Saturday, March 31, 2007

Λιμοντσέτο: βραβεία Διαβάζω 2007

Μικρές λίστες μυθιστορήματος και διηγήματος

Την Τετάρτη ανακοινώθηκαν σε μια λιτή τελετή οι βραχείες λίστες των κατηγοριών που βραβεύει το περιοδικό «διαβάζω»:

Μικρή λίστα Διηγήματος

- “Από την άλλη γωνία” του Βασίλη Γκουρογιάννη
- “Η γυναίκα που πετάει” του Μένη Κουμανταρέα
- “Μικρό τρίπτυχο του νόστου” του Παναγιώτη Κουσαθανά
- “Στενογραφία” του Κώστα Μαυρουδή
- “Ο βράχος στο σύννεφο” της Μαρίας Στεφανοπούλου
- “Όντα και μη όντα” του Αργύρη Χιόνη

Μικρή λίστα Μυθιστορήματος

- “Επικράνθη, διά χειρός Αλέξη Ραζή” της Νίκης Αναστασέα
- “Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη” του Χρήστου Αστερίου,
- “Τα χερουβείμ της μοκέτας” της Ελένης Γιαννακάκη
- “Λευκή πετσέτα στο ρινγκ” του Νίκου Δαββέτα
- “Θερμοκρασία δωματίου” της Δήμητρας Κολλιάκου
- “Καταδολίευση” του Πρόδρομου Μάρκογλου
- “Νυχτερινή διαδρομή” του Μιχάλη Μιχαηλίδη
- “Πυθαγόρεια εγκλήματα” του Τεύκρου Μιχαηλίδη
- “Το μονοπάτι στη θάλασσα” του Αντώνη Σουρούνη
- “Τα δώρα του πανικού” του Κοσμά Χαρπαντίδη


Το εχέγγυο για την επιλογή της βραχείας λίστας αλλά και του τελικού νικητή είναι η σύνθεση της επιτροπής, η οποία δεν αποτελείται από άσχετους συγγραφείς-ονόματα του χώρου, αλλά από καταξιωμένους ειδικούς: Γιώργος Αράγης, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Αλέξης Ζήρας, Αγγέλα Καστρινάκη, Κώστας Κατσουλάρης, Λευτέρης Παπαλεοντίου και Νικήτας Παρίσης. Ασχέτως αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί με τις επιμέρους επιλογές, η επιτροπή κατέθεσε τη γνώμη της (θα περιμένουμε να δούμε και αναλυτικά την καταγεγραμμένη άποψη του καθενός για τις υποψηφιότητες) και περιέλαβε σημαντικά βιβλία της χρονιάς.

Πατριάρχης Φώτιος
31.3.2007

Tuesday, March 27, 2007

Χυμός αχλάδι: αυτοβελτίωση

Πώς διορθώνεται ένας συγγραφέας;

Υπόθεση εργασίας: ένας συγγραφέας (μπορεί και) θέλει να βελτιωθεί και δεν επαναπαύεται ούτε στις πωλήσεις ούτε στη ναρκισσιστική του αυτοεπιβεβαίωση. [Δεν είμαι συγγραφέας, αλλά ένας αναγνώστης που θα ήθελε να βλέπει τους συγγραφείς να βελτιώνονται από έργο σε έργο]. Τι κάνει για να το πετύχει;

- Λαμβάνει υπ’ όψη του τα σχόλια δικών του ανθρώπων (φίλων, συγγενών, συναδέλφων με τους οποίους γνωρίζεται); Η οικειότητα προκαλεί μερική τύφλωση.
- Διαβάζει τους κριτικούς; χαίρεται με όσα θετικά τού επισημαίνουν ή στέκεται και στα αρνητικά; Μήπως είναι αρτηριοσκληρωτικός; ή προσπαθεί να κατανοήσει όσα επιχειρήματα έχουν λογική, άσχετα αν τα θεωρήσει μετά από βάσανο λανθασμένα; Απαντά στις κριτικές, πιστεύοντας ότι μπορεί να δικαιολογήσει ακόμα και τη λανθασμένη εκτίμηση των άλλων μέσω του λόγου του και όχι με το έργο του;
- Ακούει τους αναγνώστες και όσα του καταμαρτυρούν; Τα μπλογκς είναι μια τέτοια ευκαιρία για διάλογο.
- Ξαναδιαβάζει το έργο του από απόσταση και προσπαθεί να το δει σαν μακρινός αναγνώστης (δύσκολο);
- Συνεχίζει (αν βέβαια το έκανε και μέχρι τώρα) να μελετά άλλους συγγραφείς, να διαβάζει θεωρητικά και να ψάχνει ό,τι θα τον ωθήσει σε μια συγγραφική αυτογνωσία; Έχει κατά νου ότι δεν είναι το θέμα που θα τον κάνει να ξεχωρίσει αλλά ο χειρισμός του, δεν είναι η ιστορία αλλά η αφήγηση, δεν είναι οι έξυπνες επινοήσεις αλλά η δομή και το καλοδουλεμένο ύφος;
- Έχει υπομονή; Ή μήπως βιάζεται να ξανακάνει επιτυχία με τη συνταγή της παλιάς; μήπως προσπαθεί να είναι στο επίκεντρο ως πρόσωπο παραγνωρίζοντας το συγγραφικό του έργο;
Οι “ρομαντικές” αυτές ερωτήσεις στηρίζονται στη θέληση να δούμε συγγραφείς που δεν θα είναι αιθεροβάμονες, αλλά προσπαθούν να διατηρήσουν το έργο τους και όχι το κασέ τους ή τη φήμη τους. Καταλαβαίνω ότι κάθε συγγραφέας παλεύει με δύο αντίρροπες τάσεις: από τη μία αγαπά τα παιδιά του, ειδικά όσο είναι νεογέννητα, και δύσκολα βλέπει τα λάθη τους, κι από την άλλη θέλει να ξεφύγει από τη μανιέρα και να πειραματιστεί πολλές φορές, αναζητώντας τη διαφορά με τα προηγούμενα έργα του.

Πατριάρχης Φώτιος
27.3.2007

Saturday, March 24, 2007

Καφές λούνγκο: ιστορικό θρίλερ

Γ. Αιόλου, “Η νύχτα των εννέα ήλιων”

Μετά την επιτυχία του «Κώδικα Ντα Βίτσι» του Νταν Μπράουν έγινε περισσότερο της μόδας αυτό που θα ονομάζαμε ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ. Γνωστό και καλό έργο του είδους είναι το «Όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, μυθιστόρημα που αναφέρεται εδώ, γιατί έχει σχέση με το αδελφάκι του στα καθ’ ημάς, τη “Νοσταλγία των δράκων” (2000) του Δ. Κούρτοβικ. Άλλα δείγματα του είδους στην ημεδαπή δεν έχω πρόχειρα κατά νου, εκτός από το πρόσφατο βιβλίο του Γ. Αιόλου “Η νύχτα των εννέα ήλιων” (2006). Πρόκειται για μυθιστόρημα που συνδυάζει την ιστορία (λιγότερο), τη μουσική, την εκκλησία και μια ερωτική ιστορία σε μια αφήγηση συνωμοσίας και σασπένς. Μια μυστική (παρ)εκκλησιαστική καθολική οργάνωση μεταφέρει μια παρτιτούρα-μήνυμα ως σήμερα, παρτιτούρα που πέφτει κατά λάθος στα χέρια του πρωταγωνιστή, ο οποίος αρχίζει να το ψάχνει. Το τέλος μετά από περιπέτειες, σκάνδαλα, απειλές και αποκαλύψεις είναι ανάλογο με άλλα έργα: το μυστικό μισοαποκαλύπτεται, αλλά εντέλει μένει στην ουσία του κρυφό.
Ποιο το πρόβλημα με αυτά τα έργα, όσα βέβαια από αυτά δεν μπορούν να πείσουν για τη λογοτεχνική τους αξία; Συνδέουν την ιστορία με την πλοκή και όχι με τη “στοχαστική”-προβληματίζουσα αφήγηση. Έτσι, παρόλο που ο πρωτοεμφανιζόμενος Αιόλου δεν γράφει άσχημα, ούτε στήνει άτεχνα την πλοκή του, το όλο εγχείρημα μένει εκεί. Ο αναγνώστης το διαβάζει γρήγορα και με περιέργεια, σαν ανάγνωσμα παραλίας ή κομμωτηρίου, αλλά δεν αποκομίζει τίποτα άλλο. Κι αν τον όποιο συγγραφέα δεν τον νοιάζει, κρατάμε ένα βιβλίο για τρεις-τέσσερις ώρες και πάει καλά. Αν όμως τον νοιάζει για κάτι βαθύτερο, όπως και τον ψαγμένο αναγνώστη, τότε ούτε η εκκλησιαστική συνωμοσιολογία, ούτε ο αδιέξοδος έρωτας που καταλήγει σε άλλη σχέση, ούτε η λίγη ιστορία της μουσικής μπορούν να ικανοποιήσουν τις βαθύτερες ανάγκες του. Όπως το αστυνομικό μυθιστόρημα απέκτησε ποιότητα, όταν μεταλλάχτηκε σε κοινωνικό, έτσι και το ιστορικό θρίλερ θα κερδίσει τον απαιτητικό βιβλιόφιλο, όταν πάψει να στηρίζεται ΜΟΝΟ στην ευφυή εξέλιξη των γεγονότων από μυστήριο σε μυστήριο.

Πατριάρχης Φώτιος
24.3.2007

Wednesday, March 21, 2007

21η μαρτίου: Ημέρα ποίησης

Επειδή σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, κάνω ένα διάλειμμα από την πεζογραφία, για να καταθέσω κι εγώ ένα ποίημα από τη "Φιλοσοφία των λουλουδιών" του Νικ. Βρεττάκου:

Η Ελληνική γλώσσα

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω
όπως ένα ρυακάκι πού μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου
ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους,
θα τους μιλήσω ελληνικά,
επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
Μιλάνε μεταξύ τους μέ μουσική.

Πατριάρχης Φώτιος
21.3.2007

Sunday, March 18, 2007

Σαγκρία: Αχιλλέας Κυριακίδης

Αχιλλέας Κυριακίδης: ο πολυπράγμων

Αύριο, Δευτέρα 19 Μαρτίου 2007, και ώρα 20.30 στο Θέατρο «Άνεσις», Κηφισίας 14 παρουσιάζονται τα δύο τελευταία έργα του Αχιλλέα Κυριακίδη, “Ο καθρέφτης του τυφλού” και “Μικρή περιοχή”, από τους Σοφία Νικολαΐδου, Κατερίνα Σχινά, Τάσο Γουδέλη και Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.
Ο Αχ. Κυριακίδης διακρίνεται για την πολυπραγμοσύνη του στον χώρο της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Πέρα από μεταφραστής του Μπόρχες και ειδικός μπορχεσιολόγος στην Ελλάδα, έχει μεταφράσει πάμπολλους ξένους (Περέκ, Ροθ, Σεπούλβεδα, Κρούμι κ.τ.λ.), έχει γράψει βιβλία με διηγήματα και δοκίμια, ενώ έχει καταπιαστεί και με τη συγγραφή τριών σεναρίων.
Η συλλογή διηγημάτων του “Τεχνητές αναπνοές” (2003) απέσπασε δίκαια το Κρατικό Βραβείο διηγήματος. Όντως είναι εξαιρετικό δείγμα διηγημάτων που καταξιώνει το είδος. Φαίνονται οι ευρωπαϊκές και λατινοαμερικάνικες επιρροές που δίνουν στα κείμενα ευέλικτη πλοκή με ουσιαστικό τέλος, χωρίς να λείπουν και οι αφηγηματικές καινοτομίες. Θυμίζουν φυσικά Μπόρχες, απηχούν κινηματογράφο και εν μέρει αποτελούν έξυπνες αλλά και με περιεχόμενο υποθέσεις.
Το 2005 με τον “Καθρέφτη του τυφλού” διατηρεί καταρχάς τα ίδια καλά στοιχεία (διακειμενικότητα, αυτοαναφορικότητα, χρήση του φανταστικού, έξυπνη αφήγηση, λεκτική πολυμορφία). ΑΛΛΑ: ο αναγνώστης παρατηρεί ένα είδος κόπωσης και επανάληψης, σαν να εξαντλήθηκε η λογοτεχνική έμπνευση, σαν να απέτυχαν πειράματα που επιχείρησε, σαν να άλλαξε προσανατολισμό και χάθηκε.
Φέτος η “Μικρή περιοχή”. Πρόκειται για βιβλιοπαρουσιάσεις και μικρά δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Κείμενα αναγνωστικής απόλαυσης ως προς το ύφος τους, για τον Σινόπουλο, τον Βαρβέρη, τον Καλοκύρη, τη Χατζηδημητρίου, τον Μαυρουδή, τον Παναγιωτόπουλο, τον Ξανθούλη κ.ά., για να μείνω στα καθ’ ημάς. Ο αναγνώστης απολαμβάνει τον χειρισμό του λόγου, ΑΛΛΑ μου φαίνονται υπερβολικά δύο σημεία της γραφής του: α) πολύ έμφαση στον λόγο της ίδιας της παρουσίασης και όχι στο τι του βιβλίου, λεκτικά παιχνίδια και πυροτεχνήματα αλλά λίγη, λιγότερη απ’ όσο θα μπορούσε, ουσία, γλωσσικά πυροτεχνήματα και ελάχιστα επιχειρήματα, β) όλα εξηγούνται βάσει του Μπόρχες (το όνομά του συναντάται σχεδόν σε κάθε κείμενο) και του Γκρέινβιλ. Τέτοια μονομέρεια δεν πείθει.
Ο Κυριακίδης είναι μορφή στον χώρο με το πλούσιο μεταφραστικό του έργο και με τη μετακένωση μπορχικών και άλλων τεχνικών στην Ελλάδα, …αρκεί να μην επαναλαμβάνεται με μανιέρες και αυτοϋπονομεύεται.

Πατριάρχης Φώτιος
18.3.2007

Thursday, March 15, 2007

Πικρός βυζαντινός καφές: Βιτάλη

Λεία Βιτάλη, Ιερή παγίδα

Στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος η “Ιερή παγίδα” ακολουθεί τις καινοτομίες του είδους ως προς στα εξής:
1. Καταπιάνεται με τη Βυζαντινή περίοδο, η οποία δεν ήταν μέχρι πρότινος και πολύ αγαπημένη, αν και τα τελευταία χρόνια επανήλθε με τον “Σκούφο από πορφύρα” της Μ. Δούκα ή τους “Παλαιολόγους” του Λεονάρδου. (Και εγώ σαν Βυζαντινός Πατριάρχης άλλο που δεν θέλω για αυτήν την παραγνωρισμένη περίοδο του ελληνισμού).
2. Βάζει γυναίκα αφηγήτρια, που σπάει την ανδρική κυριαρχία στις ιστορικές μορφές, και δικαιολογείται να εξιστορεί ένα χρονικό με διαφορετική εκδοχή από τα συνηθισμένα. Το ίδιο έκανε πάλι η Δούκα στον “Σκούφο από πορφύρα” αλλά και άλλοι συγγραφείς.
3. Βρίσκει κενά στην ιστοριογραφία και τα συμπληρώνει με δική της εξήγηση των παρασκηνίων.
4. Χειρίζεται επάξια τις αναχρονίες, καθώς κινείται εναλλάξ στα πριν το 1453 γεγονότα και στα μετά, χρόνος που συνταιριάζεται με την εναλλαγή στον τόπο, από την Κωνσταντινούπολη στη Βενετία με μια παρένθεση στην Αδριανούπολη.
5. Έξοχη αποτύπωση του ευνουχισμού του ήρωα που αγγίζει τα όρια μιας σκληρής εικονοποιίας με απαράμιλλο ωστόσο αισθητικό αποτέλεσμα.
6. ΠΡΩΤΙΣΤΟ: Η Βιτάλη προβληματίζεται πάνω στα αίτια της πτώσης της Πόλης Η αφήγηση, κατά τον Κούρτοβικ στο “Πού κοιτάζει ο δικέφαλος αετός”, (20.1.2007) “αμφισβητεί την αλήθεια των άλλων αφηγήσεων για την Άλωση”. Έτσι, “Η εικόνα που μας δίνει για την Κωνσταντινούπολη των παραμονών της Άλωσης μικρή σχέση έχει με την καθιερωμένη. Η Πόλη έχει ουσιαστικά αλωθεί εκ των ένδον πριν ακόμη την πατήσει ο Μωάμεθ. Ο Κωνσταντίνος αντιμετωπίζει την κατακραυγή του λαού του, που τον βρίζει προδότη για τη φιλοενωτική πολιτική του. Οι καλόγεροι πρωτοστατούν σε συνωμοσίες εναντίον του και πολλοί από αυτούς συνεργάζονται κρυφά με τους πολιορκητές. Ο Λουκάς Νοταράς θεωρεί αναπόφευκτο το τέλος της αυτοκρατορίας και αποβλέπει στη διαφύλαξη των προνομίων της τάξης του, γιατί, όπως λέει, οι αυτοκρατορίες παρέρχονται, αλλά μένουν εκείνοι που έχουν τη δύναμη με το χρήμα τους να κινούν την Ιστορία.”. Ο αναγνώστης εντέλει ξαναβλέπει τα γνωστά γεγονότα από άλλη εστίαση.
Από την άλλη, το σοβαρότερο αρνητικό στοιχείο είναι η προσπάθεια να αφηγηθεί την ιστορία μια γυναίκα, που πολύ λίγη συμμετοχή μπορούσε να έχει στα γεγονότα. Ο Reader (7.1.2007) το εξηγεί ως εξής: «Πολλά από τα γεγονότα δεν τα έχει δει, σε πολλά είναι μάλλον εξωπραγματική η παρουσία της και όταν εξαντλούνται τα επιτυχημένα συγγραφικά τρικ και κλισέ (όπως η ανάγνωση ενός ημερολογίου) η όλη υπόθεση “μπάζει’’ κάτι που μπορούσε να αποφευχθεί με την ουδέτερη τριτοπρόσωπη περιγραφή.»
Αυτό που προβληματίζει εμένα περισσότερο είναι η τάση του ιστορικού μυθιστορήματος. Ωραία, επιχειρεί να αναιρέσει την υποκειμενικότητα της ιστοριογραφίας, ωραία, προσπαθεί να ξαναδεί την ιστορία από άλλη σκοπιά… Αλλά μήπως εγκαθιδρύει μια άλλη μεροληψία στη θέση της παλιάς, μήπως υιοθετεί μια εξίσου μονόπλευρη θεώρηση και έτσι πλασάρει στον αναγνώστη μια αλήθεια εξίσου μονοδιάστατη; Κι αν η απάντηση είναι ότι η μυθοπλασία αναγκαστικά στήνει τη δική της (υποκειμενική) αλήθεια, τότε η λύση είναι το ανοιχτό μυθιστόρημα, που δεν χειραγωγεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά αφήνει εναλλακτικές επιλογές στον αναγνώστη.

Πατριάρχης Φώτιος
15.3.2007

Sunday, March 11, 2007

Bloody Mary: Παύλος Μάτεσις

Παύλος Μάτεσις: μεταξύ ύψους και βάθους

Μεθαύριο, την Τρίτη 13 Μαρτίου (στις 20.00), στον Ιανό οργανώνεται εκδήλωση με αφορμή την 50ή έκδοση της “Μητέρας του σκύλου”. Θα μιλήσουν οι Τ. Χυτήρης, Στ. Δάνδολος και Αύγ. Κορτώ.
Ο Παύλος Μάτεσις είναι στ’ αλήθεια ιδιαίτερη περίπτωση καταρχάς θεατρικού συγγραφέα και πεζογράφου με κείμενα που κινούνται από το πιο υψηλό στο πιο χαμηλό επίπεδο και τανάπαλιν. Ακριβώς επειδή πειραματίζεται, άλλα του θεατρικά έργα είναι στρυφνά και απωθητικά (π.χ. το φωκνερικό “Προς Ελευσίνα”) κι άλλα παιγνιώδη (λ.χ. “Λύκε λύκε”) και βαθυστόχαστα χωρίς να ελιτίζουν (λ.χ. Η Τελετή). Στα πεζά του ακολούθησε φθίνουσα πορεία από την απώτατη κορυφή (το εμβληματικό “Η μητέρα του σκύλου”) σταδιακά σε κατώτερα επίπεδα, όπως “Ο Παλαιός των Ημερών” (1994), ο “Σκοτεινός οδηγός” (2002) και ο “Μύρτος” (2004). Τα έργα του μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: α) σ’ αυτά που ακολουθούν την κλασική αφηγηματική δομή με αρχή, μέση και τέλος (“Η μητέρα του σκύλου”) και β) σ’ αυτά που γράφονται με την “επεισοδιακή” κατ’ Αριστοτέλη γραφή ως συνονθύλευμα εικόνων και σκηνών.
“Η μητέρα του σκύλου” (1990) είναι έργο σταθμός όχι μόνο για τον ίδιο τον δημιουργό, αλλά και για όλη τη νεότερη ελληνική πεζογραφία. Ο συγγραφέας αποδεικνύει πως είναι υφοπλάστης περιωπής, που μπορεί ακόμα και να γράψει σε αυτό που έχω ονομάσει γυναικεία-θυμική γραφή, καθώς βάζει την ηρωίδα του να μιλάει με αφέλεια αλλά και ειλικρίνεια, με συναισθηματισμό αλλά και με ανυποψίαστη ωμότητα… Πρόκειται για την αφήγηση επαρχιώτισσας ηθοποιού γύρω από τις δύσκολες μέρες της κατοχής, η οποία βγάζει στην επιφάνεια την απλή ματιά, έστω κι αν συνοδεύεται από σκόπιμη αφέλεια, αυταπάτες, φαντασιώσεις και παρακρούσεις που ανατινάζουν τον ρεαλισμό της αφήγησης. Έχουμε στην ουσία μια στρεβλή ματιά για τον στρεβλό νεοελληνικό μας βίο, μια αυτοσαρκαστική κατόπτευση της μεταπολεμικής Ελλάδας με όλα τα μίζερα συμπλέγματά της.
Ενδιαφέρουσα θα είναι η παρουσίαση από τον Αύγουστο Κορτώ, καθώς σε εμπρηστικό δοκίμιό του στο “να ένα μήλο” (τχ. 2) αναγνωρίζει στο έργο την κορυφαία θέση που του αξίζει, αλλά κατακεραυνώνει τον “Σκοτεινό οδηγό” ως “βιβλίο κουραστικό και ασυνάρτητο” κ.τ.λ. Αν πάρει πίσω όσα έχει με ζέση δηλώσει, θα έχει πέσει κι αυτός στην παγίδα των δημοσίων σχέσεων…
Εν τέλει, όπως ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις, δεν αγαπάμε τον δημιουργό και το σύνολο του έργου του, αλλά συγκεκριμένα κείμενα που ξεχωρίζουν και μπορούν να διαβαστούν περισσότερες της μίας φορές.

Πατριάρχης Φώτιος
11.3.2007

Wednesday, March 07, 2007

Coca Cola light.γνωρίζω τον συγγραφέα

Γνωριμία με συγγραφείς

Σενάριο 1ο: Ένας φίλος, τον οποίο εκτιμώ, μου φέρνει το υπό έκδοση βιβλίο του να το αξιολογήσω. Πόσο μπορώ να μείνω ανεπηρέαστος από την προσωπική μας σχέση;

Σενάριο 2ο: δυο τρεις συγγραφείς επισκέπτονται επώνυμα το blog μου, με τους οποίους γνωριζόμαστε και μιλάμε σε οικείο τόνο. Πολλές φορές ανταλλάσσουμε φιλοφρονήσεις, μιλάμε πια φιλικά, κερδίζει ο ένας τη συμπάθεια του άλλου. Και κάποια στιγμή ένας από αυτούς εκδίδει λ.χ. ένα μυθιστόρημα. Πώς θα μπορέσω να αναρτήσω τη γνώμη μου σε ένα post έχοντας τη συνείδησή μου ήσυχη ότι δεν τον είδα θετικά χάρη στη γνωριμία μας ή ότι δεν τον αδίκησα εξαιτίας της διάθεσής μου να φανώ αντικειμενικός;

Σενάριο 3ο: είμαι δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα και παίρνω συνεντεύξεις από συγγραφείς. Παράλληλα διατηρώ μια στήλη, όπου κάνω βιβλιοπαρουσιάσεις. Βρίσκομαι, λοιπόν, μέσα από τη δουλειά μου στο κύκλωμα –χωρίς αρνητικά υπονοούμενα η λέξη- και συμπαθώ (ή και αντιπαθώ) πρόσωπα Νεοελλήνων συγγραφέων, τους οποίους γνωρίζω πλέον. Καλούμαι, λοιπόν, κάποια στιγμή να γράψω τη γνώμη μου για το βιβλίο τους. Τι κάνω;

Τα σενάρια μπορούν να πολλαπλασιαστούν και να αποκτήσουν και όνομα.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πόσο η προσωπική σχέση με έναν συγγραφέα επηρεάζει την κριτική μου, ειδικά όταν έχω ένα δημόσιο βήμα (εφημερίδα, blog κ.τ.λ.); Είναι το πρόσωπο άσχετο με το βιβλίο; Είναι το βιβλίο που θα μείνει και επομένως αυτό και μόνο αυτό μετράει σε μια “αντικειμενική” παρουσίαση; Ακριβώς λόγω των παραπάνω οι ίδιοι οι συγγραφείς επιδιώκουν να γίνουν γνωστοί ως άνθρωποι και να επηρεάσει η προσωπικότητά τους την τύχη των βιβλίων τους; Το ζήτημα είναι τι κάνουν όλοι οι άλλοι!

Πατριάρχης Φώτιος
7.3.2007

Sunday, March 04, 2007

Καφές και τσιγάρο

“Ιστορίες καπνού”

Πώς γράφουν οι συγγραφείς; Καπνίζουν αρειμανίως ή επιμένουν στην καθαρότητα της ατμόσφαιρας και στη διαύγεια του πνεύματος;
Στο βιβλιαράκι 165 σελίδων δώδεκα γνωστοί συγγραφείς (Νικολαΐδου, Σωτηροπούλου, Μπαμπασάκης, Παναγιωτόπουλος, Κορτώ, Σιφωνιός, Ζουμπουλάκη, Αλεξάκης, Ταμβακάκης, Μιτσοτάκη, Νόλλας και Χωμενίδης), πιθανότητα καπνιστές, γράφουν ισάριθμα διηγήματα με κέντρο το κάπνισμα. Θα ξεχώριζα τρία: Τα “Φαντάσματα” του Ν. Παναγιωτόπουλου με την ενδιαφέρουσα γραφή τους που δένει με το περιεχόμενο, “Η Σοφία” του Β. Αλεξάκη με το ιδιαίτερο χιούμορ που δεν στερείται νοήματος και τέλος “Το τελευταίο τσιγάρο” του Χρ. Χωμενίδη με την ευφυή σύνδεση τσιγάρου και απόλαυσης ακόμα και μπροστά στον θάνατο.
Σκέψεις που μου δημιουργήθηκαν:
- Ποια ατμόσφαιρα δημιουργεί το τσιγάρο την ώρα της συγγραφής; (Σημείωση: κανένα διήγημα δεν ήταν αυτοαναφορικό)
- Συνδυάζεται το λογοτεχνικό διάβασμα με καφέ και τσιγάρο; (όπως πολλοί διαβάζουν εφημερίδα με τη συνοδεία τσιγάρου).
- Δείχνει κάτι το κάπνισμα του ήρωα ως προς τη διάθεσή του και την προσωπικότητά του; Κείμενα με τέτοια παραδείγματα;
- Άλλα ερωτήματα ανάλογου ύφους;
Προσωπικά δεν καπνίζω (Δεν είχε έλθει στην εποχή μου ο καπνός από την μετακολομβιανή Αμερική!). Ωστόσο, μπορώ να φανταστώ εικόνες συγγραφέων ή αναγνωστών που απασχολούν έτσι το χέρι και τη σκέψη τους.

Πατριάρχης Φώτιος
4.3.2007

Thursday, March 01, 2007

Χυμός μήλο: Τα βραβεία μυθιστορήματος "να ένα μήλο"

Βραχεία λίστα μυθιστορήματος

Ανακοινώθηκε σήμερα η βραχεία λίστα του περιοδικού “να ένα μήλο” για τα μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2006, λίστα που διαμόρφωσαν οι 50 συνεργάτες του περιοδικού. Τα 5 βιβλία δείχνουν πολυφωνία και ποικιλία απόψεων, όμοια με την ετερόκλητη ομάδα των νέων συγγραφέων που έκαναν τις επιλογές. Καταγράφονται τα επιλεγέντα μυθιστορήματα με αλφαβητική σειρά:

Ελ. Γιαννακάκη, “Τα χερουβείμ της μοκέτας”: δύσκολο στην ανάγνωση για τον εύκολο αναγνώστη, αλλά τεχνουργημένο εξαιρετικά πάνω στην τεχνική του προσωπικού μονολόγου. Όλα τα κλισέ καταρρίπτονται, η υπόθεση εξελίσσεται με αργά αλλά μεθοδικά βήματα, τα επίπεδα της γραφής αλληλοσυμπλέκονται αγαστά. Η ηρωίδα αναδεικνύεται σε ιδεώδη μορφή νοικοκυράς και συζύγου, ώσπου να καταπέσει κάθε τέτοια εντύπωση. Ο Κούρτοβικ το θεώρησε το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.

Αντζ. Δημητρακάκη, “Το μανιφέστο της ήττας”: κοσμοπολίτικο βιβλίο με προμελετημένη δομή, με ένθετες ιστορίες και αναχρονίες, με έξυπνο το παιχνίδι της εναλλαγής συγγραφέα και αφηγητή στο τέλος. Από την άλλη, ο φασισμός που επικαλείται η πεζογράφος ως πρόθεσή της δεν φαίνεται, οι ήρωες δεν αποτυπώνονται σε βάθος και κυριαρχούν προσωπικές εμμονές όπως το εύκολο σεξ και λιγότερο στα ναρκωτικά, σαν μια μόδα συνηθισμένη μεταξύ των νέων.

Αντ. Σουρούνης, “Το μονοπάτι στη θάλασσα”: Ο Σουρούνης ανήκει στην πάστα των συγγραφέων τους οποίους θα ονόμαζα παραμυθάδες, αφού μπορούν για μικρά περιστατικά της καθημερινότητας να πλάσουν ολόκληρες ιστορίες, όπου η αφήγηση κυλάει αβίαστα. Ο βασικός άξονας σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι η ένδεια και η ανεργία, καθώς και οι προσπάθειες των φτωχών ανθρώπων να την ξεπεράσουν με θεμιτά και ημι-αθέμιτα μέσα. Παράλληλα, αναπτύσσονται άλλοι άξονες, όπως η σεξουαλική ωρίμαση, η εκκλησία, οι παιδικές φιλίες και σχέσεις κ.λπ.

Αλ. Σταμάτης, “Αμερικάνικη φούγκα”: περιπετειώδες μυθιστόρημα για αναζήτηση του βαθύτερου χαρακτήρα της Αμερικής και προσπάθεια για μια αυτοσυνειδησία του ήρωα. Εντέλει διαβάζει κανείς μια ιστορία που κινείται σε γρήγορους (κινηματογραφικούς) ρυθμούς -με όλα τα αρνητικά της εσπευσμένης δράσης-, η οποία θα ήθελε να έχει ένα κάποιο βάθος, αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Το πολυφορεμένο θέμα αλλαγής ρόλων δεν στηρίζεται από εμβάθυνση στην ψυχολογία. Θετικό κρίνεται το αυτοαναφορικό εύρημα της συγγραφής από τον ήρωα-συγγραφέα της ζωής που τώρα ο ίδιος ζει.

Π. Τατσόπουλος, “Η καλοσύνη των ξένων”: Το βιβλίο κερδίζει τον αναγνώστη (μολονότι δεν ξέρω αν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα). Είναι το προσωπικό ξετύλιγμα της υιοθεσίας του ίδιου του συγγραφέα και η προβληματική γύρω από θέματα οικογένειας και παιδιών. Χωρίς μελοδραματισμούς αλλά με πολύ χιούμορ και ειρωνεία ο Τατσόπουλος γράφει τα κεφάλαια του με θέματα που φαινομενικά ξεφεύγουν από τον άξονα του βιβλίου, αλλά που στο τέλος καταλήγουν πάντα εκεί. Προς το τέλος η αφήγηση εξασθενίζει και φθίνει.

Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος
1.3.2007

Sunday, February 25, 2007

Βυσσινάδα: Το χαμένο κοινό της λογοτεχνίας

Το χαμένο κοινό της λογοτεχνίας

Γιατί η λογοτεχνία σήμερα χάνει το κοινό της; Τι φταίει και είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα και απαξιώνεται συνεχώς; Η Τ. Δημητρούλια στο σημερινό άρθρο της “Σε αναζήτηση του χαμένου κοινού” (Η Καθημερινή) θέτει τους προβληματισμούς Γαλλόφωνων διανοητών, όπως είναι ο Τοντόροφ και ο Βινκελκρότ πάνω στο θέμα.
Η φιλολογία πρέπει να επιστρέψει στο σκοπό της, ο οποίος έγκειται στην “κατανόηση του νοήματος των κειμένων που εμπλουτίζει την εσωτερική μας ζωή”, και όχι στην αποκλειστική “μελέτη των εννοιολογικών εργαλείων”. Πέρα από τον μοντερνισμό, ο οποίος απομάκρυνε το κείμενο με τους φορμαλιστικούς πειραματισμούς του από τον αναγνώστη, ευθύνες φέρουν και “ο μηδενισμός αφενός και ο σολιψισμός, η ομφαλοσκόπηση αφετέρου των σύγχρονων έργων, που αρθρώνουν είτε έναν λόγο κατεδαφιστικό για την ανθρώπινη συνθήκη είτε ένα λόγο αυτομυθοπλαστικό και αυτοαναφορικό, ξεκομμένο από τους άλλους, [και γι’ αυτό] συνιστούν παράγοντες εξίσου σημαντικούς όσον αφορά την απαξίωση της λογοτεχνίας στη σύγχρονη κοινωνία.”.
Η ανάγκη για αλλαγή μπορεί να συνοψιστεί σε δύο αιτήματα: επιστροφή στο κείμενο και στο νόημά του και επανασύνδεση της λογοτεχνίας με το κοινό της. Στην ουσία η “θέση του συγγραφέα, του αναγνώστη, του κειμένου, όσο υπάρχει ακόμα η ανθρωπότητα με τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε, είναι βέβαιο ότι με κάποιο τρόπο θα αυτοπροσδιοριστούν εκ νέου, θα μεταβληθούν και θα αναδομηθούν, για να εκφράσουν τον κόσμο μας”.
Πρόκειται ίσως για ένα αίτημα επιστροφής της λογοτεχνίας σε ένα νέο-ανθρωπιστικό περιεχόμενο, όπως είχε πει παλαιότερα ο Ουμπέρτο Έκο, ή μια σύζευξη των φορμαλιστικών δοκιμών με ανάλογο ανθρωποκεντρικό περιεχόμενο.

Ευχαριστώ τον Librofilo και την Εαρινή Συμφωνία για την πρόσκληση στο παιχνίδι των 5 αληθειών για τη ζωή μου. Κρίνω ότι ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από την περσόνα “Πατριάρχης Φώτιος”, είτε είναι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, είτε ο Φώτης Σεργουλόπουλος, είτε ο Φώτης από το “Παρά πέντε”, δεν ενδιαφέρει. Δεν ενδιαφέρει με άλλα λόγια αν είμαι μοναχός στο Άγιο Όρος ή βιβλιόφιλος αναρχικός στα Εξάρχεια, Καθηγητής Πανεπιστημίου ή μπογιατζής, δημοσιογράφος της κακιάς ώρας ή φιλήσυχος συνταξιούχος. Ενδιαφέρει η αναγνωστική μου πλευρά και για αυτήν θα μιλήσω:
1. Διαβάζω λογοτεχνία με όρεξη σαρακιού που καταβροχθίζει χαρτί και μελάνι.
2. Πιστεύω στη δύναμη της γλώσσας, λογοτεχνικής και μη, και ειδικότερα της ελληνικής γλώσσας. Στην εποχή της εικόνας θεωρώ ότι ο λόγος κρατά τις επάλξεις του και καθορίζει έντονα τη ζωή μας.
3. Πιστεύω στη δύναμη του διαλόγου και γι’ αυτό θλίβομαι, όταν τα σχόλια των επισκεπτών των ιστολογίων είναι φτηνά, αναπόδεικτα ή κακεντρεχή. Δέχομαι κάθε νηφάλια και αποδεδειγμένη –έστω και ως απόπειρα- άποψη. Άλλωστε στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν Πάπες (μόνο Πατριάρχες!!! κι αυτοί με τα άπειρα λάθη τους)
4. Δεν πιστεύω στον εμπειρισμό. Η λογοτεχνία επικουρείται πλέον από τη Θεωρία της Λογοτεχνίας, τη Φιλοσοφία, τη Γλωσσολογία κ.λπ. και ο αμύητος αναγνώστης, που θέλει να συζητά πέρα από την αναγνωστική του απόλαυση και για τις αρετές ενός κειμένου, είναι εν μέρει και λογοτεχνικά αναλφάβητος.
5. Είμαι λογοτεχνικά αναλφάβητος στην ποίηση, καθώς την κρατώ για τον εαυτό μου και δυσκολεύομαι να μιλήσω χωρίς να λέω κοινοτοπίες.
Δεν παρακινώ κανέναν από την μπλογκόσφαιρα να συνεχίσει το παιχνίδι, αν πιστεύει ότι οι άλλοι πάσχουμε από το σύνδρομο της κλειδαρότρυπας και γι’ αυτό θέλουμε να μάθουμε αλήθειες για τη ζωή του.

Πατριάρχης Φώτιος
25.2.2007

Thursday, February 22, 2007

Σταμάτη υπεράσπισις

Ο Σταμάτης ως συγγραφέας και ως άνθρωπος δε χρειάζεται υπεράσπιση από εμένα. Υπερασπιζόμενος ωστόσο το πρόσωπό του προασπίζω το Vivliocafe.
Όταν στο προηγούμενο post μίλησα για το βιβλίο του, τόσο εγώ όσο και εκείνος συνομιλήσαμε σε ύφος κόσμιο και διαλλακτικό. Γι' αυτό θα ήθελα να θέσω ως αρχή τέτοιων διαλόγων να μην επιτίθεται κανείς στην προσωπικότητα του άλλου, ούτε του Σταμάτη, ούτε τη δική μου και φυσικά ούτε κανενός άλλου επισκέπτη. Μιλάμε για βιβλία και λογοτεχνία, δεν βάλλουμε εναντίον κανενός με χαρακτηρισμούς και υπονοούμενα. Μιλάμε με επιχειρήματα χωρίς αιχμές, μιλάμε με στοιχεία και όχι με ατάκες...
Γιατί εδώ δεν είναι παράθυρο κανενός καναλιού.
Ευχαριστώ
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, February 21, 2007

Αμερικάνικος καφές: Σταμάτης

Αλέξης Σταμάτης, Αμερικάνικη Φούγκα

Κανονικά θα έπρεπε να είμαι πιο φιλόξενος από τη στιγμή που ο πεζογράφος έχει περάσει από το καφέ μας. Θέλω όμως να είμαι πρώτιστα τίμιος.
Ο Σταμάτης έχει ένα συγκεκριμένο τρόπο γραφής, όπως φαίνεται κι από τα προηγούμενα βιβλία του: ένα περιπετειώδες θέμα το οποίο προσπαθεί να επενδύσει με στοχασμό. Ειδικά στο τελευταίο του έργο επιχείρησε να αναζητήσει την ταυτότητα με τη φυγή του ήρωα στην Αμερική. Η απογοήτευση του αναγνώστη είναι μεγάλη, γιατί οσμίζεται τις προθέσεις του δημιουργού και βλέπει στη θέση τους μια κατώτερη των περιστάσεων πραγμάτωσή τους: μια ιστορία που κινείται σε γρήγορους (κινηματογραφικούς) ρυθμούς -με όλα τα αρνητικά της εσπευσμένης δράσης-, η οποία θα ήθελε να έχει ένα κάποιο βάθος, αλλά δεν το φτάνει ποτέ. Η αναζήτηση της ταυτότητας μένει στα λόγια και πουθενά δεν παρουσιάζονται πειστικά τα διλήμματα, που θα έπρεπε να κανοναρχούν τη ζωή του. Παράλληλα, το μυθιστόρημα στηρίζεται σε ένα χιλιοφορεμένο εύρημα αλλαγής θέσης με κάποιον άλλο, χωρίς να προστίθεται μια καινούργια διάσταση στο θέμα του σωσία.
Ο πιο σημαντικός λόγος εξαιτίας του οποίου δεν ανάγεται το μυθιστόρημα σε κάτι περισσότερο από ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα είναι η απουσία ψυχολογικών ερεισμάτων. Οι ενέργειες του ήρωα δεν αιτιολογούνται με εσωτερικά κίνητρα, όχι ότι δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν βάσει της πλοκής, αλλά δεν σκιαγραφούνται από τον αφηγητή, κι αυτό τις καταδικάζει σε μυθοπλαστική ανυπαρξία. Ο πρωταγωνιστής φεύγει στην Αμερική, χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς τον κυνηγάει, έπειτα φεύγει προς την έρημο, βιαστικά και αναίτια, ενώ ο αναγνώστης δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά την εξέλιξη της δράσης, σαν σε χολιγουντιανή ταινία, χωρίς αιτιώδεις σχέσεις και ψυχικές συνδέσεις.
Από την άλλη, με ενοχλεί αυτή η αμερικανοπληξία (θα με ενοχλούσε εξίσου, αν ήταν γαλλοπληξία, ινδοπληξία ή και ελληνοπληξία) στα διαβάσματα του ήρωα και στις αναφορές του μόνο σε Αγγλοσάξονες και φυσικά Έλληνες δημιουργούς. Ο Έλληνας ήρωας δηλαδή έχει διαβάσει μόνο Έλληνες ομοτέχνους του και Αγγλοσάξονες, λες και η πνευματική παρακαταθήκη της ανθρωπότητας περιέχεται μόνο στην παραγωγή της Αμερικής των δύο τελευταίων αιώνων. Συνάμα, η προσπάθεια να καταγραφεί το διπλό πρόσωπο των σύγχρονων Η.Π.Α. είναι φιλόδοξο, αλλά περιορίζεται σε εξωτερικές διαπιστώσεις.
Θετικά στοιχεία, για να μην νιώθω ότι είμαι μονόπλευρος: ο ήρωας είναι ανώνυμος κι αυτό το χειρίζεται πολύ καλά σε όλη την αφήγηση ο Σταμάτης. Δεύτερο και σημαντικότερο, ο συγγραφέας-ήρωας γράφει όχι για τη ζωή του, αλλά γράφει (και σκηνοθετεί) τη ζωή του νέου του ρόλου. Αυτό το μεταμοντέρνο μοτίβο διαπερνά το κείμενο και του δίνει μια άλλη διάσταση. Τέλος, ο γρήγορος ρυθμός κάνει ευχάριστη την ανάγνωση και οι δόσεις σασπένς καθιστούν το όλο ανάγνωσμα ενδιαφέρον, όχι βέβαια πιο πολύ από ένα βιβλίο παραλίας ή τρένου.
(Σε παρένθεση βάζω τα πολλά πραγματολογικά λάθη, από την πρώτη μέρα του αιώνα που δεν είναι η 1.1.1900, όπως γράφεται, αλλά η 1.1.1901 ως το αναληθοφανές να κουβαλά μαζί του στο επικίνδυνο ραντεβού το επίμαχο κουτί -που αργότερα το ασφαλίζει σωστά σκεπτόμενος-, και πολλά άλλα, που θα μπορούσαν να προσεχθούν περισσότερο).
Και τώρα έρχομαι στις κρίσεις που έλαβε το βιβλίο. Στις μεγάλες εφημερίδες είδα μόνο μια βιβλιοπαρουσίαση από τον Πιμπλή στα Νέα (21.10.2006), όπου κατατίθεται ο προβληματισμός του βιβλίου, ενώ επισημαίνεται ότι “το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του είναι η εσωτερική αναζήτηση του συγγραφέα-πρωταγωνιστή, που από συγγραφέας μετατρέπεται σε μυθιστορηματικό ήρωα”. Από εκεί και πέρα το βιβλίο ακούστηκε ιδιαίτερα στους χώρους των bloggers:
- Εαρινή συμφωνία 23.10.2006: ενδιαφέρον Road Movie το οποίο βγάζει την ελληνική λογοτεχνία από τον ελληνοκεντρισμό της. Ο συγγραφέας ενσωματώνει πολλά στοιχεία, αλλά το βιβλίο πάσχει, καθώς επιχειρείται να τα περιλάβει όλα. Από την άλλη, “η δυνατή εικονοπλασία, πολλές φορές συναντά τον στοχασμό και απογειώνει το κείμενο”.
- Δημήτρης Μαμαλούκας 24.10.2006: Ο ήρωας του έργου “θα μπορούσε να είναι ο Άνθρωπος, το αρχέτυπο του ανθρώπου της κοινωνίας μας”. Ο blogger εκτιμά επίσης τη δεξιοτεχνία της γραφής και τη “γλωσσική όσο και εκφραστική τελειότητα” του κειμένου, ενώ ως μόνο αρνητικό εντοπίζει την εμφάνιση του παιδιού που ολοκληρώνει, αναίτια, μια οικογενειακή εικόνα.
- Book Attack 11.2006: Ο Σταμάτης “έγραψε ένα πολύ εσωτερικό βιβλίο που όμως ανοίγει διάπλατα την πόρτα της ελληνικής λογοτεχνίας στον υπόλοιπο κόσμο”, ενώ επαινείται η γνήσια εικονοποιία του μυθιστορήματος.
- Ελληνική Λογοτεχνία 17.11.2006: Σχολιάζεται θετικά το μυθιστόρημα ως “δουλειά συγγραφικής και δημιουργικής ωριμότητας”, με αρτιότητα στον χειρισμό της γλώσσας και στο πλάσιμο των χαρακτήρων κι έτσι ο Σταμάτης συνδυάζει το εμπορικό σκέλος με την ποιότητα στη γραφή. Από την άλλη “σε θέμα σεναρίου, δράσης ή ανατροπών […] δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία”, για τον έξτρα λόγο ότι το τέλος είναι προβλέψιμο.
- Librofilo 18.12.2006: Το μυθιστόρημα διακρίνεται από τη διακειμενικότητά του και τις εμμονές του πεζογράφου (κινηματογράφος και μουσική). “Η ικανότητα όμως του συγγραφέα να δημιουργεί υπέροχες εικόνες καταφέρνει στο τέλος να κερδίσει τις εντυπώσεις”.
- Παπάρ… Books!!! 22.01.2007: Το έργο, “χωρίς να μειώνει σε τίποτα τη δράση, δίνει δραματικά την απεγνωσμένη προσπάθεια του συγγραφέα να φτάσει στη λύτρωση”, ενώ παράλληλα “αποπειράται να απεικονίσει τη σημερινή αμερικανική πραγματικότητα, κυρίως σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο”. Είναι ένα άρτιο βιβλίο που προβληματίζει χωρίς ηθικοδιδακτισμούς.
Όπως βλέπετε, η γνώμη μου είναι πολύ διαφορετική από των άλλων bloggers, των οποίων η άποψη είναι σεβαστή. Ωστόσο, πιστεύω ότι ο Σταμάτης, blogger και ο ίδιος, κερδίζει τις εντυπώσεις ως πρόσωπο και ως δημόσια εικόνα, πριν διαβάσει κανείς το βιβλίο του, και έτσι ο αναγνώστης έχει ήδη διαμορφώσει τη θετική του γνώμη, επηρεασμένος επιπλέον και από την κινηματογραφικότητα της ιστορίας και όχι από την ποιότητα της γραφής. Είναι ένα βιβλίο που ομολογουμένως διαβάζεται άνετα και γρήγορα, αλλά και γι’ αυτό εύκολα και χωρίς να αφήσει κάτι βαθύτερο. Σε όποιον αρέσουν τέτοιου είδους έργα, θα το ευχαριστηθεί, σε όποιον ψάχνει κάτι βαθύτερο, θα απογοητευτεί από την απουσία αυτού που θα ήθελε να ενθέσει ο ίδιος ο συγγραφέας (ταυτότητα, αναζήτηση, αυτογνωσία κ.τ.λ.).

21.2.2007
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, February 15, 2007

Νες καφέ με γάλα: Αστερίου

Χρ. Αστερίου, Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη

Τον περίμενα πιο δυνατό. Μετά την πρώτη του εμφάνιση με τη συλλογή διηγημάτων “Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες” (2003), ο Χρήστος Αστερίου εμφανίζεται τώρα με μυθιστόρημα: Ο ζωγράφος Ιάσονας Ρέμβης επιστρέφει από την Αυστραλία στην Ελλάδα, για να αναζητήσει τα ίχνη της οικογένειάς του και να κάνει το εφαλτήριο βήμα προς την απογείωση της τέχνης του. Συναντά μια γηραιά κυρία, διάσημη άλλοτε σοπράνο της όπερας, που έχει χάσει το γιο της από τότε που ο τελευταίος ήταν 5 ετών. Η υπόθεση δεν έχει κανένα βάθος, ούτε καν μια αυτοαναφορική κατάβαση στην ψυχή του καλλιτέχνη και στους τρόπους με τους οποίους θα δώσει ώθηση στο ταλέντο του. Ένα τέχνασμα του τέλους δεν σώζει την κατάσταση.
Κατά τη γνώμη μου, δύο βασικά μειονεκτήματα συναντά ο αναγνώστης στο βιβλίο. Αφενός, το ύφος του νεαρού συγγραφέα δεν προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε προσώπου ή κατάστασης: π.χ. η πορεία του Ρέμβη προς το χειρουργείο δίνεται πολύ πιο νωθρά απ’ ό,τι θα έπρεπε (βλ. την κατάσταση παραζάλης, όπως την σκιαγραφεί έξοχα στο κατά τ’ άλλα μέτριο βιβλίο του “Νυχτερινή διαδρομή” ο Μ. Μιχαηλίδης) ή το ύφος μιας επιστολής του δεν έχει καθόλου ή έχει ελάχιστο προσωπικό χρώμα. Αφετέρου, τα επιμέρους συμβάντα δεν οδηγούν με κορύφωση στο επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς τα γεγονότα καρκινοβατούν χωρίς σύνδεση και κλιμάκωση.

Πατριάρχης Φώτιος
15.2.2007

Sunday, February 11, 2007

Χυμός νεκταρίνι: Γυναικεία γραφή

Γυναικεία (θυμική) γραφή

Αφορμή για τη σημερινή καταχώριση η ύπαρξη σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής αντικειμένου «γυναικεία γραφή». Στ’ αλήθεια υπάρχει;
Έρευνες από θεωρητικούς του φεμινισμού του εξωτερικού (L. Irigaray, J. Kristeva, H.Cixous, K. Millet κ.ά.) προσπαθούν να ορίσουν τη γυναικεία γραφή με σωματικά, κοινωνικά ή και μαρξιστικά κριτήρια. Η Α.Μαντόγλου που διδάσκει το αντικείμενο έχει υπόψη της τις θεωρητικές αυτές θέσεις και τις εφαρμόζει ως απόπειρες σωματικής γραφής στα μυθοπλαστικά της βιβλία.
Εγώ εδώ θα σταθώ σε πιο πρακτικά θέματα μιας γραφής που καλύτερα θα μπορούσε να ονομαστεί “θυμική” και όχι ιδεολογικά και κοινωνικά στιγματισμένη ως γυναικεία. Χαρακτηριστικά της, όπως τα βλέπουμε σε κείμενα Ελληνίδων (αλλά και γιατί όχι, και Ελλήνων) συγγραφέων (από τη ροζ λογοτεχνία της δεκαετίας του ’90 ως την Αναστασέα, τη Λαμπαδαρίδου-Πόθου, τη Μαντόγλου, πρόσφατα τη Στρατηγοπούλου κλπ. ή μερικά σημεία από τη “Μητέρα του σκύλου” του Π.Μάτεση) θα μπορούσαν να είναι:
i. θεματική: οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις με έμφαση στις συναισθηματικές-ψυχικές πλευρές της ανθρώπινης επικοινωνίας.
ii. ατμόσφαιρα: ως συνοδευτικό του θέματος ο συναισθηματισμός συχνά το υπερκαλύπτει αφήνοντας στον αναγνώστη μία γεύση συγκίνησης και θυμικής έντασης.
iii. αφήγηση: περιορισμός της αφήγησης και έκταση των περιγραφικών μερών ή τα μερών με στοχασμούς (συχνές ή συνεχείς παύσεις, σε μορφή συναισθηματικών-συλλογιστικών παρεκβάσεων).
iv. δομή: απουσία αρχιτεκτονικής από το κείμενο, αφού λείπει η συγκροτημένη δομή και έτσι το πεζογράφημα απευθύνεται προπαντός στην «καρδιά» παρά προκαλεί μια πνευματική-νοητική αναπήδηση.
v. ύφος: ύφος που στερείται εγκεφαλικότητας (αυστηρής λογικής συνοχής), γεμάτο από συνειρμικότητα, αποσιωπητικά και άλλα σημεία στίξης, ενδεικτικά συναισθηματικής κατάστασης, μακροπερίοδο λόγο που παραμένει παρατακτικός κρατώντας την προφορικότητα μιας εξομολόγησης και αποστασιοποιούμενος από την υποτακτική σύνδεση των φιλοσοφικών ή φιλοσοφιζόντων συλλογισμών. Γενικότερα, δέσμευση στη γλώσσα και στις συνυποδηλώσεις της με έντονες δόσεις ποιητικότητας (χειμαρρώδης συναισθηματικότητα, με διατυπώσεις άλλοτε χαλαρές και ρέουσες, θολές και ελεύθερες κι άλλοτε ζεστές από μια εσωτερικότητα που αναβλύζει).
Οι επισημάνσεις αυτές δεν έχουν αξιολογικό (μειωτικό) χαρακτήρα, αλλά προσπαθούν να ορίσουν ένα ρεύμα στη λογοτεχνία (μας), όπου οι συγγραφείς ρίχνουν το βάρος στη γλώσσα και στο ύφος, προκειμένου να εξωτερικεύσουν συναισθηματικές καταστάσεις, και όχι στη δομή ή στη διάρθρωση των σκηνών δράσης.

Πατριάρχης Φώτιος
11.2.2007

Friday, February 09, 2007

Espressino Caldo: Καλιότσος - Σουρούνης

Π. Καλιότσος, Η ωραιότερη ιστορία του κόσμου

Ένα μικρό βιβλιαράκι σχήματος τσέπης με 120 σελίδες. Μείγμα ιστορίας και μυθοπλαστικής αφήγησης, όχι ως προς την ακρίβεια των γεγονότων, αλλά ως προς την επιλογή και οργάνωση του υλικού, το οποίο είναι ετερόκλητο (αφήγηση, επιστολές, ανακοινώσεις, φωτογραφίες κ.ά.). ΘΕΜΑ: η ανεπίσημη εκεχειρία μεταξύ Βρετανικών και Γερμανικών στρατευμάτων στα χαρακώματα του Δυτικού μετώπου στις γιορτές των Χριστουγέννων του 1914, θέμα που απασχόλησε και την ταινία “Καλά Χριστούγεννα” (2005) του σκηνοθέτη Cristian Carion. Ο Καλιότσος δεν καταφέρνει με τον τρόπο που διάλεξε ούτε να αποδώσει τη φρίκη του πολέμου, ούτε να μεταδώσει την αναμενόμενη συγκίνηση στον αναγνώστη. Καλή ιδέα, καλό για δώρο ως προς το θέμα και την ατμόσφαιρα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ατελές…
Συστήνω ωστόσο ανεπιφύλακτα τα παιδικά βιβλία του Καλιότσου, τα οποία διαβάζονται και από ενήλικους με την ίδια ευχαρίστηση.


Α. Σουρούνης, Το μονοπάτι στη θάλασσα

Έχουν γραφεί πολλά για την ποιότητα αυτού του βιβλίου, παρά τον στιβαρό του όγκο (650 σελίδες). Ο Σουρούνης ανήκει στην πάστα των συγγραφέων τους οποίους θα ονόμαζα παραμυθάδες, αφού μπορούν για μικρά περιστατικά της καθημερινότητας να πλάσουν ολόκληρες ιστορίες, όπου η αφήγηση κυλάει αβίαστα. Το συγκεκριμένο αυτοβιογραφικό βιβλίο καταπιάνεται ως επί το πλείστον με τα παιδικά του χρόνια, με την οπτική γωνία του μικρού Αντώνη, η οποία διακρίνεται από αφέλεια και την περιέργεια να γνωρίσει τον κόσμο. Ο βασικός άξονας σ’ αυτό το «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» (δεν είναι απόλυτα κάτι τέτοιο) είναι η ένδεια και η ανεργία, καθώς και οι προσπάθειες των φτωχών ανθρώπων να την ξεπεράσουν με θεμιτά και ημι-αθέμιτα μέσα. Παράλληλα, αναπτύσσονται άλλοι άξονες, όπως η σεξουαλική ωρίμαση, η εκκλησία, οι παιδικές φιλίες και σχέσεις κ.λπ. Ο Σουρούνης αποδεικνύει ότι μπορεί να κερδίζει τον αναγνώστη, ακόμα και σε μια στατική –μη νομοτελειακή- αφήγηση.

Πατριάρχης Φώτιος
09.2.2007

Sunday, February 04, 2007

Πορτοκαλάδα: συζητήσεις για τη λογοτεχνία

Συζητήσεις για τη λογοτεχνία

Αυτό που με ενθουσιάζει τελευταία είναι ο συνεχής αναβρασμός που μπορεί να συναντήσει κανείς γύρω από τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα: κριτικές και απόψεις, λίστες βραβείων και blogs, διαξιφισμοί και διαπληκτισμοί μεταξύ ξεκατινιασμάτων και επιχειρημάτων. Δύο από αυτές τις συζητήσεις αξίζει να αναφερθούν:
1. Ο Ν. Βαγενάς σε άρθρο του στο Βήμα (21.1) αναφέρεται στην απουσία της σύγχρονης ποίησης από ένθετα βιβλίων μερικών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και Τα Νέα. Τα τελευταία απαντούν στις 27.1. και ο διάλογος συνεχίζεται στα Νέα της 3.2.2007 με επιστολή του Βαγενά και αντίστοιχη απάντηση της Χαρτουλάρη, η οποία μέσες άκρες λέει ότι η συστηματική παρουσίασης της σύγχρονης ποίησης είναι αντικείμενο ειδικών περιοδικών, όπως συμβαίνει και με τα επιστημονικά βιβλία! Αν και το ιστολόγιό μας δεν ασχολείται με την ποίηση (δεν είναι άλλωστε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας!!!, για να πρέπει να έχει ευρύτερη γκάμα θεμάτων), η αποπομπή της σαν ειδικό αντικείμενο μάλλον δείχνει εμπορικολατρία και ενασχόληση μόνο με ό,τι πουλάει (κατά βάση μυθιστόρημα).
2. Ο Μ. Κοντολέων έστειλε στο περιοδικό Διαβάζω (τχ. 470, Ιανουάριος 2007) επιστολή διαμαρτυρίας, όπου εκθέτει την απορία του για τους λόγους που δεν βραβεύτηκε το βιβλίο του για παιδιά “Μια ιστορία του Φιοντόρ” (2004). Καταλογίζει στην τότε επιτροπή Κρατικών Βραβείων (πρόεδρος Ευγένιος Τριβιζάς) παραγκωνισμό των μεγάλων ηλικιακά συγγραφέων, άρνηση των πρωτοποριακών τεχνικών συγγραφής και της κοινωνικοπολιτικής θεματικής στα βιβλία για παιδιά. Σύσσωμη η επιτροπή απάντησε στο τχ. 471 του Διαβάζω (Φεβρουάριος 2007) -καθένας με το ύφος και το ήθος του- αρνούμενη ότι χρησιμοποίησε τέτοια κριτήρια.
Η λογοτεχνία δεν είναι μόνο ανώδυνες αναγνώσεις και σχόλια καφενείου, αλλά και επώδυνες αψιμαχίες, αρκεί να μην συνοδεύονται από χολή και όξος.
Πατριάρχης Φώτιος
4.2.2007

Friday, February 02, 2007

Φρουί ζελέ: “Να ένα μήλο”

Μικρή λίστα των βραβείων “Να ένα μήλο”

Μια φίλη μού ενεχείρισε τη λίστα των προτεινόμενων μυθιστορημάτων για το βραβείο "Νά ένα μήλο". Οι προτάσεις έγιναν από τους συγγραφείς που έχουν συνεργαστεί με το περιοδικό κι εγώ τη δημοσιεύω προς συζήτηση:

Χρήστος Αστερίου, "Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη "
Αλέξανδρος Ασωνίτης, "Γειά σου, τηλεόραση!"
Νίκος Βλαντής, "Writersland"
Ελένη Γιαννακάκη, "Τα χερουβείμ της μοκέτας"
Γιώργος Γλυκοφρύδης, "Ο επιβάτης"
Νίκος Δαββέτας, "Λευκή πετσέτα στο ρινγκ"
Αντζελα Δημητρακάκη, "Το μανιφέστο της ήττας"
Γιάννης Ζευγώλης, "Αστεγοσκόπιο"
Γκασμέτ Καπλάνι, "Μικρό ημερολόγιο συνόρων"
Αρης Μαραγκόπουλος, "Η μανία με την άνοιξη"
Τεύκρος Μιχαηλίδης, "Πυθαγόρεια εγκλήματα"
Παυλίνα Νάσιουτζικ, "Μαμάδες βορείων προαστίων"
Σοφία Νικολαϊδου, "Μοβ μαέστρος"
Βασίλης Πεσμαζόγλου, "Τυφλό σύστημα"
Πέτρος Τατσόπουλος, "Η καλοσύνη των ξένων"
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, "Παραβολή"
Αντώνης Σουρούνης, "Το μονοπάτι στη θάλασσα"
Αλέξης Σταμάτης, "Αμερικάνικη φούγκα"
Σώτη Τριανταφύλλου, "Κινέζικα κουτιά"
Διά την αντιγραφήν
Πατριάρχης Φώτιος
2.2.2007

Tuesday, January 30, 2007

Λεμονάδα: σεμινάρια δημιουργικής γραφής ΙΙΙ

Σεμινάρια δημιουργικής γραφής
(3ος γύρος: αυτές οι λεμονάδες πίνονται πολύ)


Ολοκληρώνω το θέμα “δημιουργική γραφή” με μια συνολική τοποθέτηση στην οποία λαμβάνω υπόψη όσα οι φίλοι του Βιβλιοκαφέ κατέθεσαν.
Ξεκινώ με τις επιφυλάξεις όλων μας, που έχουν βάση όσο η πρακτική της δημιουργικής γραφής στην Ελλάδα δεν έχει παραγάγει καρπούς που να πείθουν για τα αποτελέσματά της: ποιοι τα οργανώνουν και πόσο επαγγελματικά είναι οργανωμένο το εκάστοτε πρόγραμμα; μήπως είναι ένας εύκολος τρόπος να μεταφέρουν την όποια πείρα τους με απώτερο σκοπό να κάνουν μια αρπαχτή; είναι ικανοί να διδάξουν, ασχέτως την αξία τους ως συγγραφέων; πόσο καπελώνουν τέτοιες προσπάθειες το πηγαίο ταλέντο; μήπως εντέλει μελλοντικά οι απόφοιτοι συγγραφείς λειτουργήσουν ως μοναδικό σώμα καταξίωσης αποκλείοντας τους άλλους ως “ερασιτέχνες”;
Όλες αυτές οι επιφυλάξεις προϊδεάζουν για κινδύνους όχι εντελώς ανύπαρκτους, αλλά μάλλον τα συν είναι περισσότερα από τα πλην, αν βέβαια λειτουργήσουν όπως στα ξένα (αγγλοσαξονικά κυρίως) πανεπιστήμια, όπου τα αποτελέσματα είναι ικανοποιητικά. Απαντώ, λοιπόν, όσο μπορώ να έχω γνώμη, στις ενστάσεις όπως ταξινομήθηκαν στην προηγούμενη καταχώριση (26.1.2007).
Οι υπάρχοντες συγγραφείς είναι αυτοδίδακτοι και αυτό δεν είναι διόλου υποτιμητικό. Από την άλλη, θα ήταν εξίσου ευεργετικό –τουλάχιστον σε πρώτη φάση- να μπορεί κανείς να αποκτήσει μέσω των σεμιναρίων συσσωρευμένη πείρα, γνώση τεχνικών και μια πρώτη ιδέα περί λογοτεχνικότητας, στοιχεία δηλαδή που ίσως δεν μπορεί κανείς να τα δεχτεί όσο κι αν διαβάσει άλλους συγγραφείς.
Οι καθηγητές δεν πρέπει να είναι οι αυθεντίες, γιατί αφενός αυθεντίες δεν υπάρχουν κι αφετέρου γιατί άλλος θα είναι ο ρόλος τους: να μεταδώσουν τη δική τους πείρα από την πάλη με τη γραφή πριν φτάσει στο τυπωμένο βιβλίο. Γι’ αυτό δεν είναι υποχρεωτικό να είναι πρώτα ονόματα (καλός συγγραφέας δεν σημαίνει πάντα και καλός δάσκαλος, καλός κριτικός, καλός συνεργάτης κλπ. –καλοί προπονητές δεν έγιναν όλοι όσοι ήταν και καλοί παίχτες –στατιστικά μάλλον το αντίθετο συμβαίνει).
Το πρόγραμμα θα πρέπει να είναι πιο πολύπλευρο από τη συζήτηση πάνω σε γνωστά έργα ή σε πρακτικές συνταγές. Περιδιαβαίνοντας και στις ιστοσελίδες Πανεπιστημίων της Βρετανίας και των ΗΠΑ, όπου παραδίδονται τέτοια μαθήματα, είδα δύο ειδών καθηγητές: συγγραφείς (ακόμα και μεγάλα ονόματα όπως της Τόνι Μόρισον ή της Τζόυς Κάρολ Όουτς) από τη μία και κριτικούς (θεωρητικούς καλύτερα) από την άλλη, ώστε να συνδυαστεί η πρακτική με τη θεωρία, η πείρα με τη γενικότερη κατανόηση της λογοτεχνίας κ.ά. Ένα καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα δεν καπελώνει, ούτε δίνει καλούπια, αλλά προσφέρει το έδαφος για λογιών λογιών φυτά και δέντρα.
Ο επαγγελματισμός δεν είναι κακός: δεν θα εμπιστευόταν κανείς έναν οποιονδήποτε για την υγεία του παρά μόνο έναν γιατρό, άσχετα αν υπάρχουν και καλοί και κακοί γιατροί. Άρα η σύγκριση με τις επιστήμες δεν είναι καλή μέθοδος. Από την άλλη, επιστρέφω στις εικαστικές τέχνες και στην ηθοποιία, όπου υπάρχουν σχολές με πλούσιο έργο, παρόλο που κανένας καλός ζωγράφος ή ηθοποιός δεν αποκλείστηκε επειδή δεν τελείωσε υποχρεωτικά κάποια τέτοια [Η φοίτηση ωστόσο σε μια αξιόλογη σχολή ηθοποιίας είναι πάντα ένας τιμητικός όσο και ουσιαστικός τίτλος, γιατί και οι σχολές είναι της προκοπής]. Μη φτάνουμε στα άκρα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
Βιβλία δημιουργικής γραφής έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα: ένα είναι του James Frey, “Πώς να γράψετε ένα καλό μυθιστόρημα Ι και ΙΙ” κι ένα άλλο από την Πόλυ Μηλιώρη “Δημιουργική γραφή για μελλοντικούς ομοτέχνους” (δεν γνωρίζω άλλα). Το πρώτο –το οποίο έχω διαβάσει- περιλαμβάνει εκλαϊκευμένα στοιχεία θεωρία της λογοτεχνίας και εύπεπτες οδηγίες για ζητήματα δομής και γραφής. Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί, αν δεν έχει ο επίδοξος συγγραφέας κάποιον να του λύσει τις απορίες, όχι κάποιον ως φορέα πακέτων γνώσεων αλλά κάποιον έμπειρο με τις ίδιες συγγραφικές ή αναγνωστικές-θεωρητικές ανησυχίες.
Ταλέντο δεν σημαίνει δυνατότητα που μόνη της θα καρπίσει. Χρειάζεται προσπάθεια, εξάσκηση, μελέτη, αυτοβελτίωση, δημιουργική αφομοίωση και ένα σωρό άλλα. Κάποια από αυτά μπορεί να τα βρει κανείς σε ένα τέτοιο σεμινάριο.
Στο εξωτερικό αποφοίτησαν σημαντικά ονόματα συγγραφέων, όπως ο Ίαν ΜακΓιούαν, ο Τζέφρυ Ευγενίδης, ο Κάζουο Ιζιγκούρο και άλλοι πολλοί. Στην Ελλάδα τα στατιστικά δεν θα βοηθούσαν αυτή τη στιγμή, γιατί δεν είναι η παράδοση τέτοια ώστε να βγάλει καρπούς. Αλλά έστω και ένας καλός ή πολύ καλός να προκύψει, τότε η λογοτεχνία μας έχει να κερδίσει πολλά.
Δεν είμαι παιδί ούτε πατέρας τέτοιων σεμιναρίων και αμαρτία ουκ έχω.

Εις το όνομα του διαλόγου!
Πατριάρχης Φώτιος
30.1.2007

Friday, January 26, 2007

Λεμονάδα: σεμινάρια δημιουργικής γραφής ΙΙ

Σεμινάρια δημιουργικής γραφής
(2ος γύρος)


Αυτό το ιστολόγιο θέλει να είναι βήμα διαλόγου και γι’ αυτό ανταποκρίνεται στη συζήτηση που διεξάγεται γύρω από το θέμα της δημιουργικής γραφής βάσει της προηγούμενης καταχώρισης (23.1.2007) συγκεντρώνοντας τις αντίθετες προς τα σεμινάρια απόψεις (ή έστω με επιφυλάξεις), που αποτυπώθηκαν από φίλους του βιβλιοκαφέ μας:
1. είναι οι καθηγητές των σεμιναρίων κατάλληλοι να επιτελέσουν σωστά τον ρόλο τους; (who ever, Βασίλης)
2. μπορούν να αντεπεξέλθουν οι καθηγητές στον ρόλο του “δασκάλου δημιουργών”, που θα αναδείξει νέες καλλιτεχνικές φωνές αξιοποιώντας τις κλίσεις τους; (pelegrina)
3. δεν μπορεί κανείς να διδαχθεί μόνος του όσα πρέπει ώστε να εξελιχθεί σε καλό συγγραφέα; (Βασίλης)
4. μήπως η θέσπιση σεμιναρίων αντιμάχεται στη “δημιουργική διάθεση” του επίδοξου συγγραφέα; μήπως δηλαδή καταντήσει χειραγώγηση και πατερναλισμός; (Βασίλης)
5. χρειάζονται καθηγητές-αυθεντίες οι οποίοι θα εκφέρουν τη γνώμη τους, μια γνώμη που θα θεωρείται εκ των προτέρων ανώτερη των μαθητών; (Βασίλης)
6. αξίζει να ενταχθεί κανείς σε ένα πρόγραμμα εκ των προτέρων καταρτισμένο που δεν θα ανταποκρίνεται στην ατομική περίπτωση του καθενός; (Βασίλης)
7. δεν θα εξελιχθεί όλη αυτή η υπόθεση σε ένα είδος ρατσισμού, όπου οι αυτοδίδακτοι θα θεωρούνται και κατώτεροι; Συμπλήρωμα σκέψης: "ένας αυτοδίδακτος ευρεσιτέχνης (όσο ευφυής και καταρτισμένος κι αν είναι) χαίρει κοινωνικά πολύ λιγότερης αποδοχής απ' ό,τι ένας πτυχιούχος αντίστοιχης πανεπιστημιακής σχολής (όσο στουρνάρι κι αν είναι)". Μήπως το ίδιο θα συμβεί και με τους συγγραφείς; (Βασίλης)
8. είναι ο συγγραφέας ίδιος με έναν τεχνοκράτη (“χειρουργό ή πιλότο”) ώστε να πρέπει να περάσει υποχρεωτικά από μαθήματα; (Βασίλης)
9. μήπως είναι τα σεμινάρια μια “αρπαχτή” που γίνεται από ανθρώπους που δεν έχουν να προσφέρουν και κυνηγάνε μόνο τα λεφτά; (ferdinand bardamu, Βασίλης)
10. θα μπορούσαν αυτές οι οδηγίες να περιληφθούν σε ένα βιβλίο-οδηγό που να διαβαστεί από όλους σαν μπούσουλας για αρχή; (houlia)
11. δεν επέρχεται ένα είδος μαζοποίησης με τα ίδια κείμενα ως αναγνώσματα και τα ίδια πρότυπα μέσα στο σεμινάριο; (houlia, Βασίλης)
12. μήπως με τα σεμινάρια καταπιέζεται το ένστικτο και η έσωθεν φωνή που κάνει τον καλλιτέχνη καλλιτέχνη; (houlia)
13. γιατί δεν συμμετέχουν μεγάλοι συγγραφείς σ’ αυτά; (βιβλιοφάγος)

Κανονικά δεν πρέπει να απαντήσω και να πω τη δική μου γνώμη. Γι’ αυτό ξαναφέρνω στο τραπέζι τις λεμονάδες μας με τις απόψεις καθενός και αφήνω τη συζήτηση να συνεχιστεί. Στην επόμενη καταχώριση (και φυσικά ενδιάμεσα στα σχόλιά σας) θα συνοψίσω -κάνοντας τον συνήγορο της άλλης πλευράς- κάποιες απαντήσεις.

Πατριάρχης Φώτιος
26.1.2007