Thursday, March 10, 2011

“Αναγγελία εγκλήματος” της Ανν Ζουρούδη

Ένα φανταστικό νησί, σαν την Τήλο του Μ. Καραγάτση ή τη Φράξο του Τζον Φόουλς, η Θίμινος μπορεί να γίνει το θέατρο όχι μόνο ενός φόνου αλλά και της αποτύπωσης της επαρχιακής Ελλάδας

Καφές στιγμής με γεύση κάστανο:
Anne Zouroudi
“The Messenger of Athens”
2007
Ανν Ζουρούδη
“Αναγγελία εγκλήματος”
μετ. Φ. Χρυσόπουλος
εκδόσεις Κέδρος
2010

            Δύο βασικά αινίγματα και μια ηθογραφική βάση είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του αστυνομικού μυθιστορήματος, είδους που έχει τον τελευταίο καιρό σπάσει το καλούπι της μονοδιάστατης και αναμενόμενης από ένα σημείο και μετά πλοκής. Έτσι, και η Ζουρούδη δεν κατασκευάζει απλώς ένα έγκλημα και διαρθρώνει σταδιακά την πορεία διαλεύκανσής-του, αλλά κατασκευάζει τον κόσμο μέσα στον οποίο ο αναγνώστης θα βρεθεί πειστικά και δόκιμα στο ίδιο κλίμα με τον ντετέκτιβ, για να αντιληφθεί τη λύση του μυστηρίου.
            Το πρώτο αίνιγμα αφορά στον φόνο της Ειρήνης Ασημακοπούλου, παντρεμένης γυναίκας του νησιού, η οποία ζει την ασφυκτική και στάσιμη ζωή του γάμου, ερωτεύεται έναν συντοπίτη-της (κι αυτός παντρεμένος) και τέλος βρίσκεται νεκρή σε έναν γκρεμό, θύμα ατυχήματος, αυτοκτονίας ή… Η επίσημη αστυνομία κλείνει γρήγορα τον φάκελο και οι κάτοικοι του νησιού δεν θέλουν να μιλήσουν, μήπως σπιλώσουν την τιμή οικογενειών. Η αγγλίδα συγγραφέας, πέρα από το παρόν της εξιχνίασης του θανάτου τού θύματος, χρησιμοποιεί εκτενείς αναδρομές για να δούμε ιδίοις όμμασι τη ζωή και τις σκέψεις-της, την καθημερινότητά-της που απέχει από τα όνειρά-της, την παρέκκλιση από την ευτυχία του οικογενειακού-της βίου και την προσπάθειά-της να γευτεί έστω και φευγαλέα τη σπίθα μιας μεγάλης έξαψης.
            Το δεύτερο αίνιγμα σχετίζεται με τον ντετέκτιβ Ερμή Διάκτορο, που αλωνίζει το νησί πάνω στα φτερωτά σανδάλια-του, ή πιο ρεαλιστικά στα σπορτέξ παπούτσια-του, ο οποίος εμφανίζεται ξαφνικά από την Αθήνα και αναστατώνει την ήσυχη ζωή του νησιού. Στην αρχή αφήνει την εντύπωση ότι είναι απεσταλμένος της αστυνομίας, αλλά εν καιρώ αυτή η εντύπωση αποδεικνύεται σαθρή: είναι απλώς ιδιωτικός ντετέκτιβ αλλά κανείς δεν ξέρει από ποιον είναι σταλμένος, από την οικογένεια της τεθνεώσας, από έναν φιλεύσπλαχνο πλούσιο ή …από τον ίδιο τον Δία;
            Όλη αυτή η σύλληψη πραγματώνεται πάνω σε μια έντονα ηθογραφική βάση, που υποτίθεται αντικατοπτρίζει την Ελλάδα του 1994, αλλά πιο πολύ αφορά προηγούμενες δεκαετίες και τη νοοτροπία-τους, και μάλιστα στηριγμένη σε στερεότυπα που φαίνονται πλέον εντελώς παλιομοδίτικα. “Εδώ βρισκόταν ένα κομμάτι της καρδιάς της Ελλάδας, μιας Ελλάδας αμετάβλητης, μιας Ελλάδας αιώνιας και διαχρονικής –βουνά με φόντο έναν καταγάλανο ουρανό, η φευγαλέα εικόνα της ζαφειρένιας θάλασσας, το άρωμα των βοτάνων που μετέφερε ο αέρας. Και ηρεμία.” Και μέσα σ’ αυτά, ο ψαράς, ο βοσκός, ο ξυλουργός, η πεθερά, η μητέρα, η αδελφή, οι οικογενειακές συνάξεις, το κουτσομπολιό, ο εκκλησιασμός ως αρχαία αγορά, ως καφενείο για τις γυναίκες, ο παππούς, το αργοκίνητο λεωφορείο, οι φιδίσιοι δρόμοι, το καρνάγιο κ.ο.κ.
Μέσα σ’ αυτό το φυσικό και κοινωνικό τοπίο, ο Ερμής δεν αναζητεί απλώς τον δράστη αλλά τον υπεύθυνο για τον φόνο ή την αυτοκτονία, τον ηθικό αυτουργό μιας πράξης θανάτωσης που οφείλεται σε έννοιες όπως η τιμή και η εξωτερική γαλήνη. Κι αυτές οι έννοιες αναδύονται μόνο αν –όπως το έκανε η Ζουρούδη- πλάσει κανείς ένα παραδοσιακό νησί, με τις μικρές και μεγάλες ατιμίες των κατοίκων-του, με τη συγχώρεση στα παραστρατήματα του άνδρα αλλά όχι της γυναίκας, με την οικογενειακή υπόληψη σε περίοπτη θέση ακόμα κι από πίσω υπάρχει βία, απιστία, δυστυχία, ασφυξία κ.ο.κ. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις συχνά δεν ενδιαφέρει ο φυσικός αυτουργός, αλλά το περικείμενο σε μια δυστυχή κατάληξη μιας δυστυχούς ζωής.
Πατριάρχης Φώτιος

Monday, March 07, 2011

“Πριν πέσει η παγωνιά” του Χένινγκ Μανκέλ

Ένα καλό αστυνομικό στέκει πρώτιστα, όταν πατάει γερά σε σφιχτή δομή και τεχνική αξιοποίηση όλων των στοιχείων μέχρι να εξαχθεί το τελικό συμπέρασμα. Αυτό πολλές φορές βέβαια υποστηρίζεται από έναν βαθύτερο προβληματισμό ή ξεπερνιέται, όταν βαραίνουν στην πλάστιγγα άλλα εξίσου στιβαρά πλεονεκτήματα…

Ζεστός καφές φίλτρου:
Henning Mankell
2002
Χένινγκ Μανκέλ
“Πριν πέσει η παγωνιά”
μετ. Λ. Καλοβυρνάς
εκδόσεις Ψυχογιός
2010

            Ο Μανκέλ, με μια σκανδιναβική σαφήνεια, δεν αφήνει τίποτα εκκρεμές, αφού δομικά δεν του ξεφεύγει ούτε μισή κλωστή από το συνολικό υφαντό-του (δες και την ανάρτηση της 15.11.2009 για το έργο-του “Firewall”). Από τη μία, σκορπά μικρές μικρές ενδείξεις και καθυστερεί επίτηδες στην εξέλιξη της υπόθεσης, προσπαθώντας να δώσει το κουβάρι-της σε δόσεις βασανιστικά αργές. Πολλοί θα έλεγαν, και μέχρις ενός σημείου έχουν δίκιο, ότι είναι αργός και γεμίζει σελίδες χωρίς αφηγηματική ουσία, ή καλύτερα χωρίς τη ραγδαία εξέλιξη που θα περίμενε ο αναγνώστης. Αυτό όμως, πέρα από την κοινωνική αναπαράσταση, αποσκοπεί και στη σταδιακή ρυμούλκηση του αναγνώστη προς το επιθυμητό τέλος. Ο τρόπος με τον οποίο γράφει μού θυμίζει σταγόνες μπλε μελάνι που πέφτουν πάνω στο ύφασμα και απλώνονται αργά ποτίζοντας την επιφάνεια και μεγαλώνοντας το κομμάτι εκείνο της βαφής. Το λευκό ύφασμα κλιμακωτά μπλαβίζει, καθώς από διάφορα σημεία επεκτείνονται τα κυανά στίγματα∙ οι μικρές κηλίδες απλώνονται, οι μικρές παρατηρήσεις ανοίγουν, συνδέονται με άλλες, γεμίζουν σιγά σιγά το ύφασμα και σε λίγο σχηματίζουν ξεκάθαρα το σχέδιο.
            Παράλληλα, σε μικρά ένθετα κεφάλαια παρουσιάζεται, από ένα σημείο και μετά, η δράση του ενόχου, αποκαλύπτεται η ταυτότητά-του αλλά και τα κίνητρα και παρακολουθείται η δολοφονική δράση-του. Αυτό που απομένει (κι εκεί ο αναγνώστης τεντώνεται στις μύτες των ποδιών-του για να δει πάνω από το παραβάν) είναι το πώς θα οδηγηθεί ο αστυνομικός επιθεωρητής Κουρτ Βαλάντερ και η κόρη-του Λίντα στην εξιχνίαση των φόνων άμοιρων ζώων, μιας πολιτισμικής ανθρωπολόγου, μιας πόρνης στη Δανία, μιας φίλης της Λίντα κ.ο.κ. Πίσω απ’ όλα αυτά ξεπροβάλλει ένας μυστηριώδης Νορβηγός που είναι και το κλειδί του γρίφου.
            Δεν μπορώ να πω ότι η κοινωνική κριτική του Μανκέλ είναι τόση όση οι νεότερες τάσεις ορίζουν και όση βλέπουν οι κριτικοί στο έργο-του. Πιο πολύ μετράει το καλοστημένο ψηφιδωτό, όπως έδειξα παραπάνω. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τα συμπτώματα της σουηδικής κοινωνίας, μιας φιλελεύθερης κοινωνίας που δεν έχει ξεφύγει από τον αλκοολισμό, τη μοναξιά, την απελευθέρωση των νέων αλλά και τη μοναχική μοίρα των ανθρώπων χωρίς οικογένεια, το ξάφνιασμα μπροστά στο θρησκευτικό φαινόμενο και τη δαιμονοποίησή-του κ.ο.κ.
            Τελικά, οι Σκανδιναβοί συγγραφείς μιλάνε με σαφήνεια, χτίζουν λιθάρι λιθάρι το οικοδόμημά-τους και αφήνουν το βιβλίο-τους στα χέρια του αναγνώστη, ξέροντας πως αυτός θα περάσει καλά, αλλά και πως θα στείλουν μια εικόνα της σουηδικής κοινωνίας με ξεκάθαρα περιγράμματα και αξιομνημόνευτα χρώματα.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, March 04, 2011

Μάρτιος 2011: αφιέρωμα στην αστυνομική λογοτεχνία

Υπάρχουν δύο ή αν θέλετε τρεις παραδοσιακές σχολές του αστυνομικού μυθιστορήματος: αφενός η κλασική αγγλική και η noir αμερικάνικη και αφετέρου η κοινωνικοπολιτική γαλλική. Από εκεί και πέρα αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια μερικές ακόμα τάσεις, όπως η σκανδιναβική (κατά βάση η σουηδική αλλά και η ισλανδική, η νορβηγική, η δανική) και η μεσογειακή (με ιδιαιτερότητες ανάμεσα στην ισπανική, την ιταλική, την ελληνική και την τουρκική αστυνομική λογοτεχνία).

Χυμός σαγκουίνι: Ανθρωπογεωγραφία της αστυνομικής λογοτεχνίας

αγγλόφωνη
σκανδιναβόφωνη
Banville, John
Bradley, Alan
Chandler, Raymond
Chesterton, Gilbert Keith
Christie, Agatha
Connelly, Michael
Cornwell, Patricia
Doyle, Arthur Conan
Ellroy, James
Flynn, Gillian
Hammett, Dashiell
Highsmith, Patricia
Neville, Stuart
Patterson, James
Pelecanos, George P
Poe, Edgar Allan
Queen, Ellery
Rankin, Ian
Rendell, Ruth
Roberts, John Maddox
Zouroudi, Anne
Fleming, Ian

Dahl, Arne (Σ)
Ekman, Kerstin (Σ)
Hoeg, Peter (Δ)
Indridason, Arnaldur (Ισ)
Läckberg, Camilla (Σ)
Larsson, Stieg (Σ)
Mankell, Henning (Σ)
Nesbø, Jo (Ν)
Nesser, Håkan (Σ)
Sigurdardóttir, Yrsa (Ισ)
Sjöwall, Maj (Σ)
Staalesen, Gunnar (Ν)
Thorarinsson, Αrni (Ισ)
Waltari, Mika (Φ)
Καλλιφατίδης, Θοδωρής (Σ)
γερμανόφωνη
ρωσόφωνη
Arjouni, Jakob
Bottini, Oliver
Dürrenmatt, Friedrich
Heinichen, Veit
Hoffmann, Ernst Theodor Amadeus
Monioudis, Perikles
Neuman, Ronnith
Remin, Nicolas
Schlink, Bernhard
Suter, Martin
Swann, Leonie

Akunin, Boris
Marinina, Alexandra
Poliakova, Tatiana
γαλλόφωνη
Attia, Maurice
Aubert, Brigitte
Barbéris, Dominique
Bard, Patrick
Benacquista, Tonino
Boileau, Pierre
Boman, Patrick
Bouchard, Nicholas
Braudeau, Michel
Brussolo, Serge
Cohen - Scali, Sarah
Crespy, Michel
Daeninckx, Didier
Dantec, Maurice G.
Delteil, Gérard
Derey, Jean – Claude
Exbrayat, Charles
Ferroul, Pascale
Germain, Alain
Giesbert, Franz - Olivier
Grangé, Jean - Christophe
Granotier, Sylvie
Izzo, Jean – Claude
Japrisot, Sébastien
Jonquet, Thierry
Khadra, Yasmina
Leblanc, Maurice
Lecaye, Alexis
Leroux, Gaston
Maisonneuve, Michel
Majan, Raphaël
Manchette, Jean – Patrick
Monbrun, Estelle
Mossé, Claude
Neuwald, Frederic
Oberlé, Gérard
Pelletier, Chantal
Pouy, Jean – Bernard
Raynal, Patrick
Reouven, René
Roy, Veronique
Serfaty, Thierry
Simenon, Georges
Sulitzer, Paul – Loup
Thirault, Philippe
Vargas, Fred
ισπανόφωνη
ιταλόφωνη
Abello Mesa, Leonelo
Ampuero, Roberto
Asensi, Matilde
Azpeitia, Javier
Bartlett, Alicia Giménez
Benet Goitia, Juan
Chavarría, Daniel
Díaz Eterovic, Ramon
Latour, Jose
Martin, Andreu
Martínez, Guillermo
Matta, Emmanuel
Molist, Jorge
Montalbán, Manuel Vázquez
Montero, Rosa
Padura, Leonardo
Prada, Juan Manuel de
Sepúlveda, Luis
Somoza, José Carlos
Somoza, José Carlos
Taibo II, Paco Ignacio

Abate, Francesco
Camilleri, Andrea
Carlotto, Massimo
Carrisi, Donato
Caruso, Giuseppe
Celli, Giorgio
Comastri Montanari, Danila
De Silva, Diego
Dell’ Orco, Sandro
Faletti, Giorgio
Farinetti, Gianni
Giuttari, Michele
Gregorio, Michael
Izzo, Renato
Lucarelli, Carlo
Manfredi, Valerio – Massimo
ελληνόφωνη
τουρκόφωνη
Αγαπητός, Παναγιώτης
Αποστολίδης, Ανδρέας
Γαλανόπουλος, Νεοκλής
Γκάκας, Στέργιος
Κακούρη, Αθηνά
Καλλιφατίδης, Θοδωρής
Μαρής, Γιάννης
Μάρκαρης, Πέτρος
Μαρτινίδης, Πέτρος
Παυλιώτης, Αργύρης
Πολιτοπούλου, Μαρλένα
Φιλίππου, Φίλιππος
Akar, Ridvan
Aykol, Esmahan
Oker, Celil
Somer, Mehmet Murat
Ümit, Ahmet



Ø  H λήψη των παραπάνω ονομάτων έγινε από τον ιστότοπο www.biblionet.gr. Γι’ αυτό, παρόλο που για μερικά από αυτά θα μπορούσε να έχει κανείς αντιρρήσεις, προτίμησα να τα συμπεριλάβω όλα, καταχωρισμένα σε αλφαβητική σειρά.
Ø  Βάσει αυτού του ιστότοπου καταγράφηκαν όλα τα ονόματα στα οποία αντιστοιχεί έστω και ένα αστυνομικό έργο, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
Ø  Εξαίρεση σ’ αυτήν την πλήρη λίστα είναι τα αγγλικά και ελληνικά ονόματα, από τα οποία λόγω της μεγάλης-τους ποσότητας καταγράφηκαν μόνο επιλεκτικά μερικά.
Ø  Μερικές ακόμα λογοτεχνίες που έχουν να επιδείξουν συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, με μεταφράσεις στα ελληνικά, είναι η Ολλανδική, η Ιαπωνική, η Πολωνική κ.ο.κ.
Ø  Θα ακολουθήσουν σε προσεχείς αναρτήσεις ενδεικτικά δείγματα από τη σουηδική σχολή (Χένινγκ Μανκέλ, “Πριν πέσει η παγωνιά”), την αγγλική με ελληνικό ενδιαφέρον (Ανν Ζουρούδη, “Αναγγελία εγκλήματος”), την ισπανόφωνη μεξικάνικη (Paico Ignacio Taibo II, “Όνειρα συνόρων”), τη γαλλική (Maurice Attia, “Παρίσι μπλουζ” και Λυκ Μποσί, “Ο Φρόιντ στο Μανχάταν”), την ιταλική (Αντρέα Καμιλέρι, “Το ματωμένο χωράφι”) και τέλος την ελληνική (Πέτρος Μάρκαρης, “Ληξιπρόθεσμα δάνεια”).
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, March 01, 2011

ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ του Άρη Αλεξάνδρου

Η μεταπολεμική πεζογραφία έχει καθοριστεί από την αριστερή διανόηση, είτε αυτή ακολουθεί την ορθόδοξη (έστω και ήπια) κομμουνιστική γραμμή είτε αποτελεί αιρετική παρέκκλιση από αυτήν. Στην πρόσφατη ψηφοφορία για τα καλύτερα ελληνικά πεζογραφήματα (7.1.2011), 27 θαμώνες του Βιβλιοκαφέ ανέδειξαν πρώτο (μαζί με τη “Φόνισσα” του Αλ. Παπαδιαμάντη) το “Κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου.

Κέικ σοκολάτα με σαντιγί:
Άρης Αλεξάνδρου
“Το κιβώτιο”
1975

Η όλη μορφή και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται είναι ιδιαίτερα ευφυής. Ο αναγνώστης παρακολουθεί μια σειρά από αναφορές, επιστολικού τύπου, ενός κρατούμενου προς τον αόρατο ανακριτή-του. Είναι ο μόνος επιζών από μια ομάδα ειδικών κομμουνιστών στρατιωτών που ξεκίνησε μέσα στον Εμφύλιο να οδηγήσει ένα κιβώτιο από μία πόλη σε μία άλλη. Στην πορεία ο ένας μετά τον άλλο πεθαίνουν, σε μια πορεία που θυμίζει λίγο αποστολή αυτοκτονίας για ένα ειδικό σκοπό, γι’ αυτό το μυστηριώδες κιβώτιο που κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Στο τέλος το κιβώτιο φτάνει στον προορισμό-του αλλά αποκαλύπτεται ότι …είναι άδειο. Ο μόνος επιζών συλλαμβάνεται και καλείται να απολογηθεί για το περιεχόμενο του κιβωτίου.
Η όλη αφήγηση, όπως προείπα, είναι πολύ έξυπνη όσο και απρόσμενη. Μόνος στο κελί-του ο κρατούμενος γράφει την απολογία-του την οποία ανασκευάζει και σε νέες κόλλες ξαναγράφει τη γνώμη-του. Το τελευταίο είναι παράξενο και γενικά παραξενεύει το ότι αναιρεί στην επόμενη όσα είπε στην προηγούμενη, παλιλλογεί, διστάζει, αποκαλύπτει και παίρνει πίσω όσα ξεστόμισε, ανασκευάζει την όλη ιστορία στην προσπάθειά-του να καταλάβει τι συνέβη.
Όταν το πρωτοδιάβασα ήμουν είκοσι χρονών. Μου φάνηκε φλύαρο, άτεχνα δομημένο, κουραστικό σε μερικά σημεία, παρά τη μαγευτική πλοκή και τις διαδοχικές ανατροπές. Και επιπλέον νόμισα ότι το άδειο κιβώτιο συμβολίζει τη ζωή-του, την προσπάθειά-του να δει τι έφταιξε και τελικά έφτασε στο τέλος άδειος και αποκαμωμένος, κούφιος και ανίδεος, προδομένος και κενός. Τυπικά θα μπορούσα να είχα δίκιο. Το άδειο κιβώτιο είναι η ζωή-μας που με τόσο κόπο την κουβαλάμε μέχρι να ανακαλύψουμε πόσες θυσίες πήγαν στράφι.
Όποιος το διαβάσει με μερικές παρακειμενικές επισημάνσεις, θα δει μια άλλη, πολιτική αυτή τη φορά, ερμηνεία. Ο Αλεξάνδρου, αριστερός ο ίδιος, κάνει τον απολογισμό της πορείας της παράταξής-του. Ενώ ξεκίνησαν με όραμα και ένα σκοπό, στον οποίο θυσίασαν χιλιάδες συνειδητούς αγωνιστές, ανακαλύπτουν κάποια στιγμή τη ματαιότητα όλου αυτού του δρόμου. Το μήνυμα είναι άτοπο, ο πόλεμος έγινε για ένα «πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη», που δεν είχε να τους προσφέρει τίποτα. Αυτή η αιρετική άποψη φέρνει τον Αλεξάνδρου στη γραμμή και άλλων (μου έρχεται πρόχειρα το όνομα του Μίσσιου, που στην αρχή της δεκαετίας του ’80, όταν τελείωνε η εφηβεία-μου είχε γίνει ευπώλητος σε μια προσπάθεια αριστερής αυτοσυνειδησίας) οι οποίοι θέλησαν να ξεφύγουν από την επίσημη γραμμή και να αναθεωρήσουν τον κομμουνιστικό δρόμο και τις θυσίες-του.
Το θέμα της παλινδρόμησης είναι ίσως ο πυρήνας του έργου. Γιατί ο εν αποστολή στρατιώτης αναιρεί σε διαδοχικές αναφορές όσα πρωτοείπε;
i.                    Μια πρώτη εικασία είναι ότι η μνήμη, αυτός ο μοχλός της λογοτεχνίας, τον εξαπατά και συν τω χρόνω θυμάται την αλήθεια και την φανερώνει.
ii.                  Άλλη ερμηνεία θα ήταν ότι πρόκειται για την προσπάθειά-του στην αρχή να αποκρύψει την αλήθεια, σκόπιμα να καμουφλάρει τις δικές-του ευθύνες ή των άλλων και να παραπλανήσει τον ανακριτή-αναγνώστη. Στη συνέχεια όμως μετανιώνει (γιατί άραγε;) και αποφασίζει να γίνει ειλικρινής.
iii.                Μήπως η διαφορά ανάμεσα στις πρώτες εκδοχές και στις μετέπειτα είναι μια ψυχαναλυτική διαδικασία απωθημένου. Δηλαδή μπορεί στην αρχή να είχε εξωραΐσει την πραγματικότητα ή εξαιτίας ενός ψυχικού τραύματος την είχε διαμορφώσει υποσυνείδητα όπως τον συνέφερε. Η ψυχαναλυτική όμως μέθοδος της αναφοράς, σαν σε ένα ιδεατό ψυχαναλυτή, τον ώθησε να καταλάβει πρώτα τον ίδιο-του τον εαυτό και έπειτα να ξαναβρεί μέσα στην ψυχή-του την αλήθεια, την οποία ως τότε σκέπαζαν παραισθήσεις, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και εξιδανικεύσεις.
Όλα αυτά οδηγούν σε μια προσπάθεια εκ μέρους του αναγνώστη να αποκωδικοποιήσει την πορεία, τον αναφερόμενο και τον αναφέροντα, το κιβώτιο και το χαμένο επισκεπτήριο, να βρει δηλαδή το νόημα σε ένα άδειο κασόνι. Να βρει το νόημα σε μια συλλογική πορεία που τελικά καταλήγει …κούφη. Είναι η προσωπική ευθύνη; Είναι η συλλογική αυταπάτη; Είναι προδιαγεγραμμένο το τέλος εξ αρχής; Φταίνε οι άνωθεν εντολές ή οι κρυφές μηχανορραφίες που απώλεσαν το περιεχόμενο;
Για όλες αυτές τις ιδεολογικές αναζητήσεις, τις αισθητικές ανατροπές, την απρόσμενη μορφή και τη διαδοχική αναγραφή του μυθιστορήματος, “Το κιβώτιο” αντέχει και εξακολουθεί να ανυψώνεται στο τέμπλο των κορυφαίων ελληνικών έργων.
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος