ΕπιτάφιοςΓιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
Επιτάφιος
Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
1. “Έτος Ρίτσου φέτος κι ανά την επικράτεια έχουν αρχίσει οι εκδηλώσεις και τα αφιερώματα - ωραίον, αλλά στη χώρα που εκτρέφει τα τρωκτικά που της τρώνε την ψυχή, ουδέν το ωραίον αφήνεται αλώβητο να το φχαριστηθεί, αλλά αντιθέτως πρέπει κατά το δυνατόν να μιαίνεται, να το σκυλεύουν κυρίως οι γραικυλοραγιάδες - το εθνικό μας σπορ στους καιρούς της αποδόμησης χάριν της νέας τάξης.
Απορία 1η: Είναι ο άνθρωπος μόνο μία ιδιότητά του και όλες οι άλλες απορρέουν από αυτήν; Μήπως συχνά είμαστε ένα πλέγμα ιδιοτήτων και δεν καθοριζόμαστε στο 100% από το “κύριο” χαρακτηριστικό μας;
3-28/4/2009) για το βιβλίο. 48 σελίδες κειμενάκια που αφήνουν το ίχνος τους στο βιβλίο του σήμερα. Διάφοροι συνεργάτες συστήνουν τα βιβλία που διαβάζουν, γίνεται εκτενής αναφορά σε νέους συγγραφείς, προβάλλεται –έστω και ως καταναλωτικό αγαθό, έστω και με λάθη σε τίτλους και ονόματα (λ.χ. συγγραφέας του “Η επιστροφή του Φρόιλερ” δεν είναι ο Μοσκόβου, που το μετέφρασε, αλλά ο Μονιούδης, ή ο λανθασμένος τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Σωτάκη)- το βιβλίο και πιο ειδικά η λογοτεχνία. Το σημαντικό είναι ότι το ευρύ κοινό ενημερώνεται για την τρέχουσα παραγωγή και εν μέρει παρωθείται στην ανάγνωση.
3. Ίσως ο Κούρτοβικ παρακολουθεί τα ιστολόγια και παίρνει αφορμές από αυτά. Αν δεν είναι έτσι, τότε πρόκειται για σύμπτωση, όπου ένα μικρό πνεύμα (εγώ) συνάντησε ένα μεγάλο (τον Κούρτοβικ). Γιατί; Γιατί ο κριτικός των Νέων αναφέρεται στο θέμα της εικόνας που έχει κάθε συγγραφέας για το έργο του και στο ποια εικόνα εντέλει προκύπτει από την πρόσληψη της δουλειάς του από τους άλλους, θέμα που είχε απασχολήσει το Βιβλιοκαφέ στην παρουσίαση του βιβλίου του Σπ. Γιανναρά “Ο Λοξίας” (9.3.2009), στην ανάρτησή μου για το αν πρέπει ή όχι να απαντά ο συγγραφέας (14.3.2009) και στην άποψη του Έκο επ’ αυτού (17.3.2009).
θώ, είχε πολύ πιο ανεπτυγμένη λογοτεχνική συνείδηση από τον συγγραφέα της ιστορίας μου) θεωρούσε ότι τα μυθιστορήματά του ήταν κωμικά, έτσι μάλιστα τα αντιλαμβάνονταν και οι φίλοι του, στους οποίους διάβαζε αποσπάσματά τους. Ποιος θα τολμούσε σήμερα να πει ότι είναι κωμικά αυτά τα αφηγήματα, που ο στάνταρ χαρακτηρισμός τους είναι «εφιαλτικά»;» «Το δυστύχημα (ή, όπως είδαμε, σε ορισμένες περιπτώσεις το ευτύχημα) είναι ότι ένας συγγραφέας δεν μπορεί να αντικρούσει δημόσια τις μονομερείς ή στρεβλές αναγνώσεις του βιβλίου του. Όχι μόνον επειδή το απαγορεύει η δεοντολογία ή η αξιοπρέπεια, αλλά προπαντός επειδή ελάχιστοι συγγραφείς είναι σε θέση να εξηγήσουν με πειστικό και, κατά το δυνατόν, ολοκληρωμένο τρόπο αυτό που έχουν γράψει. Ένας σημαντικός συγγραφέας συλλαμβάνει, κατά την κυοφορία και την ανάπτυξη ενός έργου του, περισσότερα πράγματα από τον καλύτερο κριτικό του, αλλά μπορεί να διατυπώσει λιγότερα. Η μόνη γνωστή μου περίπτωση συγγραφέα που κατάφερε να ξεφύγει από αυτό τον κανόνα είναι ο Ουμπέρτο Έκο, του οποίου το Επιμύθιο στο «Όνομα του ρόδου» είναι ένα εκπληκτικό λογοτεχνικό δοκίμιο, ίσως γοητευτικότερο και σημαντικότερο από το ίδιο το Όνομα του ρόδου.».
Ο φόνος αποκαλύπτεται εξ αρχής, αλλά η επίσημη θέση είναι πως πρόκειται για αυτοκτονία. Μόνο ο ανακριτής Φρόιλερ αμφιβάλλει κι αρχίζει να ψάχνει τον περίγυρο του πλούσιου Μόζερ, ελέγχει τους οικείους και φίλους του, μένει μάλιστα και στο άδειο σπίτι του, αρχίζει να ταυτίζεται με τον νεκρό και να σκέφτεται, όπως εκείνος. Εντέλει αποκαλύπτει τον ένοχο με μικρή μόνο δόση αιφνιδιασμού για τον αναγνώστη, αφού έτσι κι αλλιώς όλο το στόρι κυλάει αργά και ράθυμα: διαβάζεις και δεν μαθαίνεις σχεδόν τίποτα.
Ανάσταση
Κώστας Βάρναλης “Οι πόνοι της Παναγιάς”
Αν κάποιος ήθελε να αποτυπώσει την κατάσταση του έντυπου τύπου στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στα θέματα του βιβλίου, θα έπρεπε να σταθμίσει πόσο μεγάλο άνοιγμα έχουν κάνει οι εφημερίδες ειδικά από το 1997, όταν πρωτοξεκίνησε “Το Βήμα” το ένθετό του για το βιβλίο. Σήμερα, η κατάσταση στα ένθετα παρουσιάζει μια ανισοϋψία, που άλλοτε προκαλεί τον αναγνώστη κι άλλοτε τον αποθαρρύνει. Η γενικότερη αίσθηση που έχω είναι ότι πλέον δεν μπορεί κανείς να κάτσει για καφέ και να διαβάσει τα βιβλιόφιλα ένθετα, γιατί αυτά ξεφυλλίζονται εν ριπή οφθαλμού και γρήγορα ξεχνιούνται. Πιο συγκεκριμένα:
το καλύτερο πλέον ένθετο, που επιτυγχάνει μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ δημοσιογραφίας και κριτικής, βιβλιοπαρουσιάσεων και θεμάτων γύρω από το βιβλίο. Από τη μια, η Χαρτουλάρη ξέρει να χειρίζεται την επικαιρότητα και να την προβάλλει καίρια, ενώ και ο Πιμπλής πιάνει συχνά τον παλμό της με εύστοχα κείμενα. Φυσικά κολώνα του Βιβλιοδρόμιου είναι ο Κούρτοβικ, ο οποίος βλέπει με χίλια μάτια την πεζογραφία, κρίνει και ερμηνεύει με μεγάλη οξύτητα, καταγράφει γενικότερες θέσεις και -παρά τη διαπιστωμένη εμπάθεια των αιχμών του- μιλάει τις περισσότερες φορές με ζωντάνια χωρίς να στερείται επιχειρημάτων. Μειονεκτήματα; 1. Η απουσία της ποίησης ως αντιεμπορικού προϊόντος, 2. Το συνονθύλευμα συγγραφέων που εμφανίζονται κατά καιρούς και γράφουν για συναδέλφους τους με πολύ εμπειρικά κριτήρια.
περιόρισε την αξία του ενθέτου της κι έτσι ο αναγνώστης της Κυριακής δεν μπορεί πλέον να ρουφήξει ό,τι θα τον συγκινούσε παλιότερα. Η στροφή στα διεθνή με προβολή ξενόγλωσσων βιβλίων δεν θα ήταν κακή σε μια ορισμένη αναλογία. Αλλά το Βήμα αποφάσισε να απαξιώσει την ελληνική παραγωγή, να διώξει την κριτικό που είχε (Θεοδοσοπούλου) και αφέθηκε στην πολυμάθεια του Βιστωνίτη και στις συνεντεύξεις της Κέζα. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι Νέες εποχές, όπου μπορεί κανείς να σταθεί και να ακούσει μεστό λόγο για το βιβλίο, την τέχνη, τη φιλοσοφία, την παιδεία κλπ.
που έγινε πριν λίγο καιρό έκανε το ένθετο, τουλάχιστον προς το παρόν, άνευρο και ανούσιο. Η παραγνωρισμένη ποίηση ασφαλώς και πρέπει να ακούγεται αλλά όχι με τη λογική περιοδικού. Δεν είναι δυνατόν να βαλαντώνει το ένθετο με σελίδες ποιητικών οραμάτων (λ.χ. της Λαϊνά), με παρένθετα ποιήματα και με πάμπολλες αναφορές σε ποιητές, ζώντες και νεκρούς. Καλύτερη αναλογία, αυτό χρειάζεται. Από την άλλη αυτές οι σελίδες για τη μουσική πολύ εγκάθετες μού φαίνονται και εκτός κλίματος. Τέλος, όλοι αυτοί που παρελαύνουν από τις σελίδες κριτικής φαίνονται πιο πολύ σαν πανελίστες, φευγαλέοι και εφήμεροι, παρά ως άτομα με σταθερή παρουσία. Πέρα από τη Θεοδοσοπούλου, πού είναι ο Χατζηβασιλείου και μερικοί άλλοι –παλιοί και νέοι- με σταθερή, επαναλαμβανόμενη παρουσία; Το όλο ένθετο μοιάζει χωρίς ταυτότητα, αλλά ελπίζω, επειδή είναι αρχή ακόμα, να αναθεωρηθούν οι κατευθύνσεις του. Περιμένω πολλά από τη Βιβλιοθήκη...
διακριτική αλλά αξιοπρόσεκτη στροφή. Αραίωσε τις στήλες και τις επικεφαλίδες των άρθρων, σαν να μεγάλωσε τον χώρο για το βιβλίο, πρόβαλε λίγο καλύτερα την Κοτζιά και τη Δημητρούλια. Η Σελλά πάντα μού άρεσε για τα ρεπορτάζ της. Καλό είναι η Κοτζιά να μη γράφει κάθε Κυριακή, γιατί αναγκάζεται να μιλά και για ανούσια έργα.
υή το απόγευμα και, αφού ασχοληθώ με την οικογένεια, να πάρω την Ελευθεροτυπία και να αράξω στον καναπέ βυθιζόμενος στη Βιβλιοθήκη. Ή την Κυριακή –αφού κάνω τη λειτουργία μου στο Φανάρι!- να κάτσω για καφέ και να ρουφήξω τις κυριακάτικες εφημερίδες με τα βιβλιόφιλα ένθετά τους. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να έχουν κείμενα άποψης, συνεντεύξεις, αφιερώματα (που σαν τα ξεχάσανε), βιβλιοπαρουσιάσεις, ειδήσεις και σχόλια από τον χώρο του βιβλίου, επικαιρότητα αλλά και ερμηνείες, προτάσεις για βιβλία που δεν ξέρω, αλλά και τοποθετήσεις για βιβλία που έχω ήδη διαβάσει…
“Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ”
Γνωστοί συγγραφείς γράφουν για παιδιά…
- Αλ. Σταμάτης, “Ο Άλκης και ο λαβύρινθος” (μάλιστα κέρδισε και Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου (το ελληνικό τμήμα της IBBY)). 
φορά που η συγγραφέας ασχολείται με το παιδικό βιβλίο)
(βραβείο «διαβάζω»)
Συλλογικό έργο
Ο Χρήστος Αστερίου γράφει ένα διήγημα με δυνατό λόγο, σφριγηλό και ερεθιστικό ύφος, δεξιοτεχνική αφήγηση που καταλήγει στο τέλος να κλείνει με πειστικότητα αλλά ταυτόχρονα να χτυπάει δυνατά τον παλμό της ανάγνωσης.
εμένο ύφος του, αναφέρεται στον Αντρέα Παπανδρέου (τι πάθανε όλοι τελευταία;) και παίζει καλά το θέμα της πατροκτονίας και της πολιτικής ενηλικίωσης.
Η Βίβιαν Ευθυμοπούλου (ομολογώ δεν την έχω ξαναδιαβάσει) αφήνει καλές εντυπώσεις με τα διλήμματα μεταξύ αριστεράς και δεξιάς και με το γοργό ύφος της, το οποίο όμως δεν είναι λαχανιασμένο και χειμαρρώδες.
ακάλυπτου της Κάλλιας Παπαδάκη] είναι αλλιώς ανήσυχα όσον αφορά τη γυναικεία συνθήκη, και δεν μπορούν να βολευτούν στη στενή κατηγορία της γυναικείας λογοτεχνίας. Οι τριαντάρες έως σαραντάρες ηρωίδες τους είναι σαφώς πιο σύνθετες και ενδιαφέρουσες από τις νεο-φεμινίστριες σκύλες της δεκαετίας του ΄90, αλλά και πιο μπουχτισμένες- πρόβλημα που η καθεμιά τους το λύνει με διαφορετικό τρόπο.
Η «μουνάρα» Μαιρούλα της Κιτσοπούλου αυτοκτονεί, η κουλτουριάρα Λίνα της Μαρούτσου αρχίζει ψυχανάλυση και η survivor Δήμητρα της Παπαδάκη αλλάζει ταυτότητα, και από ηθοποιός-κλεφτρόνι γίνεται λογίστρια. Τρεις «λύσεις» που αν ερμηνευτούν συμβολικά μάς λένε ότι η
καινούργια Ελληνίδα είναι ανεξάρτητη μεν αλλά δεν τη χωράει ο τόπος. Κι ότι η σύγκρουσή της δεν γίνεται πια με τους άντρες, αλλά με την κοινωνία ολόκληρη…
3. “ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ συμπόσιο με θέμα «Ο κύκλος του βιβλίου: ο συγγραφέας,ο επιμελητής- τυπογράφος, ο εκδότης, ο κριτικός, ο αναγνώστης» διοργανώνει στις 3 και 4 Απριλίου η Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη. Το Συμπόσιο θα γίνει στο Αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, τηλ. 210 6795.000, 210 3639.979) και η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Της πρώτης συνεδρίας, που θα γίνει στις 3 Απριλίου και ώρα 18.15 θα προεδρεύει ο κ. Αλ.Δημαράς και ομιλητές θα είναι οι Τ. Θεοδωρόπουλος, Δημ. Κούρτοβικ, Π.Μάρκαρης, Σ.Σερέφας, Διον.Καψάλης και Π.Τατσόπουλος. Της δεύτερης συνεδρίας στις 21.30 θα προεδρεύει ο κ. Τ. Θεοδωρόπουλος και ομιλητές θα είναι οι
Ν.Γκιώνης, Ν.Παπαγεωργίου, Αιμ.Καλιακάτσος, Μαρία Στεφανοπούλου και Σπ.Μολφέτας. Της τρίτης συνεδρίας, το Σάββατο 4 Απριλίου και ώρα 18.15 θα προεδρεύει ο κ. Π. Τατσόπουλος και ομιλητές θα είναι οι Γ.Δάλλας και Ν.Βαγενάς . Στη συζήτηση που θα ακολουθήσει με συντονιστή τον κ. Π. Τατσόπουλο θα μετέχουν οι Ρέα Γαλανάκη, Στ. Ζουμπουλάκης, Δημ.Μαρωνίτης και Π.Μπουκάλας. ”
(Το Βήμα, 29.3.2009)
«Σαν το λίγο το νερό»
Το ίδιο το έργο τώρα ξεκινά με την πιο δυνατή αρχή που έχω διαβάσει, με την ψυχή να αφήνει το σώμα, ενώ ο πεζογράφος κατορθώνει να συλλάβει και να μεταδώσει πολύ έντονα αυτή τη μεταβατική περίοδο.
Απ. Δοξιάδης, Χρ. Παπαδημητρίου, Αλ. Παπαδάτος και A. di Donna
Καταρχάς, σχεδίασε κόμικς σε βιβλίο, δίνοντάς του όμως τη δομή και την υφή μυθιστορήματος. Έδωσε δηλαδή στο όλο εγχείρημα λογοτεχνικότητα, αφού μετήλθε αφηγηματικών τεχνικών, για να διηγηθεί τη ζωή του μεγάλου επιστήμονα Μπ. Ράσελ και μαζί την
περιπέτεια της θεμελίωσης των μαθηματικών. Πρόκειται για την προσπάθεια των μαθηματικών κατά βάση, αλλά και των φιλοσόφων, να θεμελιώσουν με αδιάσειστα ερείσματα τις επιστήμες ιδρύοντας τη Λογική, την επιστήμη των έγκυρων συλλογισμών, όπου όλα αποδεικνύονται και στηρίζονται λογικά.
εννοώ την πλοκή που οδηγεί το έργο προς το τέλος, την αφηγηματική του διάσταση όπου ο ίδιος ο Ράσελ εξιστορεί με αναδρομές και πρωτοπρόσωπη αφήγηση τη ζωή του μέχρι τη στιγμή που ξεκινάει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η ζωή του έχει ως στόχο να εξηγήσει γιατί πρέπει
η Αμερική να μπει στον πόλεμο εναντίον του Χίτλερ. Η αφορμή αυτή χτίζει ένα ολοκληρωμένο στόρι, το οποίο μάλιστα προχωρά με αυτοαναφορικά βήματα. Λέγοντας αυτοαναφορικότητα εννοώ τη μετατροπή των τεσσάρων συντελεστών του κόμικς σε καρτουνίστικους ήρωες, οι οποίοι συζητάνε μέσα στο βιβλίο για το βιβλίο, για τα διλήμματα του Ράσελ αλλά κυρίως για την πορεία που θα δώσουν στην εξέλιξη.
το κλείνεις εν ριπή οφθαλμού, παρόλο που πολλά σημεία είναι βραδέα και για λόγους μυθιστορηματικής οικονομίας λέγονται πολλά περιττά, ενώ ανάλογα τα πορίσματα των επιστημόνων ακούγονται σχετικά βιαστικά.
Ημέρα ποίησης δεν σημαίνει ότι σήμερα μόνο ανοίγω τους στίχους για να πάρω αέρα. Σημαίνει ότι σήμερα ανοίγουν παντού παράθυρα για να γίνει ο αέρας ανεμοστρόβιλος.
“Η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής” (Απ. Παύλος). Η ποίηση κάνει κάτι ανάλογο, οξυγονώνει την καθημερινότητά μας…
Διάλειμμα στην προβληματική της ανάγνωσης, παρένθεση στα πεζογραφήματα και στην αξιολόγησή τους. Ας κρατήσουμε δυο στίχους φυλακτό…
Η προηγούμενη καταχώριση για τη στάση του συγγραφέα απέναντι στις κριτικές ειδικών και αναγνωστών και για το αν επιβάλλεται από τον κριτικό να διερευνήσει τις προθέσεις του συγγραφέα προκάλεσε έναν ευρύ διάλογο με πολλές διασταυρούμενες απόψεις. Συνοψίζω τη θέση μου με τα λόγια του Ουμπέρτο Έκο, σημειολόγου και συγγραφέα:
Το ερώτημα έχει ξανασυζητηθεί εδώ, αλλά αμυδρά και παρεμπιπτόντως. Τώρα όμως, με αφορμή παρουσίαση βιβλίου στο προηγούμενο ποστ μου και την απάντηση του συγγραφέα του, βρίσκω την ευκαιρία να το θέσω σε ευρύτερο διάλογο:
“Ο Λοξίας”
Jakob Arjouni