Monday, April 12, 2010

Καφές φίλτρου με άρωμα καρύδα: “Κρέας από σταφύλι” της Σ. Σκαλίδη

Το δεύτερο βιβλίο κρίνεται πιο αυστηρά από το πρώτο. Είναι αναμενόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο, καθώς το πρώτο ελαφρύνεται από την αύρα του νεοεμφανισθέντος, και δικαιολογούνται ως συμπτώματα πρωτόλειου λάθη και ατέλειες. Το δεύτερο όμως είναι ανοικτό στην αυστηρή κριτική, γιατί: α) είναι πλέον έργο ωρίμασης και όχι πρωτόπειρου ενθουσιασμού, β) εκτιμάται για το αν ο συγγραφέας προχώρησε στη γραφή και στη σκέψη ή ανακυκλώνεται και γ) αξιολογείται ως σώμα με το πρώτο και δίνει μια συνολικότερη εικόνα για τον δημιουργό.

“Κρέας από σταφύλι”
εκδόσεις Πόλις
2010

         Περνάει αυτό το τεστ η Σταυρούλα Σκαλίδη μετά το επιτυχημένο πρώτο-της έργο “Προδοσία και εγκατάλειψη”, που απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού «Διαβάζω»;
        Ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: στην παρούσα νουβέλα (;) μια μάνα τρελή ανατρέφει τα παιδιά-της με καταπιεστικό τρόπο, ο γιος μεγαλώνει και κάνει οικογένεια αλλά την εγκαταλείπει για να ξεφύγει από τη μάνα-του, η κόρη-του σαν μεγαλώσει έρχεται στην πόλη για να σπουδάσει κουβαλώντας τα βάρη της πατρικής εγκατάλειψης…
         Η υπόθεση μπλέκει τρεις γενιές και πολλά άλλα πρόσωπα, τα οποία γεμίζουν με τις ψηφίδες-τους το πολυεπίπεδο έργο της συγγραφέως. Η υπόθεση δεν δίνεται χρονολογικά (θα ήταν παλιομοδίτικο και βαρετό) αλλά εναλλάσσονται χρονικά επίπεδα και οπτικές γωνίες με μια τεχνική που μου έφαγε στην αρχή αρκετή φαιά ουσία για να την αποκωδικοποιήσω. Είναι σαν κάποια παιχνίδια με αριθμημένες τελείες που ο αναγνώστης πρέπει να ενώσει με μια μονοκονδυλιά μολυβιού για να μπορέσει να ανακαλύψει το σχέδιο που κρύβεται πίσω τους. Έτσι και στο «Κρέας από σταφύλι» κάθε πρόσωπο και κάθε μικροϊστορία ακούγεται αυτόνομη μέχρι τη στιγμή που το αφήγημα, κάνοντας τον κύκλο-του, ξαναφέρνει τα πρόσωπα συνδεδεμένα φευγαλέα αυτή τη φορά με το υπόλοιπο κάδρο. Η τεχνική αυτή αρκεί να καταξιώσει το βιβλίο με το ευφυές αλλά και καλοστημένο σχέδιό-της.
          Σ’ αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο η ιστορία χτίζεται με ύφος λιτό αλλά και ποιητικό, αργό και αλλά σταθερό, ράθυμο αλλά και ισόρροπο μεταξύ εξιστόρησης και συλλογισμού. Δύο πράγματα που θα τα ήθελα διαφορετικά: αφενός το ύφος θα μπορούσε να ποικίλει ακόμα περισσότερο από αφηγητή σε αφηγητή (όσο κι αν φαίνονται τέτοιου είδους προσπάθειες, στην τελική έκβαση κρίνονται ελλιπείς) και αφετέρου πολλές μικρές κοινοτοπίες (ειλημμένες από τραγούδια ή κλισέ φράσεις της εποχής) υποβαθμίζουν τον λόγο.
          Τέλος, θέλω να σταθώ στη δυνατότητα να μελετήσουμε τη συμπεριφορά των προσώπων και πέρα από τα έργα-τους να δούμε και τα αίτια της στάσης-τους, ιδωμένα από ψυχολογικής και, γιατί όχι, από ψυχαναλυτικής σκοπιάς. Ένα παράξενο Οιδιπόδειο (μάνας και γιου) και αμέσως κατόπιν ένα σύμπλεγμα της Ηλέκτρας (κόρης και πατέρα) που στην αλληλοδιαδοχή-τους επηρεάζουν τα μέλη της οικογένειας. Η μάνα έχει σκοτώσει ένα κοριτσάκι μπροστά στα μάτια του μικρού γιου-της, ο οποίος κουβαλώντας τα τραύματα της παιδικής ηλικίας ξεσπά παρατώντας την οικογένειά-του και τις δυο κόρες-του. Η μία από αυτές δίνεται εύκολα σε ερωτικές απολαύσεις ενώ η άλλη, πιο εσωστρεφής και βαθιά τραυματισμένη, επιφυλάσσεται υπερβολικά (;) να συνάψει σχέσεις. Το μετακυλιόμενο τραύμα, οι αμαρτίες γονέων που “παιδεύουσι” τέκνα, η σχέση άπωσης προς συμπεριφορές που εκθέτουν και ακρωτηριάζουν ψυχικά τον ένα εξαιτίας του άλλου…
          Το δεύτερο αυτό έργο είναι καλογραμμένο και άρτιο. Η Σκαλίδη ανεβαίνει σταδιακά και αναγνωρίζεται. Το ζήτημα πάντα είναι να μην εγκλωβιστεί στη μανιέρα του ύφους-της και των (μικρο)αστικών-της θεμάτων και δεν μπορέσει να καινοτομήσει μελλοντικά σε σχέση με τον εαυτό-της.

ΥΓ. Έχοντας έτοιμη την παρουσίασή-μου από την προηγούμενη εβδομάδα, διάβασα στα «Νέα» του Σαββατοκύριακου (10.4.2010) την κριτική του Κούρτοβικ. Ο άνθρωπος αυτός έχει οξύτατη μύτη και δουλεμένη ικανότητα να παρουσιάζει ευκρινώς τις απόψεις-του. Πολλά με βρίσκουν σύμφωνο, όπως ο κίνδυνος μανιέρας και μελοδραματισμού, αλλά πιστεύω ότι η Σκαλίδη εξελίσσεται αφηγηματικά, αφού, όπως προείπα, συνδέει με καλοσχεδιασμένο τρόπο τα επιμέρους στοιχεία. Δες και την άποψη του Βιβλιολόγιου: http://bibliologio.blogspot.com/2010/04/blog-post.html  
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, April 07, 2010

Νες καφέ Monte Tasso: “Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες” του Δημοσθένη Βουτυρά

Μαύρη λογοτεχνία: η λογοτεχνία που συνδέεται με τον θάνατο, τα φαντάσματα, τα νεκροταφεία, τα φονικά. Μια σκοτεινή πλευρά της ζωής αναδεικνύεται με μια υπόγεια αγάπη για το αλλόκοσμο.

“Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες”
εκδόσεις Τόπος
2009

       Ο Δημοσθένης Βουτυράς έγραψε πάμπολλα είδη διηγημάτων, ενώ αυτά που περιλαμβάνονται στο ανά χείρας τομίδιο ανήκουν στη μαύρη λογοτεχνία. Αρέσκεται να αφηγείται σε σύντομα κειμενάκια μια ιδέα ζωής μεταξύ ξύπνιου και ύπνου, όπου όλα τα μακάβρια μπορεί να βγουν αληθινά. Κι έτσι οι ήρωές-του κινούνται σε νεκροταφεία ή σε έρημα μέση μέσα στη νύχτα, σε απόκρημνους γκρεμούς και σε απόμερα σπίτια. Κάνουν παρέα με απόκληρους της ζωής αλλά και με φαντάσματα που κάπου σαν να φαίνονται αλλά ποτέ κανείς δεν είναι σίγουρος. Ο Βουτυράς δηλαδή δεν εγκαταλείπει το ρεαλιστικό γράψιμο και δεν μεταπηδά στο φανταστικό, αλλά σκόπιμα μένει στο ανάμεσα προκαλώντας στον αναγνώστη ανάμικτα συναισθήματα.
         Δίοδος προς το «επέκεινα» δεν είναι μόνο τα όνειρα αλλά και οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες. Γενικότερα ο συγγραφέας δίνει την εντύπωση πως ζούμε σε μια Χ πραγματικότητα, αλλά είναι πολύ πιθανόν παράλληλοι κόσμοι να κινούνται γύρω-μας, χωρίς ποτέ κανείς να τους έχει γνωρίσει αλλά και χωρίς να μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξή-τους.
         Την επιμέλεια έκανε ο Τσοκόπουλος ο οποίος έχωσε μέσα στα μαύρα διηγήματα και ένα με κοινωνικό προβληματισμό, εκφράζοντας και τη σοσιαλιστική ματιά του διηγηματογράφου (μου φάνηκε αταίριαστο με τα υπόλοιπα που είχαν συγκεκριμένο χαρακτήρα). Η χρήσιμη εισαγωγή-του μας εισάγει στο έργο του Βουτυρά και μας κατατοπίζει για τη γραφή-του. Κι αν κανείς σκεφτεί ότι πρόκειται για έναν πεζογράφο των αρχών του 20ού αιώνα, παρωχημένο και άκαιρο, θα του έλεγα ότι διαβάζει κανείς μια πολύ ζωντανή δημοτική γλώσσα, δουλεμένη σαν να γράφτηκε σήμερα, σαν να μην πέρασε από πάνω της η σκιά της καθαρεύουσας που ανάσαινε παράλληλα μ’ αυτήν.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, April 06, 2010

Χριστός Ανέστη

Χριστός ανέστη.
Για τους πιστούς είναι ένα χαρμόσυνο μήνυμα.
Για τους μη πιστούς ένας χαιρετισμός.
Πάσχα
Για τους πιστούς είναι μια μεγάλη γιορτή με συμβολισμούς και αφορμή για νέο ξεκίνημα
Για τους μη πιστούς ανοιξιάτικες διακοπές και καλό φαΐ.
Εύχομαι σε όλους να βρήκαν αυτό που έψαχναν.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 01, 2010

Κρέπα αλμυρή με λαχανικά: Δημήτρης ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ

Δέκα χρόνια τώρα ο Δημήτρης Μαμαλούκας χτίζει σιγά σιγά το συγγραφικό-του προφίλ. Προσέχθηκε με ένα αστυνομικό, την “Απαγωγή του εκδότη” (2005) και καταξιώθηκε με ένα μυθιστόρημα που διαθέτει πάλι στοιχεία αστυνομικής λογοτεχνίας, τη “Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα” (2007). Από τότε συνεχίζει…

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα, όπου και κατοικεί, αλλά κατάγεται από τη Λευκάδα. Είναι πτυχιούχος Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Lecce της Ιταλίας. Ξεκίνησε τη συγγραφική του δραστηριότητα το 1999 με το μυθιστόρημα “Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα” (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τίτλο Όσο υπάρχει αλκοόλ...) και ακολούθησαν έργα που τον καταξίωσαν τόσο στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας όσο και στο είδος του ψυχολογικού θρίλερ. Ασχολείται με τη μετάφραση και γράφει κριτική λογοτεχνίας στην κυριακάτικη «Αυγή». Διατηρεί δικό-του ιστολόγιο: mamaloukas.blogspot.com.

Εργογραφία (αντλημένη από τη http://www.biblionet.gr/):
- “Κοπέλα που σε λένε Φίνι”, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2009.
- “Η μοναξιά της ασφάλτου”, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2008.
- “Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα”, Καστανιώτη, 2007
- “Η απαγωγή του εκδότη”, Καστανιώτη, 2005.
- “Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού”, Καστανιώτη, 2003
- “Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα”, Απόπειρα, 1999.

Τα χαρακτηριστικά της συγγραφικής-του τέχνης:
1. Πρώτον και σημαντικότερο προσόν του Μαμαλούκα είναι η δεξιοτεχνία στη σύνθεση πλοκής. Ειδικά, στα αστυνομικά-του έργα, όπου η εξύφανση της ιστορίας διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, καταφέρνει να στήσει τα γεγονότα ώστε νομοτελειακά να καταλήγουν στο τέλος που επιθυμεί. Ο συγγραφέας με άλλα λόγια έχει την ικανότητα να συνθέτει (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, χωρίς ο αναγνώστης να πιστέψει ότι μερικά σημεία στριμώχνονται άρον άρον για να δοθεί ένα Α τέλος στην υπόθεση. Σ’ αυτό βοηθούν οι εύστοχες ανατροπές οι οποίες δεν αφήνουν τον αναγνώστη να εφησυχάσει αλλά κι ούτε τον απογοητεύουν από την καμπή που παίρνουν συχνά τα πράγματα.
2. Εύστοχη η απεικόνιση των μεμονωμένων σκηνών και μαζί εξαιρετική η σκηνοθεσία της δράσης, ώστε να αποτυπώνεται παραστατικά ο χώρος, η ατμόσφαιρα, η ένταση της στιγμής. Ειδικά στα τελευταία-του θρίλερ, η έμφαση στο πώς κάθε σκηνής και η εστίαση στα ψυχολογικά συμφραζόμενα οδηγούν τον αναγνώστη σε μια εκμάγευση της σκέψης-του.
3. Αφανής αλλά όχι ασήμαντη είναι η σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, ώστε να φανεί ο αβυσσαλέος ψυχισμός-τους, η φρενήρης εμμονή-τους σε προσωπικές αξίες, η εναγώνια προσπάθειά-τους να πετύχουν τον θεμιτό ή αθέμιτο στόχο-τους. Εν μέρει η μοίρα πλανάται μέσα στη ζωή-τους και τους χειραγωγεί κι αυτοί, μοιραίοι αλλά όχι άβουλοι, προσπαθούν να την οδηγήσουν εκεί που οι ίδιοι θέλουν.


Μια αποτίμηση του τελευταίου-του έργου “Κοπέλα που σε λένε Φίνι”:
       Από το 2008 με το μυθιστόρημά-του “Η μοναξιά της ασφάλτου” φαίνεται ότι επιχειρεί να κάνει μια στροφή και να αλλάξει το ιταλικό τοπίο και το αστυνομικό υπόβαθρο. Το προηγούμενο βιβλίο-του ήταν περισσότερο θρίλερ και μάλιστα σήκωσε πολλή συζήτηση στο ποστ της 7ης Ιανουαρίου 2009, όταν κατέγραψα τα υπέρ και τα κατά που είχε, με τα δεύτερα, κατά τη γνώμη-μου, να υπερισχύουν.
        Το τωρινό-του έργο “Κοπέλα που σε λένε Φίνι” ακολουθεί τα χνάρια του προηγούμενου, αλλά (όπως πιστεύω) με πολύ πιο προσεκτικά βήματα και με αποφυγή των όποιων ακροτήτων. Πρώτα απ’ όλα βγάζω το καπέλο στον Μαμαλούκα για τη δυναμική πλοκή-του, που στήνεται λιθαράκι λιθαράκι, χωρίς κενά και αδιέξοδα, χωρίς ο συγγραφέας να λεηλατεί την πίστη του αναγνώστη, χωρίς να εκκρεμούν ζητήματα… Αντίθετα, καθετί οικοδομείται με ακρίβεια μοιρογνωμονίου, η εξέλιξη προετοιμάζεται με όλες τις λεπτομέρειες και το τέλος έρχεται ως φυσική απόληξη μιας καλοεπεξεργασμένης αλυσίδας. Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι έχουν εγκωμιάσει την τέχνη-του στην πλοκή.
        Από την άλλη, φτιάχνει (ίσως για πρώτη φορά) έναν κόσμο πλασματικό που ωστόσο πείθει για την αλήθεια-του. Σε ένα άτοπο στρατόπεδο η Φίνι ξεκινάει από εργάτρια σε απάνθρωπες συνθήκες στα λαγούμια κάτω από τη γη, κακοποιείται και μεταφέρεται στο νοσοκομείο, καταφέρνει να εξελιχθεί σε νοσοκόμα και σταδιακά να δραπετεύσει με τον νοσοκόμο Γκον. Η απόδρασή-τους και η πορεία-τους στην αφιλόξενη "γκρίζα γη" μέχρι το τέλος καταλήγουν σε μια ιστορία εκδίκησης. Οι περιπέτειές-τους δείχνουν τη φαντασία του συγγραφέα, δείχνουν μια καλογρασαρισμένη μηχανή παραγωγής αγωνίας, σασπένς, έντασης και τέλος συγκίνησης.
       Θα ήθελα για άλλη μια φορά να ξεκαθαρίσω μέσα-μου το γιατί ο Μαμαλούκας γράφει. Στήνει τις υποθέσεις-του για τη χαρά της εξιστόρησης, σαν ένα παζλ που ικανοποιεί τον κατασκευαστή-του και θέλγει τον συναρμολογητή-του μέχρι να το αποπερατώσει; Φυσικά ισχύει κάτι τέτοιο. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα όμως είδα επιπλέον και το ιδεολογικό background: η δύναμη της θέλησης που κινητοποιεί κρυμμένες δυνάμεις, αλλά και το βαθιά χαραγμένο πείσμα της εκδίκησης, που ελλοχεύει και ξεπηδά για να δαγκώσει όταν έλθει η ώρα-της. Ο πεζογράφος δουλεύει την ψυχή του ανθρώπου που θέλει να δραπετεύσει με κάθε τίμημα αλλά και την αίσθηση της προδοσίας που μπορεί να συντρίψει κάθε-του όνειρο.
Καλό μήνα και καλό Πάσχα
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 28, 2010

qahwa sudaniyya: “Από το Τόκιο στο Χαρτούμ” του Γιώργου Βέη

Ταξιδιωτική λογοτεχνία. Κάθε συγγραφέας που ασχολείται με το είδος βάζει τη σφραγίδα της γραφής-του ποικίλλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τη βεντάλια. Λ.χ. ο Ουράνης αφηγείται, ο Καζαντζάκης περιηγείται και στοχάζεται, ο Βέης δίνει ποιητικές εικόνες.

“Από το Τόκιο στο Χαρτούμ”
εκδόσεις Κέδρος
2009

        Στην αρχή περίμενα –μάλλον κακώς- μια περιηγητική διαδρομή στις χώρες που έζησε ο Βέης ως πρέσβης, σαν μια γεωγραφική ξενάγηση με ιστορικά στοιχεία και εμπειρίες ταξιδιού. Και λέω κακώς, γιατί αφενός αυτό προσιδιάζει σε εκπομπές για την τηλεόραση και αφετέρου γιατί η ποιητική ιδιότητα του συγγραφέα καθορίζει τη ματιά-του αλλά και τη γραφή-του, με αποτέλεσμα αυτό που τελικά εισπράττει ο αναγνώστης να είναι μια ιμπρεσσιονιστική απεικόνιση στιγμών και αισθημάτων, εικόνων και σκέψεων διυλισμένων από το στοχαστικό βλέμμα του Βέη.
          Η  Ι α π ω ν ί α  ξεδιπλώνεται σαν μητέρα αισθήσεων και εμπειριών, σαν μια συνεχής τελετουργία συμβόλων και διαφευγόντων νοημάτων. Η   Α φ ρ ι κ ή   σαν μια πανδαισία πολιτισμών, τόσο πολύχρωμων όσο και ερεθιστικών. Από το Τόκιο της Άπω Ανατολής στη Γιαουντέ του Καμερούν κι έπειτα στο Χαρτούμ του Σουδάν, από το σάκε στον qahwa sudaniyya (σουδανικό καφέ). Ο Ευρωπαίος, τόσο ο συγγραφέας όσο και ο αναγνώστης, λειτουργεί καταρχάς μυητικά, προσπαθεί να ικανοποιήσει την περιέργειά-του, αλλά συν τω χρόνω να εγκλιματιστεί σε ένα μωσαϊκό πολιτισμικών σημείων που δεν ταιριάζουν με την κοσμοαντίληψή-του και οφείλει να το αποκωδικοποιήσει και εν μέρει να το ασπαστεί.
        Ο Βέης δεν βλέπει τόσο τοπία όσο κείμενα. Δηλαδή δεν μένει στο εξωτερικό ερέθισμα ενός χώρου, ενός σκηνικού, αλλά το δουλεύει στο μυαλό-του ποιητικά, το αποδίδει στοχαστικά, το επεξεργάζεται διακειμενικά. Κάθε κεφάλαιο, ασύνδετο αφηγηματικά με το προηγούμενο και το επόμενο, στίζεται κυριολεκτικά με πληθώρα παραπομπών και κειμενικών αναμνήσεων. Τα ποιητικά χωρία αποτυπώνουν το φευγαλέο αίσθημα της στιγμής, ενώ οι φιλόσοφοι έρχονται στο γραπτό του Βέη για να αναγάγουν το στιγμιαίο σε διαχρονικό. Ο Ιάπωνας συγγραφέας Μισίμα και το έργο-του συμπλέει με τα θεατρικά δρώμενα στο Κιότο, αν θυμάμαι καλά, και ο Γάλλος Ρολάν Μπάρτ αποκωδικοποιεί τους συμβολισμούς της ιαπωνικής σημειωτικής.
          Ο Βέης δείχνει όχι μόνο πολιτισμική οξυδέρκεια αλλά και διακειμενική συνθετική ικανότητα που μπορεί να διαβάζει αυτά που βλέπει και να αναπαράγει με τη γραφή όσα είδε.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 26, 2010

Ελληνικός με φουσκάλες: “Ποιον θα δαγκώσω άμα λυσσάξω” του Παντελή Καλιότσου

Η αυτοβιογραφία σαν μυθιστόρημα κάνει ήρωα τον ίδιο τον αυτοβιογραφούμενο και επινοεί τη ζωή-του μέσα από βιωμένες στιγμές και διαθλασμένες αναμνήσεις.

“Ποιον θα δαγκώσω άμα λυσσάξω”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

        Ομολογώ ότι με τράβηξε καταρχάς ο τίτλος. Τον είδα πάνω στον πάγκο του βιβλιοπωλείου και είπα: να ένας έξυπνος τίτλος για να δείξει αντισυμβατικά την αντίδρασή-του στην κοινωνία και σε όλους όσοι φέρονται εγωιστικά, αντικοινωνικά, ωχαδελφικά κ.ο.κ. Έπειτα είδα το όνομα του συγγραφέα και σκέφτηκα ότι ο Καλιότσος είναι ένα αφανές όνομα στο λογοτεχνικό στερέωμα, πολύ καλός στα παιδικά-του (βλ. τα “Ξύλινα σπαθιά”), αλλά κάτι λάμπει γύρω-του που με τραβάει και θα ήθελα να διαβάσω π.χ. τον “Μεσαίο τοίχο” του.
           Η παρούσα αυτοβιογραφία είναι γραμμένη με τη χάρη του παραμυθιού, όπου το απόσταγμα της ζωής απορρέει από περιστατικά και λιγότερο από σκέψεις (σε αντίθεση λ.χ. με τη Σώτη Τριανταφύλλου που έγραψε μια πολύ ευφυή, γεμάτη περίτεχνες σκέψεις, αυτοβιογραφία: το “Ο χρόνος πάλι”). Η εξιστόρηση των παιδικών χρόνων-του είναι δοσμένη με ελαφρύ χιούμορ, με διάθεση να αποκαλύψει μια ζωή που δεν του χάρισε όσα θα ήθελε ένα παιδί και γενικά δεν τον τίμησε με πλούτη και δόξα. Μου θύμισε πάλι το “Μονοπάτι στη θάλασσα” του Σουρούνη.
       Ο Καλιότσος έχει μέσα του το παραμυθιακό στοιχείο και γράφει με απλότητα και σαφήνεια, χωρίς να λείπει η λογοτεχνική στόφα. Κρατά έναν άξονα δράσης, κατά βάση χρονολογικό, αλλά έντεχνα παραλείπει στοιχεία και συχνά πηδάει σε άλλες αναμνήσεις που σχετίζονται συλλογιστικά με όσα ήδη έχει πει.
         Ήταν ένας Χριστιανός που έπραξε αμαρτίες, αλλά και ένας άθρησκος που σκεπτόταν χριστιανικά. Περιφέρθηκε σαν κλοσάρ και σαν μποέμ, αλλά μόναζε κιόλας παρέα με τον σκύλο-του σε έναν κολπίσκο στη Σκύρο. Με μικρότερο το ένα πόδι από το άλλο ήταν σπουδαίος ψαράς και κολυμβητής. Ασπούδαχτος κατ’ ουσία είχε μια εγγενή κλίση προς την αφήγηση… Θα μπορούσα να αραδιάσω κι άλλες αντιφάσεις της ζωής-του. Και χάρη σε όλες αυτές εντέλει είναι τόσο αυθεντικά και απρόβλεπτα αληθινά όσα γράφει.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, March 23, 2010

Schwarzer Kaffee με γάλα: “Ένας κόμπος όλα” της Ματζαρίδου vs. “Βασανιστές” του Ραχιώτη

Crash test μεταξύ δύο πρωτοεμφανιζόμενων, οι οποίοι ξεκινάνε στον λογοτεχνικό στίβο σε ώριμη ηλικία εκπροσωπώντας δύο τάσεις (γυναικεία – ανδρική, ιδιωτική – δημόσια), οι οποίες αξίζει να ιδωθούν ως παράλληλα σύμπαντα. Το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται για ώριμα κείμενα, δουλεμένες γραφές, συγκροτημένες πένες. Κι είναι σύνηθες στην Ελλάδα να έρχονται νεοεμφανιζόμενοι συγγραφείς, συχνά στη δεκαετία των 40 ή των 50, που έχουν πολλή δύναμη και εμπειρίες, έχουν καλλιεργήσει τον λόγο και τη σκέψη, ασχέτως αν μετά συχνά …μένουν από λάστιχο.

Ευσταθία Ματζαρίδου
“Ένας κόμπος όλα”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2009

Θοδωρής Ραχιώτης
“Βασανιστές”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

         Ενώ η λογοτεχνία έχει καταπιαστεί με κάθε πτυχή της ατομικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου, με τον έρωτα και τον θάνατο μέχρι τις σχέσεις γονέων-παιδιών και τη φιλία, από τη μοναξιά και την αποξένωση ώς το έγκλημα και την εκδίκηση, η εγκυμοσύνη έχει περάσει απαρατήρητη, τώρα που το σκέφτομαι χωρίς εξήγηση.
        Η Ματζαρίδου πραγματεύεται ένα πολύ γυναικείο θέμα, το οποίο θα μπορούσε να αποθαρρύνει τον ανδρικό κοινό: μια ανύπαντρη γυναίκα, ετών σαραντακάτι, μένει έγκυος, βλέπει όλη τη ζωή-της να αλλάζει με σταδιακά βήματα που ξεκινάνε από τον τρόπο που σκέφτεται τον εαυτό-της και τους άλλους. Οι πρώτες σκέψεις, η αντιμετώπιση της μάνας-της στο χωριό που ούτως ή άλλως είναι ξένος κόσμος γι’ αυτήν, ο μικρός με τον οποίο διατηρεί μια χαλαρή ερωτική σχέση (ο πατέρας στην ουσία του παιδιού), τα διλήμματα και η αντιμετώπιση της ζωής υπό το πρίσμα της νέας συμ-βίωσης με το επερχόμενο κορίτσι.
      Ο εσωτερικός μονόλογος της γυναίκας θα μπορούσε να είναι κουραστικός και στατικός. Αντίθετα, αποπνέει μια σπιρτάδα, μια εσωτερική αεικίνητη ορμή που ισορροπεί ανάμεσα στα γεγονότα και τις σκέψεις της αφηγήτριας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί με περιέργεια την ψυχολογία της εγκύου, που βρίσκεται συνεχώς σε διλημματική κατάσταση για το αν θα το κρατήσει ή όχι, για το φύλο του παιδιού, για το πώς θα αντιμετωπίσει τον περίγυρό-της κ.ο.κ. Συνάμα η αμφιθυμική της στάση, που τη μια χαίρεται και νιώθει ανακουφισμένη και στην επόμενη σελίδα σκυθρωπιάζει και αισθάνεται αδύναμη και γριά αποτυπώνουν αληθοφανώς το ψυχολογικό τρίκλισμα μιας γυναίκας που βλέπει να αλλάζει ανεπιστρεπτί η ζωή-της από το νέο πλάσμα που έρχεται να τη σφραγίσει.
        “Η συγγραφέας… εκτονώνει όλη τη σωρευμένη, στη διάρκεια χρόνων, ψυχική ορμή και μας δίνει ένα κείμενο μεγάλης ψυχικής εντάσεως και, ανά σημεία, βαθιάς αναμόχλευσης του εαυτού …ξεδιπλώνοντας το βαθύ τραύμα της αφηγήτριας-πρωταγωνίστριας από τη μάνα της και τη συνακόλουθη καταστροφή τού εντός της μητρικού κέντρου” (Ξενάριος, «διαβάζω», Φεβρουάριος 2010).

       Στην αντίπερα όχθη ο Ραχιώτης κατάγει το δημόσιο στο ιδιωτικό ή ανάγει το ιδιωτικό στη σφαίρα του δημοσίου. Ήρωάς-του ή μάλλον αρνητικός ήρωας είναι ένας πρώην βασανιστής της Χούντας, ο οποίος βαθμιαία μετατρέπεται από απλό φιλήσυχο πολίτη σε σαδιστή της ΕΣΑ.
        Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι: Βασανιστής γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Κατά τον Θοδωρή Ραχιώτη η αποκοτιά χτίζεται αργά. Πυροδοτείται από ένα μακρύ φιτίλι ατάκτως ερριμμένο όπου σφίγγεται γύρω από τα πρώτα βήματα της κοινωνικοποίησης του ατόμου. Όμως εκεί που το στάδιο της απόλυτης ελευθερίας του ατόμου, αντεστραμμένο συναντά την αχαλίνωτη εξουσία” (Κουρμουλής, «Αυγή», 5.1.2010) (http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=515171  )
          “Οσον αφορά τον συγγραφέα, φαίνεται να έχει καταλήξει, πολύ πριν από τη συγγραφή, ως προς την απάντηση. Υιοθετεί την κυρίαρχη άποψη κοινωνιολόγων, ψυχολόγων και λοιπών αρμοδίων, που προκρίνει το περιβάλλον ως τον καθοριστικό παράγοντα στην καλλιέργεια της επιθετικότητας και κατ' επέκταση, της βίας. . . Σε αυτό ακριβώς συνίσταται το εγχείρημα του εν λόγω, πρώτου του βιβλίου. Να δείξει, ή μάλλον ακριβέστερα να εμπεδώσει, διά της μυθοπλασίας τα επιστημονικά πορίσματα στην ειδική και πλέον ενδιαφέρουσα περίπτωση του βασανιστή ως οργάνου κρατικής καταστολής.” (Θεοδοσοπούλου, «Ελευθεροτυπία», 15.1.2010) (http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=15/01/2010&id=121054  ).
        “Εν τέλει τα πάντα είναι θέμα ρόλων: ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι ιδεολόγος κομμουνιστής, αναθρεμμένος με την ιδέα της διεκδίκησης των εργασιακών του δικαιωμάτων, ο ίδιος μετατρέπεται μέσω του στρατού σε όργανο ισχύος και εξουσιαστικής καταπίεσης. Ο κοινωνικός ιστός εκπαιδεύει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα μέλη του, όχι επειδή τα τελευταία είναι συνειδητοί φορείς των ιδεών τους, αλλά επειδή οι συνθήκες ζωής τους οδήγησαν στο να λειτουργήσουν με τον δείνα τρόπο, για να επιβιώσουν μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο το άτομο είτε επιβάλλεται είτε εξοντώνεται.” (Περαντωνάκης, «διαβάζω», Ιανουάριος 2010).
        “Πάνω από όλα όμως ο οξυδερκής Ραχιώτης, επιχειρηματολογεί στην έννοια του κράτους. Το κράτος σαν η εφαρμοσμένη εκδοχή της υπερβατικής εθνικής συλλογικότητας, διατρέχεται από έναν απλοϊκό κανόνα: την άσκηση της εξουσίας, δια μέσο οργανωτικών δομών. Η κοινωνία βρίσκεται εκτός. Όποιος δεν υπακούει, εξοβελίζεται.” (Κουρμουλής, «Αυγή», 5.1.2010)

         Δύο βιβλία τα οποία έτυχε να διαβάσω μαζί, δύο βιβλία άξια για πόνημα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα ώριμης ηλικίας, δείχνουν ποια θέματα και πώς τα πραγματεύεται κάθε φύλο, κάθε οπτική γωνία σε μια πολυπρισματική ζωή της οποίας κάθε συμβάν διεκδικεί και τη θέση-του στη λογοτεχνία.
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 21, 2010

Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Διαβάζουμε ποίηση όχι γιατί είναι της μόδας, αλλά αντίθετα επειδή πηγαίνει κόντρα στη μόδα, θέλει αργή ανάγνωση και συγκέντρωση, ζητά να απομυζήσει κάθε ικμάδα της σκέψης-μας, απαιτεί να μας απορροφήσει ολόκληρους. Και σε καιρούς ταχείς και καταιγιστικούς, όπως αυτοί που ζούμε, η στοχαστική αυτή αργοπορία φαντάζει ...παλιομοδίτικη.
      Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για ποίηση, ας βάλουμε στο μυαλό-μας Καββαδία ή καλύτερα ...ας ακούσουμε λίγους από τους στίχους-του.

Μελοποίηση Νίκου Καββαδία
(πηγή: Μιχάλης Γελασάκης στο http://www.poiein.gr/archives/1873/index.html )

Ο πίνακας που  απεικονίζει τον Νίκο Καββαδία είναι του Γιάννη Τσαρούχη.
- Γιάννης Σπανός, “Ανθολογία Γ΄”, Lyra 1975. Ερμηνεία: Κώστας Καράλης
- Μαρίζα Κωχ, “Μαρίζα Κωχ”, CBS 1977.
- Θάνος Μικρούτσικος, “Ο Σταυρός του Νότου”, Lyra 1979. Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
- Μιχάλης Τερζής, “Τραγούδια της θάλασσας”, CBS 1983. Ερμηνεία: Κώστας Καράλης.
- Λάκης Παπαδόπουλος , “Περίπου”, Lyra 1984. Ερμηνεία: Αρλέτα (δύο ποιήματα).
- Ο Κώστας Θωμαΐδης τραγουδάει το «Καραντί» για πρώτη φορά μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο το 1983.
- Ηλία Αριώτης - Νότη Χασάπης, “S/S IONION 1934”, Minos 1986. Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη για το «Γράμμα ενός αρρώστου».
- Αδερφοί Κατσιμίχα, “Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις”, Columbia (Minos-Emi) 1987. Μελοποίηση του «Μαϊμού του ινδικού λιμανιού» (Μαϊμού).
- Δημήτρης Ζερβουδάκης το 1989 μελοποιεί το «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» (Γράμμα σ’ έναν ποιητή).
- Στα τέλη του 1988 η Μαρίζα Κωχ επανέρχεται με ένα μελοποιημένο ποίημα του «Μαραμπού».
- Το 1991, ο Θάνος Μικρούτσικος επανήλθε με τις «Γραμμές των Οριζόντων» (Minos). Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχα και ο ίδιος.
- To Δεκέμβριο του 1996 η Νένα Βενετσάνου ερμήνευσε την “Πικρία” σε μουσική Michael Montanaro στο δίσκο “Νέα γη”.
- Τον Ιούνιο του 2004 κυκλοφόρησε ένα διπλό cd με τίτλο «Όρθιοι». Προσωπικός δίσκος του Βασίλη Λέκκα με τρία μελοποιημένα ποιήματα από τον Χάρη Παπαδόπουλο. Το «Guevara» και η «Η μικρή χορεύτρια» Το cd αυτό πλέον δεν κυκλοφορεί.
- Στις 17 και 18 Μαρτίου 2005, με αφορμή μια σειρά συναυλιών που έκανε ο Θάνος Μικρούτσικος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ηχογραφήθηκε ο δίσκος «Σταυρός του Νότου/Γραμμές των οριζόντων» (διπλό cd). Για πρώτη φορά μελοποιείται το ποίημα «Μαρέα» και ερμηνεύεται από τον Γιάννη Κούτρα και τον Χρήστο Θηβαίο.  Κυκλοφόρησε από την EMI.
- Χειμερινοί Κολυμβητές, το ποίημα «Παραλληλισμοί» στο δίσκο “Στο πέρασμά σου”, Lyra 2007.


Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Δημήτρης Ζερβουδάκης
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης


Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.


Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά•
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.


Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τα' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.


Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.


Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.


Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.


Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.


Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.


Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει•
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.


Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γριά σ' ένα πολύβοο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.


Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.


Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;


Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.


Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Να διαβάζουμε λίγο ποίηση: κάνει καλό στην ψυχική υγεία
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 19, 2010

Προαναγγελία κρέπας: Δημήτρης Μαμαλούκας

1. Την 1η Απριλίου θα ανοίξουμε τον μήνα με μια κρέπα, αφιερωμένη σε έναν συγγραφέα που έχει πάψει μεν να είναι πολλά υποσχόμενος και έχει περάσει στο στάδιο της ώριμης αποτίμησης του έργου-του.
       Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο-του ("Κοπέλα που σε λένε Φίνι") κερνάμε αλμυρή κρέπα με λαχανικά για τον Δημήτρη Μαμαλούκα. Δε θα ήθελα να γίνει σύγκριση με φτασμένους νεοέλληνες συγγραφείς, αλλά να σταθούμε στα αξιόλογα βιβλία-του, να μιλήσουμε φυσικά και για ό,τι δεν μας αρέσει, να αποτιμήσουμε το τελευταίο-του κείμενο και να δούμε τι μέλλον έχει αυτή η ρημάδα η λογοτεχνία.

2. «Οι Έλληνες δεν κατάγονται από Έλληνες»!
του Γιώργου Παππά (Τα Νέα, 17.3.2010)
"ΜΕΤΑ το «Focus» και τη λαϊκή «Βild», η σειρά της «FΑΖ» στην αναζήτηση της ταυτότητας των σημερινών Ελλήνων.

Στην ιστοσελίδα της έγκριτης εφημερίδας faz. net ο συντάκτης του σχετικού πονήματος Αντρέας Κιλμπ δεν έχει αμφιβολία ότι «οι Έλληνες δεν κατάγονται από Έλληνες». «Χωρίς πολλά λόγια», όπως λέει μεταξύ των άλλων, οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι τίποτα άλλο από αυτά που άφησαν πίσω τους οι Σλάβοι το 600 μ.Χ., οι Φράγκοι σταυροφόροι, οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι, οι Καταλανοί, οι Οθωμανοί και τα αλβανικά φύλα. «Ένας στους τέσσερις σημερινούς Έλληνες προέρχεται από τους πρόσφυγες, άλλοι τόσοι έχουν σλαβικές ή αλβανικές ρίζες, αλλά όλοι είναι ενωμένοι μπροστά στον κοινό εχθρό. Και ελλείψει των Τούρκων, ιδεώδης στόχος είναι τώρα οι Γερμανοί. Διότι στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατέλυσαν στη γενέτειρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού με τρόπο που ακόμα και σήμερα κοκκινίζει κανείς από ντροπή». Ως συντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της «FΑΖ» ο Αντρέας Κιλμπ δείχνει ότι γνωρίζει καλά τον Φαλμεράιερ. Και η ντροπή για τα πεπραγμένα των παππούδων του δεν μπορεί να είναι άλλοθι για την αναπαραγωγή του."

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 17, 2010

Espresso Freddo Jamaica Blue Mountain: «Το παλιό σχολείο» του Τ.Γουλφ

Όταν στο ποστ της 12ης.2.2010 συζητούσαμε το βιβλίο “Ο κλέφτης του στρατοπέδου”, οι θαμώνες του Βιβλιοκαφέ σύστησαν ως ανώτερο το «Το παλιό σχολείο». Έπρεπε λοιπόν να το διαβάσω!

Tobias Wolff
“The Old School”
2003
Τομπάιας Γουλφ
“Το παλιό σχολείο”
μετ. Π. Κοντογιάννης
εκδόσεις Πόλις
2008

       Ένα σχολείο στη δεκαετία του ’60 στην Αμερική. Ένας διαγωνισμός διηγήματος που θέλει τον νικητή να περνάει κάποιες ώρες μαζί με έναν διάσημο συγγραφέα, ο οποίος επισκέπτεται το σχολείο και κρίνει τον επιτυχόντα. Μια λογοκλοπή που αποκαλύπτεται, μια δήθεν σχέση του κοσμήτορα με τον Χέμινγουεϊ που δεν υπήρξε ποτέ… Ο Χέμινγουεϊ πεθαίνει, ο κοσμήτορας έχει ήδη παραιτηθεί και ο νεαρός λογοκλόπος εκδιώκεται από το σχολείο.
       “αυτό που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο βιβλίο αυτό δεν είναι η- πάντα συναρπαστική- σχολική ζωή και οι σχέσεις της, ούτε οι διαπιστώσεις σχετικά με το λογοτεχνικό λόγο. Προχωρά σε περισσότερο βάθος και εστιάζει γύρω από το πολυσυζητημένο θέμα της σχέσης ζωής και έργου ενός συγγραφέα, αλλά αυτή τη φορά από μέσα. Δηλαδή, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, χωρίς να το συνειδητοποιεί αρχικά τουλάχιστον, αντιστέκεται σθεναρά στο να αποκαλύψει τον εαυτό του στους άλλους αλλά και στα διηγήματα του.” (http://anagnosi.blogspot.com/2009/03/blog-post_31.html  )
     “Το τελικό συμπέρασμα, στο οποίο θέλει να μας οδηγήσει ο συγγραφέας, είναι τα αίτια, για τα οποία ο ανώνυμος ήρωας του βιβλίου έγινε τελικά συγγραφέας και εκλήθη πολλά χρόνια αργότερα να μιλήσει στο σχολείο αυτό, το οποίο, εκτός από τη μόρφωση και την αγάπη για τη λογοτεχνία, του διαμόρφωσε το χαρακτήρα μέσα από το σκληρό μάθημα, που πήρε, όταν αποβλήθηκε για λογοκλοπή από αυτό. Ήτοι, ότι μπορεί να κρύβεσαι απ’ όλους για όλη σου τη ζωή και κανείς να μην ξέρει ποιος πραγματικά είσαι, αν επιθυμείς, όμως, να γίνεις συγγραφέας, υποχρεωτικά θα ξεγυμνώσεις την ψυχή σου και θα αποκαλυφθείς. Προσωπικά, μου θυμίζει λίγο τη βιωματική γραφή του Γιώργου Ιωάννου, ο οποίος θεωρούσε ότι δεν μπορείς να γράψεις πραγματικά, αν λείπουν από τη ζωή σου τα ανάλογα βιώματα.” (http://periousios.blogspot.com/2008/05/blog-post_6255.html )
       “Από την κριτική έχει γραφτεί ότι "Το παλιό σχολείο" είναι μια διασταύρωση του "Κύκλου των χαμένων ποιητών" και του "Φύλακα στη σίκαλη". Χωρίς αμφιβολία είναι ένα σημαντικό έργο, το οποίο όμως δεν μπορεί κάποιος να απολαύσει πλήρως, αν δεν ξέρει τους συγγραφείς για τους οποίους γίνεται λόγος, καθώς και τα συγκεκριμένα έργα τους.” (http://anagnostria.blogspot.com/2008/05/blog-post.html )
         Στην ουσία δεν παρακολουθούμε ένα μυθιστόρημα εκπαιδευτικής πράξης και μαθητείας (Bildungsroman) αλλά μια εξήγηση της πορείας του αφηγητή (και του συγγραφέα;) προς την ουσιαστική ενασχόληση με τη συγγραφή: οι παιδικές αναμνήσεις και τραύματα, ο μαθητικός συναγωνισμός και η ανεπάρκεια, η κρυφή ζωή που ποτέ δεν μπόρεσε να την κάνει διήγημα, η ταύτιση με το κείμενο μιας μαθήτριας ενός άλλου σχολείου, αλλά και η παράλληλη αποκάλυψη ότι η αίγλη της γνωριμίας με ένα μεγάλο όνομα της λογοτεχνίας, όπως ο Χέμινγουεϊ, ήταν ψευδής. Θα μου άρεσε να δω μια ψυχαναλυτική ερμηνεία, αλλά δεν διάβασα πουθενά μια τέτοια.
         Πέρα απ’ αυτά χαιρόμαστε την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που θέλγεται από τη λογοτεχνία και βλέπει τους συγγραφείς ως πρότυπα.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, March 15, 2010

Friday, March 12, 2010

Καφές φίλτρου με άρωμα βανίλιας: “Γραμματική” της Μ. Τσολακούδη

Ο Παπαδιαμάντης είχε κατηγορηθεί ότι γράφει ρηχά διηγήματα, από τα οποία μάλιστα, αν κανείς διαβάσει δυο-τρία, είναι σαν να τα έχει διαβάσει όλα.

Μαρία Τσολακούδη
“Γραμματική”
εκδόσεις Τόπος
2009

     Η πρωτοεμφανιζόμενη Μαρία Τσολακούδη συνθέτει μια σειρά διηγημάτων για την πατρίδα-της τη Λήμνο. Ο τίτλος κάθε διηγήματος είναι το όνομα ενός προσώπου, με του οποίου την οπτική γωνία παρακολουθούμε τα δρώμενα. Πρόκειται για μικρές ιστορίες, πολλές από τις οποίες δεν έχουν κορύφωση, αλλά όλες μαζί συστήνουν το σκηνικό της λημνιακής κοινωνίας. Την ατμόσφαιρα αυτή εντείνουν τα παρένθετα δημοσιεύματα από τον τοπικό τύπο των ετών 1924-1965, στα οποία αναδεικνύονται μικρά και μεγάλα συμβάντα που άφησαν το στίγμα-τους στη Λήμνο, κειμενάκια σε ανειμένη καθαρεύουσα που δείχνουν τι είναι αυτό που απασχολεί ένα απομονωμένο νησί όπως αυτό.
      Τα διηγήματα της Τσολακούδη είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα, ενίοτε με ντόπια διαλεκτικά στοιχεία, και αποτυπώνουν την ιδιόλεκτο του ανθρώπου που μιλάει και τον τρόπο σκέψης-του. Η θεματική των μικρών αυτών ιστοριών σχετίζεται με στιγμιότυπα που εδράζονται στην παράδοση και στην κλειστή κοινωνία του μικρού αυτού τόπου: τάμα στον Άγιο, η αποδιοπομπαία πόρνη, εκδίκηση και φονικά, προσκύνημα, αρχαία νομίσματα, ζώα και επαγγέλματα κ.ο.κ.
       Θα έλεγα ότι βρήκα μικρό ενδιαφέρον όσον αφορά στην πλοκή και δεν μου έκανε καρδιά να συνεχίσω μετά το τρίτο τέταρτο. Ώσπου… έκανα τη σύνδεση με τον Παπαδιαμάντη. Ιστορίες από ένα νησί με το χρώμα και την αύρα των κατοίκων-του, ένα είδος νεοηθογραφίας δηλαδή, όπου δεν μετράει τόσο η πλοκή όσο η ατμόσφαιρα και η περιγραφή ενός κλίματος. Έτσι, συνέχισα το διάβασμα για να μπω στο κλίμα. Πινελιές μιας κοινωνίας και βιωματικά στοιχεία που συνθέτουν το ψηφιδωτό μιας άλλης ζωής, άχρονο πλαίσιο που συναρμόζονται παρόν και παρελθόν, ενίοτε συναντάμε και τραγικές στιγμές (λ.χ. στο καλύτερο διήγημα «Στέλιος», όπου έγινε παλιά ένα φονικό κι ο φονιάς επανέρχεται στο χωριό)…
       Εν τέλει τα διάβασα όλα αναζητώντας παπαδιαμαντικά σουσούμια και ηθογραφικές ψηφίδες. Άλλοτε τα έβλεπα ενδιαφέρον κι άλλοτε περίμενα πώς και πώς θα τελειώσουν.
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 10, 2010

Choco Cappuccino: “Πινακοθήκη τεράτων” του Μ. Μιχαηλίδη

Το παρασκήνιο της λογοτεχνίας στην Ελλάδα, όπως και παντού, σίγουρα δεν είναι μοναστήρι. Κι αν ο Martin Walser μίλησε για τον γερμανόφωνο χώρο στο βιβλίο-του «Ο θάνατος ενός κριτικού», μια ανάλογη δουλειά αναλαμβάνει αυτοβιογραφούμενος ο 41χρονος συγγραφέας.

Μιχάλης Μιχαηλίδης
“Πινακοθήκη τεράτων”
εκδόσεις Πατάκη
2009

         Ο αδελφός του συγγραφέα Πέτρου Πετρίδη αφηγείται τη ζωή του αδελφού του σε είκοσι κεφάλαια, ενώ ανάμεσα διασπείρονται σημειώσεις, αναφορές, μέιλ, διηγήματα κ.ο.κ. Από το πρώτο βιβλίο ώς το τρίτο που βραβεύτηκε κι ώς τον θάνατό-του ο Πετρίδης πέρασε μια πολυκύμαντη ζωή, βουτηγμένος στα σκατά της εκδοτικής διαπλοκής.

Ανάγνωση 1η (κουτσομπολίστικη):
        Ο αναγνώστης ψάχνει με περιέργεια να ανακαλύψει ποιο ψευδώνυμο μέσα στο μυθιστόρημα αντιστοιχεί σε ποιο πραγματικό πρόσωπο. Κι ο Μιχάλης Μιχαηλίδης έκανε τον εαυτό-του Πέτρο Πετρίδη, ενώ στους υπόλοιπους χαρακτήρες άφηνε το ίδιο αρχικό γράμμα και την ίδια κατάληξη, αλλάζοντας όλα τα άλλα. Αλλού βέβαια έκανε άλλους είδους μεταλλάξεις. Η Χαρτουλάρη (Τα Νέα, 19.12.2009) (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4551907&enthDate=19122009) εξηγεί μερικά από αυτά: η Λεπρέντη είναι η Λεμπέση του Κέδρου, ο Καρύδης είναι ο Καστανιώτης και η Πλατάνη είναι η Πατάκη, η Ξινοτρούλια είναι η κριτικός Δημητρούλια, ο Κοπετό είναι ο Αύγουστος Κορτώ, ενώ ο Κούρτοβικ (6.2.2010) (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4559285) αναγνωρίζει το μυθιστορηματικό-του alter ego στον «υπερφίαλο και φωνακλά Μάντζαρεκ». Το αν αυτά που λέει ο συγγραφέας για όλους αυτούς και για άλλους που δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο από το σινάφι-τους είναι μάλλον μια αποστολή που μόνο τα μεσημεριανάδικα θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας.

Ανάγνωση 2η (αυτοβιογραφική):
        Ο Πέτρος Πετρίδης είναι ο ίδιος ο Μιχαηλίδης και καμία αμφιβολία δεν χωρά περί αυτού. Επομένως, το μυθιστόρημα διαβάζεται κάλλιστα σαν μια τεθλασμένη αυτοβιογραφία, όπου ο δημιουργός της απέδωσε την αφασία-του μέσα σ’ έναν χώρο παράξενο, ιδιοτελή, διαπλεκόμενο, διεφθαρμένο… Τοποθετεί τον εαυτό-του ως συγγραφέα σε ένα περιβάλλον που τον μάχεται κι αυτός προσπαθεί να ελιχθεί και να εκμεταλλευτεί (συχνά ωμά και υστερόβουλα) τους άλλους για να αναρριχηθεί στην πυραμίδα. Παρακολουθούμε όχι απόλυτα χρονικά την πορεία-του από το πρώτο του βιβλίο “Ο μηχανισμός της σύγχυσης” (1997) (όπου παρεμπιπτόντως πάλι αυτοβιογραφούνταν στην προηγούμενη δουλειά-του ως διαφημιστής), έπειτα “Η πισίνα των αναμνήσεων” (1999), μετά “Η σκύλα και το κουτάβι” (2002)(που του απέφερε και το πολυαμφισβητημένο για τη χρονιά εκείνη βραβείο «διαβάζω») και τέλος η “Νυχτερινή διαδρομή” (2006).
         Το προφίλ που χτίζεται είναι περίπου το εξής: συγγραφέας ανερχόμενος με μικρή ή μεγάλη αναγνωρισιμότητα, εργάζεται ως αναγνώστης διαβάζοντας πολλή αγγλόφωνη λογοτεχνία. Ο Κούρτοβικ πιστεύει ότι παρουσιάζεται αθώος και ανυπεράσπιστος, ενώ η δική-μου εντύπωση είναι πως πρόκειται για έναν κυνικό άνθρωπο, ο οποίος ίσως να μην εκδηλώνει αμέσως τις αντιδράσεις-του, αλλά όλες-του οι σκέψεις είναι επιθετικές και συχνά μετατρέπονται σε πράξεις στεγνής ιδιοτέλειας και ανδροπρεπούς μαγκιάς. Οι γυναίκες που παρελαύνουν από το κρεβάτι-του είναι συνήθως σεξουαλικά όντα, που τον ποθούν για τον brutal χαρακτήρα-του, και άνθρωποι του χώρου, η σχέση με τους οποίους δημιουργεί καλύτερες συνθήκες άμεσης ή έμμεσης προώθησης του έργου-του.

Ανάγνωση 3η (καταγγελτική):
       Το ζήτημα όντως δεν είναι αν είναι έτσι όσα λέει για τον εαυτό-του ή τους άλλους ο Μιχαηλίδης. Το ζήτημα είναι διπλό: αφενός αν η λογοτεχνική κοινότητα είναι τόσο σάπια, όπως τη δείχνει, και αφετέρου αν το ίδιο το μυθιστόρημα είναι μια αισθητική ενότητα. Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο:
      Η Χαρτουλάρη πιστεύει ότι «Αυτό το καινούργιο, πέμπτο και αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του είναι η πιο γενναία ανατομία του μηχανισμού παραγωγής ελληνικής λογοτεχνίας που έχουμε διαβάσει έως τώρα- μια ολική αποδόμηση• είναι, παράλληλα, ένα μελαγχολικό σχόλιο για το σινάφι των προβεβλημένων Ελλήνων πεζογράφων• και, πάνω απ΄ όλα, είναι μια ρεαλιστική όσο και απελπισμένη ματιά στα αναπόδραστα όρια μιας μικρής χώρας». Ο Κούρτοβικ στον ίδιο τόνο βλέπει τον ήρωα να «Πηγαινοέρχεται αδιάκοπα σ΄ έναν κόσμο όπου ο αμοραλισμός είναι trendy, η επαρχιώτικη μικρόνοια και ασχετοσύνη πηγές αυτοπεποίθησης και ασφάλειας, η μετριότητα είναι το πλαφόν των απαιτήσεων που έχει κανείς από τον εαυτό του και τους άλλους, το lifestyle θεωρείται ψαγμένη στάση ζωής, η φιλοδοξία είναι συνώνυμο του καριερισμού και το πάθος συνώνυμο του kinky σεξ.».
        Η δική-μου αίσθηση είναι ότι ο Μιχαηλίδης καταγγέλλει πιο πολύ όσα δεν κόλλησαν με τους σκοπούς-του, όσα ενόχλησαν το φιλόδοξο εγώ-του, όσα σαθρά ναι, αλλά κομμάτι και της δικής-του ιδιοσυγκρασίας χρησιμοποιούν μέτριοι συγγραφείς, αρριβίστες δημοσιογράφοι, ημιμαθείς εκδότες κ.ο.κ. για να αναδειχθούν. Όταν λ.χ. τον ενοχλούν απίστευτα οι διορθωτές των εκδοτικών οίκων που θέλουν να το παίξουν φιλολογικοί επιμελητές, είτε τον πειράζει πράγματι η αμάθεια και ο παρεμβατισμός ανίδεων ή ο ίδιος κλείνεται στο εγωιστικό ταμπούρι του συγγραφέα και αρνείται στους άλλους να αγγίξουν το ιερό και όσιο κείμενο που βγήκε «τέλειο» από τον υπολογιστή-του…

Ανάγνωση 4η (κριτική):
        Το τελευταίο ζήτημα που θα έπρεπε ίσως να είναι και το μόνο (μαζί με την 3η ανάγνωση) είναι αν το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να έχει αξιώσεις. Αφηγηματικά έχει πολύ ενδιαφέρον, αφού με τις εναλλαγές κειμένων, με τις εναλλαγές προσώπων και οπτικών γωνιών φωτίζεται πλήρως το λογοτεχνικό σύμπαν της Ελλαδίτσας. Το τέχνασμα με τον αδελφό που βρήκε το αρχείο του Πετρίδη μετά τον θάνατό-του, παρότι παλιό, βοηθάει στην εξωτερική απεικόνιση. Φυσικά η υιοθέτηση της οπτικής γωνίας του τεθνεώτα είναι αυτή που τελικά αποδίδει και το στίγμα στο όλο έργο.
       Από την άλλη, αμφιβάλλει κανείς αν η επέμβαση του Μιχαηλίδη στο υλικό-του δείχνει χέρι συγγραφέα ή συμπιλητή. Και δεν αναφέρομαι στο πόσο εύστοχα παράλλαξε τα πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα, αλλά στο πόσο όλα όσα συμπεριέλαβε στο έργο-του συνθέτουν μια αλληλοδιάδοχη κατάσταση που να λειτουργεί ως πλοκή. Η βασική-μου δηλαδή ένσταση είναι ότι ο μέσος αναγνώστης (και όχι ο ψαγμένος άνθρωπος του χώρου) βλέπει να παρελαύνουν πρόσωπα που δεν σχετίζονται μεταξύ-τους ΜΕΣΑ στο έργο, υπαινιγμοί και νύξεις που δεν δηλώνουν τίποτα αυτά καθεαυτά, συναντήσεις και στιγμιότυπα που, αποκομμένα από το πραγματικό-τους εξωμυθιστορηματικό-τους περιβάλλον, δεν συμ-πλέκονται για να δώσουν αυτοτέλεια και αυτονομία στο μυθιστόρημα. Η Κοτζιά στο φύλλο της Καθημερινής (7.2.2010) έχει ανάλογες επιφυλάξεις.
Πατριάρχης Φώτιος