνω στο σώμα της γραφής, που με γνήσια λογοτεχνικό τόνο αναπαριστά το πάθος, το λάθος και τον σφυγμό της ζωής. Οι φράσεις του είναι αυθεντικές επειδή εκτοξεύονται τόσο αυθόρμητα (ακόμα κι αν τις δουλεύει), που νιώθεις ότι καρφώνουν την ψυχή στον τοίχο τόσο απόλυτα τόσο οδυνηρά που δεν μπορείς να αντισταθείς. 2. Τα θέματά του δεν είναι ποτέ τα ίδια. Ίσως πηγάζουν από προσωπικά βιώματα, πραγματικά ή διακειμενικά, αλλά μοιάζουν τόσο διαφορετικά, ερεθιστικά και ποικίλα, τόσο παγκοσμιοποιημένα, τόσο ολοκληρωμένα σενάρια ετερόκλιτων πολιτισμικών ταινιών, που μένεις να θαυμάσεις τη συνεχή πρωτοτυπία του.

ΕΙΠΑ και πριν ότι μπορεί όλα αυτά να εξωτερικεύουν προσωπικές εσωτερικές εμπειρίες, πληγές που θέλουν αέρα. Κι έτσι η γραφή γίνεται ψυχοθεραπεία για την τραυματισμένη ψυχή του Κορτώ, που σφαδάζει και αυτομαχαιρώνεται. Κι αυτό ακόμα είναι μια γνήσια λογοτεχνική στάση: γράφω όταν ένας μπαλτάς μου σφυροκοπά τα σωθικά και θέλε να βγει έξω. Ο Κορτώ δείχνει ότι γράφει επειδή πιστεύει στη γραφή, επειδή αλλιώς θα είχε φύγει μοναχός στο Αγιονόρος, θα είχε πνιγεί στην ίδια του την απόγνωση. Κι εκεί συνήθως σταματάνε οι αναβλύζουσες πηγές. Συνήθως οι ιστορίες του δεν ολοκληρώνονται οργανικά. Μερικές φορές οδηγούνται σε ένα συνεπές τέλος κι άλλοτε μένουν μετέωρες, ακριβώς επειδή σώθηκε η λάβα που τις τροφοδοτούσε.  

ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ του βιβλίο είμαστε στην αρχή των ’90s. Ο Γιάννης, νέος 2.10 εκατοστά ύψος, ντερέκι, αλλά γενικά συνεσταλμένος και χαμηλών τόνων, ο Μανώλης, πιο εξωστρεφής, χορευταράς, αεικίνητος. Κι ανάμεσά τους η Δήμητρα, που προσπαθεί να λειτουργήσει σαν συγκολλητική ουσία. Τρία φιλαράκια, που ζουν μποέμικα. Που ξενυχτάνε, πίνουν, κάνουν κανένα μπάφο, όσο τους επιτρέπουν τα οικονομικά τους που είναι κάκιστα. Δουλεύουν αραιά και πού, και μερικές φορές εκπορνεύονται.

Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ τρίο, που κινείται στη νύχτα, στο περιθώριο και στην κατάληψη του Σάκου, ενός νεοκλασικού κτηρίου, εμφανίζεται το AIDS ως απειλή και ως κατάρα. Κι ένας άγνωστος, που σκοτώνει ναρκομανείς. Ένα είδος εκδίκησης ή εκκαθάρισης;

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ όμως ο Κορτώ, με αναδρομές, χτίζει το παρελθόν τους, σκιαγραφεί την προβληματική οικογένειά τους, δείχνει πιθανόν ότι το παρόν μας χρωστά πολλά στον τρόπο που φτάσαμε σ’ αυτό. Ο Μανώλης εκ Κρήτης έπρεπε να είναι πιο ανδροπρεπής, αλλά αυτός βγήκε θηλυπρεπής και τελικά ομοφυλόφιλος (ο Κορτώ δεν σταματά στιγμή να χώνει και μια ομοφυλοφιλία μέσα στους ήρωές του, είτε ταιριάζει με το πλαίσιο είτε όχι). Η Δήμητρα έπρεπε να είναι αγόρι, αφού έναν γιο περίμενε ο πατέρας της, κι αυτή βγήκε κορίτσι, με αποτέλεσμα να υφίσταται ως και βιασμό από τον προγονό της. Ο Γιάννης μεγάλωσε σε μια θρησκόληπτη οικογένεια, που τον ήθελε ευσεβή, αλλά τελικά αυτός πήρε τον δρόμο της μουσικής (της ασωτίας με λίγα λόγια) και “σπιτώθηκε” από ένα αξιοσέβαστο κύριο.

ΔΙΑΒΑΖΩ άπληστα το κείμενο όσο η γλώσσα, ένα μίγμα αργκό, κορτωικού λόγου, ύφους που σαν χείμαρρος σαρώνει τα πάντα και κατεβάζει φερτά υλικά, όπως μεταφορές, παρομοιώσεις, έξυπνες συνδέσεις λέξεων κ.ο.κ. Βλέπω ζωντανά τη ζωή των τριών, το σενάριο που πλάθει ο συγγραφέας, το κλίμα της νύχτας, της σεξουαλικότητας στα άκρα, της ηδονής που δεν κρατά τα προσχήματα. Αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει κι αυτό που φοβόμουν: η ιστορία δεν έχει ολότητα, αλλά απλώνεται σε μια σαγηνευτική αφήγηση, χωρίς πλοκή, μια γλώσσα πολυπλόκαμη, χωρίς νομοτέλεια.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ξαναφέρνει στο προσκήνιο το AIDS. Ο Κορτώ είχε ξαναγράψει γι’ αυτό στο “Ο αφανισμός του Νίκου”. Αν δεν είναι προσωπικό βίωμα, τότε ξαναέρχεται στην επιφάνεια και λόγω κορονοϊού; Τελειώνοντας το βιβλίο, έμεινα με συναισθήματα και θαυμασμό για την αυθόρμητα καταιγιστική γραφή, αλλά όχι για την κορύφωση.

Πάπισσα Ιωάννα

Monday, October 04, 2021

Thomas Cantaloube, “Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία”

Ενώ η Αλγερία μάχεται για την απελευθέρωσή της από τη Γαλλία, ένας άνθρωπος σκοτώνεται και στον φόνο του διασταυρώνονται αίτια και συμφέροντα, πολύ ανώτερα μιας προσωπικής διαφοράς.


Thomas Cantaloube

“Requiem pour une République”

2019

“Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία”

μετ. Δ. Δημακόπουλος

εκδόσεις Πόλις -2021

 

Ο τίτλος με παρέπεμπε σ’ ένα σκληρό πολιτικό βιβλίο, που, όσο κι αν γλύκαινε με τη μυθιστορηματική του μορφή, δεν θα με δελέαζε. Αλλά διαβάζοντας την κριτική στο fractal, πείστηκα ότι η αστυνομική υπόθεση υπερτερεί ή τουλάχιστον συμπορεύεται με την πολιτική χροιά.


> Ο Τομά Κανταλούμπ γεννήθηκε το 1971 στο Παρίσι. Είναι απόφοιτος του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού και του Κέντρου Εκπαίδευσης Δημοσιογράφων. Από το 1995 ώς το 2020 εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αρχικά στα Cahiers du cinéma και, από το 1997 ώς το 1999, ως ανταποκριτής της L’Humanité στο Λος Άντζελες, συνεχίζοντας τη συνεργασία του και με άλλα έντυπα.

Το 1999 επέστρεψε στο Παρίσι και έγινε αναπληρωτής αρχισυντάκτης της L’Humanité Hebdo. Αποχώρησε, διαφωνώντας με τη γραμμή της εφημερίδας, το 2001 και ταξίδεψε για ένα έτος σε δεκατρείς χώρες. Το 2003 εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον ως ανταποκριτής της εφημερίδας Le Parisien και των περιοδικών Marianne και La Vie, με δημοσιογραφικές αποστολές στο Μεξικό, το Ιράκ, το Κουβέιτ και την Κούβα.

Το 2008 επιστρέφει στη Γαλλία και ώς το 2020 εργάζεται στην ιστοσελίδα Mediapart ως αρχισυντάκτης διεθνών θεμάτων και ως ειδικός απεσταλμένος στις ΗΠΑ, τα Βαλκάνια, τη Μεγάλη Βρετανία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Νότια Αφρική, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, την Αίγυπτο, την Τυνησία, τη Λιβύη, την Αργεντινή, τη Χιλή, την Πολωνία, το Μάλι, την Ινδία, τη Ρουάντα, τη Νικαράγουα, τη Βραζιλία, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη, την Ιρλανδία, το Καμερούν.

Από το 2020 αφοσιώνεται στη συγγραφή βιβλίων και σεναρίων.

Το Ρέκβιεμ για μια Δημοκρατία είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Landerneau Polar, Calibre 47, Sang d’encre, Anguille sous Roche, Mystère de la Critique, καθώς και με το Βραβείο Αναγνωστών του Quais du Polar. Το 2021 κυκλοφόρησε και το μυθιστόρημά του Frakas.

 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ του Αλγερινού δικηγόρου Abderrahman Bedoui και ο ίδιος δολοφονείται στο Παρίσι. Ξέρουμε εξαρχής ότι δολοφόνος είναι το ακροδεξιό στοιχείο Victor Lemaire, τον οποίο έλαβε το ανώτερο στέλεχος της αστυνομίας Jean-Paul Deogratias.

ΠΑΝΩ Σ’ ΑΥΤΟ το γεγονός στήνονται τρεις εναλλασσόμενες αφηγήσεις που βλέπουν την ανεύρεση του ενόχου από διαφορετικές πλευρές και από διαφορετικά συμφέροντα. Απ’ τη μια, ο Sirius Volkstrom, που είχε αναλάβει εκ μέρους του Deogratias να εξολοθρεύσει τον Lemaire μετά τον φόνο, αλλά ο τελευταίος εκτέλεσε την οικογένεια κι έπειτα εξαφανίστηκε. Ο Volkstrom θέλει να τον βρει. Απ’ την άλλη ο επιθεωρητής Luc Blanchard, νεαρός και άπειρος, αναλαμβάνει εκ μέρους της αστυνομίας την έρευνα, χωρίς να ξέρει ότι ο ανώτερός του Deogratias, που κινεί τα νήματα από πίσω, δεν θέλει να ανακαλυφθεί η αλήθεια. Και τέλος ο άνθρωπος του υποκόσμου Antoine Carrega καλείται από τον τραπεζίτη Aimé de La Salle de Rochemaure να εξιχνιάσει το έγκλημα, καθώς η γυναίκα του Αλγερινού ήταν κόρη του. Ο καθένας με τα κίνητρά του κινεί τρεις διαφορετικούς δρόμους, όπως και η αφήγηση.

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στα 1959. Ο De Gaulle είναι στην εξουσία αλλά στηρίζεται σε ακροδεξιά στοιχεία που δεν θέλουν να ακολουθήσουν την πολιτική του, ειδικά στο θέμα της Αλγερίας η οποία διεκδικεί την ανεξαρτησία της. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN) έχει ανοίξει ήδη πόλεμο και τελικά η χώρα θα απελευθερωθεί το 1962. Η δολοφονία λοιπόν στο μυθιστόρημα εντάσσεται στα προδρομικά γεγονότα που φέρνουν σε αντιπαράθεση δύο κόσμους.

ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ των τριών συγκλινουσών οπτικών γωνιών παρακολουθούμε την ιστορία από τρεις πλευρές κι έτσι το αστυνομικό μυθιστόρημα σπάει στα τρία, με το ίδιο έγκλημα στο κέντρο αλλά με τρεις διαφορετικούς δρόμους προς τον ένοχο, τον οποίο ξέρουμε εξαρχής, όπως και τη συνωμοσία των εθνικιστών σε βάρος των Αλγερινών αυτονομιστών. Το κουκούλωμα των φόνων με έναν αθώο να την πληρώνει, οι υποψίες όσων συμμετέχουν ότι δεν είναι αυτή η αλήθεια, ο ιστός των παρακρατικών που βρίσκει ενόχους του FLN και τρομοκρατεί τους Άραβες του Παρισιού είναι το ψηφιδωτό που μας εισάγει στο κλίμα των ημερών.

Η ΙΔΕΑ είναι πολύ έξυπνη, καθώς τρεις άνθρωποι, από διαφορετικές σκοπιές και με διαφορετικά ελατήρια, ψάχνουν τον άφαντο φονιά. Και ενώ ξεκίνησαν ανταγωνιστικά, σταδιακά και με ποικίλους τρόπους συνέκλιναν και συνεργάστηκαν, χωρίς ποτέ να γίνουν φίλοι. Το αστυνομικό, που είχε σπάσει στα τρία, βρίσκει βήμα το βήμα την συμβολή των τριών παραποτάμων σε μια κοινή κοίτη.

Πάπισσα Ιωάννα