Friday, October 01, 2010

Κρέπα με κάστανο και πορτοκάλι: Σοφία ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ

Ήταν για ένα διάστημα της μόδας να ξεπετάγονται κάθε τόσο νέοι, φερέλπιδες συγγραφείς, που με το πρώτο-τους βιβλίο έκαναν αίσθηση αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη. Η Νικολαΐδου δεν ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία. Τα πρώτα της έργα μάλλον πέρασαν στα ψιλά, ενώ έγινε γνωστή με το «Πλανήτης Πρέσπα» ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα στο οποίο ένα βακτήριο αφηγείται τα ιστορικά και πανεπιστημιακά παρασκήνια. «Ο μωβ μαέστρος» που ακολούθησε ομολογώ πως δεν με ενθουσίασε (ποστ 14.7.2006), ενώ το τελευταίο-της πεζογράφημα «Απόψε δεν έχουμε φίλους» ακούστηκε και συζητήθηκε.
       Η Σοφία Νικολαΐδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Σπούδασε κλασική φιλολογία (μεταπτυχιακό δίπλωμα Κλασικών Σπουδών Α.Π.Θ.). Έχει μεταπτυχιακή εξειδίκευση στην παιδαγωγική αξιοποίηση των υπολογιστικών και δικτυακών τεχνολογιών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα που συγκρότησε το Υπουργείο Παιδείας για τη μελέτη των προβλημάτων, τα οποία παρουσίαζε το ισχύον πρόγραμμα διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο (1994-5). Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση ως επιμορφώτρια στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας. Αρθρογραφεί στα «Νέα» και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Τα λογοτεχνικά βιβλία-της αντλημένα από τη biblionet.gr:
- “Απόψε δεν έχουμε φίλους” (Μυθιστόρημα), Αθήνα, Μεταίχμιο, 2010.
- “Ο μωβ μαέστρος” (Μυθιστόρημα), Αθήνα, Κέδρος, 2006.
- “Πλανήτης Πρέσπα” (Μια μεγάλη ιστορία), Αθήνα, Κέδρος, 2002.
- “Ο φόβος θα σε βρει και θα 'σαι μόνος” (Διηγήματα), Αθήνα, Κέδρος, 1999.
- “Ξανθιά πατημένη” (Κι ακόμη 27 ιστορίες), Αθήνα, Κέδρος, 1997

Βασικά γνωρίσματα της πεζογραφίας-της
1. Μορφικοί πειραματισμοί, όχι ακραίοι και τραβηγμένοι, αλλά προς την κατεύθυνση να δοκιμάσει νέες αφηγηματικές τεχνικές και να καινοτομήσει. Τόσο στο «Πλανήτης Πρέσπα» όσο και στο «Απόψε δεν έχουμε φίλους» ο χρόνος εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ποικίλα χρονικά επίπεδα. Ο αφηγητής βακτήριο στο πρώτο έργο και η συρραφή πολλών μικρών αφηγήσεων στο τελευταίο συντείνουν σ’ αυτήν την προσπάθεια.
2. Η ιστορία είναι γόνιμη πηγή έμπνευσης: το Βυζάντιο στο «Πλανήτης Πρέσπα» και ο Εμφύλιος κατά βάση στο «Απόψε δεν έχουμε φίλους» δίνουν το έναυσμα για μυθοπλαστική αναπαράσταση ενός παρελθόντος το οποίο όμως έχει άμεση σχέση με το παρόν. Στο τελευταίο-της μάλιστα έργο σχολιάζει τη χρήση της ιστορίας από τους ερευνητές και πιστεύει ότι δεν υπάρχει α-ιδεολόγητη ερμηνεία των γεγονότων.
3. Μινιμαλιστική γραφή, χωρίς αφαιρετικότητες ή ελλειπτικότητες. Απλώς ο λόγος-της δεν προχωρά σε μια αυτοστοχαστική διάθεση και εκτός από ένα υποδόριο χιούμορ δεν διακρίνεται για την σφοδρή-του ορμή. Μέσα σ’ αυτό το γλωσσικό πλαίσιο η αφήγηση ολισθαίνει απρόσκοπτα κι έτσι χωρίς πολυφωνία η γλώσσα-της γίνεται ο κυλιόμενος διάδρομος πάνω στον οποίο τρέχει η ιστορία. Κάτω όμως απ’ αυτόν τον διάδρομο πολλά μικρά γρανάζια και βίδες έχουν δουλευτεί, ώστε να μην προκύψει κανένα αναγνωστικό πρόβλημα.

Μια γνώμη για το τελευταίο-της βιβλίο:
       Η anagnorstria.blogspot.com έγραψε σωστά πως είναι καλύτερο από τον «Μωβ μαέστρο», ο Ν. Μποτόπουλος είναι έτοιμος να στοιχηματίσει ποιος θα πάρει το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος για το 2010, κι ας μην έχει τελειώσει ακόμα η χρονιά, ο Δ. Κούρτοβικ μιλάει για την πολυαναμενόμενη λογοτεχνική ενηλικίωση της συγγραφέα, ενώ ποικίλοι κριτικοί εκθείασαν ένα βιβλίο που είναι ταυτόχρονα ιστορικό, πανεπιστημιακό και πολιτικό.
         Όντως το βιβλίο της Νικολαΐδου είναι ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό που συνδέει το παρελθόν του Εμφυλίου με την Ελλάδα του 2010 μέσω της δεκαετίας του ’80 και την σοσιαλιστική στροφή της κοινωνίας. Το ζητούμενο πολλών άλλων έργων πότε τελειώνει η μεταπολίτευση ή μέχρι πότε ο Εμφύλιος απλώνει τα πλοκάμια-του παίρνει μια τεθλασμένη απάντηση από τη συγγραφέα η οποία μέσω των πανεπιστημιακών πρακτικών φέρνει το διχασμό στο προσκήνιο, έναν διχασμό που στιγματίζει την πολιτική, την ιστορία και την πνευματική (;) ζωή του τόπου.
         Το βιβλίο, όπως προείπα, είναι πανεπιστημιακό, ιστορικό και πολιτικό. Ας δούμε το καθένα ξεχωριστά:

Πανεπιστημιακό:
“Οι σχέσεις του υποψήφιου διδάκτορα με το ακαδημαϊκό κατεστημένο, όπως είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στις πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, παρουσιάζονται ανάγλυφα από τη Νικολαΐδου, η οποία φιλοτεχνεί παράλληλα μια πινακοθήκη με πορτρέτα πανεπιστημιακών καθηγητών: επιστήμονες ολκής αλλά και αριβίστες, προικισμένους δασκάλους σε αγαστή συνεργασία με τους φοιτητοπατέρες, φτωχόπαιδα του κατηχητικού που αναρριχήθηκαν κοινωνικά παίζοντας στα δάχτυλα τους κανόνες τού δούναι και λαβείν. Και γύρω τους, παιδιά, γαλουχημένα από γιαγιάδες που μόνο τη μόρφωση είχαν σε υπόληψη, να μαθητεύουν στην παπαγαλία και τον κακώς εννοούμενο συνδικαλισμό... Από αυτά τα παιδιά προέρχονται κι εκείνα που καταφεύγουν σήμερα στη βία και στο κάψιμο των τυπωμένων σελίδων, μοιάζει να λέει η συγγραφέας, σ' ένα μυθιστόρημα που υπερασπίζεται την παιδεία ως το πιο πολύτιμο αγαθό” (Σ. Παπασπύρου, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 14.3.2010)

“Στο «Απόψε δεν έχουμε φίλους», το ελληνικό πανεπιστήμιο μετατρέπεται έτσι σε έναν τόπο συμβολικό, σε έναν χώρο δοκιμασίας, σε ένα πεδίο ανάπτυξης διαφορετικών δυναμικών ήθους. Και καθώς αποδεικνύεται πως το ίδρυμα αδυνατεί να συγκρατήσει στους κόλπους του τα υγιή ακαδημαϊκά στοιχεία, μπορούμε να το θεωρήσουμε μια μυθοπλαστική μετωνυμία της σημερινής ελληνικής αποτυχίας, της Ελλάδας εκείνης που μπροστά στο χείλος του γκρεμού αμφιταλαντεύεται κάτω από το δυσβάστακτο βάρος της πνευματικής της ανεπάρκειας, της ηθικής της διαφθοράς, της κλονισμένης πολιτικής της ευθυκρισίας.” (Ε. Κοτζιά, Η Καθημερινή 18.4.2010)

Ιστορικό:
“Μεταφέρει τον μεγεθυντικό της φακό, από τα μεγάλα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές της Ιστορίας, στα μικρογεγονότα και στις ζωές των άσημων, των χαμένων στο μεγάλο πλήθος. «Επικεντρώνομαι στο πώς η Ιστορία και τα ιστορικά γεγονότα εισβάλλουν στις ζωές των ανθρώπων και τις παίρνουν παραμάζωμα, τις διαλύουν. Χαρακτηριστική είναι μία φράση, που λέει ένας ήρωάς μου: "Η Ιστορία, παιδί μου, είναι υπόθεση πολύ προσωπική. Πρώτα κοιτάς που χύθηκε το αίμα και ύστερα διαλέγεις πλευρά"», εξηγεί. Και φτάνει σ' ένα άτυπο συμπέρασμα: «Η Ιστορία είναι οι ιστορίες των ανθρώπων. Οταν περνάει ο οδοστρωτήρας της Ιστορίας, καλείται κανείς να επιλέξει πλευρά. Και η ουδετερότητα είναι απροκάλυπτη ιδεολογία».” (Β. Καλαμαράς, Ελευθεροτυπία 16.3.2010)

“η Νικολαΐδου πετυχαίνει σ’ αυτό το μυθιστόρημα … να παρουσιάσει τρεις διαδοχικές γενιές ανθρώπων όχι με τον συνήθη σε τέτοιες περιπτώσεις ιδεοτυπικό τρόπο (όπου κάθε γενιά περιγράφεται ως δέσμια της προηγούμενης, είτε αναλαμβάνοντας να εξοφλήσει τους λογαριασμούς εκείνης είτε μετακινούμενη από οργή ή ενοχές στον αντίποδά της) αλλά αναδεικνύοντας πολύπλοκες και συχνά αναπάντεχες οργανικές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη τους, τα οποία (άλλη μια διαφορά από την πεπατημένη) έχουν ολοκληρωμένη ατομικότητα• και να συνοψίσει την ελληνική περιπέτεια (προπαντός την περιπέτεια των συνειδήσεων) από την Κατοχή ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 διαλέγοντας ως παραδειγματική περίπτωση τις διεργασίες εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας της Θεσσαλονίκης το ίδιο διάστημα.” (Δ. Κούρτοβικ, Τα Νέα, 17.4.2010)

“Το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» θέλει να είναι ένα μυθιστόρημα για την Ιστορία: για την Ιστορία ως δημόσια μνήμη, που τείνει να αποσιωπά όσα δεν τιμούν το παρόν, αλλά και για την ιστορία ως επιστήμη, που καταλήγει να θυσιάζει τα ερευνητικά της ευρήματα στις ιδιοτέλειες της πανεπιστημιακής κοινότητας.” (Β. Χατζηβασιλείου, Κυρ. Ελευθεροτυπία 23.5.2010)

“Το βασικό μέλημα της Νικολαΐδου είναι να αναδείξει μια από τις πλέον βρώμικες και κουκουλωμένες πλευρές της νεότερης Ιστορίας μας. Ομως ταυτόχρονα βάζει και μια σειρά άλλα σύγχρονά μας ερωτήματα: Πώς διαβάζουμε σήμερα την Ιστορία μας; Εχουμε το θάρρος να την αντιμετωπίσουμε χωρίς ιδεολογικά ή άλλα φτιασίδια; Μήπως όμως και η λεγόμενη καθαρή επιστημονική ιστορική έρευνα υποκρύπτει μια άλλη μορφή ιδεολογισμού; Πώς αναπαράγονται ακόμη και στο Πανεπιστήμιο, οι παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, δηλαδή, οι πελατειακές, κομματικές σχέσεις και γενικότερα τα παιχνίδια εξουσίας;” (Ε. Χουζούρη, Η Καθημερινή 6.7.2010)

Πολιτικό:
“Εμφανίζεται σαν αποκρουστικό σμήγμα του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους, κυρίως ως μηχανισμός επιβολής κυρίαρχων νοοτροπιών. Το κουκούλωμα καταστάσεων, η ασυλία των «δικών μας παιδιών», η κλεπτολαγνεία, αποτελούν διαχρονικά χαρακτηριστικά, που ταλανίζουν και το σημερινό, θολό πολιτικό τοπίο. … Ο έντονος πολιτικός διχασμός και τα σημαίνοντα γεγονότα που τράνταξαν την υλική περιεκτικότητα του τόπου, μας δείχνουν το μεγαλείο των στιγμών και τις αθετημένες υποσχέσεις της ελληνικής περίπτωσης. Μια χώρα ιδιαζόντως μαζοχιστική, αυτοαναιρούμενη και θλιμμένη.” (Ν. Κουρμούλης, Η Αυγή 20.4.2010)

“Η διφδακτορική διατριβή είναι ο δούρειος ίππος με τον οποίο η Νικολαΐδου … αναθεωρεί τις παγιωμένες ιδέες για τις πολιτικές αντιθέσεις μέσασ στην Κατοχή. Οι παλιάνθρωποι και οι αρριβίστες δεν έχουν ιδεολογία, αλλά χρησιμοποιούν την ιδεολογία για να κερδίσουν οι ίδιοι, κοινωνικά και οικονομικά. Άλλοι έχουν ιδεολογία και προσπαθούν να την εφαρμόσουν, συμμαχώντας ακόμα και με τον κατακτητή. Άλλοι, τέλος, που διέπονται από αγνές ηθικές αξίες περιθωριοποιούνται και χάνουν σε υπόληψη και σε κοινωνική άνοδο.” (Γ. Περαντωνάκης, διαβάζω Ιούνιος 2010)

“Η συγγραφέας αναλαμβάνει μέσα στον κύκλο αυτό να εξηγήσει πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε μεταπολιτευτικά σε αδιέξοδο. Επιστρέφει στην Κατοχή για να δείξει, όπως λέει, ότι εκεί γεννήθηκαν πρότυπα και στερεότυπα πολιτικών συμπεριφορών που καθόρισαν την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας έως σήμερα.” (Τ. Δημητρούλια, Η Καθημερινή 30.5.2010)


       Μερικοί εντόπισαν κενά στην αφήγηση, άλλοι επεσήμαναν ότι το βασικό θέμα-της, ο δωσιλογισμός, περνάει ξώφαλτσα και δεν στηρίζεται με επαρκές υλικό κι άλλοι ότι δεν δένει πειστικά την επιχειρηματολογία-της, αφού καταφεύγει σε κοινότοπους αφορισμούς. Τα μειονεκτήματα του έργου δείχνουν έναν συγγραφέα που στοχεύει σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο ωστόσο δεν επιτεύχθηκε στο βαθμό που θα μπορούσε, από αδυναμία να συγκλίνουν όλα τα στοιχεία (με την κατάλληλη αναλογία και σύσταση) προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ωστόσο, το εγχείρημα κρίνεται ικανοποιητικότατο, ισορροπεί στα ποικίλα επίπεδα όπου πατάει και τελικά δίνει το πανόραμα μιας Ελλάδας που λειτουργεί κομματικά-ιδεολογικά και όχι αξιοκρατικά.
Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

anagnostria said...

Ευχαριστώ για την αναφορά.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
δεν αξίζει κανένα ευχαριστώ, γιατί απλώς ιδέες κινούνται, απόψεις ακούγονται, με μόνο στόχο να διαμορφώσουμε όλοι καλύτερη γνώμη για το Χ βιβλίο και όχι για να προβάλουμε το εγώ-μας. Επομένως, βλέπω τα βιβλιόφιλα ιστολόγια με ανάλογο μάτι με αυτό που βλέπω τους επώνυμους κριτικούς.
Καλό Σαββατοκύριακο
Πατριάρχης Φώτιος

Sue said...

Θα διαφωνήσω, Πατριάρχα, ως προς την σφοδρότητα του (γραπτού) λόγου της Νικολαΐδου - στην "Ξανθιά πατημένη" η εντύπωση που αποκόμησα και διαρκεί μέχρι σήμερα είναι ακριβώς μιας γλώσσας η οποία παρ' όλο που δεν είναι καθόλου ανάλαφρη "φεύγει" με τέτοια ένταση και δύναμη σαν να σε υποχρεώνει να μην σταματήσεις την ανάγνωση αν δεν το τελειώσεις. Το ίδιο ισχύει, κατά τη γνώμη μου πάντα, και για το "βυζαντινό" μέρος του "Πλανήτης Πρέσπα". Δεν έχω διαβάσει, προς το παρόν, τα άλλα δύο βιβλία της αλλά δεν έχω λόγο να διαφωνήσω για τα υπόλοιπα στοιχεία της ανάρτησης - όπως αποδεικνύεται από τις κριτικές, τα κείμενά της δεν αμφιταλαντεύονται.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Sue,
η αλήθεια είναι ότι δεν έχω διαβάσει την "Ξανθιά πατημένη", οπότε αφήνω τον λόγο σε σένα ως πιο ειδική. Αν έχεις δίκιο, τότε μεγαλώνοντας η Νικολαΐδου κόπασε, καθώς έδωσε έμφαση σε άλλα σημεία.
Πατριάρχης Φώτιος