Wednesday, November 05, 2014

“Η τριλογία της Νέας Υόρκης” του Paul Auster

Χτυπάς το δάκτυλο πάνω στο εξώφυλλο και λες με σιγουριά «Εδώ έχουμε έναν μεγάλο συγγραφέα», κουνάς το κεφάλι πάνω κάτω και διαπιστώνεις με βεβαιότητα «Εδώ διαβάζει κανείς υψηλή λογοτεχνία», κλείνεις τα μάτια και επιβεβαιώνεις μέσα-σου «Εδώ συντονίζεται η γραφή με την εποχή και τη σύγχρονη σκέψη»… Μπορείς μάλιστα να γνωρίσεις τον συγγραφέα, που βρίσκεται στην Αθήνα και θα συνομιλήσει με το κοινό για τρεις μέρες, καλεσμένος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Θα συμμετάσχει σε εκδήλωση σήμερα, στις 7 το βράδυ, στη Στέγη, όπου θα συζητήσει με τον δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη. Επίσης, θα υπογράφει αντίτυπα των βιβλίων του αύριο Πέμπτη στο βιβλιοπωλείο IANOS (Σταδίου 24), στις 12 το μεσημέρι και στο βιβλιοπωλείο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (Κηφισίας 310, Κηφισιά), στις 7 το βράδυ.
 

Αμερικάνικος με άρωμα φράουλα:
Paul Auster
The New York Trilogy
1985, 1986, 1987
“Η τριλογία της Νέας Υόρκης”
μετ. Σ. Αργυροπούλου
εκδόσεις Μεταίχμιο
2014
 
 

Τ

ρία έργα, δύο μυθιστορήματα και μια νουβέλα, που γράφτηκαν / δημοσιεύτηκαν σε τρεις διαδοχικές χρονιές. Αντικατοπτρίζουν το κλίμα της δεκαετίας του ’80, όπου στην Αμερική ένας χωνεμένος μεταμοντερνισμός κινείται άλλοτε σε ακραίες πειραματικές μορφές κι άλλοτε, όπως εδώ, σε πιο συμβατικά πλαίσια, τα οποία ωστόσο δεν παύουν να παίζουν και να ερεθίζουν τον αναγνώστη. Και τα τρία έργα βασίζονται στο μυστήριο, φλερτάρουν με τις ντετεκτιβικές ιστορίες, εγκολπώνονται έναν γρίφο που στο τέλος αποδεικνύεται συγγραφικό παιχνίδι… 

Paul Auster
“City of Glass”
1985
Γυάλινη πόλη 

            Το μυθιστόρημα είναι μια πλατεία, μια κομβική πλατεία όπου συγκεντρώνονται ετερόκλητοι δρόμοι, πολύβουες λεωφόροι, γοργοπάτητα πεζοδρόμια. Είναι μια πλατεία της Νέας Υόρκης όπου συναντώνται παιχνίδια ταυτότητας, ο Δον Κιχώτης και η Αναζήτηση του Παραδείσου, ο Θερβάντες και ο Μίλτον, το μυστήριο και η επανάκτηση της γλώσσας.
            Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι συνάμα τέσσερα πρόσωπα σε μια πολυδιάστατη περσόνα. Είναι ο συγγραφέας Ντάνιελ Κουίν, που γράφει βιβλία μυστηρίου με το ψευδώνυμο Γουίλιαμ Γουίλσον, βιβλία στα οποία πρωταγωνιστεί ο ντετέκτιβ Μαξ Γουόρκ, προσωπείο πίσω από το οποίο ο ίδιος αναγνωρίζει τον εαυτό-του. Ένας λάθος τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα θα κάνει τον Κουίν να υιοθετήσει τον ρόλο του Πολ Όστερ, αφού ο άγνωστος Πίτερ Στίλμαν ζητά τη βοήθειά-του για να προστατευθεί από τον πατέρα-του που μόλις βγήκε από ίδρυμα ψυχοβλαβών. Ο Κουίν παίζει τον ρόλο του Όστερ και σε κάποια φάση μάλιστα ανακαλύπτει ότι ο άγνωστος αυτός είναι συγγραφέας, τον οποίο συναντά κιόλας.
            Γενικά θα έλεγα πως πρόκειται για ένα αντιαστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο υπάρχει το μυστήριο, ο ύποπτος και ο ντετέκτιβ (φυσικά όλα αυτά με αμφιλεγόμενες ιδιότητες και όρια), ενώ στο τέλος όλα αποδεικνύονται φρούδα. Ο ύποπτος πατέρας Στίλμαν αυτοκτονεί, ενώ ταυτόχρονα εξαφανίζεται και ο Πίτερ Στίλμαν με τη γυναίκα-του. Ο Κουίν μένει με ένα αίνιγμα, μια ακάλυπτη επιταγή και πολλά ερωτηματικά. Ερωτηματικά όμως έχει και ο αναγνώστης, που δεν μπορεί να δει στο ανοικτό αυτό τέλος μια πειστική απάντηση για την αλήθεια, αλλά και για την ταυτότητα των προσώπων που ρέουν ανάμεσα σε πολλούς ρόλους. Τελικά, μια αποδεκτή λύση θα ήταν να δεχτούμε την αναξιοπιστία του Κουίν,  που μεταφράζεται είτε σε σκόπιμη συγγραφική φαντασία είτε σε παρανοϊκή ψευδαίσθηση. Το ίδιο μεγάλο αίνιγμα είναι και ο τίτλος “Γυάλινη πόλη”, που αναφερόμενος στην Νέα Υόρκη δείχνει διαφάνεια, η οποία όμως είναι ίσως πλαστή.  

Paul Auster
“Ghosts”
1986
Φαντάσματα 

            Ο Γουάιτ αναθέτει στον Μπλου να παρακολουθεί τον Μπλακ, παρόλο που ο τελευταίος ζει μια ήσυχη ζωή, διαβάζοντας και γράφοντας. Η παρακολούθηση καταλήγει σε εβδομαδιαίες αναφορές, αν και ο Μπλου δεν ξέρει τι ψάχνει ή γιατί ο ένας ενδιαφέρεται για τη ζωή του άλλου, παρά τα σενάρια που φαντάζεται. Συν τω χρόνω, νιώθει να ταυτίζεται με τον παρακολουθούμενο και να καταλαβαίνει τους βιόρυθμούς-του. Τελικά ποιος είναι ο Black για τον οποίο ενδιαφέρεται ο White, αλλά και ποιος είναι ο White που ενοικιάζει τις υπηρεσίες του Blue; Περιττό να σας πω ότι όλοι οι χαρακτήρες της νουβέλας, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, έχουν ονόματα χρωμάτων, ακόμα και η Βάιολετ.
            Όλη αυτή η διπλή κατόπτευση, που στηρίζεται στην ιδέα του Μπλου μήπως ο ίδιος παρακολουθεί τον Μπλακ αλλά κάτι αντίστοιχο κάνει ο Γουάιτ γι’ αυτόν και που ενισχύεται όταν συζητά με τον Μπλακ κι ο τελευταίος του λέει ότι είναι ντετέκτιβ που παρακολουθεί έναν συγγραφέα (πλήρης εμπαιγμός των διακριτών ρόλων), φτάνει στα έσχατα όριά-της: ο θύτης γίνεται θύμα, ο παρατηρητής γίνεται παρατηρούμενος, και τελικά ο ίδιος ο Μπλου φτάνει σε ένα υπαρξιακό, θα έλεγα, αδιέξοδο.
            Εν τέλει όλα τα χρώματα στο πλυντήριο γίνονται ένα; Όλα ξεβάφουν και πλησιάζει το ένα το άλλο; Όλοι οι άνθρωποι αλλάζουν ρόλους σε παιχνίδια ταυτότητας και αντικατάστασης; 

 Paul Auster
“The locked room”
1987
Το κλειδωμένο δωμάτιο 

            Ο Φάνσοου εξαφανίζεται κι αφήνει πίσω-του τη γυναίκα-του Σόφι και το μωρό-τους, αλλά και μια σειρά λογοτεχνικών έργων, τα οποία εμπιστεύεται με “διαθήκη” στον παλιό-του φίλο, που αφηγείται την ιστορία. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να ελέγξει τα χειρόγραφα και να αποφασίσει για την οριστική καταστροφή-τους ή την έκδοσή-τους, ενώ συνάμα γνωρίζεται με τη Σόφι, σχετίζονται στενότερα και εν τέλει την παντρεύεται. Αποτολμά να εκδώσει ένα ένα τα έργα του Φάνσου, τα οποία αναγνωρίζονται από κοινό και κριτικούς, ενώ επωμίζεται και το δύσκολο έργο να γράψει τη βιογραφία του χαμένου φίλου-του.
            Το μυθιστόρημα έχει όλα τα γνωρίσματα ενός αστυνομικού έργου (μυστήριο, εξαφάνιση, ντετέκτιβ), τα χαρακτηριστικά ενός μεταμυθιστορήματος (πώς συμπλέκονται ο συγγραφέας Φάνσοου και ο αφηγητής, πώς ο ένας γράφει ο άλλος εκδίδει αλλά και γράφει τη βιογραφία του πρώτου, ενώ πολλοί πιστεύουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο κ.ο.κ.). Ακριβώς όμως επειδή την πένα τη χειρίζεται ο δαιμόνιος Πολ Όστερ, κανείς δεν είναι σίγουρος για την κατάληξη της ιστορίας, ακόμα κι όταν ο αφηγητής συναντά πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα τον Φάνσου και μαθαίνει τη ζωή-του. 

* * * 

            Διαβάζοντας διαδοχικά τα τρία έργα του Paul Auster, που συστήνουν μια τριλογία χώρου (Νέα Υόρκη) αλλά κυρίως θεμάτων, συνειδητοποίησα πώς για τρία τουλάχιστον χρόνια ο συγγραφέας πραγματευόταν σε παραλλαγές το ίδιο βασικό μοτίβο. Κι ο Auster σου έδινε την αίσθηση ότι όσο έγραφε το πρώτο, σχημάτιζε και τον πυρήνα για το δεύτερο, έβρισκε δηλαδή την παρανυχίδα που θα τον οδηγούσε στην ανάπτυξη του επόμενου βιβλίου-του και συνέχιζε από εκεί.
            Όλα στηρίζονται σε ένα είδος αστυνομικής πλοκής, η οποία ωστόσο αποσυντίθεται και επαναδομείται. Το μυστήριο είναι το άρμα μάχης για να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης ταυτότητας, να δει πώς οι ρόλοι αλληλομπλέκονται και τα όρια της ύπαρξης δεν είναι στεγανά. Ο ντετέκτιβ εύκολα γίνεται ύποπτος, ο εξωτερικός παρατηρητής εμπλεκόμενος, ο συγγραφέας αντικείμενο γραφής, ο ένας μπαίνει στα ρούχα του άλλου... Παιχνίδια ρόλων, αφηγηματικές αντικαταστάσεις, αλληλεπιδράσεις χαρακτήρων.
            Η αβεβαιότητα αφορά και στην αξιοπιστία όσων διαβάζουμε, τις κρυμμένες ταυτότητες και τις διαδοχικές έστω και φευγαλέες ταυτίσεις, το αδιευκρίνιστο του μυστηρίου που ποτέ δεν εξιχνιάζεται πειστικά. Ο αναγνώστης διαβάζει έναν συγγραφέα που ελέγχει απόλυτα το υλικό-του, παίζει με την αφήγηση αλλά δεν σχοινοβατεί κινδυνεύοντας να χάσει την ισορροπία-του, ξέρει τι θέλει και πώς να παρασύρει τους άλλους στον ρυθμό-του. 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 16/9/2014 στο In2life και κοσμείται με εικόνες από: www.stuartpilkington.co.uk, www.gettyimages.com, www.newyork.com, www.seo.com, thefilmspectrum.com, wisepedagogy.com, www.sodahead.com, www.theguardian.com, rheaven.blogspot.com και www.filemagazine.com].

Πατριάρχης Φώτιος


Tuesday, November 04, 2014

Αμφίπολη

Σα μπεις στον πηγαιμό για τον νεκρικό θάλαμο,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους
δύσκολους καιρούς, τους άλλους αρχαιολόγους,
τον
καβαλημένο Έλληνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους
επικριτάς, τα ΜΜΕ, τα μπλογκ
τον
φαντασμένο Έλληνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.


Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα φθινοπωρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε
θαλάμους πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ ωραία
ψηφιδωτά,
και τες καλές τες λαμπρές
απεικονίσεις,
Καρυάτιδες και μάρμαρα, Σφίγγες και θόλους,
και
θραύσματα εντυπωσιακά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα
θραύσματα·
σε εποχές παλιές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις από τους
αρχαίους.

Πάντα στον νου σου νάχεις τον
νεκρικό θάλαμο.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα μήνες πολλούς να διαρκέσει·
και γέρος πια να φτάσεις στον
νεκρό,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει ο
νεκρικός θάλαμος.

Ο
νεκρικός θάλαμος σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτόν δεν θάμπαινες στον
τύμβο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχικόν τον βρεις, ο
τάφος δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες
οι τάφοι τι σημαίνουν.

Saturday, November 01, 2014

ΝΟΜΠΕΛ Λογοτεχνίας 2010: Μάριο Βάργκας Λιόσα

Ένας νέος ερωτεύεται μια μεγαλύτερή-του, και μάλιστα θεία-του. Αυτό το κοινό μοτίβο παίρνει στα χέρια του Λιόσα μια μαγευτική διάσταση, αφού ο Λατινοαμερικάνος συγγραφέας χειρίζεται το υλικό-του με πρωτοφανή μαεστρία. 
 

Παγωτό κάστανο με ρούμι:
Mario Vargas Llosa
“La tía Julia y el escrididor”
1977
Μάριο Βάργκας Λιόσα
“Η θεία Χούλια και ο γραφιάς”
μετ. Μ. Μπονάτσου
εκδόσεις Καστανιώτη
2013
 

            Δύο βιβλία σε ένα! Αυτή την δημιουργική μυθιστορηματική τεχνική του Περουβιανού συγγραφέα, που την είδαμε και στο βιβλίο-του “Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες”, την ξανασυναντάμε και στο παρόν έργο-του, μια τεχνική που κάνει τον αναγνώστη να μη βαριέται, αφού αυτός πηγαινοέρχεται από τον έναν τρόπο γραφής στον άλλο. Διαβάζεις το ένα και ενδιάμεσα παρεισφρέει το άλλο να αλλάξει το στυλ και την ατμόσφαιρα, να σε ξεκουράσει από τη συνεχή αφήγηση.
            Το πρώτο “βιβλίο” αναφέρεται στον δεκαοκτάχρονο Μάριο, που εργάζεται σε ραδιοφωνικό σταθμό της Λίμα, θέλει να γίνει συγγραφέας και κάποια στιγμή ερωτεύεται την εξ αγχιστείας θεία-του Χούλια. Στον σταθμό όπου δουλεύει προσλαμβάνουν τον περίφημο Πέδρο Καμάτσο, πολυτάλαντο άνθρωπο που γράφει ραδιοφωνικές ιστορίες, οι οποίες καθήλωναν χιλιάδες κόσμο στην πατρίδα-του Βολιβία. Εναλλάξ μ’ αυτό το “βιβλίο” διαβάζουμε το δεύτερο, το οποίο αποτελείται από αυτές ακριβώς τις ραδιοφωνικές ιστορίες που εκφωνούνται με μεγάλη επιτυχία, προς τέρψιν των ακροατών. Πρόκειται για διηγήματα, γραμμένα σε στυλ σαπουνόπερας ή αστυνομικού/δικαστικού, που ο Καμάτσο τα προσαρμόζει στις ανάγκες του περουβιανού κοινού, το οποίο ενδιαφέρεται είτε για τα σκάνδαλα των αριστοκρατών είτε τα μυστήρια των φτωχογειτονιών, όπου λαμβάνουν χώρα κάθε είδους εγκλήματα.
            Διαβάζοντας τον Λιόσα κατέληξα στην άποψη ότι η επιτυχία-του δεν στηρίζεται μόνο στην αφηγηματική-του άνεση, στην ικανότητά-του να είναι ένας hablador (αφηγητής) με ροή, μπρίο, κίνηση, αλλά και σ’ αυτό που θα ονόμαζα «εναλλαγή». Ο αναγνώστης βαριέται τον ίδιο ρυθμό, κουράζεται όταν μένει στάσιμη η ανάγνωση και γι’ αυτό επιζητά εναλλαγές, οι οποίες συνήθως έρχονται με ανατροπές, με καμπές στην ιστορία, με απρόσμενα περιστατικά που στρέφουν τον μύθο αλλού. Ε, ο Λιόσα αυτό το καταφέρνει με τη διπλή ανέλιξη της μυθοπλασίας-του, ανάμεσα στην ιστορία του Μάριο και της Χούλια και στις πάμπολλες δραματικές (σαπουνοπερικές) ιστορίες του Καμάτσο. Όλα αυτά που είχα στον νου-μου καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα, επιβεβαιώθηκαν από μια φράση του έργου: “Η απόλαυση πηγάζει από την ποικιλία, φίλοι-μου” (σελ. 152) κι ήταν σαν να μιλούσε ο Περουβιανός συγγραφέας σε μας.
            Και για να κάνει την αφήγηση ακόμα πιο σκανδαλιάρικη, βάζει τον Καμάτσο να μπερδεύει τα ονόματα από ιστορία σε ιστορία, κάτι που προκαλεί καταστροφικές συνέπειες στην πρόσληψή-τους από το κοινό. Κι αυτό, πέρα από το ότι υπηρετεί την πλοκή, ώστε ο πολυτάλαντος σεναριογράφος να κλειστεί στο ψυχιατρείο και να…, υποδεικνύει ότι πολλές ιστορίες αφηγούνται ίδια περιστατικά, όπου ο λογοτέχνης απλώς αλλάζει τα ονόματα και διανθίζει το γεγονός με το δικό-του ύφος.
            Το μυθιστόρημα του Λιόσα διαβάζεται με ταχύτητα και με απόλαυση, δεν αφήνει τον αναγνώστη να ηρεμήσει, αλλά τον βομβαρδίζει τόσο με την ήπια αγωνία για τον δεσμό Μάριου και Χούλιας, που θα καταλήξει με περιπέτειες στον γάμο, όσο και με τις ευφάνταστες ιστορίες του Καμάτσο που πολλαπλασιάζουν τα παραθυράκια της οθόνης-μας μεταφέροντάς-μας νοερά από τα ημιφωτισμένα σοκάκια του λιμανιού στις οραματικές εκστάσεις των μοναστηριών και ούτω καθεξής. Ωστόσο, πιστεύω ότι θα μπορούσε να οδηγήσει το τέλος του έργου σε έναν πιο έξυπνο συσχετισμό μεταξύ Μάριου και Καμάτσο και να δώσει άλλη προοπτική στο μυθιστόρημα. 

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 29/4/2014. Οι εικόνες αντλήθηκαν από: trustmovies.blogspot.com, www.itma.ie, raphaelgross.com, www.gopixpic.com και hispanicreader.com]

Καλό χειμώνα κι υπομονή στα κρύα
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 29, 2014

“Κύριε Διοικητά” του Romain Slocombe

Είναι εύλογο να γράφονται αλλά και να μεταφράζονται βιβλία που σχετίζονται με τη νεοναζιστική ιδεολογία, να την ξεμπροστιάζουν και να δείχνουν πόσο απάνθρωπη και καταστροφική είναι. Οι δικαιολογίες είναι πλέον περιττές…
 

Γαλλικός καφές χωρίς ζάχαρη:

Romain Slocombe
“Monsieur le Commandant”
NiL éditions
Paris 2011
“Κύριε Διοικητά”
μετ. Έφη Κορομηλά
εκδόσεις Πόλις
2014
 
 

            Όταν τελειώσεις το βιβλίο, καταλαβαίνεις (έχοντας στον νου-σου όλη τη σύλληψη και τη σύνθεσή-του) πόσο καλοστημένο είναι και πόσο επίκαιρο, όχι μόνο στην Ελλάδα που ξέρουμε όλοι την αναβίωση των φιλοναζιστικών ιδεών, αλλά και στη Γαλλία που ξαναγυρίζουν ανεπαίσθητα όσο και εκκωφαντικά στην εποχή του Πεταίν.
            Ο αφηγητής του μυθιστορήματος είναι ένας αξιοσέβαστος Γάλλος που στην αρχή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου στέλνει μια επιστολή στον Γερμανό Διοικητή για να καταγγείλει τη νύφη-του που ήταν κρυπτο-εβραία. Πρόκειται για τον Πωλ-Ζαν Υσσόν, διανοούμενο του μεσοπολέμου, συγγραφέα, μέλος της Ακαδημίας, αξιωματικό μάλιστα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και φορέα ένα σωρό άλλων διακρίσεων. Προπαντός όμως είναι φιλόπατρις, εθνικιστής, οπαδός του Πεταίν που έμεινε στην ιστορία για τον συμβιβασμό-του με τους Γερμανούς κατακτητές. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα είναι ιδεολόγος αντισημίτης, αφού αρθρογραφεί τακτικά εναντίον των Εβραίων και επικροτεί τη δίωξή-τους. Σταδιακά ανακαλύπτουμε πως διαθέτει και τη γνωστή πια (ελέω Στρως-Κάν και Ολάν) γαλατική συμπάθεια προς το γυναικείο φύλο, από μια χωριατοπούλα στα πρώτα χρόνια της ζωής-του μέχρι τον έρωτά-του προς τη νύφη-του Ίλσε Βόλφσσον.
            Ο Σλοκόμπ δίνει τον λόγο στον ίδιο με την εκτενή αυτή επιστολή που εξιστορεί πώς ο γιος του Υσσόν έφερε στο σπίτι την Ίλσε, πώς ανακάλυψε με ντετέκτιβ ότι είναι Εβραία, πώς ξεκίνησε ο πόλεμος και ο γιος-του έφυγε στη Βρετανία για την Αντίσταση, πώς έμεινε πίσω η Ίλσε με τα δυο-της παιδιά κ.ο.κ. Στην αρχή, ομολογώ, η αφήγηση λιμνάζει, κινείται σε χαλαρούς ρυθμούς και απλώς σκιαγραφεί το πλαίσιο και την προσωπικότητα του Υσσόν. Από ένα σημείο όμως και μετά οι αποκαλύψεις είναι καταιγιστικές και τα γεγονότα φωτίζουν αναδρομικά όλα όσα προηγήθηκαν. Έτσι, παρασυρόμαστε στη χειμαρρώδη δράση και φτάνουμε στο τέλος με ρυθμούς που οιστρηλατούνται από τις καταγγελίες, από εκβιασμούς, από βασανιστήρια…
            Το πιο σημαντικό είναι ο ίδιος ο μεγαλοαστός Πωλ-Ζαν που διέπεται από φιλοναζιστική ιδεολογία, αγαπά σφοδρά τη νύφη-του, την οποία αφήνει έγκυο και συνάμα την απεχθάνεται ως Εβραία, και κείται ως στέλεχος της κυβέρνησης του Βισύ που πίστευε στη νίκη της Γερμανίας και στην αναγκαία συμμαχία μαζί-της. Η τραγικότητά-του δεν τον κάνει καθόλου συμπαθή, αφού ο Σλοκόμπ (επίτηδες φαντάζομαι) θέλησε στο πρόσωπο του αρνητικού ήρωά-του να δείξει τους ανθρώπους που πίστευαν, όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και σε όλη την Ευρώπη, στη μιαρότητα των Εβραίων, που έβλεπαν με καλό μάτι τον Χίτλερ, από ιδεολογία ή από ιδιοτέλεια, και στην πράξη έγιναν δωσίλογοι και καταδότες, επειδή θεωρούσαν ότι αυτό είναι το συμφέρον της χώρας-τους. Έτσι, όμως κλείνουν τα μάτια στις αγριότητες που γίνονται μπροστά-τους, μεροληπτούν υπέρ των ημετέρων απόψεων και κατά των αντιφρονούντων, βάζουν γυαλιά και βλέπουν την πραγματικότητα ιδεολογικοποιημένη.
            Το έργο δεν είναι μόνο ένα αγλάισμα λογοτεχνικής γραφής αλλά κυρίως μια ευθεία μομφή σε τύπους ανθρώπων που μέσα στην Ιστορία αστοχούν, εθελοτυφλούν, σκέφτονται ρατσιστικά και δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις παρωπίδες των στρεβλών αντιλήψεών-τους.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 12/8/2014 και κοσμήθηκε με εικόνες που έλαβα από: bahaiteachings.org, www.portalplanetasedna.com.ar, www.librarything.com και www.dailymail.co.uk]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, October 26, 2014

“Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας” της Νίκης Τρουλλινού

Είναι τόσο ισχυρές οι αναμνήσεις που τραβούν τη σκέψη προς το παρελθόν; Είναι τόσο κατιούσα η πορεία της ζωής που το μυαλό αναζητά τα ασφαλή, αθώα, αυθεντικά στιγμιότυπα της νιότης;
 

Κρητικός καφές στη χόβολη:
 
Νίκη Τρουλλινού
“Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας”
εκδόσεις Εστία
2014
 
 

            Το διήγημα που δεν ρίχνει το βάρος-του στην υπόθεση, αλλά μεταφέρει πιο πολύ μια συμπυκνωμένη συναισθηματική κατάσταση, γενικά δεν μου αρέσει. Φυσικά, χωρίς περιχαρακωμένες αντιλήψεις, προσπαθώ να βλέπω κάθε συλλογή ξεχωριστά, ακόμα περισσότερο κάθε διήγημα ξεχωριστά, ώστε να με κερδίσει το ίδιο και όχι να με καθηλώσει η προκατάληψη που έχω ως αναγνώστης.
            Εξ αρχής στα διηγήματα της εξηντάχρονης Κρητικιάς με τράβηξε η γλώσσα-της, που δείχνει συγγραφική προσωπικότητα. Καθόλου εξεζητημένη αλλά πλούσια, γεμάτη, ιδιαίτερη χωρίς να γίνεται ιδιόρρυθμη, σωρευτική σε μερικά σημεία χωρίς να μπουκώνει, άλλοτε λογοτεχνική κι άλλοτε καθημερινή και τρέχουσα. Επειδή θυμίζει λίγο έως πολύ Καρυστιάνη, εγώ αναρωτιέμαι αν η κοινή καταγωγή και η παρόμοια ηλικία, παιδιά μιας γενιάς και μιας πόλης, επέδρασαν στο λογοτεχνικό-τους ιδίωμα. Έχει μερικές πολύ καλές στιγμές που σε χτυπάνε σαν ανακάλυψη, αλλά και σ’ όλο το υπόλοιπο σώμα του κειμένου δεν χάνει την κρουστή-της πάστα.
Από την άλλη, η υπόθεση είναι όντως ασθενική, πιο πολύ σαν ξυλωσιά για να δέσει η συγγραφέας την πέργκολα παρά ως γερή κατασκευή· κι όμως η κληματαριά είναι πλούσια σε συναισθήματα, μερικές φορές πολύχρωμα κι άλλοτε πιο ουδέτερα, συγκινήσεις και σοκ, μικρές και μεγάλες αναταράξεις. Σε πολλά από τα διηγήματα δεσπόζει η αναπόληση μιας παλιάς ζωής, όταν λ.χ. η αφηγήτρια με τις φίλες-της έκαναν πορεία στο έρημο δάσος χωρίς ρούχα. Κι αυτό γίνεται αντικείμενο αφήγησης με νοσταλγία για την αθωότητα, που προβάλλεται και στον τίτλο όλου του τόμου. Το διήγημα με τον τίτλο “Φωτογραφία” είναι ενδεικτικό παράδειγμα της “μνήμης του θνησιγενούς που θέλει να γίνει αιώνιο” και από τα θρύμματα του παρελθόντος να συνθέσει ένα ενιαίο όλο· είναι η ανασύσταση ενός παρωχημένου χρόνου. Γενικότερα, η φωτογραφία ή η οικογενειακή μνήμη παίζει πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα ρόλο σε πολλά διηγήματα, κι αυτό, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, γίνεται γιατί έτσι βρίσκονται χαραμάδες διόδου και εξόδου προς το βιωμένο παρελθόν.
Το “1989” είναι η τρισέλιδη ιστορία μιας πόρνης που φροντίζει έναν τυφλό, αυτός της λέει ιστορίες και αυτή του καλύπτει με αγάπη και ανθρωπιά τις ανάγκες-του. Η φροντίδα για τους μετανάστες, η απελευθέρωση ενός πουλιού, η μέριμνα για αναξιοπαθούντες, η γιαγιά που δηλώνει με τη μορφή-της ανυπεράσπιστη κυριαρχούν, όχι με την απαξίωση που προκαλεί ο οίκτος αλλά με την ανθρώπινη έγνοια για κάθε ον που δεινοπαθεί.
            Μια τέτοια αναδρομή στο παρελθόν, όπως εκφράζεται με αυτοβιογραφικά-βιωματικά διηγήματα ή με ιστορικά μυθιστορήματα, με αναμνήσεις ή με εθνικά ντοκουμέντα, μου υποβάλλει την ιδέα ότι οι σύγχρονοί-μας συγγραφείς νιώθουν μια έντονη ανασφάλεια για το παρόν και καταφεύγουν σε δοκιμασμένους δρόμους. Το παρελθόν, είτε ως ατομική εμπειρία είτε ως συλλογικό βίωμα, είναι πιο ασφαλές, πιο σταθερό, παρά τις αδιευκρίνιστες πολλές φορές διαστάσεις-του. Όσο ο δημιουργός το αναμοχλεύει και προσπαθεί να το διαβάσει, τόσο ακολουθεί το ησιόδειο σχήμα της καθοδικής πορείας της ανθρωπότητας: η παλιά εποχή κουβαλά μια αυθεντικότητα, μια αθωότητα, ένα βαθιά χωνεμένο έδαφος που μπορεί να στηρίξει ή να τεθεί ως πρότυπο προς το φθαρμένο, επισφαλές, αναξιόπιστο παρόν. 

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 29/7/2014 και εδώ κοσμείται με εικόνες που κατέβασα από: www.athensmagazine.gr, giannisxaroulis.blogspot.com, elenartista.blogspot.com, kropkowskienglish.blogspot.com και fineartamerica.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, October 23, 2014

“Δάκρυ στον ωκεανό”: τριλογία του Manès Sperber

Πώς ζούνε την ιστορία οι συμμετέχοντες στο αέναο γίγνεσθαι της ανθρώπινης πορείας; Μα φυσικά ιδεολογικά. Δεν βλέπουμε σαν ρομπότ τα συμβάντα να εξελίσσονται, αλλά αυτόματα τα ερμηνεύουμε με τα γυαλιά που φοράμε.
 

Καφέ βιενουά:
Manès Sperber
“Δάκρυ στον ωκεανό”
 
“Η καμένη βάτος”
μετ. Ε. Βαϊκούση
εκδόσεις Καστανιώτη
2013
 
“Πιο βαθιά απ’ την άβυσσο”
μετ. Ε. Βαϊκούση
εκδόσεις Καστανιώτη
2014
 
 

            Στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου τρεις ήταν οι δρόμοι που μπορούσε να ακολουθήσει ο μέσος Ευρωπαίος: να γίνει κομουνιστής, να γίνει ναζιστής ή να βρεθεί σε μια εθνική ιδεολογία που περιοριζόταν στα σύνορα της χώρας-του. Από τη μια ο ανερχόμενος Χίτλερ, από την άλλη ο μουστάκιας Πατερούλης κι ανάμεσα οι ιδεολογίες που κλυδωνίζονταν από το Κραχ του 1929 και τη βαριά σκιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ευρώπη ήταν ένα τεράστιο χωνευτήρι μαγμάτων που έρρεαν από και προς διάφορες κατευθύνσεις, ψήνοντας ή καίγοντας τους πολίτες.
            Άξονας των δύο πρώτων βιβλίων της τριλογίας είναι ο Ντόινο Φάμπερ, σημαντικό στέλεχος του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος. Εβραίος ο ίδιος (το κρατάμε για αργότερα) διώκεται ή απειλείται, αναγκάζεται να αλλάζει συχνά τόπο παραμονής, δρα παρασκηνιακά τόσο για να αποφύγει τους εξωτερικούς εχθρούς του κόμματος όσο και για να ξεφύγει από τις εσωτερικές προγραφές. Διαμορφώνεται από ισχυρούς πάτρωνες όπως ο καθηγητής Στέτεν που τον μαθαίνει να σκέφτεται και να αμφιβάλλει, και έτσι σχηματίζει μια σθεναρή προσωπικότητα, όσο κι αν νιώθει μερικές φορές αδύναμος στη δίνη της Ιστορίας.
            Αυτός όμως ο ατομικός χρονότοπος αντιστοιχεί και σε μια συλλογική ιστορική πραγματικότητα, που αναφέρεται στις αλλαγές που συντελούνται τόσο στη Γερμανία, με την άνοδο των ναζί, όσο και στο Σοβιετικό μπλοκ, με τη σταλινοποίησή-του. Ο Ντόινο και οι σύντροφοί-του κινούνται σε έναν ρευστό χώρο, σε ένα ναρκοπέδιο προδοσιών και μετατοπίσεων. Κινείται στους γερμανόφωνους τόπους της Κεντρικής Ευρώπης, στην τότε Γιουγκοσλαβία και καταλήγει στο δεύτερο βιβλίο στο Παρίσι, μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη γερμανική επικράτεια. Έτσι, η προσωπική ιστορία του ήρωα συνάπτεται με τη ζοφερή ιστορία της Ευρώπης, με την αυταρχική πρακτική της κομμουνιστικής ηγεσίας, με την κατιούσα πορεία του κόσμου προς τα Γκούλανγκ και τα κρεματόρια.
Γι’ αυτό, γύρω από το κεντρικό αυτό πρόσωπο κυκλοφορούν άπειρα άλλα, με τις μικροϊστορίες-τους και τις τραγωδίες-τους, με τα μικρά βιογραφικά-τους που εκτυλίσσονται αργά και νωχελικά. Ένας λαβύρινθος χαρακτήρων πλαισιώνει και συχνά απορροφά τον πρωταγωνιστή, μια κυψέλη ανθρώπων που απλώνει τις απόψεις και τις ιδεολογίες-τους σε συνεχείς διασταυρώσεις και ποικίλους διαλόγους. Η πολυφωνία του μυθιστορήματος προκαλεί αίσθηση, όσο οι τάσεις και οι θεωρίες της εποχής, οι προσωπικές ματιές και οι βιωματικές πορείες απλώνουν ένα τεράστιο δίχτυ ενδογενών και εξωγενών συγκρούσεων.
Η σύνθεση του Σπέρμπερ θυμίζει Θουκυδίδη: ο αρχαίος ιστορικός, για να αποδώσει σωστά τις τάσεις και τα κίνητρα των ιστορικών προσώπων, αλλά και των ζυμώσεων της εποχής, πέρα από τα γεγονότα, παρέθετε (ημίπλαστες) δημηγορίες που (σε αντιτιθέμενα μέλη ζευγών) αναδείκνυαν τις αντίθετες πλευρές, τις απόψεις-τους και τους σκοπούς-τους. Έτσι, ακτινογραφούσε την ιστορική πραγματικότητα με μια διαλεκτική μέθοδο που καταδείκνυε τις πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Ο Σπέρμπερ αντίστοιχα μελετά μυθιστορηματικά την ιστορία των κομουνιστών σε ένα εχθρικό κλίμα, λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υιοθετώντας τη μέθοδο του Θουκυδίδη. Κάθε χαρακτήρας, ακόμα και οι δευτερεύοντες που εμφανίζονται σε μερικές σελίδες, εκφράζουν μια στάση, μια ιδέα, μια τάση και την αποτυπώνουν στους μεταξύ-τους διαλόγους. Έτσι, ο στόχος του συγγραφέα δεν είναι η μυθιστορηματική πρόοδος της ιστορίας αλλά η ιδεολογική ανάδειξη των ενδο-κομουνιστικών στάσεων και προδοσιών, αλλά και των εξελίξεων στο παρασκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Ο πρώτος τόμος είναι πολυσέλιδος και πολυπρόσωπος, ο δεύτερος πολύ πιο μικρός και πιο εστιασμένος στον Φάμπερ. Ο πρώτος τόμος είναι περισσότερο ιδεολογικός και πολιτικός (παραταξιακός και διαπαραταξιακός), ενώ ο δεύτερος φιλοσοφικός και πολιτικός (συγκρούσεις κρατών εν όψει Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου). Ο πρώτος τόμος αφορά στην κομουνιστική ιδέα και διαμάχη, ο δεύτερος τη θέση των κομουνιστών και γενικά των αντιφασιστών απέναντι στον Χίτλερ.
Όσο διάβαζα τους δύο αυτούς τόμους, σκεφτόμουν ότι το δίκιο του Σπέρμπερ πηγάζει από μια θέση ισχύος. Τι εννοώ; Εννοώ ότι βλέπει τα γεγονότα της δεκαετίας του ’30 υπό το πρίσμα του 1950, όχι μόνο με την απόσταση ασφαλείας δέκα-δεκαπέντε χρόνων, αλλά και με τη βεβαιότητα των κρίσεων λόγω της έκβασης του πολέμου και της ανάδειξης του πραγματικού μεγέθους της ναζιστικής θηριωδίας. Έτσι, το ορών υποκείμενο του 1950 είναι σε καλύτερη θέση από το ορών υποκείμενο λ.χ. του 1936 ή του 1939· ο ίδιος ο μετά τα γεγονότα συγγραφέας δεν ξέρω πόσο διαφέρει από τον εαυτό-του, όταν ζούσε μέσα στα γεγονότα. Κι αυτά τα λέω, επειδή αυτού του είδους το μυθιστόρημα (ή μήπως κάθε μυθιστόρημα;) λειτουργεί ιστορικά και καθορίζεται από την κοινωνικοπολιτική χρονοθέτηση των γεγονότων, του συγγραφέα και φυσικά του αναγνώστη, που διαβάζει τα πάντα με άλλου χρονικού ανύσματος ματιά. 

{Η βιβλιοπαρουσίαση των δύο βιβλίων παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 14/10/2014 και ξαναδημοσιεύεται εδώ για συζήτηση, με φωτογραφίες που αντλήθηκαν από: frenchculture.org, sxolianews.blogspot.com, www.bergbook.com, waldensworldhistory.weebly.com, eranistis.net, www.iefimerida.gr και moviespictures.org}

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, October 20, 2014

Ρισκάρει ο αναγνώστης;

Τελείωσε ένα δεκαπενθήμερο ανάγνωσης, που περιελάμβανε βιβλία αφανών συγγραφέων, οι οποίοι δεν απολαμβάνουν το άπλετο φως της κριτικής και της ευρείας συζήτησης για τα έργα-τους. Κι εδώ, όπου δημοσίευσα μικρές ή μεγάλες βιβλιοπαρουσιάσεις, ελάχιστοι σχολίασαν, με άλλα λόγια ελάχιστοι είχαν διαβάσει τα άγνωστα βιβλία που παρουσίασα.
            Η αφορμή αυτή με έβαλε σε σκέψεις. Διαβάζει κανείς τέτοια βιβλία; Μάλλον όχι. Σε ποσοστό 90%. Κι εγώ, αν μερικά από αυτά δεν έφταναν σε μένα μετά την ευγενική προσφορά των ίδιων των συγγραφέων, ίσως να μην τα ακουμπούσα καν στο βιβλιοπωλείο. Άρα το προηγούμενο ερώτημα μετατρέπεται σε άλλο: ρισκάρει ο αναγνώστης να διαβάσει κάτι άγνωστο και άδοξο;
            Σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας οι επιλογές όλων είναι πολύ περιορισμένες. Επομένως, το πιο λογικό είναι ο καθένας-μας να επιλέγει με πιο αυστηρά κριτήρια, να αγοράζει έργα γνωστών συγγραφέων, που φέρουν την εγγύηση του ονόματός-τους, ή να εμπιστεύεται τη γνώμη φίλων, κριτικών και ιστολόγων, προκειμένου να μη μετανιώσει για την αγορά-του. Ο αγοραστής θέλει να περιορίσει τον κίνδυνο αγοράς ενός βιβλίου, του οποίου η ανάγνωση δεν θα είναι ικανοποιητική. Αλλά και, αν υποθέσουμε ότι κάποιος δεν έχει οικονομικούς περιορισμούς, πάλι τα περισσότερα βιβλία που θα αγοράσει θα ήθελε να αποβούν αξιανάγνωστα, ψυχαγωγικά και πολύτιμα. Κι εφόσον υπάρχουν κορυφαίοι κλασικοί συγγραφείς, μεγάλες σύγχρονες πέννες, δοκιμασμένοι στον χρόνο δημιουργοί, έργα με διαχρονική αξία κ.ο.κ., γιατί κανείς να αναζητήσει μικρούς κι ασήμαντους;
            Από όλες τις πλευρές η απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι αρνητική. Ο αναγνώστης δύσκολα θα ρισκάρει, κι έτσι οι επιλογές-του κινούνται συνήθως ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς της ελληνικής ή παγκόσμιας λογοτεχνίας (δεν θα μιλήσω για μπεστ-σέλλερ) και στους λιγότερο φημισμένους, οι οποίοι όμως είναι συστημένοι από τον κύκλο-του, έγκριτους κριτικούς ή αξιόπιστους μπλόγκερ. Κατά συνέπεια, οι αφανείς συγγραφείς, οι άγνωστοι, οι πρωτοεμφανιζόμενοι, οι αδιαφήμιστοι, οι περιθωριακοί ως προς το λογοτεχνικό κατεστημένο δεν έχουν πολλές ελπίδες, εκτός κι αν το έργο-τους ξεχωρίσει ως κάτι το πολύ καλό και έτσι περάσουν σε ένα πιο αναγνωρίσιμο στάτους.
            Επειδή το πρώτο πράγμα που ενδιαφέρει έναν συγγραφέα δεν είναι (φαντάζομαι) το χρήμα, αλλά η δόξα, η αναγνωρισιμότητα και η συζήτηση για το όνομά-του, ένας τρόπος για να προωθήσει το έργο-του είναι οι παρουσιάσεις σε ευρύ κοινό, η προώθησή-του σε φίλους, οι οποίοι, ελπίζει, θα το συστήσουν παρά πέρα, και ίσως η αποστολή-του σε μπλόγκερς, που φαντάζουν πιο προσιτοί από τους πολυάσχολους ή και σνομπ βιβλιοκριτικούς.
            Οι αναγνώστες όμως δύσκολα θα ρισκάρουν. Ειδικά σήμερα, όταν το πορτοφόλι βάζει όρια, δεν θα κινηθούν ριψοκίνδυνα. Και με το δίκιο-τους. Η αγορά περιορίζεται, ο κύκλος των αναγνώσιμων συγγραφέων μικραίνει, η ξένη λογοτεχνία με τις δάφνες της παγκόσμιας σκηνής επικρατεί, οι προσωπικές, δειλές, πρωτολειακές, εξομολογητικές, άτολμες ή φιλόδοξες προσπάθειες άγνωστων συγγραφέων δεν έχουν πολλές ελπίδες. 

Συμπέρασμα;
Κάτι περισσότερο απ’ αυτά που έγραψα, όχι.
Τακτική συγγραφέα;
Άδηλη.
Τακτική αναγνώστη;
Δεν ξέρω.
                        Ένας φαύλος κύκλος που μας τρώει όλους! 

[Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από τις εξής ιστοσελίδες: alloyentertainment.com, wordservewatercooler.com, pcbackup154.wordpress.com, thesiswhisperer.com και www.forbes.com]
Πατριάρχης Φώτιος