Tuesday, May 19, 2015

“Καρδιά σκύλου” του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ

Καρδιά σκύλου, μυαλό ανθρώπου: είναι πάντα ένας αποτελεσματικός συνδυασμός; Στη Σοβιετική Ένωση του 1925 μπορεί και να είναι μια τραγελαφική κατάσταση που ανατρέπει τις αναμορφωτικές διαθέσεις της εξουσίας.
 

Στιγμιαίος καφές με βότκα:
Михаил Афанасьевич Булгаков
Собачье сердце
1925 (γράφτηκε), 1968 (εκδόθηκε)
Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ
“Καρδιά σκύλου”
μετ. Ε. Μπακοπούλου
εκδόσεις Αντίποδες
2014
 

 
          Ο Μπουλγκάκοφ είναι ένας μικρός θρύλος, ειδικά με το κορυφαίο έργο του “Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα”. Ζώντας το σοβιετικό καθεστώς και αρνούμενος ουσιαστικά να υποταχθεί στον σοβιετικό ρεαλισμό, που ισοπέδωνε τη γραφή προς χάρη της λαϊκής επιμόρφωσης, στην “Καρδιά σκύλου” επιχειρεί, μόλις οκτώ χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της Επανάστασης, μια σατιρική διακωμώδηση των προσπαθειών των υπευθύνων να αναμορφώσουν τον απλό άνθρωπο με …σαρωτικές παρεμβάσεις.
          Παρεμβάσεις … ή καλύτερα επεμβάσεις, δηλαδή εγχειρίσεις, σαν αυτή που υπέστη ο άμοιρος αλανόσκυλος Σάρικ. Σ’ αυτόν ο επιφανής γιατρός Πρεομπράζεφσκι έκανε μια μεταμόσχευση υπόφυσης εγκεφάλου και όρχεων, αμφότερων παρμένων από άνθρωπο, με αποτέλεσμα ο σκύλος να αρχίσει να φέρεται όπως ο προκάτοχος των οργάνων-του λαϊκός τύπος. Άρχισε να βρίζει, να φέρεται απρεπώς, να ασχημονεί, οδηγώντας το όλο πείραμα σε μια τραγελαφική φαρσοκωμωδία.
          Το κείμενο έχει δύο εμφανείς γονείς: από τη μία, η επιστημονική φαντασία και οι δυνατότητες της ιατρικής για θαύματα ή για τέρατα (βλέπε Φράνκενσταϊν αλλά και γενικότερα την αγάπη του μοντερνισμού για την ευγονική) κι από την άλλη ο Γκογκόλ με το ρώσικο χιούμορ και η καρναβαλική παράδοση που ανατρέπει την ισορροπία του κόσμου. Η μετατροπή του σκύλου Σάρικ στον κύριο Πολυγκράφ Πολυγκράφοβιτς Σάρικοφ είναι μια προσπάθεια τεχνητής αλλαγής, που αντικατοπτρίζει το ουτοπικό, επειδή είναι προϊόν επιβολής και επέμβασης, όνειρο της Σοβιετίας να αλλάξει τον απλό μουζίκο σε ευπρεπή Πολίτη μιας Σοσιαλιστικής Συνομοσπονδίας. Κι αυτό το σόλοικο κατασκεύασμα περιπαίζει με την παρουσία-του όλους τους επίδοξους αναμορφωτές, τους καθωσπρέπει Προκρούστηδες, οι οποίοι επιχειρούν χειρουργικές αλλαγές και ριζικές κοινωνικές αναμορφώσεις. Και γενικά κάθε τεχνητή επέμβαση που αλλάζει άρδην τους κανόνες της φύσης φαίνεται και είναι αναποτελεσματική, για να μην πει κανείς καταστροφική.
          Η σάτιρα συνήθως έχει συγχρονικό χαρακτήρα, αφού αφορά σε μια συγκεκριμένη περίοδο, με τα χαρακτηριστικά-της να είναι γνωστά σε όσους τη ζουν αλλά να διαφεύγουν στις επόμενες γενιές. Έτσι και ο Μπουλγκάκοφ, καυτηριάζοντας τη σοσιαλιστική ισοπεδωτική αλλαγή, γράφει ένα ευφρόσυνο μυθιστόρημα με κοινωνικές και πολιτικές παραπομπές, αλλά ο σημερινός αναγνώστης νιώθει αποξενωμένος από τα πρωταρχικά ερεθίσματα και γι’ αυτό ανίκανος να γελάσει, να προβληματιστεί και να αντιληφθεί όλο το background της καρναβαλικής γραφής-του. 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 10/3/2015 στον ιστότοπο In2life. Τις εικόνες τις δανείστηκα από: www.buzzfeed.com, www.mywebs.su, www.e-reading.club και www.dog-training-excellence.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, May 15, 2015

“Άγρια Ακρόπολη”_2013 και “Πέτρα ψαλίδι χαρτί”_2014 του Νίκου Μάντη

Μελλοντικές δυστοπίες και παροντικές δυσκολίες, ολοκληρωτισμοί και βία, αιματηρή καθημερινότητα και παιχνίδια εξουσίας, η ζωή του Νεοέλληνα από το βρώμικο κέντρο της Αθήνας σε μια ιδεατή αλλά όχι ιδανική Ακρόπολη.
 

Δίσκος με καφέδες καϊμακλίδικους
 
 
Νίκος Μάντης
“Άγρια Ακρόπολη”
εκδόσεις Καστανιώτη
2013
 
 
Νίκος Μάντης
“Πέτρα ψαλίδι χαρτί”
εκδόσεις Καστανιώτη
2014
 

 
          Ο Νίκος Μάντης είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα, νέου συγγραφέα με τέσσερα βιβλία στο ενεργητικό-του, συγγραφέα που πέρασε σταδιακά από το διήγημα στο μυθιστόρημα, ενώ το τελευταίο-του έργο είναι ένα υβρίδιο διηγήματος και μυθιστορήματος, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με ενεργές κινούμενες ψηφίδες.
          Η “Άγρα Ακρόπολη” βραβεύτηκε από το περιοδικό www.oanagnostis.gr (κάτι σε «Διαβάζω» χωρίς «Διαβάζω») κι όντως είναι ένα αξιοπρόσεκτο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας:
 
Έτος 2159 μ.Χ. Ο κόσμος πλέον διοικείται με βάση τη νοημοσύνη: χωρίζεται σε αναστημένους προ-ανθρώπους, τους Νεάντερταλ, που απλώς επιβιώνουν ως μέλη της πιο εξαθλιωμένης κάστας της παγκόσμιας τάξης, και σε Χόμο Σάπιενς, που ζουν για να δίνουν τεστ με στόχο την άνοδό τους στην ιεραρχία. Όλα κινούνται γύρω από το περιβόητο "εμβόλιο της ευφυΐας". Μόνο όσοι εμβολιάζονται έχουν τη δυνατότητα να ζουν με αξιοπρέπεια. Οι υπόλοιποι πρέπει να υπηρετούν ισόβια τους άλλους.
Ο Μάνο είναι ένας νεαρός Νεάντερταλ, κάτοικος της Μητρόπολης Νέας Αθήνας. Κάποιο βράδυ έρχεται σε επαφή με έναν άγνωστο, τον Άξελ, που ανήκει σε οργάνωση για την ανατροπή του συστήματος. Τότε του παρουσιάζεται μία και μοναδική ευκαιρία να αλλάξει για πάντα τη ζωή του. Οι κίνδυνοι βέβαια είναι πολλοί και παραμονεύουν στους πάνω ορόφους της Μητρόπολης, στην Αλεξάνδρεια, κι ακόμα πιο ψηλά, στον Θόλο, όπου βρίσκονται οι Πιστοποιημένοι.
Μια ολόκληρη κοινωνία έχει μάθει να αντιμετωπίζει τους Νεάντερταλ σαν ζώα, αδυνατώντας να δει πέρα από τα πρωτόγονα χαρακτηριστικά τους. Θα καταφέρει ο Μάνο να αλλάξει τη μοίρα του; Και αν ναι, με ποιο τίμημα; 

          Η φουτουριστική-του διάσταση φέρνει εύκολα τον αναγνώστη σε αναγνωστική έξαψη, καθώς μπροστά-του βλέπει μια νέα κοινωνία, έναν μελλοντικό κόσμο, που αυτόνομος, πολύπλευρος, πειστικός ορθώνεται σαν βέβαιη πραγματικότητα. Η τεχνολογική πρόοδος, οι δυνατότητες της επιστήμης και της ιατρικής, η καταστροφή των υπαρχουσών τωρινών δομών, η ταξική διαστρωμάτωση, ο προστατευμένος και ελεγχόμενος χώρος της Νέας Αθήνας σε αντίθεση με τον άγριο, άγνωστο χώρο που εκτείνεται έξω απ’ αυτήν, η ανεξιχνίαστη και παντοδύναμη εξουσία αλλά και ο ανατρεπτικός ιστός που αναπτύσσεται δίνουν στο κείμενο διαστάσεις κινηματογραφικής ταινίας, χολυγουντιανής εικονοπλασίας και κινδυνολογικής σκηνοθεσίας.
          Το μυθιστόρημα θέτει την έννοια της εξουσίας, όπως τη βιώνουν οι εξουσιαζόμενοι, και μάλιστα με έναν επιστημονικό τρόπο που δεν επιτρέπει στους κατώτερους να ανέβουν και γίνουν ανώτεροι. Έτσι, η συζήτηση για την εξουσία μετατρέπεται σε συζήτηση για την ελευθερία, αφού ο καθένας επιλέγει ή επιλέγεται σε ποια τάξη θα ανήκει; Η εξουσία ασκεί βία, όχι με όπλα (αν και η ύπαρξη ελεύθερης ζώνης αναδεικνύει και μια μη ελεγχόμενη περιοχή) αλλά με τη δύναμη της επιστήμης, και ειδικότερα με την επιβαλλόμενη βάσει στοιχείων και ερευνών ανωτερότητα των μεν και κατωτερότητα των δε.
 
***
 
          Το νέο-του έργο δεν μοιάζει καθόλου με το προηγούμενο. Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα οκτώ πράξεων, οκτώ επεισοδίων, στα οποία πρωταγωνιστεί άλλος κάθε φορά ήρωας ή ηρωίδα. Από ένα καταδικασμένο κομματικό μεγαλοστέλεχος, που βρίσκεται στη φυλακή για μίζες, έως τη Δήμητρα που ψάχνει τον αδελφό-της, ο οποίος εξαφανίστηκε, κι από τη γιαγιά που επισκέπτεται το δύσμορφο, θνησιγενές και δύσνου εγγονάκι-της, το οποίο το άφησαν οι γονείς-του σε ένα ίδρυμα, μέχρι τον Πακιστανό που εκμεταλλεύεται τους ομοεθνείς-του, ώσπου πλαστογραφεί την ταυτότητά-του και γίνεται πλούσιος Έλληνας. Η σπονδυλωτότητα του κειμένου έγκειται στο γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής του ενός κεφαλαίου γίνεται δευτεραγωνιστής ή κομπάρσος σε ένα άλλο, κάνει δηλαδή μια σύντομη, στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο, εμφάνιση και έτσι ενώνει τις δύο ιστορίες, δένοντας τα νήματα που πριν ήταν ασύνδετα.
          Το μυθιστόρημα ξεκινά και …τα σπάει. Η αφήγηση ενός χαρμάνη Αλβανού, που ψάχνει τον Ρουμάνο φίλο-του και λεφτά για μια δόση, το παραλήρημα που είναι γραμμένο με μαεστρία, με τεχνικές εσωτερικού μονολόγου, με συνειρμούς αλλά και με σαφή στοχοθεσία, με μικρά βήματα, άλλα σημειωτόν κι άλλα καρκινικά, η ασθματική-του φωνή είναι δείγματα μιας εξαιρετικής γραφής. Ο Μάντης ξεκινά δυναμικά… κι ύστερα κάθεται. Όλα τα άλλα κεφάλαια είναι γραμμένα με έναν επίπεδο, μονοδιάστατο, ρηχό λόγο, χωρίς έντονες διαφοροποιήσεις, χωρίς ύφος που να κολλά στο σώμα του χαρακτήρα σαν τον μανδύα της Δηιάνειρας και να μην αφήνει ούτε στιγμή την ψυχοσύνθεσή-του γυμνή.
          Για να καταλάβει κανείς το νόημα του έργου, θα πρέπει να συνυπολογίσει δύο μεταβλητές: αφενός, οι υποθέσεις όλων των επιμέρους ενοτήτων αφορούν στη σημερινή Ελλάδα, που έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει, οι ντόπιοι και οι μετανάστες ψάχνουν το νέο-τους στίγμα, η παλιά ευδαίμων ζωή έχει παρέλθει με οικονομικά και ψυχικά συντρίμμια, οι μεγαλοκαρχαρίες του δημοσίου βρίσκονται ένας ένας στη φυλακή, το περιθώριο μεγαλώνει, ναρκωτικά, σωματεμπορία, κομπίνες, η φυγή προς το εξωτερικό είναι μαζικότερη, η φτώχια, η μιζέρια, η εγκατάλειψη. Όλα αυτά φαίνονται ψηφίδες σε ένα ψηφιδωτό που δεν μπορεί να δέσει, παρά μόνο σαν φυγόκεντρες εικόνες ενός αμοντάριστου φιλμ.
          Αν όμως κανείς αποκωδικοποιήσει τον τίτλο, αυτό το παιδικό παιχνίδι κυκλικών σκυταλοδρομιών, όπου το ψαλίδι νικάει το χαρτί, η πέτρα νικάει το ψαλίδι και το χαρτί νικάει την πέτρα, τότε θα καταλάβει ότι το νήμα που συνδέει όλα τα πρόσωπα και τα γεγονότα, στα οποία εμπλέκονται, είναι η εναλλάξ ιδιότητά-τους μια του θύματος και μια του θύτη. Ο Μάντης επιχειρεί να πει ότι σε μια χαοτική κοινωνία, τη μία κρατάς ψαλίδι και κόβεις τα χαρτιά των άλλων και μία έρχεται μια πέτρα και σου διαλύει το φονικό-σου όπλο. Κανένας δεν είναι ανίκητος, κανένας δεν είναι μονίμως ευάλωτος, αλλά όλοι αλέθονται στις μυλόπετρες της ύφεσης και της παρακμής.
          Ο Μάντης είναι ελπιδοφόρα πέννα. Με τέσσερα βιβλία ανεβοκατεβαίνει την κλίμακα, γράφει καλά και γράφει ποικίλα, χάνει ενίοτε τον ρυθμό-του, αλλά πάντα κινείται χωρίς σταθερές μανιέρες και εύκολες λύσεις (Δείτε και την πρωινή ανάρτηση του No14me). 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο In2life στις 12/5/2015 και εδώ κοσμείται με εικόνες που ελήφθησαν από: national-pride.org, www.socialphy.com, thefutureiswild.wikia.com, www.esa.int, www.aftodioikisi.gr, www.projectknow.com, www.theguardian.com και www.mangoradio.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, May 12, 2015

“Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του” του Χαρούκι Μουρακάμι

Στη σημερινή εποχή μετράει πιο πολύ το χρώμα παρά το βάθος, το θέαμα παρά η ουσία, το σόου, οι παραστάσεις, η φωνή και η εκκωφαντική παρουσία παρά η αθόρυβη δουλειά. Ο Μουρακάμι δεν έχει την ίδια γνώμη.
 

Καφές στιγμής με άρωμα μάνγκο:
村上 春樹,
色彩を持たない多崎つくると、彼の巡礼の年
2013
Χαρούκι Μουρακάμι
“Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του”
μετφ. Μ. Αργυράκη
εκδόσεις Ψυχογιός
2014
 

 

Ο Τσουκούρου, ένας τριανταεξάχρονος σχεδιαστής σιδηροδρομικών σταθμών, που το όνομά του σημαίνει "φτιάχνω" ή "χτίζω" -όχι όμως "δημιουργώ"-, πιστεύει πως διάγει βίο άχρωμο, χωρίς ίχνος προσωπικότητας. Στα είκοσί του απορρίπτεται, για άγνωστους λόγους και με συνοπτικές διαδικασίες, από την εξιδανικευμένη παρέα του: δυο αγόρια και δυο κορίτσια, με ονόματα που παραπέμπουν αντίστοιχα σε τέσσερα διαφορετικά χρώματα. Ο "άχρωμος" Τσουκούρου αποδέχεται την απόρριψη σιωπηρά, φτάνει λόγω του συναισθηματικού σοκ στα πρόθυρα του θανάτου και τελικά επανέρχεται στην κανονική ζωή του χωρίς να έχει ουσιαστικά συνέλθει. Ώσπου έπειτα από δεκαέξι χρόνια, η Σάρα, μια γυναίκα που τον ενδιαφέρει σοβαρά, διαβλέπει το συναισθηματικό του μπλοκάρισμα, θέτει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και τον ωθεί στο αυτονόητο: να επιδιώξει, έστω και εκ των υστέρων, μια εκ βαθέων επαφή με την "πολύχρωμη" παρέα του για να φωτίσει τις λεπτομέρειες του βαθιά κρυμμένου ψυχικού τραύματός του, να κατανοήσει τα αίτια και να χειριστεί την πραγματικότητα με τρόπο λυτρωτικό για τον ίδιο και για τη μεταξύ τους σχέση.
Ο κορυφαίος Χαρούκι Μουρακάμι αποτυπώνει με μαεστρία στο χαρτί την αξιομνημόνευτη ιστορία ενός νεαρού άντρα που τον στοιχειώνει μια τεράστια απώλεια. Μια ιστορία για όνειρα και εφιάλτες, για τα ταξίδια στο παρελθόν που είναι απαραίτητα για να θεραπευτεί το παρόν.
 
          Αν κάνει κανείς μια “μικρή” διασκευή του οπισθόφυλλου του βιβλίου, θα μπορούσε να βάλει στη θέση του ήρωα τον εαυτό-του και έτσι θα έβλεπε τι σημαίνει απομόνωση. Φανταστείτε το υποθετικό σενάριο, μπείτε στη θέση του Τσουκούρου και αναρρωτηθείτε ποιος λόγος μπορεί να κάνει μια (διαπροσωπική ή απρόσωπη) παρέα να εξορίσει από τις τάξεις-της τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να φανταστεί κάτι πιο συγκεκριμένο. Ποια διαβολή λοιπόν οδήγησε τους άλλους στην αποπομπή του πρωταγωνιστή; Αυτό καθεαυτό δεν έχει σημασία, παρά μόνο ότι ήταν άδικη η κατηγορία εις βάρος-του. Πιο μεγάλη σημασία έχει η ψυχική αναστάστωση και η μετέπειτα ανασφάλεια ως προς τις σχέσεις που προκάλεσε στον Τσουκούρου.
          Η υπόθεση που περιγράφει το εξώφυλλο δείχνει ένα τραγικό πρόσωπο, που ωστόσο υφίσταται τη μοίρα-του ψύχραιμα όσο και απαθώς. Κι αν δεν ήταν η Σάρα, δεν θα αναζητούσε την ψυχαναλυτική διέξοδο στο πρόβλημά-του, ψάχνοντας τα αίτια της περιθωριοποίησής-του.
          Πρόκειται λοιπόν για το θέμα της φιλίας, έστω και αυτής στη νεανική ηλικία, το ποιόν της σχέσης αλλά κυρίως το τραύμα που αφήνει, αν διακοπεί απότομα. Ο Ιάπωνας συγγραφέας παίρνει ένα απλό θέμα, πιάνει μια μικρή υπερβολική πλευρά-του και το αφήνει σαν κουβάρι να ξετυλιχτεί υποτονικά, αλλά όχι άχρωμα. Η οπτική γωνία του Τσουκούρου επιτρέπει να μάθουμε μόνο τη μία πλευρά της αλήθειας κι όσο αυτή ενισχύεται από τις πληροφορίες που προσθέτουν σταδιακά οι φίλοι-του, χρόνια μετά, ξανασχηματίζουμε τη συνολική εικόνα.
          Δεν βλέπω πολλές ομοιότητες με τα προηγούμενα έργα του Ιάπωνα συγγραφέα. Το “1Q84” ή το “Νορβηγικό δάσος” φαίνονται πολύ διαφορετικά και μόνο με “Τις μικρές ώρες” βλέπω κοινά σημεία: το ψυχολογικό θέμα που έχουν οι ήρωες, τα αδιόρατα προβλήματα που ταλανίζουν μια κατά τ’ άλλα αδιατάρακτη ζωή, το καθημερινό που κρύβει ραγισματιές και βάραθρα. Ο Μουρακάμι έχει μάλλον αδίκως θεωρηθεί ένας αφηγητής-παραμυθάς, εκεί που όντως είναι πολύ καλός, αλλά συνάμα διερευνά αθόρυβα, με μια μάσκα και έναν φυσητήρα, τον ψυχικό βυθό του ανθρώπου.
          Όσο μεγαλώνει ο Μουρακάμι, τόσο γίνεται πιο εσωτερικός, λιγότερο θεαματικός. Κι αυτό έχει τα συν και τα πλην-του: χάνει σε σασπένς, αλλά κερδίζει σε ψυχολογικό εμβαδόν, γίνεται πιο αργός αλλά και πιο βαθύς, προσγειώνεται περισσότερο στη γη αλλά συνάμα κρατάει ψηλά το αφηγηματικό-του σθένος.

[Οι εικόνες που δίνουν χρώμα στο άχρωμο κείμενό-μου είναι παρμένες από: friends.japantoday.com, www.todayonline.com, englishdictionaryfree.com και revistaepoca.globo.com]
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, May 08, 2015

“Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ” του Malcolm MacKay

Όταν ο φόνος μπαίνει στη μέση του έργου (και όχι εξ αρχής), όταν ο δράστης είναι βαθιά χωμένος στον χώρο του εγκλήματος, όταν οι εμπλεκόμενοι έχουν ο καθένας τα δικά-του μυστικά και συμφέροντα… Έρχεται καλοκαίρι κι είπα να προετοιμαστούμε με ένα καλό αστυνομικό.
 

Malcolm MacKay
“The Necessary Death of Lewis Winter”
2013
“Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ”
Ά. Τριμπέρη
εκδόσεις Πόλις
2014
 


          Τυπικά πρόκειται για ένα νουάρ μυθιστόρημα πληρωμένου φόνου και καταδίωξης ενός μικροεμπόρου ναρκωτικών, ονόματι Lewis Winter. Τον φόνο αναλαμβάνει ο Κόλουμ ΜακΛιν, αφού πείθει παρά την ηλικία-του τους ενδιαφερόμενους ότι μπορεί να φέρει εις πέρας τη δουλειά. Η ιστορία λοιπόν παρακολουθεί εν αρχή το πώς ο επαγγελματίας δολοφόνος στη Γλασκώβη ετοιμάζει το χτύπημα και προσπαθεί να υπολογίσει τους σταθμητούς και αστάθμητους παράγοντες της επιχείρησης που του έχει ανατεθεί.
          Αυτό που με ξετρέλανε στον τρόπο γραφής δεν είναι βέβαια η ίδια η ιστορία και η παρακολούθηση της προετοιμασίας βήμα βήμα. Είναι κατ’ αρχάς η πολυεστιακή αφήγηση που περιδιαβαίνει τα πρόσωπα (και κυρίως τον Κόλουμ) σκιαγραφώντας το προφίλ-τους και τις σκέψεις-τους, τον τρόπο με τον οποίο κείνται απέναντι στο όλο θέμα. Η στάση-τους παρουσιάζεται σαν το αυτονόητο αποτέλεσμα του ρόλου-τους: με άλλα λόγια ό,τι κάνουν και ό,τι σκέφτονται, σκοπεύουν, αισθάνονται, πράττουν είναι το φυσικό επακόλουθο της θέσης-τους πάνω στη σκακιέρα των νυχτερινών εργασιών, του υποκόσμου και της λογικής-του. Καθένας, από τον θύτη που είναι συνεχώς στο προσκήνιο μέχρι το υποψήφιο θύμα που παρακολουθείται διακριτικά, λειτουργεί βάσει των άγραφων νόμων, οι οποίοι φανερώνονται καθώς φανερώνεται και ο ρόλος του καθενός. Από το ειδικό, τα πρόσωπα, μέχρι το γενικό, ο σκοτεινός κόσμος μιας παράλληλης πόλης, κι από τα επιμέρους στο σύνολο.
          Ακόμα περισσότερο με ξετρέλανε, κι ομολογώ ότι το κοίταζα και το ξανακοίταζα, είναι ένα απόλυτα ομαλό, φυσιολογικό, αυθόρμητο δεύτερο πρόσωπο που σαν κάμερα-στυλό εστιάζει σε κάθε χαρακτήρα (στους βασικούς εννοώ) και μιλάει αναζητώντας το βαθύτερο είναι-τους, αυτό το φυσικό υπόστρωμα των σκέψεών-τους, οι οποίες απορρέουν, όπως προείπα, από τον ρόλο-τους. Αυτό το δεύτερο πρόσωπο μοιάζει να μιλάει γενικά σε κάθε άνθρωπο, άλλοτε φαίνεται να κοιτάζει τον αναγνώστη, χωρίς να τον κατονομάζει, και κατ’ ουσίαν απευθύνεται στον ίδιο τον χαρακτήρα, σαν να μιλά ο ίδιος στον εαυτό-του. Αυτός ο υπεράνω αφηγητής τελικά γυρίζει από δω κι από κει, κοιτάζει τα πρόσωπα της σκηνής, τους φωτίζει απ’ έξω κι από μέσα, μιλάει μαζί-τους οικεία και καθημερινά, χωρίς ποτέ να φαίνεται ότι υπάρχει και δεσπόζει.
          Ο Κόλουμ είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος με όλη τη σημασία της λέξης. Προετοιμάζει τον φόνο παρακολουθώντας τις καθημερινές συνήθειες του Γουίντερ, ελέγχει τη ζωή-του και τα ωράριά-του, σκέφτεται τις πιθανές εκδοχές και τα απρόοπτα, υπολογίζει την γκόμενα του θύματος Ζάνα Κόουπ, που μπορεί να παίξει απρόσμενο ρόλο, προμηθεύεται το κατάλληλο όπλο και ψάχνει συνεργάτη. Φαίνεται ψυχρός και ακριβής, κάνει ό,τι θα έκανε ο οποιοσδήποτε επαγγελματίας χωρίς συναισθηματισμούς ή ιδιαίτερες αποκλίσεις από τη ρουτίνα, βλέπει τη δουλειά σαν δουλειά και τίποτα παραπάνω ή λιγότερο. Όλα είναι φυσικά επακόλουθα του ρόλου-του…
          Η ιστορία εξελίσσεται με την τακτική της σύγκλισης: όλα τα πρόσωπα και οι πράξεις-τους τείνουν στον επικείμενο φόνο, ο οποίος αναμένεται να αποτελέσει το σταυροδρόμι των πολυποίκιλων κινήσεων. Θα είναι ή όχι επιτυχημένη αυτή η δολοφονία, είναι μια εν εξελίξει αναμονή που δημιουργεί το ανάλογο σασπένς. Κι από εκεί και έπειτα, σαν μια κλεφύδρα που έχει στο στενότερό-της σημείο τον φόνο, αρχίζει η επόμενη φάση με τις κινήσεις του καθενός μετά την κρίσιμη νύχτα, οι εκτελεστές, οι συμμέτοχοι, ο στενός και ευρύς κύκλος του θύματος…
          Η πολυεστιακότητα, η μετακίνηση της κάμερας από πρόσωπο σε πρόσωπο, η ανάδειξη των αυτονόητων μύχιων σκέψεων και κινήτρων-τους κ.ο.κ. ανοίγουν στο μάτι του αναγνώστη όλο το πανόραμα του υποκόσμου της Σκοτίας: πώς τα κυκλώματα ελέγχουν την πιάτσα, ποιες συμμαχίες διαμορφώνονται, ποιος φοβάται ποιον, πώς οι αστυνομικοί, διεφθαρμένοι και μη, κινούνται σ’ αυτόν τον ιστό… Η νύχτα αποτελεί ένα παράλληλο σύμπαν, έναν κόσμο που κινείται έξω από τη λογική της καθημερινότητας, ή μάλλον που τη χρησιμοποιεί με ιδιαίτερους τρόπους και δικό-του κώδικα ηθικής και πρακτικής.
 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 3/3/2015 στον ιστότοπο In2life και εδώ στο Βιβλιοκαφέ επαναδημοσιεύεται προς συζήτηση με εικόνες που έλαβα από: www.overstock.com, frantisekspurny.deviantart.com, turntherightcorner.com, www.thestudentroom.co.uk, smartercitieschallenge.org και paulviking.websitetoolbox.com]
          Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, May 05, 2015

“Και τώρα δεν είναι αργά” του Κώστα Αρκουδέα και “Γκιακ” του Δημοσθένη Παπαμάρκου

Είναι η βεντέτα μια επίκαιρη έννοια, που ξαναδουλεύεται σήμερα από τους λογοτέχνες σαν κώδικας τιμής; Πόσο αναδεικνύει αισθήματα ή τραγικότητες σε μια εποχή άλλης ηθικής και νομικής δικαιοσύνης; Δυο βιβλία επεξεργάζονται το θέμα της εκδίκησης, βγαλμένης από τις “αρχαϊκές” κοινωνίες της αρβανίτικης Φθιώτιδας και της σκληροτράχηλης Μάνης.
 

Ελληνικός πολλά βαρύς και όχι:
 
 
Κώστας Αρκουδέας
“Και τώρα δεν είναι αργά”
εκδόσεις Κουκουνάρι
2014
 
Δημοσθένης Παπαμάρκος
Γκιακ
εκδόσεις Αντίποδες
2014
 
 

          Είχα ακούσει καλά λόγια από έναν φίλο για τον “Πειρατή”, μυθιστόρημα του Αρκουδέα που εκδόθηκε το 2003. Τώρα ο ίδιος συγγραφέας επεξεργάζεται τη νουβέλα, που είχε αποτελέσει τη μήτρα για τον “Πειρατή”, και την εκδίδει με ξυλογραφίες του Νίκου Σταυρακαντωνάκη. Η Μάνη συνάντησε την Κρήτη!
          Κι όντως η σύμπραξη στηρίζεται σε έναν κοινό κώδικα αξιών, που ενώνει την ηθική των δύο τόπων. Η νουβέλα αποτυπώνει ακριβώς το αξιακό σύστημα της Τραχήλας, ενός χωριού της δυτικής Μάνης, όπου ο Τζανέτος Γερακέας, προύχοντας του τόπου, οπλίζει το χέρι του δεκαπεντάχρονου γιου-του για να σκοτώσει την αδελφή-του Μαρίκα, η οποία βρέθηκε την πρώτη νύχτα του γάμου-της ατιμασμένη. Ο γαμπρός, ξενόφερτος λαδέμπορος, την επιστρέφει στον Τζανέτο με το στίγμα της “πειραγμένης” και φεύγει με τη φίλη της νεκρής Κλειώ. Μετά το φονικό ο Τζανέτος συνειδητοποιεί ότι μάλλον δεν έφταιγε η κόρη-του για την πομπή-τους…
          Η νουβέλα στηρίζεται στην τιμή της κοπέλας που πρέπει να μείνει ανέπαφη μέχρι τον γάμο, στην τιμή του πατέρα που οφείλει να τιμωρήσει την απρεπή κόρη, στην τιμή του αδελφού που είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την παραδοσιακή αίσθηση της εκδίκησης. Ξεκινά ως επιστολικό λογοτέχνημα, γραμμένο από τον Πότη, και συνεχίζει στον ίδιο τόνο, επιστολιμαίο με σκόπιμη λήθη στο δεύτερο πρόσωπο, να μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο η Μάνη καθορίζει τη μοίρα των ανθρώπων-της. “Η Μάνη”, λέει σε κάποιο σημείο, “είναι γεμάτη πλάσματα που ζητάνε το αίμα τους πίσω”.
          Η αφήγηση κύλησε ομαλά, η ιστορία εξελίχθηκε χωρίς κενά, το τέλος κράτησε τη μικρή-του έκπληξη… Ωστόσο, ο στόχος της συγγραφής της νουβέλας παραμένει άδηλος, αφού ούτε κάτι καινοτόμο διαβάσαμε, ούτε μια διεκτραγώδηση της ιστορίας είδαμε. Το αίμα μίλησε από μόνο-του, σαν το “Γκιακ” του Παπαμάρκου, κι ο αναγνώστης διάβασε μια καλογραμμένη (αναμενομένη) νουβέλα, που μπόρεσε δείξει νοοτροπίες και ήθη.
 
          Απ' την άλλη, στα διηγήματα του Παπαμάρκου είδα πάλι την αφηγηματική δεξιότητα που είχα ξαναδεί στην προηγούμενη συλλογή-του με τον τίτλο “Μεταποίηση”. Εξαιρετική γραφή, εύστοχα διαμορφωμένο ύφος, που αναδεικνύει το αρβανίτικο ιδίωμα, τη χωριάτικη προφορά, τον τρόπο εκφοράς του λόγου από τη γενέτειρα του συγγραφέα Μαλεσίνα. Ο αναγνώστης στέκεται έκθαμβος μπροστά στην πιστή απόδοση της ντοπιολαλιάς και μέσω αυτής αντιλαμβάνεται την ψυχολογία των απλών ανθρώπων.
          Οι ιστορίες σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με τη Μικρασιατική εκστρατεία και τις συνέπειές-της στους απλούς ανθρώπους που την έζησαν και γύρισαν πίσω με το στίγμα-της. Όμως, όπως εννοεί και ο τίτλος (γκιακ = αίμα αλλά και νόμος του αίματος, δηλαδή εκδίκηση), στις περισσότερες από αυτές αναδεικνύεται η τιμή που οδηγεί τους φορείς-της σε πράξεις εκδίκησης, για να διασωθεί η οικογενειακή και προσωπική υπόληψη. Γι’ αυτό μοιάζει με τη μανιάτικη τιμή του Αρκουδέα, συνδέοντας το τοπικό δίκαιο με ανάλογα έθιμα σε άλλες περιοχές. Μένει να δούμε ένα αντίστοιχο από την Κρήτη, όπως π.χ. το “Κοστούμι στο χώμα” της Καρυστιάνη, για να συμπληρωθεί η τριάδα των περιοχών που έχουν τροφοδοτήσει με τη βεντέτα-τους το λογοτεχνικό σώμα.
          Ωστόσο, είδα στην τελευταία συλλογή του Παπαμάρκου μια ισχνότητα ως προς το εύρος της ιδέας-του. Είδα διηγήματα κλειστής εμβέλειας, αφού το αίμα και η εκδίκηση δεν μου προσέφερε τη γοητεία και τον σοκαριστικό αιφνιδιασμό που μου είχαν προσφέρει τα κείμενα της “Μεταποίησης”. Εκεί η βία και η παρουσία του κακού ερχόταν να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, να προκαλέσει μικρά σοκ στον αναγνώστη. Εδώ, ο αιφνιδιασμός απουσιάζει, οι ιστορίες εξελίσσονται χωρίς καμπές, η τιμή και η εκδίκηση δεν έχουν να προσφέρουν κάτι καινούργιο στους αποδέκτες-τους. Εξαιρετικός χειρισμός μιας κεντρομόλου (κλειστής, δηλαδή περιορισμένης) ιδέας. 

{Ο πίνακας κορυφής είναι "Ο Φόνος" του Paul Cezanne (1867). Οι εικόνες που στολίζουν το κείμενο είναι παρμένες από www.tresorhotels.com, www.mothersblog.gr, www.ecclesia.gr, www.im-leka.gr και www.onalert.gr}
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, May 01, 2015

ΝΟΜΠΕΛ Λογοτεχνίας 1961: Ίβο Άντριτς

“Το χρονικό του Τράβνικ”

Η καθημερινότητα στη Βοσνία του 19ου αιώνα συνάπτεται με τις διπλωματικές και πολιτικές εξελίξεις της Ευρώπης του Ναπολέοντα. Κι ο Ίβο Άντριτς φτιάχνει μια τοιχογραφία με πολλές περιγραφές και μικροϊστορίες, με σκηνικά και επεισόδια, με χρώματα και λήψεις.
 

Μπισκότο με παγωτό κρέμα:
Ivan (Ivo) Andrić
1945 (εκδόθηκε το 1962)
Ίβο Άντριτς
“Το χρονικό του Τράβνικ”
μετ. Χ. Γκούβης
εκδόσεις Καστανιώτη
2013 (επανέκδοση)
 

          Ο Ίβο Άντριτς σημάδεψε τη λογοτεχνική ιστορία του 20ού αιώνα με το εμβληματικό μυθιστόρημα “Το γεφύρι του Δρίνου”. Σ’ αυτό βλέπει τη σπειροειδή πορεία της ιστορίας, η οποία επαναλαμβάνεται γύρω από σταθερά σημεία, καθώς αλλάζουν πρόσωπα, θεσμοί και εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά η βασική νοοτροπία και κουλτούρα παραμένουν πάντα οι ίδιες. Κέντρο του έργου είναι η πόλη Βίσιενγκραντ της Βοσνίας, όπου βρίσκεται το γεφύρι του Δρίνου και στην οποία κατοικούν Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι με το ίδιο modus vivendi, όπως αυτό παρουσιάζεται σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Καθώς ο χρόνος κυλάει, κοντά τέσσερις αιώνες, και επέρχονται αλλαγές στα Βαλκάνια, εμείς βλέπουμε μόνο τα αποτελέσματά-τους σαν κυματισμοί να διαπερνούν την αργή ζωή των κατοίκων της περιοχής. Και το γεφύρι, συνεκτικός δεσμός των αισθημάτων-τους, παραμένει σημείο αναφοράς για κάθε αλλαγή στο τοπίο. Αυτή η ιστορική σάγκα μοιάζει λίγο με τον δικό-μας Πετσάλη, μαγεύει με τη ζωγραφική-του, θέτει το γεφύρι του Δρίνου στο κέντρο της ιστορίας των πολυεθνικών Βαλκανίων.
          Το κοινό σημείο με “Το χρονικό του Τράβνικ”, που γράφτηκε την ίδια περίοδο, είναι αυτή η πολύχρωμη παλέτα με την οποία σκιαγραφεί μια εποχή. Το 550σέλιδο βιβλίο, τυπωμένο μάλιστα με μικρή γραμματοσειρά, σου φαίνεται ογκώδες και βαρύ, αν τρέχεις για να δεις το παρακάτω, αλλά, αν μάθεις να βλέπεις τις αποχρώσεις και τις σκιές στον καμβά, αν δηλαδή μάθεις να βλέπεις πινελιά πινελιά τα χρώματα στην απεικόνιση, αποζημιώνεσαι με μια πλούσια σε εμπειρίες ανάγνωση.
          Έτος 1807. Περιοχή Τράβνικ Βοσνίας. Ο πρόξενος της Γαλλίας Νταβίλ γίνεται δεκτός από τον βεζίρη Μεχμέτ, αλλά όλα σ’ αυτήν την επαρχία της αυτοκρατορίας του φαίνονται μίζερα και βαριά. Μόνη-του δύναμη η δόξα του Ναπολέοντα, μόνη-του παρηγοριά η προσηνής μορφή του φιλοδυτικού Βεζίρη. Κι εκεί αρχίζουν να φαίνονται οι ραδιουργίες των Οθωμανών, οι κληρονομημένοι βυζαντινισμοί, τα παρασκήνια και ο έμμεσος τρόπος διπλωματίας, που δεν μπορεί να τα συλλάβει …Γάλλου νους. Μια πρώτη λοιπόν επισήμανση αφορά στο χάσμα που υπάρχει μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταξύ της πολιτισμένης Ευρώπης και της ανατολίτισσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κι αυτό το πολιτισμικό σοκ το υφίσταται ο πρόξενος, βλέποντας άλλη νοοτροπία τόσο στον λαό όσο και στις αρχές.   
          Τα ντράβαλα εντείνονται, όταν φτάνει στην πόλη ο εκπρόσωπος του μισητού αντίπαλου δέους, ο πρόξενος της Αυστρίας. Οι ντόπιοι ουδέποτε είδαν με καλό μάτι τέτοιες κινήσεις από τις ξένες δυνάμεις αλλά κι οι πρόξενοι μεταξύ-τους δεν έδειχναν παρά αμοιβαία καχυποψία και εθνικιστική επιφυλακτικότητα.  
          Ο Άντριτς βρίσκει έτσι ευκαιρία να οργανώσει τον τοίχο με τις προσωπογραφίες-του. Μέσα στο συνονθύλευμα ανώτερων και κατώτερων αξιωματούχων, βεζίρηδων και στρατιωτικών, μεθυσμένων και βλοσυρών, λογιστών και γιατρών, αρπάζει το νήμα και πλάθει για τον καθένα απ’ αυτούς την προσωπική-του ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο, παρελαύνουν μέσα στο πολυδαίδαλο μυθιστόρημα πολλές μορφές, οι οποίες όχι μόνο περιγράφονται με αγιογραφική ευλάβεια αλλά και εξιστορείται το παρελθόν-τους, αναλύονται οι φήμες που κυκλοφορούν γι’ αυτές και σκιαγραφούνται οι αντιδράσεις-τους σε οξυμένες καταστάσεις. Ο συγγραφέας προσεγγίζει τότε τις πολυσέλιδες συνθέσεις του 19ου αιώνα, όταν η αφήγηση και η περιγραφή απλώνονται σαν αυτοσκοπός, όταν πορτρέτα ανθρώπων και πίνακες σκηνικών διακλαδίζονται σε όλο το έργο.

[Οι φωτογραφίες/εικόνες αντλήθηκαν από: www.devimtours.com (2 πρώτες), en.wikipedia.org και www.visitmycountry.net]
Καλή Πρωτομαγιά
Πατριάρχης Φώτιος