Thursday, January 24, 2008

Καφές με λικέρ: Νένη Ευθυμιάδη

Νένη Ευθυμιάδη:
“Ο γιος του Μπίλυ Μπλου”

Η Νένη Ευθυμιάδη παίζει ασύστολα με τους ήρωές της, με την πλοκή, με τον αναγνώστη. Του σερβίρει …αστυνομικό-μυστικές υπηρεσίες και συνομωσίες, αλλά μέσα σ’ όλα αυτά παρωδεί και αντιμετωπίζει ανατρεπτικά την κοινωνία και τη διαμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων μέσα σ’ αυτή. Θα ήθελα να δω μια κριτική ανάλυση των αλληλοδιαπλεκόμενων καταστάσεων, γιατί πολλά επίπεδα που ξεπετάγονται στο μυθιστόρημα δεν αφήνουν μια ράθυμη ανάγνωση όπως αυτών των εορταστικών ημερών να τις σταθμίσει αναλόγως.
Τι είδα εγώ; Είδα μια παρωδία που δεν σταματά στο αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως η ίδια είπε κάπου. Παρωδείται ο τρόπος που κάθε κοινωνία βλέπει τον εαυτό της και γι’ αυτό ένα σωρό αφέλειες, που αν τις βλέπαμε στα σήριαλ θα τις αποδεχόμαστε, έρχονται να αναιρέσουν τον εαυτό τους κι έτσι να δείξουν πόσο στραβή πορεία έχει πάρει ο σύγχρονος κόσμος. Οικογενειακές απιστίες, φιλικές πισώπλατες μαχαιριές, οικονομικές καταχρήσεις, αλλά και προσωπικές ενοχές, τύψεις, δείγματα ευσυνειδησίας που η κοινωνία δεν αφήνει τον άνθρωπο να αναπτύξει και να αξιοποιήσει.
Δεν ξέρω αν το βιβλίο αξίζει περισσότερο. Αν δηλαδή σε σχέση με το στίγμα της συγγραφέως, που έχει δείξει ως τώρα, είναι κάτι καλύτερο ή χειρότερο. Ούτε μπορώ να πω ότι το απόλαυσα περιμένοντας τι θα γίνει μετά. Βρήκα όμως ότι πίσω από την επιφάνεια μια τραγελαφικής ιστορίας, βρίσκεται μια βαθιά ανατομία διανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων που θέλει υπομονή για να ξετυλιχθεί.


Πατριάρχης Φώτιος
24.1.2008

Sunday, January 20, 2008

Πολυσυλλεκτική ποικιλία καφέ: Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Λεξικό της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Τέτοιες δουλειές τις ζηλεύεις. Λες, να το έχω στη βιβλιοθήκη μου, για να μπορώ να βρίσκω σαν σε χάρτη τα ποιος, τι και πότε της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το 2500σέλιδο λεξικό των εκδόσεων Πατάκη (ΛΝΕΛ) με επιμελητές κατά χρονική σειρά τους Μ. Μερακλή, Κ. Μητσάκη, Β. Πούχνερ, Αλ. Ζήρα και Λ. Κουζέλη και πάνω από 100 ειδικούς επιστήμονες καλύπτει αναγνωρισμένα όλα τα μικρά και μεγάλα κενά (με τις όποιες ατέλειες και ελλείψεις) της λογοτεχνίας μας.
Το εξαιρετικό επίσης είναι ότι το λεξικό διαβάζεται σαν υπερκείμενο με τις παραπομπές από το ένα λήμμα στο άλλο σαν κόμβοι ενός ηλεκτρονικού αρχείου που ανοίγει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη νέα πεδία σκέψης. Από την πεζογραφία στη θεωρία της λογοτεχνίας κι από την ποίηση στην κριτική, από τις εξωτερικές επιδράσεις μέχρι τα περιοδικά κι από τις ξένες λογοτεχνίες μέχρι τους όρους της μετρικής και της αφηγηματολογίας.
Οι ειδικοί του χώρου το υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες, γιατί τους έλυσε τα χέρια από πλευράς της ανεύρεσης πραγματολογικού υλικού. Μέχρι τώρα καταγράφηκαν πλείστες (θετικές) αντιδράσεις, αρκετές επιφυλάξεις και μια σύγκρουση ογκολίθων (ο Κούρτοβικ και ο Ζήρας διαπληκτίστηκαν, όχι τόσο για το λεξικό όσο με αφορμή το λεξικό). Θα ήθελα να κάνω μια μικρή περιδιάβαση:
Τα Νέα, 3.11.2007: “δεν περιορίζεται απλώς στην ξερή κατά αλφαβητική σειρά παράθεση των Ελλήνων συγγραφέων, αλλά τους διασταυρώνει λειτουργικά με την αρχαία ελληνική, λατινική, ευρωπαϊκή και ευρύτερα, θα έλεγα, μεταφρασμένη στα ελληνικά παγκόσμια γραμματεία, με τα αισθητικά ρεύματα, τις εθνικές λογοτεχνίες, τους διεθνείς περί τη συγγραφή όρους και τις συγγενείς προς τη λογοτεχνία τέχνες και ανθρωπιστικές επιστήμες”
Μ. Δούκα, Τα Νέα, 3.11.2007: “ακόμη και ο πιο δύστροπος, ο πιο αυστηρός, ο πιο απαιτητικός, ή και ο πιο κακόβουλος αναγνώστης δεν θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει ότι τούτο το ογκώδες βιβλίο υποδομής με την αμεσότητα λεξικού, τον αναστοχασμό ιστορίας και την ευρύτητα εγκυκλοπαίδειας, μοναδικό στο είδος του στον τόπο μας, θα αποτελέσει δικαιωματικά, χάρη στην πολυμέρεια, τη μεθοδικότητα και το εύρος του, σταθμό στην περιπέτεια καταγραφής του νεοελληνικού λόγου”
Τ. Καγιαλής, Τα Νέα, 3.11.2007: “Στα θετικά του ΛΝΕΛ θα πρέπει να προσμετρηθεί η συμπερίληψη λημμάτων για ποικίλους θεσμικούς φορείς της λογοτεχνικής δραστηριότητας (περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι, εκπαίδευση, ιδρύματα, σύλλογοι κ.ά.), η βιβλιογραφική τεκμηρίωση, αλλά και η αναφορά σε πολλούς ελάσσονες, νεώτατους ή άγνωστους συγγραφείς, ακόμη και σε πρόσωπα αμφίβολης, θα έλεγε κανείς, «συγγραφικής ιδιότητας».” και “Στην πραγματικότητα, το ΛΝΕΛ φαίνεται να φιλοδοξεί να συμπεριλάβει καθετί που θα μπορούσε να σχετίζεται συνειρμικά με τα νεοελληνικά γράμματα στο μυαλό κάποιου αναγνώστη. Αυτός ο βουλιμικός σχεδιασμός, ωστόσο, αποδυναμώνει την εγκυρότητα και τη χρηστική αξία του έργου, απειλώντας να το καταστήσει αμέθοδο και άνισο εγκυκλοπαιδικό συμπίλημα περί παντός του λογοτεχνικού (και ποικίλων άλλων, συναφών και μη, θεμάτων)·” και “Γενικότερα, τα σχόλια επί συγγραφέων (ιδίως σύγχρονων) δίνουν πολλές φορές την εντύπωση πως εκφράζουν προσωπικές”
Δ. Ραυτόπουλος, Τα Νέα, 3.11.2007: “Τα «θεωρητικά» λήμματα του ΛΝΕΛ, ωστόσο, αποφεύγουν επίμονα την αναφορά στα ελληνικά γράμματα, ακόμη και όταν πρόκειται για ρεύματα με διαπιστωμένες και έντονες νεοελληνικές συνάφειες, όπως π.χ. η αγγλοσαξονική «Νέα Κριτική» (4 σελίδες) ή για όρους ευρύτερης εμβέλειας (π.χ. «ερμηνεία», «αναγνωστικές θεωρίες» κ.ά.).” και “στο λήμμα «μαρξιστική κριτική» (7 σελ.) θα βρει πλούσιο υλικό για τις σχετικές επεξεργασίες στη Σοβιετική Ένωση και στη Δύση (με ειδικές ενότητες για Γαλλία, Μεγ. Βρετανία και ΗΠΑ), αλλά ούτε μια αράδα για τα νεοελληνικά πράγματα· […] Εντούτοις, στο λήμμα για τον Δημ. Ραυτόπουλο θα διαβάσει ότι υπήρξε «από τους σημαντικούς εκπροσώπους της μαρξιστικής κριτικής στη μεταπολεμική περίοδο»”
Κ. Κατσουλάρης, Ελεύθερος Τύπος, 18.11.2007: Το έργο αποπνέει φροντίδα και μεράκι, γίνεται ένα “διαδικτυακό πόρταλ” που παρακινεί τον αναγνώστη να το ξεφυλλίσει, ενώ κρίνεται ορθή η καταγραφή σ’ αυτό όλων των συγγραφέων, ακόμα κι αν δεν έχουν μέχρι τώρα μεγάλο και αξιοπρόσεκτο έργο. Αυτό όμως καταστρατηγείται σε άπειρα έργα, τίτλους μυθιστορημάτων, συλλογών κλπ., τα οποία, παρόλο που καταγράφονται διάσπαρτα, δεν λημματογραφούνται ξεχωριστά.
Δ. Κούρτοβικ, Τα Νέα, 1.12.2007: “Το λεξικό αυτό είναι ένα πλέγμα από ανόμοια σύνολα, που και αυτά έχουν σχηματιστεί με ανόμοια μεθοδολογία, και απαιτείται μακρόχρονη, επισταμένη μελέτη των δυόμισι χιλιάδων μεγάλου σχήματος, πυκνοτυπωμένων σελίδων του για να διαπιστωθεί πώς (και αν) αυτές οι ενότητες συνεργάζονται και αλληλοστηρίζονται.” και “Όταν, δηλαδή, το πρωτόλειο ενός ή μιας συγγραφέως αρκεί για να του/της εξασφαλίσει λήμμα στο λεξικό, πράγμα που συμβαίνει σε πάμπολλες περιπτώσεις, δεν νοείται να αποκλείονται άλλοι συγγραφείς, που τα βιβλία τους συνοδεύτηκαν από επαρκή, κατά το πλείστον θετική κριτικογραφία, μερικά μάλιστα βρήκαν σημαντική αναγνωστική ανταπόκριση. […] Οι περισσότεροι από τους παραπάνω συγγραφείς κινούνται έξω από τα όρια της mainstream λογοτεχνίας. Τα βιβλία τους εκφράζουν (ή τουλάχιστον εξέφραζαν την εποχή που γράφτηκαν) ανορθόδοξες έως αιρετικές αντιλήψεις για θέματα όπως η τρομοκρατία, η κρατική καταστολή, ο χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας, οι ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις ή και η ίδια η λογοτεχνία, ιδίως όταν τα κείμενά τους αντιστέκονται στις καθιερωμένες ειδολογικές κατατάξεις. Μερικοί, όπως η Μπαλτά, ο Φάρας και η Χάλλοφφ, είναι εκπρόσωποι του περιθωριακού ακόμη, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντος και προοπτικά σημαντικού φαινόμενου της γραμμένης από αλλόχθονες ελληνικής λογοτεχνίας, που αγνοείται ολοκληρωτικά από το λεξικό.”
Β. Καλαμαράς, Ελευθεροτυπία, 25.11.2007: “Στ. Πατάκης: «Ωστόσο, δεν πιστεύει ότι η προσπάθεια τελειώνει μ' αυτή την απόπειρα λεξικογράφησης της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αφού, όπως γράφει κοιτώντας προς το μέλλον, «αυτοί που με οποιονδήποτε τρόπο ασχολούνται με τη νεοελληνική λογοτεχνία δεν θα σταματήσουν να διαβάζουν ή να μελετούν. Και έπειτα θα υπάρξουν οπωσδήποτε κάποιοι που θα κρίνουν ή θα σχολιάσουν το έργο αυτό. Ο χρόνος θα μας δώσει υλικό καινούργιο, που θα προέλθει από τις παραπάνω διεργασίες. Με αυτό το υλικό το λεξικό σε επόμενες εκδόσεις θα εμπλουτιστεί. Ας ευχηθούμε μόνον οι διάδοχοί μας να έχουν ακόμα μεγαλύτερη από μας υπομονή και επιμονή»”
Αλ. Ζήρας, διαβάζω, Ιανουάριος 2008: Η καταγραφή των λημμάτων δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι πλήρης και φυσικά έγινε με κάποια (στοιχειώδη) κριτήρια· είναι επομένως αξιολογική. Παρά τις ελλείψεις και τις ανισοκατανομές, το ότι δεν περιελήφθησαν κάποιοι δεν οφείλεται σε ιδεολογικούς αποκλεισμούς, ενώ υπάρχουν πάμπολλοι συγγραφείς του εξωτερικού.
Γ. Γεωργουσόπουλος, Τα Νέα, 19.1.2008: “Για δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια δεκάδες συνεργάτες, ειδικευμένοι, παλιοί, έμπειροι και νέοι με αυξημένες σπουδές κατ΄ αρχάς οργάνωσαν το λημματολόγιο και κατέληξαν, γνωρίζοντας τις ελλείψεις και την άγνοια της πλειονότητας των Ελλήνων πάνω στα λογοτεχνικά πράγματα, στην απόφαση το Λεξικό να έχει ένα ευρύ περιεχόμενο. Έπρεπε να αναφέρεται σε πρόσωπα, να αναλύει έργα, να ερμηνεύει όρους, να καταγράφει σχολές, ρεύματα, τάσεις και να περιέχει πηγές, εργαλεία και τεχνικές”
Ελ. Κοτζιά, Η Καθημερινή, 20.1.2008: “Οι παρατηρήσεις μου πάντως αυτές είναι αναμφίβολα ήσσονος σημασίας αν λάβει κανείς υπόψη του τις θετικότατες πλευρές του «Λεξικού», τα δεκάδες λόγου χάρη συστηματικά θεωρητικά λήμματα του Νικήτα Παρίση ή την τεράστια γραμματολογική συμβολή του Αλέξη Ζήρα. Στα χρόνια που ακολουθούν η υπεύθυνη σύνταξης Λαμπρινή Κουζέλη θα πρέπει να συνεχίσει την πνευματική αυτή επιχείρηση φροντίζοντας αφ’ ενός για την επανόρθωση των ανακριβειών και αφ’ ετέρου για την ομογενοποίηση, όσον αφορά τη μέθοδο ανάπτυξης, της λεξικογραφικής ύλης. Ένα εξαιρετικά χρήσιμο Λεξικό θα γίνει ακόμα καλύτερο.”
Γ. Βαρβέρης, Η Καθημερινή, 20.1.2008: “Οι μεγάλες αρετές των λημμάτων του τόμου είναι η σαφήνεια, η κατά το δυνατόν πληρότητα σε εργοβιογραφικά στοιχεία και, ιδιαίτερα η κριτική παρέμβαση, σύντομη και περιεκτική, παρέμβαση που χρειάζεται θάρρος, ιδίως όταν πρόκειται για ζώντες περιλαμβανομένους. Εξίσου διαφωτιστικές όσο και ευσύνοπτες είναι οι αναπτύξεις όρων και εννοιών, που ανατρέχουν στο ιστορικό τους παρελθόν και εξικνούνται μέχρι τους σύγχρονους καιρούς.”
Τ. Δημητρούλια, Η Καθημερινή, 20.1.2008: “τα θεωρητικά άρθρα του λεξικού, επειδή προφανώς ακολουθούν ξένες πηγές αλλά και εμπεριέχουν λιγότερο την υποκειμενική θεώρηση, είναι πραγματικά, τα περισσότερα τουλάχιστον, πάρα πολύ καλά. […] Το συγκεκριμένο κομμάτι, της θεωρίας της λογοτεχνίας, […] διευκολύνει το φιλόλογο και τον επαρκή αναγνώστη, ώστε να μην ανατρέξει στο Λεξικό Λογοτεχνικών Ορων του Abrams, του Μαρκαντωνάτου ή στο εγχειρίδιο του λυκείου — όπου η συμβολή του Γ.Ν. Παρίση είναι καθοριστική, όπως και στο λεξικό.”
Δ. Δημηρούλης, Η Καθημερινή, 20.1.2008: "Επιτέλους".
Μεθοδολογικά έχω κι εγώ μερικές απορίες, αλλά είναι δεύτερης μοίρας ή περιπτωσιολογικές και γι’ αυτό δεν θα τις εκθέσω. Άλλωστε ποιος θα μού απαντήσει, αφού δεν βρίσκω τις απαντήσεις μέσα στο ίδιο το λεξικό. Ούτως ή άλλως, το βασικό είναι ότι η νεοελληνική λογοτεχνία απέκτησε τον χάρτη της, ναι μεν με τους αχαρτογράφητους υφάλους, αλλά κυρίως με τα βασικά και λιγότερα βασικά σημεία της λογοτεχνικής μας ακτογραμμής. (Ίσως σε μια νέα έκδοση να περιλάβει και τα βιβλιοφιλικά ιστολόγια, ως συμβολές στην καταγραφή και αποτίμηση της νεοελληνικής πεζογραφίας!).



Πατριάρχης Φώτιος
20.1.2008

Saturday, January 19, 2008

Σκυταλοδρομία ποίησης

Παίρνω τη σκυτάλη από τον Librofilo, φίλο εν αναγνώσει, και δημοσιεύω κι εγώ ένα ποίημα στη σειρά αυτή των ιστολογίων που "πετάνε μπουκάλια στο πέλαγος", όπως έλεγε ο Σεφέρης:

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Ενας σκληρός εραστής

Ο πόλεμος είναι εραστής σκληρός
Μας θέλει μόνο μια φορά
Μοναδική
Κι ύστερα μας αφήνει
Με το στόμα ανοιχτό
Σ' ένα χαντάκι
Με τα χέρια στη λάσπη
Και με την απορία
Για να του δοθούμε
Εμείς
Που τόσο αγαπήσαμε
Το δειλινό
Στο δρόμο του σπιτιού μας.
Είναι καλά ντυμένος
Φοράει καπέλο σιδερένιο
Καπνίζει τσιγάρα ακριβά
Και μας πληρώνει, αρκεί να πάμε
Μια φορά μαζί Του.
Αντιστεκόμαστε
Oχι από ηθική
Απλώς, γιατί δεν μας αρέσει
Ο Θάνατος.

Από την έκδοση «Μυθολογία και Μυθολογία δεύτερη»,Εκδόσεις Αγρα, 2007

Δεν ήξερα ότι έγραφε τόσο καλά ο Χατζιδάκις - με ενημέρωσε το news@e-poema.eu. Αφιερωμένο σε όσους αντιστέκονται στον πόλεμο.

Μακάρι να μπορούσαμε να βάλουμε έναν απλό στόχο: να διαβάζει ο καθένας μας ένα ποίημα κάθε μέρα, να το νιώθει, να το κουβαλά μαζί του στις δραστηριότητές του, να το κυοφορεί... Ίσως γίνει καλύτερη η ζωή μας και η διάθεσή μας.
(Πετάω το μπαλάκι στους:
Akamas
Eva Stamou
Roadartist
Θεοδόση Βολκώφ
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, January 16, 2008

Freddito.Είμαστε όλοι μετανάστες

Είμαστε όλοι μετανάστες

Είναι η δεύτερη χρονιά που οι εκδόσεις Πατάκη διοργανώνουν διαγωνισμό διηγήματος με συγκεκριμένο θέμα. Πέρυσι το θέμα ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός. Ο τόμος που εκδόθηκε περιελάμβανε το διήγημα της νικήτριας Λουίζας Σπηλιωτοπούλου, καθώς και διηγήματα μελών της κριτικής επιτροπής. Ομολογώ ότι δεν είδα κάτι αξιόλογο.
Φέτος, το θέμα ήταν πιο αβανταδόρικο. Τα δεκαέξι χρόνια μετανάστευσης προς την Ελλάδα, η συμβίωσή μας με τους μετανάστες, οι δυσκολίες αλλά και οι συγγένειες, οι προκλήσεις τους αλλά και ο ρατσισμός μας είναι πεδίο λαμπρό για να αναρωτηθούμε το Εμείς σε αντιπαράθεση με αυτούς, ζητήματα εθνικής ταυτότητας αλλά και πολυπολιτισμικότητας. Βεβαίως, οι συγγραφείς αυτού του τόμου περισσότερο ασχολήθηκαν με θέματα καθημερινών επαφών και συμβίωσης στο πλαίσιο του στρατού, του σχολείου, της οικοδομής, στα σύνορα κ.α. Η μετανάστευση ως πεδίο συνάντησης με τον άλλο, αλλά και ως αναζήτησης μιας συλλογικής αυτογνωσίας παρέχει το πεδίο για την αναζήτηση των κατάλληλων αφηγηματικών τρόπων, που θα εξασφαλίσουν και το κατάλληλο αισθητικό αποτέλεσμα.
Και οι φετινοί συγγραφείς (τέσσερις διαγωνισθέντες και πέντ-έξι παλιότεροι) το καταφέρνουν αρκετά καλά. Ιδιαίτερα ο πρώτος νικητής Χρίστος Κυθρεώτης άφησε πολύ καλά δείγματα σε ένα διήγημα που αναφέρεται σε μια ομάδα χούλιγκανς και στον θρυλικό αρχηγό τους, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι Αλβανός, δείγματα γραφής που επαγγέλλονται ένα δημιουργικό μέλλον.
Η εισαγωγή της Χαράς Νάτσινα είναι κατατοπιστική, ερμηνευτική και προπάντων διακριτική.

Πατριάρχης Φώτιος
16.1.2008

Saturday, January 12, 2008

Ελληνικός καφές με λουκούμι. Αλεξάκης



Βασίλης Αλεξάκης, “μ.Χ.”

Η γραφή του Αλεξάκη έχει μια ιδιαίτερη μαγεία. Χωρίς να παρασύρει τον αναγνώστη σε μια χιονοστιβάδα δράσης, τον κρατάει ζωντανό με ιδεολογικές σπίθες που προβληματίζουν και αναζωπυρώνουν τη σκέψη. Στα προηγούμενα βιβλία του συνδυάζει λεπτό χιούμορ, συχνά καρυκευμένο με ειρωνεία, συνειρμούς ιδεών που προκύπτουν μέσα από τα μικροεπεισόδια της πλοκής, κοσμοπολιτισμό αλλά και συνεχή επιστροφή στα νάματα της πατρίδας, είτε με τη μορφή της υπεράσπισης της γλώσσας (όχι μόνο της ελληνικής αλλά και οποιασδήποτε ξεφεύγει από τον ηγεμονισμό της γαλλικής μέσα στον οποίο ζει: βλ. “Οι ξένες λέξεις” όπου ασχολείται με τα σάνγκο), είτε με τη μορφή αναζήτησης της μητέρας.
Στο “μ.Χ.” επιστρέφει στην Ελλάδα για να δείξει την αποστροφή του προς τον αθωνικό κόσμο και γενικότερα τον Χριστιανισμό. Σε μια γαλλική κριτική μάλιστα επισημαίνεται ότι το μ.Χ. δεν σημαίνει απλώς μετά Χριστόν ως χρονικός προσδιορισμός, αλλά περισσότερο μετά Χριστόν ως ιδεολογική μετάβαση σε μια άλλη εποχή, μεταχριστιανισμική. Εξ αρχής δεν κρύβει την αποδοκιμασία του στον μοναχισμό, στο άβατο, στην ανούσια ζωή που ζουν οι μοναχοί και συνεχώς ο αφηγητής ρωτά όσους συναντά γιατί κάποιος αποφάσισε να γίνει μοναχός.

Αυτό που με ενοχλεί στον Αλεξάκη, παρόλο που είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, είναι ότι βλέπει κάθε φορά τα πράγματα από μια συγκεκριμένη σκοπιά και δεν μετακινείται προς τις αλήθειες που δεν συνάδουν με τον κόσμο του. Ματιά κοσμοπολίτη, νεόπλουτου, δυτικοθρεμμένου, άνετου, προοδευτικού, με αυτοπεποίθηση και ιδεολογική αυτάρκεια. Στο “Ταλγκο” π.χ. χρησιμοποιεί έναν κοσμοπολιτικό αμοραλισμό, που επιβάλλει φυσικότητες του τύπου: όλοι είναι πλούσιοι, όλοι είναι σεξουαλικοί και απελευθερωμένοι, ένα είδος ελιτισμού. Σε σημερινή συνέντευξή του στον Ταχυδρόμο των Νέων, δέχεται δύο φορές ερώτηση από τον δημοσιογράφο για το αν είναι υπερβολικός και μονόπλευρος στις εκτιμήσεις του, χωρίς να πείθει για την αμεροληψία του.
Παρ’ όλ’ αυτά, και σ’ αυτό το έργο του προσηλώνει τον αναγνώστη όχι στο τι θα γίνει μετά, αλλά στην ιδεολογική διαμάχη αρχαίων (προσωκρατικών πιο συγκεκριμένα) και χριστιανών. Η θέση του συγγραφέα είναι ξεκάθαρη υπέρ των πρώτων, αν και φαίνεται η προσπάθειά του να δει τη ζωή των μοναχών, χωρίς ωστόσο να την καταλαβαίνει ούτε στο ελάχιστον (κάτι ξέρουμε κι εμείς οι Πατριάρχες!!!).

Πατριάρχης Φώτιος
12.1.2008

Tuesday, January 08, 2008

Καλούα με πορτοκάλι. ελληνική-μεταφρασμένη λογοτεχνία

Ελληνική – μεταφρασμένη λογοτεχνία



Κοιτάζω τα βιβλιοφιλικά ιστολόγια. Τα 2/3 από αυτά ασχολούνται περισσότερο με την ξενόγλωσση μεταφρασμένη λογοτεχνία (librofilo.blogspot.com, annabooklover.wordpress.com, anagnostria.blogspot.com, anagnosi.blogspot.com), ενώ υπάρχουν και κάποια, όπως το δικό μας ή το bibliofagos.blogspot.com, που εστιάζουν περισσότερο στην ελληνική πεζογραφία. Φυσικά, δεν υπάρχει πεδίο σύγκρουσης. Η αγορά είναι ανοικτή και η ανάγνωση μπορεί να είναι απολαυστική και προβληματισμένη τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση.
Γιατί ωστόσο εμείς δίνουμε έμφαση στην ελληνική πεζογραφία; Θυμήθηκα την άποψη της Ελ. Κοτζιά στην “Καθημερινή” της 20.11.2005, που συνοψίζει κάποιες βασικές απόψεις. Συμπληρώνουμε και με δικές μας:
1. η ελληνική πεζογραφία αποτυπώνει με άλλον τρόπο από τις εφημερίδες και την τηλεόραση την ελληνική πραγματικότητα. Συλλαμβάνει την υφή της και την ερμηνεύει.
2. δείχνει την ωρίμαση ή τη στασιμότητα της ελληνικής σκέψης, όπως την εγ-κειμενίζουν οι συγγραφείς, που ανήκουν στον πνευματικό κόσμο της χώρας.
3. λογοτεχνία και γλώσσα είναι τα όρια του κόσμου μου. Δεν εννοώ διαβάζω λογοτεχνία για να πάρω μαθήματα γλωσσικά (και μια καλή μετάφραση το κατορθώνει), αλλά μέσα από τη γλωσσική επένδυση της πεζογραφίας αναταξινομώ έννοιες και αναδομώ το πνεύμα μου.
4. η ελληνική λογοτεχνία παλαιότερων εποχών αποτελεί κομμάτι της ιστορίας μου. Επομένως, διαβάζοντάς την επανακαθορίζω την ταυτότητά μου.
5. ελληνική πεζογραφία σημαίνει διάλογος με άλλους, αναγνώστες ή κριτικούς, που προβληματίζονται πάνω σε κοινό με εμένα πεδίο. Στην ξένη πεζογραφία δεν υπάρχει διάλογος με το κοινό της γλώσσας-πατρίδας του συγγραφέα.
Φυσικά σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης η επικοινωνία λαών και πολιτισμών είναι πιο εφικτή και κανείς μπορεί να παρουσιάσει επιχειρήματα και υπέρ της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας, κυρίως λόγω συγγραφικών μεγεθών που έχει να παρουσιάσει. Περιμένω κάποιον να παρουσιάσει τα επιχειρήματα αυτά.

Πατριάρχης Φώτιος
8.1.2008

Sunday, January 06, 2008

Café Del Doge: Δημήτρης Καπετανάκης

Δημήτρης Καπετανάκης, “Η συμμορία της συγκίνησης”



Δεν θα επιχειρήσω εδώ να αναλύσω συνολικά το μυθιστόρημα παρόλο που μου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις. Το μόνο που θα κάνω σε πρώτη φάση (κι ίσως επανέλθω) είναι η αποκωδικοποίηση των ονομάτων του έργου, που παραπέμπουν, αν εικάζω σωστά, κατευθείαν σε βιβλικά πρόσωπα:
Πρώτα απ’ όλα ο αφηγητής-πρωταγωνιστής που στο τέλος παρουσιάζεται σαν μια ενσάρκωση του διαβόλου:
Αμορί Αρνώ ή Ισκάρ ~ Ισκαριώτης
Κατόπιν τα πρόσωπα της συμμορίας:
Αναστάζια Μαγκνταλένα Όσιπρις ~ Ανάσταση + Μαγδαληνή
Αντρέα Ντούργκεα ~ Αντρέας ο πρωτόκλητος
Γιάκομπ Μόθμαν ~ Ιάκωβος ο αδελφόθεος
Τελώνιους Μάθιους ~ Ματθαίος ο Ευαγγελιστής
Λάζαρος Παπανικήτας ~ Λάζαρος ο αναστηθείς
Μερικά από τα υπόλοιπα πρόσωπα:
Τίμοθυ Κινγκ ~ Τιμόθεος
Γκυ Μερσιέ ; μερσί: ευχαριστώ
Σάιμον Γκέηνς ~ Μπιλ Γκέητς
Ντολόρες Μπρουνέρ ; Παναγία (στα ισπανικά dolores: δάκρια)
Σεμπάστιαν Μπολντ ; Σεβαστιανός
Λουκάς Αντύπας ~ Λουκάς ο Ευαγγελιστής
Γουίδο Ναζάριο ; Ναζωραίος

Έχω την έντονη εντύπωση ότι τα ονόματα δεν έχουν επιλεχθεί τυχαία. Πολλά από αυτά είναι κλειδιά για μια θεολογική προσέγγιση, αφού το θέμα του βιβλίου είναι η σύγκρουση Καθαρών και Καθολικών τον 13ο αι, μεταφερμένη στη σύγχρονη εποχή. Άλλα βέβαια ονόματα είναι απλώς γεμίσματα. Έτσι, η σύνδεση των ονομάτων θα επιδείξει και άλλους συσχετισμούς, οι οποίοι στο τέλος επιφέρουν το αποτέλεσμα μιας αλληγορίας του χθες και του σήμερα.
Πατριάρχης Φώτιος
06.01.2008

Wednesday, January 02, 2008

Χρονιά ανάγνωσης

Διαβαζω σημαίνει χάνομαι

Καλή χρονιά σε όλους και ποιτικές αναγνώσεις! Ξεκινώ το νέο έτος με ένα μικρό αφιέρωμα στην ανάγνωση. Ας είναι συντροφιά για κάθε στιγμή.
Διάβασμα σημαίνει παρέα για τον καφέ μια ήσυχη μέρα, ένα πρωινό Κυριακής, μαζί με τις εφημερίδες, στην ανάπαυλα του απογεύματος. Ειδικά τώρα στις γιορτές το διάβασμα ξέφυγε από το κυνήγι του χρόνου κι έγινε αργόσυρτη απόλαυση χωρίς τον χρόνο-θηρευτή να μας κατατρύχει.
Διαβάζω σημαίνει ξεχνιέμαι. Εγκλωβίζομαι στις σελίδες του βιβλίου και ξεχνώ τον γύρω χώρο, ξεχνώ πού κάθομαι, πού βρίσκομαι. Διαβάζω σημαίνει διακτινίζομαι σε έναν άλλο χρονότοπο, όπου τα όρια της μυθοπλασίας είναι και τα όρια του κόσμου μου (για να παραφράσω τον Βιτγκενστάιν).
Διαβάζω σημαίνει αναπολώ. Αναπολώ τη ζωή που έχω ζήσει, αλλά και φαντάζομαι όσα δεν έχω ζήσει.

Διαβάζω σημαίνει μαγεύομαι. Ανακαλύπτω νέους κόσμους, νέες απόψεις και οπτικές γωνίες, ξαναβλέπω τα πράγματα με την αθωότητα ενός παιδιού που πρωτογνωρίζει τον κόσμο.
Διαβάζω σημαίνει γεμίζω τον χρόνο μου. Περιμένοντας το λεωφορείο, μέσα στο μετρό, στην ουρά στην τράπεζα, στα κενά διαστήματα αναγκαστικών αναμονών. Διαβάζω σημαίνει ότι γεμίζω το πνεύμα μου τις ανούσιες ώρες που συνήθως πάνε χαμένες.

Διαβάζω σημαίνει ότι δεν είμαι ξανθιά. Δεν ασχολούμαι μόνο με το θέαμα, το γήπεδο, το clubbing... Δεν είμαι σοφός, αλλά είμαι φιλομαθής, δεν είμαι διανοούμενος, αλλά ψυχαγωγούμαι ταξιδεύοντας.
Διαβάζω σημαίνει αλλάζω εαυτό. Μετουσιώνομαι σε άλλον άνθρωπο (καμμιά φορά και άλλο ον), ξαναγεμίζω τις μπαταρίες μου, ξαναζώ σε άλλο σώμα και άλλο πνεύμα. Μπαίνω στο παραμύθι και ξεχνώ τις έγνοιες, αποβάλλω τη σκόνη της καθημερινότητας, ξαναγεννιέμαι...
ΚΑΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2 0 0 8
Πατριάρχης Φώτιος


















































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































Sunday, December 30, 2007

Άκρατος οίνος με μελόπιτες: Θάνος Κονδύλης

Θάνος Κονδύλης:
"Έγκλημα στην αρχαία Ολυμπία"

Η συνταγή περιελάμβανε πολλά δοκιμασμένα υλικά:
α. αστυνομικό μυστήριο
β. πολιτική ίντριγκα
γ. ερωτισμός
δ. αρχαία Ελλάδα
ε. πλοκή με ενδιαφέρον για το τέλος

Το αποτέλεσμα: νερωμένος οίνος με χυλόπιτες! Οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων σαν τον Κονδύλη πιστεύουν ότι τα παραπάνω υλικά επαρκούν για να πετύχει η συνταγή. Φτιάχνουν μια σφιχτή πλοκή με μυστήριο, έγκλημα, πολιτικές δολοπλοκίες κ.λπ. και νομίζουν ότι ο αναγνώστης θα σαγηνευτεί από την εξέλιξη της ιστορίας. Σασπένς όντως υπάρχει, αλλά δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα συγκρούσεις και εντάσεις ή κορυφώσεις που να χρειάζονται ένα αναπάντεχο για να απογειωθούν. Οι χαρακτήρες είναι μονόπλευροι, η γλώσσα ουδέτερη και άοσμη, η αρχαιοπρεπής ατμόσφαιρα δοσμένη πολύ εγκυκλοπαιδικά…
Ειδικά το τελευταίο στηρίζεται σε μια μικρή παράδοση με αστυνομικές ιστορίες που διαδραματίζονται στην αρχαία Ελλάδα (Κλωντ Μοσέ, “Έγκλημα στην αρχαία αγορά”) ή στο Βυζάντιο (Παν. Αγαπητός, “Χάλκινο οφθαλμός”). Ωστόσο, ο Κονδύλης από αρχαιολατρικό πάθος γεμίζει το μυθιστόρημά του με πολύ πραγματολογικό υλικό, πολλές φορές εις βάρος της υπόθεσης, πιο πολύ από διάθεση να προβάλει την αρχαιότητα και όχι να ενσωματώσει το υλικό του στον πλοκή του έργου του (και μάλιστα κάνει λίγα αλλά εμφανή λάθη: π.χ. όνομα Βερενίκη στην Αθήνα του 5ου αιώνα, όνομα που είναι καθαρά Μακεδονικό με την ιδιαίτερη τροπή του φ σε β, από το Φερενίκη).
Οι αγνές προθέσεις, η έρευνα και γενικά η ίντριγκα δεν φτάνει να συνθέσει ένα άρτιο από τεχνικής απόψεως μυθιστόρημα. Συγγραφέας δεν είναι ο συνθέτης πλοκής, αλλά γενικότερα ένας ενορχηστρωτής πλοκής, ιστορίας, χαρακτήρων, γλώσσας και ό,τι άλλου ο καθένας έχει να συνεισφέρει.
Χρόνια πολλά και με το καλό το 2008
Πατριάρχης Φώτιος
30.12.2008

Monday, December 24, 2007

Κιάντι: λειψιβιβλία

Ελληνικό τέλμα αντί για κορυφές

Χρόνια πολλά.
Αν παρατηρήσει κανείς την ελληνική παραγωγή πεζογραφίας που κυκλοφόρησε από τον Σεπτέμβριο ως τώρα, θα παρατηρήσει μια μεγάλη καθίζηση. Όχι φυσικά ότι λείπουν τα μεγάλα και μεσαία ονόματα, ούτε οι φουρνιές των νεοεμφανιζόμενων. Λείπει ωστόσο το μεγάλο έργο, για το οποίο θα συζητούν όλοι, όπως συνέβαινε παλαιότερα –όχι πάντα αλλά συχνά συνέβαινε. Κι όταν λέω μεγάλο, δεν εννοώ αναγκαστικά κάτι που θα ενταχθεί στον κανόνα της ελληνικής πεζογραφίας· ακόμα και κάτι καλό που θα αντέξει μερικούς μήνες θα αρκούσε. Αντίθετα, οι βιβλιοκρισίες στις εφημερίδες είναι ελάχιστες όσον αφορά την ελληνική πεζογραφία και δεν υπάρχει ένα έργο που να έχει συγκεντρώσει την προσοχή των κριτικών, τέτοιο που να συζητιέται θετικά ή αρνητικά.
Αλλά και προσωπικά, σε όσα πεζογραφήματα, μυθιστορήματα ή συλλογές διηγημάτων, έχουν περάσει από τα χέρια μου, δεν αναγνώρισα ούτε ένα έργο μιας κάποιας αξίας πάνω από το μέτριο και το …απλώς καλό, αλλά πάντοτε έβρισκα ότι κάτι του λείπει. Έχω την αίσθηση ότι ιδέες καλές υπάρχουν και πρωτοποριακές προθέσεις, αλλά η αδυναμία σύνθεσης και εκτέλεσης τις ματαιώνουν. Όσα βιβλία εκτέθηκαν εδώ κι όσα περιμένουν τη σειρά τους, για να αναρτηθούν, δεν επιβεβαίωσαν τις όποιες προσδοκίες μου· τις περισσότερες φορές απογοητεύθηκα κι άλλες κάτι διέκρινα αλλά πολύ αμυδρό και ασταθές.
Περιμένω να δω τις ανασκοπήσεις του έτους μπας και φωτιστώ. Περιμένω να δω τι διαβάζουν οι συν-ιστολόγοι μήπως και χάνω κάτι ιδιαίτερο. Περιμένω από τους θαμώνες του Βιβλιοκαφέ να μου προτείνουν κάτι που μπορεί να ξεχωρίσει. Αμήν.
Καλές γιορτές! Κι αν λείψω, μην ανησυχήσετε.

Πατριάρχης Φώτιος
24.12.2007

Friday, December 21, 2007

Νες καφέ με ρούμι: Μαρία Φακίνου

Μαρία Φακίνου, "Το καπρίτσιο της κυρίας Ν."

Σπονδυλωτό μυθιστόρημα, όπως επιγράφεται στο οπισθόφυλλο. Με άλλα λόγια τρεις διαφορετικές ιστορίες, τις οποίες όμως συνδέει ένα βασικό στοιχείο, συνήθως ένας ήρωας που σουλατσάρει ελεύθερα από τη μία ιστορία στην άλλη.
Το βασικό πρόσωπο, κοινό και στις τρεις ιστορίες, είναι η κυρία Ν., συγγραφέας που μπαινοβγαίνει στη μυθοπλασία και στη ζωή χωρίς στεγανά. Έτσι ο αναγνώστης διαβάζει την πρώτη ιστορία, αυτήν του κόμητα Ματαντόρ, ο οποίος συλλέγει τα τελευταία λόγια διάσημων ανδρών, αλλά στη δεύτερη καταλαβαίνει ότι ο Ματαντόρ είναι λογοτεχνικός ήρωας βγαλμένος από τα χέρια της πεζογράφου Νίνας Λέμπερ… Η συνέχεια, χωρίς την αγωνία του τέλους ή την αίσθηση της σφιχτής δομής, ακολουθεί τα ίδια χνάρια.
Το παιχνίδι που παίζουν τέτοια μεταμοντέρνα έργα (ανάλογα δείγματα έχουμε στο “Παραμύθι χωρίς όνομα” του Μίκαελ Έντε και στο πρόσφατο “Υπόθεση Τζέην Έυρ” του Γιάσπερ Φέρντε_ βλ. ποστ της 11ης Σεπτεμβρίου 2007) είναι το εξής: οι χαρακτήρες μέσα σε ένα βιβλίο ή μια ταινία είναι πλασματικοί (όλοι το ξέρουμε), αλλά λογοτεχνική τη συμβάσει ο αναγνώστης και ο συγγραφέας υπογράφουν ένα άτυπο συμβόλαιο, όπου όλα παρουσιάζονται σαν να είναι αληθινά. Έτσι κάθε άνθρωπος που κρατά το βιβλίο στα χέρια του δεν σκέφτεται ότι θα διαβάσει ψέμματα, αλλά μυείται σε έναν κόσμο που προβάλλεται και εκλαμβάνεται σαν αληθινός.
Όταν, λοιπόν, ο συγγραφέας σηκώσει το πέπλο της μυθοπλασίας και αποκαλύψει τον τεχνητό χαρακτήρα της αφήγησης –όλα είναι μια κατασκευή-, περιμένουμε να χρησιμοποιήσει έντεχνα το τέχνασμα αυτό όχι μόνο για να αιφνιδιάσει αλλά και για να δώσει κάτι επιπλέον ως αναγνωστική απόλαυση ή προβληματισμό.
Η Φακίνου αναρωτιέμαι τι θα θέλει να πετύχει. Ειλικρινά προβληματίστηκα και περιμένω από τους κριτικούς απάντηση (Μια παρουσίαση της συγγραφέως Φακίνου από τον Β. Ρούβαλη στην «Ελευθεροτυπία» της 21.9.2007 δεν με διαφώτισε). Όποιος δει το βαθύτερο σκοπό μιας τέτοιας τεχνικής, παρακαλώ να μού τη μεταφέρει… Αλλιώς μένουμε στο μυθοπλαστικό παιχνίδι που πολλές φορές δεν είναι λίγο, αλλά και πολλές φορές δεν φτάνει…
Έχω την εντύπωση ότι η περίπτωση της Φακίνου θα μας απασχολήσει και φέτος αλλά και με τα επόμενα έργα της. Μακάρι!

Πατριάρχης Φώτιος
21.12.2008

Sunday, December 16, 2007

Espresso πικρός: Μάνος Ελευθερίου

Γιατί δεν θα διαβάσω το τελευταίο βιβλίο του Μ. Ελευθερίου

Μια δυσφήμιση, πιστεύουν πολλοί, είναι μια άλλη μορφή διαφήμισης, αφού αφενός κάνει ντόρο γύρω από το βιβλίο και αφετέρου ωθεί τους αναγνώστες να διαβάσουν το έργο, προκειμένου να διαπιστώσουν αν ευσταθούν οι κατηγορίες εναντίον του. Θα ήθελα ωστόσο να διατυπώσω τις απόψεις μου για το φαινόμενο «Μάνος Ελευθερίου», ο οποίος εμφανίστηκε στην πεζογραφία και σάρωσε.
Τα δύο προηγούμενα έργα του, δύο ογκώδη σχετικά μυθιστορήματα, κέρδισαν επαίνους, αλλά προσωπικά με απογοήτευσαν. Ίσως οι περισσότεροι επηρεάστηκαν από το όνομά του, όνομα απόλυτα σεβαστό στη στιχουργία. Ίσως να είδαν κάτι που δεν το είδα εγώ... Ίσως να παγιδεύτηκαν στα θέματά του (λ.χ. στον Εμφύλιο) και παραγκώνισαν τη δομή των μυθιστορημάτων του. Εξηγούμαι:
Προσωπικά πιστεύω ότι ως πεζογράφος έχει πολλά προβλήματα στη δομή και στην οργάνωση του υλικού του. Οι ατέλειες αυτές, που αποτελούν θεμελιώδεις αδυναμίες του έργου του, εντοπίστηκαν και από άλλους (βλ. Κούρτοβικ, “Τα Νέα”, 17.2.2007: http://www.tanea.gr/Article.aspx?d=20070217&nid=3436403), ειδικά στο «Γυναίκα που πέθανε δύο φορές», όπου το ανοικονόμητο υλικό δεν αφήνει τον αναγνώστη να απολαύσει το ύφος και την ατμόσφαιρα.
Πιο συγκεκριμένα: 1) αλματώδης πορεία στη συγγραφή που ενοχλεί, καθώς μεταφέρεται ο συνειρμικός λόγος της ποίησης και στην πεζογραφία: ο αναγνώστης κουράζεται να παρακολουθεί μια ασθμαίνουσα, θολή συνείδηση να αφηγείται, 2) επιμένει τόσο στο ιστορικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να φορτώνει το κείμενό του με ανούσιες λεπτομέρειες, περιττά στοιχεία, απειράριθμες παρεκβάσεις… Το κείμενο συστρέφεται και πνίγεται στον φόρτο του υλικού, 3) αποτέλεσμα του προηγούμενου είναι να ατονεί η σκιαγράφηση των ηρώων μέσω της πλοκής και να τονίζεται μόνο η εποχή και ο περίγυρος, 4) οι διάλογοι είναι αναληθοφανείς, 5) οι προθέσεις του συγγραφέα δεν μετουσιώθηκαν σε αυτοτελές έργο που να μπορεί να διαβαστεί μόνο του, χωρίς την επήρεια του ονόματος του δημιουργού, το θέατρο ή τον εμφύλιο ως μαρκίζες.


Επομένως, παρόλο που μου χάρισαν φίλοι τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο "Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ", δεν θα το βάλω στις προτεραιότητές μου για διάβασμα. Πρέπει να απαλλαγόμαστε συνειδητά μερικές φορές από την εμμονή με ...τη μόδα.

Πατριάρχης Φώτιος
16.12. 2007

Wednesday, December 12, 2007

Καπουτσίνο κάλντο: Κώστας Βούλγαρης

Κώστας Βούλγαρης: Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες

Όποιος έχει διαβάσει το “Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη” έχει ήδη εξοικειωθεί με τον τρόπο γραφής του Βούλγαρη: κείμενο με παραθέματα, εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος, σχολιαστικό ύφος, αναδίφηση κειμένων και ιστορική (αρχειακή) δουλειά πίσω από τη μυθοπλασία.
Το φετινό του βιβλίο τηρεί αυτές τις προσωπικές του επιλογές. Ακόμη περισσότερο παίζει με τον συγγραφέα που μιλάει για έναν άλλο συγγραφέα που βρήκε ένα ημιτελές μυθιστόρημα ενός άλλου συγγραφέα. Η τεχνική αυτή που λέγεται myse en abyme μπορεί να αποβεί εξαιρετικά αποτελεσματική, όταν το ένα κείμενο αντικατοπτρίζει το άλλο, οι συγγραφείς έχουν μια αναλογική σχέση, το ένα αφηγηματικό επίπεδο εισχωρεί μέσα στο άλλο κ.λπ. Δες για παράδειγμα την πρώτη νουβέλα από τη “Χίμαιρα” του Τζων Μπαρθ.
Ο Βούλγαρης χρησιμοποιεί εντέλει αυτόν τον τρόπο γραφής πιο πολύ ως παιχνίδι εποχών παρά με τον μεταμοντέρνο τρόπο των αντανακλάσεων. Ανάλογα με το ποιος εντέλει έγραψε το ημιτελές μυθιστόρημα (ο Μάριο Κόντι ή Μαρί Σκαρλά της δεκαετίας του ’20 ή ο Γιώργος Τσουκαλάς της μεταπολεμικής πεζογραφίας), διαφοροποιείται και η ερμηνεία του: η προσπάθεια να εξηγηθεί η λαϊκή λογοτεχνία του μεσοπολέμου με βάση την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα αναγνώσματα-θέματα που απασχολούσαν το αναγνωστικό κοινό. Η δεκαετία του ’20 δεν είναι και πολύ γνωστή κι ο αναγνώστης έχει ένα είδος περιέργειας να τη γνωρίσει…
Ως σκέψη ακούγεται ιδιαίτερα ευφυής, αλλά… φλυαρία, φλυαρία, παστίς, σχόλια και άρθρα από εφημερίδες της εποχής, ανάπλαση της περιόδου χωρίς πλοκή, χωρίς επεισόδια, χωρίς γεγονότα που να αξιοποιούν το πρωτογενές υλικό. “Τεκμηριωτική λογοτεχνία”, την ονομάζει κάπου ο Ζήρας. Αλλά, τα τεκμήρια μέσα στην εξέλιξη μιας υποτυπώδους ιστορίας, χωρίς να στηρίζεται η ιστορία επαρκώς, καταντούν στείρα αρχειολαγνία. Εν κατακλείδι, τα δημοσιεύματα δεν δίνουν πειστικά το πλαίσιο της εποχής και έτσι δεν αιτιολογείται η ανάγνωση λαϊκών έργων από τον μέσο αναγνώστη.
Η πεζογραφία μας προσπαθώντας να τεντώσει τα όριά της πειραματίζεται κι αυτός ο πειραματισμός δεν είναι πάντα αρνητικός. Όταν αυτού του είδους η “τεκμηριωτική λογοτεχνία” βρει τον μάστορά της (έχουν ίσως κάποια δείγματα ως τώρα) μπορεί να ανοίξει το πλαίσιο «μυθιστόρημα» και να δούμε πιο στιβαρές δομές.

Πατριάρχης Φώτιος
12.12.2007

Sunday, December 09, 2007

Κοκτέιλ Μαργαρίτα: Το Βήμα

Το Βήμα «τρώει» ...τα βιβλία
Αντιγράφω από το περιοδικό “διαβάζω” (τχ. 480, σελ. 6): “Ανακοινώθηκε επισήμως στους συντάκτες του Βήματος ότι το κυριακάτικο ένθετο «Βιβλία» θα πάψει να υπάρχει με την αυτόνομη μορφή που είχε ως τώρα και θα ενσωματωθεί στη γενική ύλη του «Άλλου Βήματος». Ανεξαρτήτως της γνώμης που μπορεί να έχει κάποιος για το συγκεκριμένο (πόσο επιτυχημένο ήταν ή όχι) δεν έπαυε να ήταν ένα «βήμα» για το βιβλίο. Κι αυτό θα λείψει”.

Ξεκινώ από το τελευταίο: οι κυριακάτικες εφημερίδες πρέπει να είναι φωνές για το καλό βιβλίο και κάθε περικοπή είναι ένα πλήγμα στο χώρο. Οι ιθύνοντες του πρώτου ένθετου (από το 1997, αν δεν κάνω λάθος) για το βιβλίο είχαν ήδη αποφασίσει να το κλείσουν από τότε που το συρρίκνωσαν σε ένα 8σέλιδο της κακιάς ώρας, που έπαψαν να κάνουν αφιερώματα, που περιόρισαν την κριτική και την αντικατέστησαν με εύπεπτες βιβλιοπαρουσιάσεις και ανούσιες συνεργασίες. Δείτε το σημερινό φύλλο, όπου απουσιάζει η ελληνική πεζογραφία (η ποίηση έχει φαγωθεί προ πολλού), η λογοτεχνία εν γένει έχει συμπτυχθεί σε τρία βιβλία, οι κριτικοί πλην της Θεοδοσοπούλου (σήμερα δεν γράφει) έχουν εκλείψει… Ευτυχώς που υπάρχουν και οι «Νέες Εποχές» και ενίοτε αρθρώνουν κριτικό λόγο για τα θέματα του βιβλίου. Κρίμα, κρίμα, κρίμα!!!

Και μετά δεν είναι να απορεί κανείς που τα βιβλιόφιλα μπλογκς υποκαθιστούν (και σταδιακά αντικαθιστούν) τις εφημερίδες.

Πατριάρχης Φώτιος
9.12.2007

Thursday, December 06, 2007

Σκέτος ελληνικός: Δημήτρης Μίγγας

Δημήτρης Μίγγας, “Τηλέμαχου Οδύσσεια”
Ο συγγραφέας έκανε εντυπωσιακό ντεμπούτο με τα διηγήματα “Των κεκοιμημένων” (1999)· όντως τα δύο πρώτα μού είχαν κάνει εξαιρετική εντύπωση, αυτή που σε κάνει να αναπηδήσεις από την ευχάριστη έκπληξη, αφού συνδύαζαν αφηγηματικές καινοτομίες με ψυχολογία ηρώων και ουσιώδη ανάπτυξη του θέματός του. Έπειτα, στο “Στα ψέμματα παίζαμε!” (2005), η αφηγηματική ευρηματικότητα συνεχίζει να πειραματίζεται –γόνιμα θα έλεγα-, αλλά απουσιάζει το βάθος της σκέψης και η δικαίωση της αφηγηματικότητας σε ανάλογο περιεχόμενο.
Το τελευταίο του έργο έρχεται να πατήσει σε μια βασική μορφή διακειμενικότητας: παίρνει ως πρότυπο την ομηρική Οδύσσεια και τη μεταφέρνει στο σήμερα, βάζοντας ως ήρωα τον Τηλέμαχο. Ο Τηλέμαχος είναι άτομο με διανοητική υστέρηση, ανδρώνεται περιμένοντας τον πατέρα του Οδυσσέα που δεν γνώρισε, μαθαίνει τον κόσμο με τη στρεβλή του νόηση… Τα γεγονότα παίρνουν τη μορφή μυθιστορήματος ανάπτυξης (Bildungsroman), το οποίο κινείται μεταξύ αστείου και σοβαρού, μεταξύ θυμηδίας για τις περιπέτειες του πρωταγωνιστή και τραγικότητας. Ο Οδυσσέας εμφανίζεται κάπου στο τέλος, σκοτώνεται σε ατύχημα από τον Τηλέμαχο, ενώ στην κηδεία του εμφανίζεται και ένας νόθος γιος του, Ισπανός αυτός, που συμπληρώνει το παζλ των οικογενειακών σχέσεων.
Ο Τηλέμαχος, κάτι μεταξύ Φόρεστ Γκαμπ και γραφικού του χωριού, μυείται στον έρωτα, παντρεύεται, ταξιδεύει εν είδει πίκαρο που ψάχνει τον πατέρα του και εντέλει τι; Ο Μίγγας ταλαντεύεται για το είδος της παρωδίας που θέλει να γράψει, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι ενώ όλο το μυθιστόρημα λαμβάνει χώρα στο σήμερα, ένα κεφάλαιο αναφέρεται σε μια δική του εκδοχή της οδύσσειας στην αρχαιότητα. Και γιατί ο Τηλέμαχος να παρουσιάζεται έτσι; Τι άλλο βλέπουμε με την εκδοχή αυτή στον αρχετυπικό μύθο του Οδυσσέα; Δεν με ενοχλεί η παρωδία του Ομήρου, αλλά το ανούσιο της υπόθεσης.
Απαντήσεις στο ίδιο το κείμενο δεν βρήκα. Μια κριτική τοποθέτηση από τον Μπουκάλα (news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_20/11/2007_249580) δεν με διαφώτισε επαρκώς. Η εντύπωση που μου αφήνει είναι ότι ο Μίγγας παίζει με τις λογοτεχνικές συμβάσεις ψάχνοντας να βρει και το θέμα του, αλλά συχνά, όπως εδώ, δεν τα καταφέρνει.
Πατριάρχης Φώτιος
6.12.2007

Sunday, December 02, 2007

Γκραν Μαρνιέ: Ελεύθερος Τύπος (1455)

Ένα ακόμα ένθετο για το βιβλίο
Άργησα να αναφερθώ σ’ αυτό, γιατί ήθελα να σχηματίσω ολοκληρωμένη γνώμη. Μιλάω για το ένθετο του Κυριακάτικου Ελεύθερου Τύπου, το “1455”, το οποίο αποτελεί ένα δεκαεξασέλιδο αφιερωμένο στη βιβλιοπαραγωγή και στις ιδέες, κάτι που συνδυάζει τα “Βιβλία” του Βήματος με τις “Νέες Εποχές” της ίδιας εφημερίδας.
Φυσικά το χαιρετώ με χαρά, επειδή αυξάνονται τα βιβλιόφιλα ένθετα και επειδή ένα μεγάλο ποσοστό αναγνωστών θα έχει τη δυνατότητα να προσεγγίσει το βιβλίο μέσα από την κυριακάτικη εφημερίδα του (δεν ξέρω αν ενδιαφερόταν ως τώρα το κοινό μιας δεξιάς εφημερίδας, αλλά καλό είναι να το συνηθίσει). Κύριος υπεύθυνος είναι ο Κώστας Κατσουλάρης, συγγραφέας και κριτικός που γνωρίζει τον κόσμο του βιβλίου και έχει τις διασυνδέσεις να προσεγγίσει ανθρώπους και φορείς. Η ιδέα στήνεται πάνω σε ένα ευρύτερα κοινωνικό θέμα, το οποίο καλύπτεται τόσο από τη λογοτεχνική παραγωγή που το πραγματεύεται, όσο και με ιστορικά, πολιτικά, κοινωνιολογικά, δοκιμιακά κ.ά. βιβλία. Δεν λείπουν στήλες με επιφυλλιδικό χαρακτήρα ή άλλες με (λογοτεχνικά;) σχόλια, όπως η στήλη του Σάκη Σερέφα.
Το βασικό μειονέκτημα που εντοπίζω είναι ένα είδος λαϊκισμού, που εξαπλώνεται όλο και περισσότερο, από τις εκπομπές του Χαρδαβέλλα ως τα ένθετα και άλλων σοβαρών εφημερίδων: ειδικοί και μη, γνώστες του χώρου ή άλλοι γνωστοί μόνο ως ονόματα, καταρτισμένοι ή άλλοι με παρουσία-μπούγιο στο ίδιο τσουβάλι. Συμπεριλαμβάνει καθηγητές πανεπιστημίου και συγγραφείς, που γράφουν κείμενα όχι επειδή είναι ειδικοί αλλά με την όποια βαρύτητα του ονόματός του. Πολλοί δημοσιογράφοι που καλύπτουν με συνεντεύξεις και ρεπορτάζ, αλλά ελάχιστοι πραγματικοί κριτικοί λογοτεχνίας· μόνο ο Κατσουλάρης (έστω και με επιφυλάξεις) και ο Κώστας Καρακώτιας (ίσως για το είδος του και ο Πανώριος). Από εκεί και πέρα πάμπολλοι συγγραφείς που κρίνουν άλλα βιβλία με μόνο όπλο ότι έχουν κι αυτοί εκδώσει τα λογοτεχνήματά τους. Ο Μάνος Κοντολέων κρίνει τον Σαραμάγκου και τον Χίσλοπ, ο Νίκος Κουνενής τον Βόνεγκατ, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τον Ρονκαλιόλο και τον Οζ, η Λίλα Κονομάρα τη Μαριένσκε και τη Σμιθ, ο Αστερίου τον Pears κ.λπ.... Και μη μας πούνε ότι ξέρουν καλύτερα οι γυναίκες που γεννάνε να ξεγεννούν από τον γιατρό ή τη μαία. Ή ότι και παλαιότερα πολλοί συγγραφείς γράφανε κριτικές· πέρασε πια η εποχή του εμπειρισμού και της ιμπρεσσιονιστικής κριτικής, ή μήπως όχι;
Εύχομαι, όταν θα ξεπεράσει τη φάση της αυτοπροβολής, για να "πιάσει", να αποβάλλει τη βιτρίνα και να διαλέξει ανθρώπους ειδικού. Επιμένω.
Πατριάρχης Φώτιος
2.12.2007

Thursday, November 29, 2007

Ελληνικός πολλά βαρύς: Τ. Θεοδωρόπουλος

Τάκης Θεοδωρόπουλος: Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης
Το μυθιστόρημα αυτό είναι σίγουρα κάτι διαφορετικό στον χώρο της ελληνικής πεζογραφίας, αφού μεταφέρει το βάρος της ιστορίας από την υπόθεση στη διερεύνηση συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων, αυτών την ανακάλυψης του αγάλματος της Αφροδίτης στη Μήλο στα 1820 και της μεταφοράς του στο Μουσείο του Λούβρου.
Χαρακτηρίστηκε «στοχαστική λογοτεχνία», καθώς η μυθοπλασία περιορίζεται, τα πλαστά πρόσωπα εκλείπουν (;) εντελώς και η συνολική σύνθεση βασίζεται στην ανάπλαση σκηνών και γεγονότων, κινήτρων και επιδιώξεων των ανθρώπων της εποχής, όπως διασώζονται στις πηγές και όπως ανασυντίθενται από τη φιλέρευνη φαντασία του συγγραφέα. Ως προς αυτό το δεδομένο μοιάζει με τα «Αμίλητα, βαθιά νερά» της Ρ. Γαλανάκη, χωρίς τις εξιδανικεύσεις της τελευταίας. Με την ίδια λογική, θα μπορούσε να ονομαστεί, λοιπόν, «μυθιστορηματικό χρονικό» ή «δοκιμιακό χρονικό». Λιγάκι μού θύμισε Κούντερα και την τάση του να αναλύει όσα λέει δοκιμιακά, να παρενθέτει αφήγηση και σχόλια και να μην αφήνει τον αναγνώστη να ακολουθήσει τους δικούς του δρόμους στην αναπαράσταση των δρωμένων. Έχουμε προ πολλού μπει στο χώρο της μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας.
Η Αφροδίτη της Μήλου είναι η ένδειξη πώς μας είδαν οι Ευρωπαίοι τότε αλλά και τώρα, οπότε οι περισσότεροι επισκέπτες του Λούβρου κατευθύνονται προς αυτή και την Τζοκόντα. Είναι συνάμα δείγμα της στάσης των Νεοελλήνων προς το κλασικό παρελθόν τους, με όλες τις στρεβλώσεις, τις ιδιοτέλειες, τις βολικές ερμηνείες που το έχουμε φορτώσει. Πρόκειται για μια απομυθοποίηση της ιστορίας και της έννοιας του κλασικού. Παραθέτω ένα απόσπασμα από την κριτική του Β. Χατζηβασιλείου (εφ. Ελευθεροτυπία, 20.4.2007):
«Με αυξημένο, λοιπόν, εξαρχής τον ειρωνικό του δείκτη, ο Θεοδωρόπουλος προχωρεί (κομματιάζοντας εκ νέου το -διαμελισμένο από τον χριστιανικό ζήλο των Βυζαντινών- κορμί της Αφροδίτης) σε μια πλήρη εξάρθρωση του μύθου της τέλειας αρμονίας, στρέφοντας τα βέλη του όχι τόσο εναντίον της αρχαιότητας (για την οποία μοιάζει αδύνατον να ξέρουμε τι ακριβώς πρέσβευε το πολυθρύλητο άγαλμα, καμωμένο, άλλωστε, από τα χέρια άγνωστου μέχρι και σήμερα καλλιτέχνη) όσο εναντίον των εξιδανικεύσεων του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού, αλλά και της νεοελληνικής αρχαιολατρίας, που είναι κιόλας ετοιμοπόλεμη (διά στόματος των δυτικομαθημένων διαφωτιστών…»
Δεν θα παραλείψω να δηλώσω ότι με κούρασε ο φόρτος των λεπτομερειών και η προσπάθεια ανασύστασης μέχρι και των τελευταίων στιγμών στην πορεία αυτή. Η ψευδο-ιστορική (σεναριακή) ακρίβεια καθιστά τον αναγνώστη μέτοχο μιας «επιστημονικής» προσέγγισης που ναι μεν προβληματίζει αλλά ταυτόχρονα λαχανιάζει· ο δοκιμιακός στοχασμός παραείναι βαρύς και αποκομμένος από τη νομοτελειακή αναμονή του τέλους.
Χρήσιμες απόψεις:
Χαρτουλάρη, Τα Νέα, 23.3.2007,
Χατζηβασιλείου, Ελευθεροτυπία, 20.4.2007,
Κούρτοβικ, Τα Νέα, 20.7.2007,
Κοτζιά, Η Καθημερινή, 20.9.2007
bibliofagos.blogspot.com, 1.10.2007

Πατριάρχης Φώτιος
29.11.2007

Tuesday, November 27, 2007

Μπέιλις. Επισκέπτες του Βιβλιοκαφέ

Όσοι πέρασαν από το Βιβλιοκαφέ

Τα ιστολόγια έχουν λάβει λίγο ή πολύ μια κάποια δημοσιότητα. Ειδικά τα βιβλιόφιλα blogs κερδίζουν ολοένα την εκτίμηση του κοινού και αναγνωρίζονται με πλάγιο τρόπο και από τις εφημερίδες. Ωστόσο, εγώ θέλω να ρίξω τη ματιά μας στους ανώνυμους –ή και επώνυμους- επισκέπτες του Βιβλιοκαφέ, που μπαίνουν στο μαγαζάκι μας και πίνουν τον καφέ τους ξεφυλλίζοντας παράλληλα και τα βιβλία μας.
Οι συζητήσεις είναι γόνιμες· οι προτάσεις καλοπροαίρετες· μάλιστα διάβασα ένα βιβλίο από πρόταση της Pellegrina και της Λείας Βιτάλη, το οποίο μου άφησε άριστη εντύπωση· δέχτηκα τις ευγενικές απαντήσεις και αντιρρήσεις· οι αγενείς ήταν απειροελάχιστες· προβληματίζομαι πώς μπορώ να εμπλουτίσω τα ποστ μου· σκέφτομαι τι αξίζει να συζητηθεί· βλέπω πως ένα βιβλίο δεν γεννά τόσες συζητήσεις όσο ένα θέμα ευρύτερου λογοτεχνικού ενδιαφέροντος όπως η δημιουργική γραφή ή οι Έλληνες κριτικοί. ΟΙ προτάσεις όλων είναι δεκτές για θέματα, για ανανέωση, για προεκτάσεις.
Αυτή η καταχώριση αφιερώνεται στους θαμώνες του Βιβλιοκαφέ και πρώτιστα σε μια άγνωστη φίλη, την PELLEGRINA. Παραθέτω τις επισκέψεις τους ενδεικτικά από τον Απρίλιο ως και τον Οκτώβρη του 2007. Σας ευχαριστώ όλους.
Pellegrina 26
Akamas 8
Ethos 6
Kafeini 6
Ioeu 5
Eva Stamou 3
Mamaloukas 3
Νίκος Διακογιάννης 3
P[anagiotis] X[atzimoisiadis] 3
A[ugoustos] C[orteau] 2
Bibliofagos 2
Εντευκτήριο 2
Ιουστίνη Φραγκούλη 2
Katoikidio 2
Λεία Βιτάλη 2
Librofilo 2
Manos Kontoleon 2
Nefeloessa 2
Παναγιώτης Κονιδάρης 2
Reader’s diggest 2
Vlaxos 2
Anagnostria 1
Angelos-x-angelos 1
Antoine 1
Cook the book 1
Gazakas 1
Industrial Daises 1
Kahtitsis 1
Kritikov 1
Mevrakis 1
Ritsmas 1
Silio d’ Aprile 1
Sleepless dream 1
Sue 1
Thelastrealanonymous 1
Zoferos mesaionas 1
Γιάννης Ράγκος 1
Ζέφη Κ. 1
Θεοδόσης Βολκώφ 1
Κασσάνδρα Βρομύλη 1
Κυρ Μανουήλ 1
Λεωνίδης 1
Τάνια 1
Χρυσόθεμις 1

Τις θερμές μου ευχές για καλές αναγνώσεις, δημιουργικές συζητήσεις και γόνιμους προβληματισμούς.
Πατριάρχης Φώτιος
27.11.2007

Saturday, November 24, 2007

Καφές με Gluhwein: Κονιδάρης

Τα παιδιά του Κώδικα Ντα Βίτσι:
Π. Κονιδάρης, “Το χειρόγραφο της Πράγας”

Το είδος του μυθιστορήματος που εκπροσωπείται στη συνείδηση του διεθνούς αναγνωστικού κοινού με τον “Κώδικα Ντα Βίτσι” του Νταν Μπράουν βρήκε και στην Ελλάδα μιμητές και εκφραστές. Τα τελευταία δύο χρόνια κυκλοφόρησαν βιβλία, όπως “Η νύχτα των εννέα ήλιων” Γ. Αιόλου (2006), “Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα” του Δ. Μαμαλούκα και τέλος “Το χειρόγραφο της Πράγας” του Π. Κονιδάρη.
Τα έργα αυτά διαβάζονται εύκολα, γιατί παρασύρουν τον αναγνώστη στην αναζήτηση ενός μυστηρίου, συχνά καθοριστικό για την ανθρωπότητα ή μεγάλης πνευματικής αξίας. Αφήνω κατά μέρους τον Μαμαλούκα, ο οποίος έχει δώσει προσωπικό στίγμα στο έργο του, και μιλάω για τα άλλα δύο, όπου εμπλέκονται η ιστορία της Δύσης (κυρίως), η εκκλησία (καθολική και ορθόδοξη), πολύ μυστήριο, οργανώσεις θρησκευτικές και παραθρησκευτικές, τάγματα στον Μεσαίωνα και κρυμμένα μυστικά σε χειρόγραφα ή βιολιά, φόνοι για να μην αποκαλυφθούν όλα αυτά, ερασιτέχνες ντετέκτιβ που συνεργάζονται με επιστήμονες και ειδικούς για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Ο Κονιδάρης στηρίζεται σ’ αυτά τα στερεότυπα. Γράφει μια ιστορία με κοσμοπολιτισμό (αναγκαίος για να βρεθούν μυστικά έξω από τα σύνορα της Ελλάδας), αξιοποιώντας τη φήμη του χειρογράφου Βόινιτς, ένα πραγματικό έργο γραμμένο σε μια ακατανόητη γραφή, το οποίο –στο βιβλίο- εικάζεται ότι είναι συντεθειμένο στη γλώσσα του Θεού. Αν και στην αρχή διακρίνεται αβεβαιότητα στις εκφραστικές επιλογές του, στη συνέχεια βρίσκει τον δρόμο του και δεν προβληματίζει με αστοχίες τον αναγνώστη. Εξαιρείται βέβαια η προσπάθεια του συγγραφέα να βάλει ένα-δυο χαρακτήρες να μιλάνε αρχαία ελληνικά, πρώτα απ’ όλα γιατί στην Ευρώπη τα εκφέρουν με ερασμική προφορά, οπότε ο Έλληνας ήρωας δεν θα μπορούσε να καταλάβει, και δεύτερον γιατί οι προτάσεις του διακρίνονται από συντακτικά και υφολογικά ατοπήματα.
Ο Κονιδάρης βέβαια έκανε έρευνα για να βρει τα ιστορικά του στοιχεία και να δώσει αληθοφάνεια σε όσα λέει. Το μεγάλο του ωστόσο ατού είναι, κατά τη γνώμη μου, το στήσιμο της πλοκής σε μια σκακιστική αντίληψη του χώρου, τέχνασμα δομικά λειτουργικό και εντέλει αποτελεσματικό, που τον φέρνει στη γραμμή του “Οκτώ” της Katherine Neville (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Λιβάνη, όπου εκδίδει και το έργο του ο Κονιδάρης). Διαμορφώνει έτσι μια γεωγραφική παρτίδα, όπου η κατάλληλη δομή των πιονιών, θα δώσει και την αναμενόμενη λύση.
Εντέλει έγραψε ο Κονιδάρης κάτι καλύτερο από ένα μπεστ σέλλερ που θα ξεχαστεί σε λίγους μήνες; Κατά τη γνώμη μου και κατά τη γνώμη πολλών, δεν ανέβηκε πάνω από τα επίπεδα του είδους που διάλεξε. Δεν προβλημάτισε για την τύχη της ανθρωπότητας, δεν έπεισε για τα μυστικά που διέπουν την ιστορία της (πολυφορεμένο πια και αδιάφορο), δεν ανορθώθηκε πάνω από μια εύπεπτη ιστορία. Η γνώμη μου είναι ότι τέτοιοι συγγραφείς, που δεν υστερούν σε συλλήψεις δομής, πρέπει να προσπαθήσουν να δώσουν στο είδος αυτό μια αίγλη που στερείται και να το βγάλουν από την ενδιαφέρουσα αλλά ρηχή κινδυνολογία. Ο δρόμος έχει ανοίξει στο αδελφό είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, όπου πολλοί έχουν εντοπίσει την κοινωνική στροφή που έχει ήδη πάρει.
Από την κριτικογραφία ο nuwanda (book.attack.gr) τονίζει τη γόνιμη σύζευξη ιστορικής έρευνας και μυθοπλασίας στον Κονιδάρη, ο Μαμαλούκας σχολιάζει τις ομοιότητες μεταξύ του ίδιου και του Κονιδάρη και επαινεί την πλοκή του έργου (mamaloukas.blogspot.com) και το motive-and-opportunity.blogspot.com συμπληρώνει φυσικά στη λίστα των ομόθεμων βιβλίων το «Εκκρεμές του Φουκώ» του Έκο (φυσικά πιο φιλοσοφημένο). Δείτε επίσης το ιστολόγιο του ίδιου του Π. Κονιδάρη (konidaris.blogspot.com), αλλά και τις επιφυλάξεις του Κούρτοβικ (13.10.2007) για το βιβλίο του Μαμαλούκα, που καλύπτουν εν μέρει και το έργο του Κονιδάρη.

Πατριάρχης Φώτιος
24.11.2007

Tuesday, November 20, 2007

Γαλλικός: Αντώνης Σουρούνης

Αντώνης Σουρούνης: Το μπαστούνι

“Το μπαστούνι” είναι μια νουβέλα, “ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους”, όπως υποτιτλίζεται. Πρόκειται για ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1972 και επανεκδίδεται τώρα σε ένα μικρό βιβλιαράκι.
Είναι μια αλληγορική ιστορία, που διασκεδάζει τα παιδιά και προσπαθεί να δώσει μηνύματα στους μεγάλους. Η ιστορία αναφέρεται σε ένα δέντρο που έγινε τραπέζι, αλλά το όνειρό του ήταν να γίνει μπαστούνι, πράγμα που εντέλει επιτυγχάνεται. Η πραγματικότητα παρουσιάζεται με την αθώα ματιά ενός κομμάτι ξύλου, που δεν ξέρει τον κόσμο και ρωτά, πολλές φορές αφελώς και με περιέργεια μπροστά στο πρωτόγνωρο, για να τον γνωρίσει.
Δυστυχώς, παρόλο που κάτι λίγο θυμίζει τον γνωστό καλό Σουρούνη, είναι ένα κειμενάκι πρόχειρο και αμελέτητο. Η ιστορία δεν είναι αρραγής, η αλληγορία δεν είναι σαφής, η ανάγνωση δεν είναι ευχάριστη και βαθιά συνάμα. Αν το ενέτασσαν στην Παιδική Λογοτεχνία και μόνο εκεί, θα μπορούσε να σταθμιστεί με τους δικούς της όρους και να αξιολογηθεί αναλόγως. Τώρα το κρατάω ως πρώιμο δείγμα της πένας του συγγραφέα και ως δοκιμή σε ένα είδος στο οποίο δεν θέλησε να εμβαθύνει.
Άλλες γνώμες:
Ελένη Γκίκα, εφ. "Το Έθνος", 18.10.2007
wormreport.blogspot.com/2007/10/blog-post.html


Πατριάρχης Φώτιος
20.11.2007

Saturday, November 17, 2007

Ρακή με μέλι: Καζαντζάκης

Καζαντζακικά απανθίσματα

Έτος Καζαντζάκη και σκέφτηκα πως, ακόμα και μερικοί πιστεύουν ότι η αισθητική των μυθιστορημάτων του δεν είναι και η καλύτερη, η φιλοσοφικότητα των λόγων του, συχνά συμπυκνωμένη σε μερικές φράσεις κορύφωσης, είναι αξιοπρόσεκτη. Διάλεξα, λοιπόν, ως φόρο τιμής λίγες προτάσεις που συνοψίζουν κάποια χαρακτηριστικά μότο της σκέψης του.

“- Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…
- Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δωσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
- Φτάσε όπου δεν μπορείς!”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 22)

“Ο άνθρωπος… όσο πιο πολλή σάρκα μετουσιώνει σε αγάπη, σε παλικαριά κι ελευτερία, τόσο περισσότερο γίνεται Γιος του Θεού!”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 25)

“Το πρόσωπο αυτό με όση μπορώ υπομονή, αγάπη και τέχνη να το δουλέψω. Τι θα πει να το δουλέψω; Να το κάμω φλόγα, κι αν προφτάσω, πριν να ’ρθει ο Χάρος, τη φλόγα αυτή να την κάμω φως, να μη βρει τίποτα από μένα ο Χάρος να πάρει. Γιατί ετούτη στάθηκε η μεγαλύτερή μου φιλοδοξία: να μην αφήσω στο Χάρο τίποτα να μου πάρει – μονάχα λίγα κόκκαλα.”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 29)

“Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε την πραγματικότητα· ας αλλάξουμε τότε το μάτι που βλέπει την πραγματικότητα”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 46)

“Ήρωας συνάμα και άγιος, να το απώτατο πρότυπο του ανθρώπου”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 72)

“Κάθε ράτσα και κάθε εποχή δίνει στο Θεό την εδική της μάσκα· μα πίσω απ’ όλες τις μάσκες βρίσκεται σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ράτσες, ο ίδιος πάντα Θεός.”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 150)

“Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας· έχει ένα όνομα το τοπίο –το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά- συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία.”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 175)

“Μια φορά ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, όμορφος, φαγάς, γλεντζές, με 365 γυναίκες στο χαρέμι του. Κάποτε πήγε σ’ ένα μοναστήρι, είδε έναν ασκητή: «Πόσο μεγάλη η θυσία που κάνεις!», του ’πε και τον κοίταξε με συμπόνια. «Εσένα η θυσία είναι πιο μεγάλη, βασιλιά μου», του αποκρίθηκε ο ασκητής. «Πώς αυτό; -Γιατί εγώ απαρνιέμαι τον εφήμερο κόσμο, ενώ εσύ τον αιώνιο»”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 199)

“Πηδούν στη συνείδησή όλοι οι κάποτε πιθανοί εαυτοί μας που τους σκοτώσαμε, όλα τα καλύτερα εγώ που μπορούσαμε να γίνουμε και δε γίναμε, από τεμπελιά, κακομοιριά κι αναντρία.”
(Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 433)

Πατριάρχης Φώτιος
17.11.2007

Sunday, November 11, 2007

Βότκα με λεμόνι

Περί κριτικής


Η σημασία των βιβλιοκρισιών είναι πολύ σημαντική, αφού δεν αποτελούν απλώς καταγραφή των χαρακτηριστικών ενός βιβλίου, αλλά πολύ περισσότερο συμβάλλουν στη θέσπιση κριτηρίων ποιότητας, αναδεικνύουν τα γνωρίσματα της εκάστοτε εποχής και καταθέτουν την πρώτη αντίδραση του “επαρκούς” αναγνώστη ως ορίζοντα προσδοκιών του αναγνωστικού κοινού της εποχής τους. Ο κριτικός δεν είναι διαφημιστής βιβλίων, προκειμένου αυτά να πουλήσουν, αλλά αξιολογητής· είναι το πρώτο κόσκινο που διυλίζει τη λογοτεχνική παραγωγή, προκειμένου να φανεί η πρώτη γραμμή πρόσληψης κάθε έργου.
Γι' αυτό, λοιπόν, μια βιβλιοκριτική οφείλει, αν γράφεται με περίσκεψη, να συντίθεται με άξονα το μέλλον και όχι το παρόν, με άξονα τη διαχρονία της λογοτεχνίας και όχι την τυχόν παροδικότητα των βιβλίων της.
- Ως αναγνώστες δεν θέλουμε να δίνεται έκταση στην εξιστόρηση της υπόθεσης, παρά μόνο στο ποσοστό που αυτό κρίνεται απαραίτητο για την ανάδειξη των αρετών του έργου.
- Αναζητούμε μια γενικότερη τοποθέτηση, είτε στο πλαίσιο του έργου του ίδιου του λογοτέχνη, είτε –καλύτερα- στα ομοειδή του κείμενα. Αυτό μπορεί να βοηθήσει τον καθένα να καταλάβει τις προσδοκίες που μπορεί να έχει από το έργο, αν λάβει υπόψη του τα προηγούμενα αναγνώσματά του.
- Δεν ζητάμε ad hoc κρίσεις και εκτιμήσεις, που κατ’ ανάγκην έχουν χαρακτήρα υποκειμενικό και εφήμερο, αλλά προτιμούμε τις θεωρητικές πρώτα συλλήψεις μέσα στις οποίες εντάσσεται και το παρόν λογοτέχνημα, κι έπειτα τις επί τούτου απόψεις. Μια κριτική που θα πεθάνει την άλλη μέρα της δημοσίευσης δεν αξίζει να την κρατήσει κανείς όχι μόνο στο αρχείο του αλλά ούτε στο νου του.
- Αρνούμαστε να πιστέψουμε στο δόγμα ότι η κριτική οφείλει να εγκωμιάσει το καθετί, μόνο και μόνο για να ανυψωθεί κι η ίδια μέσα από την καταξίωση τού εν λόγω κειμένου.
- Αποστρεφόμαστε τις εμπειρικές κριτικές όποιου τυχαίου βρήκε βήμα σε εφημερίδα ή περιοδικό. Αν εξετάσουμε ποιοι είναι κριτικοί βιβλίου, θα απογοητευτούμε με τις ειδικότητές τους, άσχετα αν είναι ή όχι καλοί. Επιπλέον, δεν δικαιούται κάθε συγγραφέας να γράφει βιβλιοκρισίες, μόνο και μόνο πουλώντας το όνομά του και όχι την τεκμηριωμένη άποψή του. Γι’ αυτό συμφωνώ με τον Γ. Ξενάριο (διαβάζω, τευχ. 479, Νοέμβριος 2007, σελ. 36-37), που καταρρίπτει τον μύθο πως μόνο όσοι γράφουν λογοτεχνία -και μάλιστα καλή- μπορούν να κρίνουν τους άλλους. Δεν εμπιστευόμαστε έναν γιατρό, επειδή πέρασε κι αυτός από την ίδια αρρώστια, ούτε έναν σεισμολόγο, επειδή το σπίτι του πλήγηκε από τον σεισμό, αλλά επειδή έχουν σπουδάσει και καταρτιστεί σ’ αυτά.
- Απαυδούμε με τις κριτικές κολακείας· συμφωνώ με την Κ. Σχινά (Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 2/11/2007) ότι κάθε αρνητική κριτική είναι αποτέλεσμα συνωμοσίας. Αντίθετα, μια αρνητική κριτική συχνά είναι προς όφελος και του ίδιου του συγγραφέα αλλά και της αναγνωστικής μας αυτογνωσίας.



Υποστηρίζεται εκτενώς ότι ο κριτικός αναλαμβάνει να σώσει την κριτική. Η γνώμη μου είναι ότι πρώτα πρέπει να σώσει τη λογοτεχνία κι αυτό θα το πετύχει, αν δεν καταφεύγει σε βερμπαλισμούς μόνο και μόνο για να χρίσει αυθεντίες τις απόψεις του, αλλά αν με σύστημα μεταφέρει τα πορίσματα μιας σθεναρής κριτικής ματιάς –αν είναι αρδευμένη από τη θεωρία της λογοτεχνίας λ.χ. ακόμα καλύτερα- στον αναγνώστη, φυσικά εκλαϊκευμένα. Γι' αυτό το αίτημα κάθε φιλαναγνώστη είναι να εκτιμήσει το κείμενο που κρίνεται βάσει γενικότερων κριτηρίων και παραμέτρων και όχι με γνώμονα την υποκειμενικότητα κάθε σχετικού ή άσχετου. Τελικό συμπέρασμα νομίζω πως είναι ότι μια κριτική που σέβεται τον εαυτό της βοηθάει τον αναγνώστη να κρίνει ο ίδιος με βάση τη πολύπλευρη βάση κι όχι να του υποβάλλει την εμπειρική τοποθέτηση του κριτικού.

Πατριάρχης Φώτιος
10.11.2007

Friday, November 09, 2007

Εσπρέσσο: Μ. Μιχαηλίδης

Μάριος Μιχαηλίδης, “Ο Οστεοφύλαξ”
Ο συγγραφέας είναι γνωστός Κύπριος ποιητής, ο οποίος μεταφέρει τα μυστικά της ποίησης στην πεζογραφία. Κι όταν αναφέρομαι σε μυστικά, εννοώ πρώτιστα τη γλώσσα, που χαρακτηρίζει αυτή του τη νουβέλα· μια γλώσσα ελαφρώς λόγια, που λόγω του θέματος μιμείται το εκκλησιαστικό ύφος και παραπέμπει συνεχώς στην Αγία Γραφή και στην υμνογραφία. Ο αφηγητής παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την οπτική γωνία του Οστεοφύλακα μιλά αναλόγως σε μια ιδιόλεκτο που ταιριάζει σε όσους σχετίζονται με την εκκλησία, μια γλώσσα η οποία ακροβατεί σε δύο άκρα, στην καθαρεύουσα και στη δημοτική, ως ένα είδος εμμονής και συνάμα σαρκασμού της «ενιαίας και αδιαίρετης γλωσσικής παράδοσης».
Ο ήρωας θεωρεί τον εαυτό του εγγυητή της τάξης στο οστεοφυλάκιο, όπου καμία εύνοια ή χρηματισμός δεν μπορεί να διαταράξει την τάξη των οστεοκιβωτίων και δη των νεκρών. Ο μητροπολίτης, οι πενθούσες χήρες, ο εκταφέας Μανωλάκης και ένα σωρό άλλοι παροικούντες το νεκροταφείο προσπαθούν να αλλοιώσουν την ευταξία του βασιλείου του, αλλά αυτός δεν αφήνει να μετακινηθεί ούτε ένα ιώτα· και κυρίως την αγιογραφία που κοσμεί τον τοίχο, έργο του εκ Κοζάνης καταγόμενου Γεωργίου Πιφλιτζή. Στο τέλος Βούλγαροι πράκτορες που θα αναλάβουν την αποκατάστασή της θα καταφέρουν -σε μια μισονειρική κατάσταση- να αλλάξουν το όνομα σε Γκεόργκι Πίφλι, επιτιθέμενοι ευθέως κατά της ελληνικότητας του χώρου.
Ο αναγνώστης είναι σε θέση να αναγνωρίσει την ειρωνεία που κυριαρχεί στη νουβέλα, σ’ αυτό το καυστικό αφήγημα για τη νεοελληνική κοινωνία. Όλη αυτή η μακαριότητα και η ασημαντότητα της γειτνίασης νομιμοφρόνων και κομμουνιστών είναι πλέον ορατή. Ο οστεοφύλακας διατηρεί έναν θώκο χωρίς ουσία, μια θέση που δεν τη ζηλεύει κανείς, ενώ ο ίδιος πασχίζει να φανεί αντάξιος της αποστολής του. Από την άλλη, μπορεί κανείς να δει μια αλληγορία για το θάνατο, τη θέση της εκκλησίας, την ελληνοπρέπεια πολλών που θεωρούν απειλή ό,τι διασαλεύει μια νεκρή παράδοση. Ειδικά το τελευταίο κάνει το έργο μια διαχρονική απεικόνιση του νεοελληνικού βίου και της σχέσης του με το αρχαίο (βλ. τη διακειμενικότητα με την Παλατινή ανθολογία) και το βυζαντινό παρελθόν. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη μυθοπλασία με πολλές προεκτάσεις.

Επιχείρησα να γράψω μια παρωδία κριτικής, όπου τίποτα να μην είναι ψέματα, αλλά και τίποτα να μην εξάγεται από το βιβλίο. Έβαλα το ευφάνταστο μυαλό μου να μπει στη θέση ενός εξίσου επινοητικού κριτικού, ο οποίος πίσω από μια ημι-βαρετή αφήγηση θα οραματιζόταν βαθύτερα νοήματα και εξαιρετικές αλληγορίες… Ελπίζω να μην τα δω όλα αυτά στις εφημερίδες σύντομα!!! (Οι φράσεις σε πλάγια είναι ειλημμένες από όσα έχουν ως τώρα δημοσιευτεί για το έργο)
Πατριάρχης Φώτιος
9.11.2007

Sunday, November 04, 2007

Κυριακάτικος καφές: Χατζηδημητρίου

Νίκη Χατζηδημητρίου, Υποφωτισμένο

Τη Χατζηδημητρίου τη γνωρίσαμε με επιστολικά κείμενα στο “Απόντος του παραλήπτου” (2000), όπου η στοχαστική συναντούσε την ποιητική διάθεση. Το ίδιο ύφος επαναλαμβάνεται και τώρα με ένα βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη: τα κείμενα του πρώτου, μικρά και συγκεκριμένα, θα τα χαρακτήριζα ποιητικά πεζά, όπου προσωπικές σκέψεις εκφράζονται με την συνυποδήλωση του συνειρμού και του συναισθήματος. Το δεύτερο μέρος απαρτίζεται από ιστορικά διηγήματα, όπου η ποιητική ατμόσφαιρα εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα η πλοκή συγκρατεί και τον αναγνώστη πεζογραφίας. Είμαι πολύ επιφυλακτικός για τον υβριδισμό πεζογραφίας και ποίησης, εκτός αν το δείγμα καταφέρει να συγκεράσει πετυχημένα τα ετερόκλητα αυτά μέρη. Εδώ δεν έμεινα ευχαριστημένος. Το πρώτο από τα διηγήματα είχε μια εσωτερική δύναμη μέσα στον συμβολισμό και στην προβληματική του και αυτό το κρατώ ως καλό δείγμα της προσπάθειας της συγγραφέως.
Πατριάρχης Φώτιος
4.11.2007