Sunday, July 12, 2020

Ίαν ΜακΓιούαν, “Η κατσαρίδα”

Τι σχέση μπορεί να έχει η κατσαρίδα με το Brexit; Ποια η σχέση του Boris Johnson με τον Αντιστροφισμό; Πώς οι οικονομικές πρακτικές των Βρετανών μπαίνουν στο blender της παγκόσμιας κοινότητας;

 

Ian McEwan, “Cockroach” 2019


Ίαν ΜακΓιούαν, “Η κατσαρίδα”

μετ. Κ. Σχινά, εκδόσεις Πατάκη 2019

 

Γενικά ο McEwan μας αρέσει, καθώς αποτελεί μία από τις σημαντικές πένες της βρετανικής πεζογραφίας. Έχουμε διαβάσει μερικά βιβλία του [το “Καρυδότσουφλο”, το Solar και τις “Μηχανές σαν κι εμένα”] και συνεχίζουμε…

 

> Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time". Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker ("Έμμονη αγάπη", "Άμστερνταμ", "Εξιλέωση"). Το βραβείο τού απονεμήθηκε, τελικά, το 1998, για το "Άμστερνταμ". Η "Εξιλέωση" (2002), επίσης, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: W.H. Smith Literary Award (2002), National Book Critics' Circle Fiction Award (2003), Los Angeles Times Prize for Fiction (2003), και Santiago Prize for the European Novel (2004). Για το μυθιστόρημα "Σάββατο" τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο James Tait Black Memorial Prize.


Σ’ ΑΥΤΟ του το έργο εντάσσεται στη χορεία των συγγραφέων που ασχολούνται με το Brexit, τόσο πριν γίνει όσο και μετά. Εδώ στο Βιβλιοκαφέ ας πούμε, έχουμε διαβάσει το βιβλίο του  Jonathan Coe “Μέση Αγγλία”, όπου ο μυθιστοριογράφος πραγματεύεται τη “ριζοσπαστική αναποφασιστικότητα”, όρος που περιγράφει την αμφιθυμία των Βρετανών, η οποία τους οδηγεί ακόμα και τώρα σε παλινωδίες για το μέσα-έξω από την ΕΕ. Ο McEwan απ’ την άλλη μοιάζει να χρησιμοποιεί το βρετανικό χιούμορ για να δείξει την “τρέλα” της βρετανικής πολιτικής.

ΡΗΤΑ ήδη από την πρώτη αράδα ο συγγραφέας παρωδεί τον Kafka και ειδικά τη “Μεταμόρφωση”: αντί για τον Gregor Samsa βάζει ως ήρωα τον Jim Sams, ο οποίος σε αντίστροφη πορεία γίνεται από κατσαρίδα άνθρωπος και ποιος άνθρωπος; ο πρωθυπουργός της Βρετανίας που καλείται να την βγάλει από την ΕΕ. Η αυτού πρωθυπουργικότης ο Boris Johnson! Το μυθιστορηματικό πλαίσιο που τίθεται δεν αναφέρεται ευθέως στην έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ορίζει την αλλαγή του Ηνωμένου Βασιλείου από την “Ωρολογιόστροφη” πολιτική στον “Αντιστροφισμό”. Μ’ αυτήν την ευφυή κυριολεκτικά σύλληψη, ο McEwan βάζει τους συμπολίτες του να επιλέγουν μια οικονομική πολιτική κατά την οποία πληρώνεται όποιος ξοδεύει και ανάλογα με τις αγορές του, ενώ δουλεύει και καταθέτει τον όποιο μισθό του στον εργοδότη του. Στην ουσία πληρώνεται όποιος αγοράζει και έτσι αντιστρέφεται η ροή του χρήματος. Αυτή η καινοτομία αλλάζει γενικότερα τη χώρα και την απομακρύνει από το υπόλοιπο παγκοσμιοποιημένο σύστημα.

ΟΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΙΣΤΕΣ εκπροσωπούν τους Brexiteers απέναντι στους Remainers, καθώς οι πρώτοι πάνε κόντρα στον υπόλοιπο κόσμο ενώ οι δεύτεροι, συντηρητικοί και σύμφωνοι με τους δείκτες του ρολογιού, θέλουν να τηρήσουν την επαφή της Βρετανίας. Ο συγγραφέας με χιούμορ, ειρωνεία και τραγελαφικές καταστάσεις σατιρίζει τον Johnson αλλά και την παρανοϊκή και ενάντια σε κάθε λογική τάση των Βρετανών να αποσχιστούν από την Ευρώπη. Στήνει όντως ένα μικρόκοσμο όπου ο Κατσαρίδας πρωθυπουργός λειτουργεί λιγότερο ως έντομο και περισσότερο ως άνθρωπος ενθουσιάζεται και ενθουσιάζει για τη ρηξικέλευθη ιδέα του. Η σύγκρουσή του με τη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη αλλά και με τον μέχρι πρότινος υπουργό Εξωτερικών δείχνει έναν αριβίστα πολιτικό που κάνει τα πάντα για να πετύχει μια ουτοπική ή και δυστοπική ιδέα.

Ο McEWAN αντιμετωπίζει όλο αυτό σαν μια παράλογη πολιτική πράξη και γι’ αυτό τη γελοιοποιεί με πολλούς τρόπους: αφενός, ο τίτλος “κατσαρίδα” υπονοεί, όπως φαίνεται και στο τέλος, ότι η ανθρωπότητα έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις και έτσι θα αφήσει ελεύθερο το πεδίο για τις αθάνατες κατσαρίδες να κατακλύσουν τον πλανήτη. Αφετέρου, η πολιτική γλώσσα που ακούγεται σε όλο το μήκος του μυθιστορήματος παρωδείται, ώστε να φανεί ότι κάτω απ’ τη σοβαρότητα κρύβεται παρασκήνιο αλλά και γελοιότητα.

Πάπισσα Ιωάννα


Thursday, July 09, 2020

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, “Σε ποιον ανήκει η κόλαση”

Μικρά διηγήματα. Ζυμωμένα με χιούμορ. Ανατροπές και προκλήσεις. Παραδοξότητες και αιφνιδιασμοί. Μερικά πολύ καλά. Μερικά πολύ ιδιαίτερα. Πολιτικά σχόλια και λοξή κοινωνική κριτική. 

 

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

“Σε ποιον ανήκει η κόλαση”

εκδόσεις Μεταίχμιο

2019


Διαβάζω στο οπισθόφυλλο “Σε κάποιους αναγνώστες θα φανεί” ως μια εξαιρετικά εκτενής και πιθανά παράδοξη συλλογή διηγημάτων, για τον συγγραφέα του ωστόσο είναι κατά κάποιο τρόπο ένα νέο είδος μυθιστορήματος”.


> Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1970 και σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο. Εργάστηκε στην τηλεόραση, στη διαφήμιση και στον κινηματογράφο. Διηύθυνε την πολιτιστική έκδοση "Highlights". Έχει γράψει τα βιβλία: "Η συνάντηση" (νουβέλα, Ίνδικτος, 2002), "Βαθύ πηγάδι" (μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2003), "O βαθμός δυσκολίας" (μυθιστόρημα, Ίνδικτος, 2004), "Παραβολή" (νουβέλα, Καστανιώτης, 2006), "Η εφεύρεση της σκιάς" (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2008), "Τερματικός σταθμός" (θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2015), "Η πόλη και η σιωπή" (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 2013), "Το πέρασμα" (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2016), "Μια εξαιρετικά απλή δουλειά" (θεατρικό έργο, Εξάρχεια, 2017), "Ίσως την επόμενη φορά" (μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2017), και έχει λάβει μέρος σε συλλογικά, θεματικά λογοτεχνικά εγχειρήματα. Το πρώτο του θεατρικό έργο "Ουδέτερη ζώνη" απέσπασε Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα. Το μυθιστόρημά του "Το πέρασμα" το βραβείο The Athens Prize for Literature του περιοδικού "(δέ)κατα", το 2017. Το θεατρικό έργο του "Μια εξαιρετικά απλή δουλειά" περιλήφθηκε στην Ευρωπαϊκή Ανθολογία Θεάτρου. Κείμενά του καθώς και άρθρα για θέματα πολιτισμού και σύγχρονης τέχνης έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.

 

Μικρά διηγήματα 2-4 σελίδων κατά μέσο όρο. Ζυμωμένα με χιούμορ, ανατροπές, παραδοξότητες. Τα περισσότερα είναι μικρές βιογραφίες ασήμαντων ανθρώπων, οι οποίοι ωστόσο ξεφεύγουν από το κανονικό. Κάνουν ένα διανοητικό άλμα και μια παράξενη πράξη, ακολουθούν μια αλλόκοτη συνήθεια, ανατρέπουν το καθημερινό… Επομένως, μ’ αυτό το βλέμμα κάθε ιστορία αναμένεται με ενδιαφέρον, έστω κι αν δεν φτάνει πάντα στο ύψος των προσδοκιών.

Ξ ε χ ω ρ ί ζ ω:

“Μετά θάνατον αναγνώριση”: ο διάσημος ποιητής κερδίζει σε επαίνους, αφιερώματα και κριτικές για το έργο του, όταν πεθαίνει ο δίδυμος ομοζυγωτικός εαυτός του κι όλοι νομίζουν ότι πέθανε ο ίδιος. Αυτός απολαμβάνει τη διασημότητα, αλλά όταν πάει σαν αδελφός να εκδώσει και τα δικά του ποιήματα, συναντά τον εκδότη του, ο οποίος… Ο Τζαμιώτης παίζει με τον σωσία, και σε άλλα διηγήματά του, καθώς η αντικατάσταση του ενός με τον άλλο παράγει αποτελέσματα.

“Γυναίκες του καλοκαιριού”: δεν έχει χιούμορ όπως τα περισσότερα, αλλά διακρίνεται από συγκίνηση και νοσταλγία. Ο παππούς συγκεντρώνει πολλές γυναίκες εργάτριες για να μαζέψουν τα βαμβάκια. Κι ο αφηγητής, μικρό παιδί, κερδίζει απ’ αυτές φιλιά και χάδια, σαν να ήταν δικό τους παιδί. Αυτός απολαμβάνει –με μια δόση ερωτισμού αλλά κυρίως τρυφερότητας- την προσοχή τους και τώρα αναπολεί τον απολεσθέντα παράδεισο του τότε…

“Αποπληθωρισμός”: το ραντεβού με μια κοπέλα οδηγεί στον κινηματογράφο, όπου για να προβληθεί η ταινία χρειάζονταν οκτώ άτομα κι αυτή αγοράζει τα υπόλοιπα εισιτήρια, για να την απολαύσουν μαζί. Με μια δόση ανακούφισης, και ελάχιστης ειρωνείας, ο αφηγητής ομολογεί ότι τώρα το minimum είναι 4-5 άτομα κι επομένως η ευόδωση του έρωτα έρχεται πιο …φτηνά.

“Ο Πρίαμος στο Μάλεμε”: ένας ηλικιωμένος Γερμανός φτάνει στο ελληνικό χωριό και περιφέρεται ντυμένος με τις στολές των στρατιωτικών Ναζί, ώσπου ένας ήρωας του χωριού τού πιάνει κουβέντα, σεβόμενος την απώλεια του παιδιού του και δεχόμενος τα συλλυπητήριά του για τα δικά του παιδιά που έχασε. Ο Γερμανός σαν άλλος Πρίαμος…


Δύο άξονες αναδεικνύουν καλύτερα διηγήματα: αυτή που έχει αυτοαναφορικό περιεχόμενο κι αυτή με πολιτικό. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κυριαρχεί το χιούμορ, το οποίο με τις ανατροπές του περνάει μηνύματα για την τέχνη και τους γελοίους θιασώτες της (“Το άκοπο αντίτυπο”) ή την απαξίωσή της από την κοινωνία, για την πολιτική αβελτηρία (“Λάθος φορά”) συχνά με σατιρικό χαρακτήρα για το πολιτικό ήθος της Ελλάδας (“Πολιτική αντιπαράθεση”). Η ματιά του Τζαμιώτη είναι ανατρεπτική, καθώς μέσα στα σοβαρά θέματα εμφιλοχωρεί το κωμικό, εμφιλοχωρεί το απλό αλλά παράχορδο που δείχνει ενίοτε ηλιθιότητα.

Θα μπορούσε να είναι ελαφρύτερη σε όγκο η συλλογή; Ναι, θα μπορούσε, αφού πολλά κείμενα είναι αδιάφορα ή άστοχα. Μερικά είναι προχειρογραμμένα, αφού είναι μπερδεμένα τα ονόματα (“Μουτζούρες”). Άλλα είναι καλά, και μερικά είναι πολύ καλά, σαν τα παραπάνω. Αλλά, νομίζω ότι ο Τζαμιώτης δεν θέλησε να αναδείξει μεμονωμένα διηγήματα, όπως έκανα εγώ η ριψοκίνδυνη, αλλά να δώσει ένα ενιαίο όλο, ένα πολύπτυχο, ένα εκατόφυλλο, που παρακολουθεί διάφορες πλευρές της ελληνικής ζωής. Όσο λοιπόν κι αν τα μέρη υστερούν, ίσως το σύνολο να αφήνει σημάδια. Στη θέση του συγγραφέα, εγώ θα διάλεγα μόνο 10-20 και θα εξέδιδα αυτά.

Πάπισσα Ιωάννα


Monday, July 06, 2020

James Baldwin, “Το κουαρτέτο του Χάρλεμ”

Η μεταπολεμική Αμερική, ο ρατσισμός, η ομοφυλοφιλία, αλλά πιο πολύ μια παρέα νέων που ενηλικιώνεται μέσα σ’ όλα αυτά the hard way, όχι επειδή έμπλεξαν με τις ιστορικές μυλόπετρες, αλλά επειδή πήραν τη ζωή μπροστά τους, με τα λάθη και τα σωστά τους.

 

James Baldwin

“Just Above my Head”

1979

“Το κουαρτέτο του Χάρλεμ”

μετ. Χ. Οικονόμου

εκδόσεις Πόλις

2019

 

Έπεσα πάνω σ’ αυτό το βιβλίο: 700 παχιές σελίδες που σε βουλιάζει στη chaise longue του κήπου για όλο το καλοκαίρι.


> Ο Τζέιμς Μπόλντουιν γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης στις 2 Αυγούστου του 1924. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Go Tell It on the Mountain", εκδόθηκε το 1953. Ζωντανεύοντας τις εμπειρίες του ως νεαρού ιεροκήρυκα στους δρόμους του Χάρλεμ, γνώρισε αμέσως επιτυχία και ακολούθησε το "Giovanni's Room", που ερευνά το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα με ευαίσθητο και επιβλητικό τρόπο. Το "Another Country" (1963) προκάλεσε λογοτεχνική έκρηξη και το 1964 ακολούθησαν δύο βιβλία το "Nobody Knows my Name" και το "Notes of a Native Son", τα οποία περιέχουν αρκετές από τις ιστορίες και τα δοκίμια που του χάρισαν φήμη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Το "Nobody Knows my Name" επιλέχτηκε από την Αμερικανική Ένωση Βιβλιοθηκών ως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς εκείνης. Το "Going to Meet the Man" ήταν η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τζέιμς Μπόλντουιν. Εξέδωσε συλλογές δοκιμίων, μεταξύ των οποίων "The Fire Next Time" (1963), "Nothing Personal" (1964), "No Name in the Street" (1971), "The Devil Finds Work" (1976), "Evidence of Things not Seen" (1983) και έγραψε δύο θεατρικά έργα: "The Amen Corner" (1955) και "Blues for Mr Charlie" (1965). Στα μυθιστορήματα του συγκαταλέγονται τα "If Beale Street Could Talk" (1974), "Little Man, Little Man" (1975) και "Just Above my Head" (1979).

Παρότι "μαύρος και ομοφυλόφιλος", ο Τζέιμς Μπόλντουιν κέρδισε βραβεία, υποτροφίες και επιχορηγήσεις, ενώ το 1986 παρασημοφορήθηκε από τη Λεγεώνα της Τιμής. Πέθανε το 1987 στο σπίτι του στη Γαλλία. Η νεκρολογία των "Times" έγραφε: "Τα καλύτερα έργα του αντέχουν σε σύγκριση με οτιδήποτε εκδόθηκε την ίδια εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες", ενώ το "Newsweek" τον χαρακτήρισε ως "έναν οργισμένο συγγραφέα η ευφυΐα του οποίου ήταν τόσο προκλητική και η γραφή του τόσο καλαίσθητη, ώστε δεν άργησε να γίνει ο μαύρος συγγραφέας που οι λευκοί φιλελεύθεροι δεν έπαψαν να φοβούνται".


Ο Arthur σκοτώνεται στις τουαλέτες μιας βρομερής pub του Λονδίνου. Ο αδερφός του Hall Montana το μαθαίνει από την Αμερική και με τεθλασμένες γραμμές θυμάται τη ζωή τους, όσο ο πρώτος ήταν τραγουδιστής της soul, που ξεκίνησε από τα gospel στις εκκλησίες, κι ο δεύτερος ατζέντης του. Ο Hall είναι παντρεμένος με δύο παιδιά, ενώ ο αδερφός του ήταν ομοφυλόφιλος. Κι οι δυο μαύροι με ινδιάνικες καταβολές.

Η ιστορία δεν τρέχει αλλά παραδόξως η αφήγηση είναι δελεαστική. Η φίλη του Hall η Julia ήταν νεαρή ιεροκήρυκας, όσο ο Arthur τραγουδούσε, ενώ ο αδελφός της Jimmy έγινε για ένα διάστημα σύντροφος του. Αυτό που προσελκύει το ενδιαφέρον είναι απ’ τη μια η ζωή των εκκλησιών και ο τρόπος με τον οποίο παντρεύουν τη μουσική με την πίστη κι απ’ την άλλη οι ποικίλοι προϊδεασμοί για την κατρακύλα του Arthur και εντέλει τον άθλιο θάνατό του.

Η τεράστια αναδρομή στο μυαλό του Hall πληροφορεί για την επιφοίτηση της Julia από το Άγιο Πνεύμα, την ανάδειξη του Arthur σε τραγουδιστή περιωπής, την ερωτική έλξη του με τον Τραγανό, ένα από τα άλλα παιδιά του γκρουπ, τη μεταστροφή της Julia, η οποία εξαιτίας του θανάτου της μάνας της πάγωσε και έπαψε να θεωρεί τον εαυτό της ικανό ιεροκήρυκα, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από την εκκλησία… 

Η παρακολούθηση των πρωταγωνιστών στις παράλληλες πορείες τους αλλά και στις διασταυρώσεις τους θέτει επί της τράπεζας θέματα όπως η νεανική ωρίμαση, η εκκλησία και η θρησκοληψία, η ομοφυλοφιλία, ο ρατσισμός κ.ά. Νομίζω ότι στο κέντρο όλων αυτών είναι η αναζήτηση της ταυτότητας του καθενός μέσα από ιστορίες ενηλικίωσης στην Αμερική της θρησκευτικής προσήλωσης αλλά και του ρατσισμού, της ανοχής ή όχι στην ομοφυλοφιλία κ.ο.κ. Επομένως, καθένας από αυτούς συναντά ατομικές αλλά και κοινωνικές δυσκολίες, χαλυβδώνεται ή καταβαραθρώνεται, αντέχει ή κάμπτεται. Γειτονιά μαύρων στο Harlem, πόλεμος στην Korea, περιοδεία στον Καναδά, ξύλο, προσωπικά προβλήματα, οικογενειακές ανισορροπίες, ερωτικές σχέσεις, ομοφυλόφιλες και ετεροφυλόφιλες, οι ποικίλοι διάδρομοι της αφήγησης συναντούν ο ένας τον άλλον, ξαναχωρίζουν και ξανασυναντιούνται στο χολ ή στο σαλόνι κ.λπ. 

Τελικά, οι φυλετικές διακρίσεις δεν είναι η δεσπόζουσα γραμμή του βιβλίου. Η εντύπωσή μου είναι ότι πρόκειται για μια πορεία ενηλικίωσης τριών τεσσάρων νέων, των οποίων η ζωή δοκιμάζεται και διά των δοκιμασιών προχωράει.

Πάπισσα Ιωάννα

 


Tuesday, June 30, 2020

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, “Ιδού εγώ”

Μια αμερικάνικη οικογένεια, η απιστία, η εικονική πραγματικότητα, η εβραϊκότητα και η ισραηλινότητα, μια εσωτερική κρίση και μια παγκόσμια κρίση: πώς θα την αντιμετωπίσει ο άντρας, πώς η γυναίκα και πώς τα παιδιά;

 

Jonathan Safran Foer

“Here I Am”

2016

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ

“Ιδού εγώ”

μετ. Α. Σφακιανάκης – Η. Σκάρου

εκδόσεις Κέδρος

2019

 

Άκουσα καλά λόγια. Άκουσα πολύ καλά λόγια. Δεν είχα ξαναδιαβάσει Foer και είπα να δω ένα από τα “τρομερά” παιδιά της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας.

 

> Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ γεννήθηκε το 1977 στην Ουάσινγκτον, γιος του εβραϊκής καταγωγής δικηγόρου Άλμπερτ Φόερ και της Έσθερ Σάφραν Φόερ. Είναι συγγραφέας των μυθιστορημάτων "Everything is Illuminated", 2002, που κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Εβραϊκής Λογοτεχνίας και το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα της "Guardian", και "Extremely Loud and Incredibly Close", 2005 (ελλ. εκδ. "Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά", Μελάνι 2009, Κέδρος 2018). Είναι, επίσης, επιμελητής του "Α Convergence of Birds: Original Fiction and Poetry Inspired by the Work of Joseph Cornell", 2001, ενός φόρου τιμής στο έργο του Αμερικανού αβάν γκαρντ καλλιτέχνη και γλύπτη Τζόζεφ Κορνέλ (1903-1972). Το 2007 περιλήφθηκε στον κατάλογο με τους καλύτερους νέους αμερικανούς συγγραφείς του περιοδικού "Granta". Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.

 

Το θέμα εξαρχής του πολυσέλιδου μυθιστορήματος είναι η αμερικάνικη οικογένεια, που δεν είναι πάντα αγγλοσαξονική αλλά ζει με τον ίδιο τρόπο όπως κι οι άλλες. Βεβαίως, εδώ πρόκειται για μια εβραϊκή οικογένεια, με τρία παιδιά, και τα θέματα που έχει να διαχειριστεί είναι μικτά, κοινωνικά, διαπροσωπικά αλλά και θρησκευτικά-πολιτισμικά.

Καταρχάς, η σχέση των Εβραίων (των σύγχρονων Εβραίων) με την εβραϊκότητα, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Πώς ένας Εβραίος, που δεν είναι μάλιστα θρησκευόμενος, θέλει να διατηρήσει τις θρησκευτικές συνήθειες οι οποίες αποκτούν πολιτισμικές διαστάσεις; Το ερώτημα ξεκινά από τη οικογένεια που βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης, αλλά αποκτά ευρύτερο υπαρξιακό για τους Εβραίους νόημα, όπως φαίνεται κι άλλους σε Ευρώπη και Αμερική που έχουν ανάλογα διλήμματα. Μια πενταμελής οικογένεια Εβραίων της Αμερικής βρίσκεται πάντα σε δίλημμα ως προς τι θα τηρήσει απ’ την εβραϊκή κουλτούρα και την πρωτοσυναντάμε να αντιμετωπίζει τις κυρώσεις του σχολείου του πρώτου παιδιού, του Sam, που θεωρήθηκε ότι έγραψε ρατσιστικά μηνύματα εναντίον των Αράβων.

Παράλληλα, ο Jacob και η Julia δεν βλέπουν με το ίδιο βλέμμα την παραπάνω κατάσταση, δείγμα μιας πολυφωνίας που προχωρά προς διαφορετικές κατευθύνσεις την πορεία της ζωής. Έτσι, ενώ ζουν “αρμονικά”, σκιαγραφούνται όλες οι πτυχές των μικρών τριβών, αποστάσεων, ρήξεων, διαφωνιών, ανασφαλειών της σχέσης τους. Ειδικά όταν η Julia ανακαλύπτει ερωτικά μηνύματα στο κινητό του Jacob, η σχέση τους περνά σε άλλη φάση αμφισβήτησης και ρήξης.

Όλο το έργο υποβάλλει ότι η πραγματικότητα της οικογένειας, αλλά και όλων μας, είναι διττή. Απ’ τη μια, η ζωή όπως την ξέρουμε κι απ’ την άλλη μια εικονική που τη θεωρούμε εξίσου πραγματική και την εναλλάσσουμε με την πρώτη. Ο μικρός Sam παίζει, ή μάλλον ζει, την “Άλλη Ζωή”, με ηλεκτρονικό άβαταρ τη Λατινοαμερικάνα Samanta, η Julia εκλαμβάνει τα μηνύματα στο κινητό του άντρα της ως πραγματική μοιχεία, ο Jacob γράφει σενάρια για τηλεοπτικά σήριαλ, το σενάριο μιας κλαπείσας βόμβας κινητοποιεί πιθανές προοπτικές κ.ο.κ. Αυτή η εναλλαγή δείχνει ότι ο άνθρωπος ζει μεταξύ πραγματικού και φανταστικού χωρίς να τα ξεχωρίζει, ότι κινείται μεταξύ πρωτότυπου και αντίγραφου, θεωρώντας το δεύτερο γνήσιο όπως και το πρώτο.

Τελικά, η ατομική-οικογενειακή ζωή και η εβραϊκότητα, που φτάνει στο ζενίθ της συζήτησης-αμφισβήτησης, όταν ο ξάδερφος Tamir έρχεται απ’ το Ισραήλ, ανατινάζονται ή φτάνουν στο σημείο βρασμού, τη στιγμή που μαθαίνεται ότι ένας σεισμός και μια σύρραξη στη Μέση Ανατολή αλλάζουν το σκηνικό. Έτσι η νέα κατάσταση επανατοποθετεί όλα αυτά και αναθεωρεί τις ανασφάλειες υπό το πρίσμα μιας γενικότερης αφήγησης.

Μερικές σκόρπιες παρατηρήσεις: 1. Το κείμενο είναι γεμάτο διαλόγους, που του δίνουν κινηματογραφική διάσταση, διάστικτους από ατάκες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι έξυπνες. 2. Τα παιδιά της οικογένειας, που είναι μικρά, μιλάνε και φέρονται άλλοτε αφελώς (λογικό) κι άλλοτε μεγαλίστικα (εντελώς αναληθοφανές).

Τελικά, πού συγκλίνουν οι τρεις τουλάχιστον γραμμές του μυθιστορήματος, η κρίση στην οικογένεια Bloch, η εβραϊκότητα ως πολιτισμική και όχι ως θρησκευτική ταυτότητα και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή; Αν μπορώ να βρω ένα σημείο συνάντησης είναι η αρρενωπότητα, πόσο δηλαδή και τι άνδρας είναι ο Jacob. Είναι άνδρας που δεν συνουσιάστηκε με την διά των μηνυμάτων ερωμένη του, είναι επαρκής σύζυγος για την Julia, είναι ικανός να πολεμήσει για τη μακρινή του πατρίδα κ.ο.κ.; Και πάλι όμως δεν είμαι σίγουρη. Είναι αυτή η πολυπρόσωπη και μερικές φορές χαοτική δομή των αμερικάνικων μυθιστορημάτων, που αναδιφούν πολλά πράγματα, χωρίς να φαίνεται πάντα το κέντρο τους –αν υπάρχει βέβαια.


In2life, 3.6.2020 

Πάπισσα Ιωάννα

 


Saturday, June 27, 2020

Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρένχελ, “Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων”

Μικροδιηγήματα: με άλλα λόγια γρήγορη κορύφωση και ακαριαία λύση, περιεκτικός λόγος, παραδοξότητα που αναιρεί όσα ξέραμε ή όσα καταλάβαμε, αιφνιδιαστικές τροπές και απρόσμενες συναντήσεις!

  

Juan Jacinto Muñoz Rengel

“El libro de los pequeños milagros”

2013

Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρένχελ

“Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων”

μετ. Μεταφραστικό Εργαστήριο Abanico

εκδόσεις Opera

                                2019

  

Ισπανόφωνη λογοτεχνία! Τίποτα άλλο!

 

> Ο Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρένχελ, γεννημένος στη Μάλαγα το 1974, είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους ισπανούς συγγραφείς διηγημάτων και μικρών κειμένων, με περισσότερα από πενήντα εθνικά και διεθνή βραβεία στο ενεργητικό του. Έχει ήδη αναγνωριστεί από τον διεθνή Τύπο και την κριτική ως ένας από τους αξιότερους συνεχιστές της συγγραφικής παράδοσης του Καλβίνο και του Μπόρχες, ενώ μερικά από τα διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί στις σημαντικότερες ανθολογίες της Ισπανίας. Μεγάλο μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ιταλικά, στα Ρωσικά και στα Τουρκικά, και έχει εκδοθεί σε δώδεκα χώρες. "Η μυστική εταιρεία του ονείρου" αποτέλεσε το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

 

Βιβλιαράκι με μικροδιηγήματα. Ξέρετε, αυτά με μία παράγραφο μέχρι μιάμιση σελίδα. Τα συγκεκριμένα καταλαμβάνουν λιγότερο από σελίδα. Ο συγγραφέας, διαβάζω, είναι μαέστρος στην πολύ μικρή φόρμα.

Κάθε κειμενάκι διακρίνεται από μια καλοδουλεμένη λακωνικότητα, μια ουσιώδη περιεκτικότητα, μια γρήγορη εκτίναξη πριν από το αιφνιδιαστικό τέλος. Ξεκινώ απ’ αυτό, γιατί το πώς τελειώνει κάθε μικροδιήγημα καταξιώνει και το υπόλοιπο μέρος που ίσως φαίνεται έως τότε ανούσιο. Όποιος όμως συλλάβει ότι η όλη τέχνη, αυτή η μικροτεχνική θα έλεγα, σώζεται και ουσιώνεται στο τέλος, διαβάζει κάθε μικροκείμενο με την αίσθηση ότι όλα υπάρχουν για να ανατραπούν σε μία στιγμή, υπάρχουν για να εκτοξευθούν σε ένα θεαματικό finale.

Τα τεχνάσματά του δεν είναι απλώς εφέ. Φυσικά πρόκειται για αφηγηματικές τεχνικές που οδηγούν την ανάγνωση σε μια κρίσιμη καμπή, αλλά δεν μένει εκεί. Η μικροδιηγηματική αφηγηματικότητα συνίσταται στην προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών, η αλλαγή ρόλων μεταξύ των ατόμων, η χρήση του σωσία, η αλλαγή κλίμακας και η σύγχυση ανάμεσα στο μέσα και το έξω…

Αναπαραγωγή υπό κλίμακα

 

Στο κουκλόσπιτο του κουκλόσπιτού του ακούστηκε ένας οξύς ήχος. Πλησίασε όσο μπορούσε στο δωμάτιο-μινιατούρα και κατάφερε να διακρίνει ότι από το μικρό σπίτι του μικρού σπιτιού του έβγαινε μια φωνούλα σχεδόν ανεπαίσθητη, που τσίριζε:

-«Ααα. Κάτι κουνήθηκε εκεί μέσα!»

Τότε ήταν που ένιωσε μια σκιά στο ίδιο του το παράθυρο και είδε τη γιγάντια άκρη ενός δάκτυλου να τρίβει τα τζάμια”

 

Τα τεχνάσματα συνεχίζονται με τη σύγχυση πραγματικότητας και φαντασίας, η παρουσίαση του αλλόκοτου ως φυσιολογικού, η ασάφεια για την ταυτότητα του αφηγητή, η παραπλανητική έως κοιμιστική δράση της τηλεόρασης. Ειδικότερα, με ενθουσίασαν έξι μικροδιηγήματα με τον τίτλο “Backward I, II, III, IV, V και VI”, όπου η αφήγηση προχωρά προς τα μπροστά αλλά η ιστορία ακολουθεί αντίστροφα βήματα.

Τα έργα του Rengel, που κατάγονται εμφανώς από τον Borges και τον Calvino, μου θυμίζουν έντονα εκείνα τα σκίτσα-φωτογραφίες οπτικής απάτης, όπου π.χ. μια σκάλα η οποία κατηφορίζει φτάνει τελικά στην κορυφή. Τι δείχνει όμως αυτή η παραδοξότητα; Μήπως ότι τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν κι ότι έχουν δύο όψεις; Μήπως ότι το παράλογο είναι εξίσου λογικό με το λογικό; Ότι η αφήγηση είναι υπεράνω του κόσμου τούτου;

Κάποια μικροκείμενα παρωδούν γνωστούς μύθους ή διασκευάζουν γνωστές ιστορικές στιγμές.

Η ιστορική πραγματικότητα είναι ένας καμβάς πιθανοτήτων, που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί αλλιώς. Κι αν είχαν συμβεί αλλιώς, ίσως γλιτώναμε την οικολογική καταστροφή, που ζούμε. Γιατί ο Rengel στο δεύτερο μισό του βιβλίου του εστιάζει στη φύση και στην καταστροφική δράση των ανθρώπων, οι οποίοι, χωρίς να το συνειδητοποιούν, επέδρασαν πολύ ολέθρια (στην ιστορική τους πορεία) σε βάρος του περιβάλλοντος [Μου θύμισε τους “Ανθρώπους του δάσους” της Annie Proulx]. Το τελευταίο μέρος αναφέρεται στο πώς θα φαίνονταν η γη σε έναν άλλο, εξωγήινο, πολιτισμό: υπό αυτήν την οπτική ο πλανήτης μας θα φαινόταν ακόμα πιο παράξενος κι ό,τι φυσικό για μας θα ήταν μιας άλλης κλίμακας παραδοξοτοπία.

Κατευχαριστήθηκα τα μικρά διηγήματα ακαριαίας κρούσης του Ισπανού συγγραφέα. Μου έδειξαν πρακτικά τι σημαίνει γλώσσα, αφήγηση και περιεκτικότητα, πώς ο κόσμος είναι φυσικός όσο τον βλέπουμε έτσι και αφύσικος αν μετακινηθούμε ελαφρά.

Πάπισσα Ιωάννα


Wednesday, June 24, 2020

Elizabeth Strout, “Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον”

Η σχέση με τη μητέρα, αλλά και με τους άλλους ανθρώπους, ο τρόπος που τους νιώθουμε κοντά μας, αλλά και τα σημεία όπου μεσολαβεί το κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας, τα συναισθήματα που απορρέουν από όσα λέγονται κι από όσα δεν λέγονται…

  

Elizabeth Strout

“My Name is Lucy Barton”

2016

“Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον”

μετ. Μ. Ζαχαριάδου

εκδόσεις Άγρα

2019

  

Παίρνεις ξαφνικά ένα βιβλίο, σαν από επιφοίτηση. Στην αρχή λες “τι χαζομάρα έκανα, πάλι πέταξα τα λεφτά μου” κι έπειτα λες “θα το φυλάξω στη βιβλιοθήκη μου”!

 

> Η Ελίζαμπεθ Στράουτ γεννήθηκε στο Πόρτλαντ της Πολιτείας Μέιν, το 1956. Έγινε γνωστή με το βιβλίο της "Abide with Me", που έγινε μπεστ-σέλερ στην Αμερική, και το μυθιστόρημα "Amy and Isabelle", το οποίο απέσπασε τη γενική αποδοχή κριτικών και κοινού, αλλά και πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και τις σημαντικές λογοτεχνικές διακρίσεις των εφημερίδων "Los Angeles Times" και "Chicago Tribune". Διηγηματά της έχουν δημοσιευτεί επανειλημμένως στον Τύπο, συμπεριλαμβανομένων του "New Υorker" και του "Oprah Magazine". Το μυθιστόρημά της "Olive Kitteridge" ("Ο Κόσμος της κυρίας Όλιβ"), και οι διθυραμβικές κριτικές που κέρδισε από το σύνολο του αμερικανικού Τύπου, της χάρισαν το βραβείο Πούλιτζερ το 2008. Η Ελίζαμπεθ Στράουτ είναι μέλος του καθηγητικού σώματος της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Κουίνς της Σάρλοτ, στη Βόρεια Καρολίνα, και μένει στη Νέα Υόρκη.

 

Θα μπορούσα να το εντάξω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο θυμήθηκα να ανήκει και το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Tara Westover “Μορφωμένη”. Παρόλο που μοιάζουν ελάχιστα στο ύφος, στηρίζονται και τα δύο στο χάσμα γενεών και κυρίως στην απόσταση ανάμεσα στην Μέση Αμερική, τη βαθιά επαρχιακή ενδοχώρα με τις παλιομοδίτικες αρχές, και τα παράλια, κυρίως τη Νέα Υόρκη, με τις σύγχρονες αντιλήψεις και την πρόοδο.

Η Lucy Barton είναι παντρεμένη με δύο παιδιά. Βρίσκεται για μερικές εβδομάδες στο νοσοκομείο, όπου την επισκέπτεται η μητέρα της, η οποία έφτασε από ένα χωριό του Illinois. Η απόσταση που χωρίζει μάνα και κόρη δηλώνεται εξαρχής, όχι μόνο επειδή η μία ζει στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’80 κι η άλλη στο επαρχιακό Άμγκας (ούτε που ξέρω αν υπάρχει μια τέτοια πολίχνη), αλλά και επειδή είχαν διακόψει τις σχέσεις τους. Η νοοτροπία της καθεμιάς δυσκολεύεται να συμπορευτεί με τη νοοτροπία της άλλης.

Το μυθιστόρημα, γραμμένο με απλή στρωτή αφήγηση, κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Απ’ τη μια, οι συζητήσεις των δύο γυναικών αφορούν το παρόν του νοσοκομείου αλλά και τις ιστορίες ανθρώπων που κι οι δυο γνωρίζουν, με τη μάνα να κάνει αναφορά στην πορεία της ζωής τους, όπως τη γνωρίζει στη μικρή κοινωνία όπου ζει. Απ’ την άλλη, η ίδια η Lucy αναθυμάται πώς ξεκίνησε μέσα σε συνθήκες φτώχειας στο γκαράζ του θείου, όπου έμεναν, και σταδιακά σπούδασε, έφυγε στη Νέα Υόρκη, όπου και παντρεύτηκε έναν γερμανικής καταγωγής άνδρα, έκανε παιδιά κ.λπ.


Η ιστορία είναι αλήθεια ότι πηγαινοέρχεται χωρίς εμφανή ειρμό ανάμεσα στο νοσοκομείο και σε περιστατικά από την παιδική της ηλικία, σε ιστορίες για άλλον κόσμο, σε υπαινιγμούς για τον άντρα της μέχρι που χώρισαν και σε μαθήματα δημιουργικής γραφής που έκανε πριν εκδώσει τα δικά της βιβλία. Αυτή όμως ετερόκλητη ζαρντινιέρα είναι γεμάτη συναισθήματα και ειδικά τα κενά, οι νύξεις και οι σιωπές εκφράζουν ψυχικά τραύματα (από την οικογενειακή ζωή) αλλά και ανικανοποίητα αισθήματα από την τωρινή της ζωή, όπου μόνο τα παιδιά της τη γεμίζουν. Η Strout κατάφερε με έναν μαγικό τρόπο να με κρατήσει ζωντανή αναγνώστρια σε ένα κείμενο που δεν εξάπτει αλλά χαμηλόφωνα συγκινεί και με έκανε να συμπάσχω, συναισθηματικά και νοητικά.

In2life, 6/5/2020 

Πάπισσα Ιωάννα