Υπάρχει η γλώσσα που σημαίνει τον
κόσμο. Εκτός αν δεν υπάρχει ο κόσμος, και η γλώσσα, ειδικά στην ποίηση και στην
πεζογραφία, σημαίνει μόνο τον εαυτό-της. Μ’ αυτή τη σολιψιστική αντιμετώπιση
της λογο-τεχνίας έχουν γραφεί κείμενα που ρουφούν τον αναγνώστη και άλλα που
τον κλείνουν απ’ έξω.
Flat white:
Don DeLillo“Point Omega”
Picador 2010
Ντον ΝτεΛίλλο
“Σημείο Ωμέγα”
μετ. Ε. Γιαννακάκη
εκδόσεις Εστία
2012
Περισσότερη πυκνότητα …πεθαίνεις. Λες και όλη η πραγματικότητα
έπηξε σε λέξεις που δεν τήκονται με τίποτα, που δεν αφήνουν τον αναγνώστη να
αναπνεύσει από τη βαριά-τους μάζα… Ένα βιβλιαράκι 120 σελίδων, το οποίο
διαβάζεται με τη βραδύτητα πολλαπλάσιου όγκου και με την προσοχή με την οποία προσλαμβάνεται
η ποίηση. Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τη μια απουσιάζει η υπόθεση που να
στηρίζεται στη δράση: ο νεαρός σκηνοθέτης συναντά τον Ρίτσαρντ Έλστερ, πρώην
σύμβουλο Πολέμου στην Αμερική, ο οποίος ήταν στο επιτελείο που προγραμμάτισε
και διεξήγαγε τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράκ. Η ταινία που θέλει ο πρώτος να
γυρίσει είναι η αφορμή για μια συζήτηση επί μακρόν. Όταν εμφανίζεται η κόρη του
Έλστερ το ζευγάρι αποκτά και έναν τρίτο πόλο.
Η αρχή αλλά και η ιδιότητα του αφηγητή
ως σκηνοθέτη ορίζει
και ένα διακαλλιτεχνικό επίπεδο γραφής. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, η
οπτική γωνία σε καθεμιά από τις δύο τέχνες, η πύκνωση και η αραίωση της
πραγματικότητας σε έναν άλλο πεζογραφικό και κινηματογραφικό χρόνο. Έτσι,
έχουμε δύο κάτοπτρα που προσπαθούν να αποδώσουν ένα οριακό σημείο ωμέγα, το
οποίο, σύμφωνα με τον Pierre Teilhard de Chardin, περιγράφει το
μέγιστο σημείο προς το οποίο το σύμπαν ανάγεται, ένα σημείο πολυπλοκότητας και
συνείδησης.
ως σκηνοθέτη ορίζει
και ένα διακαλλιτεχνικό επίπεδο γραφής. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, η
οπτική γωνία σε καθεμιά από τις δύο τέχνες, η πύκνωση και η αραίωση της
πραγματικότητας σε έναν άλλο πεζογραφικό και κινηματογραφικό χρόνο. Έτσι,
έχουμε δύο κάτοπτρα που προσπαθούν να αποδώσουν ένα οριακό σημείο ωμέγα, το
οποίο, σύμφωνα με τον Pierre Teilhard de Chardin, περιγράφει το
μέγιστο σημείο προς το οποίο το σύμπαν ανάγεται, ένα σημείο πολυπλοκότητας και
συνείδησης.
Γι’ αυτό ίσως, η γλώσσα
του ΝτεΛίλλο
είναι ποτισμένη με θυμοσοφική διάθεση, με την περιεκτικότητα που
επιχειρεί να αποτυπώσει τις πιο μύχιες σκέψεις, που προσπαθεί να παγιώσει τον
κόσμο μέσα στις σελίδες και που αποπειράται να φορτώσει τον αναγνώστη με τη
σημαντική-της (σημασιακή-της) παρουσία. Ο κόσμος δεν είναι ο πόλεμος αλλά οι
σκέψεις των τριών, που δεν μένουν μόνο εκεί, αλλά παρακινημένοι από μια
υπαρξιακή ανάγκη για αναθεωρήσεις θέτουν ξανά τα ζητήματα της ζωής, όπως τον
έρωτα, τη μοναξιά, τον εαυτό κ.ο.κ. σε άλλη βάση.
είναι ποτισμένη με θυμοσοφική διάθεση, με την περιεκτικότητα που
επιχειρεί να αποτυπώσει τις πιο μύχιες σκέψεις, που προσπαθεί να παγιώσει τον
κόσμο μέσα στις σελίδες και που αποπειράται να φορτώσει τον αναγνώστη με τη
σημαντική-της (σημασιακή-της) παρουσία. Ο κόσμος δεν είναι ο πόλεμος αλλά οι
σκέψεις των τριών, που δεν μένουν μόνο εκεί, αλλά παρακινημένοι από μια
υπαρξιακή ανάγκη για αναθεωρήσεις θέτουν ξανά τα ζητήματα της ζωής, όπως τον
έρωτα, τη μοναξιά, τον εαυτό κ.ο.κ. σε άλλη βάση.
Το
βιβλίο του ΝτεΛίλλο μου δίνει την
αφορμή να μιλήσω για μια τάση που
παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλούς συγγραφείς, κυρίως της Αμερικής
αλλά και άλλων λογοτεχνιών. Είναι μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του βάρους από
την αφήγηση στο δοκίμιο, από την εξιστόρηση γεγονότων στη διατύπωση θεωρητικών
σχημάτων, από τη διήγηση στον σχολιασμό. Έτσι, η υπόθεση υποβαθμίζεται ή και
παρακάμπτεται και η έμφαση δίνεται στον τρόπο σκέψης που διατρέχει το κείμενο,
το showing
αντικαθίσταται από το telling και συχνά, όπως στο έργο του ΝτεΛίλλο, η αιτιώδης
σύνδεση γεγονότων και σχολίων ατονεί.
αφορμή να μιλήσω για μια τάση που
παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλούς συγγραφείς, κυρίως της Αμερικής
αλλά και άλλων λογοτεχνιών. Είναι μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του βάρους από
την αφήγηση στο δοκίμιο, από την εξιστόρηση γεγονότων στη διατύπωση θεωρητικών
σχημάτων, από τη διήγηση στον σχολιασμό. Έτσι, η υπόθεση υποβαθμίζεται ή και
παρακάμπτεται και η έμφαση δίνεται στον τρόπο σκέψης που διατρέχει το κείμενο,
το showing
αντικαθίσταται από το telling και συχνά, όπως στο έργο του ΝτεΛίλλο, η αιτιώδης
σύνδεση γεγονότων και σχολίων ατονεί.
Διαβάζεις
μερικές δεκάδες σελίδων και
δεν μπορείς να πατήσεις γερά στην ιστορία, αλλά
πρέπει σε κάθε βήμα να εκτιμάς τον λόγο και την ιδεολογία των προσώπων σε ένα ή
περισσότερα θέματα. Η αφηγηματική αυτή εξασθένιση δίνει τη θέση-της στο βάθος
του στοχασμού. Ο αμερικάνος συγγραφέας βάζει τα τρία πρόσωπά-του πολύ λίγο να
δρουν και πολύ περισσότερο να συζητούν ή να σκέπτονται πάνω σε καταστάσεις που
εννοούνται ή απλώς αναφέρονται.
δεν μπορείς να πατήσεις γερά στην ιστορία, αλλά
πρέπει σε κάθε βήμα να εκτιμάς τον λόγο και την ιδεολογία των προσώπων σε ένα ή
περισσότερα θέματα. Η αφηγηματική αυτή εξασθένιση δίνει τη θέση-της στο βάθος
του στοχασμού. Ο αμερικάνος συγγραφέας βάζει τα τρία πρόσωπά-του πολύ λίγο να
δρουν και πολύ περισσότερο να συζητούν ή να σκέπτονται πάνω σε καταστάσεις που
εννοούνται ή απλώς αναφέρονται.
Η
δοκιμιακή αυτή χρήση της λογοτεχνίας οδηγεί το κείμενο στη μετάβαση από το
εξωτερικό γίγνεσθαι στο εσωτερικό, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται κανείς τον
κόσμο όχι με βάση τα τεκταινόμενα αυτά καθαυτά αλλά τη σύλληψή-τους από το
υποκείμενο. Ο κόσμος υπάρχει μόνο ως πεδίο της φιλοσοφικής διάθεσης του αφηγητή
και των χαρακτήρων.
Προσωπικά
είμαι πολύ επιφυλακτικός και
εν τέλει δύσπιστος μ’ αυτήν την απο-αφηγηματοποίηση
της πεζογραφίας, που δείχνει στατικότητα, μερικές φορές στείρα
αυτοαναφορικότητα και συχνά ερμητισμό. Είναι ένα είδος συγγραφικού αυτισμού,
που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο, αφενός αναγκασμένο να δραστηριοποιηθεί
πνευματικά, αφετέρου εγκλωβισμένο σε μια ρητή υπόδειξη όσων σε άλλες
περιπτώσεις θα έπρεπε να απορρέουν από τη δράση.
εν τέλει δύσπιστος μ’ αυτήν την απο-αφηγηματοποίηση
της πεζογραφίας, που δείχνει στατικότητα, μερικές φορές στείρα
αυτοαναφορικότητα και συχνά ερμητισμό. Είναι ένα είδος συγγραφικού αυτισμού,
που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο, αφενός αναγκασμένο να δραστηριοποιηθεί
πνευματικά, αφετέρου εγκλωβισμένο σε μια ρητή υπόδειξη όσων σε άλλες
περιπτώσεις θα έπρεπε να απορρέουν από τη δράση.
Ένα
χωρίο του βιβλίου που αποφθεγματικά
προσδιορίζει τον πυρήνα της σκέψης του
ΝτεΛίλλο είναι το εξής: «Η συνείδηση συσσωρεύεται. Αρχίζει να
σκέφτεται τον εαυτό-της. Κάτι σ’ αυτό μου φαίνεται σχεδόν μαθηματικό ζήτημα.
Υπάρχει μάλλον κάποιος κανόνας στα μαθηματικά ή στη φυσική, σύμφωνα με τον
οποίο το μυαλό υπερβαίνει κάθε κατεύθυνση γυρνώντας προς τα μέσα. Το σημείο
ωμέγα. Οτιδήποτε κι αν επιχειρεί να υποδηλώσει αυτός ο όρος, αν έχει καν νόημα,
αν δεν είναι μια περίπτωση γλώσσας που πασχίζει να προσεγγίσει κάποια ιδέα ξένη
προς την εμπειρία-μας»
(σελ. 78). Ίσως γι’ αυτή την εσωστρεφή χρήση της γλώσσας, την ερμητική και
αυτοτροφοδοτούμενη, δεν μπορώ να κρατήσω τον ΝτεΛίλλο στα αναγνωστικά-μου
ράφια.
προσδιορίζει τον πυρήνα της σκέψης του
ΝτεΛίλλο είναι το εξής: «Η συνείδηση συσσωρεύεται. Αρχίζει να
σκέφτεται τον εαυτό-της. Κάτι σ’ αυτό μου φαίνεται σχεδόν μαθηματικό ζήτημα.
Υπάρχει μάλλον κάποιος κανόνας στα μαθηματικά ή στη φυσική, σύμφωνα με τον
οποίο το μυαλό υπερβαίνει κάθε κατεύθυνση γυρνώντας προς τα μέσα. Το σημείο
ωμέγα. Οτιδήποτε κι αν επιχειρεί να υποδηλώσει αυτός ο όρος, αν έχει καν νόημα,
αν δεν είναι μια περίπτωση γλώσσας που πασχίζει να προσεγγίσει κάποια ιδέα ξένη
προς την εμπειρία-μας»
(σελ. 78). Ίσως γι’ αυτή την εσωστρεφή χρήση της γλώσσας, την ερμητική και
αυτοτροφοδοτούμενη, δεν μπορώ να κρατήσω τον ΝτεΛίλλο στα αναγνωστικά-μου
ράφια.
Πατριάρχης Φώτιος














































