Tuesday, February 08, 2011

“Λαγού μαλλί” του Γιάννη Μακριδάκη

Τα τελευταία είκοσι χρόνια έκανε την εμφάνισή-της μια λογοτεχνία γραμμένη στη διάλεκτο της ιδιαίτερης πατρίδας κάθε συγγραφέα, μια λογοτεχνία της διαλεκτικής προφορικότητας. Το 1993 ο Σωτήρης Δημητρίου έκανε το μπαμ με το έργο-του “Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά-σου”, γραμμένο στο ηπειρώτικο ιδίωμα, και έκτοτε έχουμε δει ανάλογες προσπάθειες, κυρίως σε μικρή φόρμα.

Καφές φίλτρου με μαστίχα:
Γιάννης Μακριδάκης
“Λαγού μαλλί”
εκδόσεις Εστία
2010

            Ο Μακριδάκης έδειχνε ότι αργά ή γρήγορα θα έμπαινε στο τρένο αυτής της γραμμής, ήδη από το πρώτο-του έργο, τον “Ανάμιση ντενεκέ”, όπου φλέρταρε με το τοπικό ιδίωμα αλλά δοσμένο υπό τον μανδύα της έρευνας ενός νεότερου Χιώτη για τους θρύλους της πατρίδας-του. Τώρα, στο τέταρτο λογοτεχνικό βιβλίο-του, κάθεται απλόχωρα στο χιώτικο ιδίωμα και απολαμβάνει το ταξίδι μέχρι τέλους. Το ζήτημα είναι πόσο το απολαμβάνει και ο αναγνώστης…
            Η νουβέλα του Μακριδάκη χτίζεται σε γερή σκαλωσιά από τεχνίτη που ξέρει και από πηλοφόρι και από μυστρί. Δεν είναι μόνο η πολύ καλή γνώση της χιώτικης διαλέκτου και της ιδιολέκτου των ναυτικών που κάνει την αφήγηση κέντημα γλωσσικής παιδείας και ανάδυσης της ντοπιολαλιάς ως αντίδρασης στο κέντρο της Αθήνας και στη νεοελληνική ισοπέδωση των παραδόσεων. Δεν είναι δηλαδή μόνο η λογοτεχνική αποκέντρωση που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια, άλλοτε με όχημα τη γλώσσα, όπως προείπα, κι άλλοτε με εστίαση στην ιδιαίτερη πατρίδα (βλ. Γαλανάκη και Δούκα για την Κρήτη, Γρηγοριάδη για τη Θράκη, Παπαμόσχο για την Καστοριά, Καισαρίδη τη Βέροια, Ελευθερίου για τη Σύρο κ.ο.κ.).
            Πέρα από τα παραπάνω, ο συγγραφέας δουλεύει έξυπνα και πετυχημένα την πολυεστιακή αφήγηση, αφού πάνω στον ανοιγμένο λάκκο του τάφου του “Σίμου του Σφαντού”, ενός ψαρά που κηδεύεται με τη συνοδεία τεσσάρων φίλων-του, ακούγονται εναλλάξ οι αναμνήσεις από τη ζωή-του. Καθώς ο παπάς ψάλλει την εξόδιο ακολουθία, το “μικρόφωνο του συγγραφέα” κινείται περιμετρικά πότε στον ένα και πότε στον άλλο χαρακτήρα, οι οποίοι αποτυπώνουν με τη δική-τους εστίαση τη ζωή του γέρο-ψαρά που ήξερε τη θάλασσα, αρμένιζε σ’ αυτήν σαν οικοδεσπότης, δεν φοβήθηκε τις φουρτούνες και τα τσαλίμια-της… Πιότερο φοβήθηκε (κι εμείς βλέπουμε το αμήχανο βλέμμα-του και τη ανικανότητά-του να καταλάβει) τον εκσυγχρονισμό και την οικονομική κρίση, που θέλει παράβολα και αντικειμενικά κριτήρια, ταμειακή μηχανή στη βάρκα και έλεγχο βιβλίων για την πλωτή επιχείρησή-του!!! Η παράδοση έρχεται σαν λιμενοβραχίονας να δείξει ότι η λαίλαπα της οικονομικής εξυγίανσης και της γραφειοκρατικής καταδυνάστευσης προσκρούει στο λαϊκό αίσθημα και στην ελληνική λαϊκή ψυχή, που δεν μπορεί να καλουπωθεί σε στενά ...λουστρίνια.
            Καλά όλα αυτά και δουλεμένες οι τεχνικές, υπολογισμένες οι παπαδιαμαντικές απηχήσεις, λεπτοδουλεμένο το ύφος, αλλά…
            …πόσο ο αναγνώστης μπορεί να κολυμπήσει στα χιώτικα νερά και να καταλάβει τόσο λόγω του φραγμού της γλώσσας, όσο και της ταύτισης με έναν απλό άνθρωπο που συστήνεται μέσω των αναμνήσεων τρίτων την όλη καταστασιακότητα της νουβέλας. Το ζητούμενο είναι πόσο μια τέτοια λογοτεχνία της κλειστής αφήγησης και της περιορισμένης εμβέλειας μπορεί να συγκινήσει τον ουδέτερο (όχι τον χιωτικά εμπλεκόμενο) αποδέκτη. Εγκεφαλικά δίνω συγχαρητήρια στο Μακριδάκη, επειδή δεν μας προσφέρει εύκολες σούπες (η νεκρόσουπα δεν μετράει…), αλλά συναισθηματικά διάβαζα με μειωμένο ενδιαφέρον και με ανοχή χάρη και στη μικρή έκταση του αφηγήματος. Ψυχολογικά πέρασε και δεν άγγιξε, κάτι που δεν είχε γίνει ειδικά στα δύο τελευταία έργα-του.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, February 04, 2011

“Ο παλαιστής και ο δερβίσης” του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Είναι η Ανατολή πρώτιστα ερωτική σαγήνη και πολυπολιτισμικά χρώματα, είναι οσμές έρωτα και σφρίγος σωμάτων; Υπό μια οπτική γωνία,  η σωματικότητα της Ανατολής αποτελεί το αντίβαρο του λογοκρατισμού της Δύσης.

Τουρκικός καφές μέτριος:
Θεόδωρος Γρηγοριάδης
“Ο παλαιστής και ο δερβίσης”
εκδόσεις Πατάκη
2010

            Το βιβλίο φέρνει στον αναγνώστη θέματα όπως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, η σχέση σώματος και πνεύματος, η διαπροσωπική επαφή που οδηγεί σε ένα είδος αδειάσματος. Και ξεκίνησα έτσι την παρουσίασή-μου, γιατί η υπόθεση ακολουθώντας δαιδαλώδεις, αν και όχι συγκεχυμένους, δρόμους έχει εντέλει λιγότερη σημασία:
            Ο Διονύσης, επίδοξος συγγραφέας, παρακολουθεί τα δρώμενα στη Βόρεια Ελλάδα και στην Ανατολική Θράκη μεταξύ μιας ομάδας προσώπων, τα οποία γνωρίζονται μεταξύ-τους σε ένα είδος ερωτικού γαϊτανακίου. Η Μιρέλλα, δημοσιογράφος σε ταξιδιωτικό περιοδικό, γνωρίζει και ερωτεύεται τον τούρκο παλαιστή Τζεμάλ, ο οποίος προτιμά εξίσου και τους άνδρες, όπως τον διερμηνέα Χρήστο. Τελικά παντρεύεται την Τίνα, για να έρθει στην Ελλάδα, ενώ ενδιάμεσα έχει δώσει και πάρει έρωτα, όπως και όλοι οι υπόλοιποι λίγο πολύ. Παράλληλα, ο ανατολίτικος μυστικισμός έχει έλξει έναν φωτογράφο που εγκατέλειψε τη γυναίκα-του, τη Μόλλυ, η οποία βρίσκεται νεκρή στην προσπάθειά-της να τον ανακαλύψει. Ο Διονύσης συλλέγει μεμονωμένες σκηνές και στο δεύτερο μισό του έργου τους δίνει μια αλληλουχία προκειμένου να τις μετατρέψει σε μυθιστόρημα.
            Το βασικό, όπως ίσως καταλάβατε, δεν είναι η υπόθεση, καθώς στα λαβυρινθώδη σοκάκια του βιβλίου ο Γρηγοριάδης δεν ανασταίνει πρόσωπα όσο τύπους, δεν ανεγείρει καν αρχέτυπα όσο μοντέλα έρωτα και αυτογνωσίας. Παίρνει διάφορα νήματα και υφαίνει ένα πολύχρωμο κιλίμι, χωρίς να τηρεί τη σφιχτή δομή άλλων μυθιστορημάτων, πιο πολύ θέλοντας να πλέξει έναν καμβά με τάσεις, φιλοδοξίες, ρητά και υπόρρητα μηνύματα, αισθήματα και μυρωδιές, χρώματα της ανατολής και λογικές της δύσης, αγάπες και απιστίες. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι η σωματικότητα, όπως ενσαρκώνεται κυριολεκτικά στο γυαλισμένο μυώδες σώμα του Τζεμάλ, τόσο όσο παλεύει όσο και όταν ζευγαρώνει. Είναι το πανσεξουαλικό πρότυπο που έχει βρει στην Ανατολή την εφαρμογή-του στη μουσουλμανική πολυγαμία, ενώ στις μέρες-μας συμπορεύεται με την ελευθεριότητα που θέλει άνδρες και γυναίκες ομόκλινους, χωρίς άλλα ταμπού και δεσμεύσεις.
            Πρόκειται για έναν ηδυπαθή οριενταλισμό, δουλεμένο από τα βιώματα του Γρηγοριάδη στην ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, βαπτισμένο στα νάματα της ανατολίτικης κοσμοθεωρίας και του σουφικού μυστικισμού. Η σωματικότητα του παλαιστή και η πνευματικότητα, ή η αναζήτησή-της, από τον μυθιστορηματικό συγγραφέα αποτελούν το δίπολο μιας σχέσης άπωσης και έλξης, αντίθεσης και συμφιλίωσης. Και ο σπουδασμένος στην αγγλική φιλολογία Γρηγοριάδης, που γράφει κριτικές στα Νέα για δυτικής κουλτούρας κείμενα, θέλγεται από την αντίθετη φιλοσοφία ζωής και έτσι βάζει το alter ego του, τον Διονύση, να αναζητά μακριά από γάμους και κλειστές κοινωνίες, μακριά από την προσωπική-του ιδιωτικότητα, την πανσπερμία (!) λόγων και ιδεών που η Ανατολή μπορεί να προσφέρει.
            Διαβάζοντας το έργο, ένιωθα να βρίσκομαι σε ένα σταυροδρόμι όχι μόνο πολιτισμών και θρησκειών, όχι μόνο ατόμων και ιδεολογιών, αλλά και λογοτεχνημάτων, που πότισαν τη σκέψη του πεζογράφου. Πρώτα απ’ όλα τα ίδια τα έργα-του, όπως “Τα νερά της Χερσονήσου” (1998), που ταξιδεύουν πάλι στην Τουρκία, ή το “Αλούζα: χίλιοι και ένας εραστές” (2005), που συνδέει πάλι ανατολίτικη γοητεία και ερωτισμό, πολυπολιτισμική πανσπερμία και αναζήτηση. Παράλληλα, ερχόμουν συχνά αντιμέτωπος με μνήμες από βιβλία που αναζητούν το βαθύτερο κλίμα στις σχέσεις Δύσης και Ανατολής, Ελλάδας και Τουρκίας, με αμυδρές μνήμες που δεν μπόρεσαν να γίνουν πιο κρατερές και να συγκεκριμενοποιήσουν τα μυθιστορήματα από τα οποία ξεπήδησαν.
            Από την άλλη, μου θύμισε συχνά τον Μισέλ Φάις και την “Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου”, όχι μόνο για την πολυπολιτισμικότητα της Κομοτηνής (Θράκη, Τουρκία, Ανατολή…) αλλά κυρίως για τον τρόπο γραφής, που και στα δύο βιβλία ξεκινάνε από θραύσματα σκηνών και καταλήγουν στην απόπειρα συγγραφής μυθιστορήματος, όσο κι αν οι δύο Βορειοελλαδίτες στήνουν τόσο σε περιεχόμενο όσο και σε δομή διαφορετικά την κατασκευή-τους.
            Εν τέλει, μου άρεσε το έργο; Αισθάνομαι κάθε φορά που πιάνω βιβλίο του Γρηγοριάδη στα χέρια-μου ότι κάτι λείπει. Λείπει ίσως η κορύφωση που φιμώνεται σκόπιμα(;) κάτω από πλήθος ιστοριών και προσώπων; Λείπει το κέντρο σε ένα ά-κεντρο, μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, όπου μετράει πιο πολύ η ανθρωπογεωγραφία του έρωτα παρά ο πυρήνας μιας, να το πω στα αγγλικά, imploted situation. Όπως και στην Αλούζα, έχανα κάθε τόσο τον στόχο σε μια φυγόκεντρη προσπάθεια να αντιπαρατεθεί το σώμα και το πνεύμα, σε μια αισθητική ανατολίτικου χαλιού που διαχέει τα δεδομένα σε απροσδιόριστες κατευθύνσεις.
            Και τέλος, η προσπάθεια του Γρηγοριάδη να παρουσιάσει το μυθιστόρημα του συγγραφέα-του Διονύση ως προκλητικό και ικανό να προκαλέσει αντιδράσεις στη εθνικιστική Ελλάδα, οι οποίες θα οδηγήσουν τελικά σε φόνο, μάλλον στις προθέσεις-του έμειναν παρά έγιναν πράξη. Τα γεγονότα αυτά καθεαυτά αλλά και οι κορυφώσεις, όπου υπάρχουν, δεν συνιστούν σκάνδαλο, τέτοιο τουλάχιστον που να δικαιολογούν την κατάληξη του έργου.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, February 01, 2011

Η ΦΟΝΙΣΣΑ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αν ένα έργο, γραμμένο στην καθαρεύουσα πριν από 110 χρόνια, εξακολουθεί να μαγεύει τον σημερινό αναγνώστη, τότε η έννοια του κλασικού απέκτησε τον καλύτερό-της πρέσβη. Στην πρόσφατη ψηφοφορία για τα καλύτερα ελληνικά πεζογραφήματα (7.1.2011), 27 θαμώνες του Βιβλιοκαφέ ανέδειξαν πρώτο (μαζί με το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου) τη νουβέλα του Σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου.


Χαλβάς με αμύγδαλα:
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
“Η φόνισσα”
1903
περιοδικό «Παναθήναια»

Πρωταγωνίστρια είναι η Φραγκογιαννού, μία ηλικιωμένη χήρα, που έζησε τη δύσκολη ζωή των γυναικών σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, καθώς πέρασε από τη δικαιοδοσία του πατέρα στην «κατοχή» του άνδρα-της. Τα βάσανα της γυναικείας μοίρας την οδήγησαν να υιοθετήσει μια φιλοσοφία ζωής που έβλεπε κάθε κορίτσι καταδικασμένο από την κοινωνία να ζήσει υποτακτικά και ανελεύθερα και δη δυστυχισμένα. Αυτή η στάση την οδήγησε να πνίξει καταρχάς την εγγονή-της, χωρίς να φανεί η δολοφονία-της, και σταδιακά, πιστεύοντας στον ρόλο-της ως σωτήρα των άμοιρων θηλέων, άρχισε να σκοτώνει όποια κοριτσάκια μπορούσε. Παρά τα διλήμματά-της, πίστευε ότι τα απαλλάσσει από τη σκληρή ζωή που τα περίμενε. Εντέλει η χωροφυλακή αρχίζει να την κυνηγάει για τις πράξεις-της, καθώς οι υποψίες για τους διαδοχικούς θανάτους έπεσαν πάνω-της, κι αυτή στην προσπάθειά της να ξεφύγει πνίγεται στο πέρασμα ανάμεσα στη στεριά και σε ένα μικρό νησί, όπου πήγαινε να εξομολογηθεί.
Σε μια κοινωνική προσέγγιση, ο Παπαδιαμάντης κατηγορεί την κοινωνία που υποβαθμίζει τη γυναίκα, τη θεωρεί κατάλληλη μόνο για το νοικοκυριό, τη χρησιμοποιεί σαν πράγμα που «πασάρεται» στον άνδρα-της, χωρίς η ίδια να έχει προσωπική γνώμη και άποψη. Έτσι, με φεμινιστική ματιά ο σκιαθίτης διηγηματογράφος, αναδεικνύει την αδικία στις σχέσεις των δύο φύλων και σκεπτόμενος επαναστατικά για την εποχή καταγγέλλει την ανδροκρατούμενη νοοτροπία.
Σε μια ψυχολογική προσέγγιση, τα διλήμματα της Φραγκογιαννούς δείχνουν τους δύο εαυτούς που μάχονται ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Από τη μία, η ηθική και η θρησκευτική φωνή ακούγεται και καταδικάζει φόνους και άλλα παρόμοια εγκλήματα και από την άλλη η εσωτερική φωνή της γηραιάς χήρας ζητά λύτρωση, έστω κι αν αυτή έλθει μέσω του θανάτου. Οι αμφιταλαντεύσεις της πρωταγωνίστριας αποτελούν ιδανικό πεδίο ανάδειξης του ανθρώπινου «είναι», ανάδειξη που ανάγεται σε πρότυπα αρχαίας τραγωδίας.
Άλλες προσεγγίσεις έρχονται να δείξουν ότι το φαινομενικά απλό κείμενο είναι δεκτικό βαθιών αναλύσεων:
i)                          Η γριά Χαδούλα ήταν τρελή και επομένως ο καταλογισμός στις πράξεις-της ευθύνη είναι μάταιος.
ii)                       Η αντίθεση προσωπικής ηθικής και κοινωνικής φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με την κοινωνία.
iii)                    Η φόνισσα δεν καταδικάζεται αλλά και ο συγγραφέας αλλά και ο αναγνώστης προσπαθούν να δυο το δίκιο-της και να συμμεριστούν τις ανησυχίες-της.
iv)                    Το κακό στον Παπαδιαμάντη δεν είναι πάντα το αντιχριστιανικό κακό. Συχνά είναι ριζωμένο στην ανθρώπινη φύση ή απορρέει από κοινωνικές πρακτικές
v)                       Η θρησκευτική ματιά βλέπει ανίερες πράξεις όπως φόνους να δικαιολογούνται από ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν την οσιότητα της ανθρώπινης ζωής
vi)                    Μια δαρβινική προσέγγιση από την Τζ. Πολίτη βλέπει στο χέρι της Φραγκογιαννούς τη φύση που με φυσική επιλογή φέρνει τον θάνατο ώστε να επιβιώσει ο ισχυρός ακόμα και μέσα στην κοινωνία, όπου κυριαρχούν οι ίδιες ανισότητες.
vii)                 Μια εγκληματολογική σκοπιά, όπως την υποστήριξε ο Ν. Κουράκης, βλέπει το έγκλημα ως απότοκο της κοινωνίας και τον εγκληματία ως ενεργό υποκείμενο μιας αφανούς διαδικασίας.
Εντύπωση έχει κάνει η τελευταία πράξη της νουβέλας, όταν μαθαίνουμε ότι η γριά Χαδούλα πέθανε «μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Στην ουσία κανείς δεν πρόλαβε να την καταδικάσει, έφυγε φυσικά (από τη θάλασσα) και ούτε οι άνθρωποι ούτε ο Θεός μπόρεσαν να της επιρρίψουν ρητές κατηγορίες. Το έγκλημά-της στη γη δεν τιμωρήθηκε και ποιος ξέρει πώς θα της συμπεριφερθεί ο Θεός στην Κρίση-του. Η Φραγκογιαννού δεν έκανε τίποτα από ιδιοτέλεια και επομένως αυτή-της η ανθρωπιστική στάση την κάνει λιγότερο ένοχη από όσο θα έκριναν οι στενοί ανθρώπινοι νόμοι.
Μερικά ιστολόγια με πολύ καλές οπτικές της Φόνισσας:
Οι φωτογραφίες της Σκιάθου λήφθησαν από: http://www.vorras.com/nikant/skiathos/Skiathos2/PhotOld/PhotOldG.htm
Τελικά τι συγκινεί ακόμα και σήμερα τον αναγνώστη του 21ου αιώνα; Είναι το αμφίσημο προφίλ της κεντρικής ηρωίδας; Είναι η αντίφαση ανάμεσα στα αγαθά-της κίνητρα και στις στυγερές πράξεις-της; Είναι η τραγική φιγούρα-της που εμπνέει αντιφατικά συναισθήματα; Είναι η ποιητικότητα του Παπαδιαμάντη που ακόμα και μια φόνισσα την παρουσιάζει «συμπαθητική»;
Εσείς τι είδατε;
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, January 30, 2011

“Βασιλική” της Βάσως Νικολοπούλου

Τι ορίζεται ως νουβέλα; Ποια η διαφορά από το μυθιστόρημα και ποια από το διήγημα; Μια χοντρική διάκριση, καθαρά ποσοτική, είναι η έκταση, μέχρι 30-40 σελίδες διήγημα, μέχρι 100-120 νουβέλα και από εκεί και πάνω μυθιστόρημα. Φυσικά, μετράνε και άλλα χαρακτηριστικά, που, όπως φαντάζομαι, αφορούν  την πολυπλοκότητα της δράσης και την εμβάθυνση σε πρόσωπα, επεισόδια και καταστάσεις.
 * Πίνακας του Κ. Ιατρά ή Γιατρά

Νες καφέ χωρίς ζάχαρη:
Βάσω Νικολοπούλου
“Βασιλική”
εκδόσεις Πόλις
2010

            Το μικρό κειμενάκι της Νικολοπούλου είναι 33 σελίδες, αλλά το ονομάζει «νουβέλα». Πρόκειται για τον μονόλογο της Βασιλικής, που αναμοχλεύει την προσωπική-της διάθεση, κάνει τον ατομικό-της απολογισμό αλλά και ανακινεί την οικογενειακή-της περιπέτεια, με πολλές γνωστές, γυναικείες θα έλεγα, υποθέσεις, όπως ο έρωτας, η οικογένεια, η μέριμνα των γονιών, η γυναικεία ταυτότητα, ο καθημερινός βίος… Ο απολογισμός αυτός φυσικά δεν είναι χρονολογικός, αφού τα επεισόδια συμπλέκονται με συνειρμικό τρόπο και καλύπτουν τη ζωή της ηρωίδας σαν θαμπή εικόνα που σχηματίζεται αποσπασματικά και σποραδικά.

Πίνακας του
George Seurat

Το τέλος κορυφώνει απότομα όσο και υπαινικτικά την έκρηξη μιας γυναίκας που βίωσε και βιώνει τη δεσποτεία της μητέρας με Αλτσχάιμερ, ενός αδελφού τεμπέλη και φωνακλά κι ενός εραστή που δεν νοιάστηκε ποτέ ουσιαστικά για την ίδια παρά μόνο για το πώς θα ικανοποιήσει το γενετήσιο ένστικτό-του. Η δίνη σκηνών και συναισθημάτων φέρνει μπροστά στο σανίδι τη γυναίκα-αφηγήτρια, που εξομολογείται τη μικροαστική-της ζωή, συνισταμένη της αποτελμάτωσης της δημοσιοϋπαλληλικής της στασιμότητας και της προσωπικής-της ασφυξίας.
            Βασικό μορφολογικό χαρακτηριστικό που συντελεί στη διαμόρφωση της αναγνωστικής εντύπωσης είναι ο ποιητικός λόγος, άλλοτε πεζός με φιλοσοφικο-ποιητικές ατάκες και θυμόσοφες σκέψεις κι άλλοτε καθαρά λυρικός και ονειρικός, που κόβει την αφήγηση με μετεωρίσεις και φυγόκεντρες κουβέντες.
            Ωστόσο, δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να συγκινηθεί ή να προβληματιστεί για όλα αυτά. Ενώ είναι ένα κείμενο δουλεμένο, δεν αφήνει ίχνη, δεν χτυπάει δυνατά την πόρτα της αναγνωστικής-μας συνείδησης, δεν περνάει ούτε καν υπόγεια τα μηνύματα της συγγραφέως. Κι ως πρωτόλειο, απλώς αχνοχαράζει, χωρίς σαφείς προοπτικές.

Την Τρίτη 1 Φεβρουαρίου το αφιέρωμα της καθιερωμένης πρωτομηνιάς θα αφορά τη "Φόνισσα" του Αλ. Παπαδιαμάντη, ένα έργο κλασικό που ακόμα όμως κερδίζει τις καρδιές των αναγνωστών, όπως έδειξε η πρόσφατη δημοσκόπηση.
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, January 27, 2011

“Τα σπανιόλικα παπούτσια” της Άλκης Ζέη

Για δύο πράγματα είναι ευρέως γνωστή η Άλκη Ζέη: από τη μία για τα παιδικά-της έργα που την έχουν καταξιώσει στο πάνθεον της παιδικής λογοτεχνίας δίπλα στην Πηνελόπη Δέλτα και στη Ζορζ Σαρρή και από την άλλη για τα αριστερά-της πιστεύω, που την έστειλαν στο παραπέτασμα αλλά και τροφοδότησαν ιδεολογικά τη λογοτεχνία-της.

Καφές φίλτρου με άρωμα καραμέλα:
Άλκη Ζέη
“Τα σπανιόλικα παπούτσια”
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

            Τώρα, στα 85-της χρόνια, έχοντας ζήσει τον μεσοπόλεμο και το ξέσπασμα του πολέμου, τον εμφύλιο και τις συνέπειές-του, την αντικομουνιστική μεταπολεμική περίοδο, την (αυτο)εξορία, τη χούντα και τη μεταπολίτευση, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την τρίτη χιλιετία με ό,τι νέο έφερε μαζί-της, γράφει (δηλώνοντας ρητά τις αναμνήσεις-της) κειμενάκια που θα μπορούσαν να εκληφθούν και για διηγήματα. Εκεί μέσα αφηγήτρια και πρωταγωνίστρια η ίδια, ξαναθυμάται όσα έζησε τόσο ως παιδί όσο και ως νέα, τον έρωτά-της και τις συναντήσεις με πρόσωπα της ελληνικής διανόησης και λογοτεχνίας. Ο Πέλος Κατσέλης, ο Μανόλης Γλέζος, ο Κάρολος Κουν, ο άντρας-της Γιώργος Σεβαστίκογλου, ο Κόλια Καββαδίας, ο Κώστας Βάρναλης κ.ο.κ. παρελαύνουν στα σκηνικά που στήνει ζωντανεύοντας τον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή και τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τον βιωμένο κομμουνισμό και την ΕΣΣΔ.
            Το βασικό χαρακτηριστικό αυτών των αυτοαφηγήσεων είναι ο άμεσος τόνος που δεν εκπορεύεται μόνο από τη βιωματική σχέση της συγγραφέως με τα γεγονότα, αλλά βγαίνει αυθόρμητα από μια πένα που έχει το χάρισμα να αναπαριστά με γλαφυρότητα μια σκηνή, να την κάνει σχεδόν οπτική, να τη διοχετεύει με αμεσότητα και πηγαιότητα στον αναγνώστη. Να συμπληρώσω και ένα ίχνος χιούμορ, ένα στρώμα ταπεινότητας που παρουσιάζει τη ζωή-της σαν το χώμα που δέχτηκε την ευλογία της βροχής και όχι τον εαυτό-της σαν πρωταγωνίστρια των εξελίξεων, μια ονειροπόλα μνήμη που καταφεύγει στο παρελθόν γιατί αυτό την γαλούχησε με εμπειρίες και παρά τις δυσκολίες, τα λίγα χρήματα, τις πολιτικές συγκυρίες, τα εθνικά δεδομένα που περνάνε πάνω από τα ατομικά την τροφοδότησαν με όσα έγιναν αργότερα λογοτεχνία.
            Ο αναγνώστης δεν μπαίνει μόνος-του στα έργα της Ζέη, τον τραβάει από την πρώτη γραμμή η ζεστασιά αλλά προπάντων η αμεσότητα του λόγου-της, ειδικά σ’ αυτά τα διηγήματα-αυτοπροσωπογραφίες της στιγμής που δεν έχουν ιδεολογικό στόχο.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, January 24, 2011

Τσιμπολογώντας τον τύπο: ελίτσες και τσίπουρα

Πόσο ψυλλιάζεται η λογοτεχνία τι γίνεται γύρω-μας και κυρίως πόσο πρόθυμη είναι να το ερμηνεύσει; Πώς αντιδρά η ελληνική κοινωνία στο τσουνάμι μέτρων και δυναστικών πολιτικών; Τι γίνεται με τα πνευματικά δικαιώματα και πόσο μάστιγες είναι οι συγγενείς των συγγραφέων; Γιατί εξακολουθούμε να καπνίζουμε στους δημόσιους χώρους δείχνοντας την καθυστερημένη ελλαδική νοοτροπία-μας;


1.     Λογοτεχνία και κρίση

Αν η κρίση ήταν απλώς οικονομική, αν δηλαδή ξέσπασε, όπως ξέσπασε, «ξαφνικά», οι λογοτέχνες δεν θα είχαν λόγο. Δεν είναι δημοσιογράφοι, ούτε κοινωνιολόγοι. Αλλά η κρίση είναι πολιτισμική και δεν έπεσε σαν μετεωρίτης, αφού οι παράγοντες που τη δημιούργησαν σοβούσαν χρόνια, για να μην πω, δεκαετίες τώρα.
Το έξυπνο και καίριο ερωτηματολόγιο του “Βήματος” της Κυριακής (23.1.2010) θέλησε να διερευνήσει κατά πόσο οι λογοτέχνες ψυλλιάζονται τι γίνεται γύρω-τους, αν ως πνευματικοί άνθρωποι οσφραίνονται πριν από εμάς τα υπόγεια ρεύματα και αν ανατέμνουν την κοινωνική πραγματικότητα. Δέκα πεζογράφοι σχολίασαν την κρίση και τη σχέση της λογοτεχνίας μ’ αυτήν.


«Φέτα, φέτα!»


Πολλοί θεώρησαν ότι η λογοτεχνία δεν είναι χρονικό ή δημοσιογραφία και γι’ αυτό χρειάζεται καιρό για να ζυμώσει τον μούστο της επικαιρότητας και να τον μετατρέψει σε κρασί. Η απάντησή-τους δηλαδή μπορεί να συνοψιστεί στο σλόγκαν της διαφήμισης: «Φέτα, φέτα». Ο συγγραφέας με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτήν την άποψη, επεξεργάζεται υπόγεια τις εξελίξεις, διαμορφώνει έναν εσωτερικό ρυθμό στη σκέψη-του και, όταν ωριμάσει μέσα-του η πραγματικότητα, μετατρέπεται σε λέξεις, σε πλοκή, σε ιστορία. Και μέσα από αυτήν τη αργή διαδικασία ερμηνεύει, όταν το θελήσει ή το μπορεί, τον κόσμο και επιχειρεί να παρέμβει στο συλλογικό φαντασιακό, μόνο για να σμιλέψει μελλοντικές συνειδήσεις.

Κάποιοι βέβαια δημιουργοί δήλωσαν ότι η λογοτεχνία μπορεί να μιλήσει για τα σύγχρονα προβλήματα. Το κάνει ήδη (άλλο αν τη διαβάζει με βαθύτητα σκέψης κανείς) και μάλιστα χαιρετίζεται με ικανοποίηση η (επι)στροφή-της στη σφαίρα του δημόσιου και του πολιτικού. Φυσικά δεν αναφέρονται σε μια μαρξιστικού τύπου Widerspiegelung (αντανάκλαση) της επικαιρότητας, αλλά μια δημιουργική διαλεκτική με την πραγματικότητα, η οποία κατακλύζει τη ζωή-μας και δεν μπορεί ο αναγνώστης να μην την περιμένει και στην ποίηση ή την πεζογραφία.


«Αυτισμός»: η τακτική της σύγχρονης λογοτεχνίας


Δυστυχώς, οι συγγραφείς –στο μεγαλύτερο ποσοστό-τους- μένουν επαναπαυμένοι στη σωστή ρήση ότι η λογοτεχνία φτιάχνει το δικό-της σύμπαν και μέσα εκεί θέτει τους προβληματισμούς-της. Και λέω δυστυχώς γιατί, ενώ έτσι η τέχνη αυτονομείται, από τον μοντερνισμό και έπειτα, η λογοτεχνία έχει ακολουθήσει τον δικό-της δρόμο, έναν δρόμο ελιτισμού, αυτοαναφορικότητας, κρυπτικότητας και αποκλεισμού του άλλου από τις σκέψεις-της, έναν δρόμο που διώχνει τον αναγνώστη και τον στρέφει στην παραλογοτεχνία και στην τηλεόραση. Όταν η γραφή ομφαλοσκοπείται, όταν κλείνεται στον εαυτό-της σαν αυτιστικό και επικοινωνεί μόνο με τους όμοιούς-της δεν βοηθά ούτε τον καλοπροαίρετο αναγνώστη να ανέβει αισθητικά, πνευματικά, πολιτιστικά, ούτε την κοινωνία να αναγνωρίσει τον εαυτό-της στους υγιείς προβληματισμούς-της.

Ακόμα χειρότερα η στροφή της δεκαετίας του ’80 και του ’90 στο ιδιωτικό, ως πρόταγμα του μεταμοντέρνου, αποσύνδεσε τελείως τη λογοτεχνία από την κοινωνία και φαλκίδευσε τον διάλογο της πρώτης με τα προβλήματα της δεύτερης. Ως αντίδραση προς την αριστερή προπαγάνδα που ήθελε τη λογοτεχνία στρατευμένη, ο συγγραφέας στράφηκε ιδιωτικά (με την αρχαία έννοια του «ιδιώτη») στο εγώ και απεμπόλησε τη δυνατότητα ευρύτερων συλλήψεων και πανοραμικότερων θεάσεων. Ευτυχώς, η παθογένεια της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας ξαναμπήκε στη φαρέτρα της λογοτεχνίας και έτσι δίπλα στο οικογενειακό δράμα βρίσκουμε και το κοινωνικό απόστημα, ή καλύτερα πίσω από το οικογενειακό βλέπουμε τα κοινωνικά αίτια και τις νοσηρές παραμέτρους που έφεραν την ατομική ζωή σε αδιέξοδο.


2.     Αντίδραση

Εδώ και δύο χρόνια πολλοί οδηγοί δεν πληρώνουν διόδια με τη βάσιμη αιτιολογία πως οι δρόμοι είναι απαράδεκτα κακοί και υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της ποιότητάς-τους και του αντιτίμου. Με τα τελευταία μέτρα που για να πας Αθήνα – Θεσσαλονίκη θέλεις 20€ διόδια το κίνημα αυτό έχει γενικευτεί. Υπάρχουν φωνές που αρνούνται να πληρώσουν για υπηρεσίες που δεν είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο∙ πολύ περισσότερο αντιδρούν απέναντι σε μια πολιτική λογική που λέει «δίνω στα φιλαράκια-μου την εθνική οδό να παίζουν», ακόμα κι αν υποχρεώνουν έτσι τον απλό πολίτη, τον χωρικό ή τον φορτηγατζή να πληρώνει τον αέρα που αναπνέει κινούμενος στο οδικό δίκτυο!


3.     Πνευματικά δικαιώματα

Ο νόμος ορίζει ότι 70 χρόνια μετά τον θάνατο του λογοτέχνη παύουν οι κληρονόμοι-του να καρπώνονται πνευματικά δικαιώματα από τα βιβλία-του και πλέον το έργο-του περιέρχεται στην πνευματική κληρονομιά ολόκληρου του έθνους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα χρόνια αυτά οι κληρονόμοι χειρίζονται όπως θέλουν τα βιβλία του τεθνεώτος και συχνά τα αφήνουν στην αφάνεια, με εκδοτικές πρακτικές που παίρνουν βαθμό κάτω του μετρίου, με μια αδιαφορία που αντί να αναδεικνύει το έργο το υποβαθμίζει.
Αυτό συμβαίνει με τα κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη: κακές εκδόσεις, χωρίς επίμετρα, χωρίς εισαγωγές, χωρίς παρακειμενικά στοιχεία που να αναδείξουν την ιστορία και τη δυναμική-τους μέσα στη νεοελληνική λογοτεχνία αλλά και στην παγκόσμια γραμματεία. Κι έρχεται το Υπουργείο να ορίσει μια επιτροπή που θα επιχειρήσει την αναβάθμισή-του. Αλλά, όπως σωστά επισημαίνει ο Μπασκόζος στο “Βήμα”, λογαριάζουνε χωρίς τον ξενοδόχο. Ο Πάτροκλος Σταύρου, κατά νόμο διαχειριστής του καζαντζακικού  corpus, δεν είναι διατεθειμένος να συνεργαστεί με τους δραγάτες του Υπουργείου. Επομένως, ενώ το πρόβλημα υπάρχει, οι αρμόδιοι έκαναν πάλι μια κίνηση εντυπωσιασμού αλλά όχι ουσίας. Νομικά ο Σταύρου μπορεί να εξακολουθεί να κάνει ό,τι θέλει, άλλο αν δεν αίρεται στο ύψος των περιστάσεων.


4.     Κάπνισμα

Στο Βιβλιοκαφέ δεν καπνίζουμε κι ούτε δεχόμαστε καπνιστές μέσα στην αίθουσα του καφέ-μας. Η Ελλάδα ωστόσο εξακολουθεί να ζει εποχές ραγιαδισμού, όπου οι “ληστές” κάνουν ό,τι θέλουν, οι “κοτζαμπάσηδες” των κέντρων διασκέδασης σηκώνουν καπνιστικά λάβαρα και το κράτος αφήνει συνεχώς παραθυράκια, αφού στην πράξη δεν ελέγχει κανέναν. Ευτυχώς, δεν υποχώρησε και στην (επιδιωκόμενη) χαλάρωση του νόμου, αλλά έθεσε εκ νέου το κάπνισμα εκτός των δημόσιων χώρων. Απλώς περιμένουμε να εφαρμόσει τον νόμο και να μην αφήνει τον ελλαδικό ετσιθελισμό να πρυτανεύει, σε ένα θέμα που έχει λυθεί σε μόνιμη βάση στην Ευρώπη, και την ατομικιστική ασυδοσία να αποτελεί ακόμα εδώ αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Εξακολουθούμε να ζούμε σαν ραγιάδες ενώ θέλουμε να μας παίρνουν στα σοβαρά ως Ευρωπαίους…
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, January 22, 2011

“Οι ιχνηλάτες” του Antoine Bello

Ένα πολιτικό με μπόλικες δόσεις κατασκοπίας βιβλίο κινείται συνήθως πάνω σε δύο επίπεδα, τα οποία και πρέπει να συμβιβάσει με αληθοφάνεια: από τη μία, η εμφανής (πρόσφατη) ιστορία που είναι γνωστή από τα ΜΜΕ και τις μαρτυρίες, και από την άλλη το (μυθοπλαστικό) παρασκήνιο που πρέπει να στηθεί, να συντονιστεί με την ιστορία και να αναδείξει κρυμμένα μυστικά και κίνητρα.

Latte Cappuccino:
Antoine Bello
“Les éclaireurs”
Gallimard
2009
“Οι ιχνηλάτες”
μετ. Ε. Γραμματικοπούλου
εκδόσεις Πόλις
2010

            Ο Antoine Bello έγινε γνωστός πριν από ένα περίπου χρόνο με το μυθιστόρημα “Οι παραχαράκτες” (εκδόσεις Πόλις, 2009), το οποίο παρουσίασα στην ανάρτηση της 12ης Σεπτεμβρίου 2009. Το δεύτερο έργο αποτελεί συνέχεια στη διαφαινόμενη τριλογία και στηρίζεται σε ένα πλασματικό σύμπαν, σε έναν μυθιστορηματικό κόσμο που πείθει εξ αρχής για την ύπαρξή του: ο ΟΠΠ (Όμιλος Παραχάραξης της Πραγματικότητας) είναι μια παγκόσμια μυστική οργάνωση που εξυφαίνει φανταστικά σενάρια, τόσο όμως καλά δουλεμένα με παραπομπές σε βιβλιογραφία, με σελίδες στο διαδίκτυο, με πράκτορες που συμμετέχουν σε συσκέψεις και προσπαθούν να παρουσιάσουν τη σύγχρονη ιστορία από τη δική-τους σκοπιά, άλλοτε αλλοιώνοντας στοιχεία για το παρελθόν κι άλλοτε κατασκευάζοντας εξ αρχής τα τεκμήρια των απόψεών τους.
            Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Ισλανδός Σλιβ Νταρτουνγκούβερ, είναι ένας ικανότατος πράκτορας τρίτης βαθμίδας, σχετικά χαμηλά ακόμα αλλά με εξαιρετικές επιτυχίες που τον κάνουν έμπιστο πρόσωπο που αναλαμβάνει ειδικές αποστολές (η κινηματογραφική σύλληψη δεν είναι χολιγουντιανή, όπως φαίνεται). Επειδή ο Όμιλος είχε βάλει το χεράκι-του, στη δημιουργία της Αλ Κάιντα και τώρα (11 Σεπτεμβρίου 2001) που κατέρρευσαν οι Δίδυμοι πύργοι από τρομοκρατική επίθεση, νιώθει πως πρέπει να περιορίσει τις τριβές και έναν πιθανό πόλεμο μεταξύ Αμερικανών και Μουσουλμάνων. Συγκροτεί λοιπόν επιτροπή, μέσα στην οποία ανήκει και ο Σλιβ, που αναλαμβάνει αυτή την αποστολή, ενώ παράλληλα ο Σλιβ επωμίζεται την ευθύνη να ανακαλύψει ποιοι από τον ΟΠΠ κατασκευάζουν πλαστά στοιχεία που δείχνουν τον Σαντάμ να έχει πυρηνικό και βιολογικό οπλοστάσιο προωθώντας έτσι την αμερικανική πολεμοχαρή πολιτική.
            Και πίσω από αυτό το οικουμενικό πολιτικό σκηνικό, ο Σλιβ δεν παύει να αναρωτιέται ποιος ο σκοπός του ΟΠΠ και πόσο συνάδει με κάποιες αξίες που διακρίνουν τον Ισλανδό αλλά και πόσο κατευθύνεται προς μια ουσιαστική στοχοθεσία ή όχι.
            Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πολιτική και διπλωματική ιστορία τόσο στο περιφερειακό Τιμόρ της Πολυνησίας όσο και στην κεντρική σκηνή με την Αλ Κάιντα και τα χτυπήματά-της, τον Μπους Τζούνιορ και τον Σαντάμ, τον 2ο πόλεμο στον Κόλπο και τους επιφανείς πολιτικούς να αλωνίζουν με ψευδείς και πεποιημένες μαρτυρίες. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: οι Αμερικανοί έπλασαν στοιχεία και έτσι οδήγησαν τον λαό-τους αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη να πειστούν πως ο Σαντάμ είναι επικίνδυνος και πως ο πόλεμος είναι αναγκαίος. Η λογική του ΟΠΠ υπάρχει πρώτα στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, που σκηνοθετούν ένα έργο που θα οδηγήσει στην εισβολή, για να εξυπηρετήσουν μόνο τα δικά-τους συμφέροντα.
            Ο Bello είναι Γάλλος αλλά γεννημένος στην Βοστώνη το 1970. Σκέφτεται λοιπόν ως Ευρωπαίος αλλά έχει την οικουμενική αντίληψη της Αμερικής, χωρίς ωστόσο να μένει τυφλός μπροστά στις πρακτορικές-τους πρακτικές. Το βιβλίο ξαναδιαβάζει τις διεθνείς εξελίξεις υπό το πρίσμα μιας ματιάς που δεν αφήνεται στα ΜΜΕ αλλά προχωρά σε αναλύσεις τάσεων και κινήτρων, τόσο πλασμένες με αιτιώδεις σχέσεις και αυστηρούς συλλογισμούς στους οποίους μόνο ένας αναγνώστης με ανάλογο βαθύ πολιτικό σκεπτικό θα μπορούσε να βρει κενό.
            Τέλος, η απάντηση που δίνει στον σκοπό του ΟΠΠ μού φέρνει πάλι στον νου μία από τις ερμηνείες που είχα δώσει στο πρώτο έργο, στους “Παραχαράκτες”: η όλη παραχαρακτική δραστηριότητα του Ομίλου μοιάζει στον σκοπό αλλά και στις τεχνικές με αυτή των λογοτεχνών, οι οποίοι παραχαράσσουν την πραγματικότητα με αληθοφανή σενάρια, στήνοντας μπροστά στον αναγνώστη μια κατασκευή, πειστική και μελετημένη, ώστε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης να διεισδύει σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε έναν τεχνητό κόσμο φαντασίας και λογοτεχνικότητας, τόσο ζωντανό όμως που μοιάζει με πραγματικό.
            Φυσικά ο βασικός στόχος είναι να αναδείξει μια παρακυβέρνηση που παρεμβαίνει ανά την υφήλιο και χρησιμοποιεί τα χρήματά-της σε συγκεκριμένα σημεία της ιστορίας. Ειδικά με την εναντίωση στον Μπους και την απόδειξη της παραχάραξης στοιχείων για να οδηγηθεί στον πόλεμο εναντίον του Ιράκ, ο Bello προβαίνει σε μια πολιτική πράξη καταγγελίας. Σε μια ευρύτερη στόχευση οι έξι επικεφαλής του οργανισμού που κατάγονται από δευτερεύουσες χώρες [Καμερούν, Αζερμπαϊτζάν, Ελλάδα!!!, Ολλανδία, Κίνα (δεν θεωρείται προφανώς υπερδύναμη) και Γαλλία (ο εκπρόσωπός-της είναι εκεί για τιμητικούς λόγους)] συστήνουν μια άτυπη παγκοσμιοποιημένη κυβέρνηση, όπου δεν κυριαρχούν όχι οι εκπρόσωποι υπερδυνάμεων αλλά περιφερειακές κουλτούρες που ανέδειξαν τυχαία (;) τους ικανότατους πράκτορές-τους.
            Οι “Ιχνηλάτες” είχαν σαφώς περισσότερα προβλήματα από το πρώτο έργο. Η πλοκή είναι λιγότερο σφιχτή και περισσότερο επεισοδιώδης, αφού τα δυο τρία επεισόδια που διαρθρώνουν το έργο τίθενται σε χαλαρή σύνδεση μεταξύ-τους. Ο Bello φαίνεται πως διοχέτευσε όλη την επινοητική-του φαντασία στους «Παραχαράκτες» κι έπειτα θέλησε να συνεχίσει χωρίς ωστόσο να ξαφνιάζει με τη φαντασία-του παρά μόνο με την πολιτική-του θέση κατά των Αμερικανών.
Πατριάρχης Φώτιος