Sunday, July 23, 2017

“Νυχτερινές ικεσίες” του Santiago Gamboa

Αστυνομικό και κοσμοπολίτικο, πολιτικό και πολυφωνικό, γραμμένο με τέχνη και διαβασμένο με άνεση και με ενδιαφέρον. Γιατί μια γυναίκα της Κολομβίας γίνεται πόρνη στην Ιαπωνία; Και τι κάνει ο αδελφός-της για να τη βρει;



Santiago Gamboa
“Plegarias nocturnas”
2012

“Νυχτερινές ικεσίες”
μετ. Β. Κνήτου
εκδόσεις Πόλις -2017


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή “ο Σαντιάγο Γκαμπόα και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είναι οι σημαντικότεροι Κολομβιανοί συγγραφείς”, κατά τον Μανουέλ Βάσκες Μονταλμπάν.

Καθώς το διάβαζα:
            Ο πρωταγωνιστής δεν είναι ο αφηγητής. Ο βασικός αφηγητής είναι ο ερευνητής. Κλειδί στην υπόθεση είναι η αδελφή του πρωταγωνιστή. Το έργο ξεκινά αστυνομικό, αλλά συνεχίζει ως κοινωνικό. Γράφεται από έναν Κολομβιανό, αλλά έχει κοσμοπολίτικο χρώμα. 
            Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά:
            Ο αφηγητής είναι πρόξενος της Κολομβίας στο Νέο Δελχί, όταν εντέλλεται να μεταβεί στην Μπαγκόνγκ για να αναλάβει την υπόθεση του Μανουέλ Μανρίκε, φοιτητή της φιλοσοφίας, που συνελήφθη με ναρκωτικά. Ανακαλύπτει ότι ο νεαρός είναι αθώος και κάποιος του φόρτωσε τα ναρκωτικά, ενώ εκείνος αναζητούσε την αδελφή-του Χουάνα που ζούσε ως κολ-γκερλ στο Τόκιο. Έτσι, ο πρόξενος ξεκινά επαφές και ταξίδια από το Δελχί στην Ταϊλάνδη, στο Τόκιο, στην Τεχεράνη, ώστε να βοηθήσει στην απελευθέρωση του Μανουέλ.
            Αυτός είναι ο κλειστός κύκλος της αστυνομικής ιστορίας, που κάνει την ανάγνωση ενδιαφέρουσα και μας κρατάει σε εγρήγορση. Ο ευρύτερος όμως κύκλος περιλαμβάνει την ολοκληρωτική κυβέρνηση του Ουρίμπε στην Κολομβία, τη μοίρα των Λατινοαμερικανών γυναικών που πέφτουν θύματα trafficking, τη διακίνηση ναρκωτικών από την Κολομβία ολούθε στον κόσμο, όλα δηλαδή όσα ξέρουμε για τη χώρα της Νότιας Αμερικής, ενσελιδωμένα σε ένα καλογραμμένο βιβλίο που συνδυάζει οικουμενικότητα, ταξίδια και νέες πόλεις, κοινωνική κριτική και μυστήριο.
            Ο τρόπος γραφής του Gamboa είναι στρωτός και ατάραχος, που προχωρά χωρίς εμπόδια την ιστορία, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ρηχός, δεν είναι επίπεδος, αφού ελίσσεται ανάμεσα στην αφήγηση και στις σκέψεις του αφηγητή. Ακολουθεί την αστυνομική πορεία, αλλά ταυτόχρονα διασπάται, τόσο από την ιστορία του ίδιου του Μανουέλ που πιάνει το νήμα από τη ζωή-του στην Μπογκοτά μέχρι την εξαφάνιση της Χουάνα, όσο και από τις αινιγματικές “Σημειώσεις της δια-δικτυακής”. Αυτές οι παράλληλες γραμμές περιτριγυρίζουν την ιστορία από διάφορες μεριές και συμπληρώνουν τα κενά, αλλά και τον τρόπο σκέψης των ηρώων.
            Όσο το βιβλίο ολοκληρώνεται και με τη μαρτυρία της ευρεθείσας Χουάνα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι το έργο έχει κατά βάση πολιτικό χαρακτήρα. Η αδελφή του Μανουέλ δεν έγινε πόρνη επειδή χρειαζόταν χρήματα (και γι’ αυτό βέβαια, προκειμένου να σπουδάσει τον αδελφό-της), αλλά πρώτιστα ως πράξη αντίστασης στο καθεστώς, ως προσεταιρισμό των συμβούλων, αξιωματικών και παρατρεχάμενων του Ουρίμπε, ώστε να μαθαίνει από πρώτο χέρι τα καθέκαστα. Και από αυτό βρέθηκε μπλεγμένη, ώστε να επιλέξει τη φυγή στην Ιαπωνία. Η όλη-της καριέρα στίζεται με εικόνες και ειδήσεις από τις ειδεχθείς πράξεις του καθεστώτος και τις παρασκηνιακές λαμογιές με εμπόρους ναρκωτικών και άλλους αρριβίστες της χώρας, που ζούσαν με χλιδή, γυναίκες και ναρκωτικά.


Αφού το διάβασα:
            Μου άρεσε. Αστυνομικό με προεκτάσεις. Στρωτή γραφή. Γερή δομή. Καλά τοποθετημένα τα πιόνια πάνω στη σκακιέρα. Από την Κολομβία ως τη Νοτιοανατολική Ασία. Άνετο όσο και σκληρό.

[Δημοσιεύτηκε στο In2life στις 11.7.2017]

Ο Σαντιάγο Γκαμπόα γεννήθηκε το 1965 στην Μπογκοτά. Σπούδασε Φιλολογία στο Χαβεριανό Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά. Στη συνέχεια, έφυγε για την Ευρώπη και έζησε στη Μαδρίτη, όπου πήρε το πτυχίο της Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense, και στο Παρίσι, όπου σπούδασε Κουβανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα "Paginas de vuelta, Perder es cue-ction de metodo" -γυρίστηκε σε ταινία από τον σκηνοθέτη Σέρχιο Καμπρέρα και έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά με τον τίτλο "Το να χάνεις είναι ζήτημα μεθόδου", εκδ. Opera)-, "Tragedia del hombre que amaba en los aeropuertos", "Vida feliz de un joven llamado Esteban", "El cerco de Bogota", "El sindrome de Ulises"· (φιναλίστ για το βραβείο Romulo Gallegos, για το βραβείο Medicis για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα στη Γαλλία και για το βραβείο Casino de Povoa στην Πορτογαλία), "Hotel Pekin" και "Necropolis" (βραβείο La Otra Orilla). Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες.

Πατριάρχης Φώτιος 

Wednesday, July 19, 2017

“Εκουατόρια” του Μιχάλη Μοδινού

Βαθιά στην Αφρική, στη συνέχεια του Αμπάι, σαν όαση μέσα στη ζούγκλα, χτίζεται μια ουτοπία που θα ήθελε να αλλάξει τον ρου της ντόπιας ιστορίας.


Αφρικάνικος καφές με γεύση μπανάνα:

Μιχάλης Μοδινός
“Εκουατόρια”
εκδόσεις Καστανιώτης
2016
 


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή μού άρεσε ο τίτλος, επειδή μου άρεσε το εξώφυλλο και επειδή μου θύμισε, απ’ όσο είδα αμυδρά στο οπισθόφυλλο, τον “Μεγάλο Αμπάι” (2007), έργο με τον οποίο ο συγγραφέας εισήλθε δυναμικά στον χώρο της λογοτεχνίας.

Καθώς το διάβαζα:
            Ο αφηγητής είναι ένας Έλληνας της Αλεξάνδρειας που έζησε για καιρό στη Ζανζιβάρη, όπου έκανε επιχειρήσεις και γνώρισε καλύτερα την Αφρική. Το όνομά του Μιχαήλ Μοδινός (!), απόγονος του Ευστράτιου Ταταράκη, που πρωταγωνιστούσε στον “Μεγάλο Αμπάι” δίπλα στον εξερευνητή των πηγών του Νείλου Τζέημς Μπρους. Ο τωρινός Έλληνας αφηγητής είναι αυτήκοος μάρτυρας της ανόδου του Νείλου από τον Σάμουελ Μπέηκερ, Άγγλο ευγενή και εξερευνητή που περιηγήθηκε στην Αφρική μέχρι την Εκουατόρια μέσα στον 19ο αιώνα. Και το ωραίο είναι πως σε μερικά σημεία γίνεται και αναγνώστης των βιβλίων του Μπέηκερ, μέσα από τα οποία μας μεταφέρει και άλλες λεπτομέρειες.
            Κι έπειτα ο Γκόρντον, ο ασκητικός διοικητής, και μετά ο Εμίν πασάς, Γερμανός στην καταγωγή αξιωματούχος της οθωμανικής κυβέρνησης, που ανέλαβε την ηγεσία της Εκουατόρια. Η περιοχή σταδιακά τιθασεύεται, οργανώνεται, το δουλεμπόριο περιορίζεται, η πρωτεύουσα Γκοντοκόρο κι έπειτα η Λάντο θωρακίζεται, επιχειρείται αργότερα να βρεθεί πέρασμα προς τα εκεί, όχι από την κοιλάδα του Νείλου, αλλά από τη θάλασσα μέσω Κένυας, δημιουργείται εν ολίγοις μια ουτοπική κοινωνία, πολυπολιτισμική, αθώα, με λιγοστά κρούσματα βίας, με ελευθερία και ομαλότητα.
            Απειλή θα μπορούσε να είναι ο Μαχντί, ισλαμιστής μεσσίας που ένωσε τις φυλές και τους στρατούς των δουλεμπόρων σε ένα κοινό μουσουλμανικό όραμα, σε μια τζιχάντ που εξαπέλυσε ορμητικές εφόδους και απέσπασε το Σουδάν από την αιγυπτιακή-βρετανική κυριαρχία, νίκησε τον Γκόρντον, κατέκτησε το Χαρτούμ, έσφαξε χιλιάδες κόσμο, επέβαλε με την άκρατη βία τη σημαία του προφήτη και δοκίμασε να σφετεριστεί και την Εκουατόρια.
            Όλο το μυθιστόρημα είναι ένα κράμα μυθοπλασίας, ιστορίας, επιστήμης, χρονικού και ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, που πιάνει ποικίλων ειδών αναγνώστες. Πλείστα ιστορικά γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο όπως η διώρυγα του Σουέζ αναμειγνύονται με τη φυσιολατρία και τις περιηγητικές περιγραφές και πλαστοί ήρωες συναντούν πραγματικά πρόσωπα σε μια αφρικανική περιπέτεια που βρίσκει τη Μαύρη Ήπειρο στη φάση της σταδιακής απο-αποικιοποίησης. Οι σκηνές σαφάρι συναντούν την κατάργηση του δουλεμπόριου και ο ισλαμισμός στην Ανατολική Αφρική συναντά τους Ευρωπαίους αριστοκράτες.
            Αν θελήσει κανείς να κοιτάξει πίσω από την εξωτική ατμόσφαιρα και την τοπιογραφική-ιστορική αφήγηση, θα καταλήξει στο ότι το κεντρικό δίπολο του βιβλίου είναι η ιδανική Εκουατόρια απέναντι στο τζιχαντιστικό Σουδάν. Από τη μία μια παραδείσια επικράτεια κι από την άλλη μια αιμοβόρα αυτοκρατορία, από τη μια ένας ου-τοπικός χώρος όπου το πραγματικό αρτύνεται με το φανταστικό κι από την άλλη μια απηνής ιδεολογία που σκοτώνει ό,τι δεν ενσωματώνει. Πιθανόν ο συγγραφέας Μοδινός να θέλει να παραλληλίσει τον κόσμο της δεκαετίας του 1880 με τον δικό-μας και να εγγράψει μέσα στον αφρικανικό ισλαμισμό τον προβληματισμό των αρχών του 21ου αιώνα για την τζιχαντιστική απειλή.


Αφού το διάβασα:
            Η αναζήτηση της βαθιάς Αφρικής εξάπτει το ενδιαφέρον, αλλά συνάμα περιορίζει το εύρος της ιστορίας στην επιτελεσμένη πραγματικότητα. Ευτυχώς, αυτό σπάει με τις αλλαγές που επινοεί ο Μοδινός και δίνει στο έργο μυθιστορηματική διάσταση.
[Δημοσιεύτηκε στο in2life την 27η Ιουνίου 2017]

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία, 2013.

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 14, 2017

John Williams, “Ο Στόουνερ”

Ένα campus novel που περιλαμβάνει διδασκαλία και διαμάχες, έρωτα και μαθήματα, οικογενειακή και πανεπιστημιακή ζωή. Κι ένας καθηγητής που φαίνεται μαζί ανθρώπινος και ακέραιος.


John Williams
“Stoner”
Viking Press -1965

“Ο Στόουνερ”
μετ. Α. Δημητριάδου
Gutenberg -2017



Πολύς ντόρος για το μυθιστόρημα. Κι επειδή ήθελα και θέλω ν’ απλωθώ στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ν’ αφήσω πίσω μου την πατριαρχικοφωτική προσήλωση στην ελληνική πεζογραφία, ανοίχτηκα σε τέτοια κλασικά έργα.

Αυτό που ερεθίζει αρχικά, σαν ανάποδη διαφήμιση, είναι η αρχική δήλωση ότι ο Stoner δεν πέτυχε κάτι φοβερό στη ζωή του. Τότε γιατί μας ενδιαφέρει; Και πώς μπορεί ο Williams να φτιάξει ένα δυναμικό μυθιστόρημα πάνω σε έναν “αδύναμο” χαρακτήρα;

Ο πρωταγωνιστής William Stoner ξεκινά από μια πάμφτωχη οικογένεια. Ξεκινά να σπουδάσει γεωπονική, αλλά στην πορεία τον κερδίζει η λογοτεχνία. Παίρνει πτυχίο κι αντί να γυρίσει στους γονείς του συνεχίζει με μεταπτυχιακές σπουδές. Δεν κατατάσσεται στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αρχίζει να διδάσκει στο πανεπιστήμιο και γίνεται σταδιακά μέλος του προσωπικού του. Ώσπου ερωτεύεται την Edith, κόρη τραπεζίτη. Την παντρεύεται μάλιστα και κάνουν ένα κοριτσάκι, την Grace. Αλλά ο γάμος τους ποτέ δεν έδεσε και η οικογενειακή εστία ήταν πάντα μια βαλτώδης κατάσταση.

Η γραφή του Williams κερδίζει πόντους από την αρχή. Λαγαρή, σαφής, ομαλή. Όμως, αν και δημοσιευμένο το 1965, το κείμενο μοιάζει πολύ κλασικό, σαν να είναι γραμμένο τον 19ο αιώνα, με μηδαμινές μορφολογικές καινοτομίες. Ευθύγραμμη πορεία αφήγησης, καθόλου αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες, ξεκάθαρα εξωτερικά περιγράμματα… Κι αυτό γρήγορα φτάνει στα όριά του το λογοτεχνικό δυναμικό του μυθιστορήματος, κουράζοντας τον αναγνώστη. Μπορεί ο τελευταίος να περιμένει μια κορύφωση, μια ανατροπή, μια εμβάθυνση;

Κι όντως αυτή έρχεται. Έρχεται όταν το έργο, από δράμα οικογενειακής ζωής μετατρέπεται σε campus novel. Οι Αγγλοσάξονες ξέρουν από αυτά. Οι διαμάχες στα πανεπιστήμια, οι intrigues, η ατμόσφαιρα των campus, οι προσωπικές διενέξεις. Θυμάμαι στο Nottingham, όταν περιφερόμουν στο πανεπιστήμιο, ότι ένιωθα μια ενέργεια να με παροτρύνει να γράψω κι εγώ ένα μυθιστόρημα μυστηρίου. Εδώ, αντίστοιχα, ο Williams σκηνοθετεί μια διαμάχη ανάμεσα στον Stoner και έναν άλλο καθηγητή, τον Lomax. Η κορύφωση της αντιζηλίας είναι εξαιρετική. Αλλά ακόμα σημαντικότερη είναι η ανάδειξη της ακέραιας φυσιογνωμίας του ήρωα, που μένει πιστός στο καθήκον του και στις αρχές του, χωρίς υπερβολές και χωρίς τυπολατρία. Στις σελίδες της σύγκρουσης το κείμενο αποκτά μια φλογερή γοητεία, πάντα φυσικά στο πνεύμα της ήρεμης οξύτητας και της ελεγχόμενης έκρηξης.

Κι έπειτα τα δύο μέρη συγκλίνουν ομαλά. Η συζυγική στασιμότητα συναντά την ένταση του πανεπιστημίου, η οικογενειακή αποτελμάτωση την πανεπιστημιακή εχθρότητα. Κι έτσι γεννιέται ο έρωτας του Stoner για την Katherine Driscoll, τη νεαρή επιμελήτρια που βρέθηκε στο σεμινάριό του.


Ακόμα και η ερωτική περιπέτειά του, ακόμα και η διαμάχη του με τον Lomax δεν ήταν τα τελικά στάδια της κορύφωσης. Αυτή επέρχεται όταν μέσα από τα προηγούμενα καταλάβουμε την ακέραια συνείδηση του Stoner ως δασκάλου. Κρατάμε αυτή τη λέξη, που την υπηρέτησε με πάθος. Δεν έγινε μεγάλος συγγραφέας. Δεν έγινε ανώτερο διοικητικό στέλεχος του Πανεπιστημίου. Έγινε όμως δάσκαλος, με αποφασιστικότητα και επιμονή, με αρχές και με νεύρο. Μέχρι τον θάνατό του.
            Το βιβλίο φτάνει μέχρι τη συγκίνηση. Οδηγεί σε μια μεθοδική κορύφωση. Ολοκληρώνει τη σταδιοδρομία του Stoner με crescendo. Κι έτσι κερδίζουμε μια ολοκληρωμένη μυθιστορηματική persona, που αφήνει έντονα τα σημάδια της.
Πατριάρχης Φώτιος


Sunday, July 09, 2017

Γιανίκ Γκρανέκ, “Η θεά των μικρών θριάμβων”

Κουρτ Γκέντελ (1906 – 1978): μεγάλος Αυστριακός μαθηματικός και φιλόσοφος της λογικής, που μετανάστευσε στην Αμερική. Ο στοχασμός-του δεν ήταν μονόπλευρα τεχνοκρατικός, αλλά προέβη και σε ευρύτερες φιλοσοφικές συλλήψεις, παρόλο που ως άνθρωπος ήταν μονόχνοτος.


Yannick Grannec
“La Déesse des petits victoires”
Paris -2012

Γιανίκ Γκρανέκ
“Η θεά των μικρών θριάμβων”
μετ. Τ. Μιχαηλίδης
εκδόσεις Αλεξάνδρεια -2016


Πριν το διαβάσω:
            Γιατί το διάλεξα; Επειδή από τότε που σπούδαζα στη Γεωπονική, ελκόμουν από τους μεγάλους θετικούς επιστήμονες, που αφιέρωσαν όλη τη φαιά ουσία-τους στην επιστήμη-τους.

Καθώς το διάβαζα:
            Η Γαλλίδα συγγραφέας καταπιάνεται με μια σύγχρονη τάση της Ιστορίας, να αναζητούν τη γυναίκα πίσω από τους μεγάλους άνδρες, και γι’ αυτό αναφέρεται στην Αντέλ Γκέντελ, τη σύζυγο του μεγάλου μαθηματικού Κουρτ Γκέντελ (Kurt Gödel).
            Στην ουσία το κείμενο θέτει σε αντικατοπτρισμό δύο χρονικά επίπεδα, το τώρα του 1980 και το τότε των δεκαετιών 1930-1970. Τώρα η Αντέλ είναι στο γηροκομείο και την επισκέπτεται τακτικά η νεαρή Άννα, για να την πείσει να δώσει το αρχείο του άνδρα-της στον ερευνητικό κέντρο το οποίο εκπροσωπεί. Τότε η νεαρή χορεύτρια Αντέλ σχετίζεται με τον ανερχόμενο Κουρτ, τον παντρεύεται και, όταν οι ναζί γίνονται απειλητικοί, εγκαταλείπουν τη Βιέννη και καταφεύγουν, όπως και πολλοί άλλοι, στην Αμερική.
            Το παρόν λοιπόν χαρακτηρίζεται από τις αντιπαραθέσεις της Άννας με την στρυφνή Αντέλ, που την προσβάλλει συνεχώς, αλλά συνάμα, σταδιακά, την εμπιστεύεται και της μιλάει για τη ζωή-της με τον Κουρτ. Έτσι, αναδιηγείται το παρελθόν όπου παρουσιάζεται η συμβίωσή-της με τον μεγάλο μαθηματικό, ο οποίος ήταν τόσο απορροφημένος με το αντικείμενό-του, τόσο κοινωνικά αδαής, τόσο σχολαστικός με την καθαριότητα των ρούχων-του, τόσο ψυχικά διαταραγμένος, που μας εμφανίζεται σαν ένα τυπικό δείγμα μεγάλης διάνοιας με κλονισμένη περιβάλλουσα συμπεριφορά. Αντίθετα, ο κολλητός-του φίλος Άλμπερτ Αϊνστάιν είναι πολύ ατημέλητος, μποέμ, αντισυμβατικός αλλά και παιγνιώδης. Ίσως τα μόνα κοινά που έχουν είναι ότι ο καθένας στον τομέα-του ήταν πρωτοπόροι και ότι και οι δύο πίστευαν σε κάποια θεϊκή παρουσία.
            Παράλληλα, σκιαγραφούνται σχετικά πλαγίως οι ιστορικές εξελίξεις, από τις διώξεις των διανοουμένων από τους ναζί, που οδήγησαν το ζεύγος Γκέντελ στην Αμερική, τη μετανάστευση και τη σταδιακή κοινωνικοποίηση στο νέο περιβάλλον, το Πρίνστον με την πλούσια πνευματική κίνηση αλλά και τη φτωχή κοινωνική δράση, σε σχέση με τη Βιέννη, ο μακαρθισμός και οι διώξεις των κομμουνιστών κ.ο.κ. 
            Το βαθύτερο υπόστρωμα του έργου δεν είναι τα μαθηματικά, δεν είναι η απόδειξη της μη πληρότητας (θεώρημα που αποδεικνύει ότι δεν μπορούν να αποδειχθούν όλες οι μαθηματικές εικασίες), αλλά η φιλοσοφία των μαθηματικών. Ως αναγνώστες δεν μαθαίνουμε, όπως σε άλλα ανάλογα μαθηματικά μυθιστορήματα, τρόπους και συλλογισμούς, αλλά διαβάζουμε συζητήσεις για τη χρήση των μαθηματικών, το βάρος της λογικής, την τέχνη, την ύπαρξη του Θεού (επεξεργάστηκε μάλιστα μια οντολογική απόδειξη του Άνσελμου του Καντερμπέρι για την ύπαρξη του Θεού) κ.ο.κ., που τον ανάγουν από μαθηματικό πνεύμα σε φιλόσοφο της λογικής.


Αφού το διάβασα:
            Μου φάνηκε μεστό, πλούσιο σε πληροφορίες, ικανό να παρακινήσει σε σκέψεις ως μυθιστόρημα ιδεών. Ωστόσο, δεν διέθετε την εσωτερική νομοτέλεια να κάνει την αφήγηση ενδιαφέρουσα, ούτε καν για το αν η υπέργηρη χήρα θα παρέδιδε τελικά το αρχείο στην Άννα. Κρατώ ένα έργο που αναδεικνύει μια επιστημονική μορφή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώθηκε.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 13/6/2017]

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, July 05, 2017

Νίκος Αδάμ Βουδούρης, “Καϊάφας”

Ένας αποστάτης της καθωσπρέπει κοινωνίας κι ένας σκύλος; Κι οι δυο άρρωστοι, κι οι δυο δραπέτες μιας βολεμένης ζωής. Και τελικά τι θα γίνουν σε μια κοινωνία που αρέσκεται στην τάξη, προκειμένου να επιβιώσουν;


Νίκος Αδάμ Βουδούρης

“Καϊάφας”

εκδόσεις Πατάκη
2016


Διάβασα την κριτική ενός άλλου συγγραφέα, του Κυθρεώτη (“Μεστό δεύτερο βήμα”), και προβληματίστηκα στα εξής: πώς η λογοτεχνία μπορεί να σπάσει τα καλούπια της κοινωνικής συμβατικότητας; Και πώς συνδυάζονται στο ίδιο έργο “ ιδιότυπο road story, υπαρξιακό δράμα και σπαρταριστή ηθογραφία”;

Τι απ’ όλα είναι ο ήρωας του Βουδούρη; Τρελός που κανείς ως τώρα δεν είχε καταλάβει και κάποια στιγμή βγάζει προς τα έξω την προβληματική του φύση; Αντικομφορμιστής που, ενώ δούλευε (και με επιτυχία) σε μεγάλη εταιρία, τα βροντάει όλα και φεύγει για ταξιδάκι χωρίς προορισμό; Μπουχτισμένος εργαζόμενος που γέμισε ξέχειλα με ατμό την χύτρα ταχύτητας του νου του και κάποια στιγμή αυτή εξερράγη;
             
Το σίγουρο είναι ότι ο αφηγητής-πρωταγωνιστής γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τους κανόνες και τις υποχρεώσεις του. Φεύγει για ένα άσκοπο ταξίδι περιπλάνησης. Κλείνει το κινητό (το αφήνει για την ακρίβεια να ξεφορτιστεί). Βρίσκει έναν σκύλο και περιοδεύει τη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, από Πάτρα κι Αρχαία Ολυμπία μέχρι τον Καϊάφα. Κάθε του πράξη ενέχει το αίσθημα της άσκοπης κίνησης, χωρίς συνειδητό σκοπό. Χωρίς βαρύνουσες επιλογές, σε μια πορεία τυχαιότητας, ράθυμης ατονίας και ανεμοδούρικης ματαιότητας.

Μου θύμισε ανάλογα αμερικάνικα μυθιστορήματα, μεταμοντέρνας κοπής. Εκεί η τύχη αναδεικνύεται σε πρωτεύουσα δύναμη, κόντρα στον κομφορμισμό, την κοινωνική αναγκαιότητα κι ευπρέπεια. Κι από εκεί ίσως κρατά και το road style που υιοθέτησε, σαν ταινία στις άνυδρες ερήμους του Texas. Μόνο που εδώ έχουμε τις κατάφυτες –καλοκαιρινές και υψηλής θερμοκρασίας πάλι- εκτάσεις της ελληνικής επικράτειας.

Απ’ τη μέση και μετά όμως, αυτή η anything goes διάθεση, που μετατρέπεται σε γραφή χαλαρή και ειρωνική προς την κατεστημένη ευπρέπεια, παίρνει πιο “σοβαρό” ύφος. Ενίοτε και λιτά συγκινητικό, όπως στη συνάντηση του πρωταγωνιστή με τον αδελφό του. Ο δεύτερος συμ-πρωταγωνιστής του έργου, ο σκύλος Σαμψών, που εξ αρχής φαινόταν σε όλους εμάς άρρωστος και μόνο στ’ αφεντικό του όχι, παίρνει την κατιούσα. Κι αυτό τονίζει ακόμα περισσότερο τη γνησιότητα, πάνω στην οποία χτίζει τη νέα του ζωή ο αφηγητής. Έτσι, εκφράζεται η ανάγκη του σύγχρονου ατόμου ν’ αποβάλει το κοστούμι και τη συμβατική ζωή του. Να μείνει μακριά απ’ τις ανθρώπινες υποκρισίες. Να βρει έναν τετράποδο ειλικρινή φίλο και να ζήσει απλά και αυθεντικά. Η άσκοπη περιήγηση γίνεται ταβερνάκι, χελώνες και νόημα. Η αυθόρμητη φυγή απ’ την Αθήνα γίνεται ανάγκη για έναν άλλο ρυθμό. Η ιστορία που αργείς να την πάρεις στα σοβαρά αποκτά υπαρξιακό τόνο.  


Ερώτημα: τι σημαίνει το «Θα συνέλθω» του πρωταγωνιστή, όταν διαπιστώνει ότι ο σκύλος του θα συνέλθει από την αρρώστια του; Μιλάμε για ένα είδος ταύτισης; Κι αν ναι, τότε η περίοδος στην Πελοπόννησο ήταν μια “κατάπτωση” γι’ αυτόν κι όχι μια ανανέωση; Και μπορούμε να μιλάμε για κάποιου είδους ταύτιση; Νομίζω ότι ο Βουδούρης έκανε μια καλή στροφή, από το άσκοπο στο σκόπιμο, που ωστόσο άφησε ερωτήματα εκκρεμή: Είναι ένα φιλοζωικό βιβλίο; μια αλληγορία; ο πρωταγωνιστής χάνεται ή σώζεται; κι ο σκύλος γυρίζει στ’ αφεντικά του; σαν τον αφηγητή; Δεν ξέρω. Fortunately!

Ø  Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης γεννήθηκε στο Γλυκορρίζι της Μεσσηνίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Οδός Πανός", "Εντευκτήριο" και "Μπιλιέτο", καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Το "Ο βυθός είναι δίπλα" ήταν το πρώτο βιβλίο του.


Πατριάρχης Φώτιος