Monday, March 11, 2013

“Το μυστικό της Έλλης” του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Πόσο μια ερωτική απιστία, ένα θέμα πολυφορεμένο όσο και διαχρονικό, μπορεί να ξαναβάλει τον άνθρωπο στα μέτρα του άλλου κι ακόμα περισσότερο στις μέριμνες για τους άλλους; Η μοναχικότητα γίνεται -μέσω του έρωτα- άνοιγμα και αλτρουισμός. 


Ελληνικός με καϊμάκι:
Θεόδωρος Γρηγοριάδης
“Το μυστικό της Έλλης”
εκδόσεις Πατάκη
2012 

            Γιατί θεωρώ αυτό το βιβλίο ένα από τα καλύτερα από όσα κυκλοφόρησαν μέσα στο 2012; Γιατί η λογοτεχνία οφείλει να προχωρά σε αναψηλάφηση του κόσμου, αλλά να μην απαξιώνει τον αναγνώστη και τις ανάγκες-του, να καινοτομεί μορφολογικά όσο μπορεί, και, αν χρειάζεται, προκειμένου να πραγματευθεί το θέμα-της, να είναι σε θέση να γυρίσει σε πιο κλασικές μορφές, όταν η βασική-της ιδέα μπορεί να δοθεί με πιο ρεαλιστικά μοτίβα. Και κυρίως επειδή το παραδοσιακό σχήμα αφήγησης μπορεί να συνδυάσει απόλαυση και περίσκεψη, άνετη ανάγνωση και βαθύτερους προβληματισμούς για τη φύση των ανθρώπινων σχέσεων.
            Ο Γρηγοριάδης δεν γράφει ένα έργο που “γκαζώνει” στην ανηφόρα, δεν τρέχει με κινηματογραφική ταχύτητα, δεν ανοίγει ρηξικέλευθους δρόμους αισθητικής ανανέωσης. Κάνει όμως κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, αν στοχεύουμε σε μια λογοτεχνία αυτογνωσίας. Θέτει μια οριακή όσο και πιθανή περίπτωση, συνηθισμένη σε μια κοινωνία ανοχής, και πάνω σ’ αυτήν δοκιμάζει την ψυχολογία του ανθρώπου.
            Η πρωταγωνίστρια, η Έλλη, έμαθε, λίγο πολύ σκόπιμα, να ζει μόνη-της, να έχει συμβιβαστεί σε μια καθημερινότητα που περιλαμβάνει τη δουλειά-της ως καθηγήτριας γαλλικών σε σχολείο των δυτικών περιοχών της Αθήνας, τις εξόδους με τις φίλες-της και τον οικογενειακό-της κύκλο που περικλείει τον πατέρα-της και την αδελφή-της. Πενηντάρα πλέον δεν αναζητά συγκινήσεις, ώσπου ένας τριαντάρης παντρεμένος, ο Αντρέας, που είναι άνεργος, την πλησιάζει και με ανεπαίσθητα βήματα γίνεται κομμάτι της ζωής-της. Ο έρωτας, αν είναι έρωτας αυτό το δόσιμο με διστακτικά βήματα, δεν τη συνεπαίρνει, όπως θα την σάρωνε αν δεν υπήρχαν αντικειμενικά εμπόδια, αλλά η ηρωίδα τουλάχιστον βρίσκει ξανά τη σωματική επαφή και την ουσιαστική έγνοια για έναν άλλο άνθρωπο. Και μάλιστα όχι μόνο για τον ίδιο τον Αντρέα αλλά και για την κόρη-του Βιολέτα όπως και αργότερα για τη γυναίκα-του και τον αδελφό-της.
            Το πρώτο βυθόμετρο κατεβαίνει στην ψυχολογία της Έλλης, για να μετρήσει πόσο αντοχές έχει η μονήρης ζωή-της, πόσο θα αλλάξει τον καθημερινό-της βίο και κυρίως πόσο θα μπει το μικρόβιο του έρωτα και θα πλήξει ζωτικά κύτταρα του οργανισμού-της. Η ψυχογραφία δεν γίνεται –ευτυχώς!- με συγκεχυμένες αυτοαναλύσεις, αλλά με τις συνθήκες που η ίδια η αφήγηση θέτει, καθώς κλιμακωτά η νέα κατάσταση εισχωρεί στη συνείδηση αλλά και στην ζωή-της. Το εγώ διαθλάται μέσα στον άλλο, όχι στον πάγια και όμαιμα αναπόσπαστο πατέρα, αλλά στον ξένο που δεν μπορεί να απαιτήσει τίποτα.
            Η Έλλη αποκτά ένα μυστικό, μια δεύτερη ζωή που δεν αλλοιώνει την πρώτη αλλά της δίνει το απαραίτητο τράνταγμα για να πάψει να είναι στάσιμη, να ενεργοποιήσει νεκρωμένα κύτταρα και να ξαναδεί τον εαυτό-της ως ζωντανό κομμάτι μιας πάλλουσας κοινωνίας. Εμείς όλοι που πιάνουμε στα χέρια-μας το βιβλίο, βλέπουμε από την πρώτη στιγμή ότι ο συγγραφέας ξέρει να κρατά τον ρυθμό, να υποτάσσει τη γλώσσα στις ανάγκες της ιστορίας και να προσεγγίζει την ευαίσθητη ψυχολογία των προσώπων-του με τη δέουσα προσοχή.
[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 12/2/2013]
Πατριάρχης Φώτιος

 

“Ellie’s Secret” 

Why do I think this book is one of the best (Greek novels) that has been released in 2012? Why does literature need to proceed in rediscovering  the world, but without discrediting the reader’s needs, to be innovated morphological and, if necessary,  in  order to address the issue of the book, to be able to turn to more conventional forms, where the basic idea may be more a realistic pattern. Also the traditional narrative form can combine pleasure and circumspection, comfortable reading and deeper reflection on the nature of human relationships.
Grigoriadis does not write a book that like a car runs uphill; it does not run with cinematic speed, it does not open groundbreaking ways, it does not create aesthetic renewal. But it is much more meaningful if we aim for literature awareness. He sets a possible limit and if, common in a society of tolerance and thereupon, tries to understand the psychology of people.
The protagonist, Ellie, has learned, more or less deliberately, to live alone, she has come to terms with her routine that includes working as a professor of French at a school in the western areas of Athens, going out with her girlfriends and being surrounded by her family, her father and sister. In her fifties she is no longer seeking thrills, until a thirty something year old married man, Andreas, who is unemployed, approaches her and with small steps imperceptibly becomes part of her life. Love, if this is even love given with hesitant steps, is not as a spellbound love that swept her of her feet, because of the objective obstacles that are in the way, but at least the heroine finds again the physical contact and the real concern for another person, and not only for him but also his wife, his brother in law and his daughter Violet.
The first sonar descends into Ellie’s psychology, to measure how the strength of her solitary life, how it will change her everyday life, especially now, and how will the love bug hit vital cells of her organism. The psychographic –thankfully- is not confused with self-analysis, but with conditions that the narrative puts itself, and scaled the new state enters the consciousness and life. The ‘I’ is refracted into the other, not in a consistent and integral father, but into the stranger who cannot claim anything.
Ellie has a secret, a second life that has not changed her first life, but gives her the necessary jolt to stop being stagnant, to activate dead cells and see herself as a living part of a vibrant society. All of us who read the book get caught up in it; we see from the first moment that the author knows how to keep the rhythm, to subject the language to the needs of the story and to approach the delicate psychology of the persons with caution.
Bookmark

[Η φωτογραφία κορυφής είναι παρμένη από το www.lastoffertravel.gr. Οι υπόλοιπες από: www.kootation.com, otipos.blogspot.com, www.womenoldermenyoungerrelationships.org, www.greeneccc.com, www.korydallos.gr, www.languages-ict.org.uk και www.neakriti.gr]

Friday, March 08, 2013

“Διασυρμός” του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Ένα τέτοιο μυθιστόρημα ή θα φανεί ότι αποδίδει την πραγματικότητα εικονοκλαστικά ή ότι αποβαίνει ένα ελιτίστικο κλειστό σύνολο. Ένας χείμαρρος λόγων έργων ονομάτων στιγμών σκέψεων ατακών μουσικών μπορεί να σε πνίξει ή μπορεί να σε ποτίσει. 


Καφές Intercontinental:
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
“Διασυρμός”
εκδόσεις Εστία
2012 

            Όποιος μπει στο μυθιστόρημα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη με παραδοσιακές επιδιώξεις θα βγει αμέσως άπραγος και αμήχανος, καθώς το κείμενο δεν διακρίνεται για την αφηγηματική-του συμβατικότητα. Όχι ότι συναντά κανείς ύφανση λόγου που δεν έχει ξαναδεί, αλλά αυτό δεν παύει να κάνει το εγχείρημα αντικομφορμιστικό και ακροβατικό.
            Δυο φίλοι, ο Νίκος Βελής και ο Μάνος Γιαννόπουλος, ποιητές κατά βάση, βρίσκονται στο κέντρο της δράσης, και δίπλα-τους μια ιστορικός η Όλγα Ροδοπούλου, ένας αυτόχειρας με το όνομα Λιάγκος Λάμπρου κ.ά. Η περιδιάβασή-τους στις αξίες και στις λέξεις είναι και το τελάρο πάνω στον οποίο κεντάει ο συγγραφέας ένα λεκτικό συνονθύλευμα, σκόπιμα παρωδιακό και απείθαρχο, σκόπιμα σουρεαλιστικό και ανατρεπτικό.
Πρόκειται για έναν καταρράκτη μικρών λεπτομερειών, ένα αμάλγαμα πραγματολογικών στοιχείων, ένα πάτσγουορκ ήχων και εικόνων. Όσα ακούγονται τίθενται πάνω από τον παρονομαστή της παρωδίας ονομάτων, στιγμών, βιβλίων, ενός αδιάλειπτου παιχνιδιού με τις λέξεις που έλκονται και απωθούνται βάσει ακουστικών φωνητικών συγγενειών, ενός φλερτ με τις λεττριστικές πρακτικές μέσα στη χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού, ενός διακειμενικού πεδίου ατελείωτων παραπομπών και σημάνσεων. Το ύφος του Μπαμπασάκη ανακατεύει στο χωνευτήρι-του το προφορικό και το αθυρόστομο με το λογοτεχνικό και το επιγραμματικά βαθυστόχαστο, με συσσωρεύσεις, απανωτές επαναλήψεις, αναδιπλώσεις και λεκτικά τσαλιμάκια που ερωτοτροπούν με τον ρυθμό της ποίησης και τον αχό του προφορικού λόγου.
Το ξεχαρβάλωμα της αφήγησης και της γλώσσας αντιστοιχεί στη διάλυση της ζωής των πρωταγωνιστών, στην μποέμ πορεία-τους που αντικατοπτρίζει και την παράλογη, ευδαιμονιστική και ασύδοτη ελληνική πραγματικότητα. Ο διασυρμός δεν αφορά μόνο τον Νίκο και τον Μάνο, που θέλουν να ζουν πληθωρικά και αχόρταγα, αλλά εντέλει βιώνουν ένα εξωτερικό και εσωτερικό χάος που τους αφήνει κενούς. Αφορά και όλα τα πιστεύω του ανθρώπου που δεν μπορούν να σώσουν την ψυχή-του, αφού αυτός μένει εκκρεμής και ανέστιος.
Εκκρεμής όμως και ανέστιος μένει και ο αναγνώστης που ψάχνει την έξοδο από αυτόν τον λαβύρινθο για να βρει στο χάος ένα ή πολλά νοήματα ή έστω ενδείξεις για την απουσία νοήματος. Συναντά αντίθετα ένα ποτ-πουρί φράσεων και επεισοδίων που στην υπερβολή-τους, στην απίστευτη διακειμενική χρήση τσιτάτων και παραπομπών δείχνουν μια τάση επιδειξιομανίας, αταίριαστη για την εποχή-μας, όσο κι αν ο μεταμοντέρνος αχταρμάς την ευνοεί, έναν ναρκισσισμό που φαίνεται -αν δεν είναι- κούφιος και οιηματικός.
Δείτε και την αντίθετη άποψη: librofilo.blogspot.com.
[η φωτογραφία κορυφής προέρχεται απο το www.iann,net, ενώ οι επόμενες με τη σειρά παρουσίασης από τα: www.stuckism.com, www.jillault.com, sonalsingh1.blogspot.com και www.slate.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 06, 2013

“Όλα τα χαμένα” της Βασιλικής Πέτσα

Ποια είναι τα χαμένα; Αυτά που είχαμε ή αυτά που δεν αποκτήσαμε ποτέ; Χαμένα δεν είναι μόνο όσα απόλλυνται αλλά και όσα πεθαίνουν, κι ούτε μόνο όσα πεθαίνουν αλλά και όσα ζουν χωρίς ψυχή, χωρίς επικοινωνία, χωρίς δυναμική… 


Διπλός ελληνικός:
Βασιλικής Πέτσα
“Όλα τα χαμένα”
εκδόσεις Πόλις
2012 

            Το στίγμα της νεαρής πεζογράφου είναι πλέον εμφανές. Είναι ένα στίγμα που διαμορφώθηκε από το πρώτο-της μυθιστόρημα, το “Θυμάμαι” που κυκλοφόρησε μέσα στο 2011 και άφησε την πρώτη δυνατή αίσθηση, ενώ τώρα έρχεται το δεύτερο βιβλίο-της να συνεχίσει τις θετικές εντυπώσεις. Μια δράκα διηγήματα αρπάζουν τον αναγνώστη από τη μύτη, καθώς στηρίζονται στην ιδιαίτερη γλώσσα, στις μαχητικές δυνατότητες της έκφρασης, στα εν Κανά της Γαλιλαίας ύφη της ελληνικής λαλιάς που όλο και πολλαπλασιάζονται –με θαυμαστό τρόπο- όσο οι συγγραφείς βγάζουν από το καπέλο-τους …λαγούς.
            Κάθε διήγημα της Πέτσα και ένα ημίψηλο, κάθε ημίψηλο και ένας λαγός. Ποικιλία λόγων, πανσπερμία υφών, διαδοχή αφηγηματικών ειδών που ανανεώνουν τον λόγο και δεν στηρίζουν όλα τα κείμενα σε μια κοινή συνταγή. Και μέσα σ’ αυτά μια τραυματική αλήθεια, μια αφανής τραγωδία, μια αθέατη όψη της ζωής που κρύβει σαν τη γλώσσα άπειρα μυστικά, τα οποία αλέθουν την ανθρώπινη ψυχή. Ξεκίνησα να διαβάζω ανάποδα, από το τελευταίο διήγημα προς το πρώτο, εν είδει αναγνωστικής αναστροφής. Είδα τον θάνατο που όλοι απεύχονται να γλιτώνεται από το βαλσάμωμα, είδα έναν άλλο θάνατο όπως αυτόν που εμπεριέχεται σε μια ζωντανή-νεκρή που πλήττεται από Altsheimer και έτσι, αν και ζει, έχει ήδη φύγει, είδα τον θάνατο στο νεκροταφείο να συμπορεύεται με τη ζήλια, είδα τον θάνατο στα καθημερινά χρέη και στα ατελείωτα καθήκοντα, είδα τον θάνατο των σχέσεων να βασανίζει τη μάνα και την ψυχή-της… Κάθε διήγημα δηλώνει ρητά τον θάνατο, όπως ενσαρκώνεται στον χαμό της μικρής γάτας του ήρωα, προτύπωση του χωρισμού-του με τη σύντροφό-του, ή τον αφήνει να εμφιλοχωρεί μεταξύ άλλων σχάσεων, ρήξεων, συγκρούσεων που αποτελούν μορφές θανάτου.
            Η Πέτσα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο μεταφορικό, στο άμεσο και στο έμμεσο, στο σύμβολο και το συμβολιζόμενο, στο έμψυχο και στο άψυχο. Συνεχείς αντικατοπτρισμοί, χείμαρρος περιγραφών και μονολόγων, διαλόγων και συνειρμών, ένα γαϊτανάκι εκφραστικών τρόπων κάνουν το ξεκίνημα κάθε νέου διηγήματος μια αναγνωστική περιπέτεια, στην οποία δεν μπαίνεις ανυποψίαστος και δεν βγαίνεις ανιώμενος. Συχνά βέβαια η σαφήνεια θυσιάζεται στον βωμό της γλώσσας, αλλά ο αναγνώστης αποζημιώνεται με την ανάγκη να ξαναδιαβάσει για να ξεκλειδώσει ό,τι δεν του δίνεται με την πρώτη ματιά.
            Άλλα διηγήματα με κράτησαν με ανοικτό το βιβλίο να τα σκέφτομαι κι άλλα με μια αμήχανη θολή ματιά. Δεν θέλω όμως να ξεχωρίσω μερικά, αφού κάθε αναγνώστης μπορεί να κρεμαστεί από άλλο και να χαρεί τον λαβύρινθό-του προσέχοντας άλλες γωνίες και διαδρόμους. Έχω την πεποίθηση ότι το τρίτο βιβλίο της Πέτσα θα είναι κι αυτό που θα κάνει το μεγάλο άλμα από το καλοδουλεμένο ύφος στο πανοπτικό κείμενο μιας μεγάλης αφήγησης.
[η εκπληκτική φωτογραφία με τους καθρέφτες έχει ληφθεί από το www.wirfs-brock.com, εκείνη με το ημίψηλο από το www.tjshoesmith.co.uk και ο λαβύρινθος από το www.photo-dictionary.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, March 04, 2013

“Η κλεμμένη περγαμηνή” του Φερνάντο Πεσσόα

Ο Πεσσόα είναι κοντά σ’ αυτό που ο Πατριάρχης Φώτιος επιχείρησε. Όχι φυσικά ότι μοιάζω σαν καλός λογοτέχνης σ’ αυτήν την συγγραφική κορυφή (δεν είμαι ούτε καλός, ούτε λογοτέχνης), αλλά μ’ αρέσει αυτή η πολυπροσωπία-του, τα περίφημα ετερώνυμά-του με τα οποία υπέγραφε τα έργα-του. Η ψευδωνυμία σε όλο-της το μεγαλείο. 


Cimbalinho:
Fernando Pessoa
“O pergaminho roubado” “O caso do quarto fechado” “Tale X / A morte de D. João”
Φερνάντο Πεσσόα
“Η κλεμμένη περγαμηνή”
μετ. Μ. Παπαδήμα
εκδόσεις Νεφέλη
2012 

            Ο Φερνάντο Πεσσόα αποδήμησε μόλις 47 χρονών το 1935, αλλά πρόλαβε να «κάνει όνομα», να μείνει στην πορτογαλική αλλά και στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας με το πολυσχιδές έργο-του και τα εβδομήντα τόσα ετερώνυμά-του. Έζησε την ίδια εποχή με τον δικό-μας Καβάφη και θεωρείται ανάλογου διαμετρήματος, αν και επεκτάθηκε στη βραχεία ζωή-του σε πολλά είδη λόγου.
            Το παρόν βιβλιαράκι περιλαμβάνει τρεις ανολοκλήρωτες νουβέλες, οι οποίες, παρόλο που δεν έχουν δουλευτεί μέχρι εξομαλύνσεως των αβλεψιών και των κενών, φτάνουν αίσια μέχρι το τέλος και δεν αφήνουν κολοβή την υπόθεση. Είναι δοκιμές του Πεσσόα στην αστυνομική λογοτεχνία και θα περίμενα από τον ελληνικό εκδοτικό οίκο να περιλάβει ένα εισαγωγικό σημείωμα για να κατατοπιστούμε και να μην παραπέμπει σε άλλο έργο της σειράς.
            Η πρώτη νουβέλα αναφέρεται στην απώλεια μιας σπάνιας περγαμηνής από το σπίτι ενός πλούσιου συλλέκτη, αν και ήταν διπλά κλειδωμένη σε σεντούκι και ασφαλισμένη στο πιο απρόσιτο δωμάτιο της έπαυλης. Πώς λοιπόν κανείς μπήκε, μολονότι δεν παραβιάστηκε η πόρτα, πώς άνοιξε το επίσης μη παραβιασμένο σεντούκι και πώς βγήκε; Το αδιέξοδο λύνεται από τον δαιμόνιο γιατρό Κουαρέσμα, ο οποίος δεν μας πολυγεμίζει το μάτι αλλά διαθέτει ισχυρή συλλογιστική σκέψη που μπορεί με εις άτοπον απαγωγές και επαγωγικούς / παραγωγικούς συλλογισμούς να οδηγείται σε ασφαλή συμπεράσματα.
Ο Πεσσόα εκθειάζει μέσα στο έργο από τη μία τη μαιευτική μέθοδο του Σωκράτη, αφού ο Κουαρέσμα με κατάλληλες ερωτήσεις οδηγεί τον συλλέκτη να σκεφτεί και να ανακαλέσει στη μνήμη-του ξεχασμένες λεπτομέρειες που έχουν ωστόσο σημασία. Και παράλληλα, τη διαλεκτική μέθοδο του Πλάτωνα, σύμφωνα με την οποία κάθε θέση συνοδεύεται αδήριτα κι από μια αντίθεση, για να οδηγηθούν κι οι δυο μαζί στη σύνθεση.
Από την άλλη, ενθρονίζει τη θετικιστική σκέψη του 19ου αιώνα, όπως την είχαμε δει στον Πόε. Είχα γράψει για τα αστυνομικά έργα του Πόε: “Ο Πόε, παιδί της εποχής-του, πιστεύει στη δύναμη του νου και στις ατελείωτες δυνατότητες που έχει να μετατρέψει τα απλά αισθητηριακά ερεθίσματα σε συλλογισμούς, που θα εξηγήσουν τις δολοφονίες της Οδού Μοργκ (τύπος αφήγησης του κλειστού δωματίου: ποιος είναι ο δράστης σε ένα έγκλημα που διαπράχθηκε σε κλειστό δωμάτιο;), την εξαφάνιση της Μαρί Ροζέ και πού είναι το κλεμμένο γράμμα, το οποίο είναι φανερά τοποθετημένο σε πλήρη αντίθεση με την κρυψίνου αντίληψη της αστυνομίας.”  Ο Πεσσόα, φανερά επηρεασμένος από αυτό το είδος αφήγησης και αστυνομικής πλοκής συνέχισε την πορεία του λογοκρατούμενου αστυνομικού έργου που στηρίζεται στον συλλογισμό και στην ορθολογική σκέψη.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η δεύτερη νουβέλα που ανήκει στα έργα του κλειστού δωματίου. Ο χρυσοχόος Μπατίστα (ή Σιλβάρες) δολοφονείται μέσα σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο, όπου το κλειδί είναι από μέσα, ενώ δεν υπάρχει άλλη πρόσβαση. Στην αρχή θεωρείται εύλογα αυτοκτονία, αλλά γρήγορα οι υποψίες απλώνονται και οι εικασίες ξεδιπλώνονται προς διάφορες κατευθύνσεις. Τέλος, η λύση –την οποία νομίζω κάπου έχω ξαναδεί- έρχεται να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύεται ότι το προφανές δεν είναι πάντα και αντικειμενικά σωστό. Το τρίτο κείμενο αναφέρεται στη δολοφονία ενός Δον Ζουάν της εποχής μέσα στο κλειστό σπίτι-του. Τον ανακαλύπτει ο αστυνομικός της γειτονιάς μαζί με μια παρέα πέντε-έξι νέων που τυχαία περνούσαν από εκεί. Η διαδικασία έρευνας αφού αθωώνει τους υπόπτους ξαναγυρίζει σε έναν από αυτούς, ο οποίος ύστερα από ξεκάθαρα λογικούς συλλογισμούς αποδεικνύεται ένοχος με ιδιαίτερο κίνητρο.
Έχω την εντύπωση ότι πλέον τέτοιου είδους αστυνομικές πλοκές είναι παρωχημένες και φαίνονται να έρχονται απλώς από το χρονοντούλαπο άλλων εποχών. Κι αυτό επειδή ο σημερινός αναγνώστης, ο σημερινός άνθρωπος γενικότερα, δεν θεωρεί μαγεία τη στεγνή λογική κι ούτε ένα αίνιγμα αντιμετωπίζεται σαν μαθηματική εξίσωση. Ο Πεσσόα ενταγμένος στο πνεύμα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα γράφει σύμφωνα με αυτό, αλλά σήμερα διαβάζεται ως προς τα αστυνομικά-του με το μειδίαμα ενός γρίφου και μόνο.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 01, 2013

“ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΡΣΗΣ” του Νίκου Γ. Πεντζίκη

Αν δεν είστε επίμονοι αναγνώστες, μην το αγοράσετε· αν δεν είστε υπομονετικοί, μην το ανοίξετε· αν δεν αρέσκεστε στο εσωστρεφές ύφος και στο διακείμενο, μην το τολμήσετε. Για την εποχή-του ήταν πρωτοπόρο, ακόμα περισσότερο για την εποχή-μας θέλει κότσια, θέλει κλειδιά και αντικλείδια που δεν είναι προσιτά. 


Τρίγωνο Πανοράματος:
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
“Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης”
εκδόσεις «Ταχυδρόμου»
1966
εκδόσεις Άγρα
2005 

            Το παράξενο όσο και ιδιαίτερο, κουραστικό όσο και λεπτοδουλεμένο, λαβυρινθώδες όσο και εμβριθές κείμενο του Πεντζίκη εμπνέεται από το διήγημα του Γεώργιου Δροσίνη “Έρση” (1922). Οι ομοιότητες όμως περιορίζονται μόνο στα βασικά πρόσωπα, τον Παύλο και την Έρση, και στις γενικές γραμμές της υπόθεσης. Κέντρο του μυθιστορήματος είναι ο γάμος, αλλά κανείς δεν μπορεί εύκολα να κάνει μια περιεκτική περίληψή-του, χωρίς να πέσει στην παγίδα των αφαιρέσεων. Αν το διαβάσει κανείς με συμβατικές προσδοκίες, θα το βρει εκνευριστικό και δύσβατο, φορτωμένο με μικρές παρεμβάσεις που υπηρετούν την πλοκή και με μεγάλες που αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη, καθώς λειτουργούν ποιητικά και αντιμυθιστορηματικά.
            Φυσικά η αξία-του έγκειται στις πρωτότυπες συλλήψεις διακειμενικής υφής, που ναι μεν παραπέμπουν ευθέως στον Δροσίνη, αλλά συνάμα οδηγούν πίσω στην αρχαιότητα και τον Όμηρο, συνομιλούν με πολλά κείμενα της εκκλησίας, απαυγάζουν Παπαδιαμάντη και Κόντογλου και συνάμα συνδιαλέγονται με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό του Τζόις. Ο εσωτερικός μονόλογος οιστρηλατεί τη γραφή και σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται γα ποίημα που ξεπήδησε αυθόρμητα χωρίς επεξεργασία. Είναι η τεχνική της αυτόματης γραφής, προσαρμοσμένης στην πεζογραφία και φυσικά δουλεμένη στις λεπτομέρειές-της με πολλά στρώματα και κατωφέρειες.
Πρόκειται στην ουσία για ένα είδος παλίμψηστου όπου το ένα στρώμα επικάθηται πάνω στο άλλο, το παλαιό ξαναδουλεύεται, ξαναγράφεται και εγγράφεται στους προβληματισμούς του μεταπολεμικού αλλά συνάμα διαχρονικού ανθρώπου. Ο συνειρμός κυριαρχεί με άλματα από θέμα σε θέμα κι από κείμενο σε κείμενο και η γραφή ελίσσεται σε κύκλους και σπειροειδείς πορείες. Βλέπουμε ένα πλουραλιστικό ψηφιδωτό περιγραφών, διηγήσεων, μονολόγων, σχολίων και συλλογισμών, άλλοτε με ρεαλιστικό κι άλλοτε με υπερρεαλιστικό τρόπο. Αυτή η αρχιτεκτονική σύλληψη της ολότητας του μυθιστορήματος κάνει τον αναγνώστη, παρά τη συνεχή αμηχανία του, να σκύψει πάνω από το έργο και απολαύσει τη διανοητική συγκίνηση της ανάγνωσης.
            Από τη μία λοιπόν μπορεί κανείς να σταθεί στο μικρό και να απολαύσει την ποιητικότητα, δουλεμένη με θρησκευτικό στοχασμό, κι από την άλλη, να αναζητήσει τον μίτο σε έναν αφηγηματικό λαβύρινθο, που δεν τελειώνει ποτέ. Νομίζω ότι ο αναγνώστης με υπομονή και εξ αρχής προσδιορισμένη αίσθηση του ρυθμού του βιβλίου, θα συνειδητοποιήσει, όχι κατ’ ανάγκη από τις πρώτες σελίδες, ότι ο Πεντζίκης έφτιαξε ένα αραβούργημα, που θέλει δεύτερη ανάγνωση για να δει κανείς ολόκληρο τον καμβά και τους φανερούς ή αφανείς τρόπους, με τους οποίους δένονται μεταξύ-τους τα νήματα. 
 
            Ο Πεντζίκης είναι ένα ιδιαίτερο κράμα ανθρώπου, ο οποίος ήταν βαθιά θρησκευόμενος αλλά συνάμα μοντερνιστής και πρωτοπόρος, βρισκόταν σε συνεχή επαφή με την ορθόδοξη παράδοση και παρ’ όλ’ αυτά δεν έμενε συντηρητικά σε κλασικές αφηγήσεις αλλά στο πνεύμα της Σχολής της Θεσσαλονίκης υιοθέτησε τον μοντερνισμό, τον εμβολίασε στο ελληνικό σώμα και τον έφτασε σε πολύ προχωρημένα επίπεδα. Η ώσμωση ορθοδοξίας και ευρωπαϊκής πρωτοπορίας κάνει τα έργα-του πρωτότυπα και αξιοπρόσεκτα, δύσκολα και ανθεκτικά. Σε κάνει να λες «δεν διαβάζεται» και συνάμα να ανακαλύπτεις το εργόχειρο που βελονιά βελονιά κεντήθηκε πάνω στο πανί της γλώσσας, με νήματα από την παράδοση, τον εσωτερικό μονόλογο, τη μελέτη του ανθρώπινου σώματος κ.ο.κ. Ωστόσο αυτός ο αυτιστικός μοντερνισμός δεν αφήνει πόρτες για τον αναγνώστη, εκτός αν ο τελευταίος είναι επίμονος και πείσμων. 

Οδηγοί επιβίωσης:
1. “Ο κειμενικός λαβύρινθος και ο μίτος της μετάφρασης”, της Ελένης Ζέρβα (Απηλιώτης 2009)     
2. “Ο εραστής της κυρίας Έρσης” του Απόστολου Θηβαίου (Παράθυρο 2011)
3. Αφιέρωμα των Επτά Ημερών (Καθημερινής) στον Πεντζίκη (1997)
4. «Ανορθόδοξος παιζωγράφος» της Λίζυς Τσιριμώκου [για το βιβλίο του Ηλία Γιούρη «Η ποιητική του Ν.Γ. Πεντζίκη»] (2001)    
5. Δείτε και την ανάγνωση της Βιβής Γ στη Λέσχη ανάγνωσης Degas.

[Η φωτογραφία κορυφής λήφθηκε από το anavaseis.blospot.com, ενώ οι υπόλοιποι πίνακες, που φιλοτεχνήθηκαν από τον Πεντζίκη, βρίσκονται στο pentzikis.ekebi.gr]
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, February 26, 2013

“Ιστορία του κόσμου σε 10½ κεφάλαια” του Τζούλιαν Μπαρνς

Ωραία η ιστορία του Νώε. Περιέχει ανθρωπολογικές βάσεις, οικολογικές ανησυχίες, ηθικές προεκτάσεις, μελλοντολογικές προοπτικές, αλλά ο συγγραφέας ναρκοθετεί όλα αυτά παρωδώντας με μπρίο τόσο τον ίδιο τον μύθο όσο και τις ιστορικές-του επιβιώσεις.


Espresso Diretto:
Julian Barnes
“A History of the World in 10½ Chapters”
1989
Τζούλιαν Μπαρνς
“Ιστορία του κόσμου σε 10½ κεφάλαια”
μετ. Θ. Σκάσσης
εκδόσεις Μεταίχμιο
2012 

            Το μυθιστόρημα δεν είναι όπως ίσως υπονοεί ο τίτλος μια χρονολογική ιστορία του κόσμου γραμμένη με αφηγηματικό τρόπο. Ούτε είναι δοκίμιο περί παγκόσμιας ιστορίας. Δεν είναι παρωδιακή εξιστόρηση σημαντικών γεγονότων με λοξή ματιά και ανατρεπτική γραφή. Στην ουσία είναι η ιστορία της Κιβωτού και των επιβιώσεων ενός μυθικού μοτίβου.
            Δέκα (ή έντεκα;) κεφάλαια που θα μπορούσαν να σταθούν ως αυτόνομα διηγήματα συναπαρτίζουν το όλον, χωρίς εμφανείς αρμούς ανάμεσά τους. Μόνοι άξονες είναι το σαράκι που περνά από ιστορία σε ιστορία (πρώτιστα στις πρώτες) και κυρίως το μοτίβο του Κατακλυσμού και της Κιβωτού του Νώε ως δοκάρι στήριξης όλο του οικοδομήματος. Η πρώτη ενότητα ξεκινά μάλιστα από το παλαιοδιαθηκικό δρώμενο, η δεύτερη αναφέρεται στις ισραηλινοαραβικές διενέξεις με βάση μια πλοιοπειρατεία από άραβες τρομοκράτες, η τρίτη μια παρωδία δίκης κατά των σαρακιών την περίοδο της Ιεράς Εξέτασης, η τέταρτη για την αναχώρηση της ηρωίδας σε μια βάρκα για να γλυτώσει το πυρηνικό ολοκαύτωμα, η πέμπτη για το ναυάγιο του ‘Μέδουσα’ και τον πίνακα του Ζερικό που απεικονίζει τη σχεδία διάσωσης (εδώ μάλιστα αξίζει κανείς να δει συγκριτικά το μυθιστόρημα του Μοδινού “Η σχεδία” ) κ.ο.κ. Ο Μπαρνς γράφει ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα όπου η Κιβωτός έρχεται και ξανάρχεται, για να θυμίσει τις άλογες εμμονές του ανθρώπου.
            Τα κεφάλαια εναλλάσσουν κωμικούς και τραγικούς τρόπους, χαλαρό ύφος και τραγικότητα, συναίσθημα και προβληματισμό. Αν τα κοιτάξει κανείς πρόχειρα, θα δει μικρές ιστορίες που εστιάζουν στο μερικό. Αν όμως ψάξει την ιστορική-τους σημασία και τα εντάξει σε ένα ευρύτερο παράδειγμα, θα καταλάβει ότι οι 10,5 επιλεγμένες αφηγήσεις είναι ένα καλειδοσκόπιο οπτικών γωνιών της μεγάλης αφήγησης που λέγεται παγκόσμια (θρησκευτική) Ιστορία. Ας το επιχειρήσουμε παρέα:
            Η Κιβωτός είναι η αρχή: ο κόσμος ξαναφτιάχνεται σχεδόν από το μηδέν, η εξέλιξη των ειδών διακόπτεται σε μερικά ενώ σε άλλα συνεχίζεται απρόσκοπτα, ο άνθρωπος σβήνει το παρελθόν και βάζει το μηδέν στην ιστορία-του, χωρίς όμως ο ίδιος να είναι άμωμος. Η νέα αυτή αρχή θέτει ζητήματα για τον Θεό -τιμωρό και σοφό-, για τον άνθρωπο που κόβει και ράβει κατά βούληση, για τη φύση που προσπαθούν να τη βάλουν σε καλούπια, για την πίστη που ξεπέφτει ενίοτε σε αφέλεια. Η αρχή του κόσμου είναι κατά τον Μπαρνς μυθική.
            Πάνω σ’ αυτό το αλληγορικό μοτίβο, ο συγγραφέας διαπερνά τους αιώνες και άλλοτε παίρνοντάς-το κυριολεκτικά κι άλλοτε συνυποδηλωτικά, φτιάχνει ιστορίες με θεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Λ.χ. η αυστηρή στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής δεσποινίς Φέργκιουσον παίρνει κατά γράμμα όσα λέγονται στην Παλαιά Διαθήκη και επιχειρεί να ανέβει στο Αραράτ για να βρει ίχνη της Κιβωτού. Σε αντίστιξη με την πραγματική Κιβωτό -σε άλλο διήγημα- ο πεζογράφος παρουσιάζει τον υπέργηρο Μπίσλι ως έναν από τους λίγους διασωθέντες από τον Τιτανικό, που σαν άλλος Νώε επέζησε από μια μεγάλη καταστροφή, ή παρακάτω η ιστορία του Ιωνά αντι-προβάλλεται, αφού η μυθική διάσωσή-του στην κοιλιά της φάλαινας είναι μια ανάλογη περίπτωση μάχης του ανθρώπου με τα νερά.
            Όλα λοιπόν τα κεφάλαια, όπως τα ονομάζει ο συγγραφέας, έχουν μικρή ή μεγάλη σχέση με τον Νώε σε ένα πέρασμα μέσα από την ιστορία. Κατά βάση ο Μπαρνς γράφει μια λοξή ιστορία της θρησκείας, είτε πρόκειται για μυθικά μοτίβα ή για σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων ή εκφάνσεις της θρησκευτικότητας που ξεφεύγουν από τη λογική. Έτσι, προσπαθεί να δείξει μέσα στο μυθιστόρημά-του πόσο διαστρεβλωτικά γυαλιά φοράνε όσοι χρησιμοποιούν τη θρησκεία αντί για τον αμφιβληστροειδή των ματιών-τους και εξηγούν τοις μετρητοίς όσα αυτή προβάλλει. Φυσικά πρόκειται για μια επίθεση του ορθολογισμού σε όλα τα θέματα πίστης που δείχνουν αφέλεια ή πείσμα, και μια μεταξύ σοβαρού και αστείου αντιθρησκειολογική ανάγνωση του κόσμου. Βέβαια, στο κεφάλαιο με τη δ/ίδα Φέργκιουσον οι μοναχοί σε μια μονή του Αραράτ είναι πιο ισορροπημένοι από την ηρωίδα που τηρεί μια σκληρή καλβινική στάση, πράγμα που δείχνει ότι οι στρεβλές θεωρήσεις της θρησκείας που είναι και οι πιο πολλές, κατά τον Μπαρνς, αλλοιώνουν την εικόνα του ανθρώπου επί της γης.
            Στο ίδιο κλίμα, η πρόθεση ενός αστροναύτη χωρίς θρησκευτικές ανησυχίες να βρει την Κιβωτό στο όρος Αραράτ μετά τη φωνή που άκουσε στη Σελήνη δείχνει τρέλα. Γενικότερα, φαίνονται σαλοί όσοι θεωρούν δεδομένο το Θεό, ειδικά έναν Θεό που υπαγορεύει παρανοϊκά σενάρια σε μια γήινη ρεαλιστική πραγματικότητα. Κι είναι όντως τρέλα να προβάλλεις την πίστη σε βαθμό υπερβολής, υπερβολής που σε κάνει να κρίνεις βιαστικά και να αποδίδεις σε θεϊκή παρέμβαση ό,τι εκ πρώτης όψεως αφύσικο συναντάς. Ο συγγραφέας εκφράζει πολύ καλά το πνεύμα των καιρών-μας, που προσγειώνει κάθε μεταφυσική ανησυχία στο έδαφος της λογικής, ενώ παράλληλα παρουσιάζει έντεκα καλογραμμένες ιστορίες, άλλες με περισσότερη ένταση κι άλλες με λιγότερη, που κάνουν τον αναγνώστη να θέλει να προχωρά από τη μία στην άλλη.
[Δημοσιεύτηκε στο In2life στις 17/1/2013 ]

Πατριάρχης Φώτιος

 

Julian Barnes
“A History of the World in 10½ Chapters”
1989

The novel is not what the title implies it to be, a chronological history of the world written in neither a narrative way, nor an essay on world history. It is not a burlesque chronicle narrative of important events with a weird outlook on them and subversive writing. In essence, it is the story of the Ark and the survivals of a mythical motif.
     Ten (or eleven?) chapters that could stand as independent stories make up the whole, without anything visible joining them together. Only one axis is the blight that goes from story to story (primarily in the first) and especially the pattern of the Flood and Noah's Ark is the beam that supports the whole edifice. The first section starts from Noah’s Ark from the old testimony, the second refers to the Israeli-Arab conflict based on Arab terrorists who catch the ship passengers, the third chapter is a mock trial against carpenter ants in the period of the Inquisition, the fourth is about the departure of the heroine in a boat to escape the nuclear holocaust, the fifth is about  the sinking of the 'Medusa' and the painting by Gericault depicting “the life raft” (It is actually worth seeing and comparing the novel from Modinos "The Raft") etc. Barnes writes a vertebrate novel where the Ark comes again and again to remind us of the irrational obsessions that man has.
        The chapters alternate between comedy and tragedy ways, and between relaxed style of tragic emotion and reflection. If you only look, you will see short stories that focus on the partial. But if you look for the historical significance and integrate them into a broader example, you will understand that the selected narratives 10.5 is a kaleidoscope of perspectives the great story called global (religious) history. Let's try this together:
            The Ark is the beginning: the world is rebuilt almost from scratch, the evolution of species is interrupted in some, while others continued unimpeded, man forgets his past and he starts over, but he is immaculate. This new authority raises questions about God- how he is wise but at the same times punishes- and for the man who changes everything at will, for trying to put nature into molds, the faith sometimes declines because people became naive. The beginning of the world according to Barnes is mythical.
On this allegorical motif, the author crosses the centuries by making sometimes literally history with theological and social content. For example the strict interpretation of the Bible makes Miss Ferguson believe literally what is said in the Old Testament and her attempt to climb Mount Ararat to find traces of the ark. In counterpoint to the real Ark –in another story- the novelist presents is the decrepit Beasly, who is as one of the few survivors of the Titanic, which like Noah survived a major disaster, or below, the story of Jonah anti-displayed after the mythical rescue-in the belly of the whale is a similar case about the battle between man and the sea.
            So all the” chapters”, as called by the author, have little or great relationship to Noah at some point in the story. Basically Barnes writes a twisted history of religion, whether mythical patterns or relations between Christians and Muslims or expressions of religiosity that are beyond logic. So, trying to show through the novel how wearing rose tinted glasses use religion instead of the retina of the eye and take for granted whatever religion says. Of course this is an attack of rationality in all matters of faith showing naivety or stubbornness, and a jokingly anti-religious reading world. Of course, in the chapter Miss Ferguson who maintains a tough stand such as Calvin is less balanced then the monks in the Monastery of Ararat, which indicates that the distorted considerations of religion which are the most numerous, according to Barnes, alter the image of man on earth.
            In the same spirit, the intent of an astronaut without religious concerns to find the Ark on Mount Ararat after the voice which he heard on the Moon shows madness. Generally, those who believe in God seem foolish, a God who dictates paranoid scenarios in a realistic earthly reality. And it is indeed madness to show such a degree of exaggeration in religion that makes someone judge hastily and attribute to divine intervention rather than prima facie inconsistent encounter. The author expresses the spirit of the times, our landing, every metaphysical concern the ground of logic very well, while also presenting eleven well-written stories, some with more intensity more with less, making the reader want to progress from one to the other.
Bookmark
[οι φωτογραφίες λήφθησαν από: scrapetv.com, www.guardian.co.uk, blogs.telegraph.co.uk, www.aerospaceguide.net, www.forbes.com, www.bibleprophecyupdate.com, justingridveritasluxmea.blogspot.com,   www.throneofgod.com, vippasstothespiritworld.blogspot.com]

Saturday, February 23, 2013

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ στην εποχή της ΚΡΙΣΗΣ


Κυρίες και κύριοι εκδότες,
  
ζητούμενο, τόσο για σας όσο και για μας τους βιβλιόφιλους ιστολόγους, είναι να αυξηθεί η αναγνωσιμότητα σε μια Ελλάδα, που διαβάζει όλο και λιγότερο.
Βασικό πρόβλημα τα τελευταία χρόνια είναι η κρίση. Μια κρίση οξύτατη και πολυεπίπεδη. Έχει εισβάλει στις επιχειρήσεις σας, αλλά διαστρωματωμένα αποτυπώνεται πλέον και στο μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και επηρεάζει, αντιστοίχως αναλογικά και πάντως δραματικά, τη ζωή όλων μας. Όταν η ανεργία και η κάθετη πτώση του εισοδήματος έχουν εκτοξευθεί στους πιο υψηλούς δείκτες των τελευταίων δεκαετιών, η βασική βεβαίως προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η υπεράσπιση της Αξιοπρέπειας στην καθημερινή διαβίωση με όλα όσα πρέπει αυτή να περιλαμβάνει σε συνθήκες Δημοκρατίας: Υγεία, Στέγη, Τροφή, Εκπαίδευση, Ελευθερία.
Για τους βιβλιόφιλους αυτής της χώρας, που στην πλειονότητά τους δεν είναι ένα προνομιούχο κομμάτι, που ζει εκτός κοινής οικονομικής πραγματικότητας, το βιβλίο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αγαθό ενταγμένο στα παραπάνω, το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπει στην λίστα εκείνων, που θα μειωθούν ή θα κοπούν εντελώς, επειδή η ακρίβεια το καθιστά συχνά απλησίαστο.
Αν με τις προσφορές, τα παζάρια, την στροφή στους παλιούς τίτλους και την επιστροφή στις βιβλιοθήκες διαφαίνεται μια καλή λύση, τι θα γίνει με τους καινούργιους τίτλους;
Θα αφορούν σε όλο και πιο λίγους; Και αν παγιωθεί αυτό ως αναγκαστική συνθήκη στην κρίση, θα πάμε από την εκδοτική πλημμυρίδα σε μιαν εκδοτική άμπωτη, της οποίας τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά θα περιγράφονται με την φράση εκδίδουμε ό,τι μπορεί να αποσβέσει;
 
            Είχαν ακουστεί και παλιότερα αντιρρήσεις για την τιμή του βιβλίου, τόσο από αναγνώστες όσο και από τους ειδικούς του χώρου, δημοσιογράφους και κριτικούς. Όταν ένα μέσο βιβλίο στοιχίζει 15-20€, οι περισσότεροι θα προτιμήσουν να παρακολουθήσουν μια ταινία στον κινηματογράφο, που κοστίζει πολύ κάτω από 10€ ή τα ίδια χρήματα να τα αφιερώσουν σε άλλου είδους (ψυχαγωγική) διέξοδο.

Το ίδιο δυστυχώς ισχύει και για το ηλεκτρονικό βιβλίο. Εκεί που θα έπρεπε η τιμή να είναι πολύ χαμηλότερη, δεδομένου ότι τα έξοδα έκδοσης είναι μικρότερα, παρατηρούνται μικρές διαφορές σε σχέση με το έντυπο βιβλίο. Το λογικό θα ήταν ο αναγνώστης, που έχει την ανάλογη συσκευή, να παρακινηθεί να αγοράζει άυλα κείμενα, ενώ αυτός που δεν έχει, να βρει κίνητρο για να ακολουθήσει την εξέλιξη.
 
Πριν φτάσουμε στο θλιβερό και στρεφόμενο στην ουσία κατά του πολιτισμού μας σημείο, να εκμηδενιστεί δηλαδή εντελώς ο αριθμός των αναγνωστών, ας επιχειρήσετε εσείς, οι εκδοτικοί οίκοι, καθώς σ’ εσάς πέφτει πρωτίστως αυτή η υποχρέωση, ένα θαρραλέο βήμα: μείωση της τιμής των καινούργιων τίτλων, ώστε να μην ανακοπεί η δημιουργική έκφραση όλων αυτών, στους οποίους ανάμεσα, πάντοτε, υπάρχουν ταλέντα που δεν πρέπει να χαθούν, επειδή θα έχει προκριθεί λόγω ωμής ανάγκης, το εφήμερο και το ευπώλητο.
 
Το βιβλίο, σήμερα, είναι ακριβό και αποτρέπει την αγορά του. Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία όμως, εσείς, μπορείτε να αλλάξετε.
 
Ως αναγνώστες, ιστολόγοι και πολίτες, σας ζητάμε την μεγαλύτερη δυνατή μείωση και, αν το πράξετε, πρώτοι εμείς, θα την υποστηρίξουμε.
Αντιλαμβανόμαστε τις ποικίλες δυσκολίες, από τις  υποχρεώσεις σας στους εργαζόμενους, το κόστος χαρτιού, τα βάρη των δικαιωμάτων, των μεταφράσεων και ούτω καθεξής μέσα μάλιστα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς με τους γλωσσικούς της περιορισμούς και τον ελάχιστο πληθυσμό, όμως και πάλι  το βιβλίο, ακριβώς στην παρούσα κρίση, οφείλουμε να το διαδώσουμε ως αγαθό και όχι ως πολυτέλεια των ολίγων.
Τα ιστολόγιά μας, πάντα φιλόξενα και χωρίς κανενός είδους αντάλλαγμα, λειτουργήσαμε και λειτουργούμε, εκ των πραγμάτων, ως… διαφημιστές βιβλίων! Ειδικά εκείνων που υπερβαίνουν το εφήμερο…
 
Εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε υπηρετώντας από κοινού με σας την Λογοτεχνία (και κάθε άλλου είδους λόγο) και συμβάλλοντας στην επιβίωσή της, αν κι εσείς θελήσετε να προχωρήσετε σ’ αυτό, που επιτακτικά πλέον σας ζητάμε: χαμηλές τιμές σε όλα και ειδικότερα στα καινούργια βιβλία, χωρίς αλλαγή στην αισθητική και την ποιότητά τους.
 
Με εκτίμηση
 

Librofilo
Βιβλιοκαφέ
Διαβάζοντας
Βολτίτσες
Anagnostria
Το Ιστολόγιο του Θαλή
Read-for-a-Life
Desperado
Καγκουρό
Λέσχη Ανάγνωσης του Degas
Εαρινή Συμφωνία
 


Όλα ξεκίνησαν όταν ανέβασα μια ανάρτηση (14/02/2013) για την επιστροφή πολλών ιστολόγων στη βιβλιοθήκη-τους, στα παζάρια, σε παλιότερα βιβλία, σε δανεισμό, προκειμένου να βρουν κείμενα για διάβασμα και να αποφύγουν τις τσουχτερές τιμές του βιβλίου. Η Βιβή Γ. του ιστολογίου Λέσχη ανάγνωσης του “Degas” πήρε τη σκυτάλη και εμπνεύστηκε, οργάνωσε, έγραψε μια ανοιχτή επιστολή και συντόνισε τους βιβλιόφιλους ιστολόγους σε μια διαμαρτυρία, με σκοπό να παρακινήσουμε στο να μειωθεί η τιμή πώλησης του έντυπου και ηλεκτρονικού βιβλίου. Ο έπαινος για την πρωτοβουλία ανήκει σ’ αυτήν. Εμείς απλώς ακολουθήσαμε και σήμερα μερικά ιστολόγια αναρτούμε τις θέσεις-μας (και φυσικά όποιος άλλος θέλει), για να συνεχίσει η αναγνωστική-μας αξιοπρέπεια σε καιρούς κρίσης.
 
[Οι φωτογραφίες έχουν ληφθεί με τη σειρά από: www.ysterografa.gr,  www.now24.gr, www.salon.com, www.handeband.com,  www.bookstoreguide.org, www.news.pathfinder.gr και www.favim.com]
Πατριάρχης Φώτιος