Wednesday, April 01, 2015

ΝΟΜΠΕΛ λογοτεχνίας 2014: Πατρίκ Μοντιανό


Καλός ο Μοντιανό. Παλιός γνώριμος και μεταφρασμένος στην Ελλάδα, έστω κι αν δεν τον ήξεραν πολλοί. Το πρόσφατο Νόμπελ ήρθε να επιβεβαιώσει μια λογοτεχνική αξία και να προβάλει μια ιστορική συμβολή.
 

Παγωτό φράουλα:
Patrick Modiano
Dora Bruder
Gallimard 1997
Πατρίκ Μοντιανό
“Ντόρα Μπρούντερ”
μετ. Κ. Τζώρτζη
εκδόσεις Πατάκη
1998
 

          Ξαναπιάνω μετά από δεκάξι χρόνια το μικρό βιβλιαράκι του Μοντιανό, τώρα που πήρε το βραβείο Νόμπελ. Δεν θυμάμαι ποια εντύπωση μου είχε αφήσει τότε (ξαναβλέπω την ημερομηνία αγοράς: Μάιος 1999), εντύπωση όχι τόσο συνταρακτική ίσως, καθώς μπορώ να πω ότι αλλιώς διάβαζα τότε, κι ως τώρα νομίζω ότι έχω εξελιχθεί ως αναγνώστης. 35 ετών τότε διάβαζα με σαφώς μικρότερες παραστάσεις, με σαφώς μικρότερη πείρα.
         

Όλα ξεκινούν με μια μικρή είδηση στην εφημερίδα, αναδημοσιευμένη από τις 31 Δεκεμβρίου 1941:

ΠΑΡΙΣΙ
    Αναζητείται νεαρή κοπέλα με το όνομα Ντόρα Μπρούντερ, 15 ετών, 1,55μ.. ύψος, πρόσωπο ωοειδές, μάτια γκριζοπράσινα, σπορ παλτό γκρι, πουλόβερ μπορντό, φούστα και καπέλο μπλε σκούρο, αθλητικά παπούτσια καφετιά. Στείλτε οποιαδήποτε πληροφορία στον κ. και στην κ. Μπρούντερ, λεωφόρος Ορνανό 41, Παρίσι.” 

          Απ’ αυτήν την ασήμαντη είδηση ξεκινά με καβαφικό τρόπο η φιλοπερίεργη έρευνα για τη μικρή αυτή Εβραία που χάθηκε μέσα στον πόλεμο. Τώρα, εκτιμώ καλύτερα αυτήν την τεχνική, που την ξαναείδα σε άλλους συγγραφείς και δη Έλληνες, την αναζήτηση δηλαδή του παρελθόντος με βάση τα μικρά ίχνη που άφησε στο παρόν. Είναι ένα είδος ντετεκτιβικής δράσης, που δεν έχει βέβαια σκοπό την εξακρίβωση του πού χάθηκε η μικρή Ντόρα, αλλά της ιστορικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης τα δύσκολα κατοχικά χρόνια στο Παρίσι.
          Ακόμη περισσότερο, το παρόν συνδέεται με το παρελθόν με δύο κρίκους. Από τη μία, με τη δεκαετία του 1940 και ακόμα πιο πίσω, ώστε να μάθει ο αφηγητής τα σχετικά με την οικογένεια Μπρούντερ (φτωχοί Εβραίοι εκ Βιέννης και Βουδαπέστης, που κατέφυγαν πριν από τον πόλεμο στο Παρίσι για να βρουν καλύτερη τύχη). Κι από την άλλη, με τη δεκαετία του ’60, την εποχή δηλαδή κατά την οποία ο αφηγητής ζούσε και κινούνταν στην ίδια περιοχή της γαλλικής πρωτεύουσας, στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα που ερευνά (προέκταση της οποίας είναι η σύλληψη του πατέρα του αφηγητή κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής). Ο αφηγητής λοιπόν συνδέεται αφενός με το εθνικό παρελθόν (και μάλιστα στην εβραϊκή-του γραμμή, στην οποία κι ο ίδιος ανήκει) και αφετέρου με το προσωπικό παρελθόν, που καλύπτει τα νεανικά-του χρόνια και δίνει το στίγμα της ζωής-του τότε. Φυσικά, οι δύο γραμμές μπλέκονται σαν κλωστές που ενώνονται στη βελόνα, σαν υγρά που ανακατεύονται στο ποτήρι…
          Η πορεία της έρευνας αργοπερνά από ίχνος σε ίχνος, από έγγραφο ή φωτογραφία σε συνεντεύξεις και περαιτέρω στοιχεία. Τίποτα ωστόσο δεν είναι σίγουρο και γι’ αυτό ο αφηγητής διατυπώνει πλήθος ερωτημάτων, για πολλά από τα οποία δεν βρίσκει απάντηση. Είναι στην ουσία η αναζήτηση του παρελθόντος ένα παζλ για το οποίο δεν υπάρχουν όλα τα κομμάτια, αλλά κι αυτά που υπάρχουν δεν είναι βέβαιο πώς συνδέονται και ποια εικόνα σχηματίζουν.
          Ο Μοντιανό ανασυνθέτει λοιπόν έναν χρόνο και έναν τόπο, το Παρίσι μέσα στον πόλεμο, όπως η Δούκα ανασυνθέτει τα Χανιά των αρχών του 20ού αιώνα. Οι οδοί που άλλοτε διασώζουν τα κτήρια, με αλλαγμένη συνήθως χρήση, οι άνθρωποι που επέζησαν από τότε, τα γραπτά μνημεία που καταγράφουν ληξιαρχικά στοιχεία και άλλα ντοκουμέντα.
          Αλλά ανασυνθέτει και την Ντόρα Μπρούντερ κομματάκι κομματάκι. Ποια τελικά είναι η Ντόρα Μπρούντερ; Ως άνθρωπος, μάλλον μια από πολλές παρόμοιες περιπτώσεις. Ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας, το αντικείμενο μιας έρευνας που δεν έχει να επιδείξει πολλά αλλά κινείται περισσότερο με εικασίες και μικρές αναφορές. Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα όμως πολλών άλλων κοριτσιών, ως στόχος της ματιάς του Μοντιανό, έχει παραπάνω πράγματα να πει. 
          Αν το καλοσκεφτείς, κι εγώ κάνω ό,τι έκανε ο Μοντιανό. Ανασυνθέτω μια άλλη εποχή μέσω του διαβάσματος ενός βιβλίου, διαβάσματος που έγινε πριν από δεκαέξι χρόνια. Είμαι κι εγώ ένας αναγνώστης-ερευνητής που προσπαθεί να θυμηθεί τις εντυπώσεις-του, αλλά και να τις συνδυάσει με την τωρινή επάνοδο στο βιβλίο. Είναι τελικά η ίδια διαδικασία, μια διαδικασία επαναγραφής, αναθεώρησης, ανάμνησης αλλά και ελέγχου των αναμνήσεων, κοιτάγματος μιας εποχής αλλά και του προηγούμενου εαυτού-μου. 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε την 24η/2/2015 στο In2life και εδώ κοσμείται με εικόνες που ελήφθησαν από: lereseaumodiano.blogspot.com, www.ww2incolor.com, www.yadvashem.org, www.dailymail.co.uk, www.aftonbladet.se και blogs.wsj.com]
Καλό Μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 27, 2015

“1948” του Yoram Kaniuk

Γεννιέται το κράτος του Ισραήλ, φεύγουν οι Βρετανοί, ωρύονται οι Άραβες κι ένα αμούστακο παιδί ζει τα κοσμοϊστορικά γεγονότα ως εθελοντής σε έναν πόλεμο που δεν το άφησε φυσικά αλώβητο.
 

Καφές με κάρδαμο:
יורם קניוק
תש"ח
Yoram Kaniuk
“1948”
μετ. Μ. Ντεκάστρο
εκδόσεις Πόλις
2014
 
 

          Αυτό το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα θυμίζει πολύ απομνημόνευμα, σαν τα δικά-μας απομνημονεύματα του ’21, όχι βέβαια στο ύφος αλλά στην ώσμωση ιστορίας και ατομικότητας, εθνικού και προσωπικού, αφήγησης και σχολιασμού.
          Ο Ισραηλινός συγγραφέας ήταν, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, 16 χρονών και συμμετείχε ως απλός φαντάρος στην προσπάθεια των απανταχού της γης Εβραίων να (επαν)ιδρύσουν το κράτος-τους στα πατρώα εδάφη της Ανατολικής Μεσογείου, όπου τότε κατοικούσαν ως επί το πλείστον Άραβες. Το κείμενο λοιπόν συντίθεται από τις προσωπικές αναμνήσεις από τις μέρες εκείνες, με τη βιωματικότητα ενός αμούστακου παιδιού που εθελοντικά πηγαίνει να πολεμήσει για μια πανάρχαια Μεγάλη Ιδέα, για μια πατροπαράδοτη φιλοδοξία που τράφηκε ακόμα περισσότερο από την αδικία του Ολοκαυτώματος εις βάρος των Εβραίων.
          Όπως προείπα, αυτό που κερδίζει την προσοχή του αναγνώστη, του αναγνώστη που ούτε λεπτομερώς ξέρει την ιστορία της ίδρυσης του Ισραήλ ούτε τον ενδιαφέρει η συγκεκριμένη περίοδος, είναι η μετάβαση από το ειδικό στο γενικό, από το γεγονός στον προβληματισμό. Στην ουσία δεν παρακολουθούμε τα ιστορικά δεδομένα, αλλά μεμονωμένες σκηνές, όσες αποτελούν το πρόσφορο έδαφος για να κοινωνήσουμε την εθνικά υπαρξιακή ιδέα της δικαιοσύνης, όπως την έβλεπαν οι Εβραίοι, να έχουν δηλαδή πλέον το δικό-τους κράτος.
          Ο συγγραφέας αφηγούμενος δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ιστορική αλήθεια όσο για την προσωπική. Έτσι, αποποιείται κάθε ίχνος ηρωισμού, αφού κανονικά ήρωας είναι ο μαχητής που νιώθει σιγουριά για την αποστολή-του και πολεμάει χωρίς διλήμματα. Ο αφηγητής όμως, όχι ως νεαρός εθελοντής, αλλά ως ώριμος γέρος που αναλογίζεται τι έκανε τότε, έχει πολλά ερωτήματα για τον πόλεμο, τη θυσία, την αξία της ζωής, την εθνική συνείδηση, την κρατική οντότητα, το όφελος μιας τέτοιας προσπάθειας… Το ύφος του κειμένου έχει δόσεις αυτοστοχασμού, ειδικά στην αρχή που ο Γιόραμ περισσότερο σκέφτεται παρά εξιστορεί, καθώς βλέπει εκ των υστέρων τις νεανικές παθιασμένες πρωτοβουλίες και αναλογίζεται την αλήθεια-τους και την αναγκαιότητά-τους. Όχι ότι αποποιείται τη συνεισφορά-του στη δημιουργία ενός κρατικού οργανισμού, που έχει στεγάσει τα όνειρα εκατομμυρίων Εβραίων, αλλά μια αύρα ματαιότητας πνέει σε μερικά σημεία… έστω μια αύρα προβληματισμού για τον πόλεμο και τις συνέπειές-του.
          Τα επεισόδια που περνάνε σαν ταινία μπροστά στα μάτια-μας είναι πολύ ειδικά, γνωστά ίσως στην ισραηλινή ιστορία, και δεν θα είχαν καμία αξία για μας, αν δεν αντιπροσώπευαν τον αγώνα ενός λαού. Δεν ξεχνώ βέβαια, και δεν ξέχασα ούτε στιγμή όσο διάβαζα το μυθιστόρημα, ότι η άλλη μισή αλήθεια είναι οι Άραβες, που ζούσαν σ’ αυτά τα εδάφη και υποχρεώθηκαν να “αποδεχτούν” το νεότευκτο κράτος του Ισραήλ. Έτσι, η ειλικρινής στάση του Κανιούκ αφήνει στη σκιά την αντίστοιχη θέαση των πραγμάτων από έναν πιθανό Παλαιστίνιο σύγχρονό-του…
          Κλείνοντας, οφείλω να πω ότι η στάση του συγγραφέα είναι πολύ μετριοπαθής. Όχι μόνο θεωρεί ότι όλα όσα λέει είναι αποκυήματα μιας αφερέγγυας μνήμης, που συχνά διχογνωμεί, ψεύδεται, διαστρεβλώνει, αλλά και δηλώνει ότι όλη αυτή η εμπειρία του πολέμου τον έκανε να αναθεωρήσει τις νεανικές-του αντιλήψεις: “είδα από απόσταση την ισραηλινή-μου εμπειρία, την καθημερινότητα που γνώριζα και ήταν δική-μου, πήρα αποστάσεις από τον πόλεμο, τον σιωνισμό, τα τραγούδια του Σέιχ Άμπρεκ, το θάνατο”. Η συγκίνηση που τον συνοδεύει από τότε που αναγκάστηκε να σκοτώσει ένα παιδί είναι το κομβικό συναίσθημα που διαποτίζει τον ίδιο τον πόλεμο και βγάζει τον Γιόραμ περισσότερο ανθρώπινο από αυτό το απάνθρωπο μακελειό.
 

Η ισραηλινή λογοτεχνία είναι αρκετά ακμαία, με σπουδαίους συγγραφείς όπως ο Αβραάμ Γεοσούα ή ο Αμός Όζ. Συμπληρώνω μερικά ονόματα του αστυνομικού μυθιστορήματος, όπως ο Μπάτυα Γκουρ και ο Γιαΐρ Λαπίντ . 

[Δείτε και τη σκεπτόμενη ανάρτηση της Βιβής. Η δική-μου βιβλιοπαρουσίαση πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 17/2/2015 και εδώ κοσμείται από εικόνες που έλαβα από: www.nowtheendbegins.comwww.ynetnews.com, www.sullivan-county.com-, www.zionism-israel.com, και www.nowtheendbegins.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, March 24, 2015

“Ασκήσεις επιβίωσης” του Χόρχε Σεμπρούν

Πρώτα η Γκεστάπο και μετά το Μπούχενβαλντ, έπειτα η δικτατορία του Φράνκο και η παράνομη δράση του Σεμπρούν συνθέτουν έναν ιστορικό καμβά, πάνω στον οποίο μνήμες και σχόλια ράβουν ένα λογοτεχνικό χρονικό.
 

Γαλλικός καφές με σαγκρία:
 
Jorge Semprun
“Exercices de survie”
Gallimard 2012
Χόρχε Σεμπρούν
“Ασκήσεις επιβίωσης”
μετ. Ε. Κορομηλά
εκδόσεις Πόλις
2014
 

 
          Πιο πολύ πρόκειται για μαρτυρία, για αυτοβιογραφικό αφήγημα, για απομνημόνευμα… Όπως κι αν το ονομάσει κανείς, είναι μια ρέουσα, λογοτεχνική αφήγηση που διαρρηγνύει τη βιωμένη ιστορία με τρόπο άμεσο αλλά και παραστατικό.
          Ο Σεμπρούν, γεννημένος το 1923, έζησε την γερμανική επέλαση και το 1943 είχε οργανωθεί ήδη στη γαλλική αντίσταση. Τότε ήταν που συνελήφθη από την Γκεστάπο, βασανίστηκε και στάλθηκε στο στρατόπεδο Μπούχενβαλντ, απ’ όπου απελευθερώθηκε το 1945. Τότε δεν ήταν ακόμα συγγραφέας, αλλά, λίγο πριν πεθάνει το 2011, αισθάνθηκε την ανάγκη να αποτυπώσει στο χαρτί όσα έζησε, ντύνοντάς-τα με τη λογοτεχνική στόφα που ενδιαμέσως απέκτησε. Έτσι, έστω και ημιτελές, όμως σχεδόν τελειωμένο, το κείμενο αυτό είναι συνάμα προσωπική μαρτυρία και αισθητική μετάπλαση της ιστορικής πραγματικότητας.
          Δεν είναι μόνο μια γνήσια λογοτεχνική φλέβα που μετατρέπεται σε ύφος και αφηγηματική γλώσσα. Είναι και η ίδια η αφήγηση που ναι μεν έχει ως άξονά-της τα γεγονότα της περιόδου 1943-1945 αλλά εμπλουτίζεται με σχόλια, πληροφορίες, μεταγενέστερες σκηνές κ.ο.κ. οι οποίες περιβάλλουν το κύριο μενού με νέους φωτισμούς, σκέψεις που προέκυψαν εκ των υστέρων, δοκιμιακό σχολιασμό, εν γένει μια προσπάθεια να ξαναδεί σε απολογισμό τον εαυτό-του και κυρίως την εμπειρία της φυλακής και των βασανιστηρίων. Δεν ξεχνά το Μπούχενβαλντ, αλλά συναιρεί και την παράνομη δράση-του, όταν πέρασε πλείστες φορές στην Ισπανία του Φράνκο, όπου ως μέλος του ΚΚΙ με πλαστό διαβατήριο επιχειρούσε συχνά μέσα στο αυταρχικό καθεστώς της πατρίδας-του.
          Διαβάζουμε λοιπόν φράσεις και σκέψεις που αφορούν το σώμα και το πώς βιώνει τα βασανιστήρια, πώς δεν είναι ένα κομμάτι αλλότριο από αυτό που ονομάζουμε “εαυτό” αλλά ένα ενιαίο σύνολο με το εγώ-μας. Οι “ασκήσεις επιβίωσης” είναι πρώτιστα παιχνίδια του νου για να αντέξει τη φρίκη και τον σωματικό πόνο, την ερημιά του κελιού και τη μοναξιά του βασανισμού, την απειλή του θανάτου και τον φόβο. Είναι η αφήγηση του Σεμπρούν για το πώς προετοιμάστηκε πριν συλληφθεί, ώστε να αντέξει, με μια νηφαλιότητα που κρύβει την αγωνία, ακριβώς επειδή δίνεται εξήντα χρόνια μετά, υπό το καταλάγιασμα της φρίκης χάρη στον χρόνο. Είναι η μνήμη που λειαίνεται, είναι η απόσταση που κάνει τον λόγο πιο νηφάλιο, πιο ήπιο, πιο στρογγυλό.
          Εν τέλει, το αφήγημα, όπως αυτοονομάζεται, κάνει ό,τι κάνουν και άλλα κείμενα των τελευταίων χρόνων: δημιουργεί ένα παρελθοντικό επίπεδο δράσης, μια ιστορική εποχή που θυμάται ο αφηγητής, και με άξονα αυτήν πηγαινοέρχεται σε μεταγενέστερες εποχές και στο σήμερα, για να τις αντιπαραβάλλει, να συμπληρώσει, να δημιουργήσει αντιστίξεις, να διορθώσει τη μνήμη…
          Κανονικά δεν έπρεπε να με συναρπάσει αυτό το βιβλίο. Είναι μια προσωπική μαρτυρία, χωρίς αυστηρή οργάνωση και άξονα πλοκής. Υπερτερεί η μνήμη και όχι η φαντασία, η προσωπική εμπειρία και όχι ο χειρισμός-της. Όμως το σεμπρουνικό ύφος, η εναλλαγή των επιπέδων, ο μαγνήτης της δίωξης από Γερμανούς και Ισπανούς φασίστες, το συγκινητικό κλίμα μιας σωτηρίας από το στρατόπεδο συγκέντρωσης κ.ο.κ. κάνει τον αναγνώστη να μένει εκεί και να δένεται συναισθηματικά με τη γραφή του Σεμπρούν.
          Κλείνω με μια φράση του ίδιου του Σεμπρούν: “Ένα αφήγημα αρχίζει να σκηνοθετείται από μόνο-του, σαν ένα είδος νεφελώδους αφήγησης που αναμειγνύει μυθοπλασία και ιστορική αλήθεια”. Αυτό είναι οι “Ασκήσεις επιβίωσης”! 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17/3/2015 στο In2life. Εδώ κοσμείται με εικόνες που έλαβα από: www.azramag.ba, www.ushmm.org, bookingmallorca.co.uk, footage.framepool.com, www.lesamisdejorgesemprun.eu και elpais.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 20, 2015

Διαβάζοντας Ποίηση

Αύριο εορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, σαν όλες τις επετείους που μιλάνε για κάτι που χάνεται ή σαν τις μέρες όπου ξαναθυμόμαστε αυτό που πρέπει να βάλουμε στη ζωή-μας. Ευτυχώς που το διαδίκτυο, με τους λάτρεις και τα ψώνια, με τους νεαρούς και τους παθιασμένους, χρησιμοποιεί ξανά την ποίηση και επαναφέρει την πυκνότητά-της στην επικαιρότητα, βγάζοντάς-την από τα σκονισμένα συρτάρια των σκοτεινών γραφείων.
Μερικές σκέψεις ενός ερασιτέχνη αναγνώστη εν όψει της ημέρας:
 

1… Η ανάγνωση της πεζογραφίας είναι σχετικά εύκολη υπόθεση. Έχεις μπροστά-σου τις ράγες της υπόθεσης και τις ακολουθείς, όσο κι αν η μοντέρνα γραφή κάνει παρεκκλίσεις, σπάει την αφήγηση, δημιουργεί σκόπιμα προσκόμματα, παρακωλύει την αναγνωστική άνεση.


2… Στην ποίηση όλες αυτές οι “δυσκολίες” υπήρχαν σχεδόν πάντα. Ο αναγνώστης σε κάθε ποίημα βρίσκεται αντιμέτωπος με μια άξενη ενδοχώρα που δεν ανοίγει τα χαρτιά-της, που δεν καλοδέχεται τον επισκέπτη. Η ενδοχώρα της ποίησης, ειδικά της σύγχρονης, θέλει δύτες με ισχυρό εξοπλισμό και προικισμένους με γερά εφόδια, για να αντιμετωπίσουν αντίξοες συνθήκες και κρυπτικά σημαίνοντα. Γι’ αυτό άλλωστε είναι ελάχιστα δημοφιλής, διαβάζεται από λίγους και απωθεί τους πολλούς, που βρίσκονται δεμένοι στο άρμα της πεζογραφίας, ευπώλητης και μη. 

3… Πώς διαβάζει κανείς λοιπόν ποίηση; Πώς διαβάζω εγώ, ώστε να μην προδώσω το ποίημα και να του αφιερώσω όση προσοχή μπορώ;
Καταρχάς, διαβάζω κάθε ποίημα δύο φορές –μπορεί και παραπάνω. Η πρώτη ανάγνωση δεν μου δίνει κανένα νόημα, κανέναν χάρτη πλοήγησης. Ίσα ίσα μου δείχνει τον ουρανό και τ’ αστέρια-του, χωρίς να μου εξηγεί τους προσανατολισμούς-του. Η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο διαφωτιστική. Έχει ήδη αφομοιώσει τα άδηλα διδάγματα της πρώτης και είναι πιο έτοιμη να αποκαλύψει μονοπάτια, Σείριους και άλλους αστερισμούς νοημάτων. Το ποίημα μιλά με τη δεύτερη, σαν κατάδικος που βασανίζεται για να μαρτυρήσει. Και πάλι μη νομίσετε ότι λέει τα πάντα, ούτε καν πολλά. Απλώς όσα μπορεί ο αναγνώστης να αντέξει. 

4… Αυτό υπονοεί ότι η ανάγνωση, η διπλή ανάγνωση, γίνεται σε απόλυτη ησυχία και σε εμμανή προσήλωση. Αν η πεζογραφία διαβάζεται σε τρένα και μετρό, σε πολύβουες πλατείες και σε τηλεοπτικές ακροάσεις, η ποίηση θέλει μοναχικότητα και προσοχή. Αν χάσεις κάτι, αν δεν σταθείς δεόντως σε κάθε στίχο, σε κάθε λέξη, μπορεί το ποίημα να καταρρεύσει σαν στήλη τζένγκα. Γι’ αυτό προσπαθώ να απομονώνομαι, να διαβάζω με προσοχή, να ανοίγω στίχο στίχο το ποίημα, σαν πολύφυλλο λουλούδι που θέλει να ξεδιπλωθεί σέπαλο σέπαλο. Κάθε στίχος μπορεί να σου επιδείξει την πόρτα για να μπεις στο κάστρο του ποιήματος, τη χαραμάδα για να βγεις από το σκοτάδι-σου.

5… Η ανάγνωση έτσι γίνεται κουραστική. Γι’ αυτό δεν μπορώ να διαβάσω πάνω από δύο-τρία ποιήματα τη φορά. Ρουφάω το δυνατό ναρκωτικό-τους κι έπειτα ζητώ αέρα για να πάρω ανάσες, για να επιβιώσω μετά απ’ αυτή τη εξαντλητική αναμέτρηση με το αόρατο. Μέχρι τρία ποιήματα αντέχω στην πάλη και μετά, προκειμένου να είμαι διαυγής και ανθεκτικός με την ανάγνωση, κλείνω το βιβλίο και αλλάζω ασχολία. Επανέρχομαι αργότερα ή και την επόμενη μέρα. Η ποίηση, όταν διαβάζεται με τους ρυθμούς-της, σε απομυζά. Σου αφαιρεί κάθε ικμάδα σκέψης, καθώς εσύ προσπαθείς να νοηματοδοτήσεις με πολλαπλούς στοχασμούς το ποίημα. Η μάχη με αυτό είναι άνιση και κανείς δεν την απολαμβάνει απλώς συναισθηματικά, χωρίς να ματώσει τον φλοιό του εγκεφάλου-του. 
          Γι’ αυτό η ποίηση δεν μετριέται με σελίδες ή με ποιήματα. Δεν μπορείς να πεις πόσα ποιήματα διάβασες, πόσοι στίχοι διαπέρασαν τη ματιά-σου. Ίσως μπορείς να πεις πόσοι στίχοι διαπέρασαν την ψυχή-σου. 

6… Διαβάζοντας ποίηση πρέπει να κάνω συνεχώς συνδέσεις. Από τη μια μέσα στο ποίημα ώστε η μια εικόνα να με συνδέει με την άλλη, το ένα σημαινόμενο με το άλλο αλλά και κάθε λέξη με τον παραδειγματικό άξονα της άλλης. Από την άλλη, η ποίηση παραπέμπει σε μια εξωκειμενική πραγματικότητα, ναι λοξά, αόριστα, υπαινικτικά, αλλά συνάμα καίρια. Και παράλληλα, παραπέμπει σε μια σειρά άλλους ποιητές ή πεζογράφους, στον κινηματογράφο ή στη μυθολογία, στα εφήμερα ή αιώνια σύμβολα της τέχνης, κι εσύ σαν ντετέκτιβ των μεταφορών και των μετωνυμιών οφείλεις να κάνεις συσχετισμούς μπας και βγεις από τον λαβύρινθό-της.

7… Διαβάζω ποίηση σημαίνει καίω φαιά κύτταρα (τα οποία μαγικώ τω τρόπω πολλαπλασιάζονται πριν μπω στο επόμενο βιβλίο!). Διαβάζω ποίηση σημαίνει ανεβαίνω έναν αναγνωστικό Γολγοθά στίχο στίχο. Σημαίνει αφιερώνω λίγα λεπτά, τόσο κουραστικά όσο και γόνιμα, σημαίνει μαθαίνω τα όρια του εαυτού-μου, σημαίνει ξαναγνωρίζω τον κόσμο. Γι’ αυτό φυσικά η ποίηση δεν είναι αγαπητή σε καιρούς ταχύτητας και επιφανειακότητας.
 
[Οι εικόνες ελήφθησαν από: blogs.voices.com, forbesindia.com, www.adventure-life.com, 7-themes.com, www.hdwallpapers.im, 2lyk-peir-athin.att.sch.gr, www.miratelinc.com και www.reviveactive.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 18, 2015

“Ελενίτ” της Βίκυς Τσελεπίδου

Μικρά διηγήματα από μια επαρχία που είναι πανελλήνια, από μια κοινωνική νοοτροπία που σε όλους κάτι θυμίζει. Βαθιές εγκοπές στο δέρμα της συνείδησής-μας, μικρά στιγμιότυπα που σοκάρουν και συγκινούν.
 

Ελληνικός καφές χωρίς:
 
Βίκυ Τσελεπίδου
“Ελενίτ”
εκδόσεις Νεφέλη
2014
 
 

          Ποιες οργισμένες ψυχές και ποια ανεπούλωτα τραύματα είναι υπεύθυνα για μια νέα γενιά συγγραφέων που βγάζουν τους εφιάλτες-τους στα έργα-τους με βίαιες, επιθετικές, θανατόπληκτες και αιματοβαμμένες σκηνές; Μετράω τα τελευταία χρόνια ονόματα νέων συγγραφέων που βουτάνε την πέννα στα πιο σκληρά τους όνειρα και βγάζουν τόσο ζοφερά κείμενα, τόσο καθημερινά αλλά συνάμα και τόσο σκληρά περιστατικά ως πυρήνες μιας διηγηματογραφίας που χαράζει τον αποδέκτη με τη σκοτεινή λεπίδα-της: οι Παπαμάρκος, Κάββαλου, Φακίνου, Σωτάκης έχουν εκδώσει κείμενα, διηγήματα ή μυθιστορήματα, με οξείες αιχμές που σοκάρουν με τη δύναμη της βίας, ηλεκτρίζουν και φορτίζουν τον αναγνώστη.
          Με τον ίδιο οξύ τόνο ξεκινά κι η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας τα 25 ολιγοσέλιδα διηγήματά-της. Η μάνα που τεμαχίζει το πτώμα του γιου-της δεν είναι εύκολη εικόνα, δεν περνά απαρατήρητη και παίρνει τον ρόλο του οδηγού για τα επόμενα, ο γιατρός που μαθαίνει τρυπώντας κρανία κ.λπ. Η βία της Τσελεπίδου ξεκινά από την καθημερινότητα, από την οικογένεια και το χωριό, και γι’ αυτό δεν είναι μόνο σωματική. Ένα ολόκληρο πλέγμα τυπικών σχέσεων προβάλλεται ως κυψέλη οδυνηρών εμπειριών και ξεδιπλώνεται στις μικρές ιστορίες, μιας και η ιδιωτική ζωή μπορεί να ιδωθεί ως ο μικρόκοσμος ολόκληρης της σακατεμένης κοινωνίας.
          Στη συνέχεια όμως τα κείμενα «γλυκαίνουν» και αποπνέουν τη συγκίνηση στιγμών που δεν αφήνουν παρά αναπόληση και καθημερινή ζεστασιά. Το “Γλυκό ψωμί” λ.χ. θέτει το ψωμί στο κέντρο πολλαπλών τραγωδιών, από την πείνα μέχρι τον θάνατο που στέρησε στον ηλικιωμένο κύριο το καθημερινό ψωμί-του. Τα διηγήματα κατεβαίνουν στη ρεαλιστική πραγματικότητα και πατάνε πιο γειωμένα στο έδαφος. Αυτό όμως τα κάνει πιο βιωματικά (κάπου εμφιλοχωρεί η αφηγήτρια ως συμβολαιογράφος, όπως είναι η συγγραφέας) και μαζί πιο ετερόφωτα, αφού δεν κατασκευάζουν αυτόνομους κόσμους, αλλά συλλαμβάνουν μικρές φέτες ζωής. Όσο προχωρούσε η συλλογή, προς το τέλος υποχωρούσε η φαντασία και πρυτάνευε η απόδοση στιγμιοτύπων, που δεν είχαν ευρύτερη εμβέλεια.
          Τελικά, μια γλυκόπικρη γεύση. Καλά διηγήματα, αλλά πάντα με την αίσθηση του ανικανοποίητου, την αίσθηση του παρά κάτι… 

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από: www.tripadvisor.com.gr, www.youtube.com και www.zwallpix.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 15, 2015

“Η λάσπη” του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Ημερολόγιο καταστρώματος: μέρα 4η

Δεύτερη συνεχόμενη ανάρτηση για πεζό κείμενο ενός νέου ποιητή. Η γλώσσα και πάλι η γλώσσα, η μαγκιά-της, η χειμαρρώδης ορμή-της, κι έπειτα ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας που προσπαθεί να βρει τον εαυτό-του.
 

Ελληνικός βαρύς:
Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
“Η λάσπη”
εκδόσεις Μελάνι
2014
 
 

Ώρα ογδόη: επιστροφή στην πατρίδα
          Αυτό που κάνουμε εμείς οι μπλόγκερ είναι στην ουσία όχι να κρίνουμε το βιβλίο, αλλά να σκιαγραφούμε τον τρόπο με τον οποίο το διαβάσαμε, τον τρόπο με τον οποίο αυτό μας συνάντησε, κι από εκεί να βγάλουμε τα όποια συμπεράσματά-μας (Ευχαριστώ σ’ αυτό το σημείο την Κύπρια anagnostria που με βοήθησε να συνειδητοποιήσω αυτό το ιστολογικό χαρακτηριστικό).
          “Η λάσπη” λοιπόν με έπιασε εξ αρχής από τη μύτη με τη ραγδαία χρήση της γλώσσας, μια γλώσσα τσουνάμι που παρασέρνει στο πέρασμά-της όλα τα υλικά της εξωτερικής και εσωτερικής πραγματικότητας. Από τη μία, επομένως, ο λόγος του Γκέζου είναι προφορικός, καταιγιστικός, σαρωτικός, στακάτος, καμιά φορά ελλειπτικός, άλλοτε αφηγηματικός· είναι ο εσωτερικός μονόλογος ενός ήρωα, του Αλέξανδρου, που επιστρέφει στην Αθήνα μετά την απουσία-του για έναν χρόνο (κάτι λιγότερο;) για να αυτοκτονήσει. Είναι ο μοντερνιστικός αυτός τρόπος για να αποδώσει κανείς όχι τόσο το τι βλέπει, όσο το πώς το εισπράττει και το πώς το διυλίζει με συνειρμούς και με ένα εγκεφαλικό μίξερ μέσα-του. Η γλώσσα παρακολουθεί τη σκέψη, τρέχει μαζί-της, γκαζώνει στην κατηφόρα, αγκομαχά στην ανηφόρα, αναπαράγει τις αισθήσεις αλλά συνάμα τις υπερκερνά σε διαδοχικά σλάλομ και σπινταριστές κωλιές.
          Από την άλλη, η γλώσσα γίνεται όχημα πολλών δεδομένων που έρχονται απανωτά, σε στρώσεις, σε φύλλα, σε ορόφους που έπεσαν και ο ένας βρέθηκε αγκαλιά με τον άλλο. Ένα τεράστιο παλίμψηστο με εικόνες της Αθήνας, με αναμνήσεις και υπαρκτούς ή φανταστικούς διαλόγους, με σκέψεις που αποτυπώνονται με άλλη γραμματοσειρά, με αναγνώσεις του δρόμου, με στοχασμούς για τη ζωή και τον άνθρωπο, λίγο πριν την αυτοχειρία. Η συνεχής γραφή χωρίς συντακτικά άρτιες προτάσεις και ξεχωριστές παραγράφους, η μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο, τα διαδοχικά και αλληλοεμπλεκόμενα επεισόδια, το θηλύκωμα συμβάντων και σκέψεων κάνουν τον αναγνώστη να παρακολουθεί μια προσωπική ματιά που καταβροχθίζει τα πάντα και συνάμα τα διυλίζει μέσα στη χοάνη-της. 

Ώρα δεκάτη τρίτη: ο μονόλογος του καπετάνιου
          Ωραίο τεχνικά κείμενο, αλλά ομολογώ ότι γρήγορα κουράστηκα. Ο εσωτερικός μονόλογος της Σχολής της Θεσσαλονίκης (Ξεφλούδας, Δέλιος και φυσικά Πεντζίκης) αποτέλεσε ένα βροντερό μπαμ, αλλά αμφιβάλλω αν μια τέτοια τεχνική, στις παραλλαγές-της σήμερα, μπορεί να διαβαστεί σήμερα σε μήκος ενός ολόκληρου βιβλίου. Πολύ μπλα μπλα (για να εκφραστώ επιστημονικά) αλλά λίγη δράση, λίγη ένταση, λίγη σύγκρουση.
          Στρέφω τη ματιά-μου στον ήρωα. Αυτό που με δίδαξε η λογοτεχνία της κρίσης (αν υπάρχει τελικά ένα τέτοιο φιντάνι) είναι οι χαρακτήρες που ξεφυτρώνουν μέσα στην πολιτισμικά κατεστραμμένη Ελλάδα: οι επιβάτες του Γιάννη Τσίρμπα στο “Η Βικτώρια δεν υπάρχει”, ο Χρυσοβαλάντης στο “Μάρτυς μου ο Θεός” του Μάκη Τσίτα, οι καταβεβλημένοι χαρακτήρες του Χρήστου Οικονόμου στο “Κάτι θα γίνει θα το δεις”, ο Πεπόνας στη νουβέλα “Του Θεού το μάτι” του Γιάννη Μακριδάκη, ο περιπατητής στο “Ενυδρείο” του Γιώργου Κουτσούκου κ.ο.κ. απεικονίζουν τον διπλανό άνθρωπο που λόγω της κοινωνικής πραγματικότητας και της προσωπικής-του στάσης παραπαίει. Δεν είναι όλοι παιδιά της κρίσης, όπως κι ο Αλέξανδρος του Γκέζου που σχετίζεται αλλά δεν γεννήθηκε από την κρίση.

Ώρα δεκάτη έκτη: αυτοκτονώντας μεσοπέλαγα
          Ο πρωταγωνιστής του Γκέζου έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει τη μέρα των 28ων γενεθλίων-του. Επέστρεψε στην Αθήνα μετά από μήνες απουσίας (από πού;), έχει χωρίσει από την κοπέλα-του (γιατί;) και βαρύνεται από κάποιο έγκλημα (;). Γενικότερα, λόγω της πυκνής γραφής και της φυγόκεντρης πορείας της αφήγησης, τα στοιχεία για τον ήρωα συγκεντρώνονται με το σταγονόμετρο. Πιο πολύ η φιγούρα-του διασταυρώνεται με την ελληνική κοινωνία και ο φακός εστιάζει άλλοτε σ’ αυτόν και άλλοτε, πιο συχνά, στο σαπισμένο κοινωνικό μόρφωμα που τον πλαισιώνει και τον πνίγει. Ο ήρωας είναι κομμάτι αυτού του όζοντος αθηναϊκού τέλματος και μέσα σ’ αυτόν ζει και μέσα σ’ αυτό (ή εξαιτίας αυτούς;) αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή-του.
          Επιμένω ότι τέτοιοι άνθρωποι, που ξεκίνησαν δρομαίοι από την ποίηση, έχουν πολλά να δώσουν και στην πεζογραφία, αρκεί να μάθουν τους νόμους της σύγκρουσης.

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από: healthculturesociety.wikispaces.com, www.iefimerida.gr, www.7imeres.gr, pandoxeio.com, www.australiandoctor.com.au και magnesianews.gr]
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, March 12, 2015

“Ο πίνακας και ο καθρέφτης” του Χαράλαμπου Μαγουλά

Ημερολόγιο καταστρώματος: μέρα 3η

Στον  πίνακα  βλέπεις τον άλλο, στον  καθρέφτη  τον εαυτό-σου. Όταν όμως επικρατήσει ο έρωτας, στον καθρέφτη βλέπεις τον άλλο και στον πίνακα τον εαυτό-σου. Εκεί που οι δύο γίνονται ένα, σαν μέταλλα σε ένα φλεγόμενος μάγμα ποιητικής και γλωσσικής πυράκτωσης. 
 

Εσπρέσσο κάλντο:
 
Χαράλαμπος Μαγουλάς
“Ο πίνακας και ο καθρέφτης”
εκδόσεις Εστία
2014
 
 

Ώρα ενάτη: ταξίδι προς την Αθήνα
          Φυσικά, περιμένεις από το πρώτο μυθιστόρημα ενός ποιητή να στηρίζεται στη γλώσσα και να τη χειρίζεται με πολλούς από τους εκφραστικούς τρόπους, τους οποίους μετακομίζει στην πεζογραφία. Βεβαίως, περιμένεις την έμφαση στη λέξη, στο ύφος, στην αίσθηση του συναισθήματος που χτυπά ακαριαία τον αναγνώστη. Κι όντως το προκείμενο έργο δεν παραγνωρίζει τις υφολογικές δυνατότητες της γλώσσας, αλλά συνάμα οικοδομεί μια στιβαρή δομή, ανάλογη με τη μυθιστορηματική-του ταυτότητα.
          Το κείμενο είναι ένα  πολύπτυχο  που ξεδιπλώνεται σταδιακά. Πρώτη “σελίδα”, ο λόγος ενός απολυμένου φιλολόγου που παίρνει από πίσω μια κοπέλλα, την Αλεξάνδρα, και τελικά τη γνωρίζει. Γυρίζεις στη δεύτερη “σελίδα”, ένα θεατρικό έργο, το οποίο παρουσιάζει τον φιλόλογο να εκθέτει τα έργα-του, να φιλονεικεί με τον καλλιτέχνη εαυτό-του και να ξανασυναντά χωρίς να το επιδιώκει την κοπέλα που είχε ακολουθήσει. Το θεατρικό έργο είναι ένα είδος παραβάν, όπου μπήκε ο αφηγητής άνδρας και βγαίνει η αφηγήτρια γυναίκα, η Αλεξάνδρα, η οποία καλύπτει με τον λόγο της την τρίτη “σελίδα”.
          Ο ποιητής Μαγουλάς βοηθά τον συγγραφέα να δώσει χρωματική πολυφωνία στην παλέτα-του: ο γεμάτος περιφραστικές περιγραφές αλλά συλλογιστικά εγκεφαλικός λόγος του αφηγητή δίνει τη θέση-του στον εσωτερικό μονόλογο της αφηγήτριας, που βρίθει κοφτών προτάσεων και καταιγιστικών σκέψεων. Είναι ένας λόγος που στέκεται πιο πολύ παρά περπατάει, που αναμοχλεύει σκέψεις και αισθήματα, αντιδράσεις και συμπεριφορές παρά τις αφηγείται. Έτσι, ο άντρας αφομοιώνεται από τον λόγο της γυναίκας, η ποίηση εγκολπώνεται τον λόγο της αφήγησης, ο εσωτερικός μονόλογος απορροφά την εξωτερική δράση. Η κοινή ζωή του ζευγαριού περνά από το πρίσμα της Αλεξάνδρας και αποκτά λεκτική υπόσταση σε έναν χείμαρρο μεταφορών και συνυποδηλωτικών σχημάτων, σε μια βροχερή σελίδα γεμάτη με τα παιχνίδια της γλώσσας.
          Στο τέλος ο άντρας γράφει στίχους, όπως έκανε από παλιά, και η γυναίκα ένα μυθιστόρημα. Οι δύο φωνές λιώνουν στο ίδιο καμίνι, ανακατεύονται, υπερτερεί η ονειρική, ενίοτε ασύντακτη, ενίοτε άστικτη, φωνή, η φιλμική λήψη που παρακολουθεί σε ταχύτητα τη σκέψη, ένα είδος αυτόματης γραφής, που καταπίνει σκέψεις, βιώματα, όνειρα, ελπίδες, αγωνίες, συναισθήματα.
          Εκεί κάπου ο συγγραφέας έχασε το παιχνίδι και νιώθω ότι κι εγώ ως αναγνώστης έχασα τη δυνατότητα να απολαύσω έως τέλος ένα πολύ καλό βιβλίο. Ενώ ο συγγραφέας ξεκίνησε με εξαιρετικές προσδοκίες και έπλασε μια πολυπρισματική αφήγηση, στο τέλος αφέθηκε στην ποιητική-του ιδιότητα και πρόδωσε τον πεζογράφο που γεννιόταν μέσα-του. Άφησε πίσω-του την πολύ ευφυή δομή που έχτιζε και προσχώρησε σύγκορμος στον μονόλογο μιας σχέσης, η οποία προχωράει σημειωτόν, σε ένα συνεχόμενο γλωσσικό τσουνάμι, που άλλοτε φλυαρεί κι άλλοτε αποκαλύπτει, άλλοτε στοχάζεται κι άλλοτε ομφαλοσκοπείται. Η ίδια η ιδέα δείχνει πολυφωνία, αλλά η ανισομέρεια των λόγων, με την (ποιητική) φωνή της γυναίκας να καταλαμβάνει υπέρμετρα πολύ χώρο, ναρκοθέτησε την όλη σύλληψη.  

[Κορφολόγησα τις φωτογραφίες που στολίζουν την ανάρτηση (ανάμεσα σε πολλές που μου έβγαλε ως επιλογή το google) από τους εξής ιστότοπους: seagrasshome.com, www.theguardian.com, en.wikipedia.org, titbitsonlife.wordpress.com, marisahendrickson.com και imgkid.com]
Πατριάρχης Φώτιος