Friday, July 03, 2015

“Η φάλαινα” του Πωλ Γκαντέν

Ο Μαραμπού, ιστολογικός περιηγητής, προτείνει από το Βιβλιοκαφέ ένα βιβλίο, που αλληγορικά δείχνει πως κάτι που σαπίζει αποτελεί πιθανό κίνδυνο για την κοινωνία, η οποία συνήθως αδρανεί. Πρέπει επομένως να λάβουμε μέτρα, να στοχαστούμε πολιτικά, να μην εθελοτυφλούμε αλλά να κινητοποιηθούμε προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και να αναλάβουμε τις ευθύνες-μας.


Γαλλικός με τσέρυ:
Paul Gadenne
“Baleine”
Actes Sud‎ 1982
Πώλ Γκαντέν
“Η φάλαινα”
μετ. Β. Χατζάκη
εκδόσεις Άγρα
2007
  



          Με αφορμή το βιβλίο του Ράφαελ Τσίρμπες “Στην άκρη του γκρεμού” που παρουσίασε το μπλογκ diavazontas πριν λίγες μέρες, συζητούσα με μια φίλη για ποιον λόγο δεν μου αρέσει η λογοτεχνία της κρίσης και γιατί δεν διαβάζω τέτοια βιβλία. Η άποψή της ήταν ότι αν ο συγγραφέας καταφέρει να αποστασιοποιηθεί, με ένα τόσο εκρηκτικό υλικό στα χέρια του θα μπορούσε να γράψει αριστουργήματα. Η ένστασή μου έγκειται στο γεγονός ότι ο (κάθε) συγγραφέας δεν θα μπορέσει ποτέ να αποστασιοποιηθεί από μια κατάσταση που τον στροβιλίζει στη δίνη της. Θέλει τουλάχιστον δέκα χρόνια (ή τουλάχιστον, ο ίδιος ο αναγνώστης, χρειάζεται αυτήν την χρονική απόσταση) για να πεις ότι κρίνει τα πράγματα αποστασιοποιημένα και από κει και πέρα, όσο ο χρόνος ξεμακραίνει η ματιά ολοένα και βαθαίνει. Σε μένα, η φράση “λογοτεχνία της κρίσης” ακούγεται ανεστραμμένη, “κρίση της λογοτεχνίας” και αποφεύγω να συσχετιστώ μαζί της.
          Δεν θέλω να διαβάζω για αυτό που ζω με όρους και φράσεις της τωρινής μου ζωής. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η λογοτεχνία να μιλάει για μένα όσο το να μιλάει σε μένα. Η φράση “επίκαιρο βιβλίο” θέλω να χαρακτηρίζει βιβλία που έφθασαν ως εμένα από μακρινούς χρόνους, όχι βιβλία που εκπορεύονται από το τώρα και βολοδέρνουν αμήχανα στους δρόμους μιας επισφαλούς μνήμης. Με αυτά κατά νου και με την αφόρητη πραγματικότητα να με πιέζει, διάβασα το μικρό κομψό βιβλίο του Πώλ Γκαντέν, “Η φάλαινα”, δώρο μιας άλλης φίλης.
          Και μέσα στις αλληγορικές σελίδες του ανακάλυψα ένα θαυμάσιο πολιτικό σχόλιο που ταξίδεψε μισό αιώνα και πλέον μέχρι να φθάσει στα μάτια μου. Σε ένα ψαροχώρι της Γαλλίας ξεβράζεται μια πελώρια άσπρη φάλαινα και ο κόσμος την αντιμετωπίζει αδιάφορα, κλείνοντας τα μάτια στο συμβολικό της χαρακτήρα και τη μύτη στην απαίσια σαπίλα που αναδίνει. Ο Πιερ μαζί με τη φίλη του Οντίλ, αποφασίζουν να επισκεφτούν την ακτή που κείτεται το κήτος και να χαθούν σε μια δίνη στοχασμών και αναστοχασμών πάνω στο πολύσημο σύμβολο που αντιπροσωπεύει η φάλαινα.

[...] Στον δρόμο έλεγα στην Οντίλ πως η φάλαινα ερχόταν να αποτελειώσει αυτό το χαοτικό σύμπαν, να δώσει την χαριστική βολή σ' αυτόν τον κόσμο που' χε μυστικά συντονιστεί μέσα στο αόρατο, πως το κήτος ήταν ένα μνημείο που στήθηκε “επί των ερειπίων” της Ευρώπης.

Το βιβλίο θυμίζει έντονα και με σαφήνεια τον Μόμπι Ντικ (“Λόγω της συντομίας της, η αφήγηση του Πώλ Γκαντέν τοποθετείται στους αντίποδες του Μόμπι Ντικ”, όπως σημειώνει και ο Γάλλος εκδότης Hubert Nyssen) – η άσπρη φάλαινα δεν είναι πλέον αόρατη και άτρωτη, το φόβητρο και η κρυφή επιθυμία των ανθρώπων. Είναι ένα πτώμα που βυθίζεται λίγο λίγο στην άμμο. Σίγουρα ο Γκαντέν είχε στο μυαλό του την Ευρώπη που την αποτελείωσαν οι πόλεμοί της αλλά και όλον τον πλανήτη που αφήνεται να σαπίσει μπροστά στα αδιάφορα μάτια των ανθρώπων. Η πελώρια δύναμη του κήτους αποστραγγίζεται, δεν χρησιμεύει πια ούτε σαν συμβολική παράσταση.

[...] Ήμασταν μόνοι – μόνοι με την φάλαινα, με εκείνη την ανεξιχνίαστη μάζα από ζελατίνη όπου το κενό έπαιρνε χρώματα τόσο τρυφερά, και με κοινή συμφωνία, χωρίς μια λέξη, ενστερνιστήκαμε την υπόθεσή της. Αυτή η ήττα, αυτό το σιωπηλό σβήσιμο, όλα ξαναγίνονταν παρουσία. Αυτό το σάλιο, αυτό το σάπιο χνάρι που εμφανίστηκε ξαφνικά σε μιαν ακτή την οποία ήδη γνωρίζαμε και που το βλέμμα έπρεπε να ψάξει για να τη βρει, καταλαβαίναμε πως ήταν θέαμα κατανυκτικό. Δεν θα χρειαζόταν προσπάθεια να το αποτυπώσουμε μέσα μας˙ βρισκόταν χαραγμένο εκεί από πάντα, ήταν η πιο αρχέγονη σκέψη μας. Και τι ήμασταν εμείς, εμείς που το κοιτάζαμε, όντα τυχαία, ανυπόστατα, έρμαια των άστρων, ξεβρασμένα στις ακτές μιας Φύσης χωρίς συμβάντα;...


Με μια λυρική έξαρση και στοχαστική διάθεση, ο Γκαντέν γράφει ένα υπέροχο αφήγημα για τον άνθρωπο που είναι εξίσου ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Empedocle του Αλμπέρ Καμύ. Και αν θέλετε και την άποψή μου για το δημοψήφισμα, διατυπωμένη με την υπέροχη αμφισημία που μόνο η καλή λογοτεχνία μπορεί να κατορθώσει,

[...] Μπορούμε ακόμη να γυρίσουμε πίσω, αν το προτιμάτε, είπα για να τη δοκιμάσω˙ να απαρνηθούμε τη σάπια φάλαινα, και διατηρώντας στο μυαλό μας την ιδέα μιας φάλαινας εκθαμβωτικής, να ζήσουμε στο εξής ευτυχισμένοι.

Η λογοτεχνία είναι η πιο αξιόπιστη μηχανή του χρόνου που διαθέτουμε. Ειλικρινά απορώ ποιος θα ήθελε να δοκιμάσει ένα ταξίδι από το Τώρα στο Τώρα με μια τόσο λειτουργική χρονομηχανή στην κατοχή του! Εγώ την έχω προγραμματίσει για τα πιο μακρινά ταξίδια.
Μαραμπού

(Διά την αντιγραφήν)
Πατριάρχης Φώτιος


[Οι υπογραμμίσεις στην παρουσίαση του Μαραμπού είναι δικές-μου και οι εικόνες που τη στολίζουν αντλήθηκαν από: www.northdevongazette.co.uk, unlockingfemininity.wordpress.com, www.katu.com, www.moviescapital.com, www.richardhellergallery.com και www.greek-language.gr]

Wednesday, July 01, 2015

“Ο ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ”

Stefan Zweig: θα μπορούσε να έχει πάρει Νόμπελ

Δεν ξέρω αν θα τον έλεγα “ονειροπόλο”. Μάλλον, ψυχογράφο ή υποβλητικό, δραματικό ή σαρωτικό, καθώς ο διηγηματογράφος στήνει μικρά τραγικά σκηνικά που συγκλονίζουν και αρπάζουν τον αναγνώστη σαν αράχνες.


Αυστριακός Kaffee με σαντιγύ:
“Ο ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ”
Εισαγωγή-μετάφραση-ανθολόγηση:
Γ. Λαγουδάκου
εκδόσεις Μεταίχμιο
2015
 


          Ανακάλυψα όψιμα τον Αυστριακό συγγραφέα, αν και είχα εντυπωσιαστεί από ένα εκτενές διήγημά-του με τον τίτλο “Το βασιλικό παιχνίδι” (ή κάπως έτσι) που αναφερόταν, με αφορμή το σκάκι και τη στρατηγική-του, στην ψυχολογία του ανθρώπου που μπορεί να αντιμετωπίσει ακόμα και τον εαυτό-του σε τετ-α-τετ αναμετρήσεις σκακιού.    
Τώρα έρχομαι ξανά στο διηγηματογραφικό πεδίο-του και ανακαλύπτω πάλι τη μαγεία μιας τόσο ξεχωριστής, τόσο ρωμαλέας, τόσο οξείας πέννας, που ευγνωμονώ την επιμελήτρια του τόμου, η οποία επέλεξε και μετέφρασε τα εννέα κείμενα της συλλογής. Από τα διηγήματα των αρχών του 20ού αιώνα (που δείχνουν μια πρώιμη γραφή, ακόμα κρατημένη σε μικρό βάθος, εστιασμένη σ’ αυτό που ο διηγηματογράφος θα ολοκλήρωνε αργότερα, αλλά ακόμα κάπως αναποφάσιστη) μέχρι τα πιο ώριμα κείμενα της δεκαετίας του ’20 και του ’30 (που δείχνουν βάθος, προσήλωση στις απαραίτητες λεπτομέρειες, ατμοσφαιρικότητα και δραματικό τόνο).
Τα έργα του Στέφαν Τσβάιχ άπτονται του μεταίχμιου εκείνου, που χωρίζει και ενώνει το κοινωνικό με το ατομικό. Ζώντας σε μια μεταβατική περίοδο, όταν δηλαδή εξασθενίζει όλο και περισσότερο το σκληρό προφίλ μιας άκρως συντηρητικής κοινωνίας, αυτός συλλαμβάνει αυτόν τον κλονισμό και τον αποδίδει περίτεχνα στα κείμενά-του. Στην ουσία οι χαρακτήρες-του αναδεικνύουν τη διασταύρωση ηθικής και ψυχολογίας, όταν η μεν πνίγει τη δε, όταν η δεύτερη αναζητεί τρόπους να αποδεσμευτεί από τα αυστηρά δεσμά της πρώτης.
Ο Τσβάιχ αποδεικνύεται μάστορας στην αποτύπωση της οριακής ψυχολογίας ανθρώπων οι οποίοι είτε έπαθαν μια μεγάλη καταστροφή, είτε συγκρούστηκαν με τις εσωτερικευμένες ηθικές επιταγές της συνείδησής-τους και ταλαντεύονται ανάμεσα σε δύσκολες αποφάσεις. Τα περισσότερα από τα διηγήματά-του κινούνται σε ηθικά διλήμματα, που διαμορφώνουν ευερέθιστες και διαταραγμένες μέχρις ενός σημείου προσωπικότητες. Ο έρωτας έξω από τα νόμιμα πλαίσια, η απρεπής εγκυμοσύνη, ο τζόγος και οι παρενέργειές του, ο φόνος…
Θα ήθελα, πριν κλείσω, να μιλήσω για το κορυφαίο έργο του βιβλίου, ένα διήγημα που με έκανε να συγκλονιστώ και να κάνω ανήσυχο ύπνο, σαν το διάβασα. Το “Αμόκ”, γραμμένο το 1922, θεωρείται δικαίως από τα καλύτερα, καθώς εκεί ο Αυστριακός πεζογράφος κατάφερε να συμπυκνώσει με δέος, πάθος και έλεος τα τραγικά χαρακτηριστικά μιας μοιραίας συνάντησης. Η υπόθεση έχει ως εξής: Στο νυχτερινό τοπίο του καταστρώματος πλοίου ένας γιατρός εξομολογείται το δράμα του σε έναν άγνωστο: Μια Ευρωπαία κυρία στις Ινδίες ζήτησε απ’ αυτόν να κάνει έκτρωση, αλλά αυτός αρνήθηκε κι εκείνη πέθανε στα χέρια του, μετά από θανάσιμη επέμβαση από μια Κινέζα. Ο γιατρός υποσχέθηκε ωστόσο να μην αποκαλυφθεί η αιτία του θανάτου και κάνει ό,τι μπορεί να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή-του.
Το διήγημα εξ αρχής υποβάλλει με την ατμόσφαιρά-του: πλοίο, νύχτα, ημίφως, ήρεμο κλίμα αλλά ενδόμυχα ηλεκτρισμένη. Μυστήριο: ο κρατημένος στο σκοτάδι γιατρός εμφανίζεται ξαφνικά και εκπέμπει δέος και οίκτο μαζί. Ηθική αμφιταλάντευση: πρέπει να προσφέρει ο θεράπων του Ασκληπιού τις υπηρεσίες-του στη πλούσια μοιχό; Κι όταν αυτή τραυματίζεται ενδομητρίως θανάσιμα, ποιες τύψεις αφορούν στον μυστηριώδη αφηγητή; Ο εσωτερικός-του μονόλογος, η ψυχικά κλονισμένη κράση-του, το ποτό και η αποφασιστικότητά-του δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που μαγεύει τον αναγνώστη.
Ο Τσβάιχ συνθέτει διηγήματα-τραγωδίες, όπου συνοψίζεται η διαμάχη του ηθικού απέναντι στο ηθικό, σύγκρουση που οδηγεί σε ψυχολογικά αδιέξοδα. Τα διηγήματά-του έτσι φορτίζουν έντονα το κλίμα και συνεπαίρνουν τον αναγνώστη με τη δύναμη της συμ-πάθειας αλλά και την υποβλητικότητα της ατμόσφαιρας. Σε μερικά από αυτά η αφήγηση μέσα στην αφήγηση παραγκωνίζει τον πρωταγωνιστή σε δευτερεύοντα ρόλο, ακροατή μιας εξομολόγησης, και ανάγει τον ενδοκειμενικό αφηγητή σε πρωταγωνιστή, εξομολογούμενο, σχολιαστή των βαθύτερων διλημμάτων στα οποία βρέθηκε.
Ο Αυστριακός συγγραφέας πείθει τον αναγνώστη ότι η λογοτεχνία έχει τρομερή δύναμη. Πλησιάζει τον φακό-της σε μια οριακή σκηνή και αναδεικνύει τον φοβερό παλμό της ψυχής, όταν αυτή δονείται από τη σύγκρουση των εσωτερικών και εξωτερικών δυνάμεων. Υποκλίνομαι στην τέχνη-του, όπως έχω καιρό να κάνω!

[Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο In2life στις 16/6/2015  και εδώ, στο Βιβλιοκαφέ, κοσμείται από εικόνες που άντλησα από: www.telegraph.co.uk,  litterae-artesque.blogspot.com, commons.wikimedia.org, www.artdecoresource.com, tativille.blogspot.com, www.independentcinemaoffice.org.uk και d3mha.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 28, 2015

Σκέψεις περί του δημοψηφίσματος

1.Έλεγα συχνά τον τελευταίο καιρό ότι ζούμε τις συνέπειες του Εμφυλίου. Όλα τα απωθημένα που δεν μπόρεσαν έως τώρα να πάρουν εκδίκηση βρίσκουν τους τελευταίους μήνες ευκαιρία για τη νίκη που τότε δεν ήρθε. Υποσυνείδητα πάντα…

2.Η δημοκρατία ορίζει ότι ο λαός μπορεί να αποφασίζει με ένα ΝΑΙ ή με ένα ΟΧΙ σε μεγάλα εθνικά ζητήματα. Επομένως, το δημοψήφισμα φέρνει όλους μπροστά στο σαφές δίλημμα και τους καλεί να μην νίψουν τας χείρας-τους. Ακροαριστεροί, κομμουνιστές, αριστεροί, σοσιαλιστές, κεντρώοι, φιλελεύθεροι, δεξιοί, ακροδεξιοί, απολίτικοι κ.λπ. καλούνται να εφαρμόσουν στην πράξη το όραμά-τους για τον εαυτό-τους και τη χώρα.

3.Ζούμε λοιπόν ιστορικές στιγμές! Το 2015 θα καταγραφεί έτσι κι αλλιώς ως κομβικό έτος.

4. Το δίλημμα δεν είναι απλώς συμφωνία ή όχι, αλλά εντός ή εκτός ευρωζώνης. Ό,τι και να λέμε εμείς, ο χρόνος που λήγει δεν αφήνει περιθώρια για πολλούς ελιγμούς. Η απόφαση της ΕΚΤ, η ανάγκη πληρωμής των δανείων, τα ΑΤΜ και το ετοιμόρροπο χρηματοπιστωτικό σύστημα που αδειάζει. Διακυβεύουμε επομένως τη θέση της Ελλάδας σε ένα τρένο, που ναι μεν έχει άπειρα προβλήματα, αλλά η χώρα πεζή θα έχει να διανύσει πολύ περισσότερο κουραστικό δρόμο για να ξαναβρεθεί στο επίπεδο που ήταν.

5.Ό,τι αποτέλεσμα και να βγει, αυτή η κυβέρνηση είναι δυστυχώς χαμένη. Αν βγει ΝΑΙ, ο λαός θα υποδείξει έναν άλλο (επώδυνο) δρόμο από αυτόν που ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει και τότε οι υπουργοί-του δεν θα μπορέσουν να τον εφαρμόσουν· Αν βγει ΟΧΙ, θα έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των επιλογών τους κι ίσως ξαναβρούν τον λαό απέναντί τους στο μέλλον, που θα είναι άγριο.

6.Ό,τι αποτέλεσμα και να βγει, εμείς ο λαός θα το υποστούμε αμάσητο, χωρίς να μπορέσουμε στο μέλλον να αντιδράσουμε. Αν βγει ΟΧΙ, θα πτωχεύσουμε εντός ή εκτός ευρώ (μάλλον εκτός). Αν βγει ΝΑΙ, θα μας φορέσουν καπάκι τα σκληρά μέτρα και θα πουν «εσείς τα θελήσατε»!

7.Αλλάξανε οι συνθήκες από το 2011, όταν ο ίδιος ο Τσίπρας φώναζε για τις συνέπειες ενός δημοψηφίσματος; Δεν αναφερόταν στις επιπτώσεις της ίδιας της απάντησης, αλλά της μαζικής ψυχολογίας που θα οδηγούσε στην πτώχευση του τραπεζικού συστήματος. Τώρα δεν ισχύει αυτό; Κι αν ναι, γιατί θα μείνουν ανοικτά τα ΑΤΜ και οι τράπεζες από αύριο; Φαντάζεστε τι γίνεται και θα γίνεται μέχρι την άλλη Κυριακή; Ποιος δεν θα επιδιώξει να έχει όσο περισσότερα ευρώ γίνεται εν όψει μιας πιθανής επανόδου στη δραχμή; Σενάριο ή πραγματικότητα;

8. Το δίλημμα το έθεσε υπόρρητα ο Λαφαζάνης σε συνέντευξή-του στο Mega χθες το βράδυ: το ΟΧΙ σημαίνει κοινωνική και οικονομική ανατροπή (δηλαδή δραχμή, πράγμα που δεν θέλησε να το πει ρητά, γιατί θα έχανε το μεγάλο ποσοστό του κόσμου που επιθυμεί να παραμείνουμε στο ευρώ). Το ΝΑΙ σημαίνει πολιτικές αλλαγές (δηλαδή εκλογές, αφού η νυν κυβέρνηση δεν μπορεί να υλοποιήσει τα μέτρα).

9. Είμαστε ως λαός ανίκανοι να χειριστούμε τη δημοκρατία-μας και επαναλαμβάνουμε τα λάθη του 1920 και του 1945.

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, June 25, 2015

“Πόλεμος και πόλεμος” του László Krasznahorkai

Η Ιστορία και η παγκοσμιοποίηση, το ταξίδι στην Αμερική και τα ταξίδια μέσα στον χρόνο, η καταιγιστική γλώσσα και οι άπειρες λεπτομέρειες, όλα αυτά κι άλλα πολλά σε ένα ταχύστροφο μπλέντερ. Το ManBooker, που πήρε το βιβλίο, δείχνει την τάση της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


Ουγγαρέζικος καφές:
László Krasznahorkai
“Háború és háború”
1999

“Πόλεμος και πόλεμος”
μετ. Ι. Αβραμίδου
εκδόσεις Πόλις
2015
 





          Όλοι στέκονται στη γλώσσα του κειμένου, σ’ αυτόν τον ακατάσχετο μονόλογο, σ’ αυτόν τον μακροπερίοδο λόγο που δεν νογάει από (προκαθορισμένα) σημεία στίξης, συντακτικές παύσεις, κύριες και δευτερεύουσες, που ακολουθεί την προφορικότητα της ομιλίας, που τρέχει και ξαναγυρίζει στον εαυτό-του, που αγκαλιάζει και γλείφει κάθε λεπτομέρεια, πασκίζοντας να αναπλάσει όλες τις μικρές πτυχές του θέματος.
          Ο ήρωας, ο Γκιόργκι Κόριμ, ιστορικός της τοπικής ιστορίας, υπάλληλος στα Αρχεία μιας μικρής πόλης νότια της Βουδαπέστης, ανακαλύπτει ένα πολύτιμο έγγραφο κι αποφασίζει να το αξιοποιήσει, πηγαίνοντας στο «κέντρο του κόσμου», στη Νέα Υόρκη. Η ιστορία-του, από τη μέρα που συνέλαβε το ταξίδι μέχρι να φτάσει στον λαβύρινθο της μεγαλούπολης, σε μια άλλη ήπειρο, και μάλιστα χωρίς να ξέρει λέξη αγγλικά, αποτυπώνεται με όλες τις λεπτομέρειες της συνείδησης, σαν μια ροή σκέψεων και αναδρομών, στιγμιότυπων και μικροδιαλόγων.
          Δεν θέλω να σταθώ στη βορβορώδη (όχι με την αρνητική σημασία της λέξης) γλώσσα του κειμένου που με κάνει να παρασύρομαι στο ρεύμα-της, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να βγω στις όχθες του μυθιστορήματος. Δεν θέλω να μείνω σ’ αυτήν τη λεπτοδουλεμένη ύφανση που αποδίδει τόσο τα γεγονότα όσο και τους πολύπλοκους δαιδάλους της αφηγηματικής σκέψης. Θα ήθελα να δω ένα παραπέρα νόημα που να με κάνει να αντέξω τη λεκτική επίθεση και να προσχωρήσω ως αναγνώστης στη λογική του κειμένου.
          Κάνω μια εικασία. Τώρα που είμαι περίπου στο ένα τρίτο του βιβλίου. Και ταυτόχρονα περιμένω να διαψευστεί ή να επιβεβαιωθεί. Ή τίποτα από τα δυο. Η πορεία του Κόριμ είναι η μεταφορά της παγκοσμιοποίησης που επιχειρεί να αναγάγει σε γενικό το μικρό και τοπικό. Η Ουγγαρία, που βγήκε από τον αποκλεισμό της σοσιαλιστικής ενδοσκόπησης, είναι ενδεικτικό παράδειγμα μιας τοπικής κοινωνίας, που θέλει να μετάσχει στο αμερικάνικο, δηλαδή διεθνές, όραμα. Είναι μια επαρχία της γης, της οποίας οι κάτοικοι επιθυμούν να βρεθούν στην “πρωτεύουσα” και να σταθούν στο κέντρο της σκηνής, χωρίς να είναι σίγουροι για την επιτυχία της προσπάθειάς-τους. Είναι το πέταγμα από τη μικρή γειτονιά στη μεγάλη πλατεία, από το περιφερειακό στο κεντρικό, από το εθνικό στο παγκόσμιο…
          Η γλώσσα που είναι χαώδης και άναρχη, σοφά άναρχη, είναι ακριβώς το κάτοπτρο της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία το άτομο ως ομάδα χάνεται και εξαερώνεται. Σταδιακά εμπλουτίζεται (!) με αγγλικές λέξεις που δείχνουν με τη σειρά-τους το αμάλγαμα αξιών και πολιτισμών που κλιμακωτά αφομοιώνει ό,τι μέχρι τότε έμενε αλώβητο. Η Νέα Υόρκη παραλληλίζεται εμμέσως με τη Βαβέλ και η σύγχρονη κοινωνία με ένα πολυγλωσσικό αλλά, πιο πολύ, πολυπολιτισμικό αμάλγαμα, που δεν γνωρίζει συνεκτικότητα.
     Το χειρόγραφο, 150-160 σελίδων, αποκαλύπτεται σταδιακά ότι δεν περιέχει συγκεκριμένες ενδείξεις, αλλά κρίνεται ότι έχει “οικουμενική εμβέλεια” και ότι αξίζει να διασωθεί στην αιωνιότητα, π.χ. μέσω διαδικτύου. Με μια εγκιβωτισμένη αφήγηση, ανάκατη με τη ζωή του Κόριμ στην Αμερική, μας πηγαίνει πίσω, καταρχάς στη μινωική Κρήτη, όπου καταφτάνουν ναυαγισμένοι από ένα πολύνεκρο ναυάγιο τέσσερις νέοι αγνώστων λοιπών στοιχείων, πιθανόν καταγόμενοι από την Εγγύς Ανατολή. Η αφήγηση συνεχίζεται τον 19ο αιώνα στην Κολωνία και στην αποπεράτωση κτηρίων που είχαν ξεκινήσει αιώνες πριν. Έπειτα στη Βενετία, στη ρωμαϊκή Αγγλία κ.ο.κ.
Η Ιστορία έρχεται μέσα στο σύγχρονο διεθνοποιημένο σκηνικό να δώσει το “παρών”, αλλά ποιο νόημα έχει το παρελθόν σε ένα προοδόπληκτο παρόν; Πώς αυτή η μεταμοντέρνα σαλάτα αναδεικνύει την εποχή-μας και τους προβληματισμούς-της; Ποια η σχέση της αμερικάνικης ζωής με την Ιστορία και την τέχνη που αναμιγνύει πραγματικότητα και μυθοπλασία, παρόν και παρελθόν; Όσο προχωρούσα, πελάγωνα με ένα συνονθύλευμα που δεν με έβγαζε σε διέξοδο.
Κι εκεί σκέφτηκα αυτό που συχνά ακούμε από μουσικούς ή μουσικοκριτικούς για ερμηνείες τραγουδιστών: πολύ καλή τεχνική, σωστή άρθρωση και σωστά πατήματα πάνω στον μουσικό ρυθμό, ερμηνεία χωρίς λάθη, αλλά αν λείπει αυτό που το λένε συχνά ψυχή, συναίσθημα, φλόγα, τι αποδοχή μπορεί να έχει το τραγούδι; Το ίδιο σκέφτομαι και για τη λογοτεχνία: αν πρόκειται για ένα άρτιο τεχνικά κείμενο, με ιδιαίτερη και καλογραμμένη γλώσσα, αλλά αν λείπει ο παλμός και το φιτίλι που θα ανάψει τον αναγνώστη, τι να το κάνω; Αυτά τα μετανεωτερικά κατασκευάσματα, που στήνουν ένα bricolage, ένα τεχνητό κράμα πολυσυλλεκτικών στοιχείων και προχωρημένων τεχνικών, τις περισσότερες φορές εκφράζουν μια ελιτίστικη άποψη περί λογοτεχνίας και περί ανθρώπινης αντίληψης.
Ο ίδιος ο Krasznahorkai βάζει τον ήρωά-του να αναλύει το (μυθοπλαστικό) χειρόγραφό-του με όρους που θα ταίριαζαν και στο “Πόλεμος και πόλεμος”: “το αρχικό και ανεξήγητο μυστήριο του κειμένου, η ποιητική δύναμη που αναβλύζει απ’ αυτό, το γεγονός ότι έστρεφε αποφασιστικά την πλάτη στις συμβατικές μορφές αφήγησης … Το χειρόγραφο ενδιαφερόταν μόνο για ένα πράγμα: να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό-του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης” (σελ. 233). Έτσι, εξηγείται γιατί η λογοτεχνία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον μέσο αναγνώστη, αφού η ελιτίστικη διάθεσή-της (παρά και τις αντίθετες τάσεις) λειτουργεί ως χάσμα ανάμεσα στην ανάγκη αποτύπωσης της πολύπλοκης πραγματικότητας και την ανάγκη για μια εύληπτη (όχι βέβαια λαϊκίστικα εύκολη) πρόσληψη του λογοτεχνικού έργου.
Διάβασα το κείμενο όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, έστω κι αν οι λεπτομέρειες ξεχείλιζαν από παντού πετώντας-με έξω, έστω κι αν αυτό το συνονθύλευμα κρατούσε σθεναρή την απορία τι δουλειά έχουν άπειρα στοιχεία σαν παραφυάδες στον βασικό-του κορμό. Είδα (νομίζω) τη στοχοθεσία του συγγραφέα, είδα τους συμβολισμούς και τους πολυάριθμους ιριδισμούς της πραγματικότητας, είδα ένα χαοτικό σχέδιο (που θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι εμπρόθετο), είδα τον εγκιβωτισμό και τις λειτουργίες-του, είδα μια φιλόδοξη προσπάθεια να (μην) συναρμοστούν όλα τα δεδομένα σε μια πολυεπίπεδη διαστρωμάτωση… Φαντάζομαι δεν είδα πολλά άλλα.

[Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο In2life στις 9/6/2015 και εδώ, στο Βιβλιοκαφέ, συνοδεύεται από εικόνες που άντλησα από: www.photoree.com, reggioalliance.org, www.pme-dz.com και toolkit.smallbiz.nsw.gov.au. Ακολουθεί ο πίνακας του Pieter Bruegel "Ο πύργος της Βαβέλ" (1563) και ο υπόλοιπος διάκοσμος ελήφθη από: ritualgoddess.com, vannland.weebly.com, alicebroughton.blogspot.com, hdscreen.me και www.henderson-art.co.uk]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 21, 2015

9 ΧΡΟΝΙΑ Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Α Φ Ε

Σαν σήμερα στις 21 Ιουνίου 2006 η “Κάτια” συνέλαβε την ιδέα, τη συζήτησε με τον “Πατριάρχη Φώτιο” και μαζί την πραγματοποιήσαμε μόλις ανοίξαμε το Βιβλιοκαφέ και βάλαμε τα πρώτα τραπεζάκια. Η “Κάτια”, που στην πραγματική-της ζωή είναι άνδρας, αποχώρησε, όταν το Βιβλιοκαφέ απέκτησε σιγά σιγά το στίγμα-του, αλλά η αρχική-της συνεισφορά και ώθηση ήταν και είναι πολύτιμη. Από τότε υπηρετώ μόνος-μου αυτό το καφενεδάκι ως μάγειρας, σερβιτόρος, καθαρίστρια, μάνατζερ, λατζέρης κ.ο.κ. (με τη σύντομη μεταφραστική βοήθεια της “Bookmark”, για την οποία την ευχαριστώ θερμά), πιστεύοντας ότι η συζήτηση για το βιβλίο είναι το ίδιο σημαντική με την ανάγνωση. 
 
Ευχαριστώ όσους διαβάζουν το Βιβλιοκαφέ, χωρίς να σχολιάζουν.
Ευχαριστώ όσους διαβάζουν το Βιβλιοκαφέ και σχολιάζουν.
Ευχαριστώ όσους διαβάζουν το Βιβλιοκαφέ κι ανοίγουν σχόλιο το σχόλιο διάλογο με τα γειτονικά τραπεζάκια και την ταπεινότητά-μου.
Ευχαριστώ όσους διαβάζουν το Βιβλιοκαφέ και θεωρούν ότι κάτι έχει να πει στο βαθύτερο είναι-τους.
Ευχαριστώ όσους “κλέβουν” ιδέες, έστω και αν δεν παραπέμπουν στο vivliocafe.blogspot.gr.  

Ευχαριστώ τους συγγραφείς που διαβάζουν το Βιβλιοκαφέ.
Ευχαριστώ τους συγγραφείς που πιστεύουν στο Βιβλιοκαφέ και στέλνουν στον Φώτιο τα βιβλία τους.
Ευχαριστώ τους συγγραφείς που απαντάνε καλοπροαίρετα στην αυστηρή κριτική που τους ασκώ.
Ευχαριστώ τους συγγραφείς που εκτιμούν το Βιβλιοκαφέ ακριβώς επειδή ασκεί τίμια αν και αυστηρή κριτική στα έργα τους.
Ευχαριστώ τους συγγραφείς που διαβάζουν χολωμένοι την αυστηρή κριτική μου και σκέφτονται πόσο άδικο έχω.
Ευχαριστώ όσους έχουν τον οποιοδήποτε αντίλογο (και τον εκφράζουν).  

 
Θεώρησα ότι ο καλύτερος τρόπος να εκφράσω όσα νιώθω και σκέφτομαι για το Βιβλιοκαφέ και τις φιλοδοξίες-μου είναι μια σειρά ερωταπαντήσεων. Κρίμα που δεν το σκέφτηκα πιο νωρίς, για να ζητήσω από εσάς να μου καταθέσετε τις ερωτήσεις, που θα θέλατε να απαντήσω. 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 

Δ. Καταρχάς, πείτε μας πώς ξεκίνησε το όλο εγχείρημα.
Π.Φ. Η ιδέα ανήκει στην Κάτια. Η Κάτια, που σημειωτέον είναι άνδρας, μου πρότεινε ένα είδος ψηφιακού βήματος, το μπλογκ, που τότε το αγνοούσα εντελώς. Εκεί θα γράφαμε ό,τι ο καθένας ήθελε, με ψευδώνυμο, προκειμένου να παρεμβαίνουμε με τον λόγο-μας και να εκφράζουμε τις απόψεις-μας για το βιβλίο και τη λογοτεχνία.
Δ. Το όνομα ανήκει κι αυτό στην Κάτια;
Π.Φ. Το όνομα “Βιβλιοκαφέ” ήταν δική-μου ιδέα. Σκέφτηκα ότι για κάθε ανάρτηση, ανάλογα με το είδος-της, να υπάρχει ένα διαφορετικό ρόφημα, ποτό, σνακ κ.ο.κ., που να δηλώνει τι θα ακολουθήσει. Σκέφτηκα έναν ζεστό χώρο, που θα φιλοξενεί ανθρώπους με ενδιαφέρον για το βιβλίο, οι οποίοι θα πίνουν το καφεδάκι-τους και θα συνομιλούν γι’ αυτό. 
Δ. Για πότε μιλάμε;
Π.Φ. Η ιδέα συνελήφθη την 21η Ιουνίου 2006 και μετά από λίγο ψάξιμο και συζητήσεις για το προφίλ, τα χρώματα, τις γραμματοσειρές κ.ο.κ. πραγματώθηκε εν οθόνη την 26η του ίδιου μήνα.
Δ. Το δικό-σας όνομα πώς προέκυψε;
Π.Φ. Το όνομα δεν ήθελα να παραπέμπει σε κάποιο χαρακτηριστικό-μου άσχετου με το βιβλίο. Επέλεξα λοιπόν, από το παραγκωνισμένο Βυζάντιο, το όνομα ενός λογίου που έφτιαξε μια από τις πιο γνωστές συλλογές αναγνωστικών γνωμών για βιβλία που είχε διαβάσει, τη “Μυριόβιβλο”. Μια τέτοια κιβωτό διέσωσε έργα που τώρα πλέον είναι χαμένα. Φιλοδοξία-μου, λοιπόν, ήταν να γράφω σημειώματα για βιβλία που διάβασα σε ένα είδος ηλεκτρονικού ημερολογίου.
Δ. Σας κατηγορούν ότι το όνομα δείχνει έπαρση…
Π.Φ. Συνειδητοποίησα αργότερα ότι μπορεί να εκληφθεί ως αλαζονία να υπογράφεις ως Πατριάρχης. Νομίζω, εκ των υστέρων κρίνοντας, ότι θέλησα να τιμήσω έναν τέτοιο πνευματικό άνθρωπο, σαν τον Φώτιο, αλλά πλαγίως να παίξω με την “Πάπισσα Ιωάννα” του Ροΐδη και το αλάθητο του Πάπα, που δεν πιστεύω σε καμία περίπτωση για όσα γράφω.
Δ. Πρώτη απήχηση του ιστολογίου;
Π.Φ. Στην αρχή το δουλεύαμε σαν ένα είδος μονόλογου, χωρίς ανάγκη για διάδραση. Σταδιακά, όμως, εγώ τουλάχιστον περίμενα τον επισκέπτη που θα μπει και να συνομιλήσει μαζί-μας. Τους πρώτους μήνες, κατά τους οποίους γράφαμε αραιά και πού, και μάλιστα μικρά κείμενα, φευγαλέα και επιδερμικά, δεν είχαμε παρά ένα δυο επισκέπτες και σχολιαστές. Δεν μπορώ να ορίσω πότε γίναμε ένα ευπαρουσίαστο μαγαζάκι που μάζευε περισσότερο κόσμο…
Δ. Με την Κάτια μαλώσατε;
Π.Φ. Όχι, ευτυχώς. Εκείνος (επειδή πρόκειται για άνδρα) θέλησε σταδιακά να αποδεσμευτεί λόγω υποχρεώσεων. Σαν να πίστεψε ότι το Βιβλιοκαφέ θα του έτρωγε πολύ χρόνο, σαν να ήθελε να αφιερωθεί χωρίς δεσμεύσεις στα δικά-του διαβάσματα και γραψίματα.
Δ. Είχατε πρότυπα;
Π.Φ. Νομίζω ότι δικαιωματικά το μπλογκ diavazo.blogspot.gr, όπου ο Reader’s diggest έγραφε εκείνη την εποχή και σάρωνε ό,τι συνέβαινε στην ελληνική τουλάχιστον βιβλιοπαραγωγή, ήταν βασικός πυλώνας εισόδου στη χώρα των ιστολογίων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι άνοιξε δρόμους ως προς τη δυνατότητα να μιλάμε για βιβλία και να συζητάμε επ’ αυτών.
Δ. Κι από τότε;
Π.Φ. Κλείνω σήμερα εννέα χρόνια κι είμαι ευτυχής που έκανα το χόμπι-μου τακτική ενασχόληση.
Δ. Τι ακριβώς επιδιώκετε με το μπλογκ-σας;
Π.Φ. Στην αρχή το είδα σαν ένα είδος ημερολογίου, ή μάλλον αρχείου, όπου θα κατέγραφα τις αναγνωστικές-μου εντυπώσεις από τα βιβλία που διάβαζα. Ένα είδος Κιβωτού που θα διασώσει όσα διάβαζα, καλά και κακά. Από εκεί και πέρα προσπάθησα, όχι με τόση επιτυχία όση θα ήθελα, να πυροδοτήσω διαλόγους και να ανοίξω συζητήσεις με άλλους συν-αναγνώστες.
Δ. Γιατί λέτε “όχι με τόση επιτυχία”;
Π.Φ. Γιατί τα μπλογκς έχασαν τον ρόλο-τους, όπως φοβόμουν από την πρώτη στιγμή, όσο οι διαπροσωπικές σχέσεις επικράτησαν απέναντι στα βιβλία και στις επ’ αυτών αναγνώσεις. Έτσι, ο διάλογος δεν είχε κίνητρο, όσο δεν ήταν το βιβλίο στο επίκεντρο.
Δ. Σας κατηγορούν ότι είστε πολύ αυστηρός στις εκτιμήσεις σας για τα βιβλία. Τι λέτε;
Π.Φ. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Έναν “αντικειμενικό” κι έναν “υποκειμενικό”. Ο υποκειμενικός αφορά μόνο (ίσως) εμένα, αφού είμαι περίεργος να δω νέους συγγραφείς και να ανακαλύψω νέες φωνές. Συνήθως βέβαια απογοητεύομαι κι επομένως μπαίνω στο δίλημμα αν θα γράψω αρνητικά ή αν θα προσπεράσω το βιβλίο. Κατά 70% (παλιότερα περισσότερο) τελικά γράφω, πιο πολύ γιατί ακόμα και μέσα από μια τέτοια τοποθέτηση μαθαίνει κανείς, τόσο εγώ όσο και ο επισκέπτης του Βιβλιοκαφέ, να σκέφτεται για τα κριτήρια της καλής λογοτεχνίας.
          Ο αντικειμενικός λόγος είναι ότι δεν κυκλοφορούν τόσο πολλά καλά (ελληνικά) βιβλία, ώστε να με ικανοποιούν. Οι περισσότεροι, κριτικοί όσο και ιστολόγοι, ξεκινούν με θετική προκατάληψη που τους οδηγεί στο να βλέπουν μόνο τα θετικά σε ένα βιβλίο. Όποιος όμως σκέφτεται με κριτήριο τον Χρόνο, δεν μπορεί να βλέπει όλα όσα διαβάζει ως εξαίρετα, αξιόλογα, έξοχα, καταπληκτικά. Βάζω τον εαυτό-του στη θέση του αναγνώστη λ.χ. είκοσι χρόνια μετά και προσπαθώ να καταλάβω πόσο διαχρονικό, πόσο επίκαιρο, αισθητικά και ιδεολογικά, θα είναι το έργο, πόσο θα διαρκέσει. Με αυτό το κριτήριο τα περισσότερα βιβλία αποδεικνύονται λίγα.
Δ. Μα υπάρχουν ένα σωρό κλασικά και ένα σωρό ξένα που έχουν καταξιωθεί…
Π.Φ. Δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Ως προς τα κλασικά, έχω την 1η μέρα κάθε μήνα μια “στήλη” που αναφέρεται σε έναν Νομπελίστα ή σε έναν συγγραφέα με κλασική παρουσία μέσα στη διαχρονία. Αλλά ακόμα κι εκεί ό,τι έχει μπει σε έναν Κανόνα, δεν σημαίνει ότι με τα προσωπικά-μου κριτήρια αξίζει. Ως προς τα ξενόγλωσσα που μεταφράζονται ανακαλύπτω όλο και περισσότερο ότι υπάρχουν μικρά και μεγάλα διαμαντάκια. Γι’ αυτό μετατοπίζω το βάρος των αναγνώσεών-μου προς τα ξένα, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό ο ισολογισμός να γέρνει προς την ξένη λογοτεχνία. Βεβαίως, πολλά απ’ αυτά, αν και αξιολογότατα, δεν ανταποκρίνονται αναγκαστικά στην ελληνική πρόσληψη, για λόγους πολιτισμικής ασυμβατότητας.
Δ. Για τι είστε περήφανος ως τώρα;
Π.Φ. Για την αξιοπιστία-μου. Όχι για την αλήθεια των λόγων-μου, όχι για την ορθότητα των σκέψεών-μου, όχι για τη φιλικότητα των κρίσεών-μου, αλλά για τη φερέγγυα προσέγγιση σε ό,τι διαβάσω. Ελπίζω άλλοι να βρίσκουν περισσότερα να πουν.
Δ. Για τι έχετε μετανιώσει;
Π.Φ. Για την ταχύτητα της ανάγνωσης/ανάρτησης και την καταναλωτική μανία στην οποία παρασύρθηκα ως προς τον αριθμό των βιβλίων και τον όγκο των επιλογών, πολλές από τις οποίες δεν ήταν καλές.
Δ. Άρα αλλάζετε;
Π.Φ. Νομίζω ότι όποιος δεν αλλάζει, όποιος δεν μαθαίνει από τα λάθη-του, είναι γέρος. Επομένως, ακούω τους επισκέπτες-μου και προσπαθώ να καταλάβω και τον εαυτό-μου, ώστε να εξελίσσομαι και να βελτιώνω το καφενεδάκι-μου. Μείωσα τον αριθμό των αναρτήσεων, έπαψα να ασχολούμαι με την επισκεψιμότητα, έπαψα να γράφω για πολύ κακά βιβλία, αποφάσισα να γράφω πιο συχνά σχόλια σε μπλογκς άλλων, για να δείξω μ’ αυτόν τον τρόπο την εκτίμησή-μου στη δουλειά-τους… Κι ακόμα περισσότερο θα περιορίσω τις άσκοπες αναρτήσεις, δεν θα γράφω για μέτρια ή κακά βιβλία, θα στραφώ ίσως πιο πολύ στην ξένη λογοτεχνία...
Δ. Τι περιμένετε από τους δικούς-σας επισκέπτες;
Π.Φ. Το πρώτιστο, Δ ι ά λ ο γ ο. Καταλαβαίνω βέβαια ότι δεν είναι δυνατόν να έχουν διαβάσει τα ίδια βιβλία που εγώ συζητώ, αλλά, επειδή κάθε ποστ-μου προσπαθώ να δίνει αφορμές για συζήτηση γενικότερα για το πού πάει η λογοτεχνία, για την ανάγνωση, για το νόημα, για τη συγγραφή, αλλά και για κοινωνικά, πολιτικά, ανθρώπινα κ.ο.κ. ζητήματα, να μπουν στη διαδικασία να δουν τα θέματα αυτά με κουβεντούλα. Από κει και πέρα, ζητώ να μου υποδείξουν ό,τι στραβό, μέτριο, ανεπαρκές, σόλοικο, ανάξιο κ.ο.κ. βλέπουν στο Βιβλιοκαφέ και να με βοηθήσουν έτσι να το διορθώσω.
Δ. Τι σχέδια κάνετε για το μέλλον;
Π.Φ. Σε μια Ελλάδα που βράζει και ρέει σαν λάβα, κανείς δεν μπορεί να ανοίξει φτερά για μακριά. Ας ελπίσουμε ότι του χρόνου τέτοια μέρα, θα είμαστε όλοι καλά, θα μπορώ να διαβάζω (θέμα χρημάτων και διάθεσης να ασχολούμαι ενεργά όπως τώρα) και ευελπιστώ να ετοιμάσω ένα αφιέρωμα για τη δεκαετία του ιστολογίου.
Δ. Μια τελευταία ευχή…
Π.Φ. Χρόνια πολλά στη συναναγνώστρια εκ Κύπρου anagnostria.blogspot.gr, που κι αυτή εννιά χρόνια τώρα διαβάζει και σκέφτεται!