Tuesday, October 17, 2006

Γαλλικός καφές

Βασίλης Αλεξάκης, “Το κεφάλι της γάτας”

Σερβίρουμε γαλλικό καφέ προς τιμή του Βασίλη Αλεξάκη, ο οποίος ζει στη Γαλλία και έγραφε μέχρι πριν από μερικά χρόνια τα έργα του στα γαλλικά. Τέτοιο κείμενο είναι και “Το κεφάλι της γάτας” που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1979 και ξαναεκδίδεται τώρα από τις εκδόσεις Μίνωας. Είναι ένα σύντομο υπαρξιακό θρίλερ με έναν συγγραφέα που απειλείται από έναν άγνωστό του ως εκπρόσωπος της μεγαλοαστικής τάξης και της ευδαιμονιστικής νοοτροπίας. Ο αφηγητής μετακινείται από την οπτική γωνία του μεν στην οπτική γωνία του δε μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Το μυθιστόρημα θυμίζει Σαμαράκη στον βασικό προβληματισμό του, αν και το ύφος και ο τόνος της αφήγησης διαφέρει αισθητά.

Πατριάρχης Φώτιος
11.10.2006

Schwarzes Kaffee

Γιώργος Γλυκοφρύδης, “Ο επιβάτης”

Μια οικογένεια διχάζεται, καθώς η κόρη παραμένει στο Ανατολικό Βερολίνο, ενώ πατέρας και γιος περνάνε στο Δυτικό. Μετά από πολλά χρόνια ένας Έλληνας φοιτητής καταφέρνει να τη βοηθήσει να δραπετεύσει. Η ιστορία κινείται σε ποικίλα χρονικά επίπεδα με έξυπνες αναδρομές και προλήψεις. Η βασική φιλοσοφία του βιβλίου έγκειται στην έννοια του διχασμού, όπως καθορίζει τη ζωή του Βερολίνου, αλλά και την ψυχή του πρωταγωνιστή που διχοτομείται ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Η γραφή είναι καθαρή και σαφής, ο ειρμός κινείται λογικά, το πρωτόλειο του συγγραφέας κερδίζει ψήφους. Ενστάσεις μπορεί κανείς να εγείρει για την πειστικότητα με την οποία η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα αναπλάθεται και παρουσιάζεται. Καλό θα ήταν επίσης να μην τραβά σε μήκος 550 σελίδων η ιστορία.

Πατριάρχης Φώτιος
07.10.2006

Sunday, October 01, 2006

Χυμός από τροπικά φρούτα

ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Συνεχίζοντας τη σκέψη από το προηγούμενο σημείωμά μου, θέλω να μεταφέρω εδώ ένα κείμενο της Όλγας Ροζάνοβα, μια σύντομη διακήρυξη του 1918. Την αντιγράφω γιατί πιστεύω ότι μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε εκείνο το απαραίτητο (και πολύ συχνά αφελές) θράσος που οφείλει να έχει η νέα τέχνη, και εγώ το ονομάζω: επωφελή αναίδεια. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό από μια τέχνη που, από τον φόβο της αποτυχίας, καταντά να περιμένει πειθήνια πότε θα διαδεχτεί βιολογικά την προηγούμενη γενιά στην καρέκλα της αυθεντίας (αυτό που ο Μπουρντιέ ονομάζει στους «Κανόνες της τέχνης»: θεσηληψία).

Όλγα Ροζάνοβα, Φωτιά στην πόλη, 1916.


***


Η ΤΕΧΝΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ



Προς το καλύτερο ή το χειρότερο, πάντως ο άνθρωπος αλλάζει, ο κόσμος αλλάζει. Και κάθε εποχή, παρουσιάζοντας το νέο της πρόσωπο, παρουσιάζει και τη νέα τέχνη.

Οι κριτικοί σηκώνουν τα χέρια τους με δυσπιστία, αλλά αργά ή γρήγορα την αναγνωρίζουν. Το κοινό την αντιλαμβάνεται κάπως νωρίτερα. Οι κριτικοί όμως έχουν την εντύπωση ότι συμβάλλουν σε αυτό.

Παρ’ όλα αυτά οι κριτικοί φοβούνται για καιρό ακόμη. Δεν έχουν εμπιστοσύνη.

Είναι φοβερό όταν η ψυχή είναι γέρικη.

Όταν δεν υπάρχει πίστη στο μέλλον.

Όταν από όλες τις γωνιές, από όλες τις σκονισμένες ντουλάπες και τα παλιά μεγάλα βιβλία, μας κοιτάζουν αυστηρά οι μορφές των νεκρών και μας φοβερίζουν.

Το παρελθόν είναι επινοημένο και κατοικείται από τις νεκρές ψυχές. Εκκινήσεις και σταματήματα της μηχανής.

Πώς να δημιουργήσει κανείς γυρίζοντας το κεφάλι του προς τους περασμένους αιώνες;

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από τη δίψα για την ελευθερία, τη νοσταλγία για την ελευθερία, τη δίψα των ανθρώπων να δουν τον κόσμο μεταμορφωμένο.

Η τέχνη μας σπάει τα παλιά πλαίσια και τολμά.

Ο συντηρητισμός έχει κάνει νόμο την περιοδική δηλητηρίαση του καινούργιου.

Θα είχε κανείς την εντύπωση ότι ο πολύπλευρος χαρακτήρας της τέχνης, η ικανότητά της να μεταβάλλει τη μορφή της και να φέρει νέα πίστη πρέπει να προκαλεί έκπληξη και χαρά.

Θα είχε κανείς την εντύπωση ότι ένας καλλιτέχνης-νεωτεριστής πρέπει να είναι αποδεκτός ως θαρραλέος θαλασσοπόρος, ως αγαπητός επισκέπτης.

Τι διαπιστώνουμε όμως εμείς; Το υποκριτικό χτύπημα στον ώμο ή την απαίσια δυσπιστία, τον χλευασμό.

Σιγοψιθυρίζουν: εάν αναγνωρίσει κανείς τους νέους, μπορεί και να σηκώσουν κεφάλι.
Φοβάστε τα πάντα εσείς που οι ψυχές σας έχουν γεράσει και γεμίσει μοχθηρία.

Δεν φοβούνται όμως εκείνοι που εκτιμούν το παρόν περισσότερο από το ωραίο παρελθόν.

Ό,τι και να ήταν το παρελθόν, είναι νεκρό.

Ό,τι και να είναι το παρόν, είναι ζωντανό, είναι η πηγή των ελπίδων και των προσδοκιών.

Η τέχνη δεν περιορίζεται στην τεχνική. Όσο κι αν φαίνεται φοβερή η εποχή μας σε σας τους δειλούς, η τέχνη τόσο ψηλότερα στέκεται, όσο περισσότερο ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα της.

Η επιβεβαίωση, η βάση της, βρίσκεται στη σφαίρα των αντικατοπτρισμών που ασταμάτητα εμφανίζονται.


Όλγα Ροζάνοβα
Περιοδικό ΑΝΑΡΧΙΑ, Νο 91
Αγία Πετρούπολη, 1918

***

Όλγα Βλαντιμίροβνα Ροζάνοβα
(1886 – 1918)



Ορίστε λοιπόν το έναυσμα που μας δίνει η Ροζάνοβα. Ας μην βιαστούμε όμως να βγάλουμε συμπεράσματα και να κάνουμε αναγωγές. Όχι προτού αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσική Πρωτοπορία επιχείρησε να πραγματοποιήσει τη ρήξη της με τον ακαδημαϊσμό. Προτού ζυγίσουμε τι κατάφερε, πού απέτυχε, και τι μας κληροδότησε. Γιατί, όπως και σε οτιδήποτε άλλο αφορά τη σκέψη, τα γρήγορα συμπεράσματα αγνοούν την πολυπλοκότητα των πραγμάτων, και διολισθαίνουν με ευκολία στην ανιστορική κοινοτοπία.

Κάτια
31/9/2006


Κακάο

Ειδήσεις του δεκαπενθήμερου

21.9. Πέθανε ο Τάσος Αθανασιάδης στα 93 χρόνια. Πολλά έργα, πολλές τηλεοπτικές σειρές. Στην ουσία πρόκειται για έναν εκπρόσωπο της γενιάς του ’30, ο οποίος, όπως και οι υπόλοιποι της Αθήνας πλην εξαιρέσεων, έγραψε ρεαλιστική πεζογραφία χωρίς να καινοτομήσει και να ανοίξει νέους ορίζοντες.
Μήπως εντέλει ο συγγραφέας πεθαίνει για τον κόσμο, όταν πάψει να γράφει; αν επιβιώνει κάτι, αυτό είναι το έργο του (και όχι όλο).

28.9. Πραγματοποιήθηκε απόψε μία συζήτηση με θέμα το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα και εισηγητή τον Πέτρο Μαρτινίδη. Παρευρέθηκαν ακόμη ως συνομιλητές οι Ανδρ. Αποστολίδης, Αθ. Κακούρη, Δ. Κούρτοβικ, Π. Μάρκαρης και Στ. Πετσόπουλος.
Πατριάρχης Φώτιος
30.09.2006

Espresso

Νίκος Βλαντής, “Writersland. Το νησί των συγγραφέων”

Ο Βλαντής, παρά το βεβαρημένο παρελθόν του, γράφει κάτι άξιο λόγου. Αισθητά βελτιωμένος στον τρόπο γραφής του δεν φέρνει σε αμηχανία τον αναγνώστη με τις αστοχίες του, χρησιμοποιεί τον εγκιβωτισμό, αφού πλάθει έναν μελλοντικό κόσμο όπου συρράπτει και ένα ένθετο λογοτεχνικό κείμενο, και τέλος στοχάζεται πάνω στη συγγραφή και το μέλλον της. Από την άλλη όμως το ύφος του δεν προσφέρει αναγνωστική απόλαυση πέρα από τη διεκπεραιωτική του λειτουργία, η πλοκή κάνει τις μικρές της αβαρίες και οι γρήγοροι ρυθμοί στο τέλος δείχνουν βιασύνη και αναντιστοιχία με το υπόλοιπο βιβλίο. Τέλος, η ιδεολογία μιας επανάστασης κομμουνιστικού τύπου φαντάζει αφελής, ενώ το στένεμα των συγγραφέων που εμφανίζονται μόνο σε Αγγλοσάξονες και Γάλλους (παρά τις ελάχιστες εξαιρέσεις) δείχνει και τον στενό ορίζοντα των επιρροών του.

Πατριάρχης Φώτιος
25.09.2006

Μανταρινάδα

Ευπώλητα και μη

Ποιος ψωνίζει από τα μεγάλα εμπορικά κέντρα βιβλία; Αυτός ή αυτή που πήγε για ρούχα ή καλλυντικά και μαζί μ’ αυτά πήρε κι ένα βιβλίο για να σκοτώσει τον χρόνο του/της; Κι αυτό εξηγεί που στις λίστες ευπωλήτων των κυριακάτικων εφημερίδων φιγουράρουν σε περίοπτη θέση η Δημουλίδου (“Μην πυροβολείτε τη νύφη”), η Νάσιουτζικ (“Μαμάδες βορείων προαστίων”), η Μανανεδάκη (“Τι τραβάμε κι εμείς οι μάνες”) ή ο Καρακάσης (“Η αγάπη δεν έχει τέλος”). Οι οπαδοί του μπεστ σέλλερ αισιοδοξούν ότι οι αναγνώστες τέτοιων βιβλίων θα παρασυρθούν σταδιακά και θα αγοράσουν και κάτι πιο …ουσιαστικό. Αμφιβάλλω όλο και περισσότερο.

Πατριάρχης Φώτιος
24.09.2006

Χυμός τρία εσπεριδοειδή

Απάντηση σε σχόλιο
Η “Στρίγγλα” έστειλε ένα σχόλιο στο κέρασμά μου της 22.7.2006, όπου κατήγγειλε τον Π. Τατσόπουλο για διαπλοκή (είναι και της μόδας) με τον εκδ. οίκο Κέδρο. Ο μόνος τρόπος για να ελεγχθεί ήταν να δω τις κριτικές του. Καταγράφω τους εκδοτικούς οίκους με τους οποίους ασχολήθηκε μέσα στο 2006:
Bell (1), Άγρα (3), Εξάντας (1), Ισνάφι (1), Καστανιώτης (4), Κέδρος (5), Λιβάνης (2), Μέδουσα (1), Μελάνι (3), Μεταίχμιο (4), Μοντέρνοι καιροί (1), Νεφέλη (1), Νήσος (1), Πατάκης (1), Πόλις (1), Πολύχρωμος Πλανήτης (1), Ποταμός (1), Ωκεανίδα (1).
Α. Δεν ξέρω αν οι φορές που αναλογούν στον Κέδρο στοιχειοθετούν κατηγορία για διαπλοκή, όπως η κατηγορία αναφέρει.
Β. Η βεντάλια των επιλογών του είναι πολύ ευρεία, πράγμα που δεν συμβαίνει σε πολλούς κριτικούς.
Γ. Δεν μιλάω για την ποιότητα των βιβλιοπαρουσιάσεών του· προσπαθώ να είμαι δίκαιος, αν δεν ξέρω συγκεκριμένα πράγματα, για το ξεπούλημα των όποιων κριτικών (ανθρώπων).

Πατριάρχης Φώτιος
16.09.2006

Friday, September 15, 2006

Χυμός μήλο κεράσι

Σας παρουσιάζω ενημερωτικά μερικά από τα βιβλία που έρχονται μέσα στο φθινόπωρο:

Ο Αρ. Αντονάς, “Ο χειριστής – Οίκημα – θέατρο”, εκδ. Άγρα, η Αντ. Δημητρακάκη, “Το μανιφέστο της ήττας”, εκδ. Εστία, η Δ. Κολλάκου, “Θερμοκρασία δωματίου”, εκδ. Πατάκης και ο Χρ. Αστερίου, “Το ταξίδι του Ιάσονα Ρέμβη”, εκδ. Πατάκης είναι νέοι συγγραφείς με προοπτικές και η νέα τους εμφάνιση μας γεμίζει με προσδοκίες.

Ο Κ. Μουρσελάς, “Παλιώνουν οι άνθρωποι”, εκδ. Ελλ. Γράμματα, ο Αντ. Σουρούνης, “Το μονοπάτι στη θάλασσα”, εκδ. Καστανιώτης, ο Μ. Κουμανταρέας, “Η γυναίκα που πετάει”, εκδ. Κέδρος, ο Γ. Σκούρτης, “Μανιφέστο”, εκδ. Κέδρος, η Σ. Τριανταφύλλου, “Τα κινέζικα κουτιά”, εκδ. Πατάκης είναι από την άλλη καταξιωμένοι πεζογράφοι, των οποίων –καλώς ή κακώς- κάθε νέο βιβλίο εντάσσεται στην παράδοση που τα έργα τους έχουν δημιουργήσει και θα συζητηθούν.

Ο Σ. Σερέφας Σ., “Θα γίνω ντιζέζ”, εκδ. Μεταίχμιο και ο Π. Τατσόπουλος, “Η καλοσύνη των ξένων”, εκδ. Μεταίχμιο αναπλάθουν μυθοπλαστικά αληθινές ιστορίες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο Τ. Γουδέλης, “Οικογενειακές ιστορίες”, εκδ. Εστία, ο Τ. Πατρίκιος, “Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες”, εκδ. Κέδρος και το αστυνομικό-μαθηματικό μυθιστόρημα του Τ. Μιχαηλίδη “Πυθαγόρεια εγκλήματα”, εκδ. Πόλις, ενώ επανεκδίδεται το αστυνομικό μυθιστόρημα του Π. Νιρβάνα “Έγκλημα στο Ψυχικό”, εκδ. Ίνδικτος –ίσως το πρώτο ελληνικό-.

Από την ξενόγλωσση παραγωγή συγκρατώ προς το παρόν το έργο του E. Doctorow, “Το βιβλίο του Ντάνιελ”, εκδ. Πόλις, αυτής της εμβληματικής φυσιογνωμίας του αμερικανικού μεταμοντερνισμού.

Από την άλλη, ξεχωρίζω μερικές μελέτες για τη λογοτεχνία, όπως ο Στ. Μάρας, “Η ξέγνοιαστη γενιά του ’30”, εκδ. Εξάντας, το δοκίμιο του Χρ. Χρυσόπουλου., “Το γλωσσικό κουτί”, εκδ. Καστανιώτης, ο Sartre, “Τι είναι λογοτεχνία;”, εκδ. Μεταίχμιο, ο Tadie, “Το μυθιστόρημα τον 20ο αιώνα”, εκδ. Τυπωθήτω και η Π. Μηλιώρη, “Εσείς, εγώ και οι λέξεις”, εκδ. Ψυχογιός.

Τέλος, μια μελέτη για τον αρχαίο κόσμο: Cl. Calame, “Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα”, εκδ. Μεταίχμιο.

Πατριάρχης Φώτιος14.9.2006

Βυζαντινός καφές

Π. Αγαπητός, "Ο χάλκινος οφθαλμός"


Ο καφές που προσφέρουμε σήμερα σχετίζεται άμεσα με το ανάγνωσμά μας: “Ο χάλκινος οφθαλμός” του Π. Αγαπητού έχει δύο χαρακτηριστικά που τον κάνουν τερπνό και ενδιαφέροντα. Αφενός το αστυνομικό μυστήριο που εξάπτει την περιέργεια για το τέλος του έργου και αφετέρου η ιστορική του βάση, τοποθετημένη στο Βυζάντιο του 9ου αιώνα, η οποία κάνει την παρουσιαζόμενη ατμόσφαιρα μαζί εξωτική και οικεία, καινοφανή και γνώριμη. Ο αξιωματούχος-ντετέκτιβ δεν έχει στη διάθεσή του τις σύγχρονες μεθόδους, αλλά μόνο την οξυδέρκειά του και τις μαρτυρίες των προσώπων. Στην αρχή δίνει την αίσθηση ότι η ανάπλαση της ιστορίας της εποχής είναι σημαντικότερο μέλημα από την υπόθεση, καθώς γεμίζει με περιγραφές -λ.χ. των ενδυμασιών- που εξασθενίζουν τη δύναμη της αφήγησης. Στη συνέχεια ή ο αναγνώστης τις συνηθίζει ή ο συγγραφέας τις περιορίζει, με θετικά αποτελέσματα για την τελική εντύπωση.

Πατριάρχης Φώτιος
12.9.2006

Χυμός πεπόνι

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ


Μία από τις ελάχιστες συναινέσεις της εγχώριας λογοτεχνικής «κριτικής» (κριτικής βεβαίως με εισαγωγικά, μια και αναφέρομαι στα –κατ’ ουσίαν– αναγνωστικά σχόλια που εμφανίζονται ως επώνυμες κριτικές στις στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων), είναι και αυτή που αφορά τους «νέους» συγγραφείς. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την προσφιλή σε όλους ιδέα, οι λιγότερο προχωρημένοι στη διαδικασία νομιμοποίησης (που –ειρήσθω εν παρόδω– μπορεί να έχουν και την ίδια βιολογική ηλικία με τους λεγόμενους «καθιερωμένους») αρνούνται a priori αυτό που είναι και αυτό που κάνουν οι συγγραφείς των προηγούμενων «γενεών» και αγωνιούν να τινάξουν από επάνω τους κάθε συγκαταβατικό σημάδι «λογοτεχνικής γήρανσης» που θα τους κατέτασσε στους «συμβιβασμένους». Από την άλλη πλευρά, οι «καθιερωμένοι» συγγραφείς δεν βλέπουν στους νέους συγγραφείς τίποτε άλλο, παρά μόνο μια γιγάντια και κενή φιλοδοξία.

Πράγματι, αυτός ο μερικά συγκρουσιακός χαρακτήρας του λογοτεχνικού χώρου δεν είναι απολύτως ψευδής. Η εισαγωγή νέων δημιουργών είναι ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους αλλάζουν οι συσχετισμοί σε κάθε χώρο της τέχνης, της επιστήμης και της σκέψης. Οι νεοφερμένοι, απλώς και μόνο με την παρουσία τους (και αναλόγως με το πλήθος τους), αλλάζουν τις σχέσεις ανάμεσα στους συμμέτοχους του παιχνιδιού και οπωσδήποτε αξιώνουν την επιβολή ενός νέου τρόπου αξιολόγησης έργων και θέσεων.

Η επανάληψη, λοιπόν, αυτών των διαπιστώσεων δεν αποδεικνύει πόσο καίρια και επίκαιρη είναι η σκέψη των κριτικών μας, αλλά –αντιθέτως– πόσο «τεμπέλικη», κουρασμένη και κοινότοπη είναι η τρέχουσα κριτικογραφία μας, που δεν αντιλαμβάνεται (λόγω της ρηχότητας των αναγνώσεων;), δεν αισθάνεται (λόγω απουσίας αληθινού ενδιαφέροντος για τη λογοτεχνία;) ή ίσως δεν προλαβαίνει να αποτυπώσει (λόγω της συχνότητας και του πλήθους των δημοσιεύσεων;) ό,τι εμπνευσμένο και ενθουσιαστικό μπορεί να αντληθεί με αφορμή τη λογοτεχνία των ημερών μας.

Και το αποκαρδιωτικό στοιχείο είναι ότι αυτή η βιαστική και επιφανειακή κριτική θα μπορεί πάντοτε να επαναπαύεται στις περιστασιακές επιτυχίες της, επειδή είναι σίγουρο ότι κάθε τόσο –λόγω της κοινοτοπίας της– θα ευστοχεί στο προφανές.
Κάτια
13/9/2006

Saturday, September 02, 2006

Χυμός αχλάδι


ΔΙΑΚΟΠΗ - ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Να λοιπόν μια ένδειξη ότι οι αναγνώσεις των διακοπών μου πήγαν καλά: επέστρεψα δίχως απαντήσεις, αλλά με ανανεωμένες τις διατυπώσεις των ερωτημάτων μου. Γιατί κάθε φορά που πιάνω στα χέρια ένα βιβλίο σκέφτομαι μήπως (και με ποιον τρόπο) το νόημα μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από «πρόθεση». Μπορεί ποτέ το υποκείμενο (ο αναγνώστης, ο συγγραφέας, ο σχολιαστής) να ξέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώθηκε η στάση και το νόημα; Και αν τούτο δεν είναι δυνατό, μπορεί τουλάχιστον να αναγνωρίσει με επάρκεια τους κανόνες για τη χρήση των λογοτεχνικών υλικών ακολουθώντας τις σημασιολογικές υποδείξεις του έργου; Και ύστερα, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια χρήσιμη διατύπωση με την οποία δυο άνθρωποι συνεννοούνται κάτω από ειδικές συνθήκες (για παράδειγμα: ένας συγγραφέας και ένας αναγνώστης), και σε μια φράση με νόημα εν γένει; Δηλαδή ποια σημασιολογία διαφοροποιεί το πεδίο της τρέχουσας, «κοινής», ομιλούμενης γλώσσας από τη λογοτεχνία που την αναπαράγει; Θέλω να πω, η επικοινωνία από πού αρχίζει; Από την παρουσία του υποκειμένου στους πολλούς / στον εαυτό του / στους άλλους; Επομένως από τη μαζικότητα / την ταυτότητα / τη διυποκειμενικότητα; Και τότε η επικοινωνία (που οπωσδήποτε προϋποθέτει έναν συμμέτοχο) είναι πράγματι μια συναίνεση (consensus) με τον λόγο του άλλου (dissensus); Και ό,τι θέλω να πω για το αντικείμενο (για το έργο) έχει πράγματι νόημα ή το νόημα προέρχεται από εμένα που το σχολιάζω και το εξηγώ;

Και να ένα δεύτερο –απότοκο- ζήτημα πάνω στη «φύση» του λογοτεχνικού: είναι η λογοτεχνία ενιαία; Ή μάλλον είναι ενιαία για όλους, και με ποιους τρόπους; Κι αν είναι, γιατί την κατακερματίζουμε; Από την άλλη, αν θα έπρεπε να οδηγηθούμε προς την ιδέα της «συνέχειας», δεν θα βρισκόμασταν άραγε αμέσως αντίθετοι προς την ίδια την ιστορία της λογοτεχνίας, καταστρατηγώντας την ενόψει μια «λογικής ενότητας»; Γιατί είναι πλέον γνωστό ότι η ιστορία δεν «προχωρά», δεν έχει «διαδρομή», αλλά διαμορφώνεται μέσα από χάσματα, ελλείψεις και διαφορές. Από την εποχή του Kant (για να εκλέξουμε ένα σημαδιακό σημείο), βλέπουμε τα κείμενα με τον ίδιο τρόπο; Μιλάμε γι’ αυτά με τον ίδιο τρόπο; Οροθετούμε με τους ίδιους κανόνες τα αναλυτικά μας εργαλεία; Έχουμε πάντοτε πεδία ομοιογενή (όπως θέλει ο Bourdieu) όπου το νέο παράδειγμα ενσωματώνεται στο προηγούμενο ή όπου το παλιό εμφανίζεται δίχως διαταράξεις; Τι ξέρουμε αλήθεια (ή μάλλον τι μπορούμε να ξέρουμε διαχρονικά) για τη γραφή, αν η λογοτεχνία αλλάζει διαρκώς ακόμα και εκείνο το παρελθόν της; Και ποιος αποφαίνεται γι’ αυτό; Ποιος κρίνει;

Η απάντηση εδώ είναι: κανείς. Η υπόθεση τότε παραπέμπεται διαρκώς εκ νέου. Η ετυμηγορία οφείλει να είναι πάντοτε εφέσιμη. Το δικαστήριο είναι και πάλι η λογοτεχνία. Μετά την διακοπή αποκαθίσταται (και εδώ βρίσκεται το οξύμωρο) μια «νέα συνέχεια». Το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο είναι «νέα» αφού κάθε φορά εξακολουθεί να είναι «συνέχεια».

Κάτια
30/8/2006



Κανταΐφι


Είχα γράψει παλαιότερα για την κατάντια των “Νέων” που έχουν δώσει βήμα σε σχετικούς και άσχετους να κρίνουν τη λογοτεχνική παραγωγή. Σήμερα θέλω να αναφερθώ στη Βιβλιοθήκη της “Ελευθεροτυπίας” της Παρασκευής η οποία ονομάζει αφιέρωμα ένα σύνολο δύο ή συχνά και ενός άρθρου: βλ. λ.χ. την Παρασκευή 10 Αυγούστου (1 άρθρο). Σήμερα έκανε το εξής αμίμητο: Αφιέρωμα στην Ιαπωνική λογοτεχνία με 2 άρθρα του ίδιου μελετητή. Την επόμενη φορά τους εύχομαι και σ’ ανώτερα, δηλαδή 3 άρθρα του ίδιου συντάκτη.

Πατριάρχης Φώτιος
18.8.2006

Λεμονάδα


Η αποκάλυψη εκ μέρους του νομπελίστα συγγραφέα Γκύντερ Γκρας του γεγονότος ότι είχε υπηρετήσει σε επίλεκτες μονάδες του Χίτλερ προκαλεί διχογνωμίες στην κοινή γνώμη για το πρόσωπό του. Ίσως η φήμη του ως πνευματικού ανθρώπου που είχε λάβει ενεργή πολιτική θέση σε ποικίλα ζητήματα της Γερμανίας αμαυρώνεται. Ως συγγραφέας όμως δεν κλονίζεται καθόλου, γιατί το έργο του είναι αποσπασμένο από την προσωπικότητά του. Τα κείμενά του πρέπει να κρίνονται αυτούσια, όπως δεν έχει σημασία το φιλοναζιστικό προφίλ του Κ. Χάμσουν ή άλλων με ακραίες ιδεολογικές θέσεις.


Πατριάρχης Φώτιος
16.8.2006

Tuesday, August 01, 2006

Γιαούρτι με φρούτα

Θαυμάζω ώρες ώρες τον Δ. Κούρτοβικ, ο οποίος –όταν δεν θολώνει από την εμπάθεια- πείθει ότι έχει κριτική στόφα και μπορεί να ανακαλύπτει πολλές από τις κρυμμένες και μη αρετές του κειμένου. Στο φύλλο των Νέων της 29-30 Ιουλίου καταφέρνει να συλλάβει και να παρουσιάσει με επιτυχία την πίσω όψη του υφάσματος του μυθιστορήματος της Ελ. Γιαννακάκη “Τα χερουβείμ της μοκέτας”. Κατά τον Κούρτοβικ, η πανεπιστημιακός από την Αγγλία υπονομεύει τα μυθιστορήματα γυναικείας γραφής με τη ζοφερή πλευρά της καθημερινότητας. Η ηρωίδα της Γιαννακάκη ολοκληρώνεται μέσα από τον μονόλογό της και φαίνεται πόσα μπορεί να κάνει ο απλός άνθρωπος για να υπερασπιστεί την κατακτημένη του κοινωνική επιτυχία.

Πατριάρχης Φώτιος
29.7.2006

Φρουτ-παντς

Ενδολογοτεχνική μετάφραση

Κάποτε ήμουν απόλυτα αρνητικός. Τώρα προσπαθώ να καταλάβω τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών.
Και διατυπώνω το εξής ερώτημα στον εαυτό μου ως δικηγόρος του διαβόλου: παλιότερα τέθηκε και απαντήθηκε θετικά το ερώτημα αν μπορούμε να μεταφράζουμε τους αρχαίους. Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τους Βυζαντινούς. Η απορία μου τώρα είναι: μέχρι ποια χρονική στιγμή της νεοελληνικής λογοτεχνίας (πρωτονεοελληνικά, κρητική αναγέννηση, μεταβυζαντινά, 19ο αιώνα…) μπορούμε -υπό προϋποθέσεις βέβαια- να μεταφράσουμε;
Ερώτημα της άλλης πλευράς: είναι δυνατόν η μετάφραση να εξοβελίσει το πρωτότυπο ή είναι ένα τέχνασμα για να την πουλήσουμε στο λογοτεχνικό κοινό του 2006 και το 2007 θα έχει εξαφανιστεί;

Πατριάρχης Φώτιος
28.7.2006

Παγωμένη σοκολάτα

Η είδηση από τη σημερινή Ελευθεροτυπία: Ο διευθυντής της Κομεντί Φρανσέ δεν ανανέωσε τη θητεία του, επειδή είχε κόψει το έργο του Π. Χάντκε από το πρόγραμμα παραστάσεων, διότι ο συγγραφέας είχε παραστεί στην κηδεία του Μιλόσεβιτς. Ι) Πότε επιτέλους θα αποδεσμευτεί ο συγγραφέας από το έργο του; Πάμπολλοι συγγραφείς θα κρίνονταν αρνητικά για τις πολιτικές, θρησκευτικές ή ιδεολογικές του θέσεις (π.χ. ο Χάμσουν ήταν φιλοναζιστής κ.λπ.) αλλά τα έργα τους ακολουθούν τη δική τους πορεία. ΙΙ) Ως πότε οι όποιοι σχετικοί ή άσχετοι θα ασκούν λογοκρισία σε πολιτισμένες κοινωνίες, όπως η Γαλλία, και θα γίνονται ανεκτοί, επειδή συντονίζονται με το politically correct της εκάστοτε εποχής;


Πατριάρχης Φώτιος
28.7.2006

Χυμός σαγκουίνι

Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ
Μέρος 2ο

Ας το πούμε αλλιώς: η πολλαπλότητα και η ανισότητα των νόμων της λογοτεχνίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε να καθίσταται μεν δυνατό να υπαγάγουμε μεμονωμένους από αυτούς σε μια κοινή έννοια ευταξίας (και η φορμαλιστική θεωρία έκανε μεγάλες προσπάθειες σε αυτό), ποτέ όμως δεν είναι εφικτό να συλλαμβάνουμε την ολότητά τους σε ενιαία αιτιακή, γενετική, ακολουθία. Με αυτόν τον περιορισμό, η κριτική εξακολουθεί να έχει φιλοδοξίες εγκυρότητας, όχι όμως με απόλυτη λογική απαίτηση εξουσίας, αλλά με έναν γνώμονα ο οποίος την εξυπηρετεί ως ώθηση και οδοδείκτης σε όλες της τις διερευνήσεις. Προϋποθέτει λοιπόν μια νομοτέλεια, μια «φύση του λογοτεχνικού», η οποία είναι μεν ενδεχομενική, αλλά αναγνωρίζει αυτήν τη νομοτέλεια «για το καλό της».

Οπωσδήποτε σε αυτήν την τυπική σκοπιμότητα της κριτικής (δηλαδή στην προσπάθειά της να συγκροτηθεί ως συνεχής ερμηνεία όλων των κατ’ εξαίρεση νόμων και μορφών της λογοτεχνικής δημιουργίας) δεν λαμβάνει, ούτε θεμελιώνει μια θεωρητική γνώση. Μόνο κατασκευάζει, κρίνει και διερευνά έναν αφηγηματικό μίτο. Ως δογματικό σύστημα, η κριτική δεν αποκτά εδώ (ως εξατομικευμένη βιβλιοκριτική) νέο περιεχόμενο. Οι συνταγματικές αποφάνσεις με τις οποίες συνήθως εργάζεται (ότι το νόημα επιλέγει πάντα τον συντομότερο δρόμο, ότι η λογοτεχνία δεν κάνει τίποτε εις μάτην, ότι δεν ανέχεται άλματα, ότι, μολονότι πλούσια σε είδη, είναι φτωχή σε γένη… κ.λπ.) δεν είναι απόλυτοι προσδιορισμοί της ουσίας της (του εκάστοτε περιεχομένου), όσο αφετηριακές συναρτήσεις της ίδιας της a priori κριτικής ικανότητας.

Αυτός ο κυρίαρχος νόμος στον οποίο υπάγεται κάθε στοιχείο του έργου, ήδη από την πρωταρχική του μορφή, εμφανίζεται εδώ ως ο απριορικός ρυθμιστής εκείνης της συνάφειας και της μακάριας συμφωνίας που αναγνωρίζουμε με θαυμασμό στο επιτυχημένο έργο και που αρνούμαστε τελεσίδικα από κείνο που αποτυγχάνει να μας ανταμείψει.

Πολλοί γράφουν για τη λογοτεχνία με το άλλοθι της «αυθόρμητης γνώμης», χωρίς να γνωρίζουν ότι αυτή η αφετηριακή, καταγωγική αυθεντικότητα είναι ανύπαρκτη. Και το μόνο που κατορθώνουν επιδιώκοντας το «δήθεν αυθεντικό», είναι να αποκαλύπτουν την κοινοτοπία μιας τρέχουσας εντύπωσης.

Κάτια
27-8-2006

Γλυκό νεράντζι

Ας δούμε πειραματικά ποιους επιλέγουν οι εφημερίδες να γράψουν για την πεζογραφία. Ξεκινάμε ενδεικτικά από Τα Νέα:

-Μανόλης Πιμπλής (κριτικός λογοτεχνίας)
-Σοφία Νικολαΐδου (φιλόλογος-συγγραφέας)
-Μικέλα Χαρτουλάρη (δημοσιογράφος-κριτικός λογοτεχνίας)
-Πέτρος Τατσόπουλος (συγγραφέας)
-Μιχάλης Μιχαηλίδης (συγγραφέας)
-Τάσος Χατζητάτσης (οδοντίατρος-συγγραφέας)
-Βασίλης Πεσμαζόγλου (συγγραφέας)
-Λάκης Προγκίδης (εκδότης περιοδικού)
-Εύη Λαμπροπούλου (συγγραφέας)
-Τάκης Θεοδωρόπουλος (συγγραφέας)
-Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας)
-Ευριπίδης Γαραντούδης (επίκουρος καθηγητής Νεοελ. Φιλολογίας)
-Δημοσθένης Κούρτοβικ (κριτικός λογοτεχνίας)

Πρώτες παρατηρήσεις:
Υπάρχει μια σταθερή ομάδα που έχει κύρος και κριτική σκέψη (ξεχωρίζω τη Χαρτουλάρη και τον Κούρτοβικ)
Καταθέτουν το όνομά τους αλλά κυρίως την κατάρτισή τους οι πανεπιστημιακοί (Αμπατζοπούλου και Γαραντούδης)
Υπάρχουν κάποιοι σταθεροί συντελεστές του χώρου που θεωρούνται έμπειροι (Τατσόπουλος, Πεσμαζόγλου, Προγκίδης, Θεοδωρόπουλος)
Τσοντάρουμε και δυο τρεις αυτοονομαζόμενους “κριτικούς”, συγγραφείς που πουλάνε αέρα γράφοντας κριτικές (ο Χατζητάστης όταν κρίνει έναν φιλολογικό τόμο για τον καθηγητή Π. Μουλλά, ο Μιχαηλίδης που γράφει την υπόθεση του Στόλεσεν και εσχάτως η Λαμπροπούλου, σχεδόν… συγγραφέας και καθόλου κριτικός)
Τελικά πώς συντίθεται η ομάδα των κριτικών μιας εφημερίδας και πότε επιτέλους θα μιλάνε οι ειδικοί και όχι οι αυτόκλητοι εμπειριστές;


Πατριάρχης Φώτιος
22.07.2006

Χυμός μήλο

Οι εκδόσεις Πόλις έχουν ανανεώσει σθεναρά το τοπίο στη λογοτεχνία. Και το λέω αυτό χωρίς φόβο να με θεωρήσουν διαπλεκόμενο (δεν έχω εκδώσει σε κανέναν εκδοτικό οίκο τίποτα ούτε γνωρίζω κανέναν από τις εκδόσεις Πόλις). Μερικά βιβλία της παγκόσμιας πεζογραφίας που έφεραν μεταφρασμένα για το ελληνικό κοινό αξίζουν αφάνταστα:

- Πέρσιβαλ Έβερετ, Αμερικάνικη έρημος

- Άντριου Κρούμι, Μόμπιους Ντικ

- Μάρκ Ντανιελέφσκι, “Σπίτι από φύλλα”

- Γκούναρ Στόλεσεν, “Δικός σου, ως το θάνατο”

Εξίσου σημαντική είναι η προσπάθειά τους στον χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας με τα έργα της Α. Καστρινάκη για τη δεκαετία 1940-1950 και της Κ. Κοτζιά για την περίοδο 1930-1974.

Να συνεχίσουν έτσι, ώστε να απολαμβάνουμε και στο μέλλον τις επιλογές τους.

Πατριάρχης Φώτιος

21.07.2006

Στρατσατέλα

Στην εφημερίδα “Καθημερινή” διεξάχθηκε σήμερα (16.7.2006) ένας γονιμότατος διάλογος για τη σχέση κριτικής και ποίησης. Δυο τρία σχόλια στα πολύ ενδιαφέροντα που γράφτηκαν:
Όντως η κριτική πρέπει να ασχολείται με το έργο και όχι με το πρόσωπο (Ν.Γ. Ξυδάκης)· το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που οι νέες φουρνιές συγγραφέων πουλάνε πέρα από τα βιβλία τους και το προφίλ τους.
Η αριστερή κριτική –και γενικότερα η κριτική που κρίνει a priori με βάση την ιδεολογία- είναι πλέον ξεπερασμένη. Η γνώμη της Ι. Καρυστιάνη σ’ αυτό το σημείο θυμίζει τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, οπότε οι κριτικοί έκριναν κομματικά και βάσει συγκεκριμένων προκατασκευασμένων αντιλήψεων.
Η Τ. Δημητρούλια έχει σαφή αυτεπίγνωση των ιδιοτήτων του κριτικού. Αντιλαμβάνεται πως ο καλός κριτικός οφείλει να είναι επαρκής αναγνώστης (ενημερωμένος και καταρτισμένος), επικεντρώνεται στο έργο και όχι στον βίο και κρίνει με βάση ενδολογοτεχνικά κριτήρια. Απλώς δεν συνειδητοποιεί ότι η κριτική πλέον χρειάζεται κατάρτιση, θεωρία λογοτεχνίας και άλλα μεθοδολογικά εργαλεία. Επομένως, ο κριτικός πλέον δεν μπορεί να είναι εμπειρικός βιβλιαναγνώστης αλλά καταρτισμένος θεωρητικός.

Πατριάρχης Φώτιος
16.07.2006