Wednesday, January 04, 2012

Λογοτεχνική Ανασκόπηση 2011

Τι κυκλοφόρησε μέσα στη χρονιά που έφυγε; Τι αξίζει να μείνει; Ποια έργα ξεχώρισαν; Στην ουσία μέσα στην υπερ-παραγωγή των τελευταίων χρόνων κάθε χρονιά έχει να επιδείξει λίγα, για άλλους περισσότερα, για άλλους λιγότερα, λογοτεχνικά κείμενα που θα άξιζε να διαβαστούν και ανάμεσα σ’ αυτά θα βρεθούν τα κορυφαία που θα αποτελέσουν δυνητικά μέλη ενός ευρύτερου Κανόνα.
Πηγή: view.stern.de
            Στο Βιβλιοκαφέ δεν μπορώ παρά να ξαναδώ τι διάβασα από την περυσινή χρονιά και να αναρτήσω δύο συν μία βραχείες λίστες με τα έργα που ξεχώρισα. Δεν θα κάνω μια πολυσυλλεκτική λίστα με το τι διάβασα μέσα στο έτος, αλλά θα επιχειρήσω να εστιάσω στα πεζογραφήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2011. Μια μικρή σύνοψη της παραγωγής δηλαδή, ώστε να κάνω καταρχάς τον απολογισμό των αναγνώσεών-μου και έπειτα να τον καταθέσω ως πρόταση συζήτησης.

            Η πρώτη λίστα αναφέρεται στο διήγημα και παραθέτει τα έργα με αλφαβητική σειρά:
             -          Ι. Καρυστιάνη, “Καιρός σκεπτικός”
-          Μ. Κουγιουμτζή, “Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;”
-          Γ. Σκαμπαρδώνης, “Περιπολών περί πολλών τυρβάζω”
-          Ε. Σωτηροπούλου, “Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα”
             -          Π. Σφυρίδης, “Το πάρτι και άλλα διηγήματα”
-          Κ. Χαρπαντίδης, “Μικρές αντοχές”

Από τα σκληρά σαν ατσάλι διηγήματα της Κουγιουμτζή στα θυμοσοφικά του Σφυρίδη κι από τις βαθιά ενταγμένες στη σύγχρονη πραγματικότητα ιστορίες της Καρυστιάνη στην αντισυμβατικότητα των ανθρώπων της Σωτηροπούλου. Τέλος από τα μεστά παρατήρησης έργα του Σκαμπαρδώνη στα ψυχογραφικά μέσω των πράξεων των προσώπων διηγήματα του Χαρπαντίδη. Το διήγημα δείχνει σφρίγος, όχι μόνο με τη μαζική παρουσία-του ειδικά το φθινόπωρο της χρονιάς που έφυγε αλλά και με την ευελιξία και την ευστοχία των θεμάτων-του. Στο άμεσο μέλλον θα επανέλθω για να ξανασυζητήσουμε γιατί και πώς το διήγημα άνθισε μέσα στο φθινόπωρο και τι δείχνει αυτό για τον τρόπο που θέλουν να δουν τη ζωή οι συγγραφείς.

Η δεύτερη λίστα αναφέρεται φυσικά στο μυθιστόρημα, όπου οι επιλογές είναι περισσότερες:
            -          Ι. Ζουργός, “Ανεμώλια”
-          Γ. Μακριδάκης, “Η άλωση της Κωνσταντίας”
-          Τ. Μιχαηλίδης, “Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού”
-          Μ. Μοδινός, “Η σχεδία”
-          Ι. Μπουραζοπούλου, “Η ενοχή της αθωότητας”
-          Α. Πανσέληνος, “Σκοτεινές επιγραφές”
-          Σ. Τριανταφύλλου, “Για την αγάπη της γεωμετρίας”
-          Ε. Φακίνου, “Το τρένο των νεφών”
-          Ε. Χουρμουζιάδου, “Μακάρι να ήσουν εδώ”

Το μυθιστόρημα δικαίως θεωρείται φορέας του πνεύματος της εποχής, καθώς ως συνθετική μονάδα υψηλής πολυπλοκότητας επιχειρεί άλλοτε να εντρυφήσει στο ατομικό και στο μεμονωμένο κι άλλοτε να αναχθεί στο γενικό και ευρύ. Έτσι, από την ανδροπαρέα που διανύει τη δική-της θαλασσινή οδύσσεια στο έργο του Ζουργού έως το ταξίδι με τρένο στα βουνά και στους θρύλους της Λατινικής Αμερικής στο μυθιστόρημα της Φακίνου κι από τις σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας στο προσωπικό τραύμα του πρωταγωνιστή στο κείμενο της Χουρμουζιάδου μέχρι τη σχέση Ελλάδας και Τουρκίας στο υπαρξιακό έργο αναζήτησης ταυτότητας του Μακριδάκη. Από το ερωτικό μαθηματικό μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη στην αγάπη της γεωμετρίας μέσα σε ένα φεμινιστικό κείμενο κραυγής της Τριανταφύλλου κι από το μυθιστόρημα του Πανσέληνου που διατρέχει γενιές και προβληματισμούς του 20ού αιώνα έως το δυστοπικό πεζογράφημα της Μπουραζοπούλου που αναζητεί την ιδεώδη δημοκρατία εκτός χρόνου και τόπου και το έργο του Μοδινού που συζευγνύει ιστορία, ζωγραφική και πολιτική με μια σύγχρονη ματιά.

Η τελευταία λίστα, μικρή και περιορισμένη, περιέχει μερικά ονόματα που πρωτοεμφανίστηκαν πέρυσι και αξίζουν την προσοχή-μας:
-          Β. Δανέλλης, “Μαύρη μπίρα”
-          Γ. Μητάς, “Ιστορίες του Χαλ”
-          Β. Πέτσα, “Θυμάμαι”

Μου αρέσουν οι νέοι γιατί έρχονται ώριμοι και συνειδητοποιημένοι. Ο Δανέλλης στήνει το αστυνομικό-του μυθιστόρημα με όρους περιθωρίου και δεν απογοητεύει, ο Μητάς κάνει τα βιώματά-του ατμόσφαιρα, ανάγκη για επαφή και διαπολιτισμικές ωσμώσεις, ενώ η Πέτσα περιστρέφει την αφήγηση γύρω από ένα χαμένο κέντρο. Οι όροι της γραφής-τους είναι ανανεωτικοί και φρέσκοι, χωρίς να απομακρύνονται με φθηνούς πειραματισμούς από την παράδοση. Το ζητούμενο πάντα είναι σ’ αυτόν τον τόπο το δεύτερο βιβλίο, γιατί από εξαιρετικά πρωτόλεια έχουμε κορεστεί, αλλά πάντα ψάχνουμε το δεύτερο, το τρίτο κ.ο.κ. που θα καταξιώσει και θα πείσει ότι δεν εξαντλείται η φαντασία και η δημιουργικότητα στο πρώτο ξεφούσκωμα.

Ξεχώρισα δεκαοκτώ βιβλία που αξίζει κανείς να διαβάσει και σ’ αυτά να δει όλο το εύρος της σκέψης και της λογοτεχνικής αισθητικής της σημερινής Ελλάδας. Από τους διηγηματογράφους θα έβαζα σε πρώτη μοίρα τον Σφυρίδη και τον Χαρπαντίδη, καθένα για διαφορετικούς λόγους, τους οποίους ελπίζω να αναρτήσω σε οικείο ποστ. Από τους μυθιστορηματογράφους θα έδινα το προβάδισμα ιδιαίτερα στον Ζουργό, την Μπουραζοπούλου, τον Πανσέληνο και την Τριανταφύλλου. Τέλος οι τρεις πρωτοεμφανιζόμενοι φαίνονται αξιόλογοι και φερέλπιδες, αν και ο Μητάς με την Πέτσα προπορεύονται λόγω πρωτοπορίας στην ατμόσφαιρα και στη γραφή αντίστοιχα. Μερικά από τα έργα που έβαλα στη μικρή-μου λίστα έχουν βιωματικό περιεχόμενο και δεν καινοτομούν λογοτεχνικά. Συνεπώς επιλέχθηκαν αρκετά υποκειμενικά. Άλλα όμως συνεισφέρουν στον αείζωο διάλογο για την τέχνη, την κοινωνία, την ταυτότητα, την πολιτική, το ατομικό και το κοινωνικό, το παραδοσιακό και το σύγχρονο…
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, January 03, 2012

Ευχαριστίες & Ένα Παραμύθι

Καλή χρονιά σημαίνει δίνουμε στον νέο χρόνο τον καλύτερο εαυτό-μας και περιμένουμε να μας τον δώσει πίσω βελτιωμένο, εμπλουτισμένο, πιο ανθρώπινο και πιο ευτυχισμένο. Το εύχομαι σε όλους.

H οικονομική κρίση, ομολογώ, έχει κάνει τον προϋπολογισμό-μου για βιβλία να αδυνατίσει και πολλές φορές αγοράζω πιο λίγα απ’ όσα θα ήθελα. Προσπαθώ να εξοικονομήσω βιβλία με άλλους τρόπους (λ.χ. δανειζόμενος), ενώ οι επιλογές-μου στον πάγκο του βιβλιοπωλείου είναι πια πολύ πιο εκλεκτικές. Αυτό βέβαια ενέχει και μια σημαντική ωφέλεια, αφού σκέφτομαι δύο και τρεις φορές πριν αγοράσω οτιδήποτε, με αποτέλεσμα να επιλέγω βιβλία που είναι -με μεγαλύτερη ασφάλεια- ποιοτικά.
Ένας λόγος παραπάνω, λοιπόν, να ευχαριστήσω όσους συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους πιστεύουν στο μενού του Βιβλιοκαφέ και έχουν την καλοσύνη να τροφοδοτούν τα τραπεζάκια-του με τα πονήματά-τους. Ευχαριστώ λοιπόν πιο συγκεκριμένα:

-         Τον εκδοτικό οίκο «Πόλις» που μου αποστέλλει συχνά τα βιβλία-του.
-         Τον εκδοτικό οίκο «Τετράγωνο» που με τροφοδοτεί με υλικό για διάβασμα.
-         Την Ελένη Τσαμαδού που μου έστειλε τα έργα-της από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
-         Την Βασιλική Πέτσα που με τίμησε με το πρώτο-της βιβλίο “Θυμάμαι” (εκδόσεις Πόλις) και την όλο εκτίμηση αφιέρωσή-της.
-         Τον Δημήτρη Γιατρέλλη για την καλοσύνη-του να μου εμπιστευτεί το πρώτο-του έργο με τίτλο “Το τραγούδι του κούκου” (εκδόσεις Γαβριηλίδη).
-         Τη Μαρία Α. Ιωάννου που είδε στον Πατριάρχη Φώτιο έναν κατάλληλο αναγνώστη για την πρωτόλεια συλλογή διηγημάτων-της με τίτλο “Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας” (εκδόσεις Γαβριηλίδη).
-         Τη Δώρα Κασκάλη για το δεύτερο βιβλίο-της που μου έστειλε, όπως είχε κάνει και με το πρώτο, με τίτλο “Κάτω” (εκδόσεις Γαβριηλίδη) και ειδικά για την υπερβολική αλλά γεμάτη σεβασμό αφιέρωσή-της.
Αν ένα καφενεδάκι σαν το Βιβλιοκαφέ προσφέρει μια αξιόπιστη γνώμη για βιβλία, ακόμη κι αν είναι αρνητική ή συγκρατημένη, τότε ο συγγραφέας που μου στέλνει τα έργα-του αποδέχεται εξ αρχής το πνεύμα κριτικής και διάλογου καθώς και τη δυνατότητα του αναγνώστη να δει με καλή πρόθεση και να μιλήσει με ειλικρίνεια για τα συν και τα πλην κάθε κειμένου.
Δεν υπόσχομαι ότι θα διαβάσω τα πάντα, αλλά χαίρομαι που υπάρχουν τα πάντα. 

Τις γιορτές είχαμε ξεκινήσει ένα παραμύθι, το συνεχίσαμε ο καθένας με τις προοπτικές-του και το ολοκληρώσαμε χθες. Το παραθέτω λοιπόν ενιαίο:

Η μεγάλη βελανιδιά του δάσους είχε σκεπαστεί με χιόνια και όλα τα ζώα της πλάσης είχαν τρυπώσει στις φωλιές-τους για να προστατευτούν από την απρόσμενη κακοκαιρία. Για μια ακόμα φορά η Έμυ, η σοφή κουκουβάγια, είχε πέσει έξω στις προβλέψεις-της και τα Χριστούγεννα θα ερχόντουσαν λευκά και κρύα. Αυτό βέβαια καθόλου δεν στεναχωρούσε τον ζωόκοσμο του δάσους, αφού κάθε χρόνο περίμενε να το στρώσει για να ζήσουν χιονισμένα Χριστούγεννα.
Ειδικά η αλεπού η Ροσοπελλίνα μπαινόβγαινε στην κουφάλα του δέντρου για να ελέγξει αν τα φωτάκια που είχε βάλει στα κλαδιά-του ήταν όλα αναμμένα. Όταν σκοτείνιασε μάλιστα, απομακρύνθηκε για να δει πώς φαίνεται η γέρικη βελανιδιά που την φιλοξενούσε, πάμφωτη και μεγαλοπρεπής. Και το θέαμα δεν την απογοήτευσε καθόλου. Ο τεράστιος όγκος της δέσποζε το ξέφωτο και τα φωτάκια της λαμπίριζαν μέσα στο σκοτάδι σαν χιλιάδες πυγολαμπίδες που χόρευαν τρελά. Τα Χριστούγεννα θα ερχόντουσαν σε τρεις μέρες και όλα έπρεπε να είναι έτοιμα.
Την άλλη μέρα το πρωί την ξύπνησε το κουδούνι της εξώπορτας και στο άνοιγμά-της εμφανίστηκε το γελαστό πρόσωπο του ταχυδρόμου, του πελαργού Ερμή, ο οποίος ενεχείρισε στην ηρωίδα-μας ένα συστημένο γράμμα από τον φίλο της τον Γκούναρ, ένα από τα ελάφια του Άη-Βασίλη. Η πρώτη σκέψη της ήταν ότι επρόκειτο για ευχετήρια κάρτα, αλλά, σαν τον άνοιξε, κατάλαβε ότι επρόκειτο για κάτι άλλο, πολύ πιο σημαντικό και ενδιαφέρον… 

Λίγες ώρες πριν η Έλγκα, η φώκια-μασκότ του παγοδρόμιου στο Santa Land, το μολ που είχαν ανοίξει πρόσφατα το Frisky Bird και ο Ιπτάμενος Τάρανδος έξω από το χωριό του Αι Βασίλη, πρόβαλε από τη μυστική σπηλιά της - αυτή που όλη μέρα, όσο η Έλγκα παίζει στο ενυδρείο, ρουφάει τους τολμηρούς πατινέρ στην τεχνητή γαλάζια της σιωπή- τέντωσε μυς, λίπος και δέρμα (που μόλις είχε αποκτήσει το χρώμα των ενηλίκων) με ηδονή στον πάγο της μικρής πίστας κι αφού έκανε δυο τούμπες γλίστρησε μέσα από το Κρυστάλλινο Άστρο με επιφύλαξη (ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται με τους ανθρώπους αυτές τις μεγάλες βόρειες νύχτες) να επιθεωρήσει τη μεγάλη. Μα ο αναπάντεχος ελαφρός θόρυβος από τη ρεσεψιόν με τα παγοπέδιλα την έκανε να λαχταρήσει. «Την πάτησα» σκέφτηκε. «Την προηγούμενη φορά με είχαν κλειδώσει στην αίθουσα του ενυδρείου μια αιωνιότητα».
Εδώ θα μπορούσαμε να καθυστερήσουμε την αφήγηση με κάτι άσχετο, όπως το τι σημαίνει «μια αιωνιότητα» για μια χρονιάρικη monachus monachus, αλλά δεν χρειαζόμαστε κόλπα για να γεμίσουμε την ιστορία μας γι’ αυτό θα σας πούμε κατευθείαν ότι μετά την πρώτη στιγμή αγωνίας κλπ η Έλγκα ανακάλυψε στη ρεσεψιόν, κρυμμένη ανάμεσα στα παγοπέδιλα νούμερο 43, τη Βιμπέκα, τη μικρή ελαφίνα που είχε προσλάβει φέτος ο Αι Βασίλης.
«Έλγκα», είπε αμέσως η Βιμπέκα με τρεμάμενη ανάσα. «Δεν κατάφερα νε έρθω νωρίτερα, κι ούτε ήθελα να εμπιστευτώ τα κατοικίδια για τέτοιο μήνυμα. Ο Γκούναρ προχτές έστειλε γράμματα. Δεν ξέρω για πού, αλλά νομίζω πως ένα ήταν για τη Φάρμα της Χαράς». 

Ουδείς έμαθε τι έλεγε το γράμμα.
Ούτε πόσα τέτοια έστειλε ο Γκούναρ.
Ούτε σε ποιους παραλήπτες.
Μερικοί διέδωσαν ότι έλαβε και ο Γκάσμπυ ο καρχαρίας.
Άλλοι ότι είδαν τον
Ερμή να πηγαίνει στο λιβάδι όπου έβοσκε η Κάρμεν η Καμηλοπάρδαλη.
Μάλλον έγινε παρεξήγηση και το γράμμα πήγε τελικώς στην Καμίγ την Καμήλα.
Οι φήμες είχαν να κάνουν με μιαν πρωτόγνωρη αρρώστια του Άη-Βασίλη, αφού είχε χάσει το κόκκινο χρώμα του και το ΧΟΧΟΧο του ήταν πιο βραχνό απ’ ό,τι συνήθως.
Όντως ο γιατρός της Φάρμας της Χαράς, ο σοβαρός πελεκάνος, ο κύριος
Αλκιβιάδης, υπονόησε ευθέως ότι φέτος ο Άγιος-Βασίλης έπρεπε να μείνει στο χωριό για να ξεκουραστεί.
Τα ελάφια όμως ήταν ανάστατα.
Οι τάρανδοι το ίδιο.
Η μικρή
Βιμπέκα δεν μπόρεσε να μάθει περισσότερα από τους παλιούς.
Όλο απομονώνονταν και ψιθύριζαν σε συνωμοτικό ύφος.
Όλο και περισσότερα ζώα λάμβαναν τα γράμματα που έστελναν και μια γενική κινητοποίηση φαίνεται ότι άρχιζε.
Η ανησυχία ήταν έκδηλη στα πρόσωπά τους.
Τελικά θα μοιράζονταν τα δώρα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όπως πάντα;
Ή υπήρχε ο κίνδυνος να ματαιωθεί;

Ο Άγιος-Βασίλης τελικά είναι άρρωστος κι αυτό δεν μπορεί παρά να αποτελέσει κλονισμό της φυσικής τάξης του κόσμου. Αυτή η συμπαντική νομοτέλεια θέλει το Θείο Βρέφος να γεννιέται κάθε Χριστούγεννα, τον Άη-Βασίλη να έρχεται κάθε Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το καρναβάλι να παρελαύνει κάθε Απόκριες, τον Χριστό να σταυρώνεται και να ανασταίνεται κάθε Πάσχα, τα μπάνια να ξεκινάνε κάθε Ιούνιο και τα σχολεία κάθε Σεπτέμβρη. Όλα πρέπει να γίνονται στην ώρα-τους (το τελευταίο αν έλειπε δεν θα πείραζε!), Τώρα, λοιπόν, πώς θα μοιραστούν τόσα δώρα;
Γι’ αυτό πήραν την πρωτοβουλία τα ίδια τα ελάφια να απευθυνθούν στα ζώα του δάσους και της θάλασσας, να στείλουν γράμματα σε αναζήτηση βοήθειας, να οργανώσουν μια τεράστια συμμαχία αγάπης, ώστε τα μικρά παιδιά να μην απογοητευτούν φέτος που θέλουν πιο πολύ από κάθε άλλη φορά το δώρο-τους. Οι φάκελοι λοιπόν απεστάλησαν σε όλο τον κόσμο (αν κάποια ζώα δεν τους έλαβαν θα φταίνε οι καιρικές συνθήκες) και το σχέδιο μπορεί να μπει σε εφαρμογή. 
Αυτή ήταν μία πρωτόγνωρη ευκαιρία για τα ζώα όλου του κόσμου να συνεργαστούν, ώστε να φέρουν πάλι το χαμόγελο στο πρόσωπο των παιδιών, όπως αποτυγχάνουν συνήθως να το καταφέρουν οι άνθρωποι. Οι προσκλήσεις, λοιπόν, απευθύνονταν σε όλα τα ζώα τόσο στα ελεύθερα στη φύση, όσο στα αδέσποτα και στα κλεισμένα σε ζωολογικούς κήπους και διαμερίσματα. Έτσι θα είχαν όλα τη δυνατότητα να αποδείξουν την αξία και επινοητικότητά τους βάσει των ικανοτήτων τους. Επιπλέον, ξεχάστηκαν οι τυχούσες διαφορές μεταξύ τους. Όπως, για παράδειγμα, των γάτων ράτσας από σπίτι, που είχαν περιποιημένο και γυαλιστερό τρίχωμα και συχνά κοιτούσαν τα αδέσποτα αφ’ υψηλού. Η ομόνοια και η συναδέλφωση που έφερε το πνεύμα των Χριστουγέννων βρήκε τους καλύτερους καταλύτες στα ζώα. Ιδίως σε όσα κινδύνευαν με εξαφάνιση και είχαν ανάγκη από ελπίδα, την ανάγκη να νιώσουν χρήσιμα, δίνοντας χαρά σε όλα τα παιδιά. Προπαντός, όμως, σε όσα λόγω δυσκολιών, ανέχειας και πολέμων δυσκολεύονταν να ζήσουν και να χαμογελάσουν και το πνεύμα των Χριστουγέννων αργούσε να φτάσει ή δεν έφτανε ποτέ! Έτσι, τα ζώα με αυτή την κοινή προσπάθεια, η οποία ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, ήταν αποφασισμένα να δώσουν ένα επιπλέον μήνυμα, αγγίζοντας την ψυχή και μετριάζοντας τον εγωκεντρισμό και την αλαζονεία των ανθρώπων… 

Ο κύριος Εφιάλτης δεν αγαπούσε τα παιδιά.
Ήταν πάντα γκρινιάρικα, αεικίνητα, φασαριόζικα.
Κάθε Χριστούγεννα μάλιστα αφηνίαζαν.
Δεν αγαπούσε ούτε τα ζώα.
Ήταν βρόμικα, επικίνδυνα, ανακατωσιάρικα.
Όταν λοιπόν έμαθε ότι ο Άγιος Βασίλης ήταν άρρωστος χάρηκε.
Μέσα του αναθάρρησε ότι φέτος δεν θα μοιραστούν δώρα.
Κι έτσι τα παιδιά δεν θα χαμογελούν θυμίζοντάς του ότι ο ίδιος δεν μπορούσε πια να γελάσει.
Μα …το γέλιο του κόπηκε απότομα σαν έμαθε τι ετοιμάζουν τα ζώα.
Θεέ μου, αναφώνησε, ζώα και παιδιά μαζί; Έλεος.
Αυτά τα αηδιαστικά ζώα τι θέλουν και ανάλαβαν το έργο της διανομής των δώρων;
Αποφάσισε να κάνει κάτι για να σταματήσει το …καλό.
 

Ο παραμυθάς βρίσκεται σε αμηχανία, επειδή το παραμύθι πήρε άλλη πορεία απ’ αυτή που είχε στην αρχή κατά νου. Τα ζώα παίρνουν …τα δώρα στα χέρια-τους και σχεδιάζουν (άγνωστο πώς) να τα μοιράσουν στα παιδιά, μετά την ασθένεια του Άγιου Βασίλη που δεν του επιτρέπει να ταξιδέψει ο ίδιος. Και τότε εμφανίζεται απρόσκλητος αλλά φυσικά αναγκαίος ο κακός της υπόθεσης ο κύριος Εφιάλτης που γίνεται ο ανταγωνιστής για να προκύψει σύγκρουση. Ο εν λόγω αρνητικός ήρωας θα επιχειρήσει να εμποδίσει τη διανομή των δώρων (άγνωστο κι αυτός πώς), αν και μέχρι τώρα, όσο ήταν παρών ο κοκκινοντυμένος άγιος, δεν είχε σκεφτεί να σαμποτάρει το παιδάρεστο έργο-του. Τώρα λοιπόν θα ετοιμάσει μια ζωοθηρία ή μια ζωοκτονία, θα εξαπολύσει μπόγιες να κλείσουν τα ζώα στα κλουβιά, θα απαγορεύσει σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις την κυκλοφορία πτερωτών, τετραπόδων, διπόδων, βραγχιοφόρων κ.ο.κ., θα σκαρφιστεί κάτι σε παγκόσμιο επίπεδο για να αποκλείσει την επικοινωνία ζώων και παιδιών; Ή μια επιδημία που κτυπά τα ζώα αλλά όχι τον άνθρωπο θα εξαπλωθεί και έτσι οι ά-φωνοι αλλά έλλογοι φίλοι των παιδιών θα αναγκαστούν να μείνουν κλινήρεις μέχρι να αναρρώσουν; Αυτό το σενάριο μπορεί να φανεί αληθοφανές και να υλοποιηθεί από τη συνωμοσία των κακών σε όλο τον κόσμο.

Οι τουρίστες στο χωριό του Άι Βασίλη επισκέπτονται ένα αντίγραφο του παλατιού από απομίμηση κρυστάλλου, όπου φωτογραφίζονται μπροστά από παλιά παιχνίδια και κάτω από ψεύτικες νιφάδες, όμως δεν κάθονται πολύ: προτιμούν τη βοή και το κέφι στο Sanda land, τα χορταστικά χάμπουργκερ στον «Ιπτάμενο Τάρανδο» και τα παιχνίδια με τη φώκια Έλγκα στο ενυδρείο του παγοδρόμιου.
Μα το πραγματικό παλάτι, αν και απρόσιτο στο κοινό, υπάρχει: ολόκληρο από πάγο και κρύσταλλο, με τα δυο συστατικά να ξεχωρίζουν δύσκολα, αφού μάλιστα δεν πρόκειται για δυο μα για πολύ περισσότερα: ο πάγος δεν είναι μόνο νερού και το κρύσταλλο λένε πως έχει κόχες που συνομιλούν με τα κρύσταλλα της Ατλαντίδας. (Αν και τα σπουδαγμένα ελάφια, εκείνοι οι ξιπασμένοι ορθολογιστές του κύκλου του Γκούναρ λένε πως κρύσταλλα της Ατλαντίδας απλώς δεν υπάρχουν). Χτισμένο εδώ και απροσδιόριστο χρόνο υψώνεται έξω από το χωριό, διάφανο, σιωπηλό και προστατευμένο από τάφρο παγωμένη μα όχι αδιάβατη: τα διαμαντοποίκιλτα έλκηθρα, με κινητήρες μυστικής τεχνολογίας αλλά παραδοσιακά συρόμενα από τους Ημίαιμους (τάρανδους από διασταύρωση Ιπτάμενου κι Εδάφους) είναι πάντα έτοιμα να περάσουν με ασφάλεια ως τον Αόρατο Καταρράκτη – όπου αναλαμβάνουν τα χάσκι οι θυρωροί- τον επισκέπτη που διακριτικές συνεννοήσεις έχουν φέρει ως εδώ. Έτσι αυτό το απόγευμα, λίγο πριν το μαβί φως δώσει τη θέση του στη μεγάλη βόρεια νύχτα, ένα Πάλσεν – δηλαδή Μαύρος Πήγασος, ον που το λευκό χωριό βλέπει σπάνια -δίπλωσε τα βελούδινα φτερά του κι αποβίβασε μπροστά στο έλκηθρο της τάφρου τον μοναδικό επιβάτη του: μια ισχνή, ανάερη, καλυμμένη με κουκούλα Σκιά.
«Μα αφού όλοι ξέρουμε το Καλό», πετάχτηκε η Βιμπέκα με ορμή, μόλις η Σόνια, δεύτερη στην ιεραρχία, τελείωσε την ομιλία.
Στο στάβλο τους ανάμεσα στο παλάτι και τη Σκεπαστή Στέπα τα ελάφια, ανάστατα από τη φήμη πως είχε φτάσει ο Εφιάλτης, συνεδρίαζαν. Η Σόνια είχε μόλις εξηγήσει στους μικρότερους πως η διανομή των παιχνιδιών από τα ζώα του δάσους σκόνταφτε στην άγνοιά τους για το Καλό κι ότι δεν θα έφερναν σε πέρας ένα τέτοιο απαιτητικό έργο. Η Σόνια ήταν καλή δασκάλα μα είχε να κάνει με νέους σαν τη Βιμπέκα: γενιές που είχαν μελετήσει μέχρι και τις θεωρίες για το Τέλος της Εκμετάλλευσης και την έλευση της Χορτοφαγικής Ουτοπίας. Είχε χάσει πια την επαφή με τις Πρώτες Αρχές.
Ο Γκούναρ καθόταν παράμερα και τα ήμερα μάτια του καθρέφτιζαν τα βάθη του κόσμου.
«Βιμπέκα», είπε με αδιόρατη θλίψη, «είσαι τυχερή γενιά».
Η μικρή τον κοίταξε με δέος.
«Τα ζώα του δάσους ζουν με τρόπο που εσύ δεν γνώρισες», συνέχισε το ελάφι. «Τρώγονται μεταξύ τους, νομίζεις όμως πως αυτό το λένε Κακό; Κάθε άλλο! Χρειάζεται μια βίαιη επίθεση, μια άγρια ανατροπή των νόμων τους για να γεννήσουν την ιδέα του Κακού –κι έτσι, μετά, και του Καλού, οπότε να θελήσουν -πράγμα επικίνδυνο- να μοιράσουν δ ώ ρ α».
Η Βιμπέκα άκουγε τώρα με σεβασμό. Ο Γκούναρ ετοιμάστηκε να συνεχίσει, μα τότε η πόρτα χτύπησε και ο Κνουτ το πολικό αρκουδάκι είπε:
«Γκούναρ, σε θέλουν στην Αίθουσα του Θρόνου».
Το ελάφι ακολούθησε το αρκουδάκι σκεφτικό: στο μυαλό του είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια υποψία, ότι ο Εφιάλτης δεν βρισκόταν εκεί μόνο για τα ζώα. Τελευταία ακούγονταν φήμες για κάτι που οι Άνθρωποι ονόμαζαν Σύγχυση Αξιών και ο Γκούναρ πίστευε πως ειχε να κάνει με την αρρώστια του βασιλιά τους.
Στην Αίθουσα του Θρόνου οι δύο Άρχοντες κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, με στάση που απέπνεε οικειότητα. Το ελάφι υποκλίθηκε στον Αι Βασίλη κι έπειτα γύρισε στον επισκέπτη:
«Τα σέβη μου, Τζακ Σκέλετον», είπε. «Πώς είναι η αξιότιμη Σάλλυ;» 
 

«Παππού παραμυθά, δεν μου αρέσει το παραμύθι-σου»
«Γιατί, παιδί-μου;»
«Είναι μπερδεμένο. Έχει πολλά πρόσωπα και δεν είναι ήρωας ούτε ο Άγιοβασίλης, ούτε το ελαφάκι ο
Γκούναρ, ούτε κάποιος άλλος»
«Και;»
«Πλησιάζει η Δευτέρα και θα τελειώσει το παραμύθι και δεν θα μάθουμε ούτε τι κακό ετοίμαζε ο κύριος Εφιάλτης, ούτε πώς τελικά θα καταφέρουν τα ζώα να μοιράσουν τα δώρα. Και κυρίως τι πήγε να κάνει ο κος Εφιάλτης στο σπίτι του Αγιοβασίλη;»
«Παιδάκι-μου, θυμάσαι το φίδι που έδωσε στον Αδάμ και στην Εύα να φάνε από το δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού;»
«Το μήλο;»
«Μπράβο. Ε, τότε ο άνθρωπος μπόρεσε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό κι έτσι έχασε την αθωότητα του Παραδείσου. Τα ζώα όμως δεν την χάσανε. Τώρα λοιπόν ο κος
Εφιάλτης θέλει να μην φάνε αυτό το μήλο, γιατί έτσι θα αποκτήσουν κι αυτά συνείδηση και θα μπορέσουν να βοηθήσουν τα παιδιά να πάρουν τα δώρα-τους»
«Και τελικά;»
«Κόψανε το μήλο σε χιλιάδες, εκατομμύρια, δισεκατομμύρια μικρά κομματάκια…»
«Μα δεν γίνεται αυτό…»
«Γίνεται, γιατί το μαγικό μήλο αυτοπολλαπλασιάζεται. Έτσι, τα πουλιά ανέλαβαν να μοιράσουν σε όλα τα ζώα από ένα μικρό κομματάκι»
«Δηλαδή, παππού παραμυθά, με αυτόν τον τρόπο τα ζώα θα μάθουν το καλό και το κακό και θα μπορούν να καταλάβουν ότι παιδιά χωρίς δώρα δεν πρέπει να υπάρχουν»
«Ακριβώς»
 

                Κι έτσι τα ζώα απέκτησαν την ικανότητα να ξεχωρίζουν το καλό από το κακό, μοίρασαν τα δώρα στα παιδιά και ανέλαβαν τα ηνία της γης, μπας και δούμε καμιά καλύτερη μέρα. Και ζήσαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα

Καλή χρονιά
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, December 25, 2011

Παίζουμε γράφοντας

        Τα Χριστούγεννα μπορούμε να ξαναγίνουμε όλοι παιδιά. Άλλοι θυμούνται τις καλές πράξεις που όλο τον χρόνο τις είχαν αφήσει στα αζήτητα…, άλλοι συν-χαμογελούν με τα μικρά παιδιά κι άλλοι ξεφαντώνουν για να διώξουν τους καλικάτζαρους όλου του χρόνου.
        Εδώ στο Βιβλιοκαφέ, μιας και ο μάγειρας θα λείπει και τα γκαρσόνια θα πάρουν την άδειά-τους για να ξεκουραστούν από τα πολλαπλά σερβιρίσματα, είπαμε να μην κάνουμε ψηφοφορία όπως πέρυσι, αλλά να γίνουμε μικροί μαθητευόμενοι συγγραφείς (οι επαγγελματίες του είδους μπορούν να απέχουν αλλά μπορούν να συμμετέχουν κιόλας: όλοι είναι ευπρόσδεκτοι).
        Στήνουμε λοιπόν ένα παιχνίδι γραφής, κατά τα πρότυπα των μυθιστορημάτων-σκυταλοδρομιών, όπου ο ένας συγγραφέας συνέχιζε την ιστορία του άλλου. Εμείς ας το οργανώσουμε ως εξής:

1.  Όποιος θέλει μπορεί να σκεφτεί μια απλή έναρξη ιστορίας όπου θα αφήνει νήματα για να συνεχιστεί η ιστορία από κάποιον άλλο. Την καταθέτει λοιπόν στα σχόλια και περιμένει.
2.  Ας βάλουμε ένα όριο λέξεων για να μην πλατειάσουμε. Ας πούμε το πολύ 200 λέξεις ο καθένας.
3.  Ο επόμενος, στο ίδιο όριο λέξεων, συνεχίζει την ιστορία προσπαθώντας πάντα να μην την ολοκληρώνει αλλά να αφήνει ανοικτές διόδους για τον άλλον.
4.  Κάθε φίλος του Βιβλιοκαφέ, που θα ήθελε να παίξει, μπορεί να αφήσει το δικό-του κομμάτι συνεχίζοντας τον προηγούμενο και δίνοντας τη σκυτάλη στον επόμενο.
5.  Ο ίδιος φίλος μπορεί να ξαναγράψει, αν έχουν μεσολαβήσει από την προηγούμενη φορά που συμμετείχε τουλάχιστον δύο (2) άλλοι μαθητευόμενοι συγγραφείς.
6.  Η ιστορία ας τελειώσει τη Δευτέρα 2/1/2012 (ωραία φαίνεται το νούμερο!) με τον τελευταίο φίλο που θα θελήσει να κλείσει το παραμύθι-μας το βράδυ της ίδιας μέρας. Αλλιώς θα το κλείσω εγώ…  
Το εγχείρημα είναι τολμηρό, αφού ξέρω καλά πως μπορεί να βγει μούφα. Όποιος το δει με αυτήν την προοπτική ίσως διστάσει να συμμετάσχει. Όποιος όμως πιστέψει στο πνεύμα των ημερών και στην παιδική αφοβία που κρύβουμε μέσα-μας ας τολμήσει να καταθέσει κι αυτός τη φαντασία-του.
Ας γράψουμε ένα παραμύθι, για μικρά ή για μεγάλα παιδιά, ας φανταστούμε πού το πάει ο προηγούμενος κι ας επιβεβαιώσουμε ή διαψεύσουμε τις εκτιμήσεις. Ας γράψουμε ένα αληθοφανές αλλά και γεμάτο φαντασία κείμενο που θα ξορκίσει τα κακά πνεύματα των καιρών. Ας γίνουμε αναγνώστες της παραγράφου του προηγούμενου και μαζί συγγραφείς σε μια σκυταλοδρομία έμπνευσης και σκορπίσματος χιούμορ, προβληματισμού, αφήγησης, διαλόγων, δοκιμίου κ.ο.κ. 

Ο πιο ευφάνταστος πρώτος το σχόλιό-του βαλέτω…

Καλές γιορτές
Πατριάρχης Φώτιος

Υ.Γ. Επειδή δεν τόλμησε κανείς να ξεκινήσει, αναρτώ ξανά την ιδέα και ρίχνω εγώ το πρώτο μπουκάλι στο πέλαγος ελπίζοντας ότι κάποιος θα το συνεχίσει.

Thursday, December 22, 2011

“Ο χορός της νύφης” του Τηλέμαχου Κώτσια

Ο Φρόιντ είχε προσπαθήσει να εξηγήσει τις υστερίες και τις νευρώσεις πολλών ανθρώπων βάσει σεξουαλικών απωθημένων. Η επαναστατικότητα της ερμηνείας-του έχει αφήσει το στίγμα-της σε όλο τον 20ό αιώνα, αλλά ξεπεράστηκε, τουλάχιστον στις γενικές-της θέσεις, επειδή κρίθηκε μονόπλευρη και επειδή αγνόησε άλλες παράλληλες πτυχές του πολύπλευρου ψυχισμού του ανθρώπου.

Ελληνικός καφές βαρύ γλυκός:
Τηλέμαχος Κώτσιας
“Ο χορός της νύφης”
εκδόσεις Ψυχογιός
2011

            Η λογοτεχνία συναντά πολλές φορές τη λαογραφία, συναντά πολλές φορές έθιμα και τελετουργίες, ειδικές δοξασίες και δημοτικά τραγούδια, λαϊκούς θρύλους και άλλα ανάλογα. Θυμάμαι ενδεικτικά το “Έβδομο ρούχο” της Φακίνου, “Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα” της Γαλανάκη, για να μην πάω παλιότερα στην άνθηση της ηθογραφίας και στην ακμή της αποτύπωσης της ντόπιας κουλτούρας στα έργα των Βιζυηνού, Παπαδιαμάντη, Κονδυλάκη, Καρκαβίτσα κ.ο.κ.
            Ο Τηλέμαχος Κώτσιας, Ηπειρώτης στην καταγωγή, έχει στον νου-του ένα έθιμο, έναν θρύλο μάλλον της ορεινής-του πατρίδας και πάνω σ’ αυτό στήνει την υπόθεσή-του. Πιο πολύ τον κέντρισε, απ’ ό,τι μπορώ να καταλάβω, η διάθεση να εξηγήσει το γιατί κάποτε, χαμένο στα άδηλα χρόνια της λαϊκής μνήμης, μια νύφη λιποθύμησε στον γάμο-της και έπειτα –όπως λέγεται- αναστήθηκε από το κλαρίνο. Μια μισοαληθινή – μισοψεύτικη ιστορία, εξυφασμένη στο πέρασμα των χρόνων από τη λαϊκή ψυχή, φτάνει ως σήμερα και το μυθιστόρημα προσπαθεί να ρίξει την επίκαιρη ματιά του σήμερα ώστε να εξηγήσει, όχι φυσικά επιστημονικά, 1) γιατί λιποθύμησε η νύφη (εξήγηση μάλλον εύκολη) και 2) πώς έγινε και “αναστήθηκε”.
            Η υπόθεση λοιπόν του έργου βασίζεται στην 28χρονη Βίκυ, η οποία μόλις χώρισε από τον άνδρα-της, και μεταξύ μελαγχολίας και αναμνήσεων προσπαθεί να ξαναβάλει μπροστά τον μύλο της ζωής-της. Οι αναμνήσεις-της σχετίζονται με σεξουαλικές στιγμές που τώρα της λείπουνε και τώρα μόνη, και στερημένη, αναζητεί μια καινούργια αρχή. Μπαίνει σε ένα μεταπτυχιακό λαογραφίας, σχετίζεται με τον καθηγητή-της, ενώ για λίγες μέρες ξεδίνει σε ένα νησί, κάνοντας τόπλες ή και ολόγυμνη μπάνιο, χωρίς όμως να ενδώσει στις ορέξεις των αρσενικών. Με τον σύντροφό-της πηγαίνει στην Ήπειρο για να μελετήσουν επιστημονικά το έθιμο, που προανέφερα, μυείται στην ατμόσφαιρα της ηπειρωτικής ζωής, παρακολουθεί τα δρώμενα, ακούει διηγήσεις και εκφράζει εικασίες (λ.χ. μήπως υπήρχε δίδυμη αδελφή που πήρε τη θέση της νεκρής κ.ο.κ.). Στο τέλος παθαίνει η ίδια ό,τι μελετούσε και συνέρχεται με μια σεξουαλική διέγερση που θα την ξαναδώσει τη χαμένη-της ζωντάνια.
            Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο βρίσκεται συχνά σε παραγράφους ή και σε σελίδες φλύαρες που απλώς γεμίζουν τα κενά για να προχωρήσει σταδιακά η ιστορία, χωρίς να βαραίνουν με την ουσία-τους. Και σε μια λογοτεχνία, όπως η σημερινή, που τίποτα περιττό -αν είναι δυνατόν- δεν πρέπει να υπάρχει, το μυθιστόρημα του Κώτσια περπατά αργά, σαν τους ηπειρώτικους χορούς. Παράλληλα, πάμπολλα πραγματολογικά λάθη, λάθη αληθοφάνειας, προκύπτουν και κάνουν το νεο-ηθογραφικό αυτό εγχείρημα (άρα και εξ ανάγκης ρεαλιστικό) να τρίζει. Η διαδικασία λ.χ. εισόδου της Βίκης στο μεταπτυχιακό, η πρώτη συνάντηση με τον καθηγητή για να πάρει πληροφορίες κ.ό.κ. μάλλον απέχει παρασάγγας από τον τρόπο που θα προχωρούσαν ανάλογες διαδικασίες σε ένα πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Ή το πώς έκλεισε δύο δωμάτια στο ξενοδοχείο αλλά από λάθος τούς δώσανε ένα, και άλλες λεπτομέρειες που ανά τακτά διαστήματα κλονίζουν την εμπιστοσύνη του αναγνώστη στο στέρεο έδαφος της αφήγησης.
            Η πιο σημαντική ωστόσο ένσταση αφορά στην ίδια την ιδεολογική τοποθέτηση του κειμένου (και του συγγραφέα;). Περίπου στο ¼ του μυθιστορήματος, άλλοτε μαζικά όπως στην περίοδο του γυμνισμού της Βίκυς κι άλλοτε σκόρπια, η λογοτεχνία του Κώτσια φλερτάρει με τον ακραίο ερωτισμό αν όχι με το πορνό. Αυτό καθεαυτό δεν ενοχλεί, όσο ενοχλεί η διάθεση έξαψης των παθών με τον τρόπο που θέτει την ερωτική διάθεση στο κέντρο όλης της ζωής της Βίκυς, σαν να είναι εξημμένη έφηβη και όχι ώριμη τριαντάρα (σχεδόν), λες και δεν είχε δουλειά ή δεν έκανε σχέδια για άλλες προοπτικές της ζωής-της. Και πάνω σ’ αυτή την φροϊδικής έμπνευσης εμμονή με το σεξ, ξαναλέω σαν να ζούμε σε έναν στερημένο κόσμο, πατά το όλο ιδεολόγημα για να εξηγήσει τον θρύλο της νύφης. Η γενετήσια στέρηση έκανε τη νύφη να λιποθυμήσει, παρθένα προφανώς, στη φάση του απογαλακτισμού από το σπίτι, σε μια έξαρση της στιγμής και της γαμήλιας κορύφωσης. Και η λύση για να συνέλθει δεν είναι φυσικά το κλαρίνο, αλλά η τριβή των γεννητικών οργάνων-της, ο ερωτικός ερεθισμός, η σεξουαλική ηλεκτροπληξία που θα αναταράξει το είναι-της.
            Ο Κώτσιας συνδέει τη λαογραφία με την ψυχανάλυση, την παράδοση με την επιστήμη, τη γυναικεία φύση με τον λαό και τις αντιλήψεις-του. Θα μπορούσε ωστόσο να είναι πιο πυκνός. Θα μπορούσε να γράψει ένα μεγάλο ίσως διήγημα, να αποφύγει τις ατέρμονες σκηνές και έτσι να συμπτύξει την ιδέα-του σε μια πιο ουσιαστική αφήγηση. Αν γινόταν αυτό, η εξήγηση του τέλους, όσο μονόπλευρη κι αν φαίνεται τουλάχιστον στα μάτια-μου, θα μπορούσε να έλθει ως κορύφωση και όχι ως προκατασκευασμένη λύση.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, December 19, 2011

“Το όνειρο του Οδυσσέα” του Μάκη Καραγιάννη

Από το παρόν ενός πανεπιστημιακού στις απεργίες του μεσοπολέμου και από τον παλίμψηστο κώδικα γύρω από τη βυζαντινή τέχνη ως τον φόνο: ο αναγνώστης αναζητεί το πώς ένα τέτοιο ετερόκλητο και πολυποίκιλο υλικό μπορεί να δέσει σε μια άρτια σύνθεση.


Καπουτσίνο κάραμελ:
Μάκης Καραγιάννης
“Το όνειρο του Οδυσσέα”
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2011
 
            Η γενιά του Πολυτεχνείου: κάποτε ήρωες, τώρα δακτυλοδεικτούμενοι αριβίστες. Και όχι μόνο οι πολιτικοί που σκαρφάλωσαν στα έδρανα της Βουλής με τα εύσημα της αντιστασιακής δράσης-τους, αλλά και πολλοί άλλοι που δεν προβάλλουν στις τηλεοπτικές οθόνες αντιπαρήλθαν γρήγορα την αριστερή-τους ιδεολογία και τη φτώχια, ορθοπόδισαν στη μεταπολιτευτική Ελλάδα και την εκσυγχρόνισαν προσαρμόζοντάς-την στη ζωή-τους. Αντί να οδηγήσουν την κοινωνία στο ύψος της ιδεολογίας-τους, στένεψαν τη χώρα στο συμφέρον-τους και καλούπωσαν θεσμούς και νοοτροπίες στα δικά-τους όνειρα για αναρρίχηση.
            Ο Καραγιάννης είναι λίγο μικρότερος απ’ αυτήν τη γενιά, αν και οριακά μπορεί να συμπεριληφθεί σ’ αυτή, καθώς γεννήθηκε το 1958. Έτσι, είτε κατηγορεί τους συνομηλίκους-του είτε επιχειρεί να ξεσκεπάσει το φαύλο κύκλο της μεταδικτατορικής Ελλάδας, που στηρίχτηκε στους κάπως μεγαλύτερούς-του πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι πετσόκοψαν τις δάφνες-τους για να φτιάξουν το λαχταριστό στιφάδο ημών …το επιούσιον.
            Ο συγγραφέας επιλέγει, ανάμεσα σε πολλά πιθανά πεδία, τον χώρο του πανεπιστημίου και γράφει ένα campus novel, για να εντάξει τον κεντρικό χαρακτήρα-του, τον καθηγητή και αντιπρύτανη Στέφανο Δενδρινό. Ο Δενδρινός ενσαρκώνει τον νεαρό αντιχουντικό που εισήλθε στο πανεπιστήμιο, ανήλθε σταδιακά τις βαθμίδες, κατέλαβε θέσεις-κλειδιά, βόλεψε τη σύντροφό-του και άλλους καλούς φίλους, συμμετείχε στη διοίκηση και εντέλει δεν απέφυγε τον πειρασμό να κερδίσει χρήματα από τη συμμετοχή-του σε επιτροπές που χειρίζονταν τα οικονομικά του πανεπιστημίου και τις αναθέσεις έργων σε φερέγγυες εταιρίες, πάντα με το αζημίωτο. Στην κορυφή της πυραμίδας φωτίζεται το σκάνδαλο, για το οποίο πλέον κατηγορείται, μέχρι που η δολοφονία-του απλώνει το δίχτυ των διαπλεκόμενων σε πολλούς που τον περιστοίχιζαν. Ο δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής αναλαμβάνει να γράψει τη βιογραφία-του διατρέχοντας εν τάχει τη ζωή-του ως τις κρίσιμες μέρες οπότε ο Δενδρινός πέρασε τον Ρουβικώνα προς την πλούσια ζωή.
            Τα ποικίλα σκάνδαλα που έχουν κατά καιρούς αποκαλυφθεί στη διοίκηση των πανεπιστημίων με παραγγελίες τζακούζι και με υπεξαίρεση εκατομμυρίων ευρώ αποτελούν και τη βιτρίνα σε ένα έργο που δεν θέλει να μιλήσει για τα πανεπιστήμια αυτά καθαυτά. Γι’ αυτό παρουσιάζει την κορυφή του παγόβουνου και όχι το μεγάλο σώμα των δολοπλοκιών και της ευνοιοκρατίας, όσο κι αν απόηχοί-τους ακούγονται σποραδικά, που οδηγούν από τη μία μικρή παρανομία στην άλλη μεγάλη, με το δέλεαρ της εξουσίας και την πίστη ότι στη διεφθαρμένη Ελλάδα κανείς δεν θα ασχοληθεί με αυτές. Πιο πολύ ο πανεπιστημιακός χώρος αποτελεί το πρόσφορο έδαφος, προκειμένου να συζητηθεί η χρεοκοπία των τριανταπέντε χρόνων που μεσολάβησαν ανάμεσα στη αισιοδοξία της αποκατάστασης της Δημοκρατίας και την ψευδαίσθηση ότι ιδέες και πολιτική υπάρχουν για να στηρίζουν την ευδαιμονιστική ευτυχία-μας.
            Κι εκεί που ο αναγνώστης αμφιταλαντεύεται ως προς την αξία του μυθιστορήματος, εκεί που παρακολουθεί τον ενσαρκωτή της αλλαγής από τον ηρωισμό στον αμοραλισμό, η αφήγηση αλλάζει και μεταφέρεται στο μεσοπόλεμο, όπου ο παππούς του Δενδρινού και ο παππούς του ανταγωνιστή-του Σκαρλάτου έχουν τη δική-τους έριδα. Οι αγώνες των καπνεργατών, οι απεργίες και οι απεργοσπάστες, ο κομμουνιστικός δάκτυλος στις κινητοποιήσεις και οι εθνικόφρονες που τον βλέπουν ως εθνικό κίνδυνο, οι καταδόσεις, οι βιαιοπραγίες και οι συλλήψεις, φόνοι στο παρασκήνιο κλπ. Το έργο αποκτά ιστορική διάσταση και μένει να φανεί τι σχέση έχουν όλα αυτά με το παρόν.
            Ο βασικός άξονας στηρίζεται πάνω στη δολοφονία του Δενδρινού, την οποία ξέρουμε εξ αρχής, και όλα τα άλλα, ιδεολογικά, ιστορικά, πανεπιστημιακά οργανώνονται στην προσπάθεια του δημοσιογράφου Οδυσσέα να ανακαλύψει την άκρη του νήματος για τον θάνατο του φίλου-του.
από το
www.byzantinemuseum.gr
            Το τελικό αποτέλεσμα δεν καταξιώνει ούτε το πανεπιστημιακό μυθιστόρημα, ούτε το αστυνομικό, ούτε το ιστορικό. Ο Καραγιάννης στην προσπάθειά-του να χωρέσει πολλά και να προεκτείνει τις ιδεολογικές-του ανησυχίες προς πάσα κατεύθυνση πέφτει σε μια συνηθισμένη παγίδα. Αφενός κόβει το έργο-του σε τρία μέρη (πανεπιστημιακές ίντριγκες, ιστορικοκοινωνικές περιπέτειες και αναζήτηση ενός χαμένου Κώδικα του ψευδο-Διονυσίου), με αποτέλεσμα να διαβάζουμε τρία ανεπαρκώς συνδεδεμένα αφηγήματα. Αφετέρου, και εξαιτίας του προηγούμενου, το μυθιστόρημα αλλάζει κάθε τόσο πεδίο δράσης, κάνει απότομες καμπές και τέλος πάσχει στην οργάνωση αυτών των ιστοριών σε μια κοινή αφηγηματική γραμμή.
Πατριάρχης Φώτιος