Thursday, December 09, 2021

Ρόζα Βεντρέλλα, “Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας”

Η οικογενειακή καταπίεση είναι ο άξονας μιας ευρύτερης κοινωνικής νοοτροπίας, όπου η βία λύνει τα προβλήματα σε ένα ιταλικό περιβάλλον, με την προσπάθεια να ξεπεραστούν οι μικρότητες.

 

Rosa Ventrella

“Storia di una famiglia perbene”

2018

Ρόζα Βεντρέλλα

“Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας”

μετ. Δ. Δότση

εκδόσεις Πατάκη -2021

 

Πώς μερικές φορές η αναγνωστική μοίρα, αυτή που δεν ελέγχεται από τον άνθρωπο, φέρνει στα χέρια μας βιβλία, τα οποία ουδέποτε θελήσαμε και τελικά δεν μετανιώνουμε γι’ αυτά.

 

> Η Ρόζα Βεντρέλλα γεννήθηκε στο Μπάρι το 1974 και ζει στην Κρεµόνα εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια. Σπούδασε Σύγχρονη Ιστορία και είναι κάτοχος µεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Σχολική Διοίκηση. Έχει εργαστεί ως αρθρογράφος σε ιστορικά περιοδικά, ως επιµελήτρια εκδόσεων σε εκδοτικό οίκο, ενώ σήµερα εργάζεται ως καθηγήτρια ιταλικής λογοτεχνίας και υπεύθυνη εργαστηρίων δηµιουργικής γραφής για παιδιά και ενήλικες. Το µυθιστόρηµά της Ιστορία µιας καθωσπρέπει οικογένειας (Storia di una famiglia perbene, 2018), που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη (μτφρ. Δήμητρα Δότση, 2021), χαρακτηρίστηκε «το νέο ιταλικό θαύµα» και µεταφράζεται σε περισσότερες από 18 γλώσσες, ενώ αναµένεται και η τηλεοπτική του µεταφορά.

 

ΕΙΝΑΙ το τρίτο βιβλίο που πέφτει στα χέρια μου, το οποίο μιλάει για τον νότο της Ιταλίας και την κοινωνία του. Παλιότερα  “Η υπέροχη φίλη μου” της Έλενα Φερράντε και πρόσφατα το “Σικελικό ειδύλλιο” της δικής μας Σώτης Τριανταφύλλου. Τα θυμήθηκα μαζί γιατί παρουσιάζουν μια συντηρητική Ιταλία, μια μεσογειακή οικογένεια, μια κοινωνία βίας και οργής, αλλά και παλιών κωδίκων τιμής.

Η VENTRELLA βάζει την αφηγήτριά της να είναι 9 χρονών. Η Maria de Santis ζει στο Μπάρι, σε μια πενταμελή οικογένεια, όπου ο ψαράς πατέρας είναι ωραίος σαν τον Αμερικάνο ηθοποιό Tony Curtis αλλά και οξύθυμος που δεν διστάζει να ασκήσει βία στους γιους του Vincenzo και Giuseppe, στη γυναίκα του ίσως και στην κόρη του. Βέβαια ο πρώτος γιος είναι λίγο πολύ αλητήριος, αλλά ο πατέρας περισσότερο είναι ο τύπος του λαϊκού ανθρώπου που φορτώνει εύκολα και ξεσπά με χειροδικία, όταν πιστεύει ότι χάνεται η τιμή και η υπόληψή του. Επίσης, δεν αφήνει την κόρη του να κάνει παρέα με τον Mikele, τον γιο του Χοντρόπετσου, επειδή η οικογένειά του έχει κακή φήμη. Κι όντως ο αδελφός του Mikele κάνει διάφορες παρανομίες.

ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ, με κέντρο τη Mari παρακολουθούμε τη νοτιοϊταλική νοοτροπία, που ανδρώνεται μέσα στη φτώχια, την προγονοπληξία, το οικογενειακό μοντέλο, την κοινή γνώμη, την παρανομία, το μικροαστικό περιθώριο… Η μικρή κοπέλα καταφέρνει να ξεφύγει επειδή είναι καλή μαθήτρια και ο δάσκαλος καταφέρνει τον πατέρα της να τη γράψει στο φημισμένο σχολείο των καλογριών, όπου φοιτά η καλή κοινωνία. Η Maria ωριμάζει καθώς μορφώνεται, αγαπά τον Mikele, συγχωρεί που ανήκει σε μια ύποπτη οικογένεια, βρίσκει τρόπο να περιγράφει τα πράγματα, χωρίς η ίδια να φαίνεται ότι ο βούρκος γύρω της την καλύπτει. Για χρόνια απομακρύνονται, ειδικά μετά τις απειλές του πατέρα της, αλλά η τύχη τούς ξαναφέρνει κοντά…

ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας αναβιώνει σε μια άλλη εποχή, όταν δυο οικογένειες βρίσκονται σε έριδα. Τα πράγματα βέβαια εξιστορούνται μόνο από τη μία οικογένεια, η οποία εμποδίζει την κόρη της, την αφηγήτρια δηλαδή, να συμπορευτεί με το αγόρι της άλλης κακόφημης οικογένειας. Κι ενώ όλα έδειχναν ότι βαίνουν σε μια σωτήρια λύση, η συγγραφέας επιφυλάσσει μια μεγάλη έκπληξη που ταράζει τα νερά κι αφήνει τον αναγνώστη με σοκαριστικά ερωτήματα. Το τέλος έρχεται να συγκλονίσει και να πείσει ότι το happy end δεν είναι το κλείσιμο που ταιριάζει σε μια ρεαλιστική τραγωδία.

In2life, 21/9/2021

Πάπισσα Ιωάννα

Monday, December 06, 2021

Άννα Γρίβα, “Εξόριστες βασίλισσες”

Το Βυζάντιο, με τη γυναίκα να μην έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, όσο κι αν αξίζει, δείχνει διαχρονικές νοοτροπίες. Δείχνει πως η εξορία είναι μια εσωτερική έννοια.

 

Άννα Γρίβα

“Εξόριστες βασίλισσες”

εκδόσεις Μελάνι

-2021

 

Πολύ ωραίο εξώφυλλο. Ίσως αυτό με τράβηξε να σηκώσω το βιβλίο από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου, να το ξεφυλλίσω, να διαβάσω το οπισθόφυλλο, να το αγοράσω.


> Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Ιταλικής Φιλολογίας. Ποιήματά της και πεζά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά, τούρκικα.

 

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ είναι μια προβολή, με την ψυχαναλυτική έννοια;

ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ στο Βυζάντιο, τον 5ο αιώνα μ.Χ., όταν ακόμα η παλιά παγανιστική θρησκεία ψυχομαχεί και η νέα, ο Χριστιανισμός, εδραιώνεται. Στο κέντρο του είναι τρεις γυναίκες, δύο βασίλισσες και μια αδελφή βασιλιά, που παρά την υψηλή τους θέση και την αίγλη τους, ζουν εξόριστες κυριολεκτικά και ουσιαστικά.

ΚΑΤΑΡΧΑΣ, η Ευδοξία, σύζυγος του Βαλεντιανού Γ΄, όταν σκοτώνεται ο άντρας της, αναγκάζεται να παντρευτεί τον φονιά του, γερουσιαστή Πετρώνιο Μάξιμο, ο οποίος κατόπιν ηττάται στη Ρώμη από τον βασιλιά των Βανδάλων Γιζέριχο. Έτσι, η Ευδοξία συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στην Καρχηδόνα, αλλά το έτος 462 μ.Χ. καταφέρνει να επιστρέψει στη γενέθλια Κωνσταντίνου Πόλη. Βρίσκει το ημερολόγιο της μητέρας της Ευδοκίας, το οποίο τη συνδέει μ’ αυτήν και με τη δική της εξορία: είχε γεννηθεί στην Αθήνα ως Αθηναΐς, κόρη του φιλόσοφου Λεόντιου, μετά τον θάνατό του καταφεύγει στη Βασιλεύουσα, γνωρίζει την Πουλχερία, η οποία τη βαφτίζει χριστιανή ως Ευδοκία και την παντρεύει με τον κηδευόμενό της αδελφό αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Τρίτη “εξόριστη” είναι η ίδια η Πουλχερία, η οποία παρά τη δύναμή της έχει αφιερωθεί σε μια μοναστική ζωή μέσα στο παλάτι, εγκλεισμένη στις δικές της ανασφάλειες.

Η ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΗ μορφή δεν μειώνει πολύ τη δράση, αλλά σίγουρα μεταφέρει το βάρος στις σκέψεις και τα συναισθήματα της ομιλούσας. Έτσι, βλέπουμε όχι μόνο την κοινωνική διάσταση του θέματος, αλλά κυρίως τους ψυχικούς σεισμούς και τις βαλτωμένες ελπίδες, τις ζοφερές σκέψεις και τον κλονισμό που υφίσταται κάθε πρωταγωνίστρια από τις παλίρροιες της ιστορίας.

ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ, Ευδοκία, Ευδοξία, τρεις γυναίκες εγκλωβισμένες στην ανδροκρατούμενη ασφυξία μιας εποχής…

…ή και κάθε εποχής. Νομίζω ότι η συγγραφέας γράφει για το Βυζάντιο και επιλέγει τρεις υψηλά ιστάμενες γυναίκες των αρχών της (τότε) νέας εποχής, αλλά έχει στον νου της το σήμερα και τις μορφές έμφυλης καταπίεσης, που δεν έχουν πάψει να υφίστανται. Ιδού η προβολή. Αλλά κι η αναγνώστρια/ο αναγνώστης, διαβάζοντας για ανάκτορα, θρόνους, εκκλησίες, ελεύθερες σκέψεις αλλά δέσμιες συμπεριφορές, λοξοκοιτάζει τον 21ο αιώνα, όπου ακόμα και οι κορυφαίες γυναίκες νιώθουν συχνά αιχμάλωτες μιας αναχρονιστικής νοοτροπίας. Μπορεί εξωτερικά το “αδύναμο” φύλο να έχει κατακτήσει κορυφές, άβατα και οροπέδια, αλλά εσωτερικά υφίσταται συχνά την υποτίμηση, την ανασφάλεια, τη μείωση της προσωπικότητάς του.

Η μητέρα μου έλεγε πάντα ότι το να είσαι γυναίκα είναι τύχη μαζί και συντριβή. Άλλοτε δεν καταλάβαινα τα λόγια της, τώρα όμως ξέρω: είμαι γυναίκα γιατί κατέχω τα μυστικά της φύσης, νιώθω δίπλα μου τις αόρατες δυνάμεις του κόσμου, έχω ένστικτα που πάλλονται στο ελάχιστο ερέθισμα, δημιουργώ ζωή, ρέω γάλα και αίμα και όλους τους απόκρυφους χυμούς της ζωής. Είμαι όμως γυναίκα σημαίνει κι αυτή την υποταγή, την αιχμαλωσία, την υποχώρηση μπροστά στην αλαζονεία μιας εξουσίας που ποτέ δεν χορταίνει, της εξουσίας των ανδρών

ΠΙΟ ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΑ, δεν είναι (μόνο) ο άντρας που καταπιέζει, αλλά γενικότερα η εξορία από μια ιδανική πατρίδα, όχι αναγκαστικά τοπική αλλά ιδεολογική και κοσμοθεωριακή. Η Ευδοκία εξορίζεται από την ελευθερία του παγανισμού, την ευτυχία του παράνομου έρωτα με τον Παυλίνο και τη φιλοσοφία της Αθήνας, η Ευδοξία από τον πολιτισμό της Κωνσταντινούπολης και τον αθέλητο αλλά ήρεμο γάμο της με τον Βαλεντιανό, η Πουλχερία εξορίζεται απ’ τη ζωή σε μια διαρκή ασκητική αυτοϋπονόμευση. Η Γρίβα επέλεξε γυναίκες που ζουν στο μεταίχμιο εποχών και τρόπων ζωής, ώστε η τραγωδία τους να απορρέει απ’ αυτόν τον διχασμό ανάμεσα στο κάπου και το πουθενά.


In2life, 20/10/2021

Πάπισσα Ιωάννα

 

Friday, December 03, 2021

Douglas Stuart, “Σάγκι Μπέιν”

Η εγκατάλειψη, η φτώχια, το αλκοόλ πόσο αναξιοπρέπεια μπορούν να γεννήσουν; Πόσο η μάνα μπορεί να ξεπέσει και πόσο ο μικρός γιος μπορεί να σηκώσει τα βάρη;

 

Douglas Stuart

“Shuggie Bain”

2020

Σάγκι Μπέιν

μετ. Σ. Αργυροπούλου

εκδόσεις Μεταίχμιο -2021

 

Είναι ώρες ώρες που τα λογοτεχνικά βραβεία ανά τον κόσμο με δελεάζουν σαν τη μύγα κι αγοράζω τα βραβευμένα βιβλία, με ελπίδα, περιέργεια και δέος. Booker 2020 λοιπόν. Και περιμένω πολλά…


> Ο Douglas Stuart (Ντάγκλας Στιούαρτ, 1976) γεννήθηκε στη Γλασκόβη και σπούδασε στο Royal College of Art του Λονδίνου. Ζει και εργάζεται ως σχεδιαστής μόδας στη Νέα Υόρκη από το 2000. Το Σάγκι Μπέιν είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, ενώ αυτόν τον καιρό γράφει το δεύτερο, με τίτλο Loch Awe.

 

GLASGOW, αρχές της δεκαετίας του ’80. Μια σπαρακτική αφήγηση ξεκινά από το πρόσωπο του Hugh Shuggie Bain, νεαρού μαθητή στα 1992, και επιστρέφοντας στο 1981 περιφέρει την ιστορία στη μητέρα του Agnes, που παίζει χαρτιά, ενώ ο άντρας της, ταξιτζής, τσιλιμπουρδίζει ακόμα και με τις φίλες της…

ΚΑΘΕ ΑΦΗΓΗΣΗ και όλες μαζί καλειδοσκοπικά αναδεικνύουν πτυχές της σκοτσέζικης κοινωνίας, ίσως και γενικότερα της βρετανικής, την εποχή της Margaret Thatcher, όταν η ανεργία και η υποβαθμισμένη ζωή ήταν καθεστώς. Γενικά διαβάζοντας το βιβλίο, έχεις συνεχώς της αίσθηση της παρακμής, τόσο κοινωνικά στα δρομάκια της πόλης και στα πρόσωπα των ανθρώπων, όσο και ατομικά, στις ψυχές τους που καπνίζουν μέσα στη ματαιότητα και αναπνέουν μέσα στη μιζέρια. Η προσωπική ματαίωση, η κακοποίηση, οι διασαλευμένες σχέσεις, η εγκατάλειψη, το αλκοόλ, η ψυχική παράλυση, τα προσωπικά αδιέξοδα…

Η ΜΕΓΑΛΗ καμπή συμβαίνει όταν η Agnes εγκαταλείπεται από τον άντρα της, όπως κι εκείνη είχε εγκαταλείψει τον πρώτο της σύζυγο. Και μόνη με τρία παιδιά μετοικεί σε μια φτωχή συνοικία ανθρακωρύχων και ανέργων, όπου ζει πάμφτωχα και αναξιοπρεπώς στη μιζέρια και στο αλκοόλ. Το κλίμα αυτό, που διακρίνεται από την παραίτηση και την αδυναμία, χρωματίζεται έντονα σε δύο εξαιρετικές σκηνές: στη μία, η Agnes βοηθά μια ταλαίπωρη γυναίκα, που κακοποιήθηκε από τον άντρα της, γυμνή χωρίς εσώρουχα κάτω από τα φθαρμένα ρούχα της και εσωτερικά κουρέλι. Περιμένοντας το ασθενοφόρο, η Agnes βγάζει τα δικά της μεταξωτά εσώρουχα και ντύνει με αυτά τη φίλη της, ώστε να μην πάει ντροπιασμένη στο νοσοκομείο. Στην άλλη, ο πατέρας της Agnes, ο Willy, πεθαίνει στο νοσοκομείο, ενώ η μητέρα της ξαπλώνει πάνω του για να του δώσει το σώμα της ως ύστατο χαίρε.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ θα μπορούσε να λέγεται “Agnes Bain”, επειδή κεντρικό πρόσωπο –ίσως πιο κεντρικό από τον μικρό ήρωα- είναι η μητέρα του. Στο πρόσωπό της συναιρούνται η κοινωνική εξαθλίωση, που την οδηγεί στο ποτό, το οποίο κόβει για ένα χρόνο, αλλά το ξαναρχίζει με όλη την αποκτήνωση και την αναξιοπρέπεια που αυτό συνεπάγεται, ώσπου να κλειστεί μάλιστα για λίγο σε ψυχιατρική κλινική όταν προσπάθησε να αυτοκτονήσει, και το ψυχολογικό κενό. Απόγνωση, ματαίωση, παραίτηση, καταφυγή στο αλκοόλ, προσπάθεια να ξεκόψει και μετά το ξανακύλισμα, μια ωραία γυναίκα που προδόθηκε απ’ τη ζωή και πρόδωσε τον εαυτό της.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ λοιπόν να λέγεται “Agnes Bain”, αλλά ο Stuart προτίμησε το όνομα του εντεκάχρονου γιου, που λείπει συχνά από το σχολείο, που αντιμετωπίζεται σαν ομοφυλόφιλος, που φροντίζει (όπως μπορεί ένα μικρό αγόρι) τη μητέρα του, που είναι βοηθός στα πρακτικά και στα ψυχολογικά της ζητήματα. Διακρίνεται ένα είδος οιδιπόδειου, τόσο στην αγάπη τους όσο και σε λέξεις και κινήσεις. Ίσως απέναντι στην αυτοεγκατάλειψη ο συγγραφέας θέλει να προβάλλει περισσότερο το αντίβαρο της νεανικής επιμονής και της προσπάθειας να αλλάξουν τα πράγματα. Στενάχωρο βιβλίο, σχετικά μακριά από τους δικούς μου ορίζοντες, βγαλμένο από ένα περιβάλλον που εξηγεί ψυχισμούς και αυτοκαταστροφές. Παρόλο που είναι αργό στην ανάγνωση, αξίζει σε όποιον απολαμβάνει σκηνή σκηνή το κλίμα που εκπέμπεται.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, December 01, 2021

Γιάννης Κυριόπουλος, “Μία πόλη, μια γυναίκα”

36 ιστορίες που ελίσσονται και αναδιπλώνονται με άξονα: άντρας – γυναίκα – σαρκικός έρωτας – πόλη – αριστερή ματιά – ελληνική και παγκόσμια εποχή. Κάθε γυναίκα και μια παραλλαγή του ίδιου μοτίβου του σεξ και της φυγής.

 

Γιάννης Κυριόπουλος

“Μία πόλη, μια γυναίκα”

εκδόσεις Καστανιώτη

-2021


Η αλήθεια είναι ότι πρώτα μου περιέγραψαν το βιβλίο και μετά το διάβασα. Κι ίσως το διάβασα ακριβώς επειδή η φίλη, που κατάγεται από την Πύλο, ήταν πολύ πειστική.


> Ο Γιάννης Κυριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και σπούδασε ιατρική και επιδημιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημόσια Υγεία, την Κοινωνική Πολιτική και τα Οικονομικά της Υγείας. Από το 1985 είναι Καθηγητής και Διευθυντής του Τομέα Οικονομικών της Υγείας.

 

ΤΟ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ που έχει το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι ότι απαρτίζεται από 36 άσχετες ιστορίες μεταξύ τους. Αυτό το έχουμε γενικά ξαναδεί. Ούτε ότι σε κάθε ιστορία πρωταγωνιστής είναι ο Κυριάκος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό είναι το συνεκτικό στοιχείο που κάνει τις ιστορίες μυθιστόρημα. Το ιδιαίτερο είναι ότι ο Κυριάκος δεν είναι ο ίδιος από ιστορία σε ιστορία. Θα μπορούσε δηλαδή ο συγγραφέας να ονομάσει κάθε πρωταγωνιστή του με άλλο όνομα και να έχουμε τριάντα έξι διηγήματα. Βάζοντας όμως τον Κυριάκο να υπάρχει παντού, στην ουσία θέτει ως πρωταγωνιστή μια ολόκληρη γενιά.

ΤΑ ΜΕΛΗ αυτής της γενιάς ταυτίζονται όπως φαντάζομαι με τον ίδιο τον συγγραφέα. Ξεκινάμε από τη Μεσσηνία στα μεταπολεμικά χρόνια, τη φτωχή επαρχία της Ελλάδας, και προχωράμε στην Πάτρα, φοιτητούπολη και λιμάνι, σταδιακά στην πρωτεύουσα Αθήνα και ανοίγοντας τον κύκλο σε άλλες πόλεις της χώρας και της υφηλίου, Παρίσι, Μπαρτσελόνα, Ελσίνκι... Είναι ο Κυριάκος εκπρόσωπος μιας γενιάς που μεγαλώνει μαζί με τη χώρα, δέχεται ερεθίσματα από το εσωτερικό και εξωτερικό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, ψάχνει τις δικές του συντεταγμένες. Ο Κυριάκος είναι ο κάθε άνθρωπος της μετεμφυλιακής Ελλάδας…

…ΑΛΛΑ με δύο σταθερές που έρχονται και ξανάρχονται σε κάθε ιστορία. Πρώτα η γυναίκα που ξεκινά ως η μυήτρια στον έρωτα, μεγαλύτερη και πεπειραμένη, και συνεχίζει με έρωτες που δεν ευοδώθηκαν, η αγαπημένη χάθηκε στον χρόνο και στον καιρό και μετά από χρόνια ξαναεμφανίστηκε να προκαλέσει τη μνήμη και τη σάρκα. Συχνά πρόδωσε, συχνά είναι ήδη παντρεμένη, συχνά βλέπει το σεξ ως διέξοδο ή ως ψυχαγωγία. Η δεύτερη σταθερά είναι η Αριστερά από τα πρώτα χρόνια και ειδικά τις φοιτητικές αναζητήσεις, τα διαβάσματα και τις επιδράσεις, ώς τις υστερότερες εμπειρίες. Το ατομικό συμπλέει με το κοινωνικό και ο έρωτας με την πολιτική.

Η ΙΔΕΑ είναι έξυπνη, έως πολύ έξυπνη. Όμως, κουράστηκα τη σπειροειδή επαναληπτικότητα, που δεν ερεθίζει το αναγνωστικό μου ένστικτο, καθώς το μοτίβο Κυριάκος-γυναίκα-Αριστερά, παρόλο που δεν είναι ίδιο κάθε φορά, έχει μια τυποποιημένη και αναμενόμενη εξέλιξη.

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ τελικά δεν είναι ο Κυριάκος και κάθε Κυριάκος. Είναι η εποχή. Είναι το άτομο σε μια Ελλάδα που αλλάζει με το πρίσμα της αριστερής εμπειρίας. Είναι τα ακούσματα, οι ήχοι, τα διαβάσματα, οι ταινίες, οι συνήθειες, τα ποτά, τα κέντρα, τα στέκια, είναι το πανόραμα των δεκαετιών από τον πόλεμο έως πολύ αργότερα. Είναι ο Κατσαρός, ο Σουρούνης, είναι ο Καζαντζίδης, ο Βοσκόπουλος… Αυτό ίσως μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και πέρα επικρατεί ο έρωτας όπως τοποθετείται σε μια πόλη κι όπως βιώνεται και χάνεται, κυρίως σαρκικά, σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που απλώνεται σε χρόνια και σε δεκαετίες, φυγόκεντρα από την επαρχιακή κωμόπολη έως τις μεγαλουπόλεις του ευρωπαϊκού βορρά.

Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, November 28, 2021

Manuel Vázquez Montalban, “Τα πουλιά της Μπανγκόκ”

Τα κινέζικα χελιδόνια είναι το σήμα κατατεθέν μιας πόλης που έχει δύο πρόσωπα: το τουριστικό και το μαφιόζικο. Κι εκεί μέσα ο ιδιαίτερος τύπος του Carvalho δρα και μάχεται.

 

Manuel Vázquez Montalban

“Los pájaros de Bangkok”

1983

“Τα πουλιά της Μπανγκόκ”

μετ. Χ. Θεοδωροπούλου

εκδόσεις Μεταίχμιο -2021


Ο Καταλανός συγγραφέας πέθανε το 2003 στο αεροδρόμιο της Bangkok: η παρουσία του και το τέλος του εκεί είχε ήδη σηματοδοτήσει βιβλία που αφορούσαν τη μακρινή Ταϊλάνδη. Ιδού δοκιμάζουμε ένα από αυτά.


> Γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1939. Έγραψε και δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και δοκίμια. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: "Μια συναισθηματική αγωγή", "Μαρξιστικά ζητήματα", "Πράγα", "Συναισθηματικό χρονικό της Ισπανίας", "Υποφυσιολογικό μανιφέστο", "Ο πιανίστας", "Συναισθηματικό χρονικό της μεταπολίτευσης", "Happy End" και "Γεύματα με ανησυχητικά άτομα". Ώσπου εμφανίζεται ο ιδιόρρυθμος ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο στο μυθιστόρημα "Εγώ σκότωσα τον Κέννεντυ" (1970). Η πρωτότυπη μυθιστορηματική αφήγηση του Μονταλμπάν ανοίγει με αυτό το έργο νέους λογοτεχνικούς δρόμους και καθιερώνει τη Σειρά "Πέπε Καρβάλιο". Εκτός από τα βραβεία για τις "Θάλασσες του Νότου", ο Μ.Β. Μονταλμπάν έχει κερδίσει το Εθνικό Βραβείο Αφηγήματος της Ισπανίας, το Ευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος (1992) για το έργο του πάνω στον Ισπανό συγγραφέα και πολιτικό Galindez και το 1995 του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο Ισπανικών Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του. Το 2000, ο Μονταλμπάν κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο Grinzane-Cavour για την προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία. Έφυγε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή, τον Οκτώβριο του 2003 περιμένοντας μια πτήση στο αεροδρόμιο της Μπανγκόγκ.

 

CARVALHO και πάλι Carvalho. CARVALHO και μόνο Carvalho. Η πλοκή δεν έχει τις συνήθεις παραμέτρους. Δεν αιφνιδιάζει. Δεν περιπλέκεται στιβαρά. Δεν ενώνει φαινομενικά άσχετα κομμάτια, ώσπου να φτάσουμε στην απρόσμενη λύση. Δεν ελίσσεται. Δεν κουμπώνει το επιφανειακό με το βαθύ. Άρα η υπόθεση υπάρχει για να αναδειχθεί ο πρωταγωνιστής. Ο ωμός, πολυσυνθετικός, σκληρός detective.

ΤΟΝ ΕΙΧΑΜΕ ξαναδεί στο “Τατουάζ”, όπου έξυπνος και ρομαντικός, δυναμικός και γαστρονόμος, μια αστυνομική persona έστρεφε τα φώτα της προσοχής πάνω του, κάνοντας όλα τα άλλα να γυρίζουν γύρω του. Είναι ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο σκληρός, ο μάγκας, που νταραβερίζεται με πόρνες και άλλους ανθρώπους του περιθωρίου, αμερικάνικης κοπής, αφού είναι λίγο ρεμάλι αλλά με έναν ακέραιο κώδικα τιμής.

ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ εναλλάσσονται. Στη μία ο detective ενδιαφέρεται αυτοβούλως, αλλά δεν βγάζει άκρη για το ποιος σκότωσε τη Celia. Η άλλη ξεκινά από ένα τηλεφώνημα της Teresa Marsé, η οποία δηλώνει έντρομη ότι κινδυνεύει στην Ταϊλάνδη, όπου βρίσκεται. Στη δεύτερη περίπτωση ο Pepe Carvalho αναλαμβάνει την υπόθεση και φεύγει για την Ασία, όπου συλλαμβάνει τις πολλαπλές μαφίες, τη διεφθαρμένη εξουσία και αστυνομία, το ελεύθερο σεξ, τις παροχές μασάζ και το εμπόριο ναρκωτικών, όπως και ρουμπινιών. Η χαμένη με τη θέλησή της Ισπανίδα μπλέκει σ’ αυτό το πανηγύρι και δεν μπορεί να ξεφύγει, αφού την κυνηγάνε ορατές κι αόρατες δυνάμεις.

ΔΥΟ ΧΩΡΟΙ κερδίζουν έντονα την περιγραφική δύναμη του Montalban. Απ’ τη μια, η γαστρονομία καθώς ο Carvalho αρέσκεται να δοκιμάζει φαγητά και να μαγειρεύει ο ίδιος. Expert στις συνταγές και στις γεύσεις, έχει άποψη, κάνει δοκιμές, ευφραίνει συχνά τον ουρανίσκο του τόσο με τροφές όσο και με ποτά. Το ταξίδι στη μακρινή Ασία ανοίγει νέες οδούς γευσιγνωσίας. Απ’ την άλλη, η περιήγηση-περιπέτεια στην Ταϊλάνδη, από την πρωτεύουσα Bangkok έως το Ko Samui και σε άλλα εξωτικά μέρη δίνει την ευκαιρία για μια ταξιδιωτική ανάλυση, που άλλοτε κερδίζει κι άλλοτε όχι και τον αναγνώστη.

Ο MONTALBAN δεν φτιάχνει πλοκές αλλά ατμόσφαιρες. Με άξονα τον ιδιαίτερο ντετέκτιβ του, τη μαγειρική και τον τύπο του, ανοίγει περιβάλλοντα, περιηγείται στην Ταϊλάνδη, διαμορφώνει σκηνικά δράσης.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, November 24, 2021

Τζούλια Γκανάσου, “Γόνιμες μέρες”

Κώμα. Επομένως, η σκέψη αλωνίζει αλλά η επικοινωνία είναι αδύνατη. Και η μνήμη δεν μπορεί να κάνει εξαρχής τη δουλειά της, ειδικά όταν πρέπει να θυμηθεί αν σκότωσε ή όχι τον νεκρό που βρέθηκε δίπλα του.

 

Τζούλια Γκανάσου

“Γόνιμες μέρες”

εκδόσεις Γκοβόστη

-2021


Η Γκανάσου είναι τακτική θαμώνας στο Βιβλιοκαφέ. Τα βιβλία της έχουν συζητηθεί, από το “Ως το τέλος” έως το “Γονυπετείς”. Μια λοξή ματιά κι ένας αέναος πειραματισμός.

 

> Η Τζούλια Γκανάσου σπούδασε Πληροφορική (Ο.Π.Α. & Παν/μιο Λονδίνου), Λογοτεχνία (ως υπότροφος, Παν/μιο Σορβόννης & Παν/μιο Εδιμβούργου) & Ευρωπαϊκό Πολιτισμό (Ε.Α.Π.). Εκδόσεις: «Σε μαύρα πλήκτρα» (Μυθιστόρημα, Γκοβόστης 2006 & Παν/μιο Εδιμβούργου, συλλογή «Παγκοσμιουπόλεις» 2007). «Ομφάλιος λώρος» (Μυθιστόρημα, Γκοβόστης 2011 - 4ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Dasein, 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών Αθήνας, 9ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών Γλασκώβης). «Ως το τέλος» (Νουβέλα, Γκοβόστης 2013 – υποψήφιο για το «Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013» Λογοτ. Περιοδικό «Κλεψύδρα» & για το «Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014»). «Γονυπετείς» (Νουβέλα, Γκοβόστης 2017, Γ’ Έκδοση – «Βραβείο Αφηγήματος «Η Μεσόγειος» 2018» Παν/μιο Έξιτερ & «Βραβείο Διηγήματος» Βραβεία Βιβλίου Public 2018).

 

ΚΙ ΕΔΩ το αφηγηματικό πείραμα ξενίζει εξαρχής. Πρόκειται για ένα παλίμψηστο, στρώματα σκέψης, στρώσεις αναμνήσεων και φωνών, επικαλύψεις συγκεχυμένων νοημάτων. Ένας άντρας σε κωματώδη κατάσταση βρίσκεται στο νοσοκομείο, ενώ φέρεται ότι σκότωσε έναν άλλο, δίπλα στον οποίο βρέθηκε ημιθανής. Κι ενώ ακούσει και μπορεί και σκέφτεται, δεν μπορεί να μιλήσει. Άρα, η επικοινωνία είναι μονόδρομη, από έξω προς τα μέσα. Κι αυτός μπερδεμένος. Οι στρώσεις περιλαμβάνουν την προσπάθειά του να ξεδιαλύνει τι έκανε με τον νεκρό, αφού το δολοφονικό μαχαίρι έχει τα ίχνη του, να δει τι θα κάνει με την αλήθεια ή όχι των λόγων, αφού όλοι περιμένουν να ξυπνήσει για να δώσει κατάθεση, περιλαμβάνουν αναμνήσεις από την προ του πέμπτου έτους ηλικία του, με τη μητέρα ως πόλο απουσίας-παρουσίας, τις φωνές των οικείων του, οι οποίοι θεωρώντας ότι δεν τους ακούει αφήνονται ελεύθεροι να μιλήσουν…

Η ΣΥΓΧΥΣΗ των λόγων δεν είναι απαγορευτική. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα είναι γιατί σ’ αυτό το αδιέξοδο, συνυπολογιζομένου του διλήμματος των δικών του για το αν θα του χορηγήσουν μια ισχυρότερη δόση φαρμάκου που θα τον ξυπνήσει γρήγορα με όλες τις πιθανές παρενέργειες ή θα τον αφήσουν έτσι, με τη φήμη να πλανάται για την ενοχή του, πρέπει να χτιστεί με επάλληλα στρώματα σκέψης, που άλλοτε σχετίζονται κι άλλοτε όχι μεταξύ τους. Για ένα μεγάλο διάστημα ο αναγνώστης χάνεται και ξαναβρίσκεται μέσα στον λαβύρινθο, ή αναρωτιέται πού θα καταλήξει. Τελικά η αλήθεια αποκαλύπτεται στο μυαλό του, αλλά αμέσως εμφιλοχωρεί η σκέψη αν θα πρέπει να την πει ολόκληρη ή μισή, να παρουσιάσει ένα ευλογοφανές ψέμα ή μια μισοαλήθειες – μισοψέματα κατάθεση.

Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ του τέλους με την κορύφωση σώζει πολλά από το βιβλίο. Δείχνει ότι μέσα στο μυαλό μας, ειδικά όταν είμαστε αποκομμένοι από τον κόσμο, γοργοκινούνται σκέψεις, εικασίες, κουβάρια που προσπαθούμε να ξετυλίξουμε. Έμεινα με μια συνολικά στυφή γεύση, αφού τα μπλεγμένα νήματα φαίνονται πιο πολύ αφηγηματική περιπέτεια παρά βαθιά ανάγκη της γραφής.

Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, November 21, 2021

Maurice Attia, “Το κόκκινο και το φαιό”

Απ’ το κόκκινο των ακροαριστερών τρομοκρατικών οργανώσεων έως το γκρίζο των αντισημιτικών δράσεων, το παρόν αλλά και η Ιστορία παίζουν ένα παιχνίδι χρωμάτων και εκκρεμών ταλαντώσεων.

 

Maurice Attia

“Le rouge et le brun”

2020

“Το κόκκινο και το φαιό”

μετ. Ε. Παπακυριάκου

εκδόσεις Πόλις -2021

 

Εδώ στο ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ έχουμε γνωρίσει τον Attia κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, καθώς τα noir του έχουν τη σπιρτάδα του αστυνομικού και το βάθος του πολιτικού μυθιστορήματος: απ’ τη Μασσαλία στο “Η κόκκινη Μασσαλία” μέχρι το Παρίσι στο “Παρίσι μπλουζ”  και τις Αντίλλες στο “Η λευκή Καραϊβική”.

 

> Ο Μωρίς Αττιά γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1949. Εργάζεται ως ψυχίατρος - ψυχαναλυτής στο Παρίσι. Παράλληλα γράφει σενάρια για το σινεμά. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Ca va bien", "Fautes de conduites", "Le Carnaval des gueux", "Rue Oberkampf", "Une rude journee", "Drames de l'adolescence, familles en seance, recits cliniques", "Alger la noire" και "Pointe Roufe".

 

ΤΟ ΑΝΑΧΕΙΡΑΣ βιβλίο είναι πιο πολύπλοκο, πιο φιλόδοξο θα έλεγα. Βασικός παρονομαστής είναι ο Paco Martinez, που πλέον δεν είναι αστυνόμος αλλά δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα της Γαλλίας. Η σχέση του με την Irene και την κόρη τους περνά από σαράντα κύματα, γιατί κι ο ίδιος δεν είναι εύκολα μονογαμικός. Έτσι, βρίσκει ευκαιρία να αναλάβει την απαγωγή του Aldo Moro απ’ τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και να πεταχτεί στη Ρώμη για να ξεφύγει από τη ζωή του.

ΕΙΜΑΣΤΕ στα 1978, όταν η πολύκροτη απαγωγή συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Στις 16 Μαρτίου 1978 οι Ερυθρές Ταξιαρχίες (ένοπλη οργάνωση κομμουνιστικών πεποιθήσεων) εκτελούν τους πέντε σωματοφύλακες του Άλντο Μόρο (ο οποίος ήταν ένας από εκείνους που βοήθησε να βρεθεί τρόπος ώστε να σχηματισθεί μια κυβέρνηση «εθνικής αλληλεγγύης» με το Κομμουνιστικό Κόμμα, ως πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών) και απαγάγουν τον ίδιο. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ζητούν ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του πολιτικού και πρώην πρωθυπουργού την απελευθέρωση όλων των ιδρυτικών μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Μετά από 54 ημέρες κράτησης ο Μόρο δολοφονήθηκε μέσα ή κοντά στη Ρώμη στις 9 Μαΐου 1978. Το πτώμα του βρέθηκε αργότερα την ίδια ημέρα σε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. (Wikipedia)

Ο ATTIA αξιοποιεί την υπόθεση, γράφει μάλιστα και επιστολές του Aldo Moro όσο ήταν φυλακισμένος από τις Brigate Rosse, για να χτίσει μια παράλληλη ερωτική σχέση του Paco με την Ιταλίδα δημοσιογράφο Lea Trotsky, η οποία πέφτει θύμα σκόπιμου αυτοκινητικού δυστυχήματος χωρίς να σκοτωθεί. Η πολιτική αναζήτηση των τρομοκρατών και η προσωπική αναζήτηση των ενόχων σε βάρος της Lea δημιουργούν δυο επάλληλους άξονες. Ο Paco που αναζητά την αλήθεια ψεύδεται ασυστόλως στη γυναίκα του για την προσωπική του κατάσταση, ενώ το πρώτο αυτό μέρος τελειώνει σχετικά εσπευσμένα με την ανακάλυψη της ενόχου.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ μάς μεταφέρει πίσω στη Γαλλία όπου η Irene ανακαλύπτει έγγραφα του παππού της από το 1899, εποχή αντισημιτικών τάσεων, ειδικά με την υπόθεση Dreyfus. Δυο αδέλφια βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, ο Jean είναι δημοσιογράφος, ενώ ο Emile, που είναι τυπογράφος, εργάζεται σε αντισημιτική εφημερίδα και πολιορκείται από τις αρχές στο φρούριο Σαμπρόλ. Η αδελφική διαμάχη έχει στο κέντρο και τον κοινό έρωτα των δύο, αλλά φυσικά και τις ιδεολογικές τους διαφορές, ώσπου αποκαλύπτεται ότι η μητέρα του Emile είναι Εβραία! Στο τρίτο μέρος ξανασυναντάμε τον Paco και το ντετεκτιβικό μικρόβιο που τον οιστρηλατεί.

ΑΓΑΠΑΜΕ Attia, επειδή εκπροσωπεί το σύγχρονο noir. Πολιτική και αστυνομική ίντριγκα, η Ιστορία παρούσα να πυροδοτεί εξελίξεις και εντάσεις, η αφήγηση ζωντανή και σφύζουσα να σκηνοθετεί το παρόν και το μέλλον, τσιμπώντας απ’ το παρελθόν ό,τι χρειάζεται, η προσωπική ζωή και οι έρωτες αλατοπιπερίζουν το ουδέτερο πολιτικό και αστυνομικό υπόβαθρο.

Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, November 17, 2021

Δήμητρα Λουκά, “Η μούτα”

Στα χωριά της Ελλάδας όπου το πραγματικό συνδέεται με το μεταφυσικό θάνατοι και αφανείς πληγές εξηγούνται αν κανείς εγκύψει πάνω στις οικογενειακές και τοπικές συγκρούσεις, που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν προς τα έξω.

 

Δήμητρα Λουκά

“Η μούτα”

εκδόσεις Κίχλη

-2021


Η Ήπειρος πατρίδα. Και συχνά βρίσκω μυθιστορήματα ή διηγήματα που την ανασταίνουν. Και υποκειμενικά μπαίνω στις σελίδες τους, χωρίς να ξέρω αν θα βρω λογοτεχνία ή απλώς μνήμες.


> Η Δήμητρα Λουκά γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1970. Είναι φιλόλογος. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων Κόμπο τον κόμπο (Κίχλη 2019), για την οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης. Η ίδια συλλογή ήταν υποψήφια για το Βραβείο Μένη Κουμανταρέα της Εταιρείας Συγγραφέων. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικά έργα και έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

 

ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ του βιβλίου τοποθετούνται στα χωριά, φαντάζομαι της Ηπείρου. Ο τόπος συνδέεται με τις μεσοπολεμικές και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Επομένως, έχουμε ιστορίες για την επαρχιακή Ελλάδα, σε περιόδους όπου ο “πολιτισμός” της σύγχρονης εποχής δεν έχει ακόμα αλλάξει τον τρόπο ζωής των κατοίκων. Αυτοί ζουν σε νοοτροπίες πιο αθώες αλλά και πιο πρωτόγονες, με τοπικά ήθη, με αντιλήψεις που περιστρέφονται γύρω από την έννοια της τιμής, αλλά και με την αγαστή συνεργασία του πραγματικού με το φανταστικό, σαν το δεύτερο να είναι κομμάτι του πρώτου.

ΟΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα τοπικών ιστοριών που θα μπορούσε κανείς να ακούσει ως θρύλους στα τοπικά σπίτια. Έτσι, ο αφηγητής κάθε διηγήματος αξιοποιεί, πιθανόν, ίχνη τέτοιων θρύλων αλλά προφανώς τους δίνει λογοτεχνική διάσταση. Ιστορίες που αναφέρονται στη μικρή Μούτα, που, επειδή είναι κωφάλαλη και κουτσή, μεγαλώνει με την περιφρόνηση της οικογένειάς της, παρόλο που είναι πολύ προκομμένη στις δουλειές. Έτσι, κάποια στιγμή παίρνει την εκδίκησή της. Σε άλλο κείμενο ο αφηγητής θυμάται πως, όταν ήταν παιδί, βοήθησε τον πνιγμένο νεκροθάφτη να σκάψει τον τάφο του, για να τον σκεπάσει το χώμα και να ησυχάσει. Ο Λευτέρης σκοτώνει τον φίλο του Τάση, κατά βάθος επειδή του πήρε την αγαπημένη ενώ φαινομενικά παρακινημένος από τη μόρα που τον καβάλησε. Όνειρα με τα νεκρά παιδιά κάνουν την εκάστοτε μάνα ανήσυχη, ώσπου να βρει τρόπο να ηρεμήσει τις ψυχές τους που ακόμα διχάζονται ανάμεσα στους πεθαμένους και τους νεκρούς. Η γιαγιά παραδέχεται ότι ο μόνος άντρας που αγάπησε ήταν ο ξάδερφός της όταν ήταν ακόμα έφηβοι, ο οποίος καταδικάστηκε για τις συνευρέσεις τους. Η μάνα πήρε πάνω της τον φόνο που διέπραξε ο γιος της, έκανε φυλακή κι, αφού αποφυλακίστηκε μέχρι τα γεράματά της, εξακολουθεί να ζει με τους νεκρούς της

ΕΔΩΣΑ συνοπτικά μερικές από τις περιλήψεις. Για να δούμε ιστορίες τοπικές, οικογενειακές, κάποιες από τις οποίες να χαρακτηρίζονται από την παρουσία του υπερφυσικού, που έρχεται να δώσει εξηγήσεις σε ψυχαναλυτικές και παρορμητικές πράξεις. Οι άνθρωποι ζουν εσωτερικά τραύματα, βγαλμένα από οδύνες και παιδικές πληγές, αλλά στην κοινωνία που αυτά είναι αφανή γράμματα, έρχονται μεταφυσικές ερμηνείες να αποδώσουν τη βαθύτερη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της. Γράφοντας “αφανή γράμματα” φαίνεται ότι καταδικάζω τέτοιες αντιλήψεις, αλλά κατά βάση ο τρόπος γραφής της Λουκά δεν το κάνει. Μαζί της λοιπόν κι εγώ βλέπω, σ’ αυτόν τον συνδυασμό της αγροτικής καθημερινότητας με την παρουσία δαιμόνων, μορών, νεκρών που επανέρχονται, ψυχών που δεν ησυχάζουν, έναν ολόκληρο κόσμο και τρόπο σκέψης. Οι τοπικές κοινωνίες αναδύουν τα προβλήματα που θα εξετάζαμε σήμερα με άλλον τρόπο ως εμπλοκή δύο παράλληλων πραγματικοτήτων.


ΤΙ ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ τελικά η συγγραφέας με την αναγωγή σ’ αυτό το παρελθόν, που δεν είναι καθόλου νοσταλγικό; Και τι εισπράττει ο αναγνώστης από την ανάγνωση τέτοιων τραγικών ιστοριών; Θεωρώ ότι πολλά συμπτώματα βίας που σήμερα εξακολουθούν να παρουσιάζονται υπήρχαν και παλιότερα. Έτσι, τα διηγήματα ορθώνουν το διαχρονικό πρόβλημα των μικρών και μεγάλων βιαιοτήτων, των φόνων και των ανεξιχνίαστων εγκλημάτων. Και καθώς αυτά ορθώνονται, καταλαβαίνουμε πόσα έχουν γίνει είτε από οικογενειακά τραύματα που δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ, είτε από ψυχολογικά προβλήματα που κανείς δεν γνώριζε. Σε κάθε κοινωνία, κρυφά τραύματα, συλλογικά ή ατομικά, σαν εσωτερική αιμορραγία κάποια στιγμή θα βγουν στην επιφάνεια και θα προκαλέσουν περαιτέρω ουλές και επώδυνους κραδασμούς.


Η Φωτογραφία κορυφής είναι της Margaret Hasluck

Πάπισσα Ιωάννα