Thursday, June 16, 2016

“Βερονάλ” του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Το τραγικό απορρέει από τη σύγκρουση ενός ατόμου με την πραγματικότητα και κορυφώνεται με εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις. Ο Θεοδωρόπουλος προσπάθησε να αναδείξει την τραγικότητα που οδήγησε τον Συκουτρή στην αυτοκτονία, και βαθύτερα να δείξει πως ο θεράπων των ανθρωπιστικών σπουδών και θιασώτης της πνευματικής αριστοκρατίας έρχεται σε σύγκρουση με τον κόσμο.

 
Καφές με βερονάλ
(μην τον πιείτε, σκοτώνει)

Τάκης Θεοδωρόπουλος
“Βερονάλ”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2015
 


          Είναι γνωστή η αγάπη του Θεοδωρόπουλου προς την αρχαιότητα, αγάπη που εκδηλώνεται με διεξοδικό διάβασμα των αρχαίων, ώστε να καταλάβει το βαθύτερο πνεύμα-τους, και πάμπολλα λογοτεχνικά βιβλία που αποδίδουν αυτές τις συλλήψεις. Από το “Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα” και “Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης” μέχρι την “Επιδημία” και “Το ξυπόλυτο σύννεφο” (Δείτε εδώ μια συνολική ανασκόπηση της γραφής-του).
          Στο τελευταίο-του έργο η αρχαιότητα είναι ξανά στο κέντρο μέσω της πρόσληψής της στην Ελλάδα (και τη Γερμανία) του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Μια βιογραφία, έστω και μυθιστορηματική, αυτή του “μεγαλύτερου κλασικού φιλολόγου”-μας, του Ιωάννη Συκουτρή, αποτελεί τον πολιορκητικό κριό για να δούμε πώς βλέπουμε ως κοινωνία την αρχαιότητα και πώς θα έπρεπε να τη βλέπουμε. Ο Συκουτρής εκφράζει τη διάθεση γνήσιας αρχαιολατρίας, χωρίς τις φιλολογίστικες υπερβολές, με έμφαση στη φιλοσοφική ανάλυση των έργων, με προσπάθεια κατανόησης του αρχαίου πνεύματος και με αγάπη γι’ αυτό που κάνει.
          Η φτωχή καταγωγή-του, η παιδεία-του, η πανεπιστημιακή καριέρα-του, ο συμβατικός γάμος-του, η αϋπνία που τον σκότωνε κ.ο.κ. αποτελούν τις ψηφίδες μιας ζωής με μοιραία κατάληξη, μια αυτοκτονία που επιχειρήθηκε να προβληθεί ως ατύχημα. Ο μυθιστορηματικός Συκουτρής αποκαλύπτεται μέσα από την πορεία-του, αλλά και μέσα από τα γραπτά-του, εικάζεται στις χαραμάδες των λόγων-του και σκιαγραφείται με υποθέσεις για αφανείς πλευρές του βίου-του, όπως η απωθημένη ομοφυλοφιλία-του και η κρυμμένη πλάγια ματιά προς το εθνικοσοσιαλιστικό μοντέλο της Γερμανίας, που είχε εξυψώσει για ιδεολογικούς λόγους την αρχαία Ελλάδα. Γι’ αυτά αλλά και για την αριστοκρατικότητα των ιδεών-του ο Συκουτρής παρουσιάζεται από τον Θεοδωρόπουλο αντιπαθητικός (δεν ξέρω αν το επιδίωξε) κι έτσι φαίνεται πως η ανθρωπιστική παιδεία του φιλολόγου τον οδήγησε σε ελιτίστικες απόψεις που στρέφονται κατά του ανθρώπου.
          Κι όμως παρά τη μεγάλη μορφή που έπιασε στα χέρια-του ο συγγραφέας, παρά το τραγικό τέλος-του, παρά το ασύμπτωτο που ζούσε ο Συκουτρής με τον κόσμο, το βιβλίο του Θεοδωρόπουλου έμεινε πολύ …ανάλατο. Γιατί;
          Πρώτα απ’ όλα, η γλώσσα, επηρεασμένη από τη σκόνη και την άνευρη διάθεση της ελαφριάς καθαρεύουσας του φιλολόγου, κινείται σε παλιομοδίτικα πλαίσια. Κι ενώ το πληκτρολόγιο του συγγραφέα έχει κάνει θαύματα στα άλλα-του βιβλία με ειρωνεία, χιούμορ, μικρό ξεσάλωμα, μεγάλο στοχασμό και ευφυείς σκηνές, εδώ η επίπεδη γραφή, η άτονη φράση, ο ισοπεδωμένος λόγος, λίγο αφηγηματικός και λίγο δοκιμιακός, δεν μπορούν να σηκώσουν ούριο άνεμο.
          Απ’ την άλλη, νιώθω ότι σε πολλά σημεία το κείμενο επιταχύνει άσκοπα, προσπερνά πολλά, μένει στα αυτονόητα και παραλείπει σημαντικές λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χάνει τα εύρος και το βάθος της τραγικότητας του προσώπου. Καταρχάς, χάνεται η μεστή παρακολούθηση της ζωής του Συκουτρή στις αυξομειώσεις-της, στα σκαμπανεβάσματά-της, στις εσωτερικές διαταραχές και στις εξωτερικές συγκρούσεις. Πολλά σημεία εννοούν άλλα που δεν λέγονται κι έτσι το αφήγημα αυτό δεν ολοκληρώνει τον κύκλο-του, αλλά επικρέμαται πάνω από την πραγματική ζωή, η οποία όμως σε διάφορες στιγμές λείπει. Κι επιπλέον, ως απόρροια του προηγούμενου, τα σκαλιά της ανύψωσης, η αίσθηση της τραγικότητας, η σταδιακή κορύφωση ως την αυτοκτονία δεν ολοκληρώνεται με πειστικότητα, δεν καλύπτει τον αναγνώστη ως προς την ατμόσφαιρα, τα διλήμματα, τις ψυχολογικές εντάσεις, που δικαιολογημένα εξηγούν την αντίφαση με τον κόσμο και την απόφαση για αυτοενεχειριασμό.

[Οι εικόνες που στολίζουν το κείμενο ελήφθησαν από:  www.efsyn.gr,  netnews.eu,  olympia.gr,  www.kathimerini.gr  και  bigpictureeducation.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 12, 2016

“Πατέρες και γιοι” του Ιβάν Τουργκένιεφ

Ένα έργο-σταθμός που προκάλεσε συζητήσεις τόσο στους κύκλους των διανοούμενων στη Ρωσία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ένας ήρωας μηδενιστής που ανατινάζει το παγιωμένο και αρνείται το οτιδήποτε. 150 χρόνια μετά ένα κλασικό έργο έρχεται να δοκιμάσει τις αντοχές-του.
 

Καφές στιγμής με βότκα:

Ивaн Сергeевич Тургeнев
“Отцы и дети”
1862

 
Ιβάν Τουργκένιεφ
“Πατέρες και γιοι”
μετ. Ε. Μπακοπούλου
εκδόσεις Άγρα
2015

 


          Το χάσμα γενεών δεν είναι τελικά καινούργιο φαινόμενο, όπως πίστευα. Είναι πολύ παλιό, από τις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη όπου ο πατέρας βλέπει τις νέες τάσεις του γιου-του να είναι καινοφανείς και ανατρεπτικές. Αλλά και στη Ρωσία του 19ου αιώνα, με τις συνεχείς κοινωνικές αλλαγές, με τα ρευστά δεδομένα και με μια νεολαία που αναζητεί τρόπους να αλλάξει το σκηνικό, η προηγούμενη γενιά κοιτάζει με καχυποψία τις επαναστατικές ιδέες της νεότερης γενιάς.
          Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Ρώσος συγγραφέας έγραψε ένα προκλητικό για την εποχή μυθιστόρημα που γέννησε σφοδρές αντιδράσεις τόσο από τους αριστερούς όσο και από τους συντηρητικούς κύκλους, όπως μας πληροφορεί στην πολύ πολύ κατατοπιστική εισαγωγή-της η μεταφράστρια Ελένη Μπακοπούλου. Βασικός πυροδοτητής εξελίξεων και σοκαριστικών αντιδράσεων είναι ο Μπαζάροφ. Είναι όταν ο Πιοτρ Κιρσάνοφ (με τον αδελφό-του Πάβελ) καλοδέχεται στο αριστοκρατικό σπίτι-του τον γιο-του Αρκάντι, ο οποίος φέρνει μαζί τον φίλο-του Γεβγκένι Μπαζάροφ, που είναι γιατρός. Ο τελευταίος αποδεικνύεται «Μηδενιστής», καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα, ούτε στις αρχές, στους κανόνες, στην κοινωνία ή στη φύση, στην τέχνη ή στους θεσμούς, αλλά πρεσβεύει την καταστροφή των πάντων, ώστε να ανοικοδομηθεί μια νέα κοινωνία. Η λεκτική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.
          Το κείμενο κάνει αξιοσημείωτους κύκλους. Το ζεύγος Γεφγκένι Μπαζάροφ – Αρκάντι Κιρσάνοφ, με τον πρώτο να είναι ο δυναμικός πόλος και ο δεύτερος να λειτουργεί ως δορυφόρος, συναντά την Άννα Σεργκέγιεβνα, έρωτας που μένει χωρίς ευόδωση, καθώς η έννοια του έρωτα θυσιάζεται στον βωμό της μηδενιστικής ανωτερότητας, έπειτα κάτι ανάλογο συμβαίνει με την προστατευόμενη του πατέρα Νικολάι Κιρσάνοφ, τη Φένια, ενώ δεν λείπει και μια μονομαχία μεταξύ Μπαζάροφ και Πάβελ Κιρσάνοφ, δείγμα της σύγκρουσης των γενεών που παίρνει ένοπλες διαστάσεις.
          Κρατάμε έντονα τις διαφορές που κορυφώνονται λεκτικά μεταξύ “πατέρων” και “γιων”, μεταξύ δηλαδή της παραδοσιακής αριστοκρατικής τάξης στη Ρωσία του 19ου αιώνα και της νέας γενιάς που έρχεται να αμφισβητήσει το status quo αυτής της νοοτροπίας. Κρατάμε φυσικά τη μορφή του Μπαζάροφ, μορφή που εδραίωσε παγκοσμίως την έννοια του μηδενισμού, στο καμίνι του οποίου θυσίασε κάθε άλλη ανθρώπινη φιλοδοξία. Χωρίς να παρουσιάζεται αρνητικά αλλά και χωρίς να επιδοκιμάζεται, ο κεντρικός ήρωας στέκεται αυτόνομος, σαν ένας βράχος μέσα στο ποτάμι, δυναμικός, άκαμπτος, αλλά μαζί καλός γιατρός και αξιόπιστος φίλος. Τελικά είναι σήμερα αυτό ο ορισμός του μηδενιστή;
          Μια γενικότερη παρατήρηση για την πεζογραφία του 19ου αιώνα, της κλασικής ειδικά ρωσικής σχολής. Παρατηρώ ότι η δράση περνά μέσα από τους διαλόγους, σαν να διαβάζουμε μια θεατρική δομή: οι συγκρούσεις είναι φραστικές, οι αντιπαραθέσεις εξελίσσονται μεταξύ των παυλών που εισάγουν τα λόγια των προσώπων, η ιστορία γράφεται σε ευθύ λόγο. Έτσι, οι πράξεις παραχωρούν τον πρώτο λόγο στις λεκτικές πράξεις, η αφήγηση σηκώνεται για να καθίσει η μίμηση λόγων, οι διάλογοι, οι φραστικοί διαξιφισμοί. Λείπει η εσωτερικότητα, απουσιάζει η δράση. Κι ο αναγνώστης του σήμερα νιώθει μ’ αυτήν την παλαιική γραφή άβολα, καθώς αισθάνεται ότι μόνο σε ό,τι λέγεται υπάρχει ουσία.

[Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 10/5/2016 και εδώ αναδημοσιεύεται με εικόνες παρμένες από:  www.theguardian.com,  academyofideas.com,  www.progressiveplayersgateshead.co.uk,  www.spectator.co.uk  και  www.pinterest.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, June 09, 2016

“Ο Μαιγκρέ φοβάται” του Georges Simenon

Πιότερο κι από το μυστήριο, στον Σιμενόν διαβάζει κανείς γνήσια λογοτεχνία, με χαρακτήρες, ατμόσφαιρα, αφήγηση και ουσιαστική κατάδυση στην ψυχολογία του ανθρώπου.


Γαλλικός με μέλι:
Georges Simenon
“Maigret a peur”
1953

 
“Ο Μαιγκρέ φοβάται”
μετ. Α. Μακάρωφ
εκδόσεις Άγρα
2015

 


          Όσο διαβάζω Σιμενόν (Ο ανθρωπάκος από το Αρχαγγέλσκ , Ο θάνατος της Μπέλλ” και “Στριπτήζ”), τόσο περισσότερο ανακαλύπτω πόσο υψηλή λογοτεχνία είναι, πόσο ξεπερνάει τα στεγανά του αστυνομικού πεζογραφήματος και δημιουργεί τέχνη.
          Κατ’ αρχάς, το καταλαβαίνουμε από τον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνει την υπόθεση. Ο Μαιγκρέ πηγαίνει να επισκεφτεί τον φίλο-του ανακριτή Ζυλιέν Σαμπό σε μια μικρή πόλη, όπου ακούσια αναμιγνύεται στη διαλεύκανση τριών φόνων. Ο ίδιος είναι στην αρχή αμέτοχος, αλλά όλοι οι τοπικοί παράγοντες τον αναγνωρίζουν και πιστεύουν ότι κατά βάθος δεν είναι τυχαία η παρουσία-του εκεί. Μέσω του φίλου-του μαθαίνει σταδιακά τις τρεις ιστορίες και την πορεία της έρευνας, αλλά όλα μπαίνουν στο τραπέζι με μια έξοχα κλιμακωτή αφήγηση, που δεν πετάει στον αναγνώστη απανωτά όσα χρειάζονται. Όλα δίνονται με έναν λογοτεχνικό ρυθμό που δείχνει ότι ο συγγραφέας δεν θυσιάζει την αρχή και τη μέση για χάρη του τέλους.
          Από την άλλη, δεν πρέπει να παραλείψω να αναφερθώ στην ατμόσφαιρα της μικρής πόλης, όπου τα χαμηλά στρώματα δεν βλέπουν και με ιδιαίτερη ζέση τους πλούσιους. Όταν σκοτώνεται ένας από αυτούς, κατηγορούν τον άλλο, αλλά έπειτα ακολουθούν δύο άσχετοι, μια γριά και ένας μεθύστακας, γεγονότα που ανατρέπουν την ταξική κατηγορία. Ο Σαμπό επιφυλάσσεται να κάνει έρευνες ανοικτά εναντίον της οικογένειας ντε Κουρσόν και μόνο ο γιος Αλαίν, φοιτητής ακόμα και ερασιτέχνης γιατρός, εμπλέκεται με τις εικασίες-του για κάποιον τρελό που έχει τη δική-του λογική όταν σκοτώνει με τον ίδιο τρόπο τρις.
          Και μέσα σ’ αυτήν αναδεικνύεται η ψυχολογική εμβάθυνση που επιχειρεί ο Μαιγκρέ, αποτύπωση που κάνει τον Σιμενόν να συλλαμβάνει και να αποδίδει εξαιρετικά τον ψυχισμό των χαρακτήρων, πίσω από τις πράξεις-τους, πίσω από τα λόγια και τις σιωπές-τους. Η παρατήρηση φέρνει στο ίδιο μετερίζι τον αστυνόμο, που παρακολουθεί και εξάγει συμπεράσματα, με τον συγγραφέα που κοιτάζει και συγκρατεί, αληθινές ή αληθοφανείς, συμπεριφορές, κίνητρα, κινήσεις, αντιδράσεις… Ως αναγνώστης θαυμάζω αυτήν την ικανότητα, που μεταφέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα ως ενδείξεις ήθους και τα αντιστοιχεί με τα εσωτερικά, ώστε να αποδώσει πληρέστερα την ανθρώπινη φύση.
          Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι το ίδιο το μυστήριο στον γαλλόφωνο Βέλγο συγγραφέα δεν είναι το Α και το Ω, αφού η ποιότητά-του απλώνεται στους χαρακτήρες, στην ατμόσφαιρα της μικρής πόλης Φοντεναί, που διακρίνεται από την επαρχιώτικη λογική του κουτσομπολιού και των ταξικών διακρίσεων, πιο πολύ σαν μια κοινωνική ζήλια παρά ως αίσθημα καταπίεσης, και την ακρίβεια στην αφήγηση και στους διαλόγους, που κάνουν όλα να φαίνονται φυσικά και μαζί λογοτεχνικά. Το τέλος, ανοικτό όσο και σχετικά προσδιορισμένο, δείχνει ακόμα περισσότερο πως στο μυαλό του Σιμενόν μετράει το πλέγμα των αιτίων παρά ο ίδιος ο δολοφόνος.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 26/4/2016 και εδώ αναδημοσιεύεται με μια μικρή εισαγωγή, μικρές προσθήκες και εικόνες που ελήφθησαν από:  freepages.genealogy.rootsweb.ancestry.com,  www.elliottcolla.com,  www.gaspirtz.com,  www.tf1international.com  και www.arenamedia.co.uk]

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, June 07, 2016

Η κόρη του Οιδίποδα” του Θανάση Σκρουμπέλου

Όταν ο Οιδίποδας που φτάνει στον Κολωνό είναι Αφρικανός πρόσφυγας, όταν ο Κρέων είναι Ρώσος μαφιόζος, όταν οι Κολωνιάτες είναι λαϊκοί τύποι, άλλοι παραδόπιστοι κι άλλοι αρχαιογνώστες, τότε…

 

Malincino:

Θανάσης Σκρουμπέλος
“Η κόρη του Οιδίποδα”
εκδόσεις Τόπος
2015
 


          Η ιδέα είναι έξοχη. Να συνδυάσει κανείς σε ένα βιβλίο τον Κολωνό της αρχαιότητας με τον σημερινό. Να φέρει σε παραλληλία το ωραίο προάστιο του κλεινού άστεως με τη σημερινή υποβαθμισμένη γειτονιά της πολυπολιτισμικής πρωτεύουσας. Και μάλιστα να βοηθήσει το “Οιδίπους επί Κολωνώ” του Σοφοκλή, έργο το οποίο θα αποτελέσει το υπόβαθρο για αναλογίες και αντιπαραβολές.
          Ο Κολωνός στην προαναφερθείσα τραγωδία αποτέλεσε το σημείο υποδοχής του εξόριστου από τη Θήβα και τυφλού Οιδίποδα από την ξένια Αθήνα, της αποδοχής του διαφορετικού, έστω κι αν αυτός είναι αλλοδαπός και μάλιστα μιαρός. Ο Θησέας παρουσιάζεται φιλόξενος και ικανός να προσπεράσει προκαταλήψεις, ώστε να προσφέρει ανοικτό χέρι στον γηραιό πρώην βασιλιά και στη κόρη-του Αντιγόνη. Πάνω σ’ αυτό το μοτίβο ο Σκρουμπέλος βάζει έναν μαύρο τυφλό βασιλιά, τον Ντίπο, να καταφεύγει στον Κολωνό, για να πάρει πίσω την κόρη-του Νγκόνο, η οποία έχει πέσει θύμα τράφικινγκ.
          Ως εδώ ωραία, ωραιότατα. Μόλις μπήκα όμως στο συγκεκριμένο βιβλίο είδα ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί όλη αυτή τη μαγιά με φαρσικές διαθέσεις, με τάσεις παρωδίας και με έντονο το κωμικό-αστείο-χιουμοριστικό-καρναβαλικό στοιχείο. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, αυτό διαπιστώθηκε ότι ισχύει όσο προχωρούσε η ανάγνωση και ανακατεύονταν σε ένα ξεσαλωτικό χαρμάνι αρχαία ονόματα και σημερινές συνήθειες, παρατσούκλια και συνήθειες, αργκό και λαϊκοί τύποι, μεταμοντέρνες συγχρονίες και υλικά χυμένα σε μια λογοτεχνική σαλάτα, ή χωματερή. Ως τεχνική δεν είναι αλλόκοτη, αλλά σίγουρα απαιτεί ένα “γιατί” σε ένα θέμα όπως η μετανάστευση και η διακίνηση λευκής σαρκός, που είναι πολύ σοβαρό.
          Γιατί λοιπόν;
          Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πεζογράφος χρησιμοποιεί μαύρο για να κλονίσει τα όρια μεταξύ των εθνών. Στον “Μαύρο Μακεδόνα” ένας έγχρωμος Έλληνας πολεμάει στον μακεδονικό αγώνα, χωρίς διάθεση διακωμώδησης, ενώ τώρα ο Ντίπο, ο Αφρικανός Οιδίπους, είναι το κέντρο της συζήτησης περί ρατσισμού, φιλοξενίας, εκμετάλλευσης, ρώσικης μαφίας, ελληνικότητας στις αξίες κ.ο.κ. Αυτή η μίξη, που υπονομεύει καθετί αμιγές, καθετί politically correct, ευνοεί το παράδοξο, το σαλατοειδές, το φαρσικό ώστε να δειχθεί ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα σε μια κυκλική πορεία. Αυτή την εξήγηση μπορώ να δώσω στο γιατί ο Σκρουμπέλος επέλεξε μια τέτοια συνταγή.
          Μια δεύτερη σκέψη, υποβεβλημένη από το ίδιο το έργο, είναι ότι “Η κόρη του Οιδίποδα” είναι μυθιστόρημα στη θέση ενός σατυρικού δράματος μετά τις τραγωδίες “Οιδίπους Τύραννος” και “Οιδίπους επί Κολωνώ”. Έτσι είναι γραμμένο με τη διονυσιακή διάθεση, τη μεθυστική τρέλα, την αλλόφρονα χλεύη, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη γελοιοποίηση των σοβαρών, την ανατροπή της τραγικότητας με κωμικό ξεσάλωμα… Η παρωδία του μυθικού θέματος και η διακωμώδηση του οιδιπόδειου συμπλέγματος ντύνει σατύρους τους Κολωνιάτες, ράβει αρχαία και νέα μοτίβα, περιγελά την τάξη.
          Παρά τις εξηγήσεις, νομίζω ότι ο Σκρουμπέλος έκαψε το θέμα. Αντί να το κάνει μια δραματική αφήγηση, όπως τη “Βέλβετ Μπλου”, έγραψε μια φάρσα που κατά τη γνώμη-μου ναρκοθετεί το θέμα και το αδειάζει. Αντί να δούμε ως αναγνώστες το βαρύ χέρι της Ιστορίας, είδαμε μια επιθεώρηση –δεν ξέρω καν αν εμφανίστηκε με όρους αριστοφανικούς- και μισογελάσαμε με χωρατά, με χοντράδες και με άνοστα αστεία.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι παρμένες από: www.oneman.gr,  theatrofili.blogspot.com,  timelineproductions.gr,  www.lifo.gr  &  www.spitogatos.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, June 04, 2016

“Ήμισυ του παντός” της Δήμητρας Κολλιάκου

Πόσα μυστικά δεν ξέρουμε για τους γονείς-μας, πόσα μένουν για πάντα αφανέρωτα και πόσα εικάζουμε, επινοούμε, ανασυνθέτουμε από μισόλογα και ξεχασμένες μαρτυρίες; Πόσα έχουν μείνει στο κόσκινο της μνήμης απ’ όταν ήμασταν μικροί και τώρα έρχονται να προβληματίσουν;

 

Flat White:

Δήμητρα Κολλιάκου
“Ήμισυ του παντός”
εκδόσεις Πατάκη
2015
 


          Η Μαίρη (ύστερα από σύσταση του κύριου Δαλμάτη, φίλου της μητέρας-της Σοφίας) αναλαμβάνει να φροντίσει τον γέρο Λάμπρο και τη Γεωργιανή γυναίκα-του Νίνο, αλλά αυτοί την πετάνε έξω από το σπίτι. Έτσι όμως γνωρίζει τον γιο Μίλτο, με τον οποίο συνδέεται, και τη διαμένουσα στο εξωτερικό αδελφή-του Χρυσάνθη με τη μικρή κόρη-της Εύα. Οι μικρές ιστορίες που δένουν πάνω σ’ αυτόν τον κορμό αναδεικνύουν το πλέγμα σχέσεων των χαρακτήρων, αλλά οδηγούν και σε ένα παρελθόν, όπου κεντρικό πρόσωπο αναφύεται η πεθαμένη μητέρα του Μίλτου, Ραλλού.
          Τι θέλει να πετύχει η Κολλιάκου; Πώς όλα όσα διαδραματίζονται στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις δημιουργούν ένα όλον; Ποιος είναι ο κεντρικός άξονας του βιβλίου πάνω στον οποίο θα δέσουν οι επιμέρους σκηνές; Τελειώνοντας το έργο τι καταλαβαίνουμε ως δεύτερου επιπέδου ερμηνεία; Αυτό με απασχολούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης και οι απαντήσεις που ο καθένας θα δώσει θα κρίνουν και το πόσο πετυχημένο ή αποτυχημένο είναι το μυθιστόρημα.
          Μια πρώτη εξήγηση σε όλα αυτά που συμβαίνουν είναι το χάσμα γενεών, που χωρίζει τον κόσμο σε νεότερους και σε μεγαλύτερους. Αν βάλουμε στην πρώτη ομάδα την αφηγήτρια Μαίρη, τον Μίλτο και τη Χρυσάνθη και στη δεύτερη το ζεύγος Λάμπρου και Νίνο, την πρώτη γυναίκα του Λάμπρου, Ραλλού, τη μητέρα Σοφία, τον νεκρό πατέρα, τον κύριο Δαλμάτη, τον μυστηριώδη Δ., που αναφέρει η Σοφία… Όλο το κείμενο αφήνει ενδείξεις για το πώς βλέπουν τα πράγματα, ή έβλεπαν τα πράγματα, η προηγούμενη γενιά και πώς τα βλέπει η νυν. Το χάσμα προκαλεί εντάσεις, έριδες, δυνάμεις που απομακρύνουν τους μεν από τους δε.
          Μια δεύτερη εξήγηση προέκυψε όταν διάβασα το εξής συμπερασματικό σχόλιο: “Ο Δημοσθένης και η Ραλλού περίμεναν τη γυναίκα του Δημοσθένη να πεθάνει, η Νίνο τη Ραλλού, το ίδιο ίσως και η Σοφία, άλλο που δεν παντρεύτηκε ποτέ τον Δαλμάτη” (σ. 200). Αν αυτή η φράση εκφράζει και τον πυρήνα του έργου, τότε η Κολλιάκου βλέπει τις διαπροσωπικές σχέσεις, και ειδικά τις ερωτικές, σαν ένα πεδίο ανταγωνισμού, στο οποίο οι διεκδικητές επιθυμούν, ή και επιδιώκουν, τον θάνατο του άλλου, για να καρπωθούν τον εραστή ή την ερωμένη. Όλα συμβαίνουν σε επίπεδο προθέσεων και μερικές φορές σε επίπεδο λόγων ή και πράξεων. Η μικρή Μαίρη είδε τον πατέρα-της να πεθαίνει και τώρα μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί μήπως η Σοφία και ο Δαλμάτης δεν έκαναν όσα μπορούσαν για να τον σώσουν, από ιδιοτέλεια.
          Τέλος, διάφορες ενδείξεις και το τέλος του μυθιστορήματος με έκανε να σκεφτώ ότι η Μαίρη εκφράζει τους ανθρώπους που νιώθουν τύψεις επειδή δεν βοήθησαν τους γονείς-τους, ακόμα και αν είναι έξι χρονών! Είναι η ενοχή που αυθυποβάλλεται στη νέα γενιά, όταν νομίσει ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να αποσοβήσει τον θάνατο των δικών-της. Είναι αυτό η κορυφή του παγόβουνου για όσα δεν έκανε σε όλη τη ζωή-τους και τώρα έρχεται σαν επιθανάτια αυτοκατηγορία; Ή είναι δείγμα της συνειδητοποίησης της αδυναμίας του ανθρώπου να αποτρέψει τον θάνατο;
          Τέλειωσα το βιβλίο με την αμφιθυμία ενός αναγνώστη που είδε αλλά έμεινε στα ερωτηματικά-του και αναρωτιέται βαθιά μέσα-του αν μέσω του “Ημίσεος του παντός” κατάλαβε τον άνθρωπο λίγο περισσότερο. Μετά από καιρό που ξαναπιάνω αυτήν την ανάρτηση, ακόμα είμαι στην ίδια διάθεση.

[Δανείστηκα τον εικαστικό διάκοσμο από:  en.protothema.gr,  dimitrakolliakou.gr,  www.kawarthanow.com,  www.stephanspeaks.com  και  www.theguardian.com]

Πατριάρχης Φώτιος 

Wednesday, June 01, 2016

“ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΜΠΕΛ” του Κώστα Αρκουδέα

Αντί για Νομπελίστα, παρουσιάζω σήμερα πρώτη του μηνός ένα βιβλίο που μιλάει για Νομπελίστες, ένα χρονικό που αναφέρεται στο ελληνικό χαμένο Νόμπελ, πριν από τον Σεφέρη και τον Ελύτη, αυτό που θα μπορούσε να απονεμηθεί στον Νίκο Καζαντζάκη.
 

Εκμέκ κανταΐφι:
Κώστας Αρκουδέας
“Το χαμένο Νόμπελ”
εκδόσεις Καστανιώτη
2015
 
 


          Είναι ένα ευχάριστο και έξυπνο χρονικό, στηριγμένο σε ντοκουμέντα αλλά γραμμένο λογοτεχνικά. Στο κέντρο-του έχει την υποψηφιότητα του Καζαντζάκη (μαζί με τον Σικελιανό), εκεί στη δεκαετία του ’40, λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να λάβει το βραβείο Νόμπελ. Κι όντως ο Έλληνας συγγραφέας είχε όλα τα φόντα, καθώς, αν και δεν είχε ακόμα παραγάγει το μυθιστορηματικό-του έργο, που του έδωσε την καθοριστική αίγλη, ήταν ήδη γνωστός σε όλο τον κόσμο, τόσο με την “Οδύσσειά”-του όσο και με άλλα έργα όπως η “Ασκητική” και πρόσφατα το “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”.
          Η εξυπνάδα του σχεδίου πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το βιβλίο έγκειται στο ότι συμπλέχθηκε ο Καζαντζάκης και το έργο-του με την ιστορία των γραμμάτων στην Ελλάδα αλλά και με τις προβεβλημένες μορφές των Νόμπελ και όσων άξιζαν να πάρουν Νόμπελ. Ξεκινώ από το δεύτερο. Συγγραφείς παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Χάινριχ Μπελ, ο Χέρμαν Έσσε, ο Αντρέ Ζιντ, ο Γκύντερ Γκρας και πολλοί άλλοι παρελαύνουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου και εξετάζεται πώς και με ποια κριτήρια πήραν το βραβείο. Άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς όπως ο Τζέιμς Τζόυς ή ο Μίλαν Κούντερα δεν το έχουν πάρει, ενώ θα έπρεπε, και αντίστοιχα άλλοι όπως ο Σιλί Πριντόμ ή ο Ουίνστον Τσώρτσιλ το πήραν για λόγους άσχετους με την αξία και τη διαχρονικότητα του έργου-τους. Όλα αυτά δεν δίνονται υπό μορφή καταλόγου ούτε με χρονολογική σειρά αλλά με αφηγηματικά άλματα, αφηγήσεις, ιστορίες, που κάνουν την ανάγνωση ενδιαφέρουσα και τον αναγνώστη περίεργο να γνωρίσει τις ζυμώσεις, παρασκηνιακές και φανερές, γύρω από αυτόν τον διεθνή θεσμό. Έτσι, διαβάζουμε για το Νόμπελ αλλά συνάμα περιδιαβαίνουμε με έναν ωραία άναρχο τρόπο στην παγκόσμια λογοτεχνία και τις κορυφές-της.
          Μέσα σ’ αυτό το λογοτεχνικό αλισβερίσι, παρουσιάζονται έντονα και τα πράγματα στη μίζερη Ελλάδα, από την Ακαδημία Αθηνών και τις συντηρητικές-της θέσεις μέχρι τον αντικαζαντζακιστή Σπύρο Μελά κι από τις υποψηφιότητες για Νόμπελ του Ξενόπουλου και του Σικελιανού μέχρι τη μετεμφυλιακή κατάσταση και το αντικομουνιστικό μένος. Όλα αυτά δημιουργούν ένα ευρύ πλαίσιο αναφοράς, μέσα στο οποίο καταλαβαίνει κανείς πόσο στενόμυαλοι, διχαστικοί, ζηλόφθονες, ιδεοληπτικοί και συχνά αυτόχειρες είμαστε ως λαός.
          Στον μικρό κύκλο τώρα του χρονικού είναι ο ίδιος ο Καζαντζάκης, τόσο ως φιλόδοξος συγγραφέας αλλά και ως τολμηρός δημιουργός, ως βιταλιστής φιλόσοφος, ως δραστήριος κοσμοπολίτης. Τα έργα-του και τα οράματά-του, οι ιδέες-του που άλλοτε συναντάνε τη θρησκεία κι άλλοτε μπλέκονται με την πολιτική, οι αντιδράσεις που ξεσήκωσε, κ.ο.κ. γίνονται αντικείμενο ενός ευανάγνωστου βιβλίου που κινεί την μπαγκέτα σε ένα ετερόκλητο υλικό. Αν εξαιρέσει κανείς μερικά λάθη και τις ασάφειες των παραπομπών σε άρθρα και άλλα ντοκουμέντα (σε πολλά σημεία δεν είναι σαφής και ακριβής ή πλήρης η παραπομπή σε δημοσιεύματα, για να μπορέσει κανείς να εξακριβώσει την αλήθεια όσων λέγονται), το έργο διαβάζεται με την περιέργεια ενός εγχειριδίου αλλά και με την αφηγηματική άνεση ενός μυθιστορήματος.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 5/4/2016 και εδώ αναδημοσιεύεται με εικόνες από:  www.seleo.gr,  www.fhw.gr,  www.live-ibn.in.com,  www.autoclubrental.gr  και www.sansimera.gr]
          Καλό καλοκαίρι
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, May 30, 2016

“Η Δρακοντιά” του Στάθη Κοψαχείλη



Η ύπαιθρος είναι ένας ολόκληρος κόσμος ανθρώπων και συνηθειών, που ενίοτε φαντάζουν εξωτικές, ακριβώς επειδή αυτή η θεματική ενδοχώρα είναι terra incognita για όλους όσοι ζουν στην πόλη.


Μακεδονικός με καϊμάκι:

Στάθης Κοψαχείλης
“Η Δρακοντιά”
εκδόσεις Μελάνι
2015
 


          Πριν από μερικά χρόνια ο φίλος του Βιβλιοκαφέ Νώντας Τσίγκας μου έστειλε μια συλλογή διηγημάτων με έντονο μακεδονικό χρώμα. Ήταν τα “Παραμιλητά” του Στάθη Κοψαχείλη. Τώρα, ο συγγραφέας ξανακατεβαίνει στον λογοτεχνικό στίβο με αθηναϊκό εκδοτικό οίκο και δώδεκα νέα διηγήματα, και τον ευχαριστώ θερμά που είχε την καλοσύνη να μου αποστείλει το νέο-του έργο.
          Διαβάζοντάς-τα, θα αντιλαμβανόταν κανείς πάλι τα χαρακτηριστικά που είδα και στην προηγούμενη συλλογή. Τα κείμενα είναι κατά βάση περιστατικά που ο συγγραφέας επινόησε ή θυμήθηκε, βρήκε ως αφορμή και τα λογοτέχνισε, έζησε και τα ανέπλασε (δεν έχει σημασία) από τα μέρη του Ολύμπου, με τους κατοίκους και τα τοπία, με τις ιδιαιτερότητες του χωριού και τις τοπικές ιστορίες που γίνονται θρύλοι ή αναδεικνύουν το άλλο πρόσωπο της Ελλάδας.
          Το κλίμα της αφήγησης είναι ηθογραφικό. Στις αρχές του 21ου αιώνα το χωριό εξακολουθεί να κρατά μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, στηριγμένη στην κλειστή κοινωνία και στα τοπικά ήθη. Δεν μιλάω για σκοτεινές αντιλήψεις, για τόπους γεμάτους προκαταλήψεις ή για κατοίκους με προγονόπληκτες απόψεις. Μιλάω για χρώματα που δεν συναντάς στην πόλη και χαρακτηρίζουν διά μιας το τοπίο, λογοτεχνικό και μη, των ιστοριών.
          Κέντρο των περισσότερων διηγημάτων είναι οι ήρωές-τους, που δένουν απόλυτα με το χωριάτικο τοπίο: ο καθυστερημένος Κολιός και μονόχνοτος Βάιος, ο εμφυλιοπολεμικός Κόρακας, ο εμμονικός με τη γλώσσα Κώστας, ο χειροπράκτης Ξάπλας … Καθένας απ’ αυτούς κινητοποιεί τους μηχανισμούς της μνήμης συχνά σε έναν αφηγητή που βρέθηκε στα μέρη και είτε είδε ο ίδιος την παράξενη συμπεριφορά-τους είτε την άκουσε από άλλους. Μερικοί μάλιστα χάνονται στα βάθη του χρόνου, κατά βάση στον Εμφύλιο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη-του στα βουνά της Πιερίας.
          Δεν διαβάζει κανείς καινοφανή λογοτεχνία, αλλά απλές ιστορίες, που ωστόσο φωτίζουν στιγμιότυπα περιβεβλημένα από μια αγάπη για την ύπαιθρο και τους ανθρώπους-της, από μια καθαρότητα σαν να μην υπάρχει άλλη αλήθεια, από την πίστη ότι αυτά όλα πρέπει να διασωθούν και να μεταγγιστούν στις επόμενες γενιές. Κάθε διήγημα έχει μια μικρή ενδιαφέρουσα ιστορία, ενδεικτική νοοτροπιών, προβολέας τοπικών αντιλήψεων και συμπεριφορών και φαντάζομαι για τους κατοίκους της Μακεδονίας θα έχει και τοπικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, αφηγηματικά μένει στο ίδιο μήκος κύματος με την πρώτη συλλογή, ίσως πιο δουλεμένο, αλλά χωρίς τον καινοτόμο πειραματισμό και την ιδιαίτερη μαστορική.

[Ευχαριστώ τον συγγραφέα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει το βιβλίο-του. Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενό-μου είναι παρμένες από:  www.in2life.gr,  www.tripadvisor.nl,  www.sporfm.gr  και  www.kozanilife.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, May 27, 2016

Οι αραχτοί” του Michele Serra

Σε κάθε σύγχρονη κοινωνία, σε κάθε πολιτισμένη χώρα, όπου οι εξελίξεις τρέχουν σε χρόνο Dt, μαίνεται ένας ακήρυχτος πόλεμος, αυτός των πολυπληθών πλέον ωρίμων και ηλικιωμένων με τους ράθυμους νέους. Κι οι πρώτοι παλεύουν, συχνά απεγνωσμένα, να καταλάβουν τη φαινομενικά (;) βαλτωμένη νέα γενιά και να παρακολουθήσουν τον ρυθμό-της.


Espresso doppio:

Michele Serra
“Gli Sdraiati”
Fetrinelli 2013

 
“Οι αραχτοί”
μετ. Δ. Δότση
εκδόσεις Ίκαρος
2015

 


          Μια φίλη της κόρης-μου μου αποκάλυψε, ανάμεσα σε καταιγισμό γέλιων από τους συμπαρευρισκόμενους, ότι μια νύχτα το καλοκαίρι κοιμήθηκε φυσιολογικά, γύρω στις 12 το βράδυ, και ξύπνησε την άλλη μέρα στις 5 το απόγευμα… Ναι, η μάνα-της ανησύχησε, αλλά η έφηβη συνέχισε να κοιμάται, μόλις έδωσε σήμα ζωής.
          Από μια τέτοια αφορμή και ο Ιταλός συγγραφέας ονόμασε αραχτούς όσους βρίσκονται στην ηλικία του γιου-του, περίπου δεκαοχτώ χρονών, και έβαλε έναν πατέρα να μιλά στο παιδί-του, προσπαθώντας να καταλάβει μέσα από πολυάριθμα περιστατικά αυτή τη νωθρή γενιά. Στην ουσία έχουμε μια μυθοπλασία για το χάσμα γενεών, για μια ηλικία που ζει σε έναν άλλο κόσμο από μας τους μεγάλους, με περιστατικά άλλοτε κωμικά κι άλλοτε υπερβολικά στα μάτια ενός πενηνταπεντάρη. Τους παρουσιάζει νωχελικούς, αδιάφορους για ό,τι γίνεται γύρω-τους, κολλημένους με το ipad, ανίκανους να αισθανθούν κάτι από ένα φυσικό φαινόμενο, λ.χ. ένα ηλιοβασίλεμα, ανίκανους να καταλάβουν την εμπειρία λ.χ. να πάνε μια φορά στον τρύγο, επισκέπτονται καταστήματα για να πάρουν φούτερ Polan&Doompy, χωρίς να υπολογίζουν την τρίωρη ουρά και τα λαμπερά πλην καθόλου εξυπηρετικά παιδιά-υπαλλήλους…
          Όλα αυτά δείχνουν στα μάτια του ώριμου πατέρα μια γενιά τόσο διαφορετική, τόσο διαστημικά αρειανή, τόσο μεγαλωμένη σε ένα κουκούλι που κανείς δεν ξέρει τι θα βγει πραγματικά από μέσα.
          Αυτό που διέκρινα σε όλο το κείμενο, σε όλη τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, που κανείς δεν ξέρει σε τι τελικά αποσκοπεί (να πάνε μαζί με τον γιο-του στη Νάσκα;), είναι μια πικρία, μια βαθιά έστω και ήπια εκδηλωμένη απογοήτευση από τη νέα γενιά. Κάτω από την απορία, κάτω από την αμηχανία, κάτω από την ακατανοησία, υφέρπει μια πίκρα για έναν κόσμο, νεανικό όσο και άχρωμο, αραχτό, απροβλημάτιστο, ρηχό, επιδερμικό, εφήμερο, αδρανή και γι’ αυτό στάσιμο. Η εξήγηση που δίνει ο συγγραφέας είναι οικονομικής-πολιτικής φύσης: οι νέοι μεγαλώνουν έτσι παθητικά για να γίνουν η πρόσφορη άβουλη μάζα στην οποία θα προπαγανδιστούν ευκολότερα υλικά αγαθά και ανέσεις.
          Μεσολαβεί μια μελλοντολογική σκηνή, όπου χιλιάδες ηλικιωμένοι μάχονται ενάντια σε λίγους νέους (οι αναλογίες και στην Ιταλία είναι τρομερές). Εκεί φαίνεται ότι το χάσμα γενεών είναι πλέον ένας αδυσώπητος πόλεμος, όπου οι μεγάλοι δείχνουν ωριμότητα αλλά και προδοτική για τους συνομηλίκους-τους κατανόηση των νέων. Το μέλλον φαντάζει ζοφερό…
          Στο τέλος ο γιος πηγαίνει (ουφ!) στη Νάσκα και εκεί γίνεται η άρρητη συμφιλίωση, καλύτερα η άρρητη αποδοχή εκ μέρους του πατέρα αυτής της άδηλης, απογοητευτικής νέας γενιάς.
          Το κείμενο είναι ένας διαθλασμένος μονόλογος με πολύ δοκιμιακό ύφος αλλά και συναίσθημα, λίγη δράση, πιο πολύ μια πυκνή ψυχολογικά αφήγηση σαν προσπάθεια κατανόησης αλλά και δείγμα αδυναμίας. Διαβάζεται με ρέοντα ρυθμό, με σταθερό βήμα, αλλά και συναισθηματική μέθεξη, έστω κι αν δεν ξέρω αν θα μείνει ικανό ψυχικό αποτύπωμα στην ψυχή μετά από καιρό. Θα ήθελα ωστόσο να το ξαναδιαβάσω και να περπατήσω με το τέμπο του Σέρρα, παρά να αναζητώ γεγονότα που να στηρίξουν το αιωρούμενο συναίσθημα.

[Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 19/4/2016 και εδώ αναδημοσίευεται προς συζήτηση με εικόνες που έλαβα από:  youthopia.in,  careers.workopolis.com,  archive.defense.gov  &  www.magzim.com]

Πατριάρχης Φώτιος