Thursday, October 10, 2013

“Η κραυγή της πέτρας” του Ζιλμπέρ Σινουέ

Μέσα στη δίνη της ιστορίας πώς διαμορφώνονται διαπολιτισμικοί έρωτες, ιερές και ανίερες συμμαχίες, σκηνικά και παρασκηνιακά παιχνίδια; Με τη δύναμη του έρωτα, με την πυγμή των όπλων, με την μπαγκέτα της διπλωματίας; (ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ, αρ. 3).
 
 
Αιγυπτιακός καφές:
Gilbert Sinoué
“Le cri de pierres”
Flammarion, Paris 2010
Ζιλμπέρ Σινουέ
Η κραυγή της πέτρας
μετ. Β. Κοκκίνου
εκδόσεις Ψυχογιός
2013

            Είμαστε δυο φίλοι, δυο διαφορετικοί χαρακτήρες, δυο διαφορετικά είδη αναγνώστη, οι οποίοι συζητάμε για βιβλία και διαβάσματα. Πήραμε το ίδιο έργο και μετά διασταυρώσαμε τις απόψεις-μας. Ιδού πώς μπορεί κανείς να δει δύο τελείως αντίθετες αναγνωστικές οπτικές για ένα έργο που φλερτάρει με το ευανάγνωστο, χωρίς να είναι, και με το ευπώλητο, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη ρηχό. 
            Ο πρώτος, ας τον ονομάσουμε Ηρόδοτο, αρέσκεται στο να βλέπει τη λογοτεχνία ως έναν καμβά εποχών και λαών, ως ένα πεδίο γνώσεων που κάνουν τον αναγνώστη να μαθαίνει, να ταξιδεύει στις ιστορικές περιόδους και να σκέπτεται πολιτικά. Το μυθιστόρημα του Σινουέ μπορεί να τον προσελκύσει, παρά τη δαιδαλώδη μορφή-του, γιατί αναφέρεται στο μεσανατολικό ζήτημα μέσα από τις παράλληλες ιστορίες μιας παλαιστινιακής, μιας ισραηλινής, μιας αιγυπτιακής και μιας ιρακινής οικογένειας.
Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’50, δέκα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση στην καρδιά της αραβικής Μέσης Ανατολής, του κράτους του Ισραήλ, δύο αντίπαλα στρατόπεδα διαμορφώνουν τις ισορροπίες στη σκακιέρα των πολιτικών και θρησκευτικών εξελίξεων. Η Αίγυπτος συνδέεται πολιτικά με τη Συρία, το Ισραήλ αμύνεται επιτιθέμενο σε κάθε αραβική πρόκληση, ενώ δεν παύει να επιβάλλεται στην Παλαιστίνη, στο Ιράκ ξεσπά επανάσταση κ.ο.κ. Όλα οδηγούν στον «Πόλεμο των έξι ημερών», το 1967, μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ. Πολλά ονόματα που απασχόλησαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα τη διεθνή κοινότητα παρελαύνουν με έργα και λόγια στο έργο του γαλλοαιγύπτιου συγγραφέα: ο Νάσερ, ο Αραφάτ, η δυναστεία Μπάαθ, ο Γκουριόν και άλλοι ακούγονται δίπλα στους πλαστούς χαρακτήρες που σχολιάζουν ή δρουν, που ακολουθούν τις ιστορικές εξελίξεις ή τις διαμορφώνουν παίρνοντας μέρος στο μάλε-βράσε της περιοχής.
Ο Ηρόδοτος ένιωθε ότι βλέπει τηλεόραση και μέσα από την αφήγηση παρακολουθεί το σκηνικό της αραβικής προσπάθειας για ένωση και της αραβο-ισραηλινής αντιπαλότητας. Ο Ηρόδοτος διαβάζει πολιτικά και ιστορικά και έτσι αισθάνεται ότι μια ολόκληρη εποχή ζωντανεύει μπροστά-του.
Ο άλλος φίλος, ας τον ονομάσουμε Ευριπίδη, δεν τρελαίνεται με την ιστορική γνώση. Άλλο πράγμα ένα εγχειρίδιο ιστορίας κι άλλο ένα λογοτεχνικό έργο. Πιστεύει ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να υποτάσσεται στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά πρέπει να διαμορφώνει το δικό-της σύμπαν και μέσα σ’ αυτό να περνάει έμμεσα την όποια αναφορά στο πολιτικό παιχνίδι. Αν δεν πείθει η ίδια για τον κόσμο-της και είναι συνεχώς διασωληνωμένη με την πραγματικότητα, τότε καταντά ancilla historiae σε ένα είδος λόγου παλιομοδίτικου, λαϊκίστικου και εν τέλει αντι-αισθητικού.
Ο Ευριπίδης, που λέτε, αναζητεί το δράμα στην ψυχή των ηρώων, την τραγικότητα στον τρόπο με τον οποίο συναντάνε τη συλλογική δράση, την κορύφωση στην ψυχική ταραχή, που θα συγκλονίσει κάθε χαρακτήρα. Κι αυτό δεν το βρήκε μέσα στον γαλαξία ατόμων, σκηνών, ιστορικών και μυθοπλαστικών γεγονότων, λαών και πολιτισμών. Δεν το βρήκε παρά σε μερικούς καλοσχεδιασμένους διαλόγους και στην ανάδειξη της ψυχοσύνθεσης των προσώπων, που σε λίγα σημεία διαλεκτικά προβάλλουν τη δική-τους αλήθεια. Βλέπει έναν πίνακα να κινείται συνεχώς, αλλά δεν διακρίνει το βάθος που χρειάζεται εστίαση και ατομική συνείδηση. 

Οι δυο φίλοι διαφωνούν, αν και ο καθένας αναγνωρίζει το δίκιο του άλλου. Αν η λογοτεχνία είναι μια απόλαυση που ζητά εικόνες και γνώσεις, τροφή για την περιέργεια ή τη μάθηση, τότε ο Ηρόδοτος βλέπει πως τέτοια αναγνώσματα τον ικανοποιούν. Αν όμως η λογοτεχνία είναι μια βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου, είτε μέσα από το ιστορικοπολιτικό δούναι και λαβείν είτε μέσα από το προσωπικό δράμα, τότε ο Ευριπίδης προσπερνά τις νερουλές σελίδες του Σινουέ και αναζητά κάτι περισσότερο στην ιστορική αυτογνωσία.
Λέγε με Ευριπίδη.
Αν και μέσα από τα ιστορικά δεδομένα, που δεν έχουν χαρακτήρες, δεν έχουν ενδολογοτεχνική δομή, δεν διακρίνονται για την αισθητική της μυθιστορηματικής πραγματικότητας, απορρέουν ένα δυο αξιοπρόσεκτα στοιχεία: αφενός το μήνυμα ότι η σύγκρουση δύο λαών, Αράβων και Ισραηλινών, γεννά θύματα εκατέρωθεν, προκαλεί μίσος και φανατισμό, εγείρει ιδεολογίες που βλέπουν μονόπλευρα το δίκιο της δικής-τους πλευράς. Αυτό φυσικά θα μπορούσε να γίνει απλώς με ένα βιβλίο ιστορίας… Αφετέρου, οι ανθρώπινες σχέσεις, ακόμα και ο έρωτας ενός Ισραηλινού για μια Μουσουλμάνα, δίνουν πιο ανθρώπινο τόνο στα πολιτικά παιχνίδια.
 
[Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από: ivarfjeld.com, www.tornadoproject.com, www.sansimera.gr, www.realclearworld.com, www.travelinstyle.com, commons.wikimedia.org και www.xray-mag.com]
Πατριάρχης Φώτιος


6 comments:

Anonymous said...

Μαζί σου, Ευριπίδη...

Ελ,Ελ

Βιβή Γ. said...

Προς Ευριπίδη τείνω κι εγώ...
Καλά πάντως λες Πατριάρχη,ένα βιβλίο μπορεί να διαβαστεί επιδεχόμενο πολλές προσεγγίσεις όταν το ίδιο είναι "πολλά καρπούζια σε μια μασχάλη" και ο αναγνώστης βρίσκεται σε επειεική- κυρίως αυτό- διάθεση.
Μάλιστα μου θύμισες μια αντι-ανάρτηση για το "Θυμάμαι" της Πέτσα που είχα κάνει παλιότερα κι έβαζα σε διάλογο τον έναν αρχάγγελο με τον άλλο,διότι δεν μπορούσα να βγάλω συμπέρασμα.

Βιβή Γ. said...

επιεική,το΄σωσα..

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Η αλήθεια είναι ότι καθένας από τους δύο αναγνώστες ψάχνει και απολαμβάνει μια άλλη πτυχή του έργου.
Μακάρι να συνδυάζονται (κοινοτοπία αυτό), αλλά η λογοτεχνία δεν είναι γνώση ούτε ιστορική αποτύπωση. Είναι πιο πολύ ανακάλυψη της τραγικότητας μες στη ζωή-μας.
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Ναι...
Καλημέρα

Ελ,Ελ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Βιβή, είδα την ανάρτησή-σου για την Πέτσα
και διαπίστωσα με ανακούφιση ότι κι άλλοι αναγνώστες (εκτός από μένα)
αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο ερμηνείες/αναγνώσεις/εκτιμήσεις του ίδιου βιβλίου.
Καλημέρα
και στην Ελ,Ελ)
Πατριάρχης Φώτιος