Tuesday, September 20, 2016

“Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών” του Δημήτρη Μαμαλούκα

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-1. Πώς δένει η τρομοκρατία του 1979 με το σήμερα, πώς η πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, πώς τα αγνοημένα πρόσωπα μιας διεθνούς φήμης οργάνωσης με την πορεία-τους μέσα στον χρόνο;


Cappuccino με σαντιγί:

Δημήτρης Μαμαλούκας
“Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών”
εκδόσεις Κέδρος
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή ο Μαμαλούκας είναι εγγύηση για τη γερή αστυνομική-του πλοκή και τις σφιχτοδεμένες ιστορίες-του. Επιπλέον, τώρα ένα έργο με πολιτικό πρόσημο, βγαλμένο από τις ταραγμένες δεκαετίες της αριστερής τρομοκρατίας στην Ιταλία είναι σίγουρα ένα δέλεαρ για μια καλή ανάγνωση.

Καθώς το διάβαζα:
          Το θέμα της τρομοκρατίας, είναι αλήθεια, δεν έχει απασχολήσει σε βάθος και εύρος την ελληνική λογοτεχνία. Πρόσφατα εκδόθηκε μάλιστα μια μελέτη της Βασιλικής Πέτσα, όπου αναλύονται οι εμφανίσεις της τρομοκρατίας στην ελληνική και στην ιταλική πεζογραφία και αναδεικνύονται οι τρόποι με τους οποίους έχει περάσει το φαινόμενο στον κόσμο αλλά και στους συγγραφείς. Αυτή η ένωση ελληνικών και ιταλικών περιπτώσεων συναντάται σε έναν Έλληνα πεζογράφο που γράφει όμως για τις ιταλικές τρομοκρατικές οργανώσεις.
          Πώς μπορεί κανείς να πραγματευθεί ένα θέμα με τεράστιο δημοσιογραφικό και πολιτικό ενδιαφέρον, όπως τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών και πιο συγκεκριμένα τη δολοφονία του επιχειρηματία Τζανπιέρο Ντε Σάντις στις 20 Μαρτίου 1979 από τον πυρήνα “Φραντσέσκο Λορούσο” της εν λόγω οργάνωσης;
          Ο Μαμαλούκας, αν και ξεκινά με την εξιστόρηση του φόνου, συνεχίζει στα 2007, όταν εξαφανίζεται ο φοιτητής Αλεσάντρο Φοντάνα, που έγραφε την πτυχιακή-του με θέμα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο άτυπος ντετέκτιβ Γκάμπι με βοηθό τον ελληνοϊταλό αφηγητή ονόματι Νικόλα Μιλάνο. Έτσι, μόνο μια μικρή αναφορά στο θέμα της μελέτης-του προϊδεάζει για το πολιτικό διακύβευμα του έργου και το παρασκήνιο της εξαφάνισης. Η σύνδεση σύγχρονης υπόθεσης με το ιστορικό παρελθόν είναι μια πολλά υποσχόμενη βάση να χτιστεί ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.
          Ο συγγραφέας δεν παύει να χρησιμοποιεί τα μοτίβα-μανιέρες-του (Ιταλία, ωραίες ποθητές γυναίκες και ερωτιάρηδες άνδρες, ακριβά μοντέλα αυτοκινήτων, βιβλιοφιλία), αλλά αυτά δεν αφήνονται να κυριαρχήσουν: η Ιταλία συνδέεται με την ακροαριστερή τρομοκρατία, οι γυναίκες δεν αποβαίνουν μοιραίες, τα αυτοκίνητα δεν περιγράφονται σε έκταση. Κι από εκεί και πέρα η αφήγηση καθηλώνει τον αναγνώστη, ο οποίος ξενυχτά, όπως εγώ έκανα μια νύχτα για να τελειώσω το βιβλίο. Στρωτή γραφή που δεν προσκρούει σε κενά, σκηνές ζωντανές, αλληλουχία νοημάτων και γεγονότων, από τη μέση και μετά ραγδαίες καμπές και αιφνίδιες εξελίξεις. Έτσι, ο Μαμαλούκας αποδεικνύει ότι παραμένει ένας ικανότατος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, της λογοτεχνίας εκείνης που στηρίζεται στο μυστήριο και στην ταχύτητα των ανατροπών, ένας επιδέξιος χειριστής της αφήγησης, όπου όλα πρέπει να μοντάρονται σαν μηχανισμός ρολογιού.
          Το κείμενο μοιάζει λίγο με την “Απαγωγή του εκδότη”: πάλι μπλεγμένος ένας συγγραφέας και πάλι μια σπηλιά προσφέρει υποτίθεται βέβαιο θάνατο. Φυσικά, και ευτυχώς, το υπόλοιπο στήσιμο είναι διαφορετικό, εξίσου έξυπνο, που αποζημιώνει όποιον ψάχνει μια καλογραμμένη σπουδή ενός αινίγματος και μια ατμόσφαιρα θρίλερ, ειδικά όταν ο Νικόλα Μιλάνο προσπαθεί μέσα στην παραζάλη-του να σωθεί στην καταβόθρα όπου τον έριξε ο δολοφόνος.
          Το γεγονός βέβαια ότι η ταχύτητα υπερτερεί της γλώσσας και της στοχαστικής αφήγησης οδηγεί σε μια διάκριση που κάνει το ίδιο το βιβλίο σε δύο μάλιστα σημεία: αυτήν μεταξύ της λογοτεχνικής και της “αστυνομικής” αξίας ενός μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας, θαρρώ, εννοεί ότι ένα πράγμα είναι η αισθητική ποιότητα κι άλλο η περιπετειώδης και μυστηριώδης υφή, αν και θα ήταν καλό αυτά τα δύο να συνδυάζονται. Τα περισσότερα κείμενα του Μαμαλούκα διακρίνονται έντονα από την “αστυνομική” αξία-τους, με σασπένς και δράση, με ανατροπές και πολύ γερή πλοκή, αλλά υστερούν σ’ αυτό τα βαθύτερο υπόστρωμα που θα τα εκτόξευε σε κάτι άλλο. Αυτό ίσως το πέτυχε σε ένα βιβλίο-του που δεν είναι αστυνομικό, στο “Ένα κορίτσι που το λένε Φίνι”, το οποίο θεωρώ ότι είναι το καλύτερό-του, αφού η όλη ένταση μετουσιώνεται σε λογοτεχνική μαγεία.

Αφού το διάβασα:
          “Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών” είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, όπου η δουλειά του συγγραφέα αποζημιώνει τον αδηφάγο αναγνώστη. Αστυνομικό μυστήριο, σκηνές θρίλερ, αγωνία, εναλλαγές στην κάμερα, αφηγηματική φόρα, ποικιλία οπτικών γωνιών, γενικότερα κινηματογραφική γραφή που τρέχει στην κατηφόρα μέχρι τέλους. Η πολύ εύστοχη και πετυχημένη στην πράξη επιλογή να παρουσιαστούν τα άγνωστα μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών με μυθιστορηματικό τρόπο και να εξιχνιαστεί η δράση-τους, μετά από είκοσι χρόνια, δίνει τη συνταγή για ένα θεσπέσιο ανάγνωσμα.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στην In2life στις 6/9/2016 και εδώ στολίζεται με εικόνες από:  en.wikipedia.org,  it.wikipedia.org,  movieplayer.it,  www.clickatlife.gr,  www.cavelocator.com  και www.jpolidori1.altervista.org]

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, September 19, 2016

Μ’ ένα αστυνομικό ξεχνιέμαι…



1.     Σεζ-λονγκ θαλάσσης και ελαφρύ αεράκι. Ήσυχη ώρα μετά το μπάνιο, ανέμελη, ειδυλλιακή, με έναν ρεμβασμό στο βλέμμα και διάθεση να μην κάνω τίποτα. Στα χέρια-μου ένα αστυνομικό μυθιστόρημα,

“Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών” του Δημήτρη Μαμαλούκα

για να απασχολώ ράθυμα τον νου-μου.

2.     Μεσημιανός υπνάκος στον καναπέ, μετά το φαγητό, στομάχι σε εγρήγορση, μυαλό σε αποβλάκωση, ώρες νεκρές που θέλεις να τις αφήσεις να σε νανουρίσουν. Στα χέρια-μου ένα χαλαρό ανάγνωσμα, το

“Όσα δεν σου είπα ποτέ” της Celeste Ng

3.     Καρέκλα σκηνοθέτη στη βεράντα, σκιά, καλοκαιρινό απόγευμα, ώρα για ψυχαγωγία, διασκέδαση αλλά και σκέψη, πνευματική εγρήγορση αλλά και διάθεση για ταχύτητα και καλπασμό. Στο τραπεζάκι δίπλα στο ποτήρι του φραπέ, το

“Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο” του Malcolm MacKay


4.     Πολύ χουζουρέψαμε, καιρός να ανέβει λίγο η αδρεναλίνη, να δούμε τη ζωή στη δύσκολη ώρα-της, να παίξουμε με τα νοητικά παιχνίδια και την νησιώτικη ατμόσφαιρα. Στα χέρια-μου το

“Ας πέσουμε” του Δημήτρη Καπετανάκη

5.     Ταξίδι με το ΚΤΕΛ, ώρες χαμένες σε τοπία γνώριμα, ρυθμικό πάνω κάτω των τροχών, οι άλλοι ψιλοκοιμούνται ή παίζουν με το κινητό-τους κι εγώ να κρατώ το

Οι χαρισματικοί του Marcus Sakey

για να βλέπω δίπλα στο κατασκοπικό στόρι και μια προβληματική με διλήμματα και σκέψεις.

        6.     Αεροπλάνο με την ασφυξία του κλειστοφοβικού χώρου να σε πνίγει, με τη διαδρομή να σε βαραίνει, αναζητάς μια ελληνική φωνή ανάμεσα σε ξένους. Στα χέρια-μου το

“Στο πίσω κάθισμα” της Ευτυχίας Γιαννάκη

ευχάριστη έκπληξη που δεν την είχα διακρίνει από πριν, αλλά διαβάζοντάς-την την ξεχώρισα για το στιβαρό γράψιμό-της.

Σκηνές από ένα καλοκαίρι στο οποίο γυρίστηκαν μερικά δυνατά (ράθυμα) πλάνα με βιβλία και ξεκούραση, πλάνα τα οποία θα προβληθούν Προσεχώς!


Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, September 15, 2016

“Έχων σώας τας φρένας” του Αργύρη Χιόνη

Ο συγγραφέας προειδοποιεί: “τρελές ιστορίες”, ανάμεσα στην ορθοφροσύνη και την παραφροσύνη, που αφήνει κληρονομιά στα έπιπλα, νοιάζεται για τη γάτα-του, σκέφτεται σαν γυναίκα τη σόμπα-του.



Ελληνικός γλυκός:

Αργύρης Χιόνης
“Έχων σώας τας φρένας”
εκδόσεις Κίχλη
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; επειδή ο Χιόνης είναι ένα όνομα στη διηγηματογραφία που έχει μείνει στον νου-μου ως κάτι άξιο, ως κάτι μεγάλο, αλλά και επειδή η προηγούμενη συλλογή-του με τίτλο “Το οριζόντιο ύψος” μου είχε αφήσει προ μερικών ετών πολύ καλές εντυπώσεις.

Καθώς το διάβαζα:
          Η πρώτη εντύπωση, καθώς μπήκα στα διηγήματα της συλλογής, ήταν σφιγμένη. Ένα χαλαρό τέμπο, πολύ υποδόριο χιούμορ, μια σκανδαλιά σε κάθε παράγραφο, μια λοξή ματιά που κλείνει το μάτι στο παραμύθι, στον μύθο κ.ο.κ. Τα δύο πρώτα διηγήματα με άφησαν αμφίθυμο, αμήχανο, με την εύκολη γραφή και το παιχνιδιάρικο ύφος. Στο τρίτο κείμενο είδα πίσω από το μειδίαμα του συγγραφέα τη βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία, που κρύβεται πίσω από το σεντόνι της θυμηδίας.
          Έτσι, αναγνώρισα δύο επίπεδα που κινούνται παράλληλα αλλά σε πολλά σημεία διασταυρώνονται.
          Από τη μία, είναι αυτό το ευτράπελο ύφος, που χαλαρώνει την ανάγνωση, που την κατεβάζει σε παιγνιώδη επίπεδα. Ένας “γεράκος”, πριν από τον θάνατό-του, σκαρώνει σκανταλιές, παίζει με την αφήγηση, κάνει γκριμάτσες στη ζωή και στον θάνατο, χαμογελά στα σοβαρά, για να διασκεδάσει το βάρος-τους, λιμάρει τα λόγια για να μη δείχνουν το τραγικό, τον φόνο, την προδοσία, κινείται στην Ιστορία και στον μύθο, φτιάχνει λογοτεχνικούς θρύλους, αλωνίζει διακειμενικά παρωδώντας, παίζοντας, γελώντας…  Στα διηγήματα του Χιόνη βρίσκουμε την παρωδία άλλων κειμενικών ειδών, το χιούμορ, μερικές φορές σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό, την ανατροπή κ.ο.κ.
          Από την άλλη, φαντάζομαι –πεισμένος και από το οπισθόφυλλο- ότι πολλά από τα θέματά-του είναι βαριά, αφού αναφέρονται στον θάνατο, στην παντοδυναμία του έρωτα, την εξαιτίας του γήρατος εξασθένισης του σώματος, της αγωνίας για την απώλεια του γενετήσιου ενστίκτου, την αφαίρεση της ζωής, τη συμβίωση με κάποιο ζώο κ.ο.κ. Κατά δήλωση του συγγραφέα, όλα αυτά δεν πέπτονται εύκολα και γι’ αυτό δεν τα πραγματεύτηκε με το σοβαρό ύφος που θα μπορούσε.

Αφού το διάβασα:
          Καταρχάς, μου φαίνεται ότι ο συνδυασμός του ευτράπελου και παρωδιακού με τα σοβαρά, βαριά θέματα δεν απέδωσε απόλυτα τους αναμενόμενους καρπούς. Τα θέματα δεν αποφορτίστηκαν από το φορτίο-τους αλλά εξαερώθηκαν σε κωμικές εκδοχές της ζωής, χωρίς το βάρος ενός πιο  μεστού προβληματισμού. Προτιμώ να βλέπω στα κείμενα όλο το σκανδαλιάρικο ύφος και τρόπο του Χιόνη, που θέλησε να παίξει με τα είδη των κειμένων, με τις συνταγές, με τα στερεότυπα, να μεταμοντερνίσει –χωρίς να έχει κάτι εναντίον του μεταμοντερνισμού!- παρά να γράψει με το σοβαρό ύφος με το οποίο τον γνώρισα. Νομίζω ότι, επειδή είχα προϊδεαστεί για τη σύζευξη σοβαρού θέματος με ανάλαφρη μορφή, δεν αφέθηκα να χαρώ το χιόνιο παιγνίδισμα.
          Σταδιακά κι όσο καθίζει η ανάγνωση, συνειδητοποιώ ότι η γραφή του Χιόνη είναι αυτό το ευτράπελο, χωρίς δεύτερες συνάψεις. Συνειδητοποιώ τη δύναμη του διηγήματος: μπορεί να περάσει απλά ό,τι φιδοσέρνεται στην ψυχή του συγγραφέα και να το αποδώσει λοξά, πλάγια, τεθλασμένα, υπόγεια και υποδόρια, συγκινητικά πίσω από τα χαμόγελα και την τρέλα. Συνειδητοποιώ ότι το ζώο που εμφανίζεται συχνά στα διηγήματα του κατά βάση ποιητή είναι ένα μυθοπλαστικό υποκατάστατο, που αξίζει να διαβαστεί ως συμ-πρωταγωνιστής. [Μόλις διάβασα και την κριτική της Μαρούτσου, που πλησιάζει με πολύ σεβασμό τον Χιόνη].  
          Τέλος, η έκδοση, αν και προέρχεται από τα χέρια της εκδότριας της «Κίχλης» Κριτσέλη, ικανότατης, σχολαστικής με την καλή έννοια, προσεκτικής και επιμελούς, εδώ έφτασε σε έναν κυκεώνα, που μπερδεύει τον αναγνώστη. Κείμενα, σημειώσεις, κόντρα σημειώσεις, ημιτελή κείμενα, επίμετρο, νέες σημειώσεις τέλους… Θα προτιμούσα μια δομή που να μπορεί να την παρακολουθεί ο αναγνώστης –π.χ. κάποιες σημειώσεις θα ήταν καλύτερο να είναι υποσημειώσεις.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι παρμένες από:  www.iefimerida.gr,  www.lifo.gr,  www.newsbeast.gr,  pasavant.blogspot.com  και  mikroimegaloi.gr]

          Εις μνήμην Μάρης Θεοδοσοπούλου
και Παντελή Καλιότσου
Πατριάρχης Φώτιος   

Sunday, September 11, 2016

“Νεαρό άσπρο ελάφι” του Χρήστου Χωμενίδη

Δύο τρόπους έχει ο Χωμενίδης να προσεγγίζει την πραγματικότητα, ή να την πλάθει: με τον ειρωνικό τρόπο της ανατροπής και με τον πολιτικό τρόπο της ερμηνείας. Συχνά τα κάνει και τα δύο.


Καπουτσίνο με σαντιγί:

Χρήστος Χωμενίδης
“Νεαρό άσπρο ελάφι”
εκδόσεις Πατάκη
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή ο Χωμενίδης είναι ένας εξαιρετικός παραμυθάς, ένας χειμαρρώδης αφηγητής, ένας μαέστρος της μυθιστορηματικής ροής. Κι όταν αυτό μπει στην υπηρεσία μιας σοβαρής αντιμετώπισης του θέματός-του, τότε κάνει θαύματα, μικρά και μεγάλα. Όταν όμως το αφήσει ασύδοτο να ξεχύνεται χωρίς φρένο, γίνεται ευτελές και ανούσιο. Τι θα δούμε λοιπόν;

Καθώς το διάβαζα:
          Το νέο-του μυθιστόρημα ξεκινά, αφήνοντας μεγάλες προσδοκίες. Ο παροπλισμένος συγγραφέας Μηνάς Αβλάμης ζει νωχελικά στην Κέρκυρα, μακριά από τη βαβούρα της πρωτεύουσας και τις δημόσιες σχέσεις της πρότερης συγγραφικής-του ζωής. Ώσπου δέχεται μια απροσδόκητη πρόσκληση να παρευρεθεί στην Κυδωνία, πόλη της Μακεδονίας, όπου διοργανώνεται μια τιμητική βραδιά (και άλλα πολλά) προς τιμή-του. Αφήνει θέλοντας και μη την ερωμένη-του Θάλεια, γυναίκα του δικηγόρου Κουτούζη, ο οποίος έχει σε κλινική στα Γιάννινα μια παραπληγική κόρη, και πετάει για την Κυδωνία. Ως εδώ το δέσιμο της αφήγησης, τα γεγονότα και οι χαρακτήρες προοιωνίζονται μια δυνατή πλοκή, που θα συναρμόσει το συγγραφιλίκι με την ράθυμη ζωή και μερικές τραγωδίες με ήπιο βλέμμα.
          Μόλις όμως αφήσουμε την Κέρκυρα και τα Γιάννινα και βρεθούμε στην Κυδωνία, αρχίζει ένας κυκεώνας τραγελαφικών σκηνών: από τον πλούσιο δήμαρχο Παύλο Παύλου του Παύλου, που σαν κοάλα περιφέρεται νεοπλουτίστικα και ελέγχει τη ζωή στην πόλη, μέχρι τους πλείστους κατοίκους-της, άνδρες και γυναίκες, που βλέπουν τον Αβλάμη με θαυμασμό. Από αυτό το σημείο και εξής ο Χωμενίδης ξαναβάζει τα παπούτσια που φορούσε στον “Κόσμο στα μέτρα-του” και ξαναθυμάται ό,τι είχε ξεχάσει στη “Νίκη”: συνεχής τραγικοκωμωδία, μικρά και μεγάλα παράδοξα, ένα υποδόριο χιούμορ που συχνά βγαίνει στην επιφάνεια και ανατρέπει ό,τι έχει χτιστεί μέχρι τότε, χαρακτήρες-καρικατούρες, κίτρινα κοστούμια και κιτς σκηνικά… Ο συγγραφέας, εκούσια φαντάζομαι, αφήνεται στο ρεύμα της ατιθάσευτης σάτιρας, της σπουδαιογελοίας κριτικής, των φαρσικών επεισοδίων, αφήνοντας τον αναγνώστη να αντιληφθεί το “γιατί”.
          Κι αυτό το “γιατί”, όσο και αν παίρνει απάντηση, υποβαθμίζεται με τον τρόπο γραφής στον οποίο παρασύρεται ο πεζογράφος.
          Το “γιατί” φαίνεται να εξηγείται από τη διάθεση του Χωμενίδη να καταδείξει την απίστευτη απαξίωση που τρέφει η ελληνική κοινωνία για τους διανοούμενούς-της. Τους σοβαρούς τους υποβαθμίζει και τους ασόβαρους τους επιζητεί σαν γλάστρες στα σόου-της, σαν φλούδες σοκολάτας στην τούρτα-της, σαν αξιοσέβαστο γελωτοποιό στα πάρτι-της. Το βιβλίο γίνεται έτσι ένα αξεσουάρ που τους θέτει στο κέντρο, με τις ιστορίες που περιέχονται σ’ αυτό ή με ιστορίες που συνοδεύουν τον δημιουργό-του εν είδει πιπεράτου καρυκεύματος. Η εξουσία χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία σαν ακριβό γουναρικό.
Ή μήπως ο Χωμενίδης εστιάζει στον άνθρωπο-τίποτα που γίνεται κάτι, μέσω αμφιλεγόμενων τρόπων συγγραφής και management και κατόπιν εισπράττει τα επίχειρα της “δόξας”-του; Αυτός που “στο πανελλήνιο πανηγύρι της ματαιοδοξίας, αυτός δεν ήταν παρά ένας ευσυνείδητος οπερατέρ” γράφει βιογραφίες για τα κονομήσει, ενώ παράλληλα γράφει και λογοτεχνία! Αυτός, ενώ φαινομενικά δεν θέλει πλέον πολλά πολλά με τη δημοσιότητα, στην ουσία καλοκοιτάζει τις τιμές, τις ωραίες γυναίκες που τον θαυμάζουν και τους προβολείς της κοινωνίας που είναι ριγμένοι πάνω-του.
Ασχέτως ερμηνείας, ο Χωμενίδης γράφει μια υπερβολή, τραβηγμένη όπου μπορεί από τα μαλλιά, παραγεμισμένη με ευτράπελα και ξεχειλωμένα συμβάντα, παραφουσκωμένη ώστε να μην μπορεί να χωρέσει στη συνείδησή-μας. Παραδείγματος χάριν, ο αναγγελθείς θάνατος του Αβλάμη είναι το αποκορύφωμα, αναληθοφανής και αιωρούμενος, ακραίος αφηγηματικά και καρτουνίστικος, γελοιογραφικά αποδοσμένος και σκηνοθετημένος σαν σε αμερικάνικη κομεντί. Κι εκεί συρράπτονται τα διάφορα επεισόδια της ζωής του Αβλάμη με τους πρωταγωνιστές-τους να ξαναβρίσκονται στο τιμητικό δείπνο, εκεί συρράπτονται αλήθειες και ψέματα, αναμνήσεις και προδοσίες. Η εκδίκηση απέναντι σε έναν συγγραφέα που ζει εις βάρος των άλλων και που γράφει … “επί πτωμάτων” μετουσιώνεται σε μια ευμεγέθη φάρσα!

Αφού το διάβασα:
Τελικά, ο Χωμενίδης πετά τον συγγραφέα-ήρωά-του στο κλουβί με τα λιοντάρια κι, αφού τον αφήνει να τον γελοιοποιήσουν, τον κρεμά στην εκδίκησή-τους για τη μετριότητά-του. Και το κάνει αυτό επειδή τον θεωρεί δραπέτη της ζωής, αφού τη χρησιμοποιεί, όπως και τους ανθρώπους-της, για να δημιουργήσει, ενώ ποτέ δεν ανέλαβε μέχρι τέλους τις ευθύνες-του. Η ιδέα μοιάζει δυνατή, αλλά, όταν τη περιλούζει με ένα σωρό κιτς μπιχλιμπίδια, χάνει κάθε γεύση, χάνει κάθε ουσία. 

[Οι εικόνες της ανάρτησης αντλήθηκαν από:  www.thenervousbreakdown.com,   www.tigerwires.com,  disney.wikia.com,   everything.plus,  www.salon.com,  www.newsbomb.gr,  lolanaenaallo.blogspot.com  και www.gettyimages.com]

Εις μνήμην Μάρης Θεοδοσοπούλου
και Παντελή Καλιότσου







Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, September 08, 2016

“Υπουργός νύχτας” του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Νεκροθάφτης – Νονός της νύχτας – Υπουργός: τρεις διακριτές σταδιοδρομίες ή τρεις φάσεις μιας παρασκηνιακής ζωής που εν τέλει κάνουν αυτά τα τρία να μοιάζουν πιο πολύ απ’ ό,τι φαίνεται. Κι όλο αυτό μια πολιτική αλληγορία ή μια περιπετειώδης εκδίκηση;



Φραπέ με πάγο:

Γιώργος Σκαμπαρδώνης
“Υπουργός νύχτας”

εκδόσεις Πατάκη
2016
 


Συγ-γραφείο κηδειών και υπουργός παρα-οικονομίας

Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή πιστεύω πολύ στον συγγραφέα Σκαμπαρδώνη και στα κείμενά-του. Είναι μια σίγουρη γραφή, καλύτερη στα μικρά κείμενα, όχι πάντα καλή στα μεγάλα.

Καθώς το διάβαζα:
          Η νύχτα και η παράλληλη ζωή που περιλαμβάνει θα μπορούσε όντως να θεωρηθεί μια δεύτερη πραγματικότητα, όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό. Δεκάδες εκατοντάδες μαγαζιά, χιλιάδες εργαζόμενοι, νόμιμα και παράνομα κέρδη, δοσοληψίες και μπράβοι, ιερόδουλες και βαποράκια, μαφία και προστασία, μαύρο χρήμα και ξέπλυμα, μια παράλληλη οικονομία που προφανώς θα χρειαζόταν έναν …Υπουργό για να αναλάβει το χαρτοφυλάκιό-της.
          Ο Πρίμο, κληρονόμησε ένα γραφείο κηδειών, το οποίο κι έτρεξε με συνέπεια και επιμονή, κερδίζοντας αρκετά χρήματα, αλλά ο τζόγος και το πάθος-του γι’ αυτόν διώχνει τη γυναίκα-του και τον αναγκάζει να δανειστεί από τον Υπουργό νύχτας ένα μεγάλο ποσό, με αντάλλαγμα δύο μεταφορές Ρώσων μαφιόζων και ιερόδουλων όπως και ποσότητας ναρκωτικών. Όταν ο Υπουργός πεθαίνει αναμενόμενα όσο και εσπευσμένα…, ο Πρίμο αναλαμβάνει (λίγο απότομα) επικεφαλής μιας καλοστημένης επιχείρησης που προάγει την ελληνική παραοικονομία. Κι ύστερα ανέρχεται χωρίς να το πολυεπιδιώξει, στην πραγματική πολιτική και μετά τις εκλογές γίνεται Υπουργός Ανάπτυξης!       
            Η νύχτα και ο κόσμος-της έχουν χρησιμοποιηθεί από τη λογοτεχνία για να εξιχνιαστεί το παράλληλο σύμπαν-της, άλλοτε με σκηνές θρίλερ και τραγικές εικόνες, κι άλλοτε με κωμικό και σατιρικό τρόπο. Θυμάμαι τη «Φωνή» του Χωμενίδη, τα “Φίδια στο σκορπιό” του Μουζουράκη, το “Ο άσος στο μανίκι” του Πλιάγκου και πολλά αστυνομικά έργα που επικεντρώνονται στον υπόκοσμο της νύχτας.
          Ο Σκαμπαρδώνης ξέρει πολύ καλά να χειρίζεται τις επιμέρους σκηνές-του. Με εύφημη θητεία στο διήγημα είναι ικανότατος να στήνει μικρά σκηνικά, διαλόγους και μεμονωμένα επεισόδια που άλλοτε είναι απολαυστικά ευτράπελα κι άλλοτε σοβαρά και γεμάτα συγκίνηση. Ο συγγραφέας φτιάχνει μια δυναμική αντίθεση μεταξύ ενός επαγγέλματος θλιβερού που ωστόσο γεννά και πολλά ανεκδοτολογικά πιασίματα, του νεκροθάφτη, και του υπόκοσμου που κανοναρχεί τη νύχτα. Σ’ αυτήν πάνω επιχειρεί να αναδείξει το σοβαρό-ασόβαρο πρόσωπο της Ελλάδας, που έχει φιλοδοξίες αλλά και που τρώγεται με τα ρούχα-της, που κινείται στο σκοτάδι μιας δεύτερης οικονομίας και ενσωματώνει ειδικότητες που είναι… υπεράνω υποψίας.
          Γιατί όμως ο συγγραφέας να βάλει έναν νεκροθάφτη να εξελίσσεται –λίγο απότομα και απίθανα, θα έλεγα- σε μεγαλομαφιόζο; Για να δείξει την Ελλάδα της νύχτας; Για να θέσει προβληματισμούς για τον παράλληλο γαλαξία που κινείται δίπλα στη ζωή της μέρας; Για να δοκιμάσει την ανθεκτικότητα ενός ανθρώπου που ούτως ή άλλως είναι επιρρεπής στο καζίνο και στους πειρασμούς-του; Είναι η συλλογική ζωή που τίθεται στο μικροσκόπιο ή ο ατομικός βίος που εξετάζεται σε συνθήκες νύχτας; Κι έπειτα πώς ο παράλληλος κόσμος της νυχτερινής πολιτικής αναμειγνύεται με αυτόν της επίσημης εξουσίας;
          Αν ο συγγραφέας είχε σκοπό να γράψει ένα πολιτικό μυθιστόρημα, θα μπορούσε να αξιοποιήσει περαιτέρω αυτήν την εξαιρετική ιδέα-του. Ο κοινός νεκροθάφτης μετεξελίσσεται σε πολιτικό νύχτας κι έπειτα σε πραγματικό Υπουργό. Τι κοινό έχουνε όλα αυτά μεταξύ-τους; Καταρχάς, η βιτρίνα της επίσημης πολιτικής κρύβει πίσω-της παρασκηνιακές ραδιουργίες, δοσοληψίες με την παραοικονομία της νύχτας και διαπλοκή, κρύβει πρακτικές εξόντωσης των αντιπάλων-της, αλλά και νόμους καρμανιόλες για τους ζωντανούς πολίτες, θάβει όνειρα και υποσχέσεις, κηδεύει το μέλλον πριν γεννηθεί, κάνει μνημόσυνα σε παλιές αξίες… Η ιδέα θα μπορούσε να συνεχιστεί με αλληγορίες και συμβολισμούς, για να αναδείξει το σκοτεινό πρόσωπο της πολιτικής.
          Όμως ο Σκαμπαρδώνης στρέφει όλη την προσοχή σε μια εκδίκηση από τον χώρο του υποκόσμου που οδηγεί σε εξοντώσεις μεταξύ των νονών της νύχτας και σε απόπειρα θανάτωσης του ίδιου του Υπουργού. Αυτή η επιλογή υποβιβάζει το πολιτικό στην αναζήτηση της προσωπικής πορείας που ανέρχεται σταδιακά, αλλά πάντα μια στιγμή τη στήνει και καραδοκεί, ώστε να πάρει το αίμα-της πίσω. Σχεδόν κυριολεκτικά.

Αφού το διάβασα:
          Τελικά, πέρασα τα σλαβικά όρη από την αρχή έως το τέλος του κειμένου. Καλές στιγμές χιούμορ, υπονόμευση ό,τι σοβαρού χτιζόταν με επιστροφή στο ευτράπελο, σκηνές με γνήσια υπαρξιακό χρώμα, αφήγηση δράσης που θυμίζει ευπώλητο, πολιτικοί απόηχοι, στροφή σε δουλειές του υποκόσμου… Το τέλος μένει στυφό με την επιλογή που δεν έγινε, με το πολιτικό που θυσιάζεται στον βωμό του ατομικού και του μικρού.
[Μου άρεσε πολύ το εξώφυλλο: μαύρο της νύχτας σε φόντο, αλλά γεμάτο σκασίματα σαν ρωγμές σε σοβά, και πάνω ένα φεγγάρι-ημισέληνος που σαν δρεπάνι καρφώνει μια ανθρώπινη φιγούρα: ένα μπράβο στον Θανάση Γεωργίου για τον σχεδιασμό του εξωφύλλου].

[Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενό-μου είναι παρμένες από:  www.teletes-belias.gr,  www.voria.gr,  www.teletes-katsaounis.gr,  www.visitkievukraine.com,  www.denofgeek.com,  www.buddhabarhotelbudapest.com  και  kouvoutsaki.aristovathmio.gr]


Εις μνήμην Μάρης Θεοδοσοπούλου








Πατριάρχης Φώτιος 

Monday, September 05, 2016

“Έξω χιονίζει” του Σάκη Σερέφα

Γιατί έξω να χιονίζει; Κι ενώ λευκαίνεται η Θεσσαλονίκη, γιατί μέσα στο θέατρο μονόλογοι ολογραμμάτων από στρατιώτες που βρέθηκαν στην πόλη τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταθέτουν τη γνώμη-τους;


Πολυποικιλιακός καφές Θεσσαλονίκης:

Σάκης Σερέφας
“Έξω χιονίζει”
εκδόσεις Πόλις
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή ήξερα το “Θα σε πάρει ο δρόμος”, ένα βιβλίο με πολλά μικρά κειμενάκια όπου συνδυάζεται η κωμικότητα με το σοβαρό, και το “Μαμ”, έργο με εξ αρχή δεδηλωμένη τη θεατρική-του δομή. Τα λέω αυτά γιατί και το “Έξω χιονίζει” είναι νουβέλα με έντονη θεατρικότητα ή θεατρικό με τη μορφή πεζού, με αφηγητή, με τη βιβλιακή αύρα της λογοτεχνίας που διαβάζεται.

Καθώς το διάβαζα:
          Ένα μέντιουμ στη σκηνή ενός θεάτρου αναβιώνει σε εκτοπλασματική μορφή παρόντες τον 1915 στη Θεσσαλονίκη, όταν μαινόταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και πολυεθνικές δυνάμεις είχαν έλθει στην πόλη. Έτσι, ένας Άγγλος, ένας Γάλλος, ένας Ρώσος, ένας Ινδός στον βρετανικό στρατό διηγούνται ιστορίες που έζησαν στη Θεσσαλονίκη σε ένα είδος stand-up comedy, που συνδυάζει το κωμικό με το τραγικό, το σατιρικό με το πένθιμο, το χαλαρό με το προβληματισμένο. Οι θεατές εισπράττουν ζωντανά αυτή τη μεταφορά στον χρόνο που τους πάει πίσω και τους μυεί από πρώτο χέρι στο κλίμα της εποχής, στη φρίκη του πολέμου και στη τραγελαφική ατμόσφαιρα αντι-ηρώων.
          Το έργο ξεκινάει με αφετηρία τις αναβιώσεις αυτοπτών μαρτύρων μέσω ενός διαμεσολαβητή μέντιουμ και οδηγείται μέσω εξιστορήσεων στον πόλεμο και τη θεσσαλονικιώτικη εμπειρία. Σ’ αυτή τη βάση το κείμενο διέπεται από αποσπασματικότητα, διαλογικότητα, θεατρικότητα, συνδυασμό κωμικών και τραγικών λόγων, πολυπρισματική θέαση, αντιηρωική διάθεση. Φυσικά, θα περίμενα κάθε ομιλητής να έχει τον δικό-του ιδιαίτερο λόγο, να υπάρχει δηλαδή πολυγλωσσία, και όχι μια παραπλήσια γλώσσα σε όλους. Και επιπλέον το μήνυμα του καθενός, ενώ αφορμάται από διαφορετική εκδοχή του πολέμου, συγκλίνει μονοφωνικά στον ίδιο διακωμωδητικό, αντιηρωικό τρόπο. Άρα, αυτή η κοινή, ετερογενής αλλά συνάμα συγκλίνουσα, γραμμή των μαρτυριών δείχνει μια λιγότερο μυθιστορηματική πολυμέρεια απ’ ό,τι θα έπρεπε.
          Επί της ουσίας τώρα, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος άφησε ελάχιστα ίχνη στο σώμα της Ιστορίας-μας και ελάχιστα τραύματα. Η επιλογή αυτού του πολέμου για να αποτελέσει καμβάς του έργου του Σερέφα είναι ένα ερωτηματικό. Μια πρώτη εξήγηση έχει να κάνει με τη Θεσσαλονίκη και την πολυπολιτισμική-της σύνθεση που δέχτηκε και τα ξένα στρατεύματα να πληθύνουν αυτό τον πλουραλισμό. Μια δεύτερη σχετίζεται με την ουδετερότητα αυτού του πολέμου για την Ελλάδα, που επιτρέπει στον συγγραφέα να δείξει τον ίδιο τον πόλεμο και τη δυστυχία την οποία επιφέρει ξέχωρα από τις εθνικές και ιδεολογικές προεκτάσεις.
          Κι από την άλλη, αντί ο Σερέφας να δώσει μια τραγική διάσταση στις αφηγήσεις-τους, προτιμά τις ισχυρές δόσεις χιούμορ και παρωδίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο υπονομεύει το ηρωικό ιδεώδες, διαμορφώνει μια κατάσταση αντίθετη με τη θρηνωδία της καταστροφής και δείχνει μέσω της φαιδρής πλευράς τη φρίκη. Ωστόσο δεν ξέρω αν αυτή η οδός είναι πρόσφορη για αντιπολεμικό κήρυγμα, όχι μόνο εξαιτίας των φαρσικών υπερβολών-του, αλλά κυρίως επειδή η χαλαρή, ειρωνική, ευτράπελη ατμόσφαιρα αποπροσανατολίζει από το κέντρο του προβλήματος, την οδύνη δηλαδή του θανάτου και του άλογου πολέμου.

Αφού το διάβασα:
          Έμεινα μετέωρος σε μια σάτιρα που φαίνεται εν μέρει παράλογη, που θα ήθελε να κάνει σοβαρές αντιπολεμικές κατηγορίες, που θα ήθελε να γίνει βάση ενός ξανακοιτάγματος, αλλά τελικά μένει …στον αέρα.

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από: ardin-rixi.gr,  wikipedia.org,  maviboncuk.blogspot.com,  news247.gr  και  maxitis.gr]

Εις μνήμην Μάρης Θεοδοσοπούλου

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, September 04, 2016

Το κωμικοτραγικό ανάπτυγμα της ζωής

          Είναι τόσο τραγελαφική η ζωή που ο μόνος τρόπος να την αποδώσει κανείς ρεαλιστικά είναι αυτή η ανάμειξη του αστείου και του σοβαρού; Ή είναι τόσο παράλογη η πραγματικότητα ώστε οι συγγραφείς επιλέγουν, ειδικά τον τελευταίο καιρό, να την προσεγγίσουν με κωμικοτραγικό τρόπο, με παρωδία και σάτιρα, με σαρκαστικό ύφος;
          Δείτε για παράδειγμα τρεις εντελώς διαφορετικούς συγγραφείς που στην αρχή του 2016 επιλέγουν αυτή την αναλογία σοβαρότητας και υπονόμευσής-της, για να χτίσουν τον δικό-τους κόσμο κι έτσι να αναδείξουν τον δικό-μας. Ο Σερέφας που πάντα αλμυρίζει τις συνταγές-του με ένα ωμό χιούμορ, λίγο ελίτ, λίγο σκεπτόμενο, ο Σκαμπαρδώνης με μια μίξη υποχθόνιας αστειότητας και πολιτικής κι ο Χωμενίδης που πλησιάζει στα μισά-του κείμενα την πραγματικότητα με λοξό χιούμορ και προσπάθεια να ξεχαρβαλώσει αυτήν τη βιτρινάτη σοβαροφάνεια. Κι ένας τέταρτος, ο Αργύρης Χιόνης, που έρχεται πριν από μερικά χρόνια (τότε έγραψε τα διηγήματά-του αλλά τώρα εκδόθηκαν) να διαγουμίσει το μαύρο με μπόλικο …ασπρόμαυρο.
          Τέσσερα κείμενα μοιάζουν και διαφέρουν πάνω στην κωμικότητά-τους:

- “Έξω χιονίζει” του Σάκη Σερέφα
- “Υπουργός νύχτας” του Γιώργου Σκαμπαρδώνη
- “Νεαρό άσπρο ελάφι” του Χρήστου Χωμενίδη
- “Έχων σώας τα φρένας” του Αργύρη Χιόνη

          Τις επόμενες μέρες θα παρουσιάσω αυτήν την ευτράπελη λογοτεχνία που επιχειρεί να ξεσαλώσει πάνω στον κόσμο της γκριζόμαυρης ζωής.

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, September 01, 2016

ΝΟΜΠΕΛ Λογοτεχνίας 2006: Ορχάν Παμούκ

“Κάτι παράξενο στο νου μου”

Η Ιστανμπούλ, μαζί ευρωπαϊκή και μαζί ασιατική, συνδέει τον πολιτισμό με την παράδοση, απλώνεται, οικοδομείται, κυλάει στους δρόμους-της μαζί με τους μικροπωλητές, φωνάζει μαζί με τον μποζατζή...


Boza:

Orhan Pamuk
Kafamda bir Tuhaflιk
2013
Ορχάν Παμούκ
“Κάτι παράξενο στο νου μου”
μετ. Σ. Βρεττού
εκδόσεις Ωκεανίδα
2015


          Πρωταγωνιστής και σ’ αυτό το έργο του Παμούκ δεν είναι ο ήρωάς-του. Δεν είναι καν ολόκληρη η οικογένεια Καράτας και αυτή των Άκτας που κατακλύζουν με τα πολυάριθμα μέλη-τους τις 720 σελίδες του μυθιστορήματος. Για άλλη μια φορά πρωταγωνίστρια είναι η Κωνσταντινούπολη των τελευταίων σαράντα χρόνων και η γοργή μεγέθυνσή-της.
          Η Κωνσταντινούπολη, η Ιστανμπούλ των Τούρκων, είναι στο κέντρο πολλών από τις μυθιστορηματικές συνθέσεις του Τούρκου νομπελίστα. Π.χ. στο “Μαύρο βιβλίο” η περιήγηση του ήρωα, που αναζητά τη γυναίκα-του, είναι και μια αναζήτηση της χαμένης Ιστανμπούλ, είναι μαζί και μια τοιχογραφία της Πόλης στο σήμερα και στο χθες, μ’ εκείνη τη φανταστική –και με τις δύο σημασίες της λέξης- περιγραφή του Βοσπόρου, αν κάποια στιγμή εξαφανίζονταν τα νερά που τον σκεπάζουν. Ο Παμούκ βλέπει την Κωνσταντινούπολη σαν το σύμβολο μιας σύζευξης του παλιού με το νέο, του οθωμανικού με το ευρωπαϊκό.
          Έτσι και στο “Κάτι παράξενο στο νου μου” δυο οικογένειες, απόγονοι των αδελφών Μουσταφά και Χασάν, διασχίζουν τις δεκαετίες και παρακολουθούν τον ιστανμπουλικό χώρο να αλλάζει. Βασικός βέβαια ήρωας είναι ο μποζατζής Μεβλούτ, ένας περιπλανώμενος μικροπωλητής που πουλάει διαδοχικά ή και μαζί γιαούρτι, μποζά και πιλάφι. Αν κανείς πάει και σήμερα στην Πόλη, θα δει περιφερόμενους εμπόρους σαλεπιού ή τσαγιού, με μια μεταλλική κανάτα, να το κρατά ζεστό. Είναι ένα επάγγελμα και μαζί μια εικόνα της παράδοσης που χάνεται και ο Μεβλούτ εκπροσωπεί αυτή την παλιά συνήθεια.
          Θέλει να παντρευτεί μία εκ των τριών αδελφών, αλλά κατά λάθος δεν παίρνει την ωραία που ήθελε αλλά την άλλη. Αυτό δεν τον εμποδίζει να κάνει οικογένεια, αλλά πάντα παλεύει νυχθημερόν να τα βγάλει πέρα, δουλεύει μία και δύο δουλειές, περιφέρεται στους δρόμους πουλώντας τον μποζά-του (“ο μποζάς πουλιέται με τη φωνή του μποζατζή”, λέει κάπου), κουβαλώντας το ξύλο που συνδέει τους δύο ζυγούς με το αλκοολούχο, ξινό ή γλυκό, ρόφημα, τοιχοκολλά αριστερές αφίσες μαζί με τον φίλο-του Φερχάτ, μεγαλώνει μαζί με την πόλη.
          Και μαζί-του μια πολυάριθμη ομάδα ανθρώπων που κινείται στο λαϊκό υπόστρωμα της πόλης, άνθρωποι της επαρχίας που πασχίζουν να βάλουν ένα κεραμίδι, έστω και παράνομο, πάνω από το κεφάλι-τους, μικροπωλητές, άνθρωποι του μόχθου, γυναίκες της οικογένειας και της παράδοσης, φίλοι και εχθροί, πελάτες που κοιτάζουν τον μποζατζή με την απορία αλλά και το δέος για έναν κόσμο που χάνεται. Ένας λαβύρινθος χαρακτήρων σε μια πολυεστιακή αφήγηση, στην οποία ο καθένας προσθέτει κάτι σε όσα εξιστόρησε ο άλλος. Η ανάγνωση απλώνεται μακρόσυρτα αλλά όχι ράθυμα, ελίσσεται μαζί με τις εξελίξεις, κουβαλά όλο το ανατολίτικο πολύβουο μελίσσι.
          Ξαναγυρίζω στην Ιστανμπούλ, αφού αυτή αντικατοπτρίζει την τουρκική κοινωνία. Και παρόλο που αναπτύσσεται με οικοδομικές αλχημείες και αλματώδεις ρυθμούς, κρύβει σε κάθε σοκάκι-της το αιώνιο παρελθόν-της, όχι το ιστορικό (βυζαντινό και οθωμανικό), αλλά το παραδοσιακό ως κομμάτι μιας κουλτούρας που δεν θέλει να σβήσει.

[Το κείμενο για τον Ορχάν Παμούκ πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 14/6/2016 και εδώ αναδημοσιεύεται με φωτογραφίες που δεν αφορούν στην τουριστική Πόλη ή στη χριστιανική Κωνσταντινούπολη, αλλά στην απλή, καθημερινή Ιστανμπούλ]
Καλό φθινόπωρο
Πατριάρχης Φώτιος