Tuesday, December 01, 2015

Νόμπελ λογοτεχνίας 1979: Οδυσσέας Ελύτης

“Προσανατολισμοί”

Τέτοιοι στίχοι τονίζουν ότι η ποίηση δεν είναι κλεισμένη στα σκονισμένα γραφεία και στις ανήλιαγες κάμαρες. Είναι ανάσα που γεμίζει το στόμα και το μυαλό αισθήματα, εικόνες, οσμές και φιλιά.


Σοκολατίνα με σαντιγί: 


Οδυσσέας Ελύτης
“Προσανατολισμοί”
1940


          Επιλέγω, για να τιμήσω τον Οδυσσέα Ελύτη, το έναν από τους δύο Έλληνες Νομπελίστες, την πρώτη-του ποιητική συλλογή, βγαλμένη από το πνεύμα της γενιάς του ’30, ακόμα λίγο νεανική, σε σχέση με τα επόμενα ποιήματά-του, αλλά φρέσκια, ανανεωτική, αιγαιοπελαγίτικη…
          Αποτελείται από 28 ποιήματα, τα περισσότερα χωρισμένα σε μέρη, τα οποία κουβαλάνε τις μοντέρνες ιδέες και τεχνοτροπίες του Υπερρεαλισμού, όπως αυτός ήλθε από τη Γαλλία, και την ελληνική παράδοση που εξ-ελλήνισε το ευρωπαϊκό κίνημα, προσφέροντάς του θάλασσα και αέρα. Ο στίχος, απελευθερωμένος πια, μπορεί να χρησιμοποιήσει τις λέξεις με την ευκαμψία ενός ζωγράφου, ενός μουσικού, ενός καλλιτέχνη που βλέπει στη γλώσσα τη ζύμη για μεγαλειώδεις συνθέσεις. Ο λόγος πλάθεται, ζυμώνεται, αφήνεται να αναπνεύσει και να περιλάβει υλικά από το Αιγαίο, τον έρωτα, την ελληνική ύπαιθρο και έτσι μπορεί να μεταδώσει στον αναγνώστη την αισιοδοξία μιας νέας εποχής.
          Νομίζω ότι το βασικό χαρακτηριστικό του Ελύτη, που φαίνεται ήδη από αυτή τη συλλογή, είναι η αμεριμνησία μιας σκέψης που, ενώ πετάει και βλέπει τον κόσμο ανάλαφρα, δεν παύει να εμβαθύνει σε ό,τι κοιτάζει. Οι επαναλήψεις-του κάνουν σπειροειδείς πορείες που, ενώ γυρίζουν ξανά και ξανά στο ίδιο, προχωράνε ταυτόχρονα πιο πέρα.

Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.


          Ο έρωτας κυριαρχεί, συνήθως βγαλμένος από άμεσα συνυφασμένος με τη φύση, σαν να είναι μια φυσική νομοτέλεια που δεν μπορεί να ξεχαστεί. Είναι άχρονος, προ-ανθρώπινος, μέρος μιας προαιώνιας κατάστασης που έρχεται και παίρνει μορφή στον άνθρωπο.

Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.

          Η φύση γενικά δένει τόσο αρμονικά με την ανθρώπινη σκέψη, σαν να είναι φορέας μιας υλικής πνευματικότητας. Όσα βλέπει ο Ελύτης σ’ αυτήν είναι ανθρώπινα, σε έναν λυρικό ανιμισμό, καθώς τα φυτά, τα ζώα και τα φυσικά φαινόμενα κινούνται, αισθάνονται, σκέφτονται σαν να είναι έμψυχα και συνάμα ο άνθρωπος ενσωματώνεται μέσα σ’ αυτά και εξαφανίζεται πίσω από τη μαγική-τους υπόσταση. Ο άνθρωπος μεγαλώνει μέσα στη φύση, ωριμάζει, κι εκεί γεύεται τα πρώτα βιώματα, μεστώνει από εμπειρίες, ξαναζεί τον κόσμο.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
. . .
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν' ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.

          Στην ποίηση του Ελύτη κυριαρχούν τα χρώματα, τα φώτα, οι φωνές, εικόνες οπτικές και ακουστικές που κατακλύζουν τον αναγνώστη. Ο τελευταίος αφήνεται σε μια πανδαισία συναισθημάτων, που τον παρασύρουν στην αισθησιακή, ελεύθερη, αμέριμνη αντίληψη του κόσμου, πιο πολύ στη μέθεξη της ζωής που πλημμυρίζει το είναι-του, καθώς κάθε στίχος τον τραβάει σε έναν απέραντο στροβιλισμό. Όταν πρωτοδιάβασα τους “Προσανατολισμούς”, είκοσι χρονών νέος, μπήκα ολόκορμος σ’ αυτό το πανηγύρι της ύπαρξης, που ζωγραφίζει με χρώματα τη ζωή, που μεθά σε ένα χορό κινήσεων, εικόνων, ταξιδιών.
   
ΕΛΕΝΗ

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής
σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια
που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε
μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Ναι, εν κοινωνικώ και παγκόσμιω βρασμώ, ο Ελύτης δεν ασχολείται με αυτόν, αλλά ιδιωτικά κλείνει τα μάτια στην Ιστορία που βροντά την πόρτα, εθελοτυφλεί για το συλλογικό και ζοφερό και εστιάζει σε μια ματιά διαχρονική και “άκαιρα” αισιόδοξη. Αλλά ξέρουμε καλά πως γενικά δεν έμεινε ένας ποιητής του προσωπικού.

[Το κολλάζ που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι του ίδιου του ποιητή]
Καλό μήνα

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, November 30, 2015

Έξεστι;

Η Ρόζα καιρό τώρα μπαίνει στο Βιβλιοκαφέ
και βρίζει, προπηλακίζει, εκτοξεύει συκοφαντίες.
Το σημερινό σχόλιο στην προηγούμενη ανάρτηση με ξεπερνά και με προσβάλλει βαθύτατα,
αφού εννοεί ότι παίρνω χρήματα για να προωθώ βιβλία.
Δεν αξίζει ούτε να απαντήσω, τι να πω άλλωστε.

Είναι θιγμένος συγγραφέας; Πιθανόν, καθώς έχει μάθει να τον λιβανίζουν.
Είναι μποέμ ελεύθερος σκοπευτής;
Όποιος κι αν είναι, νομίζει ότι έχει το ελεύθερο να λασπολογεί κι εμείς να καθαρίζουμε κάθε μέρα τις λάσπες-της.
Κάποτε είχα γράψει «Έξεστι Ρόζα ασχημονείν»,
τώρα δεν μπορώ απλώς να τη χαζεύω,
ένας επισκέπτης άλλοτε την είχε κατηγορήσει για υπερβολές που δεν την κάνουν να κερδίζει,
ακόμα χειρότερα τρολάρει αφάνταστα
και νομίζει ότι έτσι υπερασπίζεται τα γράμματα, το πνεύμα, τον πολιτισμό (δηλαδή τον εαυτό-του/της!).

Αρκεί.
Δεν καταλαβαίνει το ποινικό πλαίσιο της συκοφαντίας,
νομίζει ότι η ανωνυμία στο διαδίκτυο τον/την προστατεύει,
και σαφώς δεν ξέρει πώς λειτουργεί λ.χ. η Υπηρεσία Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

Τελείωσε ο μήνας της αστυνομικής λογοτεχνίας και από αύριο ξεκινάμε πάλι τον συνηθισμένο-μας ρυθμό.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, November 28, 2015

Σύνοψη αστυνομικών έργων

Ολοκληρώνοντας τον μήνα που αφιερώθηκε στην αστυνομική λογοτεχνία, συγκεντρώνω τα καλά έργα του είδους για τα οποία μίλησα (σε αντίστροφη σειρά) και συμπληρώνω άλλα που απασχόλησαν το Βιβλιοκαφέ παλιότερα χάρις στην ποιότητά-τους.
Επομένως, εδώ καταγράφω μια σειρά από προτεινόμενα κείμενα αστυνομικής λογοτεχνίας που αξίζει κανείς να διαβάσει:



- “Σιωπή του τάφου” του Arnaldur Indridason




          Παρουσίασα με τον αντίστοιχο δεσμό τα βιβλιαναγνώσματα της τελευταίας πενταετίας, που ανήκουν στην αστυνομική λογοτεχνία. Κάποια από αυτά προσφέρουν υψηλή διανοητική συγκίνηση κι άλλα οξείες κοινωνικοπολιτικές τομές.

[Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από: jaksview3.wordpress.com, www.huffingtonpost.com, www.chinapost.com.tw και mysteryreadersinc.blogspot.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, November 25, 2015

“Τελευταία ευχή” των James Patterson & Liza Marklund

Η εννοιολογική τέχνη είναι μια ενδιαφέρουσα άποψη για το πώς δύο σήριαλ-κίλερ νοηματοδοτούν και συμβολοποιούν τους φόνους-τους. Τότε η έρευνα γίνεται “ανάγνωση” της τέχνης και διερεύνηση του προφίλ των “φιλόμουσων” εγκληματιών (Αστυνομική λογοτεχνία -8).


Καφές με ζάχαρη:
James Patterson & Liza Marklund
“The Postcard Killers”
Grand Central Publishing
2011
“Τελευταία ευχή”
μετ. Ν. Προδρομίδου
εκδόσεις Μεταίχμιο
2015
 


          Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο αστυνομικό μυθιστόρημα. Από αυτά που τα πιάνεις ξαπλωμένος στην ψάθα-σου και σε απορροφάνε όσο ψήνεσαι στον ήλιο. Καθαρόαιμο όσο υπάρχει έγκλημα (και μάλιστα περισσότερα από ένα) και ντετέκτιβ που επιχειρεί να λύσει το αίνιγμα. Ο βασικός άξονας είναι η έρευνα. Ο αναγνώστης ακολουθεί τα νήματα, παρακολουθεί τις ενδείξεις και νιώθει όλη εκείνη τη γνωστή περιέργεια για την τελική απάντηση.
          Οι δολοφόνοι είναι εξ αρχής γνωστοί. Ένα γοητευτικό ζευγάρι, ο Μακ και η Σίλβια, προσελκύουν άλλα νεόνυμφα συνήθως ζευγάρια ή αρραβωνιασμένα, τα ναρκώνουν με οφθαλμικές σταγόνες και τα σκότωναν. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δύο σήριαλ κίλλερ είναι ότι στέλνουν μια κάρτα σε εφημερίδες της πόλης, όπου έγινε ο φόνος, με αποτέλεσμα να τους δοθεί το ψευδώνυμο “Οι δολοφόνοι με τις καρτ-ποστάλ” και μια φωτογραφία με τα νεκρά σώματα. Επομένως, δεν ψάχνουμε τους εγκληματίες, αλλά πορευόμαστε πάνω στην έρευνα της ανεύρεσής-τους και της εξήγησης των κινήτρων-τους.
          Ερευνητές είναι δύο. Ο Τζέικομπ Κάνον, ντετέκτιβ της αστυνομίας της Νέας Υόρκης, συνεργάζεται με τη μορφωμένη αλλά παραγνωρισμένη δημοσιογράφο της Aftonposten Ντέσι Λάρσον, που έλαβε την κάρτα μετά τον φόνο δύο Γερμανών στη Στοκχόλμη. Ο πρώτος έχει άμεσο ενδιαφέρον, αφού οι δυο φονιάδες σκότωσαν την κόρη-του στη Ρώμη, ενώ η δεύτερη, δεχόμενη την κάρτα, ενεπλάκη σε μια έρευνα που την έκανε πιο δραστήρια και της έδωσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Το μυθιστόρημα εξελίσσεται σε ανιούσα κλίμακα, αφού οι φωτογραφίες από τα θύματα που αποστέλλονται απεικονίζουν τους νεκρούς σε πόζες παρμένες από διάσημους πίνακες των πινακοθηκών κάθε πόλης, με αποτέλεσμα μέσω των καμερών ασφαλείας να μπορέσει η αστυνομία της Στοκχόλμης να βρει τα πρόσωπα των δύο εγκληματιών. Κι εκεί, απρόσμενα, οι ίδιοι εμφανίζονται και παραδίνονται, ανυποψίαστοι για ποιο λόγο τους αναζητούν και τι εγκλήματα τους προσάπτουν… !
          Μικρά κεφάλαια, γρήγορες σκηνές, ταχείες παρενθέσεις που αποσκοπούν στη σκιαγράφηση των κεντρικών χαρακτήρων, επιμονή στη βασική γραμμή έρευνας, συνεχής ώθηση του αναγνώστη προς το τέλος… Και καθώς το ένα κομμάτι κουμπώνει με το άλλο, εμφανίζεται ένα ευρύτερο σχέδιο που συσσωματώνει τους επιμέρους φόνους σε ένα μεγάλο εικαστικό πρότζεκτ. Η εννοιολογική τέχνη (conceptual art) αναζητά την ιδέα και την εφαρμόζει σαν να είναι κομμάτι της ζωής. Ο φόνος, ο θάνατος αποκτά καλλιτεχνική διάσταση όταν ιδωθεί ως καλλιτέχνημα, όταν προβληθεί ως μίμηση τέχνης, ως αναπαράσταση, ως εφαρμογή μιας πρωτότυπης ιδέας. Παρά την κινηματογραφική εκτύλιξη της δράσης, ο Αμερικανός και η Σουηδέζα συγγραφέας προβάλλουν τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ακραία προσπάθεια να γίνει κάποιος ρηξικέλευθος, να ξεπεράσει τα όρια τέχνης και ζωής, να στήσει ζωντανά έργα τέχνης, ακόμα και σοκάροντας, συγκλονίζοντας, τρομάζοντας, προκαλώντας φρίκη…
          Η αδρεναλίνη σε υψηλά επίπεδα, σαν ταινία, σαν παιχνίδι καταδίωξης κι ένα happy end να φέρνει τη συνηθισμένη λύτρωση.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 24/11/2015 στο In2life και εδώ αναδημοσιεύεται κοσμημένο, εκτός από τον πίνακα της κορυφής που είναι “Η κραυγή” του Μουνκ, με τις εξής φωτογραφίες εννοιολογικής τέχνης: η πρώτη είναι η "Ζωή και θάνατος" του t-ufan (πηγή: demortalz.com), η δεύτερη είναι φωτογραφία των Aaron Nace and Avery Carlton (πηγή: pulpfactor.com) και η τρίτη το "Μου λείπεις" της Alice (πηγή: dpshots.com)]

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, November 22, 2015

“Στη λίμνη” του James Sallis

Αφενός το έγκλημα κι αφετέρου η ανθρώπινη πλευρά του αστυνόμου, απ’ τη μια η πορεία της έρευνας κι από την άλλη κλαδιά και παρακλάδια που δημιουργούν παράλληλες πορείες (Αστυνομική λογοτεχνία -7).


Αμερικάνικος βρασμένος σε κατσαρολάκι:
James Sallis
“Cypress Grove”
2003
“Στη λίμνη”
μετ. Κ. Κραμβουσάνου
εκδόσεις Πόλις
2015
 


          Πότε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα μπορεί (και πρέπει) να καθυστερεί την εξιχνίαση του μυστηρίου; Πότε με άλλα λόγια ο αναγνώστης τέτοιων έργων ανέχεται αφηγηματικές χρονοτριβές, προκειμένου να μην ρουφήξει με μια ανάσα το κείμενο μέχρι τέλους; Ένα (σοβαρό) αστυνομικό μπορεί να απλωθεί και πέραν της γραμμής των ερευνών όταν θέλει να περι-γράψει την ψυχολογία των προσώπων, τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, την ατμόσφαιρα γύρω από την έρευνα αλλά και γύρω από τον φόνο. Στην ουσία μόνο η έρευνα είναι ο κορμός ενός εμπορικού αστυνομικού, ενώ στα κοινωνικού εύρους κείμενα η έρευνα βγάζει κλαδάκια με ψυχογραφικές αναλύσεις, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών, διαλόγους φαινομενικά άσχετους κ.ο.κ. Αρκεί όλα αυτά τα παρακλάδια να στηρίζουν τον κορμό και όχι να απομυζούν τους χυμούς-του, αρκεί δηλαδή ο αναγνώστης να σκαρφαλώνει τον κορμό, αλλά τα ζουμερά φρούτα είναι στα κλαδιά…
          Το μυθιστόρημα του Sallis εξ αρχής δείχνει πως πρόκειται να καθυστερήσει την εξέλιξη και μέχρι τη μέση τουλάχιστον κωλυσιεργεί με δύο τρόπους: από τη μια, εναλλάσσει κεφάλαια πάνω στη δράση (που αφορά στην ανακάλυψη της ταυτότητας αλλά και των αιτίων της δολοφονίας-του ενός κλοσάρ που ζούσε σε ψιλοεγκαταλελειμμένα σπίτια) και κεφάλαια με το παρελθόν του αστυνομικού συμβούλου του σερίφη Μπέιτς, ενός γηραιού πρώην αστυνόμου και έγκλειστου για ένα διάστημα στη φυλακή, ονόματι Τέρνερ. Έχουμε στην ουσία δύο μυθιστορήματα: το πρώτο, το βασικό αναφέρεται στις έρευνες για να εξιχνιαστεί τι έκανε ο Καρλ (έτσι λέγανε τον νεκρό) κλέβοντας την αλληλογραφία του δημάρχου και γιατί τον σκότωσαν. Το άλλο επιστρέφει στο παρελθόν για να αφηγηθεί περιπέτειες του Τέρνερ και την ιστορία που τον οδήγησε στη φυλακή.
          Από την άλλη, ο Sallis κωλυσιεργεί, καθώς ακόμα και στην κύρια αφήγηση οι λεπτομέρειες, οι διάλογοι, οι άσχετες σκηνές απλώνονται νωχελικά, σαν να το κάνει επίτηδες, ώστε να αφήσει τον αναγνώστη σε μια αργή γνωριμία με τους πρωταγωνιστές, που δεν ξέρει αν θα βοηθήσουν ή θα θολώσουν τα νερά. Το τέλος δεν είναι κακό, αλλά έχει φθαρεί η αναγνωστική αναμονή με πολλή θολή λάσπη, που η τελική γεύση είναι ανάμικτη.
Από τη μία η προσπάθεια του συγγραφέα να δείξει την ανθρώπινη πλευρά του ντετέκτιβ, που πέρασε στη φυλακή, που είχε υπαρξιακές ανησυχίες για τον φόνο και την ανθρώπινη ζωή, κι από την άλλη ένα έγκλημα που σχετιζόταν με καλτ ταινίες και κρυμμένα μυστικά.

[Το κείμενο δικό-μου, οι εικόνες αντλημένες από:www.designsnext.com, commons.wikimedia.org και www.noexit.co.uk]

Πατριάρχης Φώτιος 

Thursday, November 19, 2015

“Δεν μπορεί να είναι αλήθεια” της Anne Holt & “Αραιό δίκτυ” του Hakan Nesser


Η σκανδιναβική κοινωνία πιθανότατα είναι πολύ καταπιεσμένη, πολύ κλειστή και σκληρή, αρκετά απάνθρωπη σε ό,τι χαλάει το μικρό, συντηρητικό προφίλ-της. Κι από την άλλη, ο καιρός και το χιόνι πρέπει να κάνει τους ανθρώπους αρκετά εσωστρεφείς, που εύκολα ρίχνουν τον πόνο-τους στο ποτό ή στο …έγκλημα (Αστυνομική λογοτεχνία -6).


Σκανδιναβικός καφές με μέλι:


Anne Holt
“Det som aldri skjer”
2004
“Δεν μπορεί να είναι αλήθεια”
μετ. Δ. Παπαγρηγοράκης
εκδόσεις Μεταίχμιο
2015
 
Hakan Nesser
“Det grovmaskiga nätet”
1993
“Αραιό δίχτυ”
μετ. Γ. Αρβανίτη
εκδόσεις Μεταίχμιο
2015
 



Anne Holt
“Δεν μπορεί να είναι αλήθεια”


          Κλασική συνταγή: πρώτα ένα πτώμα, έπειτα από μερικές σελίδες ένα δεύτερο κι πολύ αργότερα ένα τρίτο… Αν ο δολοφόνος είναι ο ίδιος, που έτσι φαίνεται, τότε ποιο είναι το νήμα που συνδέει τους φόνους μεταξύ-τους; Η Φιόνα Χέλε ήταν διάσημη TV περσόνα, η Βιμπέκε Χάινερμπακ ανερχόμενη πολιτικός, ο Βέγκαρντ Κρογκ ιδιαίτερος δημοσιογράφος· επομένως, σε πρώτη φάση όλοι είναι επώνυμοι, διάσημοι, αναγνωρίσιμοι. Πέραν όμως τούτου καμία άλλη ομοιότητα. Δεύτερο στοιχείο: όλοι, αφού σκοτώθηκαν, αφέθηκαν με ένα ιδιαίτερο συμβολικό τρόπο. Η Φιόνα με κομμένη τη γλώσσα και αφημένη δίπλα-της σε ένα τυλιγμένο χαρτί, η Βιμπέκε με το Κοράνι ανάμεσα στα σκέλια και ο Βέγκαρντ με την πένα καρφωμένη στην κόγχη του ματιού. Ο δράστης είχε τα χαρακτηριστικά του σήριαλ κίλλερ που υπογράφει τους φόνους-του με τον δικό-του τρόπο…
          Εναλλασσόμενες σκηνές, πότε στους αστυνόμους και ερευνητές, πότε στα θύματα, στους υπόπτους και στα άτομα του περιβάλλοντός-τους. Κουραστικά μπρος-πίσω, σχοινοτενείς σκηνές, άγονοι διάλογοι, πολλά σημεία όπου η ιστορία κάνει κοιλιά. Μικρή εξέλιξη, χωρίς να εστιάζει συνάμα και σε άλλα παράπλευρα θέματα, της κοινωνίας ή της πολιτικής. Μερικές φορές με οδηγούσε σε αδιάφορο διάβασμα, σε βιαστικά προσπεράσματα, σε ανιαρά σελιδογυρίσματα.

* * *

Hakan Nesser
 “Αραιό δίχτυ”


          Το μυθιστόρημα ξεκινά κλασικά. Το πτώμα μιας καθηγήτριας βρίσκεται μέσα στην μπανιέρα-της, ενώ ο άνδρας-της Γιάνεκ Μίτερ ξυπνά μετά από άγριο μεθύσι και ανακαλύπτει τη νεκρή γυναίκα-του. Εύλογα οι υποψίες πέφτουν πάνω-του, αλλά ο ίδιος, αν και δεν θυμάται τίποτα, αρνείται να τις δεχτεί. Μέσα-του είναι σίγουρος ότι δεν είναι αυτός ο δράστης. Αλλά τότε ποιος είναι;
          Η ιστορία εξελίσσεται λίγο σαν αστυνομικό, λίγο σαν δικαστικό, λίγο σαν ψυχολογικό και λίγο σαν κοινωνικό μυθιστόρημα. Ο δικηγόρος του Μίτερ, ο ίδιος και οι σκέψεις-του, η δίκη και η καταδίκη-του, ο δαιμόνιος αστυνόμος Βαν Βέτερεν που δεν ησυχάσει και κινεί θεούς και δαίμονες για να βρει την αλήθεια, ειδικά μετά και τη δολοφονία μέσα στη σωφρονιστική κλινική του ίδιου του καταδικασθέντος συζύγου. Οι υποψίες εστιάζονται στο σχολείο όπου δούλευαν και οι δύο, αν και δεν μπορούν να εξειδικευτούν περισσότερο ανάμεσα σε 70-80 εργαζόμενους που κινούνταν σ’ αυτόν τον χώρο.
          Ο ένοχος εντέλει βρίσκεται, πώς αλλιώς;, όταν η έρευνα απλωθεί στο παρελθόν και συνδέσει όλο το εύρος των γνωστών της νεκρής. Η πορεία εξιχνίασης βασίζεται σε σταθερά βήματα, χωρίς ακροβατισμούς, ο αστυνόμος διερευνά με σύστημα, ακόμα κι όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο, οι συζητήσεις των αρμοδίων δείχνουν πείρα και σωστούς χειρισμούς.

***

          Τελικά μου φάνηκαν και τα δύο βιβλία τόσο αδιάφορα, τόσο κολλημένα σε μια γριφώδη πλοκή, που τα διάβασα βιαστικά, με μια διάθεση να μείνω μόνο στα βασικά και αψηφώντας τα γεμίσματα και όσα καθυστερούσαν την εξέλιξη. Νομίζω ότι θα τα ξεχάσω γρήγορα, ακριβώς επειδή, όπως λέγαμε τις προάλλες με την Anagnostria, η αστυνομική λογοτεχνία μένει στο περιθώριο, όσο εμμένει στην αινιγματική-της πλοκή και δεν ανοίγεται σε κοινωνικά και αισθητικά διακυβεύματα.

[Το κείμενο πλαισιώνουν εικόνες που ελήφθησαν από: sciencenordic.com, www.pixedelic.com, denkzeiten.com, www.kcet.org, www.salem-news.com και dogtime.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, November 16, 2015

“Little Scarlet” του Walter Mosley

Λος Άντζελες 1965 και διαφυλετικές αναταραχές, πλιάτσικο και κλίμα τρομοκρατίας, ποιος μισεί πιο πολύ τον άλλο, οι μαύροι τους λευκούς, οι λευκοί τους μαύρους ή οι μαύροι τους ομόφυλούς-τους; (Αστυνομική λογοτεχνία -5)


Αμερικάνικος
με άρωμα πικραμύγδαλο:
Walter Mosley
“Little Scarlet”
Νέα Υόρκη 2004

μετ. Α. Τριμπέρη
εκδόσεις Πόλις
2015
 


          Noir μυθιστόρημα και κοινωνικό μυθιστόρημα, ένας συνδυασμός που αποδίδει πολύ τα τελευταία χρόνια, αρκεί να τηρούνται δυο βασικές προδιαγραφές. Πρώτον, η αστυνομική έρευνα να διέπεται από τους κανόνες της σφριγηλής δομής και της αρραγούς αλληλουχίας των στοιχείων. Δεύτερον, ο προβληματισμός να προκύπτει από την ίδια τη δράση και να μην αποτελεί μια σειρά από θεωρητικές συλλήψεις χωρίς μυθιστορηματική πραγμάτωση.
          Ο Αμερικάνος συγγραφέας ξεκινά εξ αρχής θέτοντας το πλαίσιο το οποίο είναι οι φυλετικές ταραχές της δεκαετίας του ’60 στις ΗΠΑ. Ο Έλληνας αναγνώστης πιάνει κατευθείαν σήμα, αφενός γιατί έχει ανάλογες εικόνες λόγω των ταραχών στην Αθήνα τον Αύγουστο του 2010 και αφετέρου γιατί ξαναβλέπει παρόμοια γεγονότα στη σημερινή Αμερική του Φέργκιουσον και άλλων πόλεων, όπου ο ρατσισμός ενάντια στους μαύρους εξακολουθεί να είναι παρών. Ο γνωστός από άλλα έργα του Μόσλυ ντετέκτιβ Ίζυ Ρόουλινς αναλαμβάνει να βοηθήσει τη (λευκή) αστυνομία να εξιχνιάσει τον φόνο της μαύρης Νόλα Πέιν. Το χρώμα-του τον βοηθάει να κινείται ανάμεσα στους μαύρους και με έγγραφη άδεια του υπαρχηγού της αστυνομίας μπορεί να κάνει την έρευνά-του, ψάχνοντας πιο πολύ για δική-του ικανοποίηση ποιος είναι ο φονιάς. Η συμμετοχή-του είναι γι’ αυτόν μια συμβολή στην ειρήνευση της περιοχής και στην αποκατάσταση της ηρεμίας στο νότιο Λος Άντζελες που πλήττεται από συγκρούσεις, μίση, πυρπολήσεις και λεηλατήσεις.
          Η γραφή του Μόσλυ, για να μπορέσει να ικανοποιήσει τις δύο αρχές που διέγραψα στην αρχή, ακολουθεί τον εξής διπλό δρόμο. Κινείται αργά, απλώνεται σε εμβριθείς παρατηρήσεις, σκιαγραφεί κοινωνικά και πολιτικά την κατάσταση, ζωγραφίζει την αναταραχή… τον νοιάζει να μην βιαστεί, ώστε να προλάβει ο αναγνώστης να αφομοιώσει την τοιχογραφία των ταραχών και να καταλάβει το φυλετικό μίσος που παίρνει χαρακτήρα διακρίσεων, καχυποψίας, ξυλοδαρμών, βίας. Κι ενώ όλα προχωρούν με αυτόν τον πανοραμικό τρόπο, κομματάκι κομματάκι, σκηνή σκηνή, ο Ρόουλινς συλλέγει στοιχεία και συνδέει ενδείξεις. Φτιάχνεται λοιπόν μια αλυσίδα δεδομένων, το ένα οδηγεί στο άλλο, η μία μαρτυρία προσθέτει καινούργια στοιχεία, καθένα από τα οποία δίνουν ώθηση για το επόμενο βήμα…
          Επειδή έλειπαν οι αιφνιδιαστικές ανατροπές, βρήκα το μυθιστόρημα λίγο άνοστο. Επειδή όμως σκιαγραφεί τη διαμάχη λευκών και μαύρων, το μένος των πρώτων και την αμυντική εκδίκηση των δεύτερων, ταξίδεψα στον ρατσισμό και στις άλογες ακρότητές-του. Η δράση ακολουθεί την έρευνα του Ρόουλινς που σχετικά γρήγορα εντόπισε ποιος είναι ο δράστης και βάλθηκε να τον βρει. Αυτή καθεαυτή δεν με εκτόξευσε. Με κράτησε όμως ζεστό, πάνω σ’ αυτήν την εναγώνια αναζήτηση, οι συναντήσεις και οι μικροαφηγήσεις για μαύρους που προσπάθησαν σε μια εχθρική γι’ αυτούς κοινωνία να επιβιώσουν, σωματικά και ψυχολογικά, με όποιον τρόπο μπορούσαν.
          Το τέλος, που κορυφώνει αρκετά καλά τη δράση, δίνει και ένα ψυχαναλυτικό στίγμα στο πρόσωπο του Χάρολντ. Σκοτώνει μαύρες γυναίκες, όντας ο ίδιος μαύρος, επειδή αυτές πήγαν με λευκούς. Ο Μόσλυ ανατρέπει πολλά στερεότυπα (ο κακός λευκός που σκοτώνει μαύρους), όχι ομολογουμένως με πολύ πρωτότυπο και δη απρόσμενο τρόπο. Πιο πολύ έχει σημασία η αιτία: η μάνα-του, μαύρη φυσικά κι αυτή, η οποία όμως ήθελε να απαλείψει το χρώμα-της και μεγάλωσε τον γιο-της σαν να ήταν παιδί της υπηρέτριας. Έτσι, κι αυτός επειδή θέλησε να εκδικηθεί αυτήν την εγκατάλειψη, στράφηκε σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, μεγάλωσε σαν παιδί του δρόμου και έβγαλε την εκδίκησή-του σκοτώνοντας ομόφυλες γυναίκες.

[Οι εικόνες που κοσμούν το κείμενό-μου αντλήθηκαν από: vintagelosangeles.tumblr.com, lacma.tumblr.com, vision-newspaper.ca, america.aljazeera.com και bvikkivintage.blogspot.com]

Πατριάρχης Φώτιος