Sunday, October 05, 2008

Τιραμισού: Οι εφημερίδες του τριήμερου

Ξεφυλλίζοντας τον τύπο

Διαβάζοντας την Ελευθεροτυπία (με την Βιβλιοθήκη) της Παρασκευής 3/10, τα Νέα (με το Βιβλιοδρόμιο) του Σαββάτου 4/10, το Βήμα (με το Βιβλία και τις Νέες Εποχές) της Κυριακής 5/10 και την Καθημερινή (με τις Τέχνες και γράμματα) σταχυολόγησα μερικές αξιοσυζήτητες ειδήσεις και απόψεις:
1. Είναι η ανωνυμία των μπλόγκερς απειλή για τη δημοκρατία με τη λιβελογραφία τους, τη συκοφαντία, την εύκολη λασπολογία, όπως επισημαίνει η Σχινά στην Ελευθεροτυπία; Ή η ψευδωνυμία είναι μια άλλη ταυτότητα που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της ανεξαρτησίας, εφόσον φυσικά κινηθεί σε πλαίσια διαλόγου, μετριοπάθειας και ανάλυσης επιχειρημάτων; Κατανοώ ότι όταν δεν ξέρεις ποιος θεσμικά μιλάει, τότε ανησυχείς και τα προβλήματα που απορρέουν από αυτό το καμουφλάζ, αλλά…
2. Ο Βέλτσος κατέθεσε μερικές σκέψεις για τις επιτροπές κρατικών βραβείων. Προβληματίστηκα στα εξής: α) αν ο ένας συγγραφέας ψηφίζει τον άλλο με διαθέσεις αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας (ψήφισέ με, για να σε ψηφίσω), τότε μήπως πρέπει να πάψουν οι συγγραφείς να μπαίνουν σε επιτροπές εκφράζοντας γνώμη για συναδέλφους τους, μεροληπτικά θετική ή αρνητική; β) αν στην επιτροπή επιτρέπεται εκ του νόμου να μπαίνουν καθηγητές τμημάτων Φιλολογίας, αδιακρίτως ειδικότητας, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να δούμε σε κρίσεις για τη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία να συμμετέχουν καθηγητές λ.χ. Λαογραφίας και να μην περιλαμβάνονται Νεοελληνιστές που υπηρετούν σε ένα τμήμα λ.χ. Θεατρολογίας.
3. Ο Σουηδός γραμματέας της Ακαδημίας (υπεύθυνης για το βραβείο Νόμπελ) επιτέθηκε στους Αμερικάνους συγγραφείς κατηγορώντας τους για απομονωτισμό και εσωστρέφεια, καθώς δεν δέχονται επιρροές από τη σφύζουσα –κατ’ αυτόν- ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Δείτε το σχόλιο και τον διάλογο στο ιστολόγιο:
http://ficciones.wordpress.com/2008/10/02.
4. Διαβάζω στο Βήμα (5/10) άρθρο του Βέλτσου, πολύ καλογραμμένο ομολογουμένως στις γενικές του θέσεις, που επιτίθεται στο ΕΚΕΜΕΛ γιατί δεν βράβευσε την Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου για τη μετάφραση του έργου του Σελίν «Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας». Δεκτή η άποψή του, παρόλο που δεν εξήγησε αν η μετάφραση ήταν εξίσου καλή με το βιβλίο. Λίγο πιο κάτω ο Μπακουνάκης επαναλαμβάνει την ίδια επίθεση. Κι αναρωτιέμαι εγώ ο ανυποψίαστος αναγνώστης: ποια είναι αυτή η γυναίκα που δέχεται την υποστήριξη του Βήματος σε δύο άρθρα; Ήταν τόσο κατάφωρη η αδικία εις βάρος της…;
5. Τιμώμενη χώρα στο Φεστιβάλ βιβλίου της Φραγκφούρτης φέτος είναι η Τουρκία. Θα επανέλθω με αφιέρωμα στην τουρκική λογοτεχνία, αλλά ρίχνω και την ιδέα –αφού κάποιοι θαμώνες του βιβλιοκαφέ το ζήτησαν- να κάνουμε μια Ιστολέσχη ανάγνωσης με άξονα ένα βιβλίο Τούρκου συγγραφέα. Αν δω ανταπόκριση, θα το συνεχίσω…

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, October 03, 2008

Φραπέ με γεύση φράουλα: Σταμάτης Δαγδελένης

Σταμάτης Δαγδελένης
“Το βιβλίο των αιρέσεων”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2008



Δέκα μικρά αφηγήματα που αναφέρονται σε δέκα ανύπαρκτες αιρέσεις θρησκευτικοφιλοσοφικής χροιάς. Τυπικά και ουσιαστικά καθένα από αυτά αρνείται να φτιάξει πρόσωπα (ίσως πλην ενός), αλλά η ιστορία αυτή καθεαυτή έλκει τα φώτα της ανάγνωσης, καθώς εξιστορεί την ίδρυση και την εξέλιξη κάθε αίρεσης. Ο χώρος και ο χρόνος ποικίλλει από ιστορία σε ιστορία, οι αιώνες ανεβοκατεβαίνονται οριζοντίως και καθέτως, το εξωτικό χρώμα παλιών εποχών και τόπων μαγεύει και δημιουργεί συνθήκες αληθοφάνειας και φαντασίας.
Το ουσιαστικότερο είναι φυσικά η προσπάθεια του συγγραφέα να δείξει ότι α) κάθε άνθρωπος είναι αιρετικός, καθώς πλάθει τον δικό του κόσμο και τη δική του ιδεολογία, κάποιες από τις οποίες γενικεύονται και μετατρέπονται σε θρησκείες, αιρέσεις, φιλοσοφικές σχολές, β) κάθε πιστεύω ανεβάζει στο θρόνο μια εμμονή, μια ασήμαντη πολλές φορές λεπτομέρεια, γ) ιστορικά πολλές διαφορές ανάμεσα στις αιρέσεις η τις θρησκείες είναι στην ουσία ασήμαντες λεπτομέρειες, μικρές διαφορές στη σύλληψη του θείου, επουσιώδεις διαφοροποιήσεις που συχνά αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Το βιβλιαράκι αυτό ψυχαγωγεί και προβληματίζει, καθώς κινείται μεταξύ σοβαρής επιχειρηματολογίας και σοφιστείας, μεταξύ στοχασμού και παρωδίας με τη δεύτερη να κερδίζει πόντους στη συνείδηση του αναγνώστη.
Μια πρωτότυπη σύλληψη που αξίζει αφηγηματικά και φιλοσοφικά.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, September 30, 2008

Black Coffee: Χάρης Χριστοφορίδης

Χάρης Χριστοφορίδης
“Ρέιβεν σίτυ”
εκδόσεις Ελληνικά γράμματα
2008


Αστυνομικό μυθιστόρημα με ένδυμα επιστημονικής φαντασίας. Μια μελλοντική πόλη, η μόνη που σώθηκε από μια παγκόσμια καταστροφή, ζει με τους εφιάλτες της και σωρεύει πτώματα από έναν μετα-φυσικό δολοφόνο που αφήνει ζωδιακά σύμβολα όπου σκοτώσει.
Η όλη ατμόσφαιρα φουτουριστική, η αναζήτηση του δράστη έχει κάτι από road movie, το πλέγμα των σχέσεων και των προσώπων διακλαδίζεται σε έναν εκτεταμένο λαβύρινθο, που άλλοτε σε μπερδεύει κι άλλοτε σε διευκολύνει. Μια παρατήρηση πάνω στην πλοκή: όσο προχωράει η υπόθεση, τα κενά της αφήγησης που εντείνουν την άγνοια και την περιέργειά σου αντί να μειώνονται πολλαπλασιάζονται δημιουργώντας νέα ερωτήματα. Αυτή η τεχνική, όταν δεν λειτουργεί με χαοτικό τρόπο αυξάνοντας άμετρα τις πιθανότητες, απλώνει το πεδίο δράσης και, παρόλο που παραβιάζει την αρχή της αστυνομικής πεζογραφίας να μένει σε έναν κλειστό κύκλο υπόπτων, προσθέτει δόσεις νουάρ και θρίλερ που εξιτάρουν.
Από την άλλη, ένας νέος 24 χρονών, όπως είναι ο Χριστοφορίδης, γιατί ξεκινάει την πεζογραφική του καριέρα με τέτοια δουλική μίμηση; Γιατί φτιάχνει την μελλοντολογική του ατμόσφαιρα μόνο με αμερικάνικα υλικά, με Κινέζους να παίζουν τον στερεοτυπικό ρόλο του μαφιόζου και τους Ισπανόφωνους του παρία; Τι προσφέρει γράφοντας μια κόπια νουάρ, road movie, λίγο Στήβεν Κινγκ, πολλούς αμερικάνους συγγραφείς αστυνομικών, πολύ κινηματογράφο επιστημονικής φαντασίας; Πολλά κλισέ και πολλά στερεότυπα. Κρίμα. Μια φτηνή αμερικανοκόπια, σαν ταινία που δεν θα την έβλεπα ούτε τις πιο βαρετές ώρες των διακοπών μου, σαν τη διαφήμιση της Coca-cola που προβάλλει τον ιδανικό χωρισμό με τον πιο χαζοαμερικάνικο τρόπο, σαν φιλμ που μεταδίδεται από την τηλεόραση μετά τις 2.00 τα μεσάνυχτα.
Μ’ αρέσει (!) που η ελληνική κοινωνία είναι περήφανη για τον αντι-αμερικανισμό της (διαδηλώσεις, μένος, κάψιμο αμερικάνικων σημαιών κ.ο.κ.), αλλά στην ουσία –συντηρητική και προοδόπληκτη μαζί (αντιφατική)- μιμείται με δουλοφροσύνη τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, αντιγράφει τον πολιτισμό της, ταυτίζει την παγκοσμιοποίηση με τα εκείθε του Ατλαντικού δεδομένα, προσκολλά τη λογοτεχνία στο άρμα του κινηματογράφου…
Υποσημείωση: πολλά ιστολόγια ασχολήθηκαν με το βιβλίο, κανένα ωστόσο εξ όσων γνωρίζω δεν είναι βιβλιοφιλικό. Το μυθιστόρημα είχε πέραση σε οπαδούς της επιστημονικής φαντασίας, ιστοριών εγκλήματος κ.ο.κ., δηλαδή σε παραλογοτεχνικούς κύκλους που βλέπουν τη λογοτεχνία σαν γραπτή οθόνη.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, September 27, 2008

Κοκτέιλ μαργαρίτα: εφήμεροι συγγραφείς

Το χρηματιστήριο των συγγραφέων

Η αξία ενός συγγραφέα μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας είναι συνάρτηση δύο παραγόντων: α) της εκτίμησης που χαίρει στην εποχή του και β) της πρόσληψης του έργου του στις επόμενες γενιές μέχρι σήμερα. Όταν, λοιπόν, ο συγγραφέας ζει και παράγει η γνώμη της εποχής γι’ αυτόν εξαρτάται από i. την αισθητική αξία του έργου του (δεν είναι απόλυτη αξία ούτε αντικειμενικά καθορισμένη), ii. την ιδεολογία της εποχής (οι αριστεροί λ.χ. κριτικοί προτιμούσαν παλαιότερα έργα αριστερής κοσμοθεωρίας), iii. το σύστημα προώθησής του (εκδοτική διαφήμιση, μάρκετινγκ, μπεστ-σέλερ κ.ο.κ.), iv. το πρόσωπό του και το λογοτεχνικό star system (το πώς δηλαδή πουλάει τη φυσικό του ύπαρξη εκτός των βιβλίων του), v. την τηλεοπτική διασκευή έργων του και vi. την κριτική αποτίμηση των βιβλίων του. Αν δεν σκέφτομαι κάτι, παρακαλώ συμπληρώστε…
Αφορμή των σκέψεών μου το κείμενο του Κούρτοβικ στον Ταχυδρόμο των σημερινών Νέων (27.9.2008). Παραθέτει παραδείγματα συγγραφέων που έγιναν για ένα διάστημα μόδα, χωρίς πάντα να διατήρησαν αυτή την υψηλή θέση ως σήμερα. Το θέμα δεν έγκειται σε μια συνωμοσία της εποχής, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Ούτε σήμερα οι διακεκριμένοι συγγραφείς στηρίζονται στο κύκλωμα. Πιο πολύ δημιουργείται ένας ορίζοντας αποδοχής του έργου τους βασισμένος στις ιδιαιτερότητες της εποχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και κάτι διαχρονικό ή τουλάχιστον σταθερό.
Εγώ ένα πράγμα θα ήθελα να επισημάνω: κριτικοί και μπλόγκερς να πάψουν να υπερβάλλουν, συνήθως προς τα πάνω, εξυμνώντας ένα έργο λες και είναι αριστούργημα, ενώ σύντομα θα το έχουν ξεχάσει κι οι δύο. Ας εκτιμούμε το παρόν με όρους του μέλλοντος… [Θα επανέλθω]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, September 25, 2008

Καφές λούνγκο: Θανάσης Βαλτινός

Θανάσης Βαλτινός
“Άνθη της αβύσσου”
εκδόσεις Εστία
2008


Ο Σολωμός …αλά Αγγελόπουλος

Ο Βαλτινός έγραψε σενάριο για τη ζωή του Σολωμού, το οποίο όμως ποτέ δεν γυρίστηκε ταινία. Ο συγγραφέας στηριγμένος στο έργο του ποιητή, στην αλληλογραφία του που αποκαλύπτει κρυφές πτυχές της ζωής του, και φυσικά σε άλλα στοιχεία της βιογραφίας του, συνέθεσε αποσπασματικές σκηνές για τη ζωή του.
Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα ήταν σε ταινία. Καταρχάς, είναι πολύ θετικό που αποτυπώνονται στιγμές από τον αγώνα του Σολωμού με τους συγγενείς του (σημειωτέον ήταν νόθος γιος του κόντε Σολωμού), τη ζωή του στη Ζάκυνθο και κυρίως τα βιώματα που ενέπνευσαν τον ποιητή, όπως λ.χ. στη "Γυναίκα της Ζάκυθος".
Από την άλλη, λίγοι διάλογοι και πολλές περιγραφές, μεγάλες σιωπές, εικόνες χωρίς λόγο συστήνουν ένα αγγελοπουλικό σκηνικό που υποβιβάζει τον λόγο (άλλωστε είναι πιο αρτιστίκ να μην μιλάνε πολύ οι ποιητές) προς όφελος της φωτογραφίας και της ατμοσφαιρικής σκηνοθεσίας. Στην ανάγνωση όμως είναι πολύ βαρετό. Από την άλλη, προϋποθέτει ότι ο αναγνώστης ξέρει πολλά για τη ζωή του Σολωμού, οπότε μπορεί να παρακολουθήσει τα κενά της ιστορίας και να μην απορεί συχνά για πρόσωπα, υπαινιγμούς και στιγμιότυπα που απλώς παρελαύνουν.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 21, 2008

Πολυποικιλιακός καφές: Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσθένης Κούρτοβικ
“Τι ζητούν οι βάρβαροι”
εκδόσεις Ελληνικά γράμματα
2008


Λογοτεχνική Balkanovision στη Μακεδονία

Το τελευταίο βιβλίο του Κούρτοβικ πραγματεύεται μια συνάντηση κριτικών από τις χώρες των Βαλκανίων, προκειμένου να βραβεύσουν το καλύτερο μυθιστόρημα μεταξύ των εθνικών υποψηφιοτήτων (κάτι σαν λογοτεχνική Balkanovision). Τρία από αυτά ξεχωρίζουν: το συντηρητικό ελληνικό, το λυρικό βουλγάρικο και το μεταμοντέρνο σέρβικο. Κοινή συνισταμένη και των τριών είναι ότι μυθοποιούν ένα πραγματικό γεγονός των Βαλκανικών πολέμων σε ένα χωριό της Μακεδονίας με πληθυσμό ακαθόριστης εθνικής συνείδησης. Τελικά το βραβείο το παίρνει… (παρότι έχει μεγάλη σημασία, δεν αποκαλύπτω την τελική έκβαση της κρίσης για λόγους σασπένς).
Τεχνικά ο Κούρτοβικ έχει μάθει πολλά από το μεταμοντέρνο περιβάλλον που ολοένα εξαπλώνεται και στην Ελλάδα. Ήπια προσαρμοσμένες στην παραδοσιακή αφήγηση τεχνικές συνθέτουν και αποδομούν έναν ολοκληρωμένο καμβά. Τρεις διαδοχικοί εγκιβωτισμοί αποσπασμάτων από τα μυθιστορήματα (σε μια περίπτωση έχουμε δυο αποσπάσματα), αυτοαναφορικότητα, συνεχής διάλογος παρόντος (συγχρονικής ματιάς) και παρελθόντος (ιστορίας), πολυπολιτισμική προσέγγιση της βαλκανικότητας και μάλιστα με πολυεστιακή θέαση του ίδιου γεγονότος· το τελευταίο εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη διαλεκτική λογοτεχνίας-ιστορίας, πάνω στο ζήτημα της ιστορικής ακρίβειας και ειδικά αν η τελευταία καταξιώνει ένα λογοτεχνικό έργο ή όχι.
Ο συγγραφέας γενικά αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία και η ιστορία δεν είναι ούτε μόνο αισθητικά ούτε μόνο επιστημονικά θέματα. Και οι δύο εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την πολιτική, χωρίς η ίδια να παρεμβαίνει κατ’ ανάγκη ενεργά, την εθνική συνείδηση και την ιδεολογία… Κι έτσι, ενώ η λογοτεχνία τολμά να βάλει πιο βαθιά το μαχαίρι, η πολιτική-εθνική ματιά μετριάζει το τόλμημα και ανακόπτει την καλλιτεχνική εξέλιξη προς όφελος πιο ανώδυνων λύσεων. Τα διεθνικά θέματα χωρίζουν τους ανθρώπους ούτως ή άλλως, ειδικά στην «Πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» και όποια προσπάθεια και να γίνει από την τέχνη θα σκοντάψει στις ενδόμυχες αναστολές των αποδεκτών να δούνε την όποια αλήθεια –ιστορική ή μυθοπλαστική-, με αποτέλεσμα όλοι να αυτολογοκρινόμαστε και να διστάζουμε το άλμα της εθνικής και λογοτεχνικής αυτογνωσίας.
Στην αντίστοιχη Eurovision του τραγουδιού –ειδικά των τελευταίων χρόνων- αυτός που επικρατεί δεν είναι κατ’ ανάγκη ο καλύτερος τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός κ.λπ., αλλά ανάμεσα στους καλούς (;) ο επιτυχέστερα συμπλεκόμενος, αυτός που διαθέτει το καλύτερο promotion και κυρίως η χώρα, που θα συγκεντρώσει τους περισσότερους (περιστασιακούς ή μόνιμους) συμμάχους: οι βαλκανικές μεταξύ τους, οι γύρω από τη Βαλτική ομοίως, οι πρώην Σοβιετικές κ.ο.κ., με αποτέλεσμα οι ανάδελφοι Δυτικοί να μην πλασάρονται ποτέ σε καλές θέσεις.
Στην Balkanovision του Κούρτοβικ οι υποψηφιότητες, χωρίς να είναι πολέμιες, βλέπουν με ύποπτο βλέμμα το βιβλίο του άλλου. Η παλιά αντίθεση Ελλήνων και Τούρκων έχει παραμεριστεί και τη θέση της έχει πάρει η αντιπαράθεση των πρώτων με τους βόρειους γείτονές τους, όχι κατευθείαν με τους Βορειομακεδόνες αλλά με τους Βούλγαρους (ο Κούρτοβικ αποφεύγει να μπει στο κλίμα εθνικιστικών ή αντεθνικών αντεγκλήσεων με τη “Νέα Μακεδονία”).
Το βιβλίο της Βουλγάρας καλλονής και μοιραίας γυναίκας είναι εντέλει αυτό που εκφράζει τη σλαβική θέση για την ταυτότητα των κατοίκων της Μακεδονίας στους αδιευκρίνιστους χρόνους των αρχών του αιώνα και κατηγορεί την άλλη πλευρά (την ελληνική) για παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με το ελληνικό μυθιστόρημα… Ποιο είναι το καλύτερο ας το αφήσουμε στις άδηλες προθέσεις του συγγραφέα και στις ημι-έκδηλες του αφηγητή και ας κρατήσουμε το αποτέλεσμα, που δεν προέκυψε από την αισθητική αξία των έργων αλλά από τη σύναψη άτυπων συμμαχιών, ώστε να αποφευχθεί η τοποθέτηση των χειρών επί τον τύπον των ήλων. Το “νίπτω τα χείρας μου” αποτελεί εντέλει και τον γνώμονα κρίσης, ώστε να μη επιτραπούν τριβές αλλά και να μην επικρατήσουν εθνικιστικές ή αντεθνικές θέσεις, αμφότερες επικίνδυνες και ολισθηρές.
Ποιο πρόβλημα αφήνει περιθώρια για επιφυλάξεις; η εγκεφαλικότητα της εξέλιξης, χωρίς εμφανείς συναισθηματικές εμπλοκές, έστω κι αν εκδηλώθηκε η σχέση μεταξύ του Έλληνα κριτικού και της Βουλγάρας πρώην στριπτιζέζ και νυν μυθιστοριογράφου. Η σχέση αυτή επιχείρησε να εισαγάγει και τον ψυχολογικό παράγοντα στην αναγνωστική πρόσληψη και να θέσει το ζήτημα του ίδιου του προσώπου του συγγραφέα στην αξιολόγηση του έργου του, αλλά δεν κατάφερε να άρει την τακτοποιημένη φύση των υλικών, τη λογική κατασκευή του μύθου και την αίσθηση του αναγνώστη ότι διαβάζει ένα εργαστηριακό μυθιστόρημα, που, όπως υποστηρίζει η Κοτζιά, ταλαντεύεται χωρίς να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε πολλά μυθιστορηματικά είδη.
Τελικά, η αποτίμηση της λογοτεχνίας τόσο λόγω όσο και έργω γίνεται με λογικές διεργασίες, που, όσο κι αν συχνά πηγάζουν από βαθιά υποσυνείδητες έλξεις και απώσεις, καθορίζουν τη στάση μας, χωρίς να εκτιμούμε τη χαρά της ανάγνωσης και της ουσίας μιας βιωματικής σχέσης με το βιβλίο.

Πατριάρχης Φώτιος
ΥΓ. Δυστυχώς, ο Κούρτοβικ εκτός από συγγραφέας είναι και πρόσωπο και κριτικός. Και λέω δυστυχώς γιατί η κριτική και αναγνωστική κοινότητα, αντιμετώπισε το βιβλίο αναλόγως με τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές της προς τον άνθρωπο Κούρτοβικ. Κάποιοι τού επιτέθηκαν (με επιχειρήματα), κάποιοι άλλοι τον έγλειψαν (πάλι με επιχειρήματα) κι άλλοι αδιαφόρησαν (με ενδόμυχα, φαντάζομαι, επιχειρήματα!!!).

Friday, September 19, 2008

Φραπές με πάγο: Μαρλένα Πολιτοπούλου

Μαρλένα Πολιτοπούλου
“Δώδεκα θεοί τρεις φόνοι”
εκδόσεις Κέδρος
2005

Είπα να συνεχίσω την ενασχόληση με το αστυνομικό μυθιστόρημα όπως προέκυψε τον Αύγουστο, έστω κι αν πρόκειται για βιβλίο παλαιότερης εσοδείας. Πριν από τον Μαρή, καλοκαίρι και χαλάρωση, σε μια παραλία της Φολεγάνδρου δεν σου κάνει κέφι παρά να βυθιστείς σε ένα αστυνομικό, να σε παρασύρει ο ρυθμός και να ξεχαστείς. Και το βιβλίο της Πολιτοπούλου κρατάει το ενδιαφέρον και εφαρμόζει κατά γράμμα τη συνταγή της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας, με επιρροές από την Α. Κρίστι.
Ένας ανεξάρτητος ντετέκτιβ, που συνεργάζεται ωστόσο με την επίσημη αστυνομία, διεξάγει τις έρευνες για έναν φόνο, μια δολοφονία που φάνηκε στην αρχή καρδιακή προσβολή και τέλος άλλον έναν φόνο. Σκηνικό το Λουτράκι που διατηρεί τη χαμένη αίγλη των πλουσίων επισκεπτών του, δείχνει όμως και την κατιούσα πορεία του, ενώ το Καζίνο και τα Λουτρά εξακολουθούν να αποτελούν κέντρο κοσμοπολιτισμού. Η αντιστοιχία με την αρχαιοελληνική μυθολογία στήνει ένα μισοέξυπνο παιχνίδι εντυπώσεων, ενώ το πιο δυνατό σημείο του έργου είναι φυσικά η ψυχολογική εμβάθυνση στα πρόσωπα. Τα κίνητρα των φόνων είναι ψυχολογικά, είναι συναισθηματικά και αναδεικνύονται μέσα από τις ιδιοσυγκρασίες τους. Απωθημένα, μύχιες παρορμήσεις, φόβοι και καταπιεσμένες πτυχές της ψυχής αναδύονται και κινούν τα νήματα.
Το βιβλίο όμως ξεχνιέται εύκολα, γιατί δεν καινοτομεί σε σχέση με την κλασική γραμμή. Η απόλαυση τελειώνει με το πέρας της ανάγνωσης, γιατί δεν αφήνει το στίγμα του με κάτι που θα εξιτάρει, θα αιφνιδιάσει, θα συγκλονίσει τον αναγνώστη.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 14, 2008

Καφές του μπάτσου: Γιάννης Μαρής

Από την παραλογοτεχνία στη λογοτεχνία

Η σειρά του Βήματος με 24 έργα του Γιάννη Μαρή συντάσσεται απόλυτα με την αναβίωση του αστυνομικού μυθιστορήματος που το έβγαλε από τους πάγκους της παραλογοτεχνίας και το ενθρόνισε στα περίοπτα ράφια της λογοτεχνίας. Ο Γιάννης Μαρής πάντοτε αποτελούσε τον πατριάρχη του είδους με τους 50 τίτλους του μεταξύ 1953 και 1979. Βλέπω ότι πολλοί ασχολήθηκαν ξανά με τον Γιάννη Μαρή εξ αφορμής των τομιδίων του Βήματος:
tribes.wordpress.com/2008/08/26/maris,
vivliomania.blogspot.com/2008/09/blog-post_10.html,
Αυτές τις μέρες διάβασα:
1. Έγκλημα στο Κολωνάκι
2. Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη
3. Περιπέτεια στο Άγιο Όρος
4. Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα
5. Έγκλημα στα παρασκήνια
6. Επικίνδυνο καλοκαίρι
7. Αυστηρώς προσωπικό
8. Το χαμόγελο της Πυθίας
9. Αυτόπτης μάρτυς
10. Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν
11. Το χαμόγελο στης Σφίγγας

Τα χαρακτηριστικά της γραφής του δεν είναι καθόλου αμελητέα, παρά τις πολλές λογοτεχνικές του αδυναμίες (άχρωμη γλώσσα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, μανιέρα στις περιγραφές των μοιραίων γυναικών…). Και φυσικά στην εποχή του θεωρήθηκε παραλογοτεχνία γιατί δεν αξιοποίησε καθόλου τα διδάγματα του μοντερνισμού δεν ασχολήθηκε με τα ζητήματα που απασχόλησαν τον Έλληνα της μεταπολεμικής περιόδους και έδινε την εντύπωση πως το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με τον εαυτό του. Είναι συνάρτηση και σε ποιο κοινό απευθυνόταν...
Ωστόσο, σήμερα, αναδρομικά και σύμφωνα με την εποχή μας, βλέπουμε ότι δεν ήταν κακός συγγραφέας με δύο τα βασικότερα προτερήματα των έργων του: α) έξοχα προδιαγεγραμμένη πλοκή: καλοστημένη υπόθεση, μικρές και μεγάλες ανατροπές, σταδιακή ανάπτυξη της εξιχνίασης του γρίφου, λογική αλληλουχία και χωρίς κενά εξέλιξη των γεγονότων και β) ψυχολογική εμβάθυνση σε κίνητρα και στόχους των προσώπων: φυσικά ο δεν-μου-γεμίζει-το-μάτι αστυνόμος Μπέκας που ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει αλλά και οι ύποπτοι διαγράφονται με επιμονή στις λεπτομέρειες και στην ψυχοσύνθεσή τους που τους οδηγεί στη μία ή στην άλλη κίνηση.
Παράκληση: βάλθηκα να βρω εσωτερικές ενδείξεις χρονολόγησης των μυθιστορημάτων του και βρήκα όντως σε 3-4 από αυτά. Αν κανείς ξέρει πού (κάποιο άρθρο, κανένα αφιέρωμα κ.λπ.) μπορώ να βρω τις χρονολογίες πρώτης έκδοσής τους, παρακαλώ να με ενημερώσει.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, September 12, 2008

Αμερικάνικος καφές: Κώστας Λογαράς

Κώστας Λογαράς
“Ερημιά στο βλέμμα τους”
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2008


Το θέμα της μετανάστευσης και της νοσταλγίας για την πατρίδα αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου. Ο μετανάστης που γυρίζει στην Ελλάδα και πιο πολύ με την καρδιά παρά με τη λογική, πιο πολύ με τη μνήμη παρά με την επιβεβαίωση όσων γνωρίζει ξαναβλέπει το χωριό του και αναπόδραστα συγκρίνει με το παρελθόν. Ένας απολογισμός ζωής…
Σήμερα στην «Ελευθεροτυπία» (Βιβλιοθήκη) η Χουζούρη (όπως συνήθως) καταπιάστηκε με το βιβλίο λες και είναι ένα ακόμα αριστούργημα. Εξυμνεί την ποιητική διάσταση του κειμένου, παρόλο που κατά τη γνώμη μου αυτή η ποιητικότητα επιβραδύνει την εξέλιξη και βαλτώνει την προσοχή του αναγνώστη· προβάλλει το συναίσθημα του νόστου και δικαίως, αν και δεν μεταφέρεται στον αναγνώστη παρά μόνο ως απόηχος μιας χαμένης αίσθησης· Κι αυτή η καταληκτήρια εντύπωση “καλοφτιαγμένο μυθιστόρημα” δε στέκει παρά μόνο ως πρόθεση και ως ύφος. Αλλά μυθιστόρημα δεν είναι αυτή η λιμνάζουσα αναπόληση…
Είναι αυτή η τάση της πεζογραφίας μας να ποιητικίζει χάνοντας με αυτόν τον τρόπο την πλοκή, τους χαρακτήρες, τις εξωτερικές συγκρούσεις, τις κρίσιμες καμπές, τις ανατροπές κ.λπ.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, September 09, 2008

Χυμός 3 εσπεριδοειδή: είμαστε μαζόχες;

Απόλαυση και λογοτεχνία



1. Νεαρός (ετών 19, μακρύ παντελόνι μπάσκετ, κουρεμένο κεφάλι, μικρό σκουλαρίκι στο αυτί, σπιρτόζικο βλέμμα): σιγά μη διαβάζω στον ελεύθερο χρόνο μου. Δεν πάω στο γήπεδο καλύτερα ή δεν παίζω κάνα ηλεκτρονικό;
2. Νεαρά (ετών 17, παντελόνι τζιν, κοντό μπλουζάκι που αφήνει τον ομφαλό τη ελεύθερο, κατσαρό μαλλί, ελαφρό τραύλισμα): σιγά μην ξοδέψω το χαρτζιλίκι μου για βιβλία. Δεν αγοράζω καλύτερα ρούχα;
3. Κύριος (ετών 68, φαλάκρα, μικρό μουστάκι, μπόλικη κοιλιά, δέρμα μαυρισμένο από τον ήλιο της ελληνικής υπαίθρου): μου έφεραν δώρο ένα βιβλίο. Εδώ δεν διαβάζω εφημερίδα, θα διαβάσω βιβλίο; Λίγη τηλεόραση, κάνα ταβλάκι, κουβεντούλα στο καφενείο…

Οι περιπτώσεις θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν. Ο κόσμος θεωρεί το βιβλίο ψυχαγωγία κυριλέ, για φλώρους, για τους κουλτουριάρηδες. Και φυσικά καθόλου απολαυστικό ώστε να παρακινηθεί να το διαβάσει.
Κι εμείς, οι “ταγμένοι” να το κυνηγάμε και να γεμίζουμε μ’ αυτό τον ελεύθερο χρόνο μας, είμαστε μαζόχες; Μας αρέσει το βιβλίο; Το κάνουμε γιατί έτσι μεγαλώσαμε; Βρίσκουμε χαρά στην ανάγνωσή του ή την αναζητούμε και μας προκύπτει μια φορά στις 10· αλλά γι’ αυτήν ακριβώς τη μία φορά, διαβάζουμε με προσμονή πολλά άλλα; Το υπαγορεύει η παιδεία μας; Είμαστε δυνάμει συγγραφείς; Είναι μανία…;
Κι από την άλλη: είναι το καλό βιβλίο και απολαυστικό; Απολαυστικά είναι τα μπεστ-σέλλερ (γι’ αυτό άλλωστε έχουν πέραση), απολαυστικά είναι τα αστυνομικά (στα οποία η αναζήτηση του τέλους προκαλεί ενδιαφέρον), απολαυστικά είναι τα περιπετειώδη κ.λπ.
Και τα καλά βιβλία (όχι πως δεν βρίσκουμε στις παραπάνω κατηγορίες καλά βιβλία); Πολλά είναι βαριά, δύστροπα, στοχαστικά και αφηγηματικά ασήκωτα. Κι όμως σπεύδουμε να πούμε τι φοβερή γραφή, τι εξαίρετη πλοκή, τι καλοδουλεμένη γλώσσα. Ναι έτσι είναι. ΑΛΛΑ: απολαύσαμε την ανάγνωση με την καρδιά μας ή ξερά είπαμε με τη λογική “είναι ποιοτικό, άρα πρέπει να πω (στον εαυτό μου πρώτα) ότι μου άρεσε”;

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 07, 2008

Black coffee: Μαρία Σούμπερτ

Μαρία Σούμπερτ
“Η Ρόζα στη μέση”
εκδόσεις μελάνι
2008


Η υπόθεση αφορά έναν υποψήφιο συγγραφέα, μεγάλο ταλέντο, μελλοντικό Νόμπελ, αγλάισμα της ελληνικής πεζογραφίας. Με ένα μόνο ελάττωμα: δεν έχει γράψει ούτε μία αράδα. Ψάχνει επομένως να βρει το θέμα με το οποίο θα μεγαλουργήσει, ξεσπιτώνεται και ζει άστεγος για να βιώσει το δράμα του δρόμου, αναζήτησε σατανιστές, ακολούθησε ανθρώπους που ίσως είχαν κάποιο ενδιαφέρον, βρέθηκε στο νοσοκομείο, και γενικά αναζητούσε όποια περιπέτεια, τραγική ή κωμική, θα τον έβγαζε από το αδιέξοδο της α-γραφίας.
Η Σούμπερτ έπιασε το θέμα από δύο πλευρές αλληλεξαρτώμενες: αφενός την κωμική που γελά με τα χάλια του ήρωά της, που εκκωμικεύει την αναζήτηση της πρωτοτυπίας και του καινοφανούς θέματος και αφετέρου τη σατιρική, που ξεμπροστιάζει τα ψώνια-wannabe συγγραφείς που πιστεύουν ότι είναι ταλέντα χωρίς να έχουν ασχοληθεί σοβαρά με το γράψιμο ή παρατηρούν τη ζωή για να αρμέξουν το πρωτόφαντο θέμα με το οποίο θα κάνουν επιτυχία.
Γιατί δεν τα κατάφερε; Γιατί άφησε τον αναγνώστη να παρακολουθεί μια σπονδυλωτή ζωή χωρίς ειρμό, χωρίς ο άξονας «θέλω να γίνω συγγραφέας» να αρκεί για να ενώσει τα επιμέρους επεισόδια. Από την άλλη, κανείς δεν γελά, το χιούμορ δεν ξεχειλίζει (μού φαίνεται βέβαια πως δεν επιδιώχθηκε κάτι τέτοιο), αλλά παράλληλα κανείς δεν στοχάζεται βαθύτερα για το φαινόμενο της γραφής και της μετουσίωσης της ζωής σε κείμενο.
Υ.Γ. Σε παρουσίαση της Βιβλιοθήκης (5/9/2008) εμφανίζουν το βιβλίο ως συλλογή 11 διηγημάτων! Απορώ και εξίσταμαι...

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, September 03, 2008

Καπουτσίνο με σαντιγύ και κανέλα: Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
“Το παραμύθι του ύπνου”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2008


Ο Παν. Χατζημωυσιάδης είναι συμπαθής ιστολογική παρουσία και γι’ αυτό ίσως η γνώμη μου για το τελευταίο βιβλίο του δεν θα είναι αντικειμενική. Επειδή όμως έχω να κάνω και αρνητικά σχόλια, πιστεύω ότι κράτησα σε κάποιο επαρκή βαθμό την κριτική μου αντικειμενικότητα.
Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας ξέρει να γράφει. Τι εννοώ μ’ αυτό; Ότι γνωρίζει να κρατάει τη γλώσσα στο επίπεδο που να υπηρετεί το ύφος και την καθαρότητα της αφήγησης. Φυσικά στο προηγούμενο έργο του “Καλά μόνο να βρεις”, χάρη στην υφολογική ποικιλία, αυτό φαινόταν καλύτερα, αλλά κι εδώ η γλώσσα του δεν προκαλεί δυσχέρειες, δεν αφήνει κενά, δεν φαίνεται εκκρεμής.
Από την άλλη, ο ήρωάς(;) του, μετεωρολόγος στο επάγγελμα, ενσαρκώνει τον μέσο Έλληνα, που αφενός επιθυμεί να στήσει τη μικροαστική ζωούλα του με όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο, αφετέρου το επιδιώκει μέσα από καθόλα ανεκτές (νόμιμες) διεργασίες, οι οποίες ωστόσο φτάνουν στα όρια ενός ανδρικού σεξισμού και την επιβεβαίωση των ανδρικών στερεοτύπων για την επικράτηση του ισχυρού φύλου. Το αποτέλεσμα είναι σταδιακά –κι αυτό καταλογίζεται στα συν του έργου- να αποκαλυφθούν τα ρήγματα που σείουν τη ζωή του, που αποσταθεροποιούν τον καλοβολεμένο μέχρι ενός σημείου βίο του, ως την τελική διάλυση της οικογένειάς του και την αδιαφορία για τη σταδιοδρομία πάνω στην οποία είχε στηρίξει πάρα πολλά. Στην όλη του ιδεολογία το βιβλίο μού θύμισε το «Ψαράκι της γυάλας» του Μ. Χάκκα, με άλλη φυσικά ανάπτυξη της ιστορίας.
Το πρόβλημα –βασικό στη συνείδησή μου που ωστόσο δεν έκανε το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον να καταρρεύσει- έγκειται στην απουσία στοιχείων που να κάνουν τον αναγνώστη να κλειστεί στον κόσμο του βιβλίου και να απολαύσει το έργο. Θα μου πεις: η υψηλή λογοτεχνία δεν είναι και απολαυστική. Ναι (;) αλλά υπάρχουν συναισθηματικά, λογικά, αισθητικά ή άλλα σημεία που αφήνουν τον αναγνώστη σε ένα αναγνωστικό τραμπάλισμα, πέρα από τις όποιες ιδέες αποκομίζει από το κείμενο.

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, September 01, 2008

Καφές από καλαμπόκι: Τάκης Εμμανουήλ

Τάκης Εμμανουήλ
“Η έβδομη φωτογραφία”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2007


Είδα κάπου μέσα στο καλοκαίρι σε μια εφημερίδα την παρουσίασή του. Το διάβασα και …περίμενα πώς και πώς να τελειώσει… Από ανία!
Ξεκινά ως πολιτικό θρίλερ και συνεχίζεται ως ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Η κόρη ενός από αυτούς ψάχνει τα ίχνη του πατέρα της συζητώντας σε μια σκυταλοδρομία με έναν έναν όσους τον έζησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Αν γράφτηκε ως κατάθεση τιμής σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ΟΚ. Αν όμως γράφτηκε ως λογοτεχνικό έργο με αξιώσεις, απέτυχε πλήρως. Δεν συζητάω για μοντερνισμούς, καινοτομίες και άλλες αφηγηματικές πρωτοπορίες. Δεν μου έβγαλε ούτε συγκίνηση, ούτε ενδιαφέρον, ιστορική περιέργεια, αστυνομικό σασπένς, πολιτική αγωνία κ.λπ. Τίποτα. Δεν ανάπλασα ως αναγνώστης ατμόσφαιρα, δεν βρήκα ανθρώπινο μεγαλείο ή παρακμή. Δεν βρήκα ούτε το κουράγιο να παρακολουθήσω επισταμένως σε κάθε σελίδα τις σχοινοτενείς αφηγήσεις που οδηγούσαν την ηρωίδα στα τελευταία προπολεμικά χρόνια. Εν γένει χαμένες αναγνωστικές ώρες.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, August 29, 2008

Frappe της χαλάρωσης: Γιώργος Δενδρινός

Γιώργος Δενδρινός
“Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα”
εκδόσεις Κέδρος
2008


Εδώ στην Ελλάδα η κωμική, σατιρική, χιουμοριστική κ.λπ. λογοτεχνία θεωρείται εν γένει α-σόβαρη και ως εκ τούτου ανάξια λόγου. Κι όμως στη χώρα του Αριστοφάνη καυστικές πένες, οι οποίες όχι μόνο σατιρίζουν αλλά και με το χιούμορ καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα, έχουν να επιδείξουν τουλάχιστον δύο αιώνες ζωής. Έψαξα να θυμηθώ τέτοιες περιπτώσεις στην πεζογραφία μας:
1 και 2. Φυσικά ο Ροΐδης και ο Λασκαράτος, που άφησαν έξοχα κείμενα χιουμοριστικής ευρηματικότητας και γλωσσικής μαεστρίας.
3. Μετά την εποχή της φαναριώτικης σοβαροφάνειας ο νους μου πηγαίνει στον Σκαρίμπα και την παραισθησιογόνο πένα του, που σατιρίζει και αυτοσαρκάζεται πολλάκις.
4. Φυσικά ο Τσιφόρος που άφησε δείγματα λαϊκού λόγου, ποικιλμένου με τις διάφορες ιδιολέκτους της πιάτσας. Η νεοελληνική πραγματικότητα από κάτω.
5. Πιο πρόσφατα ο Κουνενής με το “Ω του θαύματος”, ένα κείμενο που κρίνει τα της εκκλησίας με μπρίο και γούστο. Φυσικά δεν μιλάει για μένα!!

6. Τελευταίος καρπός το βιβλίο του Δενδρινού που σαρώνει το σύστημα υγείας με μικρά κεφάλαια σε αλυσίδα γεγονότων από τη ζωή ενός γιατρού. Ο αναγνώστης γελά και προβληματίζεται, μειδιά και ξαναβλέπει γνωστά συμπτώματα με άλλο μάτι.
Το μυθιστόρημα έχει ως βασικό άξονα την πορεία του αφηγητή-πρωταγωνιστή στα δημόσια νοσηλευτήρια από τότε που ξεκίνησε ως ειδικευόμενος μέχρι να τα παρατήσει απηυδισμένος. Ποικίλα ευτράπελα τα οποία στην ουσία είναι τραγελαφικά, άλλα γεγονότα με εμφανή την κωμική τους πλευρά, συμβάντα που φαίνονται αστεία παρελαύνουν σε ένα χαλαρό στη δομή αφήγημα. Όσο αφορά στα πρόσωπα του έργου, φυσικά δεν μιλάμε για χαρακτήρες αλλά για ανθρώπινους τύπους: ο αυστηρός διευθυντής, ο γυναικάς γιατρός, οι άπειρες περιπτωσάρες ασθενών κ.ά.
Πολλές φορές είχα την εντύπωση πως όλη η απελπιστική κατάσταση στα νοσοκομεία, έτσι όπως παρουσιάζεται χαλαρά και αστεία, ανώδυνη εν πολλοίς και επιφανειακή, δεν αφήνει βαθύτερα σημάδια προβληματισμού και ευαισθητοποίησης. Περνάμε καλά αλλά δεν στεκόμαστε στα χάλια μας… Όσο προχωρούσε η ανάγνωση, άλλαζα γνώμη. Όχι ότι περιοριζόταν η εκκωμίκευση της νοσοκομειακής ζωής, αλλά βάθαινε και η σοβαρή-τραγική πλευρά της, με αποτέλεσμα να μένει ζωντανός ο προβληματισμός και ο στοχασμός.
Βασικό ωστόσο μειονέκτημα του όλοι εγχειρήματος είναι η απουσία βασικών προβλημάτων, από τα οποία άλλα θίγονται επιδερμικά κι άλλα προσπερνιούνται εν τάχει. Ενδεικτικά μού έρχονται στο νου το φακελάκι και ο εξευτελισμός του ασθενή (κάτι λίγο λέγεται σχετικά), τα ράντζα, οι ευθύνες των ιατρών όχι από άγνοια αλλά από αδιαφορία και γενικά θέματα που άπτονται του ιατρικού δημοσιοϋπαλληλισμού και της χρησιμοθηρικής τους νοοτροπίας. Σ’ αυτό το σημείο ο Δενδρινός φάνηκε να μην βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο, αλλά να προσπερνάει αβρόχοις ποσί το καυτό αυτό θέμα…

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, August 25, 2008

Ε π ά ν ο δ ο ς

Ζητώ συγγνώμη που δεν ήμουν στο καφενεδάκι μας τη 18η Αυγούστου, όπως είχα υποσχεθεί. Είχα όμως προβλήματα με τη μικρή μου κόρη και ήμουν όλη την εβδομάδα στα νοσοκομεία. Ένα αλλεργικό σοκ... Τώρα όμως είναι μια χαρά κι έτσι επέστρεψε και η διάθεση όλων μας στην καλοκαιρινή νηνεμία της Φολεγάνδρου.

Χάρη στην ηρεμία του νησιού και εξαιτίας της αναμονής στο νοσοκομείο, έχω δύο σειρές αναγνώσεων: τη νηφάλια και την εναγώνια. Θα γράψω ίσως κάποια στιγμή τι εστί ανάγνωση στο διάδρομο του νοσοκομείου.

Προς το παρόν
καλό φθινόπωρο
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 25, 2008

Δ ι α κ ο π έ ς

Κλειστόν λόγω... διακοπώνΑρχίζει σήμερα η άδεια - κλείνει για λίγες εβδομάδες το Βιβλιοκαφέ. Μεταφερόμαστε στη ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟ για τα μπάνια μας (θα με δείτε σε καμιά παραλία να διαβάζω). Έπειτα στο χωριό πάνω στην ΠΙΝΔΟ μέχρι τις 17 Αυγούστου, οπότε γυρίζουμε στο χλωμόν ...άστυ.

Εύχομαι σε όλους καλές διακοπές και πολλά βιβλία που θα σας συντροφεύουν.


Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, July 22, 2008

Καφές ελληνικός: Λύο Καλοβυρνάς

Λύο Καλοβυρνάς
"Στα πρόθυρα γραμματικής κλίσης"
Εκδόσεις IntroBooks
2007



Ψάχνω να βρω έργα που να έχουν ως θέμα την ίδια τη γλώσσα. Απαριθμώ όπως παρελαύνουν στο μυαλό μου:
- Δ. Βυζάντιος, "Βαβυλωνία"
- Β. Αλεξάκης, "Η μητρική γλώσσα"
- Β. Αλεξάκης, "Οι ξένες λέξεις"
Δεν ξέρω αν είναι παράδοξο σε μια χώρα που ανδρώθηκε με τον γλωσσικό διχασμό να μην υπάρχουν έργα (λογοτεχνικά και όχι θεωρητικά όπως λ.χ. ο "Διάλογος" του Σολωμού) που να εστιάζουν στην ίδια τη γλώσσα.
Ο Καλοβυρνάς, μεταφραστής με γλωσσ(ολογικ)ές ανησυχίες, αναφέρεται στον γλωσσικό ρατσισμό που υφίστανται οι ξένες λέξεις. Η ιστορία του είναι πρωτότυπη, καθώς αφενός οι λέξεις υποστασιοποιούνται και μιλάνε στους ανθρώπους μέσω των μηχανημάτων και αφετέρου όσες από αυτές προέρχονται από την αλλοδαπή απεργούν σαν εργάτες που δεν πληρώνονται καλά. Έτσι, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν σφοδρά προβλήματα έκφρασης, αφού παρά πολλές λέξεις, ακόμα και μερικές που δεν φαίνονται γιατί έχουν εξελληνιστεί, είναι ξενικής προέλευσης.
Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις ζωές δέκα ανθρώπων και αποδεικνύει ότι τα προβλήματα στις σχέσεις τους είναι συχνά προβλήματα έκφρασης, επικοινωνίας και εντέλει γλωσσικής επαφής. Λείπει από τη ζωή τους η γνησιότητα, η ειλικρίνεια, ο αυθορμητισμός, η άνεση να ανοιχτούν και να εκφράσουν τα ουσιαστικά τους θέλω· το αποτέλεσμα είναι, όταν συνειδητοποιήσουν την κατάστασή τους, να επιχειρήσουν να αποδεσμευτούν από τη στασιμότητα που τους εγκλωβίζει και να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους.
Δύο επιφυλάξεις: 1) η αυθυπαρξία των λέξεων εμφανίζεται σαν μια ρεαλιστική συνθήκη, ενώ από παντού ξεχειλίζει μια λανθάνουσα σατιρική διάθεση που δεν αφήνεται να ξεπηδήσει και 2) η ισότητα των λέξεων μπορεί να ισχυροποιεί τη σημασία και των ξένων λέξεων, οι οποίες πράγματι δεν αλλοιώνουν ούτε φθείρουν τη γλώσσα, αλλά αγνοεί την κοινωνιολεκτική τους αξία, αφού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν πάντα στο ίδιο περιβάλλον με τη δόκιμη ελληνική (ούτε φυσικά και το αντίθετο).

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, July 19, 2008

Βυζαντινός καφές με φουσκάλες: Μαριάννα Κορομηλά

Μαριάννα Κορομηλά
“Η Μαρία των Μογγόλων”
εκδόσεις Πατάκη
2008


Πολυσυζητημένο βιβλίο και αν δεν κάνω λάθος για κάποιο καιρό στη λίστα των ευπώλητων. Κείμενο που χαιρετίστηκε με ευμενή σχόλια από ειδικούς και από το κοινό, κείμενο που χωρίς να είναι λογοτεχνία διαβάζεται άνετα, διαβάζεται με ρυθμό και με απόλαυση τέτοια που δεν βρίσκει κανείς εύκολα σε αμιγώς λογοτεχνικά κείμενα.
Τι είναι το έργο αυτό; Είναι αυτοβιογραφία μιας ιστορικού που εξηγεί τη ζωή και το έργο της; Είναι δοκίμιο περί ιστορίας γραμμένο με τους όρους της αφήγησης και της καθημερινής κουβέντας; Είναι βιογραφία της Μαρίας, κόρης Βυζαντινού αυτοκράτορα που θυσιάστηκε στη διπλωματική σκακιέρα, καθώς αναγκάστηκε να παντρευτεί τον Μογγόλο Χάν; Είναι όλα αυτά και τίποτα μεμονωμένο, καθώς η Κορομηλά καταφέρνει να συνδυάσει χωρίς να νοθεύσει τα παραπάνω είδη.
Ο αναγνώστης μαγεύεται από τα καθαρά ελληνικά της· από τον εύρυθμο λόγο της που είναι καίριος και σαφής, που εξηγεί χωρίς να φορτώνει, που αφηγείται χωρίς να φλυαρεί. Ο αναγνώστης μαγεύεται από την ιστορική έρευνα που ξεδιπλώνεται σαν περιπέτεια δράσης και θεωρίας, από τα βιβλία και τις πηγές στην επιτόπια εξέταση και ξανά πίσω στα κιτάπια. Ο αναγνώστης θέλγεται από τη γεωγραφία εδαφών που διατηρούν ακόμα την εξωτική αίγλη της Μέσης Ανατολής. Ο αναγνώστης ξαναβλέπει το Βυζάντιο και το πλησιάζει με θέρμη σαν μια εποχή που κρατάει την ανθρωπιά των απλών ανθρώπων δίπλα στις μηχανορραφίες των επισήμων. Ο αναγνώστης πηγαινοέρχεται από τη Μαρία των Μογγόλων στη Μαριάννα Κορομηλά κι από το παρόν στο παρελθόν.
Διαβάζω όσα έχουν γραφεί γι’ αυτό το αριστούργημα της γραφής και της αφήγησης. Κριτικοί, δημοσιογράφοι και ιστολόγοι έσκυψαν πάνω του με θαλπωρή, αγάπησαν την ιστορία μέσα από την αφήγηση, ακόμα κι αν βρήκαν κενά και ατέλειες. Ερανίζομαι λίγα και καλά:
- Δημήτρης Χουλιαράκης (Το Βήμα, 30.3.2008) [http://www.tovima.gr/print_article.php?e=B&f=15322&m=S03&aa=1]: η Κορομηλά μεταφέρει τον αναγνώστη στα καραβάνια της Μέσης Ανατολής, συνδέει τη ζωή της με τη Μαρία και παρουσιάζει τη θυσία της Μαρίας Παλαιολογίνας με τη μυθική Ιφιγένεια.
- Κατερίνα Σχινά (Ελευθεροτυπία, 18.4.2008)
[http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=18/04/2008&id=86234016,93993248,5513696,13416288 ]:
“Διαβάζοντας το συναρπαστικό βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου: να πώς πρέπει να γράφεται η Ιστορία. Σαν μια αναστοχασμένη αναπαράσταση, όπου το αναπαριστών υποκείμενο εμπλέκεται επί ίσοις όροις με τα ιστορικά πρόσωπα στην πολυπλόκαμη σκηνογραφία· σαν μια αφήγηση, μια κατασκευή, που φέρει, εμφανή, τα σημάδια της αρμολόγησής της και επιδεικνύει, γυμνά και αφτιασίδωτα, τα υλικά της.”
“Η «Μαρία των Μογγόλων» της Μαριάννας Κορομηλά είναι πολλά πράγματα μαζί: πρώτα μια ιδιότυπη αυτοβιογραφία, μια αναδρομή στα γιατί και τα πώς των εμμονών της, της αγάπης της για την ιστορία, τη γεωγραφία και την περιπλάνηση· ύστερα, ένας στοχασμός πάνω στο έργο του ιστορικού· τέλος, ένα όμορφο ιστορικό παραμύθι, η ιστορία της Μαρίας Κομνηνής Παλαιολογίνας Διπλοβατάτζινας,”
- Lifo [http://www.lifo.gr/content/x21/142.html?theme] (20.4.2008):
“Στο βιβλίο της, το πάθος της για τη μοσχαναθρεμμένη αρχοντοπούλα που δόθηκε πεσκέσι στους βαρβάρους φωτίζει ένα ακόμα ιστορικό έλλειμμα, τη συνήθεια των ανδρείων που γράφουν την ιστορία να αποσιωπούν, ως ανάξια λόγου, όσα έζησαν ή πρόσφεραν οι ανώνυμες, αθέατες και εξόριστες γυναίκες της Ιστορίας.”
- waxtablets/blogspot.com [http://waxtablets.blogspot.com/2008_04_01_archive.html] (29.4.2008):
Η Κορομηλά “απεικονίζει τις σκηνές από τη Βυζαντινή ιστορία σε ένα οικείο τοπίο του Πηλίου το οποίο καθιστά τοπίο μνήμης. Αυτό το κάνει συναρμόζοντας και φέρνοντας σε αντιστοιχία το χρόνο του βηματισμού της βγαίνοντας από το σπίτι αφ΄ ενός, και τον ιστορικό χρόνο με τον οποίο ρέουν τα γεγονότα αφ’ ετέρου.”
- Δημήτρης Αθηνάκης[http://athinakisdimitris.wordpress.com/2008/05/01] (1.5.2008):
“Η Κορομηλά, έχοντας ήδη δώσει δείγματα του λόγου της, του έντονου και πολλές φορές δογματικού της τρόπου απόδοσης γνώμης, παρουσιάζει εαυτόν ως ένα πρόσωπο που μάχεται καθημερινά με την αλήθεια του, που παλεύει, εκών άκων, με το πάθος, που τελικά δεν προσπαθεί να κατευνάσει, αλλά μάλλον να διατηρήσει άσβεστο και, ίσως, να προσπαθήσει να το κατατάξει στο απαθές παροντικό της περιβάλλον – ιστορικό, κοινωνικό ή άλλο.”
- Μάνος Κοντολέων [http://manoskontoleon2.blogspot.com/2008/05/blog-post_12.html] (12.5.2008):
“Στην ουσία επιχειρεί μια μείξη του παρελθόντος με το παρόν και αυτό το κάνει μέσα από ένα ιδιαιτέρως επιτυχημένο συγγραφικό εύρημα.Φέρνει στην επιφάνεια τόσο της ιστορικής έρευνας, όσο και της συναισθηματικής φόρτισης μια πριγκίπισσα του Βυζαντίου … Αφήγημα πλούσιο σε πληροφορίες, μεστό σε κριτικές επισημάνσεις, γραμμένο με την αμεσότητα μιας σχεδόν προφορικής ροής.Κι γι αυτό μπορεί να αγγίζει τον μέσο σημερινό αναγνώστη, που με έκπληξή του θα ‘πιάσει’ τον εαυτό του να αναζητά κι αυτός τα ίχνη της χαμένης πριγκίπισσας”
- Ελισάβετ Κοτζιά [http://www.ekathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_25/05/2008_270903] (25.5.2008):
“Με το που θα το ανοίξουμε, το αφήγημα της Μαριάννας Κορομηλά «Μαρία των Μογγόλων» … μας καθηλώνει. Διότι με εξαιρετική τέχνη και ζωντάνια η συγγραφέας κάνει να ξεπηδήσει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, η θυελλώδης προσωπικότητά της - μια συναρπαστική φυσιογνωμία που έχοντας συστηματικά γυρίσει τις πλάτες σε όλες τις εκπαιδευτικές συμβάσεις κατόρθωσε να μετουσιώσει τον πόθο για την απόκτηση γνώσεων σε μια παθιασμένη διά βίου ενασχόληση που της εξασφαλίζει ταυτόχρονα τα προς το ζην. Η αγάπη για την περιπλάνηση, η δίψα για την έρευνα, το πάθος για την αυτοψία, ο πόθος για τη διάνοιξη καινούργιων δρόμων, η περιφρόνηση για την άνεση, ο σεβασμός για το μικρό, το περιθωριακό και το ταπεινό, την οδήγησαν στο να διαμορφώσει έναν ολοκληρωμένο τρόπο ζωής - μια ιδιάζουσα μέθοδο μάθησης και μια ιδιαίτερη αίσθηση συνείδησης όπου ο πνευματικός και ο συναισθηματικός κόσμος εμπλουτίζονται όχι τόσο μέσα από τις τυπωμένες σελίδες, όσο μέσα από τη ζωντανή παρουσία του φυσικού χώρου, του ανθρώπινου παράγοντα και του ίχνους που αφήνει πίσω του στη διάρκεια του χρόνου.” Και κάποιες επιφυλάξεις: “στις πρώτες σελίδες, η συγγραφέας μάς είχε διαβεβαιώσει ότι σκόπευε να μείνει μακριά από «την κατασκευασμένη συνέχεια των εθνικών μας ιδεοληψιών». … Αναρωτιόμαστε επομένως: τι εννοεί όταν μιλά για τις «από χιλιετίες ελληνικές δραστηριότητες που έχουν μετατρέψει το άξενο σε εύξεινο» και για τους «Ελληνες από την εποχή του χαλκού μέχρι τον 20ό αιώνα»; Σε τι ακριβώς διαφέρει από τη ρητορική δημιουργία του βολικού εθνικού μας κουκουλιού μέσα στο οποίο καταφεύγουμε; Διότι υλικό για να το πλέξει υπάρχει άφθονο. Μερικές επιτυχημένες ραφές και ο τραυματικός χαρακτήρας των εθνικών μας αποτυχιών ως διά μαγείας μεταμορφώνεται στο παρηγορητικό σχήμα της διαχρονίας («οι Ελληνες από αρχαιοτάτων χρόνων») και στο εξίσου δραστικό ιδεολόγημα του ακατάβλητου δαιμονίου της φυλής («οι Ελληνες απανταχού της γης»).”
- anagnosi.blogspot.com
[http://anagnosi.blogspot.com/2008/06/blog-post.html] (12.6.2008):
“Όπως επισημαίνει και η ίδια, δεν επιδιώκει αλλά δεν έχει και τη δυνατότητα -ούτε ίσως την ικανότητα- ν’ αποδώσει μυθιστορηματικά τη ζωή της ηρωίδας της. Το βιβλίο αποτελεί μια περιήγηση στην ιστορία του 13ου αι., με ολοφάνερη την παρουσία της ερευνήτριας και της υποκειμενικότητάς της, με λεπτομέρειες ημερολογίου· ένας εσωτερικός μονόλογος σε ελαφρώς δημοσιογραφικό και αυτάρεσκο ύφος.” Και μερικές άλλες ενστάσεις: “η παρουσία της συγγραφέως είναι πολύ έντονη, κατά τη γνώμη μου παραπάνω απ’ όσο θα’ πρεπε. Οι συνεχείς αναφορές σε μνήμες της είναι κουραστικές και φλύαρες πολλές φορές. Δε διστάζει να παραθέτει όλες της τις σκέψεις, αλλά και δικές της προσωπικές στιγμές σε βαθμό που κουράζει. Απ’ την αρχή του βιβλίου μας δίνει να καταλάβουμε ότι ένα είδος πνευματικής συγγένειας την έφερε κοντά στη Μαρία των Μογγόλων. Κατά τη γνώμη μου δε διαφαίνεται αυτός ο βαθύτερος δεσμός, δε δικαιολογείται αυτή η ταύτιση”.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, July 15, 2008

Φραπουτσίνο: Ελληνικά εγκλήματα 2

“Ελληνικά εγκλήματα 2”
επιμ. Ανταίος Χρυσοστομίδης
εκδόσεις Καστανιώτης
2008


Δεύτερο βιβλίο της σειράς που επιμελείται ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και αποτελείται από 13 αστυνομικά διηγήματα ισάριθμων συγγραφέων. Καταρχάς, δείτε τη σύνθεση των δύο τόμων [Ελληνικά Εγκλήματα Ι (2007) και Ελληνικά Εγκλήματα ΙΙ (2008)]:

Αγαπητός Παναγιώτης ΙΙ
Αποστολίδης Ανδρέας Ι ΙΙ
Γκάκας Σέργιος ΙΙ
Δανέλλη Τιτίνα Ι ΙΙ
Κακούρη Αθηνά Ι ΙΙ
Κατσουλάρης Κώστας ΙΙ
Κυριακόπουλος Κώστας Ι
Λύκαρης Ιερώνυμος ΙΙ
Μαμαλούκας Δημήτρης Ι
Μάρκαρης Πέτρος Ι ΙΙ
Μαρτινίδης Πέτρος Ι ΙΙ
Μιχαηλίδης Τεύκρος ΙΙ
Μιχαλοπούλου Αμάντα ΙΙ
Μπράμος Γιώργος Ι
Πιμπλής Μανώλης ΙΙ
Πολιτοπούλου Μαρλένα Ι
Φίλιππος Φιλίππου Ι ΙΙ

Ας περιδιαβούμε σε όσα κάτι έχουν να πούνε:
-Σέργιος Γκάκας: η ιστορία του δεν είναι αστυνομική, αφού δεν αναρωτιόμαστε ποιος διέπραξε την έκνομη πράξη.
-Τεύκρος Μιχαηλίδης: ο συγγραφέας κινείται στον προσφιλή του συνδυασμό λογοτεχνίας και μαθηματικών και με έξυπνο τρόπο αποκαλύπτεται ο ένοχος. Ο τελευταίος ωστόσο δεν συλλαμβάνεται και δεν τιμωρείται (κάτι που αποτελεί τάση και σε άλλα σύγχρονα αστυνομικά), ενώ η ανθρωπιστική διάσταση του τέλους κάνει τον αναγνώστη να ξαναδεί το έγκλημα με άλλο μάτι.
-Αθηνά Κακούρη: κλασική πένα γράφει ένα ψυχολογικό διήγημα με έξυπνο τέλος. Στην ίδια γραμμή με τον Μιχαηλίδη επισημαίνει την περίπτωση δικαιολόγησης της αυτοδικίας.
-Κώστας Κατσουλάρης: ξεφεύγει από τα παραδοσιακά πρότυπα, καθώς περιγράφει εν τη εξελίξει της μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας.
-Παναγιώτης Αγαπητός: αστυνομικό διήγημα σε ιστορικό πλαίσιο (Βυζάντιο) με παράλληλες αφηγήσεις και πάλι ατιμώρητος ο δράστης.
-Φίλιππος Φιλίππου: απογοητευτικό, καθώς αστυνομικό έργο δεν είναι αυτό που αφηγείται το έγκλημα, αλλά αυτό που αφηγείται την αποκάλυψη του εγκληματία.
-Ανδρέας Αποστολίδης: μεταμοντέρνο πάτσγουορκ με συνονθυλευματική παράθεση ονομάτων (πολλών από αυτά πραγματικών) σε μια προσπάθεια σάτιρας της ελληνικής κοινωνίας.

Φυσικά ανομοιογενές και γι’ αυτό δύσκολο να εκτιμηθεί συνολικά το έργο· κρατάμε δυο τρεις παρατηρήσεις:
α. η τιμωρία δεν είναι πάντα απαραίτητη, αλλά η εγκληματική πράξη είτε δικαιολογείται είτε παραμένει ανοικτό το τέλος.
β. υβριδισμός καθώς ο κορεσμός αναγκάζει τους συγγραφείς να ανοιχτούν σε άλλα είδη όπως το ψυχολογικό, το ιστορικό, το πολιτικό κ.ά.
γ. καλό αστυνομικό δεν σημαίνει απλώς γρίφος και εξιχνίαση, αλλά και αφηγηματική δυναμική με σύγχρονες προεκτάσεις σε κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς για τη φύση της εγκληματικότητας και τις δυνάμεις που τη γεννούν και τη συντηρούν.

δ. στους 2 τόμους συμμετέχουν και συγγραφείς χωρίς παράδοση στο αστυνομικό. Τι σημαίνει αυτό; Ότι το είδος ανοίγει σε ποικίλες κατηγορίες συγγραφέων; Ή ότι είναι εύκολο και χωράει πολλούς;


Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 11, 2008

Ιστολέσχη ανάγνωσης ΙΙΙ. Αντρέα Καμιλέρι

Andrea Camilleri
La Scomparsa di Pató
Mondatori 2000


Αντρέα Καμιλέρι
Η εξαφάνιση του Πατό
εκδόσεις Καστανιώτη 2007
Είχα δηλώσει ότι, αν κανείς στείλει τη γνώμη του για το βιβλίο, θα τη δημοσιεύσω ως αφορμή για να ξεκινήσει η συζήτηση. Εντωμεταξύ είχα ετοιμάσει κι εγώ (σε περίπτωση που δεν υπήρχαν εθελοντές) μια πατριαρχική …εγκύκλιο. Επειδή ο θαμώνας του Βιβλιοκαφέ Μύρων Κατσούνας πήρε την πρωτοβουλία (τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό) και έστειλε την αναφορά του, τη δημοσιεύω πρώτη και από κάτω παραθέτω τα ερωτήματα που μου προκάλεσε η ανάγνωση του βιβλίου.

Αν και διατηρώ ζωηρές επιφυλάξεις απέναντι στο προσωπικό μου λογοτεχνικό αισθητήριο, πιστεύω ότι «η εξαφάνιση του Πατό» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να μπει κανείς στον κόπο να το διαβάσει, γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κερδίζει τον αναγνώστη σε δύο σημεία:
(Α) αφηγηματική τεχνική: Από την αρχή του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα: μπορεί να υπάρξει αστυνομικό μυθιστόρημα, χωρίς την κλασική φόρμα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του ντετέκτιβ-πρωταγωνιστή; Ο Καμιλέρι δεν διστάζει να βάλει το στοίχημα και να το κερδίσει, απαντώντας καταφατικά στο ως άνω ερώτημα και γράφοντας ένα αστυνομικό μυθιστόρημα επινοημένων τεκμηρίων (δημοσιευμάτων του τύπου, υπηρεσιακών αναφορών, αλληλογραφίας μεταξύ δημόσιων αξιωματούχων). Επίσης, με τον τρόπο των τεκμηρίων, και το εύρημα του ανταγωνισμού μεταξύ Καραμπινιέρων και Αστυνομίας, κατορθώνει να πολλαπλασιάσει τους ήρωες.
Μια τέτοια τεχνική απαιτεί βέβαια την προσοχή του αναγνώστη, ο οποίος καλείται μόνος του να ανασυνθέσει στο μυαλό του την πλοκή. Αν κι έχω συναντήσει δυσκολίες με τέτοια μυθιστορήματα (π.χ. Ορθοκωστά), το συγκεκριμένο είναι εύληπτο και αυτή η εργασία που απαιτείται εκ μέρους του αναγνώστη δεν κουράζει.
(Β) γλώσσα: εδώ η γλωσσική ποικιλία προκύπτει από την αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα: όσοι οι ήρωες γραφιάδες των επινοημένων τεκμηρίων, τόσα και τα διαφορετικά ύφη γραφής. Αλλιώς γράφουν οι υφιστάμενοι υπαξιωματικοί, οι οποίοι αγνοούν τη λατινική, αλλιώς οι προϊστάμενοι, επί το λογιώτερον οι δημόσιοι αξιωματούχοι, καυστικά τα δημοσιεύματα του επαρχιακού τύπου κ.ο.κ. Εδώ η γλώσσα είναι το μέσον με το οποίο ο Καμιλέρι ασκεί την ειρωνεία του επί της επαρχιακής γραφειοκρατίας. Και η ελληνική μετάφραση φροντίζει να αποδώσει τις πολλαπλές αφηγηματικές φωνές. Φροντισμένη και η έκδοση, με φωτογραφίες και διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία.
Επίσης:
-Το τέλος, παρά την κλασική λύση της αποκάλυψης του γρίφου, παραμένει αυθεντικά σικελικό και απολαυστικό!
- Το βιβλίο θα αρέσει σίγουρα στους νομικούς, που θα νιώσουν ότι ξεφυλλίζουν τις σελίδες μιας ευφάνταστης ποινικής δικογραφίας. Από παρόμοια στοιχεία καλείται ο νομικός να πλάσει την αφήγηση του δικογράφου του.
Υ.Γ.: Ο επαρκής αναγνώστης (που δεν είμαι) θα μας διαφωτίσει για το εάν υπάρχει προηγούμενο αστυνομικό αυτής της φόρμας, δηλ. αποκλειστικά δομημένο από τεκμήρια, ή εάν ο Καμιλέρι διεκδικεί την πρωτοτυπία.

Μύρων Κατσούνας
(διά την αντιγραφήν
Πατριάρχης Φώτιος
)


L’ ARALDO di MONTELUSA
Διευθυντής: Fotio Patriarcha
Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Εντύπωση προκαλεί το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αντρέα Καμιλέρι με τίτλο «Η εξαφάνιση του Πατό», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Καστανιώτη σε μετάφραση Δήμητρας Δότση. Η καινοφανής και παιγνιώδης μορφή του, τα ποικίλα ντοκουμέντα από τα οποία αποτελείται, ο ασυνήθιστος για το είδος συνδυασμός πλοκής και χιούμορ αφήνει καλές εντυπώσεις στον αναγνώστη που δύσκολα αποφασίζει να το αφήσει από τα χέρια του.
Μένουν όμως ποικίλα ερωτήματα τα οποία είναι χρέος της έγκριτης εφημερίδας μας να θέσει, ώστε να απαντηθούν από τους αρμόδιους ή από όποιον φιλαναγνώστη επιθυμεί.
1. Τι εξυπηρετεί η μορφή παζλ, ψηφιδωτού, μωσαϊκού ή όπως αλλιώς θέλει κανείς να την ονομάσει; Βοηθάει τον αναγνώστη να γίνει κι αυτός ένας μικρός ντετέκτιβ που αναζητεί μαζί με τους ενδοκειμενικούς ήρωες τη λύση;
2. Ενισχύει το εγχείρημα η σατιρική και παρωδιακή μορφή του έργου; Με άλλα λόγια ο αναγνώστης χαίρεται εξίσου τη διερεύνηση της υπόθεσης και τη χιουμοριστική ένδυσή του;
3. Είναι αληθοφανές το τέλος; Ακόμη περισσότερο, ικανοποιεί η λύση τις προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί σταδιακά;
4. Προς τι η χρήση δύο αστυνομικών οι οποίοι, ενώ στην αρχή ανήκαν σε αντιμαχόμενες υπηρεσίες, αργότερα συνασπίζονται και επιχειρούν από κοινού;
5. Κρίθηκε σκόπιμο από τον συγγραφέα να οριστεί το συμβάν ως “εξαφάνιση”. Υποψιάζει για το τέλος; Αφήνει εσκεμμένα ποικίλες εκδοχές να πλανώνται;
6. Παρατηρείται ένα είδος φλυαρίας. Είναι πετυχημένο ώστε να παρελκύσει την προσοχή και να χάσει κανείς τα ίχνη μέσα στον κυκεώνα των πληροφοριών;
7. Απουσία κοινωνικού βάθους; Ο Καμιλέρι αδιαφόρησε για την τάση αυτή του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος ή το προσπέρασε ρίχνοντας το βάρος στην ευχάριστη, αστεΐζουσα μορφή του;Δεν είναι συνηθισμένη μια τέτοια μορφή κι όλοι την κοιτάζουν με ενδιαφέρον. Δεν είναι συνηθισμένη και η απουσία του Μονταλμπάνο από τα έργα του Καμιλέρι. Το αποτέλεσμα εντέλει ικανοποιεί;

Tuesday, July 08, 2008

Ιστολέσχη ανάγνωσης ΙΙΙ: Καμιλέρι

Τρίτη Ιστολέσχη Ανάγνωσης



Η Εξαφάνιση του Πατό είναι ένα εύκολο βιβλίο με αστυνομική και σατιρική υφή. Ως την Παρασκευή 11 Ιουλίου το διαβάζουμε και συζητάμε γι' αυτό αλλά και γενικότερα για το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα.
Προλαβαίνεις κι εσύ να το διαβάσεις, ακόμα κι αν ξεκινήσεις αύριο!!!
Όποιος θέλει, καλό είναι να μου στείλει τη γνώμη του με μέιλ ώστε να την αναρτήσω ως βάση συζήτησης το Σάββατο 12/7. Αλλιώς θα υποστείτε τη δική μου πατριαρχική ...εγκύκλιο!
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, July 05, 2008

Τουρκικός καφές: Δημήτρης Φερούσης

Δημήτρης Φερούσης
“Ο τελευταίος καδής της Αθήνας”
εκδόσεις Αρμός
2008


Στην ουσία πρόκειται για μυθιστορηματική βιογραφία του τελευταίου καδή, δηλαδή δικαστή των Αθηνών, πριν την απελευθέρωση από τους Τούρκους.
Ο ήχος της εποχής ταξιδευτικός όπως και όλη η αφήγηση που ξεκινά από την Αθήνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνεχίζει στην Κων/πολη, έπειτα στα βάθη της Ανατολής (Βαγδάτη και Μεσοποταμία), επιστρέφει στη Μέκκα και ολοκληρώνεται πάλι στην Αθήνα. Μια ταξιδιωτική παράδοση αλά Σεβάχ που δεν μοιράζεται μαζί του τις απρόσμενες περιπέτειες αλλά τουλάχιστον τις εμπειρίες από πόλεις και πολιτισμούς εξωτικούς και παραδεισένιους, χώρες παραμυθένιες, ατμόσφαιρες μαγικές.
Και μέσα σ’ όλα αυτά βρίσκει την ευκαιρία ο Φερούσης να μεταδώσει απλές αλήθειες από το Ισλάμ που έχουν πέρα από ποιητικότητα και ανθρωπισμό, αγάπη, συμπόνια, σοφία… Εγώ ένας Ορθόδοξος Πατριάρχης μπορώ να ομολογήσω ότι και στο Ισλάμ υπάρχουν πανανθρώπινες αλήθειες άξιες λόγου και πράξης.
Το μεγάλο πρόβλημα, ωστόσο, του βιβλίου είναι η ουτοπική του διάσταση και ο εξιδανικευτικός του χαρακτήρας. Τα πάντα είναι αγγελικά, ο ήρωας δεν συναντά κακούς ανθρώπους, όλοι είναι αγαθοί, σοφοί, καλοπροαίρετοι, συμπονετικοί. Ακόμα και οι κακοί δεν προβάλλονται, δεν παίζουν ενεργό ρόλο μέσα στη δράση. Όλοι οι άνθρωποι της ζωής του είναι βαθιά φιλοσοφημένοι, είτε λόγω θυμοσοφίας είτε λόγω σπουδών, όλοι είναι ευεργετικοί και σκέπτονται με βάση τον Θεό και τον νόμο. Το αποτέλεσμα είναι να απουσιάζουν εντελώς οι εξωτερικές συγκρούσεις, να μην κορυφώνεται η ζωή του μέσα σε τραγικές στιγμές και διλήμματα. Ακόμα κι αυτά που αντιμετωπίζει προβάλλονται τόσο ανώδυνα και αθώα.
Ευχάριστο βιβλίο, ονειροπόλο, κατάλληλο για το καλοκαίρι.

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, July 03, 2008

Πρωινός καφές με βουτήματα: Αργύρης Παυλιώτης

Αργύρης Παυλιώτης
“Παράξενοι ελκυστές”
εκδόσεις Πατάκης
2008

Η παθολογία του αστυνομικού μυθιστορήματος
Τελική ευθεία για την 3η ιστολέσχη και είπα να προθερμανθούμε με ένα άλλο αστυνομικό μυθιστόρημα.
Πάει πια η εποχή που το αστυνομικό μυθιστόρημα ήταν ένας ευχάριστος γρίφος. Πάει ανεπιστρεπτί η εποχή οπότε η σύνθεση μιας ολοκληρωμένης πλοκής σήμανε και την επιτυχία του είδους. Πάει η εποχή που ο συγγραφέας έφτιαχνε ένα σταυρόλεξο για γερούς λύτες και εκεί τελείωνε η δουλειά του.
Ο Παυλιώτης κάτι ψυλιάζεται ως προς όλα αυτά και προσπαθεί να μπολιάσει το είδος με στοιχεία της Φυσικής που γνωρίζει καλά. Στήνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με ευπαρουσίαστη πλοκή. Και επειδή κάθε αστυνομικό, ακόμα και τα πιο μέτρια, έλκει την προσοχή και κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, κερδίζει εξ αρχής στα σημεία τις εντυπώσεις. Το επιπλέον θετικό του Παυλιώτη είναι ότι προσπαθεί να εξηγήσει τις πράξεις των προσώπων του βάσει ενός «ελκυστή», ενός όρου από τη Φυσική και τη θεωρία του χάους, που αναφέρεται στο βαθύτερο τραύμα το όποιο έχει στιγματίσει τον άνθρωπο και τον οδηγεί σε παράλογες ή εμμονικές συχνά πράξεις. Στο τέλος ο ένοχος γίνεται γνωστός, απομένει το πώς θα παγιδευτεί –πράγμα που έχει το ενδιαφέρον του- και τελικά δεν τιμωρείται παρά μόνο με τον καρκίνο που παρουσιάζεται ως θεία δίκη (Νέμεση).
Πού αποτυγχάνει παταγωδώς ο συγγραφέας; Στο ότι αγνοεί ότι καλό αστυνομικό πρέπει να σημαίνει και καλό λογοτέχνημα
.
1.οι “παράξενοι ελκυστές” είναι ένα αφήγημα φλύαρο και σε πολλά σημεία πλαδαρό.
2.αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διάθεση του συγγραφέα να κάνει μαθήματα φυσικής, τα οποία δεν ενσωματώνονται ομαλά στη δράση αλλά γεμίζουν διδακτικούς διαλόγους, βαλτώνουν την εξέλιξη και όσο κι αν σχετίζονται με τα κίνητρα των δραστών μένουν φανταχτερά μετέωροι.
3.συνέχεια του προηγούμενου: ο Παυλιώτης προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο βάσει της Φυσικής και πέφτει σε μια εκκωφαντική μονομέρεια, αφού:
α. ο ήρωας-“ντετέκτιβ” είναι δικηγόρος αλλά ουδεμία σχέση με τη νομική σκέψη έχει. Πιο πολύ σκέφτεται σαν θετικός επιστήμονας παρά ως νομικός. Το αποτέλεσμα είναι η ψευδαίσθηση ότι όλοι έχουν ή πρέπει να έχουν γνώσεις τέτοιου είδους.
β. η θεωρία των ελκυστών επιχειρεί να εξηγήσει κάτι που η ψυχανάλυση το έχει επισημάνει και μελετήσει πολύ καλύτερα τουλάχιστον 70 χρόνια τώρα: τα ψυχικά τραύματα, ειδικά της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, είναι τόσο ισχυρά που σφραγίζουν τη μετέπειτα εξέλιξη του ανθρώπου, οδηγώντας σε πράξεις που επιφανειακά δεν αιτιολογούνται. Ο Παυλιώτης μέσα στη μονομέρειά του αγνοεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες που σε τέτοια θέματα είναι παρασάγγες μπροστά.
γ. έτσι, ο ορθολογισμός του έργου εγκλωβίζεται στη μονοδιάστατη λογική του και δεν μπορεί να ξεπεράσει το αίνιγμα, όσο κι αν προσπαθεί να ανιχνεύσει ψυχολογικές παραμέτρους
.
4. άστοχα στοιχεία διακειμενικότητας, καθώς εμφανίζονται αναλογίες με τον Ερωτόκριτο ή με αρχαίες τραγωδίες, στοιχεία τόσο ad hoc βαλμένα που με το ζόρι κολλάνε στο υπόλοιπο έργο.
5. στερεότυπος πρωταγωνιστής, που εμφανίζεται έξυπνος, φιλέρευνος, τυχερός και φυσικά μοιραίος αφού τουλάχιστον τέσσερις γυναίκες περιμένουν την αγκαλιά του, μια αφανής μάλιστα συμβολαιογράφος περιμένει το «ναι» για να τον παντρευτεί.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα θα παραμείνει στο περιθώριο όσο η πλοκή είναι το παν, όλα τα υπόλοιπα στριμώχνονται μέσα του με το ζόρι και ο συγγραφέας του δεν αναζητεί κοινωνικά ερείσματα και -κυρίως- αισθητικά χαρακτηριστικά (ολοκληρωμένους χαρακτήρες, φυσικούς διαλόγους, καλογραμμένες περιγραφές, καλοδουλεμένες μεταβάσεις κ.ά.). Αντί να βελτιώνονται οι Έλληνες συγγραφείς αστυνομικών [το “Επικηρυγμένο πρόβλημα” (2006) του ίδιου πεζογράφου διατηρούσε ένα κάποιο επίπεδο, παρά τα επισημασμένα κενά του], βαυκαλίζονται στον επιδέξιο, όταν το καταφέρουν, χειρισμό της υπόθεσης.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, June 30, 2008

Καφές του αλχημιστή: Νάνος Βαλαωρίτης

Νάνος Βαλαωρίτης
“Ο θησαυρός του Ξέρξη”
εκδόσεις Άγκυρα
1η έκδοση: 1964, 2η έκδοση: 2008


Μυθιστόρημα εκδεδομένο για πρώτη φορά το 1964 αλλά αφανές μέχρι και σήμερα. Γιατί; Ίσως είναι το βασικό ερώτημα για ένα έργο που μπορεί να προκαλέσει θετικότατες όσο και αρνητικότατες αναγνωστικές αντιδράσεις.
Από τη μία, ειδικά στις πρώτες εκατό ας πούμε σελίδες ο αναγνώστης χαίρεται την παραμυθική ατμόσφαιρα, το ονειρικό στοιχείο, τη γεμάτη αλληγορίες αφήγηση που μαγεύει και προκαλεί με την ποιητικότητα και τις αναπάντεχες συναντήσεις. Οι ελιγμοί της αφήγησης, πολύ κοντά σ’ αυτό που στην Ευρώπη της εποχής ονομαζόταν «Νέο μυθιστόρημα» (Ρομπ-Γκριγιέ, Σαρρότ κ.λπ.) φέρνουν συνεχείς κυματισμούς, σαγηνεύουν με την εναλλασσόμενη έντασή τους, ταξιδεύουν σε έναν άχρονο, άτοπο, απολίτικο χωροχρόνο, που μόνο η μυθοπλασία και ο κινηματογράφος –στον οποίο χρωστάει τις σκηνές και το μοντάζ- μπορεί να προκαλέσουν.
Από την άλλη, γρήγορα ο αναγνώστης κουράζεται. Χάνει τον ειρμό, παύει να ταξιδεύει σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και σκηνές, χάνει το νήμα και συνεπώς το ενδιαφέρον για το τέλος, μπλοκάρει στη διηνεκή αλλά ποτέ τελειουμένη ποιητικότητα. Η απουσία προσώπων, η αδυναμία να τα συνδέσει κανείς με συγκεκριμένους ανθρώπινους τύπους σε μια συνεχή αποδόμηση των στοιχείων, η αιωρούμενη αλλά ποτέ στοιχειοθετούμενη αλληγορία εξαντλεί την υπομονή του αναγνώστη και τον κάνει να χάνει τη συγκέντρωσή του.
Παράξενο, ερεθιστικό και κουραστικό συνάμα, έργο.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, June 26, 2008

Ρακί με μέλι: λογοτεχνία και ζωή

Διαβάζουμε για να συλλάβουμε τη ζωή ή για να την ξεχάσουμε;

Η χρονιά που πέρασε ήταν γεμάτη γεγονότα που συγκλόνισαν τόσο την Ελλάδα όσο και την παγκόσμια κοινότητα: πυρκαγιές τον Αύγουστο, ναρκωτικά στα Ζωνιανά, εκλογές στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, άνοδος των τιμών του πετρελαίου και άλλων προϊόντων κ.λπ.
Κι η λογοτεχνία πόσο πιάνει τον σφυγμό των γεγονότων; Ή καλύτερα οι αναγνώστες πώς μέσω της λογοτεχνίας μπορούν να συνειδητοποιήσουν τι γίνεται και να πάρουν θέση; Πόσο η λογοτεχνία φωτίζει την συγκεχυμένη ζωή μας; Μάλλον όμως οι αναγνώστες λατρεύουν τις ιστορίες που τους βοηθούν να ξεφύγουν από την πραγματικότητα παρά να την διυλίσουν.
Θα ήθελα πολύ να μπορώ να συνδυάζω βιβλίο και καυτή επικαιρότητα. Να διαβάζω αυτό που –διαχρονικά βέβαια και σε ευρύτερη βάση- με βοηθάει να συλλάβω τον σφυγμό της εποχής. Θα επιθυμούσα να μπορούσα να αναρτώ κάθε φορά ένα βιβλίο συναρτημένο με τη γύρω πραγματικότητα, ώστε οι επισκέπτες του ιστολογίου μου να σχολιάζουν τη λογοτεχνία και μέσω αυτής τη ζωή μας. Θα μου άρεσε να διατηρώ ένα μπλογκ που ναι μεν θα είναι βιβλιόφιλο, αλλά που δεν θα μένει ξεκομμένο από τη ζωή, όπως ο ήρωας του Κανέτι στην «Τύφλωση» ή ο Δον Κιχώτης που κλείνεται ομφαλοσκοπικά στον μυθοπλαστικό κόσμο του.
Αλλά όσο κι αν το σκέφτομαι, δεν βρίσκω πώς μπορεί να γίνει αυτό, παρεκτός κι αν συμβεί τυχαία και περιστασιακά.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, June 24, 2008

Ιρλανδικός καφές: Μαρία Βελονάκη

Μαρία Βελονάκη
“Βαλτετσίου γωνία”
εκδόσεις Σοκόλη-Κουνελάκη
2007


1. Μικρό μυθιστόρημα, ίσως και νουβέλα.
2. Γυναικεία θεματική, αλλά όχι και γυναικεία γραφή: όχι μελοδραματισμοί, καθόλου ψυχικές καταστάσεις περιγεγραμμένες με θολό και ονειρικό τρόπο, σαφή τα περιγράμματα των γεγονότων και των σκέψεων.
3. Δυο φίλες από τα σχολικά χρόνια άλλοτε χάνονται κι άλλοτε βρίσκονται. Δίπολο αντιθέσεων και δρόμων: η μία, η Ελένη, ρεαλίστρια, θεσιθήρας, μέχρις ενός σημείου αδίστακτη, καριερίστα που κάνει πολλά για τη σταδιοδρομία της, κι η άλλη, η Ελισάβετ, ανεμοδούρα, που δεν ριζώνει πουθενά, που κυνηγά τα όνειρά της χωρίς να υπολογίζει βολέματα και συμβάσεις.
4. Ένταση δημιουργείται σχεδόν εξ αρχής, όταν αποκαλύπτεται η αυτοκτονία της Ελισάβετ, σημείο καμπής για το μυθιστόρημα
5. Συχνές αναδρομές δείχνουν σημεία συνάντησης και απώθησης μεταξύ των δύο φίλων.
6. Στην πορεία εμφανίζονται άλλες δύο φίλες, η Ζέτα και η Βίκη, των οποίων οι ζωές ήταν πετυχημένες, μέχρι που η δεύτερη χώρισε. Στην ουσία το γυναικείο κουαρτέτο προβάλλει αντιστικτικά επιβεβαιώσεις και διαψεύσεις των νεανικών τους επιδιώξεων.
7. Η εξέλιξη είναι νωθρή, χωρίς ρυθμό και ταχύτητα στην ανάγνωση. Πιο πολύ νουβέλα ιδεών σε μια στατική αντιμετώπιση, χωρίς τα γεγονότα να αποδεικνύουν όσα θέλει να σημάνει· πιο πολύ οι σκέψεις και τα λόγια των πρωταγωνιστριών. Πολύ θεωρία σε μικρές συζητήσεις και ανταλλαγές κοσμοαντιλήψεων παρά ουσιαστική δράση που να συνοδεύει ισόποσα και αντίστοιχα τις θεωρητικές συλλήψεις.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, June 21, 2008

ΔΥΟ χρόνια ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ

Το Βιβλιοκαφέ άνοιξε τον Ιούνιο του 2006. Τότε το συντηρούσαμε δύο άτομα, η Κάτια και ο υποφαινόμενος Πατριάρχης Φώτιος. Σερβίραμε σκέψεις, αναγνώσεις, απόψεις, προβληματισμούς και ειδήσεις γύρω από το βιβλίο. Σταδιακά έμεινα μόνος πασχίζοντας να διατηρήσω την ποιότητα ενός χώρου, όπου το βιβλίο και όχι οι δημόσιες σχέσεις, η ανάγνωση και όχι οι παρεούλες, η ώριμη άποψη και όχι φτηνοί ιμπρεσσιονισμοί θα κυριαρχούν.
Το Βιβλιοκαφέ είναι μια κιβωτός βιβλίων και βιβλιολογικών αναφορών με στόχο την ιστορία. Δεν με ενδιαφέρει η επισκεψιμότητα, αν δεν συνοδεύεται από όρους ουσιαστικού διαλόγου. Γι’ αυτό δεν είμαι γνωστός, γι’ αυτό αποφεύγω να δώσω όνομα (άλλωστε δύο χρόνια έχω φτιάξει την ταυτότητα του Πατριάρχη Φώτιου): την παρουσία μου ξέρουν εκτός από την Κάτια, μόνο δύο άτομα τα οποία δεν έχουν σχολιάσει ως τώρα τις καταχωρίσεις μου (το ένα μάλιστα το κατάλαβε, χωρίς να του το πω).
Δύο Χρόνια: Πολλές αναγνώσεις, μερικοί γόνιμοι διάλογοι, πολλή αυτογνωσία. Σε αριθμούς:
182 αναρτήσεις (1 στις 4 μέρες κατά Μ.Ο.)
86 ελληνικά βιβλία
12 ξενόγλωσσα
85 συγγραφείς
3 αναφορές στην ποίηση
5 σχόλια για τον βιβλιοφιλικό τύπο
3 ποστ άσχετα με τη λογοτεχνία
4 λίστες βιβλίων
8 αναφορές σε λογοτεχνικά βραβεία
6 αυτοαναφορικά σχόλια
είτε για το ιστολόγιό μου είτε για τα ιστολόγια γενικά
12 ειδήσεις
20 προβληματισμοί
πάνω σε θέματα ανάγνωσης, γραφής, συγγραφής, προσώπων και γεγονότων
13 κείμενα για την κριτική και τους φορείς της
3 Ιστολέσχες
, μαζί με την τρέχουσα, όπου συζητήθηκαν μετά από ψηφοφορία βιβλία που πρότειναν οι θαμώνες του Βιβλιοκαφέ
Κάνω απολογισμό και σταθμίζω θετικά και αρνητικά. Περιμένω από όσους βρήκαν στο Βιβλιοκαφέ ένα μόνιμο ή περιστασιακό στέκι να αφήσουν ένα μήνυμα καλοπροαίρετης κριτικής, όπου θα καταθέσουν τα θετικά και κυρίως τα αρνητικά τους σχόλια, αλλά και τις προτάσεις τους για τη βελτίωση του …καταστήματος.
Δικός σας
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, June 18, 2008

Ιστολέσχη ανάγνωσης ΙΙΙβ

Επιλογή βιβλίου

Η δεύτερη φάση της Ιστολέσχης ανάγνωσης ανοίγει σήμερα με την τελική επιλογή του βιβλίου. Τα προταθέντα έργα είναι:
- Γαλανόπουλος Νεοκλής, "Η παραλλαγή του Γιώργου Δαρσινού", Τόπος
- Ζόνκε Τιερί, "Ο γέρος μου", Καστανιώτης
- Καμιλέρι Αντρέα, "Η εξαφάνιση του Πατό", Καστανιώτης
- Καπαρρός Μαρτίν, "Το άλλο πρόσωπο της Τζοκόντας", Πατάκης
Δυστυχώς, επειδή τα μυθιστορήματα ισοψήφισαν, πρέπει εγώ να προκρίνω με τη δική μου ψήφο ένα από αυτά. Σκέφτηκα να τα ξαναθέσω σε ψηφοφορία, αλλά όλη αυτή η δημοκρατικότητα είναι χρονοβόρα και φθοροποιός. Αποφασίζω, λοιπόν, ως βιβλίο προς ανάγνωση το:
"Η εξαφάνιση του Πατό" του Αντρέα Καμιλέρι, εκδόσεις Καστανιώτης
Ελπίζω να έκανα καλή επιλογή, όπως και ο φίλος που το πρότεινε.
Καλή ανάγνωση ως την Παρασκευή 11 Ιουλίου, οπότε και ξεκινάει η συζήτηση. Θα παρακαλούσα, αν κάποιος επιθυμεί, να στείλει αυτός με μέιλ το κείμενο-αφόρμηση για να συζητήσουμε πάνω στο βιβλίο.

Πατριάρχης Φώτιος