Άργησα να αναφερθώ σ’ αυτό, γιατί ήθελα να σχηματίσω ολοκληρωμένη γνώμη. Μιλάω για το ένθετο του Κυριακάτικου Ελεύθερου Τύπου, το “1455”, το οποίο αποτελεί ένα δεκαεξασέλιδο αφιερωμένο στη βιβλιοπαραγωγή και στις ιδέες, κάτι που συνδυάζει τα “Βιβλία” του Βήματος με τις “Νέες Εποχές” της ίδιας εφημερίδας.
Φυσικά το χαιρετώ με χαρά, επειδή αυξάνονται τα βιβλιόφιλα ένθετα και επειδή ένα μεγάλο ποσοστό αναγνωστών θα έχει τη δυνατότητα να προσεγγίσει το βιβλίο μέσα από την κυριακάτικη εφημερίδα του (δεν ξέρω αν ενδιαφερόταν ως τώρα το κοινό μιας δεξιάς εφημερίδας, αλλά καλό είναι να το συνηθίσει). Κύριος υπεύθυνος είναι ο Κώστας Κατσουλάρης, συγγραφέας και κριτικός που γνωρίζει τον κόσμο του βιβλίου και έχει τις διασυνδέσεις να προσεγγίσει ανθρώπους και φορείς. Η ιδέα στήνεται πάνω σε ένα ευρύτερα κοινωνικό θέμα, το οποίο καλύπτεται τόσο από τη λογοτεχνική παραγωγή που το πραγματεύεται, όσο και με ιστορικά, πολιτικά, κοινωνιολογικά, δοκιμιακά κ.ά. βιβλία. Δεν λείπουν στήλες με επιφυλλιδικό χαρακτήρα ή άλλες με (λογοτεχνικά;) σχόλια, όπως η στήλη του Σάκη Σερέφα.
Το βασικό μειονέκτημα που εντοπίζω είναι ένα είδος λαϊκισμού, που εξαπλώνεται όλο και περισσότερο, από τις εκπομπές του Χαρδαβέλλα ως τα ένθετα και άλλων σοβαρών εφημερίδων: ειδικοί και μη, γνώστες του χώρου ή άλλοι γνωστοί μόνο ως ονόματα, καταρτισμένοι ή άλλοι με παρουσία-μπούγιο στο ίδιο τσουβάλι. Συμπεριλαμβάνει καθηγητές πανεπιστημίου και συγγραφείς, που γράφουν κείμενα όχι επειδή είναι ειδικοί αλλά με την όποια βαρύτητα του ονόματός του. Πολλοί δημοσιογράφοι που καλύπτουν με συνεντεύξεις και ρεπορτάζ, αλλά ελάχιστοι πραγματικοί κριτικοί λογοτεχνίας· μόνο ο Κατσουλάρης (έστω και με επιφυλάξεις) και ο Κώστας Καρακώτιας (ίσως για το είδος του και ο Πανώριος). Από εκεί και πέρα πάμπολλοι συγγραφείς που κρίνουν άλλα βιβλία με μόνο όπλο ότι έχουν κι αυτοί εκδώσει τα λογοτεχνήματά τους. Ο Μάνος Κοντολέων κρίνει τον Σαραμάγκου και τον Χίσλοπ, ο Νίκος Κουνενής τον Βόνεγκατ, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τον Ρονκαλιόλο και τον Οζ, η Λίλα Κονομάρα τη Μαριένσκε και τη Σμιθ, ο Αστερίου τον Pears κ.λπ.... Και μη μας πούνε ότι ξέρουν καλύτερα οι γυναίκες που γεννάνε να ξεγεννούν από τον γιατρό ή τη μαία. Ή ότι και παλαιότερα πολλοί συγγραφείς γράφανε κριτικές· πέρασε πια η εποχή του εμπειρισμού και της ιμπρεσσιονιστικής κριτικής, ή μήπως όχι;
Εύχομαι, όταν θα ξεπεράσει τη φάση της αυτοπροβολής, για να "πιάσει", να αποβάλλει τη βιτρίνα και να διαλέξει ανθρώπους ειδικού. Επιμένω.
Φυσικά το χαιρετώ με χαρά, επειδή αυξάνονται τα βιβλιόφιλα ένθετα και επειδή ένα μεγάλο ποσοστό αναγνωστών θα έχει τη δυνατότητα να προσεγγίσει το βιβλίο μέσα από την κυριακάτικη εφημερίδα του (δεν ξέρω αν ενδιαφερόταν ως τώρα το κοινό μιας δεξιάς εφημερίδας, αλλά καλό είναι να το συνηθίσει). Κύριος υπεύθυνος είναι ο Κώστας Κατσουλάρης, συγγραφέας και κριτικός που γνωρίζει τον κόσμο του βιβλίου και έχει τις διασυνδέσεις να προσεγγίσει ανθρώπους και φορείς. Η ιδέα στήνεται πάνω σε ένα ευρύτερα κοινωνικό θέμα, το οποίο καλύπτεται τόσο από τη λογοτεχνική παραγωγή που το πραγματεύεται, όσο και με ιστορικά, πολιτικά, κοινωνιολογικά, δοκιμιακά κ.ά. βιβλία. Δεν λείπουν στήλες με επιφυλλιδικό χαρακτήρα ή άλλες με (λογοτεχνικά;) σχόλια, όπως η στήλη του Σάκη Σερέφα.
Το βασικό μειονέκτημα που εντοπίζω είναι ένα είδος λαϊκισμού, που εξαπλώνεται όλο και περισσότερο, από τις εκπομπές του Χαρδαβέλλα ως τα ένθετα και άλλων σοβαρών εφημερίδων: ειδικοί και μη, γνώστες του χώρου ή άλλοι γνωστοί μόνο ως ονόματα, καταρτισμένοι ή άλλοι με παρουσία-μπούγιο στο ίδιο τσουβάλι. Συμπεριλαμβάνει καθηγητές πανεπιστημίου και συγγραφείς, που γράφουν κείμενα όχι επειδή είναι ειδικοί αλλά με την όποια βαρύτητα του ονόματός του. Πολλοί δημοσιογράφοι που καλύπτουν με συνεντεύξεις και ρεπορτάζ, αλλά ελάχιστοι πραγματικοί κριτικοί λογοτεχνίας· μόνο ο Κατσουλάρης (έστω και με επιφυλάξεις) και ο Κώστας Καρακώτιας (ίσως για το είδος του και ο Πανώριος). Από εκεί και πέρα πάμπολλοι συγγραφείς που κρίνουν άλλα βιβλία με μόνο όπλο ότι έχουν κι αυτοί εκδώσει τα λογοτεχνήματά τους. Ο Μάνος Κοντολέων κρίνει τον Σαραμάγκου και τον Χίσλοπ, ο Νίκος Κουνενής τον Βόνεγκατ, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τον Ρονκαλιόλο και τον Οζ, η Λίλα Κονομάρα τη Μαριένσκε και τη Σμιθ, ο Αστερίου τον Pears κ.λπ.... Και μη μας πούνε ότι ξέρουν καλύτερα οι γυναίκες που γεννάνε να ξεγεννούν από τον γιατρό ή τη μαία. Ή ότι και παλαιότερα πολλοί συγγραφείς γράφανε κριτικές· πέρασε πια η εποχή του εμπειρισμού και της ιμπρεσσιονιστικής κριτικής, ή μήπως όχι;
Εύχομαι, όταν θα ξεπεράσει τη φάση της αυτοπροβολής, για να "πιάσει", να αποβάλλει τη βιτρίνα και να διαλέξει ανθρώπους ειδικού. Επιμένω.
Πατριάρχης Φώτιος
2.12.2007
2.12.2007








































