Wednesday, June 12, 2013

Αντί σχολίων...

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

του Κ. Καβάφη


Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία
,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής
.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική
.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.


           Μέσα-μου βράζει μια σκληρή αλήθεια, σαν ατμός που δεν ξέρει προς τα πού να εκτονωθεί. Όχι για τα λάθη του παρελθόντος, όχι για τους πολιτικούς που διόριζαν, διόριζαν, διόριζαν..., όχι για τον λαό που είχε επαναπαυτεί στο μέσο, στο βόλεμα, στον εύκολο δρόμο, αλλά για το μέλλον που δεν φαίνεται καθόλου στιβαρό, καθόλου φερέγγυο, καθόλου χαμογελαστό. Όλα γίνονται στο πόδι, και έτσι, για να διορθώσουμε συσσωρευμένα λάθη δεκαετιών, παίρνουμε μέτρα απάλειψης, χωρίς να προδιαγράψουμε τι θα μπει στη θέση όσων εξαλείφθηκαν.
          Κι επειδή δεν είμαι καλός στα σχόλια, στα μοιρολόγια και στις οιμωγές, αφήνω την ποίηση να πει όσα δεν λένε τα μεγάλα λόγια και οι μεγαλοστομίες. Η   π ο ί η σ η   ε ί ν α ι   π ά ν τ α   ε π ί κ α ι ρ η.
Πατριάρχης Φώτιος  

Tuesday, June 11, 2013

Σχολείο των ντελικάτων …συγγραφέων

Αστυνομική λογοτεχνία για το καλοκαίρι (1): Υπάρχει ελληνική σχολή αστυνομικού μυθιστορήματος; Μάρκαρης, Αζαριάδης, Στεφόπουλος… Ο πρώτος είναι ίσως ο πιο γνωστός –και πετυχημένος- έλληνας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Τα βιβλία-του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και έχει σαφώς επιβάλει με τον αστυνόμο Χαρίτο το δικό-του λογοτεχνικό στίγμα. Μέσα στο 2012 ο ίδιος έγραψε ένα νέο έργο στη γνώριμή-του τεχνική, ενώ την ίδια χρονιά ξεπήδησαν και δύο τουλάχιστον πεζογράφοι που μιμούμενοι τον Μάρκαρη ακολουθούν –πετυχημένα ή αποτυχημένα- το ίδιο μονοπάτι. 
 
 
Νες καφέ μέτριος:
Πέτρος Μάρκαρης
“Ψωμί, παιδεία, ελευθερία”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2012 

            Τρεις διαδοχικοί φόνοι και πολλή κοινωνική ανατομία. Η Ελλάδα του 2014 έχει περάσει στο απευκταίο ενδεχόμενο της εξόδου από το ευρώ και όλοι υφίστανται τις συνέπειες μιας χρεωκοπίας που μηδενίζει τα έσοδα και δυσκολεύει την καθημερινότητα.
            Ο Μάρκαρης συνεχίζει τη δική-του γόνιμη
συνταγή με όλες τις παρενέργειες της ίδιας συνταγής για χρόνια. Πάνω στις ράγες των φόνων, ο αστυνόμος Χαρίτος και όλοι εμείς αναζητούμε τον ένοχο, αλλά πιο πολύ αναζητούμε τις υπεδάφιες αιτίες που ναρκοθετούν το παρόν-μας. Ο φόνος είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, που υποδεικνύει στους τολμηρούς δύτες ότι η κοινωνία σήπει από κάτω. Στο προκείμενο μυθιστόρημα η σήψη ξεκινά από τις ιδέες του Πολυτεχνείου που αντί να γεννήσουν μια νέα κοινωνία, έφεραν στο προσκήνιο, στην εξουσία και στην αφρόκρεμα του πανεπιστημίου ή της επιχειρηματικής ζωής ανθρώπους που ανέβηκαν ιεραρχικά με τα φτερά της αντικαθεστωτικής δράσης-τους και έπειτα βολεύτηκαν, βόλεψαν και εκμεταλλεύτηκαν τους κότινούς-τους για να γίνουν οι ίδιοι καθεστώς.
            Δεν θα ξαναγράψω για όσα θετικά στοιχεία ο Μάρκαρης φέρνει σε μας τους αναγνώστες, οι οποίοι απολαμβάνουμε υπόθεση και κοινωνικό προβληματισμό, αγωνία και πολιτική σκέψη. Χρόνια τώρα ο συγγραφέας κατάφερε να εδραιωθεί στη συνείδησή-μας γιατί έδωσε στο αστυνομικό μυθιστόρημα μια νέα πνοή, σύμφωνη με τον κοινωνικό ρόλο που καλείται να παίξει. Γι’ αυτό εδώ θέλω να καταθέσω την κόπωσή-μου από μια λογοτεχνία που συχνά ξεχνά τι σημαίνει αισθητική.
            Όχι ότι αυτό το έργο είναι χειρότερο από τα άλλα, αλλά συνάμα δεν δείχνει να ανανεώνει τον εαυτό-του. Το ύφος-του πρώτα απ’ όλα έχει κατηγορηθεί πλειστάκις ότι κινείται σε μια δημοσιογραφική ισοπέδωση, που ναι μεν παρακολουθεί την τρέχουσα ζωή αλλά συνάμα αφήνει τη στυφή γεύση-της στην ανάγνωση (μια πρόσφατη σύγκριση με τον Σιμενόν ήταν αποκαλυπτική). Από την άλλη, οι ήρωες είναι στερεοτυπικοί, αναγνωρίσιμοι αλλά ταυτόχρονα μονοκόμματοι, δύσκολα αλλάζουν κι αν αλλάζουν δεν έχουν τη βαθιά αυτοσυνειδησία της αλλαγής. Τέλος, η ατμόσφαιρα εκλογοτεχνίζει την τηλεόραση και έτσι όσοι θέλουμε να ξεφύγουμε από αυτήν την αισθητική την τρώμε στη μούρη ξανά και ξανά.
            Ξαναλέω ότι το “Ψωμί παιδεία ελευθερία” δεν είναι χειρότερο λ.χ. από την “Περαίωση”. Ίσα ίσα που κατασκευάζει μια δυνητική πραγματικότητα, μια Ελλάδα χωρίς το ευρώ, και πετά όλο το υλικό του μυθιστορήματος σ’ αυτήν τη νέα κοινωνία. Η φαντασία του Μάρκαρη γίνεται πλαστική, κατασκευαστική. Η έρευνα διέπεται από τη γνωστή πορεία ερωταπαντήσεων και υπόπτων, διεξόδων και αδιεξόδων, συλλογισμών και συμπερασμάτων. Τίποτα ψεύτικο, τίποτα τραβηγμένο. Ίσως όμως πλέον θέλω μια νέα πνοή, ένα σπάσιμο της μανιέρας.
 
 
Χ. Στεφόπουλος
“Καθαρές δουλειές”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2012

            Μαρκαρική γραμμή αστυνομικού μυθιστορήματος ή φτωχή μίμηση; Κι αν έχουμε κάνει ένα πρωτόγνωρο εκδοτικό μπουμ στην αστυνομική λογοτεχνία, αυτό δεν σημαίνει –ή μάλλον συνεπάγεται εύκολα- ότι δεν έχουμε πολλά έργα που δεν μπορούν να σηκώσουν το είδος πιο ψηλά, για να μην πω ότι το κατεβάζουν. Είπα παραπάνω για τα προβλήματα της γραφής του Μάρκαρη και τώρα θα δείξω μια ακόμα χειρότερη πραγμάτωσή-της.
            Ο Χ. Στεφόπουλος θα ήθελε να είναι Πέτρος Μάρκαρης. Μιμούμενος τη γραφή του καταξιωμένου συγγραφέα φτιάχνει έναν αστυνόμο Δημάκο, που ναι μεν είναι πολύ μικρότερος από τον Χαρίτο, αλλά του μοιάζει σε δυο τρία σημεία: αγαπά το καλό φαγητό, φαίνεται να είναι εξοικειωμένος με τους δρόμους της Αθήνας και το κυριότερο βρίσκεται υπό τη μυλόπετρα της ηγεσίας της αστυνομίας, η οποία λειτουργεί πιο πολύ πολιτικά παρά υπηρεσιακά. Ο Δημάκος είναι ο καλός αστυνόμος που πιέζεται από τον προϊστάμενό-του, αφού ο τελευταίος υπηρετεί τα κελεύσματα του υπουργού και των πολιτικών, που αποτελούν το σύστημα. Σ’ αυτόν ο Δημάκος δίνει τακτικά αναφορές και μάλιστα περνάει πρώτα από τη γραμματέα-του… Πολλές συμπτώσεις με τα έργα του Μάρκαρη για να είναι τυχαίες… 
            Πέραν τούτου έχουμε μια υπόθεση δολοφονίας, εν ψυχρώ μάλιστα ενός εκδότη σκανδαλοθηρικού εντύπου, ο οποίος είχε πολιτικές δοσοληψίες και οικονομικά ανοίγματα. Η διαλεύκανση κινείται γρήγορα από πρόσωπο σε πρόσωπο, από σκηνή σε σκηνή, χωρίς καθυστερήσεις, έστω κι αν συχνά ο αστυνόμος κάνει κύκλους επιστρέφοντας στα ίδια πρόσωπα.
            Λείπει ίσως η πνοή ότι εδώ γράφεται λογοτεχνία όχι μόνο με αισθητικούς όρους αλλά και με ιδεολογία που αποκαλύπτει, εξηγεί και ερμηνεύει συμπεριφορές, ενώ ο αναγνώστης μπορεί μαζί με τον φόνο να εξιχνιάσει και τη ζωή-του.  
 

Γρηγόρης Αζαριάδης
Παλιοί λογαριασμοί
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2012 

            Ο συγγραφέας γράφει το πρώτο-του έργο και δηλώνει πως έχει επηρεαστεί από τον Μάρκαρη. Βεβαίως έχει και δικά-του γνωρίσματα, γνωρίσματα ενός “μεσογειακού πολάρ”, όπως λέει, ενός δηλαδή είδους γαλλικού νουάρ, με επιδράσεις από Μονταλμπάν, Υζό και Μανσέτ, ενώ ακούγεται και τιμής ένεκεν το όνομα του Ανδρέα Αποστολίδη.
            Στις μαρκαρικές επιδράσεις ανήκει η διαδοχική εκτέλεση, του ενός μετά τον άλλο, από τον ίδιο δολοφόνο τεσσάρων φίλων, γνωστών από τα δικτατορικά χρόνια, όταν φοιτητές όντες είχαν συστήσει μια ομάδα ιδεολογικής αντίστασης στο σύστημα, ιδεολογία που όμως σταδιακά απεμπόλησαν για να ξεχυθούν στο κυνήγι του χρήματος. Ο δολοφόνος όμως, απ’ ό,τι φαίνεται εξ αρχής, έμεινε πιστός στις αρχές-του και ορκίστηκε σαν άλλος Κάιζερ Σόζε (στο φιλμ “The Usual Suspects” των Christopher McQuarrie και Bryan Singer) να τους τιμωρήσει κι έπειτα να εξαφανιστεί πάλι στην αφάνεια. Αυτό το τελευταίο φέρνει τους “Παλιούς λογαριασμούς” κοντά στην “Περαίωση”, όπου ο τιμωρός από το παρελθόν εμφανίζεται και καθαρίζει την κοινωνία από τους αρριβίστες για να αποδώσει δικαιοσύνη. Γενικότερα, τόσο ο Μάρκαρης όσο και ο Αζαριάδης προτείνουν μια πρωτοβουλία εκκαθάρισης όσων πλούτισαν με άνομα μέσα, ένα είδος εκδίκησης της κοινωνίας για όσους πρόδωσαν τις αξίες-τους και επιπλέον ασέλγησαν εις βάρος-της με μίζες, κομπίνες και άλλες …επαγγελματικές δραστηριότητες γρήγορου πλουτισμού. Μέχρις ενός σημείου εκφράζεται έτσι η κοινή γνώμη που θα ήθελε μια θεία! τιμωρία, που θα αντικαταστήσει τους διεφθαρμένους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης. Ο Αζαριάδης μάλιστα προχωρεί ένα βήμα περαιτέρω από την “Περαίωση” και το “Παλιά, πολύ παλιά”, στα οποία ο Μάρκαρης είχε προβάλει την εκδίκηση ως μέσο απονομής δικαιοσύνης· ο Αζαριάδης αφήνει τελικά τον δράστη ασύλληπτο, παρόλο που τον έχουμε ψυλλιαστεί και τον έχουμε αναγνωρίσει, πριν έλθει το τέλος. Ο συγγραφέας τον δικαιώνει, αφού η κυρίαρχη δομή των αστυνομικών μυθιστορημάτων ανατρέπεται στις τελευταίες δέκα σελίδες όπου η αστυνομία ηττάται, όχι σε επίπεδο πορείας διερεύνησης αλλά σε επίπεδο δράσης.
            Από την άλλη, ο πεζογράφος δουλεύει πολύ τις κοφτές ατάκες των σκληρών μπάτσων, των ανθρώπων που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα και ακονίζουν τη γλώσσα-τους σε αστεία πειράγματα ή σε επιθετικές ανακρίσεις. Δεν λείπει ο ερωτισμός που παρουσιάζεται σε καυτές εξόδους ή σε εκτονωτικά quickies, ενώ παντού προβάλλουν φιλήδονοι αστυνόμοι και χυμώδεις θηλυκές υπάρξεις που προκαλούν μέσα στη χλιδή των βορείων προαστίων ή στο ημίφως των μπαρ.
            Η υπόθεση δένει πολύ καλά και το βιβλίο, παρά το μέγεθός-του, συντηρεί το ενδιαφέρον και σοφά αφήνει τον αναγνώστη να ανακαλύψει το τέχνασμα, που κρατά λίγο τις καταβολές-του από την Άγκαθα Κρίστι, μέχρι και επίσημα να αποκαλυφθεί ο ένοχος. Ο ένοχος έρχεται, όπως και στην “Περαίωση” του Μάρκαρη, να βγει από το περιβάλλον των ερευνητών και όχι των θυμάτων, ή μάλλον από μια κοινή επιφάνεια που καλύπτεται από το αναρχικό παρελθόν και το αστυνομικό παρόν.

***

            Ο Στεφόπουλος δεν πετυχαίνει να γράψει ένα άξιο περισσότερης προσοχής αστυνομικό έργο, ενώ ο Αζαριάδης, παρά τις ελάχιστα αισθητικές-του αξιώσεις, στήνει μια μπετονένια πλοκή και την παρακολουθεί με συνέπεια έως το τέλος, όπως και ο Μάρκαρης που δεν διαψεύδει όσους τον διαβάζουν. Οι αναγνώστες όμως δεν βολεύονται με το καλό, αν δεν έχει προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερες αισθητικές βελτιώσεις.
 
[Φωτογραφικό υλικό βρέθηκε στα εξής: postnoon.com, www.omikron.tv, www.singleblackmale.org...]
            Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, June 08, 2013

Έγκλημα και εκδίκηση: η οπτική της λογοτεχνίας

Η κλασική –και αναμενόμενη έως πρόσφατα- εξέλιξη ενός μυθιστορήματος είναι ο εκτελεστής ενός εγκλήματος να συλλαμβάνεται στο τέλος του έργου και να τιμωρείται. Αυτή η δικαιική πράξη στηρίζεται στην πεποίθηση ότι οι νόμοι υπάρχουν για να προστατεύουν τους πολίτες, η ζωή καθενός είναι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα και οι αρχές τίθενται στην υπηρεσία της κοινωνικής ομαλότητας. Όποιος λοιπόν παραβιάσει τον νόμο, στρέφεται καταρχάς εναντίον των απαράβατων ανθρώπινων δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση κατά της ίδιας της κοινωνικής τάξης. Η τιμωρία-του επομένως έρχεται ως  αποκατάσταση της αδικίας και καταδίκη κάθε εγκληματικής ενέργειας.
Ειδικά τα αστυνομικά μυθιστορήματα κλείνουν με αίσιο τέλος, καθώς ο ένοχος συλλαμβάνεται και τα αδικήματά-του, συνήθως φόνοι, καταδικάζονται στη συνείδηση των αναγνωστών ως παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, έστω κι αν τα τελευταία χρόνια το βάρος μετατίθεται στην κοινωνική νοσηρότητα που γέννησε τέτοια φαινόμενα. Η δικαιοσύνη των νόμων και η εμπιστοσύνη στις αρχές, παρά τις πολλές διαπλεκόμενες σχέσεις-τους με την πολιτική, τα ΜΜΕ και το οργανωμένο έγκλημα, δεν κλονίζεται και έτσι ο παραβάτης πρέπει να τιμωρηθεί.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ μια τάση αμφισβήτησης της δυνατότητας έννομης απονομής δικαιοσύνης, πράγμα που το οσμίζεται όποιος διαβάζει σύγχρονη λογοτεχνία. Από την Ιαπωνία έως την Τουρκία και φυσικά εδώ στην Ελλάδα, ο δράστης φαίνεται να λειτουργεί ανιδιοτελώς και υπέρ της αποκατάστασης της δικαιοσύνης, όχι όμως μέσω του νόμου, αλλά μέσω μιας προσωπικής απονομής-της. Ο συγγραφέας βλέπει ότι η επίσημη δικαιοσύνη δεν μπορεί ή δεν θέλει να βάλει τας χείρας επί τον τύπον των ήλων και έτσι αφήνει τον δράστη να επωμιστεί το ξεβρόμισμα της κόπρου του Αυγεία, κερδίζοντας τη συμπάθεια ή την ανοχή των αναγνωστών. Η τιμωρία-του είτε έρχεται αλλά θεωρείται το αναγκαίο τίμημα, είτε δεν έρχεται ποτέ αφήνοντας το έγκλημα ατιμώρητο στο πλαίσιο μιας δίκαιης έστω και άνομης πράξης.
Από την εποχή του έργου του Αλέξανδρου ΔουμάΟ Κόμης Μοντεχρίστο” (1844), η εκδίκηση “παίζει” στα λογοτεχνικά έργα ως αυθόρμητη εκδήλωση της οργής ενάντια στην αδικία, αλλά τις περισσότερες φορές αυτή η έκφραση καταδικαζόταν. Ειδικά, όπως προείπα, το αστυνομικό μυθιστόρημα επέφερε μια ισορροπία, αφού ξεκινούσε με την ανακάλυψη του πτώματος και κατέληγε στην αποκάλυψη του δράστη.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ μια τάση ανενοχοποίησης του θύτη, όταν ο λόγος της διάπραξης της εγκληματικής-του πράξης είναι η έμπρακτη εφαρμογή της αίσθησης που υπάρχει στον μέσο πολίτη για το τι είναι δίκαιο και ποιος αξίζει να τιμωρηθεί, ασχέτως πώς αντιμετωπίζει το ίδιο θέμα ο αφερέγγυος -ή έστω χρονοβόρος- νόμος ή ακόμα χειρότερα οι διεφθαρμένοι λειτουργοί-του.
Το 2002 η αλλαγή είναι ήδη ορατή: ο ισλανδός Arnaldur Indridason γράφει τη “Σιωπή του τάφου”, όπου μια δολοφονία ανακαλύπτεται 70 χρόνια μετά και αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για μια εκδίκηση προς έναν άνδρα που βασάνιζε τη γυναίκα-του και φερόταν σκληρά στα παιδιά-τους, ανάμεσα στα οποία και η κόρη που ήταν άτομο με ειδικές ανάγκες. Ο φόνος δεν εξιχνιάστηκε τότε και δεν τιμωρήθηκε κανείς.
Το 2008 στις “Στάχτες”-του ο Σέργιος Γκάκας δεν οδηγεί τους δράστες στο δικαστήριο, αφού δεν εμπιστεύεται την εξουσία και τους νομείς της δικαιοσύνης: “τα κατά συρροήν εγκλήματα του τέλους του βιβλίου, ένα είδος κάθαρσης στην οποία πιστεύει ο Γκάκας ως θαυμαστής των αρχαίων ποιητών, δεν συνδέονται με το χρήμα αλλά με την ανάγκη για τιμωρία και εκδίκηση” (Φιλίππου, «Το Βήμα»). Την ίδια χρονιά το μυθιστόρημα Παλιά πολύ παλιά του Πέτρου Μάρκαρη αναφέρεται στα εγκλήματα Ελλήνων εναντίον Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη της δεκαετίας του ’50 και χρόνια μετά μια ηλικιωμένη Κωνσταντινουπολίτισσα δηλητηριάζει όσους εκμεταλλεύτηκαν τους διωγμούς για να πλουτίσουν. Η γηραιά φονέας δεν γνώρισε την ένδικη τιμωρία.
Αλλά και στο διεθνές προσκήνιο, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, η εκδίκηση προβάλλεται ως αναγκαία σε ένα σύστημα που δεν μπορεί να τιμωρήσει ποινικά τους δράστες, όπως είναι αυτοί που βιαιοπραγούν εναντίον των γυναικών-τους ή βιάζουν ανήλικα κοριτσάκια. Αυτό ακριβώς το θέμα χειρίζεται, μεταξύ άλλων, στο 1Q84” ο Χαρούκι Μουρακάμι το 2009. Η δράστις, απόλυτα συνειδητοποιημένη και ιδεολογικά πλήρης, εκτελεί καθαρίζοντας την κοινωνία από τα μιαρά άρρενα υποκείμενα, που χρησιμοποιούν την έμφυλη δύναμή-τους για να διαλύσουν ψυχολογικά τα θήλεα θύματά-τους. Στη γειτονική Τουρκία ο Αχμέτ Ουμίτ το 2010 με τις Μνήμες της Κωνσταντινούπολης καταφέρεται εναντίον όσων καταστρέφουν την ιστορία της Ισταμπούλ. Οι δολοφόνοι με κίνητρο τη σωτηρία της πόλης-τους εκτελούν και εντέλει αποκαλύπτονται, χωρίς όμως να υπάρχει η διάθεση να εγκλειστούν στη φυλακή.
Ο Πέτρος Μάρκαρης το 2011 στην “Περαίωσή”-του χρησιμοποιεί κι αυτός, όπως ο τούρκος συνάδελφός-του, την ιστορία της πόλης-του, της Αθήνας, για να συνδέσει τις αξίες του παρελθόντος με τις δολοφονίες όσων χρωστάνε στο δημόσιο. Έτσι, ο φονέας εμφανίζεται ως εθνικός εκκαθαριστής, που τιμωρεί όσους δεν μπορεί να τσιμπήσει η τσιμπίδα του νόμου, αν και στο τέλος αποκαλύπτεται από την αστυνομία. Ανάλογη διάθεση εκδίκησης έχουν οι μαρκαρικοί  Παλιοί λογαριασμοί” του Γρηγόρη Αζαριάδη (2012), όπου ο τιμωρός από το παρελθόν εμφανίζεται και καθαρίζει την κοινωνία από τους αρριβίστες για να αποδώσει δικαιοσύνη. Γενικότερα, τόσο ο Μάρκαρης όσο και ο Αζαριάδης προτείνουν μια πρωτοβουλία εκκαθάρισης όσων πλούτισαν με άνομα μέσα, ένα είδος εκδίκησης της κοινωνίας για όσους πρόδωσαν τις αξίες-τους και επιπλέον ασέλγησαν εις βάρος-της με μίζες, κομπίνες και άλλες …επαγγελματικές δραστηριότητες γρήγορου πλουτισμού. Μέχρις ενός σημείου εκφράζεται έτσι η κοινή γνώμη που θα ήθελε μια θεία! τιμωρία, που θα αντικαταστήσει τους διεφθαρμένους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης.
Αλλά και εκτός αστυνομικής λογοτεχνίας, η εκδίκηση μπορεί να παίξει ρόλο ψυχολογικής εκτόνωσης. Έτσι, στο τελευταίο μυθιστόρημα του Percival Everett “Η θεραπεία του νερού” ένας πατέρας αναλαμβάνει να βασανίσει και να σκοτώσει τον δολοφόνο της εντεκάχρονης κόρης-του. 

Τι είδους δικαιικό σύστημα προτείνει αυτή η σειρά μυθιστορημάτων που ανέφερα; Μήπως τελικά οι συγγραφείς συστήνουν την αυτοδικία ως αντικατάστατο της δικαιοσύνης;
Καταρχάς, φαίνεται σε όλες τις χώρες, μέσω των λογοτεχνιών-τους, ότι το ένδικο σύστημα δεν αποδίδει, είτε επειδή είναι γραφειοκρατικό και χρονοβόρο ή επειδή είναι διεφθαρμένο. Ο μέσος πολίτης δεν εμπιστεύεται τα δικαστήρια, επειδή δεν πιστεύει ότι, αν είναι ο ίδιος θύμα, θα βρει το δίκιο-του στο έπακρο και συνάμα μεγάλοι εγκληματίες, που έχουν διακορεύσει το κοινωνικοπολιτικό σύστημα, δεν τιμωρούνται. Επομένως, η λογοτεχνική αυτοδικία έρχεται από ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να χάσουν να υποκαταστήσουν τις αρχές και να αποκαταστήσουν την απολεσθείσα κοινωνική ευταξία.
Το νέο αξιακό σύστημα προσπερνά, με κίνδυνο να φανεί το ίδιο αυθαίρετο και ατομοκεντρικό, το υπάρχον ποινικό δίκαιο και επιφέρει πιο άμεση, πιο καίρια και ενίοτε παραδειγματική τιμωρία σε όσους μέσα στην εξέλιξη της υπόθεσης αποδεικνύονται πραγματικά ένοχοι, όχι σε προσωπικό επίπεδο αλλά σε συλλογικό. Αυτή η απονομή ηθικής δικαιοσύνης δηλαδή, μια ηθικής που μετέχει άλλων του νομικού συστημάτων αξιών, αφορά μόνο ανθρώπους που με τα εγκλήματά-τους λεηλάτησαν όχι μόνο την προσωπική αξιοπρέπεια του θύματος αλλά και την κοινωνική ομαλότητα.
Θα ακολουθήσουν μερικά αστυνομικά έργα, από τα οποία άλλα βασίζονται στην εκδίκηση κι άλλα όχι, που συντονίζονται με το κλίμα του καλοκαιριού που έχει ήδη έλθει.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, June 06, 2013

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου "παιδικό κουρείο”

Πρώην άγγελοι τώρα ψαράδες ράβουν τα τσακισμένα τους φτερά τόσο επιδέξια” (Επιμύθιο) – “Ένα λουλούδι μπορεί να μην ερμηνεύει τον κόσμο, ερμηνεύει ωστόσο το χρώμα του που είναι μια μουσική ανεξήγητη” (Μαύρο)
 
 
Εσπρέσο πίκολο:
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
“παιδικό κουρείο”
εκδόσεις Κέδρος
2013

            Τι περιμένεις από την ποίηση; Μα τα πάντα. Από μια λυρική κατασκευή που θα σε ενθουσιάσει μέχρι την αφήγηση που θα σε βάλει στις ράγες μιας ιστορίας, λοξά κοιταγμένης, κι από μια γλωσσική πανδαισία μέχρι έναν βαθύ προβληματισμό που θα σε στρατεύσει σε ιδέες και φλογερές κατακτήσεις.
            Τι δίνει ο Παπαγεωργίου; Καταρχάς (κι αυτό εν πολλοίς σε κρατά εγρήγορο σε όλη τη συλλογή) είναι η γλώσσα που αναδεικνύει κρυμμένες πλευρές των λέξεων, τόσο σε παραδειγματικό άξονα, δηλαδή στο ποια λέξη θα χρησιμοποιηθεί στην ποικιλία των συνωνύμων που προσφέρεται, όσο και στον συνταγματικό, δηλαδή στις συνάψεις που δημιουργούν οι λέξεις και αιφνιδιάζουν ποιητικά τον αναγνώστη.           

Νεκρή φύση 

Μνήμες που ερήμην μου καλλιέργησα
στις αργιλώδεις εκτάσεις της γλώσσας και ύστερα
με φέρσιμο κισσού σκαρφάλωσαν στις φλέβες


Η σύζευξη λέξεων από την πανίδα (καλλιέργησα, εκτάσεις, κισσού) με τις διεργασίες του πνεύματος και του σώματος (μνήμες, γλώσσας, φλέβες) δημιουργεί την αίσθηση της φυτικής ανάπτυξης της προσωπικότητας, που συνίσταται από μνήμες και εκφράζεται με τη γλώσσα. Πρόκειται για τη συναισθηματική και διανοητική βλάστηση, αποτελούμενη από αναμνήσεις, εντός του ανθρώπου που υψώνεται ερήμην-του και τον τυλίγει, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν-του.
            Μα κάποιος θα πει ότι εν μέρει η ποίηση (αυτή ή κάθε ποίηση) γίνεται νάρκισσος που καθρεφτίζει τον εαυτό-της αέναα. Ναι, ο ποιητής πολλές φορές συδαυλίζοντας τη γλώσσα ακκίζεται και συχνά καταφεύγει στη λεξιθηρία, στην εκζήτηση, στην ακουστική σύναψη και όχι σε μια βαθύτερη νοηματική αναζήτηση.
           
Μου άρεσε η ποίηση του Παπαγεωργίου, όπως
μου άρεσε το “Νερό”, η νουβέλα-του με την ποιητική μαγεία και τη σκληρή ψυχολογία. Μέσα στη γλώσσα, μέσα στις συστροφές της αφήγησης, στην προσωποποίηση των φυσικών στοιχείων αλλά και στην εγκεφαλική εξήγηση του κόσμου, βρίσκω τρόπους θέασης της πραγματικότητας. Αυτή η ποίηση θέλει μικρή ταχύτητα, υπομονή, ήσυχες ώρες και ανοικτές καρδιές. Μερικές φορές νιώθω ότι πρέπει να είμαι πιο προσεκτικός, για να αφήσω τις λέξεις-της να με εκπορθήσουν.
 
[Φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: www.justinbieberfanfiction.com, www.telegraph.co.uk, el.wikipedia_org και erin-oncall.blogspot_com]

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, June 03, 2013

Όλοι είμαστε Ιστορικοί!


Φανταστείτε έναν γιατρό, καθηγητή πανεπιστημίου, να βγει και να δηλώσει ότι η σοκολάτα προκαλεί τριχόπτωση!!! Ο απλός κόσμος θα ακούσει την είδηση, αλλά, επειδή δεν έχει ο ίδιος ιατρικές γνώσεις, θα τη δεχτεί μάλλον, ασχέτως αν θα πάψει να τρώει σοκολάτες. Οι δημοσιογράφοι θα αρχίσουν ίσως να εκφράζουν έμμεσα αντιρρήσεις, αλλά το περισσότερο που μπορούν να κάνουν είναι να δώσουν τον λόγο στους ειδικούς, που θα κρίνουν αν ο καθηγητής έχει δίκιο ή όχι. Οι πολιτικοί δεν θα μιλήσουν, εκτός κι αν …μια εταιρεία σοκολάτας έχει εκφράσει ενδιαφέρον για επενδύσεις στην Ελλάδα! Τότε βεβαίως και η σοκολάτα δεν προκαλεί τριχόπτωση, αντίθετα αυξάνει τις θέσεις εργασίας…!
            Ακόμα κι αν ο πρώτος γιατρός λέει βλακείες, μπορώ εγώ που δεν έχω σπουδάσει ιατρική να τον αντικρούσω; Να βγω και να πω «Εγώ τρώω συνεχώς σοκολάτες και δεν έχω χάσει καθόλου την πλούσια χαίτη-μου»; Προφανώς, τους επιστήμονες των θετικών επιστημών δεν μπορούμε εύκολα να τους αμφισβητήσουμε και δεχόμαστε, έστω και αν περιμένουμε την υπόλοιπη συναφή επιστημονική κοινότητα να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις θεωρίες-τους, ότι μπορεί να έχουν δίκιο. Τους επιστήμονες όμως των ανθρωπιστικών επιστημών, τους κοινωνιολόγους, τους εγκληματολόγους, τους αρχαιολόγους, τους φιλολόγους, ακόμα και τους νομικούς, εύκολα ο καθένας, με τις γνώσεις-του από το σχολείο, ή από όσα βιβλία και άλλα δημοσιεύματα έχει διαβάσει, βγαίνει και τους αμφισβητεί, μη δεχόμενος ότι μπορεί να έβγαλαν άλλα συμπεράσματα μετά την έρευνα που έκαναν. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με τους ιστορικούς.
            -Τελικά έγινε ή όχι ο χορός του Ζαλόγγου;
            -Ή μήπως έπεσαν οι γυναίκες αλλά όχι εν χορώ;
            -Έγινε κάτι ανάλογο στον ποταμό Αραπίτσα της Νάουσας;
-Έγινε η γενοκτονία των Ποντίων;
-Τι ορίζεται «γενοκτονία» και τι μαζική σφαγή;
            Τι ξέρετε για όλα αυτά; Τι ξέρω εγώ; Μα ό,τι έμαθα στο σχολείο, άρα ό,τι ετεροκαθοριζόμενα πέρασε στο υποσυνείδητό-μου. Είμαι αξιόπιστος να εκφέρω γνώμη; Φυσικά όχι. Μα είδα το μνημείο πάνω στο βουνό, κοντά στο Σούλι. Είναι αυτό όμως αποδεδειγμένη θέση; Μα διάβασα στα απομνημονεύματα του Τάδε ότι έγινε. Και τότε θα πρέπει κανείς να σκεφτεί: είναι αξιόπιστα τα απομνημονεύματα του Τάδε; Μήπως υπάρχουν άλλες πηγές που τα αναιρούν; Μήπως άλλοι, της εποχής, τα έγραψαν διαφορετικά; Τι λένε οι ιστορικοί που έχουν κάνει επισταμένες έρευνες πάνω στο ’21;
            Κι ας πούμε ότι η Ρεπούση έχει βεβαρημένο παρελθόν και ό,τι λέει ίσως είναι εξ αρχής ύποπτο (η ίδια δηλώνει βέβαια ότι δεν έκανε καμία αναφορά στο Ζάλογγο, αλλά αυτό δεν έχει σημασία τώρα). Κι ας υποθέσουμε ότι μιλάει με ιδεολογική αχρωματοψία και δεν θέλει να δει καθαρά την αλήθεια. Τότε, 1) ποιος μιλάει αντικειμενικά και ποιος μπορεί να διεκδικήσει αν-ιδεολόγητη ματιά; 2) ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω τον όποιον επιστήμονα, αν δεν έχω ψάξει εξίσου καλά το θέμα; 3) είναι κάθε παγιωμένη άποψη οδηγός για να κρίνουμε όποιον βγει να δηλώσει το αντίθετο;
            Δεν υποστηρίζω τη Ρεπούση, είναι και για μένα φορέας μιας συγκεκριμένης άποψης. Θα μπορούσα μαζί με άλλους να παραδεχτώ ότι θα έπρεπε ως πολιτικός να μιλά με την ίδια ντομπροσύνη με την οποία μιλά ως ιστορικός, κάτι που μάλλον δεν κάνει, ή να προβληματιστώ για το τι αποσκοπεί εκφράζοντας συνεχώς ιστορικές εκτιμήσεις που δεν έχουν νόημα, εκτός κι αν είδε τον εαυτό-της ως διδάσκαλο της κοινής γνώμης. Αλλά δεν μπορώ να την αμφισβητήσω, ούτε δέχομαι να αμφισβητούν τις επιστημονικές-της θέσεις (και οποιουδήποτε άλλου) με πολιτικά και εθνικά κριτήρια, παρά μόνο άλλοι ιστορικοί που –εξίσου υποκειμενικά- θα μπορούν να αντιτάξουν τη δική-τους άποψη. Δεν υποστηρίζω τη Ρεπούση, αλλά την Ιστορία και την επιστημονική ελευθερία των ειδικών να εκφράζουν τη γνώμη-τους, επιτρέποντας βέβαια και σε άλλους ειδικούς να την αναιρέσουν. Σε άλλους ειδικούς και όχι στους δημοσιογράφους, στους επαγγελματίες πολιτικούς, στους κραυγάζοντες ιστολόγους, στους ανίδεους που πρέπει να υποστηρίξουν κάτι, μόνο και μόνο επειδή έτσι ρίζωσε ως τώρα, χωρίς έρευνα, στο έδαφος του μυαλού-τους.
 
[Φωτογραφίες λήφθηκαν από: www.mlive.com, tonyfranksbuckley.blogspot.com, ellas2.wordpress.com, www.imerisia.gr και www.imow.org
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, June 01, 2013

“Η ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ” του Δημήτριου Βυζάντιου

Το γλωσσικό χάος μπορεί να γίνει η βάση για μια θεότρελη λαϊκή κωμωδία, που προκαλεί θυμηδία όσο ο ένας δεν καταλαβαίνει τον άλλο αλλά και όσο αναπαριστά μια ολόκληρη εθνική ασυνεννοησία, που δυστυχώς κρατάει χρόνια. 
 
 
Κορμός σοκολάτα:
Δημήτριος Βυζάντιος
Η Βαβυλωνία
1836 

            Το θεατρικό έργο του Δημήτριου Βυζάντιου ίσως το έχετε δει πολλές φορές στην τηλεόραση, κυρίως σε μια γνωστή παράσταση του Θεάτρου της Δευτέρας. Αναφέρεται σε μια παρεξήγηση μεταξύ ενός Κρητικού και ενός Αρβανίτη, αφού ο πρώτος πρότεινε στον δεύτερο να φάει από το «κουράδι»-του κι ο δεύτερος το θεώρησε βαριά προσβολή. Φυσικά, «κουράδι» είναι στην κρητική διάλεκτο το κοπάδι, κάτι ουδόλως προσβλητικό στην ουσία αλλά που στη γλωσσική σύγχυση της εποχής φάνταξε βρισιά. Τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα χάνι (λοκάντα) της εποχής, στον Ναύπλιο του 1827, όπου πολλοί άλλοι παρίσταντο, καθένας με τη δική-του πολιτισμική και γλωσσική ιδιαιτερότητα.
            Το έργο διαβάζεται ή βλέπεται με ευχαρίστηση χάρη στο χιούμορ και στη σάτιρα πάνω στην οποία είναι στηριγμένο. Η ασυνεννοησία, η γλωσσική δηλαδή ακαταληψία, λειτουργεί ως μοχλός για να προξενήσει παρεξηγήσεις και να εντείνει την απόσταση που χώριζε τους Έλληνες λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Είναι σύνηθες φαινόμενο τα κωμικά έργα να προκαλούν γέλιο χάρη στη γλώσσα, στα λογοπαίγνια, στις ποικίλες υφολογικές πλευρές, στη μεταφορά και στα άλλους τρόπους έκφρασης που εκλαμβάνονται διαφορετικά από τον εκάστοτε αποδέκτη-τους.
            Μέσω της γλωσσικής διαφοροποίησης προβάλλεται και η πολιτισμική ποικιλία, στα όρια της ετερογένειας, του ελληνικού κράτους, το οποίο βγαίνει από την οθωμανική-του φάση αλλού με αρχαιοελληνικές περγαμηνές, αλλού με ιταλικές επιδράσεις, άλλοτε με τη γλωσσική και πολιτισμική απομόνωση μιας περιοχής κι άλλοτε με τις ιδιαιτερότητες της κουλτούρας μιας άλλης. Ο Κύπριος και ο Κρητικός, ο Ανατολίτης κι ο Χιώτης, ο Επτανήσιος αξιωματικός και ο Αρβανίτης κ.ο.κ. αντιπροσωπεύουν λαϊκά στοιχεία μιας ανομοιόμορφης Ελλάδας που πασχίζει να βρει την ταυτότητά-της. Οι φιγούρες αυτές, που εμφανίζονται εν μέρει και στον Καραγκιόζη, παρουσιάζουν και άλλες διαφορές, όπως στη διατροφή, στην ενδυμασία, στην αίσθηση του δικαίου, γεγονός που δημιουργεί πολυγλωσσία αλλά και πολυπολιτισμική πανσπερμία.
Η ιδεολογική σκοπιά όμως σκοπιά είναι εξίσου εμφανής. Η ανάγκη καθιέρωσης μιας κοινής γλώσσας, μιας γλώσσας που θα γεφυρώσει τα πλείστες όσες διαλέκτους και ιδιώματα ήταν μια κρατική ανάγκη, ώστε να μην προκαλείται σύγχυση τόσο ανάμεσα στους κατοίκους όσο και ανάμεσα στους πολίτες και το νεοσύστατο κράτος. Επομένως η αναζήτηση μιας κοινής συνισταμένης, ενταγμένη στο λεγόμενο «γλωσσικό ζήτημα», που επιχειρεί ο θεατρικός συγγραφέας, δεν είναι απλώς ζήτημα κύρους και επιβολής, αλλά επικοινωνίας και εθνικής ταυτότητας.
Άλλα δευτερεύοντα ζητήματα όπως ο λογιωτατισμός, η αμάθεια, η γραφειοκρατία της διοίκησης μπαίνουν στο στόχαστρο του συγγραφέα και έτσι ο θεατής της παράστασης, ακόμα και σήμερα, αντιλαμβάνεται ποια Ελλάδα ξεπήδησε μέσα από τους καπνούς της Επανάστασης, μια Ελλάδα που ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να συνεννοηθεί.
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, May 30, 2013

“Ο μεγάλος Γκάτσμπυ” του Francis Scott Fitzgerald

Όταν η Αμερική περνά στη μοντέρνα εποχή, ο Φίτζεραλντ σκέφτεται ρομαντικά και έτσι στήνει έναν ήρωα με διπλής κατεύθυνσης χαρακτηριστικά: αφενός την οικονομική άνοδο της κοινωνίας και αφετέρου την ιδεαλιστική πίστη στον νεανικό έρωτα. 
 
 
Αμερικάνικος με γεύση κάστανο:
Francis Scott Fitzgerald
“The Great Gatsby”
1925
Ο μεγάλος Γκάτσμπυ
μετ. Ά. Μπερλής
εκδόσεις Άγρα
2012

            Καταρχάς, το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο. Γενικότερα ο μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται παγκοσμίως από την καθοριστική επίδραση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που άλλαξε τη νοοτροπία της ανθρωπότητας και στιγμάτισε τη λογοτεχνία της εποχής. Η Αμερική δεν θίχτηκε ιδιαίτερα από αυτόν και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’20 ζει μια οικονομική ευμάρεια που δημιουργεί το μεγάλο Αμερικάνικο Όνειρο. Είναι η περίοδος που ατομικιστικά χτίζεται η προσωπική προβολή και η επίτευξη των κοινωνικών στόχων κάθε ανθρώπου. Παράλληλα, όμως πρέπει να θυμόμαστε ότι βρισκόμαστε λίγα μόλις χρόνια πριν από το μεγάλο Κραχ του 1929, όταν αυτή η άνθιση αποδεικνύεται φούσκα και καταρρέει εν μία νυκτί.
            Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ο Γκάτσμπυ είναι ένας υβριδικός και ενδιαφέρων χαρακτήρας. Από τη μία, ενσαρκώνει το Αμερικάνικο όνειρο, αφού με την επιστροφή-του από τον πόλεμο το 1919 καταφέρνει σε τρία χρόνια να αναρριχηθεί κοινωνικά, να πλουτίσει έστω και παράνομα και τώρα να ζει σε μια έπαυλη, όπου συγκεντρώνονται καθημερινά πολυάριθμοι επισκέπτες, καλεσμένοι ή απρόσκλητοι, συνήθως επώνυμοι, που προβάλλουν την καλή ζωή, τις επιχειρήσεις, τη τζαζ μουσική, τα κοκτέιλ κ.ο.κ. Από την άλλη, ο Γκάτσμπυ είναι ένας ρομαντικός ήρωας, σαν να επιστρέφει ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα από την πίσω πόρτα. Πριν τον πόλεμο αγαπούσε τη Νταίζυ, η οποία παντρεύτηκε εν τω μεταξύ τον πολίστα Τομ Μπιουκάναν. Ο Γκάτσμπυ όμως εξακολουθεί να την αγαπά και, τώρα που έγινε κάποιος, αποφασίζει να την διεκδικήσει.
            Δεν θα σταθώ τόσο στον λυρισμό του έργου, που προβάλλει ανάμεσα σε άλλα στην εξαιρετική εισαγωγή-του ο Άρης Μπερλής. Ούτε στην ανδρική ματιά που εξουσιάζει το μυθιστόρημα, ούτε τη θεατρικότητα του έργου που διαπερνάται από ζωντανούς διαλόγους και ολοκληρωμένες σκηνές, με τη δραματική έννοια, ούτε στο τραγικό τέλος του πρωταγωνιστή ο οποίος έζησε και πέθανε ρομαντικά. Όλα αυτά αξίζουν και χαρίζουν στην ανάγνωση όπως και στην παρακολούθηση των ταινιών που βγήκαν η πρώτη το 1974 (σκηνοθέτης: Jack Clayton, σενάριο: Francis Ford Coppola, παίζουν: Robert Redford, Mia Farrow, Bruce Dern) και η δεύτερη φέτος (σκηνοθέτης: Baz Luhrmann, σενάριο: Baz Luhrmann, Craig Pearce, παίζουν: Leonardo DiCaprio, Carey Mulligan, Joel Edgerton).
            Θα σταθώ λίγο σε ένα αφηγηματικό τέχνασμα που λειτουργεί διεγερτικά, τουλάχιστον της περιέργειας του αναγνώστη. Το έργο ξεκινά από τον Νικ Κάραγουεϋ, που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας, ο οποίος τολμά να φύγει από τη Δύση και να αναζητήσει το μέλλον του στην Ανατολή και συγκεκριμένα στο Ουέστ Ένγκ. Αφενός, λοιπόν, η κάμερα εστιάζει για εβδομήντα σελίδες στον Κάραγουεϋ, αφετέρου –και λόγω τίτλου- περιμένουμε να εμφανιστεί ο πρωταγωνιστής που στην αρχή προσεγγίζεται μέσω των φημών που τον ακολουθούν. Έπειτα, βλέπουμε να μπαίνει στο πλάνο η Νταίζυ και ο άντρας-της, ενώ ο ίδιος ο Γκάτσμπυ εισβάλλει στη ζωή του αφηγητή παρακαλώντας-τον να τον βοηθήσει να συναντήσει την αγαπημένη-του.
            Ο κλασικός πλέον Γκάτσμπυ δεν διαβάζεται –ευτυχώς- με μουσειακό τρόπο, επειδή αναπλάθει μια εποχή και καταδεικνύει το αμερικανικό θαύμα. Διαβάζεται ως το πορτρέτο ενός άνδρα, ρομαντικού (ανίσχυρου) και ισχυρού μαζί, που ζει αυτό το θαύμα αλλά κυνηγάει περισσότερο τη δική-του ευτυχία.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 16/5/2013. Το φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από τις δύο ταινίες ενώ η φωτογραφία κορυφής από το www.mazelmoments.com]
            Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, May 28, 2013

“Σε βρίσκει η ποίηση” του Τίτου Πατρίκιου

Εκεί που έχεις αποφασίσει ότι δεν θα διαβάζεις στίχους, σε βρίσκει η ποίηση. Σε περιμένει στη γωνία, σε ξαφνιάζει στον δρόμο, σε συναντά στην παρέα, σε ξυπνά μέσα στο όνειρό-σου. Εσύ σφυρίζεις αμέριμνος, αλλά στην Ελλάδα, σε μια χώρα που δεν έπαψε να γράφει ποίηση ούτε έναν αιώνα από την εποχή του Ομήρου (όπως είπε ο Ελύτης), η ποίηση θα σε συναντήσει εκόντα άκοντα. 
 
 
Affogato:
Τίτος Πατρίκιος
“Σε βρίσκει η ποίηση”
εκδόσεις Κίχλη
2013 

            Μια ποιητική συλλογή θέλει κότσια όχι μόνο να γραφτεί αλλά και να διαβαστεί. Εξαιτίας της πυκνότητάς-της, της περιεκτικής γραφής-της που δεν αφήνει τίποτα περιττό να παρεισφρήσει, και της μεστής σε σημαινόμενα φρασεολογίας-της, θέλει επιμονή και υπομονή από τον αναγνώστη να ανέβει σιγά σιγά την ανηφόρα-της.
            Ο Πατρίκιος είναι από τις πιο εμβληματικές ποιητικές φυσιογνωμίες που ζουν ακόμα, ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, μαζί με τους αναχωρήσαντες Μανόλη Αναγνωστάκη, Άρη Αλεξάνδρου, Τάσο Λειβαδίτη κ.ο.κ. Εξέφραζε τον αριστερό λόγο, στη ζωή και στο χαρτί, και στράτευσε την ποίησή-του σε μια κοινωνική αποστολή που δεν κοιτάζει μόνο τα του οίκου-της.
            Η παρούσα ολιγοσέλιδη σύνθεση αποτελείται από εννιά ενότητες, όπου κατακλείδα τίθεται απαράλλακτη η φράση “Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση”. Το απρόοπτο της σύνταξης, όπου το υποκείμενο δεν είναι ο άνθρωπος αλλά η ποίηση, με άλλα λόγια δεν πάει ο ποιητής σ’ αυτήν, δεν την επιδιώκει, δεν την κυνηγά, δεν κάθεται με σύστημα να την ψαρέψει, εξηγεί πόσο ελεύθερη είναι η ίδια η ποίηση, η έμπνευση, να κινείται αδόκητα και επιπλέον ότι έρχεται στον ευεπίφορο δέκτη όταν δεν την περιμένει και δεν τη ζορίζει. Η ποίηση σαν θεία επιφοίτηση, σαν αυθόρμητος προσκεκλημένος, σαν αυτόβουλος απεσταλμένος εμφανίζεται εκεί που δεν το περιμένεις, αλλά συνάμα κι εκεί που τη χρειάζεσαι, για να καταλάβεις τον εαυτό-σου ή τον κόσμο.
            Η ποίηση, λοιπόν, βρίσκει τον άνθρωπο εκεί που σκέφτεται και ξανασκέφτεται τα πράγματα, καθημερινά και πεπαλαιωμένα, που γέμισαν τη ζωή-του, εκεί που διερευνά την ταυτότητά-του και κυρίως τη σχέση-του με τους άλλους (πόσο τους δέχτηκε ή πόσο τους έκλεισε απ’ έξω), εκεί που αναθεωρεί τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύτηκε, άλλοτε εγωιστικά/ηδονοθηρικά κι άλλοτε απλόχερα, εκεί που προβαίνει σε καταβυθίσεις αυτογνωσίας, οι οποίες αποδεικνύουν μια μύχια ενοχή κάτω από την επιφανειακή αθωότητα, εκεί που στοχάζεται τη μοναξιά αλλά κυρίως τη δυνατότητα συλλογικότητας και αλληλεγγύης, εκεί που αναλογίζεται τοπία και τόπους της μνήμης και της νοσταλγίας, εκεί που ζει την καθημερινότητα με τις μικροπρέπειες και τα χαμηλά οράματα, τις γκρίνιες και τις χαρές-της, σε όλα αυτά λοιπόν τα εκεί έρχεται η ποίηση σαν ζητιάνα και σαν πορνοστάρ, σαν αμαζόνα και σαν παρθένα, σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου και σαν ερωμένη…
            Κι η τελευταία φράση που παραλλάσσει το ρεφραίν είναι ενδεικτική του ότι η ποίηση δεν έρχεται μόνο στους ποιητές αλλά στον καθένα «Εκεί απάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα-μας». Η ποιητική σύνθεση του Πατρίκιου δεν είναι απλώς αυτοαναφορική, δεν ορθώνει στίχους ποιητικής σαν αυτεπίγνωση του ποιητή, αλλά περισσότερο τονίζει τον ρόλο-της και τη μαγεία της ποίησης για τον αναγνώστη, τον απλό άνθρωπο που δεν γράφει αλλά στοχάζεται ποιητικά σε μια πεζή πραγματικότητα. Παρόλο που ακολουθεί πεπατημένα μονοπάτια (που ο ίδιος τα κατασκεύασε σταδιακά μέσα στο ποίημα, αλλά κι ο ίδιος τα ακολουθεί χωρίς αιφνιδιασμούς) και μερικές φορές η αφηγηματικότητά-της κάνει κοιλιά, κρατάει έναν σταθερό ρυθμό που δίνει σε πολλούς στίχους αυτοτέλεια, ενώ συνάμα τους εντάσσει σε ένα ευρύτερο σύνολο με νομοτελειακά χαρακτηριστικά.
 
[Ο πίνακας δεξιά ανήκει στην Jean Auguste Dominique Ingres και ονομάζεται "Luigi Cherubini and the Muse of Lyric Poetry" (1842). Το υπόλοιπο υλικό αντλήθηκε από: blog.oxforddictionaries.com, blogs.sch.gr και tzagalagabugu-wall.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος