Thursday, April 18, 2013

Ο ΝτεΛίλλο φτάνει …στο “Σημείο Ωμέγα”

Υπάρχει η γλώσσα που σημαίνει τον κόσμο. Εκτός αν δεν υπάρχει ο κόσμος, και η γλώσσα, ειδικά στην ποίηση και στην πεζογραφία, σημαίνει μόνο τον εαυτό-της. Μ’ αυτή τη σολιψιστική αντιμετώπιση της λογο-τεχνίας έχουν γραφεί κείμενα που ρουφούν τον αναγνώστη και άλλα που τον κλείνουν απ’ έξω.


Flat white:
Don DeLillo
“Point Omega”
Picador 2010
Ντον ΝτεΛίλλο
“Σημείο Ωμέγα”
μετ. Ε. Γιαννακάκη
εκδόσεις Εστία
2012

            Περισσότερη πυκνότητα …πεθαίνεις. Λες και όλη η πραγματικότητα έπηξε σε λέξεις που δεν τήκονται με τίποτα, που δεν αφήνουν τον αναγνώστη να αναπνεύσει από τη βαριά-τους μάζα… Ένα βιβλιαράκι 120 σελίδων, το οποίο διαβάζεται με τη βραδύτητα πολλαπλάσιου όγκου και με την προσοχή με την οποία προσλαμβάνεται η ποίηση. Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τη μια απουσιάζει η υπόθεση που να στηρίζεται στη δράση: ο νεαρός σκηνοθέτης συναντά τον Ρίτσαρντ Έλστερ, πρώην σύμβουλο Πολέμου στην Αμερική, ο οποίος ήταν στο επιτελείο που προγραμμάτισε και διεξήγαγε τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράκ. Η ταινία που θέλει ο πρώτος να γυρίσει είναι η αφορμή για μια συζήτηση επί μακρόν. Όταν εμφανίζεται η κόρη του Έλστερ το ζευγάρι αποκτά και έναν τρίτο πόλο.
            Η αρχή αλλά και η ιδιότητα του αφηγητή ως σκηνοθέτη ορίζει και ένα διακαλλιτεχνικό επίπεδο γραφής. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, η οπτική γωνία σε καθεμιά από τις δύο τέχνες, η πύκνωση και η αραίωση της πραγματικότητας σε έναν άλλο πεζογραφικό και κινηματογραφικό χρόνο. Έτσι, έχουμε δύο κάτοπτρα που προσπαθούν να αποδώσουν ένα οριακό σημείο ωμέγα, το οποίο, σύμφωνα με τον Pierre Teilhard de Chardin, περιγράφει το μέγιστο σημείο προς το οποίο το σύμπαν ανάγεται, ένα σημείο πολυπλοκότητας και συνείδησης.
Γι’ αυτό ίσως, η γλώσσα του ΝτεΛίλλο είναι ποτισμένη με θυμοσοφική διάθεση, με την περιεκτικότητα που επιχειρεί να αποτυπώσει τις πιο μύχιες σκέψεις, που προσπαθεί να παγιώσει τον κόσμο μέσα στις σελίδες και που αποπειράται να φορτώσει τον αναγνώστη με τη σημαντική-της (σημασιακή-της) παρουσία. Ο κόσμος δεν είναι ο πόλεμος αλλά οι σκέψεις των τριών, που δεν μένουν μόνο εκεί, αλλά παρακινημένοι από μια υπαρξιακή ανάγκη για αναθεωρήσεις θέτουν ξανά τα ζητήματα της ζωής, όπως τον έρωτα, τη μοναξιά, τον εαυτό κ.ο.κ. σε άλλη βάση. 

            Το βιβλίο του ΝτεΛίλλο μου δίνει την αφορμή να μιλήσω για μια τάση που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλούς συγγραφείς, κυρίως της Αμερικής αλλά και άλλων λογοτεχνιών. Είναι μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του βάρους από την αφήγηση στο δοκίμιο, από την εξιστόρηση γεγονότων στη διατύπωση θεωρητικών σχημάτων, από τη διήγηση στον σχολιασμό. Έτσι, η υπόθεση υποβαθμίζεται ή και παρακάμπτεται και η έμφαση δίνεται στον τρόπο σκέψης που διατρέχει το κείμενο, το showing αντικαθίσταται από το telling και συχνά, όπως στο έργο του ΝτεΛίλλο, η αιτιώδης σύνδεση γεγονότων και σχολίων ατονεί.
            Διαβάζεις μερικές δεκάδες σελίδων και δεν μπορείς να πατήσεις γερά στην ιστορία, αλλά πρέπει σε κάθε βήμα να εκτιμάς τον λόγο και την ιδεολογία των προσώπων σε ένα ή περισσότερα θέματα. Η αφηγηματική αυτή εξασθένιση δίνει τη θέση-της στο βάθος του στοχασμού. Ο αμερικάνος συγγραφέας βάζει τα τρία πρόσωπά-του πολύ λίγο να δρουν και πολύ περισσότερο να συζητούν ή να σκέπτονται πάνω σε καταστάσεις που εννοούνται ή απλώς αναφέρονται.
            Η δοκιμιακή αυτή χρήση της λογοτεχνίας οδηγεί το κείμενο στη μετάβαση από το εξωτερικό γίγνεσθαι στο εσωτερικό, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο όχι με βάση τα τεκταινόμενα αυτά καθαυτά αλλά τη σύλληψή-τους από το υποκείμενο. Ο κόσμος υπάρχει μόνο ως πεδίο της φιλοσοφικής διάθεσης του αφηγητή και των χαρακτήρων.
            Προσωπικά είμαι πολύ επιφυλακτικός και εν τέλει δύσπιστος μ’ αυτήν την απο-αφηγηματοποίηση της πεζογραφίας, που δείχνει στατικότητα, μερικές φορές στείρα αυτοαναφορικότητα και συχνά ερμητισμό. Είναι ένα είδος συγγραφικού αυτισμού, που αφήνει τον αναγνώστη μετέωρο, αφενός αναγκασμένο να δραστηριοποιηθεί πνευματικά, αφετέρου εγκλωβισμένο σε μια ρητή υπόδειξη όσων σε άλλες περιπτώσεις θα έπρεπε να απορρέουν από τη δράση.
            Ένα χωρίο του βιβλίου που αποφθεγματικά προσδιορίζει τον πυρήνα της σκέψης του ΝτεΛίλλο είναι το εξής: «Η συνείδηση συσσωρεύεται. Αρχίζει να σκέφτεται τον εαυτό-της. Κάτι σ’ αυτό μου φαίνεται σχεδόν μαθηματικό ζήτημα. Υπάρχει μάλλον κάποιος κανόνας στα μαθηματικά ή στη φυσική, σύμφωνα με τον οποίο το μυαλό υπερβαίνει κάθε κατεύθυνση γυρνώντας προς τα μέσα. Το σημείο ωμέγα. Οτιδήποτε κι αν επιχειρεί να υποδηλώσει αυτός ο όρος, αν έχει καν νόημα, αν δεν είναι μια περίπτωση γλώσσας που πασχίζει να προσεγγίσει κάποια ιδέα ξένη προς την εμπειρία-μας» (σελ. 78). Ίσως γι’ αυτή την εσωστρεφή χρήση της γλώσσας, την ερμητική και αυτοτροφοδοτούμενη, δεν μπορώ να κρατήσω τον ΝτεΛίλλο στα αναγνωστικά-μου ράφια.
 
[Το φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: janvanorigo.wordpress.com, thetfs.ca, news.antiwar.com, nulliparaora.com, mcb.berkeley.edu και theredlist.fr]
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, April 16, 2013

Μεζεδάκια νηστίσιμα …από τον σαββατοκυριακάτικο τύπο

Το ιστορικό μυθιστόρημα, η βιβλιοϊστολογική κριτική παρουσία και τα πνευματικά δικαιώματα: η ψαριά του Σαββατοκύριακου έβγαλε πολλά λαβράκια!
 

1.      Ιστορικό μυθιστόρημα: τι έχει να δώσει πλέον;



Η κριτική του Κούρτοβικ στα Νέα του Σαββάτου (“Η Ιστορία πίσω από τις ιστορίες”, 13/4/2013) δεν έχει τόσο ενδιαφέρον για το βιβλίο που προσεγγίζει, όσο για τον γενικότερο προβληματισμό για το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα:
“Το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα είναι πολύ παραγωγικό και δημοφιλές στο κοινό της χώρας μας. Αλλά, θεματικά, εξακολουθεί να έχει σχετικά μικρή εμβέλεια. Γιατί;
Το ζήτημα το έχουμε θέσει ακροθιγώς και άλλες φορές: γιατί το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα, παρά την άφθονη παραγωγή του τις τελευταίες δεκαετίες, τη σημαντική επιτυχία του στο κοινό και, προπαντός, τα πλούσια σ' ερεθιστικό υλικό κοιτάσματα από τα οποία αντλεί εμπνεύσεις, δεν δίνει κάποιο αληθινά βαρυσήμαντο έργο, κάποιο που η πνοή του θα μπορούσε να φτάσει ώς πέρα από τα ελληνικά σύνορα; Γιατί άραγε, ακόμα και όταν μας συγκινεί εμάς τους Ελληνες, το νιώθουμε ότι δύσκολα θα έβρισκε απήχηση σ' ένα ξένο κοινό, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με ιστορικά (ή ιστορικής πλαισίωσης) μυθιστορήματα από άλλες χώρες συγκρίσιμου γεωπολιτικού μεγέθους με τη δική μας;
Μια καλή αφορμή για να διερευνήσουμε το ζήτημα
apogonoimikrasiaton.blogspot.com
προσφέρει το πρόσφατο μυθιστόρημα της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη «Ο ύπατος της Σμύρνης». Κεντρικό πρόσωπό του είναι ο Αριστείδης Στεργιάδης, ο αμφιλεγόμενος ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που τόσο η προσπάθειά του να κρατήσει την ισορροπία ανάμεσα στο τουρκικό και το ελληνικό στοιχείο όσο και ο αυταρχικός χαρακτήρας του τον έκαναν από αντιπαθή έως μισητό και στις δύο πλευρές. Πρέπει να πούμε ότι το μυθιστόρημα αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα συνήθη «μικρασιατολογικά». Είναι πολυφωνικό, λεπτολόγο, γραμμένο με πλούσια και στιβαρή γλώσσα και η ματιά του δεν συντάσσεται με τα γνωστά εθνικά στερεότυπα. Και όμως, παρόλα αυτά τα λαμπρά διαπιστευτήρια, δεν κατορθώνει ν' απογειωθεί και να πλησιάσει σε κάτι μεγαλύτερο από το άμεσο θέμα του. Γιατί άραγε;” 

Το ερώτημα λοιπόν που έθεσα στον τίτλο μετατρέπεται αυτόχρημα σε: Γιατί το ελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα δεν δίνει όσα μπορεί;
 


2.      Η ανάδυση των βιβλιοϊστολογίων στον χώρο της ενεργού κριτικής

 

           Τα βιβλιόφιλα ιστολόγια έχουν καταξιωθεί εδώ και καιρό στο τοπίο της ενεργής κριτικής παρουσίας, μόνο και μόνο επειδή έχουν διαμορφώσει στον ψηφιακό χώρο τη δική-τους παρουσία. Αναδεικνύουν την άλλη φωνή, η οποία δεν θα μπορούσε να ακουστεί, τη φωνή του αναγνώστη που έχει γνώμη, που μπορεί να την εκφράσει και να διαμορφώσει έτσι και τη γνώμη του κοινού.           
           Επομένως, το ότι ποικίλοι ιστολόγοι ανέλαβαν και έξω από τα μπλογκς-τους κριτικό πόστο, όπως ο Librofilo στην “Εφημερίδα των συντακτών”, δεν είναι απλώς επιπλέον καταξίωση, αλλά πιο πολύ απόδειξη ότι η φωνή των σοβαρών βιβλιοϊστολόγων έχει κύρος και βαρύτητα, ικανή να κάνει τους δημοσιογράφους να την προσέξουν και να της δώσουν έντυπο βήμα. Αλλά και στα ηλεκτρονικά μέσα, διάφοροι μπλόγκερς βρήκαν συνθήκες γειτνίασης και χώρο να δημοσιεύσουν τις απόψεις-τους περί βιβλίων, πριν τις αναρτήσουν στα ιστολόγιά-τους.
            Στη δημοκρατία των μέσων και των πολυμέσων, όποιος υπηρετεί αυτό που κάνει με σύστημα και σε βάθος, ορθώνεται ως άλλος ένας πόλος, ανάμεσα σε πολλούς, στον εκτενή διάλογο που διεξάγεται όχι μόνο για την παρουσίαση ενός βιβλίου αλλά και για το διακύβευμα ευρύτερων πολιτισμικών δεδομένων. Τα blogs είναι εδώ!
 

3.      Πνευματικά δικαιώματα: υπάρχουν ακόμη;

            Ενδιαφέρον το ρεπορτάζ του Μαγκλίνη στην προχθεσινή Καθημερινή (“Από την ομοιότητα έως τη λογοκλοπή”, 14/4/2013), ρεπορτάζ που αφορούσε τη λογοκλοπή και τη νομική διάσταση του προβλήματος περί πνευματικών δικαιωμάτων.
            Το πρόβλημα αυξάνεται λόγω παγκοσμιοποίησης, διευρύνεται λόγω διαδικτύου και εκτινάσσεται λόγω της ανάγκης για κείμενα, μελέτες, πρωτότυπα έργα κ.ο.κ. Σε όλα τα παραπάνω θα μπορούσα να βάλω εισαγωγικά, γιατί στη μεταμοντέρνα λογική όλα είναι ανακυκλώσιμα. Δείτε και το καλογραμμένο βιβλίο του Alvin Kernan “Ο θάνατος της λογοτεχνίας” (εκδόσεις Νεφέλη, 2001), που αναλύει μεταξύ άλλων και τη λογοκλοπή στη λογοτεχνία και τη λογοτεχνία ως ιδιοκτησία και ήθος. Αν θυμάμαι καλά, ο Kernan βλέπει με δυσπιστία τις προσπάθειες να διαφυλαχθεί η λογοτεχνική πρωτοτυπία.
            Στο πλαίσιο λοιπόν των πνευματικών δικαιωμάτων, είμαι περίεργος αν πλέον οι μελετητές, οι δημοσιογράφοι και οι πανεπιστημιακοί, τολμούν να παραπέμψουν στη γνώμη των ιστολόγων. Και να παραπέμψουν δείχνοντας σεβασμό σε όσα δουν εκεί, όχι ως προϊόντα της μαζικής κουλτούρας αλλά ως αποτελέσματα μιας ανάλογης πέννας με αυτούς. Ποιος μελετητής της λογοτεχνίας θα δοκιμάσει να επικαλεστεί τη γνώμη των bloggers; Ή θα τους διαβάσει αλλά θα υποκλέψει τις ιδέες-τους χωρίς να δηλώσει την πηγή-του;
 
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, April 13, 2013

Άλλο παμφάγος κι άλλο …βιβλιογνώστης

Τι ρόλο παίζει η πληθώρα βιβλίων, που έχει διαβάσει κανείς, στην αναγνωστική-του επάρκεια; Καταξιώνεται κανείς αναγνωστικά, αν περηφανεύεται για το πλήθος των βιβλίων που έχουν παρελάσει από τα ράφια της βιβλιοθήκης-του και από τα οπτικά νεύρα των ματιών-του; Είναι ο όγκος συνώνυμο της ουσίας, ακόμα και αν όλα τα αναγνώσματα είναι άξια λόγου;
Πού το πάω; Μα να καταδικάσω τη βιβλιοφιλική-μου μανία, αν αυτή δεν διακρίνεται κι από άλλες αναγνωστικές ικανότητες.
Κατ’ αρχάς, ο αναγνώστης φυσικά και πλαταίνει, βαθαίνει, διευρύνεται, αναπτύσσεται κ.ο.κ. όσο διαβάζει, γιατί αποκτά εμπειρίες, βρίσκει όλο και πιο πολλές αφηγηματικές και ιδεολογικές θέσεις, μαθαίνει και σκέφτεται, παρατηρεί και εμβαθύνει. Ακόμα περισσότερο ολοκληρώνει στο μυαλό-του τον χάρτη της λογοτεχνίας, γνωρίζει τις κορυφές του μυθιστορήματος, αναγνωρίζει τις αξίες της διηγηματογραφίας, βλέπει αστοχίες και συνειδητοποιεί στραβά και παράξενα. Όλα αυτά τον κάνουν πιο ικανό να κρίνει, να συγκρίνει, να σταθμίσει ποιότητες και να προχωρά από ανάγνωση σε ανάγνωση σε ουσιαστικότερες παρατηρήσεις,
αλλά
            η συσσώρευση βιβλίων και η περιδιάβαση χιλιάδων σελίδων δεν αρκεί!
            Μην θεωρούμε ότι, επειδή αποκτήσαμε βήμα και συσσωρεύσαμε στο μυαλό-μας αναγνώσεις και συγγραφείς, γίναμε και κάτι παραπάνω από αναγνώστες. Το ζητούμενο είναι να γίνουμε επαρκείς αναγνώστες!
Επομένως, η ανάγνωση, η πολυμάθεια, η καταγραφή απόψεων, η σημειωματογραφία που λέγανε παλιά, η περιγραφή σκηνών ανάγνωσης και αναμνήσεων, ακόμα και η ιστολογική συστηματικότητα δεν σε κάνει εμβριθή αναγνώστη. Ο “εμβριθής αναγνώστης” χρειάζεται να μαθαίνει τον εαυτό-του και να αναζητεί κάτι πέρα από την απόλαυση ή την ad hoc κατανόηση. Ο εμβριθής αναγνώστης ψάχνει να ανακαλύψει όχι μόνο τις αισθητικές αρετές του κειμένου, αλλά και ένα βαθύτερο νόημα, έναν εσωτερικό πυρήνα που να αναγάγει το βιβλίο σε δίοδο για μια άλλη πραγματικότητα. Ο εμβριθής αναγνώστης δεν επαναπαύεται στις βιαστικές αποτυπώσεις των σκέψεών-του, αν δεν έχει δουλέψει πολύ, εσωτερικά, αυτές τις αναγνωστικές ανταποκρίσεις. Απλά, δεν έχει μια λίστα με likes και μια άλλη με dislikes αυτοθαυμαζόμενος για το κομπολόι με τις χάνδρες-του.
            Η αναγνωστική ωριμότητα δεν επέρχεται μόνο με την ανάγνωση λογοτεχνίας. Αυτό δεν επιτυγχάνεται μόνο με την τοποθέτηση σε ντάνα νέων και παλιών τίτλων, για τους οποίους μπορεί κανείς να κομπάζει. Αυτό χτίζεται σταδιακά με την υποδοχή της λογοτεχνίας, με τη δεξίωση άλλων (ανθρωπιστικών) επιστημών που ανοίγουν πόρτες στη σύλληψη του ανθρώπου, του κόσμου, της κοινωνίας, στους μηχανισμούς αντίληψης, ιδεολογικοποίησης, κοινωνικής στάσης και ρόλου κ.ο.κ. Αυτό χτίζεται προοδευτικά με την ανακάλυψη στα γραπτά των άλλων, κριτικών και (γιατί όχι και) ιστολόγων, το “κομπρεσέρ” που θα διεισδύσει κάτω από το έδαφος, στο υπέδαφος του έργου και στα θεμέλια της κατασκευής-του.
            Φυσικά παίζει ρόλο και ένα είδος ενστίκτου, ένα είδος αναγνωστικής αντίληψης, το οποίο με το συναίσθημα, με τη διαίσθηση, με την ταχύτητα συνδυασμών, φέρνει αποτελέσματα στο πόση ποικιλία νοημάτων και επιπέδων μπορεί κανείς να βρει ή να δώσει στο έργο που διαβάζει. Αυτό όμως δεν μπορεί κανείς να το έχει εκ γενετής, ούτε προσδιορίζεται γονιδιακά. Είναι το προϊόν μιας άδηλης, μακρόχρονης και πολύπλοκης, διαδικασίας, που περιλαμβάνει το πώς μάθαμε να διαβάζουμε και το τι ζητάμε από τη λογοτεχνία, ποια κριτήρια έχουμε και πώς το μυαλό-μας αναζητεί δεύτερα και τρίτα γεωλογικά στρώματα κάτω από την απλή σύλληψη της υπόθεσης, των χαρακτήρων, των ιδεών…
            Μη βαυκαλιζόμαστε ότι πετύχαμε πολλά, αν παρουσιάσουμε δέκα μέτρα βιβλία και είκοσι ντάνες χαρτί. Η αναγνωστική επάρκεια χτίζεται με μια ευρύτερη παιδεία, που κάνει το βιβλίο όχι στόχο αλλά μέσο ευρύτερων συλλήψεων. Ο αναγνώστης κερδίζει όσο βαθαίνει την ανάγνωσή-του και όχι όσο την πλαταίνει. Και η αναγνωστική καταξίωση δεν κρίνεται από τον όγκο των παρουσιάσεων αλλά από το βάθος του συλλογισμού.
            Το ψάχνω.
 
[Το φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: weheartit.com, musingsofabookshopgirl.blogspot.com, www.hippocampusmagazine.com, vignettedesign.blogspot.com, indulgy.com και avidmysteryreader.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 11, 2013

“Ο αιχμάλωτος του ουρανού” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν

Ξέρετε πώς δραπέτευσε ο Κόμης Μοντεχρίστος από τη φυλακή-του; Κατάφερε να τον περάσουν για νεκρό και έτσι τον έβγαλαν έξω οι ίδιοι οι υπάλληλοι του σωφρονιστικού καταστήματος (αν το έλεγαν έτσι τότε!). Ο καταλανός συγγραφέας ακολουθεί τα ίδια χνάρια σε μια πολιτικοποιημένη ιστορία δράσης.


Ισπανικός καφές με Tia Maria:
Carlos Ruiz Zafon
“El prisonero del cielo”
Planeta
Barcelona 2011

Κάρλος Ρουίθ Θαφόν
“Ο αιχμάλωτος του ουρανού”
μετ. Κ. Ρούφου
εκδόσεις Ψυχογιός
                                         2012

            Καταρχάς, πρέπει να πω ότι το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα, γεγονός που αφενός διευκολύνει την προσέγγισή-του αλλά αφετέρου βάζει τον αναγνώστη σε υποψίες για το πόσο δουλεμένο είναι και πόσο ενέχει δεύτερα και τρίτα επίπεδα που θέλουν εμβάθυνση. Σ’ αυτό το σημείο μοιάζει με έναν άλλο Ισπανό, τον Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε, του οποίου το “Κίτρινο γιλέκο” είχαμε συζητήσει παλιότερα. Και τα δύο βιβλία μοιράζονται το ενδιαφέρον για παλιότερες περιόδους της ισπανικής ιστορίας αλλά και την εύκολη γραφή-τους, ίσως μια μορφή ευπώλητου με φόντο μια άλλη εποχή.
            “Ο αιχμάλωτος του ουρανού” αναφέρεται ως μυθιστόρημα εποχής στο 1957, μέσα στη φρανκική κυριαρχία, ενώ στο δεύτερο μέρος μετατοπίζεται προς τα πίσω, στα 1940, όπου το εμφύλιος μαίνεται και η σύλληψη αντικαθεστωτικών ήταν σύνηθες φαινόμενο, ακόμα και μέσα στους κύκλους της διανόησης. Τότε σε μια φυλακή της Βαρκελώνης ο Φερμίν Ρομέρο ντε Τόρες βιώνει τα βασανιστήρια και τις άθλιες συνθήκες κράτησης, μέχρι ένας ένας οι κρατούμενοι να πεθαίνουν. Τελικά, οι καταστάσεις έρχονται έτσι, ώστε να αναβιώσει το γνωστό μυθιστόρημα του Δουμά “Κόμης Μοντεχρίστος”, καθώς η δραπέτευση του ήρωα κινείται διακειμενικά (ρητά διακειμενικά) στα χνάρια του ελληνογάλλου ομοτέχνου του Θαφόν.
            Η γραφή όπως προείπα είναι εύκολη. Η γραμματοσειρά που επιλέχτηκε στην ελληνική έκδοση μεγάλη. Οι εικόνες περιγράφονται έντονες, σαν κινηματογραφικές σκηνές. Η εσωτερική ζωή των χαρακτήρων μηδαμινή. Αντίθετα, η εξωτερική-τους δράση είναι ζωγραφισμένη με πολύτονα χρώματα. Ώρες ώρες αναρωτιέσαι αν πρόκειται για ένα εύπεπτο μπεστ-σέλλερ, για ένα μυθιστόρημα για νεαρούς ενήλικες (young adults), είδος με το οποίο είχε ξεκινήσει την καριέρα-του ο ισπανός συγγραφέας, ώρες ώρες συλλογίζεσαι τελικά μήπως αυτή η προσιτή στο αναγνώστη μυθοπλαστική πραγματικότητα είναι ένα τέχνασμα για να μπεις στο βιβλίο και έπειτα να αρχίσεις να σκάβεις.
            Σε ένα πρώτο επίπεδο κάτω από την επιφάνεια συναντάς την ιστορία που ακολουθώντας τα κλασικά έργα της λογοτεχνίας με διακειμενικές αναφορές λειτουργεί πολιτικά, τόσο στον τρόπο επιβολής της φρανκικής εξουσίας, όσο και στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της περιόδου 1936-1975, όταν πέθανε ο δικτάτορας. Αν αυτό είναι μια πρώτη κατάκτηση, περιμένεις και άλλες για να πειστείς για την αξία του έργου.
            Τελικά, είναι ένα μυθιστόρημα μυστηρίου και δράσης, εξιχνίασης και ανατροπών. Κι είναι η αλήθεια ότι η αφηγηματική δύναμη του Θαφόν, τόσο όσον αφορά στην οικονομία της αφήγησης όσο και στην εικονοποιία και την εξέλιξη της υπόθεσης, είναι ισχυρή, που κάνει τον αναγνώστη να βυθίζεται στην εποχή και να παρακολουθεί με ενδιαφέρον τους ήρωες να κυνηγούν τους στόχους-τους. Σ’ αυτό βοηθάει, όπως προείπα, και η διακειμενική σύνδεση με τον Κόμη Μοντεχρίστο και το περίτεχνο σχέδιο απόδρασης που εκπόνησε. Ξαναλέω όμως, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις, ότι όλα αυτά δεν φτάνουν, αφού η ανάγνωση του έργου δεν ξεβολεύει τον αναγνώστη, δεν τον ταρακουνά και περιορίζεται σε μια γοργή, ενδιαφέρουσα αλλά και ρηχή, διασκέδαση.
 
[Ο εικαστικός διάκοσμος είναι παρμένος από: www.fanpop.com, transpressnz.blogspot.com, www.sampsoniaway.org, www.diasdehistoria.com.ar και tqarts.blogspot.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, April 08, 2013

“Η εικοστή έβδομη πολιτεία” του Τζόναθαν Φράνζεν

Πεθαίνει η πόλη, πεθαίνει κι ο αναγνώστης πάνω στις σελίδες φωνάζοντας «έλεος»! Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις μια χαοτική αφήγηση, πρέπει ή να μπορεί ο συγγραφέας να σου δώσει τον μίτο της Αριάδνης ή εσύ να ναυαγήσεις με το βιβλίο αυτό ανά χείρας και να μην έχεις τίποτα άλλο καλύτερο να κάνεις.


Αμερικάνικος καφές ελαφρύς:
Jonathan Franzen
“The Twenty-Seventh City”
Picador
New York 1988
Τζόναθαν Φράνζεν
“Η εικοστή έβδομη πολιτεία”
μετ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης
εκδόσεις Ψυχογιός
                                         2012

            Ο καφές που προτείνουμε με αυτήν την ανάγνωση είναι ελαφρύς, αλλά το βιβλίο βαρύ κι ασήκωτο. 650 σελίδες πυκνού κειμένου και εξίσου πυκνής ύφανσης, που απλώνει την αφήγηση σε πολυάριθμα πρόσωπα και σε απειράριθμες σκηνές. Είναι η αμερικάνικη εκδοχή της μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, στην οποία ο κόσμος συλλαμβάνεται ως μια πολυδαίδαλη πραγματικότητα και γι’ αυτό το μυθιστόρημα σε μια νεορεαλιστική απόδοσή-της αγγίζει τον δυσθεώρητο αριθμό σελίδων των συγγραφέων του 19ου αιώνα. Έτσι, μετά τα πολυσέλιδα βιβλία των Ντοστογιέφσκυ, Τολστόι, Σταντάλ κ.ο.κ. έχουμε τις σχοινοτενείς αφηγήσεις των Πύντσον, Μπολάνιο, Μουρακάμι, Φράνζεν, κ.ο.κ.
            Τι λέει αυτή η διόγκωση του αφηγηματικού χώρου; Και τι η διάσπαση της υπόθεσης σε ποικίλα σκηνικά; Ίσως δείχνει τη διάθεση του εκάστοτε συγγραφέα να δείξει ότι μια συγκεκριμένη, κλειστή, μικροκοσμική ιστορία δεν μπορεί να παρακολουθήσει τη ζωή, αφού η τελευταία απλώνεται στην απειρία των τυχαίων συναντήσεων και των δευτερευόντων ανθρώπων που συναντούν τους βασικούς πρωταγωνιστές. Κάτι τέτοιο όμως είναι συνάμα και πολύ κουραστικό για τον αναγνώστη, ο οποίος ρίχνεται στο στίβο με τα λιοντάρια ή καλύτερα στην παλαίστρα με τους μικρούς και μεγάλους χαρακτήρες.
            Ένας μικρός θύλακος ινδών γυναικών είναι ίσως η πρώτη αναγνωρίσιμη ομάδα που διαφαίνεται στο έργο του Φράνζεν: η Τζάμου που εκλέγεται διοικητής της αστυνομίας στο Σεντ Λούις, η πριγκίπισσα Άσα που παντρεύεται έναν πλούσιο της περιοχής, τον Χάνακερ, και η Ντεβί, νεαρή πόρνη που ασκεί τη δική-της γοητεία. Δίπλα σ’ αυτές διάφοροι επιχειρηματίες και οι γυναίκες-τους, όπως και τα παιδιά-τους με πιο εξέχουσα μορφή τη Λουίζα, αλλά και άλλα πρόσωπα παρελαύνουν στους δρόμους και στα σπίτια της αμερικάνικης πολιτείας.
            Το έργο, όπως προείπα, εκτείνεται με σαδιστική διάθεση σε πολλές σκηνές και διαλόγους, μικρές αφηγήσεις γύρω από έναν αγώνα ή μια βομβιστική ενέργεια, όλα χωμένα στο νερουλό άπλωμα ενός αδιάφορου βάλτου. Ομολογώ ότι τόσο πολύ δυσκολεύτηκα να παρακολουθήσω τον στόχο όλων αυτών που σκέφτηκα πολλές φορές να παρατήσω το βιβλίο.
            Αυτό που κατάλαβα σε πρώτη φάση είναι η προσπάθεια του Φράνζεν να αποδώσει όλη τη διαφθορά που κυριαρχούσε στην πόλη, τόσο στα υψηλά κλιμάκια όσο και στα κατώτερα στρώματα. Ο Βιστωνίτης γράφει ενδεικτικά: “Την περίοδο αυτή το αστικό τοπίο σε ολόκληρη τη χώρα μεταμορφώνεται και για το Σεντ Λούις το μείζον ζήτημα είναι η ενοποίηση της πόλης με τα περίχωρά της - με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Σε τούτο το εγχείρημα ο ρόλος της Τζάμου είναι καταλυτικός, αν και η ίδια κινείται στο παρασκήνιο. Θα συγκρουστεί με τον μεγαλοκατασκευαστή Μάρτιν Προμπστ και θα μεταχειριστεί εναντίον του βρώμικα μέσα: θα βάλει να σκοτώσουν τον αγαπημένο του σκύλο, να ξελογιάσουν τη σύζυγό του Μπάρμπαρα και να αποξενώσουν την κόρη του Λουίζα από την οικογένειά της.”
Ο Βιστωνίτης βλέπει σωστά το τοπίο: αναγνωρίζει τη ρεαλιστική απόδοση της πλοκής, διαγιγνώσκει την πολυπρόσωπη πραγματικότητα, αναλύει την ψυχολογική διάσταση των χαρακτήρων, αναγνωρίζει την υπομονή που πρέπει να δείξει ο αναγνώστης. Μόνο την “καταιγιστική δράση” δεν είδα εγώ και γι’ αυτό ως αναγνώστης πνίγηκα σε έναν αστικό πίνακα που δεν με άγγιξε ούτε στο ελάχιστο. Θα ήθελα πέρα από μεγαλεπήβολο το έργο αυτό του Φράνζεν να είναι και προσιτό, εξυπνότερο, με πιο μεγάλη οικονομία στο αχανές υλικό-του. Νομίζω ότι οφείλω να δώσω συγχαρητήρια σε όποιον μπορέσει να το διαβάσει με απερίσπαστη προσοχή.
[οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από: www.worldexecutive.com, commons.wikimedia.org, www.crimefilenews.com, www.guardian.co.uk, www.siue.edu και www.loc.gov].
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, April 06, 2013

“Οδός Μπριτάννια, αριθμός 22” της Αμάντα Χότζκινσον

Πόσο γρήγορα μεταφράζονται στα ελληνικά τα περισσότερα από τα ξενόγλωσσα βιβλία! Πόσο γρήγορα οι εκδοτικοί οίκοι παρακολουθούν τις εξελίξεις, κοιτάζουν τα διεθνή βραβεία, διαβάζουν τον ξένο τύπο και ανακαλύπτουν ό,τι καλό κινείται στην παγκόσμια αγορά! Μακάρι –για την αναγνωστική και πολιτισμική-μας εξέλιξη- να έχω δίκιο, μολονότι οι έλληνες βιβλιόφιλοι ίσως αναζητούν πολλά βιβλία κατευθείαν σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή γλώσσα, για να τα διαβάσουν γρήγορα και άμεσα. 


Polska Kawe:
Amanda Hodgkinson
“22 Britannia Road”
Penguin Books
London 2011
Αμάντα Χότζκινσον
“Οδός Μπριτάννια, αριθμός 22”
μετ. Μ. Καλοφωλιά
εκδόσεις Πατάκη
2012 

            Το βιβλίο διαθέτει όσα υλικά χρειάζεται για να δέσει μια καλή συνταγή: γλώσσα που σέβεται τον αναγνώστη και του δείχνει ότι μπορεί να βαστήξει την αφήγηση, η οποία εξελίσσεται αβίαστα βάσει ενός πλάνου που συνδέει παρόν και παρελθόν, χαρακτήρες με φυσικές αντιδράσεις, ενταγμένοι σε ένα συμπαγές ιστορικό πλαίσιο, ατμόσφαιρα και βαριά “επίπλωση” σε όλο το σπίτι που προδιέγραψα.
            Αν θεωρήσει κανείς ιστορικό χρόνο τα πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τόπο το Ίπσουιτς της Βρετανίας, τότε όλα τα άλλα είναι έντεχνες αναδρομές που συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του παζλ. Εκεί στην οδό Μπριτάννια, ζουν ο Γιάνους με τη γυναίκα-του Σιλβάνα και τον γιο-τους Όρεκ. Είναι πολωνικής καταγωγής, ώσπου στον πόλεμο αυτός πήγε στρατιώτης και μετά από περιπέτειες βρέθηκε στην Αγγλία. Τότε αναζήτησε τη γυναίκα και το παιδί-του και κατάφερε να τους φέρει στη νέα-του πατρίδα. Αυτή είχε ζήσει τις φρικτές μέρες του πολέμου στο δάσος έξω από τη Βαρσοβία και τώρα προσπαθεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα της αγγλικής ζωής.
            Το κλίμα της ιστορίας είναι σοβαρό, βαρύ θέλω να πω, αφού παντού πλανάται η απηνής σκιά του πολέμου, τόσο στις αναδρομές που χωρίς ωμότητες δείχνουν την ανυπεράσπιστη φύση του ανθρώπου μέσα-του, όσο και στο παρόν της νέας ζωής, όπου τα κατάλοιπά-του έρχονται να στοιχειώσουν τους ήρωες. Ο Όρεκ λ.χ. δεν μπορεί να αποβάλει εύκολα τον δασόβιο τρόπο με τον οποίο μεγάλωσε, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο σχολείο και βλέπει συχνά τον πατέρα-του, τον οποίο είχε χάσει στα τρυφερά χρόνια της νηπιακής ηλικίας, σαν εχθρό που ήλθε να του πάρει τη μητέρα-του. Αυτό το οιδιπόδειο σύμπλεγμα κάνει και τη Σιλβάνα να προσπαθεί να προστατέψει τον μονάκριβό-της, όσο κι αν αγαπά τον καλοπροαίρετο Γιάνους, ο οποίος κατανοεί τις δυσκολίες.
            Ήδη η κατσαρόλα έχει αρχίσει να κοχλάζει, πυρωμένη από τα ψυχικά τραύματα του πολέμου, κι εμείς περιμένουμε πότε θα σκάσει η μεγάλη έκρηξη…
            Η Σιλβάνα κινείται ανάμεσα στην παλιά και στη νέα πατρίδα, ανάμεσα στη σιγουριά του άνδρα-της και στην ανασφάλεια που προκαλούν τα νέα αισθήματα (ο καλός πλούσιος Τόνυ, Ιταλός μετανάστης κι ο ίδιος, μπαίνει σταδιακά στη ζωή-της), αλλά και ο φόβος πως ο Γιάνους μπορεί να ξαναγυρίσει στην ερωμένη που είχε όσο η γυναίκα-του ήταν χαμένη στον πόλεμο. Τελικά, όλα τα επιμέρους επεισόδια, η νέα πατρίδα, η απιστία, η συμφιλίωση κ.λπ. περιστρέφονται γύρω από τη μητρική αγάπη, μια αγάπη που γίνεται μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι ο μικρός Όρεκ δεν είναι γνήσιο παιδί-της. Εκείνο το σημείο της αποκάλυψης είναι και το πιο συνταρακτικό…
            Γενικά η Χότζκινσον πείθει ότι μπορεί να γράψει απλά αλλά και σε βάθος, να αφηγηθεί κάτι που θα συγκινήσει αλλά συνάμα θα θέσει ερωτήματα και θα κινηθεί σε επίπεδα που δεν φτάνει ένα άλλο βιβλίο (ευπώλητο) που ασχολείται με τις οικογενειακές σχέσεις και τη χαμένη ισορροπία.
            [Η παρουσίαση του βιβλίου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life, ενώ οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από: en.wikipedia.org, www.warhistoryonline.com, www.gallagher.com και history.howstuffworks.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, April 04, 2013

“Το πρόσωπο του ουρανού” της Δήμητρας Κολλιάκου

Όταν σε απολύουν από τη δουλειά-σου, όταν σε στέλνουν σε μια κρουαζιέρα (αποστολή) θανάτου, όταν σε αφήνουν έρμαιο του εχθρού μέσα στον πόλεμο, πώς πρέπει να νιώθεις, καθώς αντιλαμβάνεσαι από όλα αυτά ότι είσαι «αναλώσιμο υλικό»;


Caffe creme:
Δήμητρα Κολλιάκου
“Το πρόσωπο του ουρανού”
εκδόσεις Πατάκη
2013

            Ένας άνθρωπος που χάνει τη δουλειά-του, και μάλιστα Άγγλος που απολύεται από πανεπιστήμιο της Βρετανίας, μπορεί να εξηγήσει την ανεργία-του με ποικίλους τρόπους. Αυτός που επιλέγει ο Σαμ, ένας από τους δύο βασικούς χαρακτήρες της Κολλιάκου (τρεις, αν μαζί με τη γυναίκα-του Νεφέλη συνυπολογίσουμε και τον γιο-τους Νίκολας), είναι η παγκόσμια τρομοκρατία που ασκεί μια αδιόρατη ελίτ σε όλους τους ανυπεράσπιστους ανθρώπους.
            Στην αρχή ο Σαμ επινοεί μια αναπλήρωση, αφού δηλώνει με αληθοφάνεια ότι προσλήφθηκε σε σχολείο της Βαρκελώνης ως καθηγητής αγγλικών, πράγμα που αποτελούσε ένα σκηνοθετημένο ψέμα. Αυτή η πρώτη αντίδραση συνοδεύεται από τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος για μεγάλα παιδιά (young adult novels), στο οποίο παρουσιάζεται αλληγορικά ένας μελλοντολογικός μηχανισμός εξουσίας, που βομβαρδίζει με ξηρό πάγο τα σύννεφα, με αποτέλεσμα να πνίγει στο νερό ολόκληρες περιοχές, και κατόπιν να οδηγεί σε μια κρουαζιέρα θανάτου τους πιλότους που έφεραν εις πέρας αυτήν την αποστολή. Η άνωθεν χειραγώγηση της ζωής αθώων ανθρώπων φαίνεται μια λογική εξήγηση, αν δει κανείς τον χειρισμό της ελληνικής κρίσης από τις κεφαλές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρόσφατα την απόπειρα δήμευσης των καταθέσεων στην Κύπρο.
Η Κολλιάκου εκφράζει το πολιτικό παιχνίδι που παίζεται πάνω από τα κεφάλια-μας με συγγραφικές δοκιμές και ιστορικές αναμνήσεις.  Ο Σαμ γράφει το μελλοντολογικό-του μυθιστόρημα, αλλά στον ατζέντη πάει τελικά ένα άσχετο κείμενο: πρόκειται για το δακτυλόγραφο του πατέρα της αγγλίδας γειτόνισσας της Νεφέλης, ο οποίος πολέμησε στην Κρήτη και αποτυπώνει την εγκατάλειψη των Άγγλων ανδρών στο νησί, όταν αποφασίστηκε η εκκένωσή-του από τα συμμαχικά στρατεύματα. Επειδή δεν μπορούσαν να περιμαζέψουν όλους, αποφασίστηκε από την αόρατη εξουσία να μείνουν πίσω, έρμαιο στα χέρια των εισβολέων Γερμανών, μερικοί στρατιώτες που δεν χωρούσαν στα καράβια. Έτσι, μέσα από προσωπικές τραυματικές εμπειρίες, και στα δύο κείμενα, στο λογοτεχνικό και στο ιστορικό, αποδίδεται η στυγνή θυσία του πληθυσμού μπροστά στα ποικίλα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Τα αγγλικά πανεπιστήμια λειτουργούν με μια οικονομικίστικη λογική, οι πολιτικές αποφάσεις εκτελούν σχέδια και ανθρώπους, η λογική των ανωτέρων αφήνει ανυπεράσπιστους τους απλούς ανθρώπους-θύματα.
Πάνω σ’ αυτήν την τριπλή ανάδειξη της άνωθεν επιβολής όρων και τη διακύβευση ζωών, η Κολλιάκου προσπαθεί να δείξει πόσο η προσωπική πορεία του καθενός συνθλίβεται από αποφάσεις που έρχονται ουρανοκατέβατες και στις οποίες η αντίδραση είναι περιορισμένη. Παράλληλα, όμως, σκηνοθετεί και τα προβλήματα στη σχέση του Σαμ με τη Νεφέλη, προβλήματα που οδηγούν στον χωρισμό, ίσως ως απότοκος της γενικευμένης κρίσης που επηρεάζει και την οικογένεια. Η μόνη ίσως παραφωνία σ’ αυτό το πολυεπίπεδο στήσιμο είναι ο μικρός Νικόλας που παίρνει αφύσικες για την ηλικία-του πρωτοβουλίες.
“Το πρόσωπο του ουρανού” αφορμάται από το ευαγγελικό χωρίο «Υποκριταί, το μεν πρόσωπον του ουρανού εξεύρετε να διακρίνητε, τα δε σημεία των καιρών δεν δύνασθε;». Οι άνθρωποι με πολύ λεπτομερή τρόπο μπορούν να εξετάσουν τον ουρανό, να μελετήσουν τα είδη των σύννεφων και να χαρτογραφήσουν την παρουσία-τους, αλλά δεν μπορούν να αντιληφθούν τι τους επιφυλάσσει η ζωή και δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τα «σημεία των καιρών» που αφορούν στην ίδια την ύπαρξή-τους. Φταίνε οι ίδιοι ή η εκάστοτε εξουσία που τους πατά σαν μυρμήγκια;
[Το υλικό των φωτογραφιών είναι αντλημένο από: www.topwalls.net, cloudsforscience.blogspot.com, www.telegraph.co.uk, www.obreal.com και tenesica.deviantart.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, April 01, 2013

“Η ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ” του Αλέξανδρου Κοτζιά

Πώς κατακτάται μια περίοπτη θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα και πόσο μπορεί να επέμβει η πολιτική για να εγκαθιδρύσει σε θρόνους μετριότητες; Με άλλα λόγια πόσο οι άνωθεν μηχανορραφίες είναι ικανές να φτιάξουν μια μεγάλη πομφόλυγα και να την εδραιώσουν ως πολιτισμικό κατόρθωμα; Αυτό επιχειρεί και σ’ αυτό αποτυγχάνει ο Καπάνταης, ο πρωταγωνιστής του Κοτζιά, σε μια γελοιογραφία της ρηχής δημοσιοσχετίστικης λογοτεχνίας.


Αχλαδόπιτα νηστίσιμη:
Αλέξανδρος Κοτζιάς
“Η φανταστική περιπέτεια”
1985
Κέδρος 2012

            Το πολιτικό μυθιστόρημα δεν έπαψε ποτέ να γράφεται και να διαβάζεται στην Ελλάδα, όπου η πολιτική και η πολιτικολογία είναι καθημερινές όπως το φαί και η διασκέδαση. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς είχε από την αρχή της πεζογραφικής-του σταδιοδρομίας υπηρετήσει το είδος και μάλιστα αναφερόμενος σε όλες τις δυσώδεις αναθυμιάσεις του Εμφυλίου μέχρι τη χούντα των συνταγματαρχών.
            Το προκείμενο βιβλίο αναφέρεται σε πιο πρόσφατες πτυχές του ελληνικού δημόσιου βίου, είναι θα λέγαμε επίκαιρο ως προς τα χρόνια συγγραφής και κυκλοφορίας-του, αφού αναφέρεται στην αλαζονεία της εξουσίας μέσα στη δεκαετία του ’80, η οποία χρησιμοποιεί τον πολιτισμό ως όχημα αρριβισμών και προσωπικών φιλοδοξιών. Αυτές οι φιλοδοξίες μετατρέπονται εν τέλει σε ματαιοδοξίες κι αυτή η καπήλευση του πολιτισμού από την πολιτική είναι και ο καθοριστικός πυρήνας του έργου.
            Ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου ετοιμάζει πυρετωδώς μια εκδήλωση προς τιμήν-του! και συνάμα μια βιογραφία, που θα αναδεικνύει το λογοτεχνικό-του έργο, που απέσπασε πλείστες όσες διακρίσεις και επαίνους. Χρησιμοποιεί λοιπόν όλον τον κρατικό μηχανισμό, έναν υπάλληλό-του για να γράψει τη βιογραφία-του βασισμένη σε νοθευμένα έγγραφα και ευφάνταστες παραχαράξεις των πραγματικών γεγονότων, σε μεγεθύνσεις αμελητέων εγγραφών και διογκώσεις βραβείων από απίθανους συλλόγους και φορείς. Το μυθιστόρημα δείχνει σταδιακά πώς όλο αυτό το κατασκεύασμα θα αποκαλυφθεί και ο φιλαράκος-μας, ονόματι Καπάνταης, θα καταρρεύσει μπροστά στο σκάσιμο της φούσκας που τόσο καιρό συντηρούσε.
            Ξαναγυρίζω στο βασικό θέμα που, όπως πιστεύω, αναδεικνύει ο Κοτζιάς. Αν η εξουσία προσπάθησε όλα αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια να επιβάλει τη θέλησή-της με εξορίες και φυλακίσεις αντιφρονούντων, με κρατική τρομοκρατία και προπαγάνδα, τώρα, στη μεταπολιτευτική εποχή, στη σοσιαλιστική ευδαιμονία, αυτά αλλάζουν και η διακόρευση της ελληνικής κοινωνίας έρχεται με την κομματική στελέχωση των υπηρεσιών και με την χειραγώγηση του πολιτισμού. Όσοι αναδεικνύονται αφενός διακρίνονται για το κοινωνικό και αριστερό προφίλ-τους και αφετέρου θέτουν αυτό το προφίλ στην υπηρεσία του μηχανισμού που τους ανέδειξε.
            Φυσικά ο Καπάνταης είναι το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα λογοτέχνη (ο Θεός να τον κάνει), ο οποίος εκμεταλλεύεται το σύστημα για να καταξιωθεί, αν και η αξία-του είναι μηδαμινή, ανούσια και σαφώς ανίκανη να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στην τέχνη, μένοντας σε ένα είδος ρηχού πατριωτισμού και παρωχημένων λαϊκίστικων θεμάτων. Ο Καπάνταης είναι το αποκορύφωμα της αναξιοκρατίας, η οποία δεν κλονίζεται σχεδόν καθόλου μέσα στην κρατική γραναζομηχανή, αλλά τελικά δεν πετυχαίνει αυτό που σε άλλες περιπτώσεις πετύχαινε: την επιβολή διά της προπαγάνδας και της φαλκίδευσης ενός στελέχους ως ποιοτικού και δεινού λογοτέχνη.
            Η σύνθεση του έργου μοιράζεται ανάμεσα σε ποικίλα έγγραφα και άλλα παραχαραγμένα εν πολλοίς κείμενα και στην αφήγηση, ένα είδος εσωτερικού μονολόγου, του ίδιου του Καπάνταη, ο οποίος έχει πείσει τον εαυτό-του ότι είναι μεγάλος δημιουργός και προσπαθεί, μάταια όπως αποδεικνύεται, να υποβάλει την ίδια ιδέα στην οικογένειά-του και στο ελληνικό κοινό. Η αντίφαση μεταξύ γεγονότων και λόγων είναι το κομβικό σημείο, το οποίο κάνει όλο αυτό το ιδεολόγημα να εκραγεί. Αν ο συγγραφέας προσπαθεί να επιβληθεί με δημόσιες σχέσεις και επεξεργαζόμενος ένα δημοφιλές προφίλ, ενώ το έργο-του δεν αξίζει, γρήγορα το οικοδόμημά-του θα καταρρεύσει. Ο πολιτισμός εν τέλει έχει ακόμα εκείνες τις εσωτερικές αντιστάσεις που δυσκολεύουν το έργο της εξουσίας, που ανθίστανται στον εκμαυλισμό-του και έτσι αργά ή γρήγορα το κόσκινο του χρόνου, των καταστάσεων και των αναγνωστών θα ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι. Μακάρι!
[Το υλικό των φωτογραφιών αντλήθηκε από: thesecretrealtruth.blogspot.com, citypress-gr.blogspot.com, www.levontravel_am, www.bletsas.gr, filonohpontou.wordpress.com και dimartblog.wordpress.com]
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος