Saturday, December 07, 2019

Εντουάρ Λουί, “Ιστορία της βίας”


Η ψυχολογία ενός ανθρώπου που βιάστηκε. Η ιστορία δεν έχει φοβερές διακυμάνσεις αλλά η αφήγηση, διπλή στην πλοκή της, αποκαλύπτει το ύφασμα μέσα κι έξω.



Édouard Louis
“Histoire de la violence”
2016
Εντουάρ Λουί
“Ιστορία της βίας”
μετ. Σ. Ζουμπουλάκη
εκδόσεις Αντίποδες
2019


Με νωπές ακόμα τις καλές εντυπώσεις από το προηγούμενο βιβλίο του Louis, το “Ας τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”, στην αρχή πίστεψα ότι αυτό το βιβλίο είναι ένα δοκίμιο περί βίας. Τελικά δεν είναι.

> Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε στην Αλλενκούρ της Γαλλίας το 1992 με το όνομα Εντύ Μπελγκέλ. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην Ecole Νormale. Το πρώτο του βιβλίο "Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ" προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και μεταφράστηκε σε πάνω από είκοσι γλώσσες. Το 2016 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του "Ιστορία της βίας" και το 2018 το τρίτο, "Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου".

Το μυθιστόρημα είναι δύσκολο. Διαβάζεται εξ αρχής με δυσκολία, ακριβώς επειδή είναι γραμμένο με μια περίτεχνη τεχνική, που διαπλέκει διαφορετικούς τρόπους αφήγησης. Είναι λοιπόν δύσβατο κείμενο, που θέλει την υπομονή του αναγνώστη μέχρι αυτός να καταλάβει τον τρόπο με τον οποίο θα το διαβεί. Η πολυπλοκότητα έγκειται στην εναλλαγή και στο αλληλαγκάλιασμα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Édouard, ο οποίος απειλήθηκε με όπλο από τον Καβύλο Reda, και του ευθέος λόγου της αδελφής του Édouard ονόματι Clara, την οποία ακούει ο αφηγητής να εξιστορεί το περιστατικό στον άντρα της. Κι όταν αντιληφθούμε τον πλέξιμο των δύο φωνών (και των δύο οπτικών γωνιών), συνειδητοποιούμε κι ένα σωρό άλλους λόγους, όπως τον ελεύθερο πλάγιο λόγο του Reda, ο οποίος αναφέρεται στον μετανάστη πατέρα του, τον λόγο του Édouard στην αστυνομία όταν κατήγγειλε το περιστατικό κ.ο.κ.
          
  Η πολυπλόκαμη λοιπόν αφήγηση πιάνεται από το γεγονός που συνέβη τη νύχτα της 25ης Δεκεμβρίου, όταν ο αφηγητής γυρνούσε από μια συνάντηση φίλων και συνάντησε τυχαία τον άγνωστό του Reda, ο οποίος του κόλλησε. Περπατούσαν μαζί, μιλούσαν για διάφορα, ο Καβύλος τού πρότεινε “να πηδηχτούνε” κι ο ξανθός Édouard, παρότι ομοφυλόφιλος, βρήκε δικαιολογίες να αρνηθεί, αν και τελικά δέχτηκε να τον μπάσει στο δωμάτιό του. Ακολούθησε η ερωτική πράξη και παραδόξως πριν φύγει ο Reda, έκλεψε το κινητό του Édouard κι έπειτα τον βίασε.
            Όλη η αφήγηση δεν αποσκοπεί στο να δείξει τις πράξεις και τα γεγονότα, αλλά την ψυχολογία του αφηγητή, μέσα κι έξω, με τις βεβαιότητες και κυρίως με το shock που υπέστη. Η ταπείνωση, η ανα-αφήγηση στην αδελφή του, στους φίλους του, στους αστυνομικούς, η φρίκη της αναβίωσης ξεδιπλώνουν ένα πολύ δυνατό ψυχολογικό profile. Ακόμα και ρατσιστής γίνεται, αυτός που έχει υποστεί ρατσισμό εξαιτίας της ομοφυλοφιλίας του, επειδή ήταν Βορειοαφρικανός ο δράστης.
            Έξοχη αφήγηση.

In2life, 27/11/2019 
Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, December 04, 2019

Martin MacInnes, “Γη χωρίς τέλος”


Μια εξαφάνιση μπορεί να είναι η αρχή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά και η αφορμή για να μιλήσει κανείς για επάλληλες πραγματικότητες, για σκηνικά και για σκηνοθεσίες, για πλαστότητες και για επιφαινόμενα.


Martin MacInnes
“Infinite Ground”
2016

Γη χωρίς τέλος
μετ. Α. Καλοφωλιάς
εκδόσεις Κριτική -2019


“Μια μπορχεσιανή ιστορία μυστηρίου” γράφει ο Guardian (απαξιούν να μας δώσουν το όνομα του κριτικού;).

> O Martin MacInnes γεννήθηκε στο Ίνβερνες της Σκοτίας το 1983 και ζει στο Εδιμβούργο. Έργα του έχουν δημοσιευτεί στα White Review, Ambit, Edinburgh Review, 3:AM και άλλα περιοδικά. Έχει λάβει μέρος σε διεθνή επιστημονικά και λογοτεχνικά φεστιβάλ και έχει διακριθεί με τα βραβεία Manchester Fiction Prize και Scottish Book Trust Writers Award. Το μυθιστόρημά του "Γη χωρίς τέλος" απέσπασε εξαιρετικές κριτικές, επιλέχτηκε ως καλύτερο βιβλίο της χρονιάς από τον Guardian, τους IrishTimes, τη Herald και άλλα έντυπα, ενώ κέρδισε το Somerset Maugham Award από την Society of Author's το 2017.

Ένα ακόμα παράξενο και παρεκκλίνον αστυνομικό αφήγημα που δεν στηρίζεται στην κλασική πορεία από το έγκλημα στην εξιχνίασή του, αλλά σε μια φιλοσοφικομυστηριακή ανάλυση.

Η ιστορία ξεκινά με την εξαφάνιση του Carlos. Αυτός έτρωγε στο εστιατόρια La Cueva, όταν σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα κι έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. την υπόθεση αναλαμβάνει ένας συνταξιούχος επιθεωρητής, ο οποίος δεν ακολουθεί τις τυπικές διαδικασίες αλλά ψάχνει το υπόβαθρο μιας τέτοιας εξαφάνισης.

Γενικότερα, όσο διαβάζω το βιβλίο, τόσο ανακαλύπτω στοιχεία μιας μπορχεσιανής ανάδυσης της πραγματικότητας. Πίσω από αυτήν επικρατεί η κυριαρχία των ομοιωμάτων, καθώς ποικίλες εκδοχές της άλλης πραγματικότητας εμφανίζονται σταδιακά. Η εταιρία λ.χ. όπου εργάζεται ο Carlos χρησιμοποιεί πολύ συχνά ηθοποιούς για να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενους, τόσο στον χώρο της δουλειάς όσο και στην ιδιωτική τους ζωή. Και μάλιστα νοικιάζει χώρους που ντουπλάρουν τα γραφεία της! Ο επιθεωρητής απ’ την άλλη ανακατασκευάζει το γραφείο του εξαφανισμένου για να βιώσει τη ζωή του σαν σωσίας του και βρίσκει μέσω της επιστήμονος Isabella ίχνη μιας αρρώστιας στα υπολείμματα γενετικού υλικού που βρέθηκαν π.χ. στο πληκτρολόγιο του computer του. Και τέλος η Ενδοχώρα είναι μια (ανεστραμμένη) απεικόνιση της εδώ ζωής, μια κρυφή, αόρατη πραγματικότητα έξω απ’ τα όρια της ορατής.

Με όλο αυτό το δυναμικό πλέγμα μία εξήγηση που υποβάλλεται είναι μήπως ο Carlos διακτινίστηκε σε μια άλλη διάσταση, σύμφωνα με τη θεωρία των παράλληλων συμπάντων. Ή μήπως αποχώρησε (εθελούσια) για την ενδοχώρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και ό,τι αυτό συμβολίζει. Ο αναγνώστης αναγκάζεται όχι να παρακολουθεί την έρευνα για να βρει ενδείξεις και υπόπτους, αλλά για να ερμηνεύσει τη σχέση είναι και μη-είναι, τη σχέση υπάρχω και εξαφανίζομαι, τη σχέση πραγματικότητας και προσομοίωσης.


Η έρευνα συνεχίζεται στην Ενδοχώρα (τα ονόματα και η γεωγραφία θυμίζουν Λατινική Αμερική). Ακόμα κι εκεί η πορεία ανάποδα στο ρεύμα του ποταμού δεν είναι σίγουρο αν είναι πραγματική ή σκηνοθετημένη. Το ζητούμενο εξακολουθεί να μην είναι ο ίδιος ο Κάρλος αν η δυνατότητα ποικίλων εκδοχών της εξαφάνισής του: από τη σκόπιμη απόδρασή του μέχρι τη σκηνοθετημένη απομάκρυνσή του κι από τη δηλητηρίασή του και την εξαφάνιση του πτώματος μέχρι την επιστροφή του από την τουαλέτα σε έναν χώρο που είχε αδειάσει απ’ όλους τους άλλους. Το ίδιο παράξενο αίσθημα βιώνει ο επιθεωρητής όταν συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι η Σάντα Λουτσία στην οποία έμενε μέσα στη ζούγκλα ερήμωσε ξαφνικά από όλους, τουρίστες, οδηγούς, κατοίκους, είτε σαν να κρύβονται όλοι εις βάρος του επιθεωρητή είτε σαν όλα να ήταν ένα κινηματογραφικό σκηνικό που άδειασε όπως και γέμισε από τους ηθοποιούς που το στελέχωναν.

Μου άρεσε αυτή η προσομοίωση της πραγματικότητας. Όλο το σκηνικό του μυθιστορήματος κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το ομοίωμα, ανάμεσα στο υπαρκτό και το επινοημένο. Ωστόσο όλο αυτό φαίνεται κάπως στημένο, χωρίς η υπόθεση να είναι έτσι άρτια αρθρωμένη ώστε να υποστηρίζει αυτή τη μπορχεσιανή ιδέα.
Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, December 01, 2019

Stephen Crane, “Το κόκκινο σήμα του θάρρους”


Πότε ξεκινά ο αντιηρωισμός ως στάση ζωής; Πίστευα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι οδυνηρές μάχες στα χαρακώματα άφησαν πίσω τους ματαιωμένες συνειδήσεις. Μάλλον όχι, όμως, αφού ο Crane γράφει μια αντιηρωική μπαλάντα, είκοσι χρόνια πριν.


Stephen Crane
“The Red Badge of Courage”
1895

“Το κόκκινο σήμα του θάρρους”
μετ. Ν. Παναγιωτόπουλος
εκδόσεις Μεταίχμιο
2019


Πόσα χρόνια ζωής; Αν δεν ασχοληθούμε με τα κλασικά έργα, αν δεν γνωρίσουμε έστω κι ένα ποσοστό απ’ αυτά, απ’ όσα αποτέλεσαν φωτάκι-ορόσημο στην πορεία της ανθρωπότητας, πώς θα πούμε ότι φωτιστήκαμε από το διαχρονικό. Κι ας μη μας αρέσουν μερικά απ’ αυτά.

> Αμερικανός ποιητής, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και δημοσιογράφος. Πολυγραφότατος, παρά τη σύντομη ζωή του, έγραψε ακολουθώντας την παράδοση του ρεαλισμού, το έργο του, ωστόσο, παρουσιάζει τα πρώτα ψήγματα νατουραλισμού και ιμπρεσιονισμού, εξ ου και η κριτική τον αναγνώρισε ως έναν από τους πλέον καινοτόμους συγγραφείς της γενιάς του. Σημαντικότερα πεζογραφικά έργα του θεωρούνται τα "Maggie: A girl of the streets" (Μάγκι: Ένα κορίτσι του δρόμου), "Open boat" (Βάρκα στο πέλαγος), "The Blue Hotel" (Το μπλε ξενοδοχείο), αλλά κυρίως το "Κόκκινο παράσημο ανδρείας" που θεωρείται και το αριστούργημά του. Δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής - μεταξύ άλλων κάλυψε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, έγραψε μάλιστα και το μυθιστόρημα "Active service" με βάση τις εμπειρίες του στην Ελλάδα - ταξιδευτής, μποέμ και με ασθενική υγεία, ο Κρέιν θα εγκατασταθεί προς το τέλος της ζωής του στην Αγγλία όπου θα συνδεθεί φιλικά με τον Τζόζεφ Κόνραντ, τον Φορντ Μάντοξ Φορντ, τον Χ. Τζ. Γουέλς, τον Χένρι Τζέιμς και άλλους και θα πεθάνει εκεί στα είκοσι εννιά του μόλις χρόνια, αφήνοντας πίσω του ένα έργο μεγάλης στυλιστικής λεπτότητας και ψυχολογικού βάθους.


Κοιτάζω τη Biblionet και βλέπω ότι μόνο το 2019 το συγκεκριμένο βιβλίο του Αμερικάνου συγγραφέα έχει μεταφραστεί τρεις φορές από τρεις διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους!
-Crane, Stephen, 1871-1900. Το κόκκινο σήμα του θάρρους / Stephen Crane · μετάφραση Νίκος Παναγιωτόπουλος. - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2019. - 276σ.
-Crane, Stephen, 1871-1900. Κόκκινο παράσημο ανδρείας / Stephen Crane · μετάφραση Κατερίνα Σχινά. - 1η έκδ. - Αθήνα : Διαλέγεσθαι, 2019. - 293σ.

Είναι κάποια επέτειος ή έτυχε; [Προσέξτε τη διαφορά στη μετάφραση του τίτλου!]


Το βιβλίο φέρνει σε σύγκρουση τη ρεαλιστική πραγματικότητα με την ιδεαλιστική εξιδανίκευση. Ο νεαρός Henry Fleming κατατάσσεται εθελοντικά στον στρατό το 1863 κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου Πολέμου στην Αμερική, για να ζήσει τη μάχη στο πρότυπο των ομηρικών επών και του «Ή ταν ή επί τας»! Η ηρωική πλευρά του πολέμου διαμορφώνει εντυπώσεις πάνω από το κανονικό. Όταν κατατάσσεται, ανακαλύπτει καταρχάς ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους περνάει σε πορείες που πρήζουν τα πόδια, βαραίνουν από τον γυλιό τους ώμους και σπάνε την ψυχολογία εν αναμονή της μάχης που όλο και αναβάλλεται.

Αλλά κι όταν ξεσπάει η μάχη, η συμπεριφορά των στρατιωτών δεν είναι καθόλου ηρωική. Η κάμερα δεν πέφτει στη δόξα της επίθεσης και τη “μαγεία” του θανάτου, αλλά στην ανθρώπινη πλευρά των στρατιωτών που κλαίνε, ετοιμάζονται για την αποδημία εις Κύριον, βρίσκονται μέσα σε καπνούς και σε αίμα… Η δημοσιογραφική ματιά του συγγραφέα είναι σχετικά ουδέτερη, αλλά συνάμα επικεντρώνεται στο μικρό για να δείξει το μεγάλο. Ο πρωταγωνιστής χάνεται μέσα στο πλήθος των συστρατιωτών του, το οποίο πολυπλόκαμο και ομαδικό βιώνει όχι τόσο τη μεγάλη φρίκη όσο τη μικρή οδύνη. Η μάλλον όχι την οδύνη, αλλά τη ματαιότητα.

Ο Henry τελικά ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, όχι γιατί επέδειξε μια ηρωική στάση, αλλά ακριβώς αντίθετα τραυματίστηκε τυχαία, πράγμα που τον έσωσε από το στίγμα του λιπόψυχου, καθώς δεν πολέμησε στην κρίσιμη μάχη. Ο Crane συνεχίζει να τονίζει την αντιηρωική πτυχή του πολέμου, μετατρέπει μια επονείδιστη συμπεριφορά σε ένδειξη γενναιότητας, ανατρέπει δηλαδή το συνηθισμένο status quo… Ο πόλεμος ωριμάζει τον Henry όχι με τον ηρωισμό και την αίγλη που του παρείχε, αλλά με τον θάνατο, το αίμα, τη φρίκη, την απώλεια…

Το κείμενο είναι γραμμένο με ρεαλιστικό τρόπο, αλλά δεν λείπουν ορισμένες ήπιες ποιητικές περιγραφές, δοσμένες με καίριες μεταφορές και παρομοιώσεις, και ορισμένες φωτεινές φράσεις. Π.χ. στη θέα ενός νεκρού Νότιου με σκισμένη τη σόλα του παπουτσιού του, γράφει ο Crane: “Μετά θάνατον εξέθετε στους εχθρούς του τη φτώχια που εν ζωή ίσως είχε μπορέσει να αποκρύψει από τους φίλους του”. Αν μπορώ να εκφράσω μια ένσταση, αυτή είναι η δημοσιογραφική κάλυψη, που μετατρέπει τη μυθοπλασία σε αφήγηση γεγονότων, σε σειρά πολεμικών περιστατικών, που λίγο προσεγγίζουν την αισθητική του λογοτεχνικού έργου. Αλλά, έστω κι έτσι, το μήνυμα περνάει καθαρά, ο πόλεμος κατεβαίνει από τον θρόνο του ένδοξου στο σκαμνάκι του μάταιου.

In2life, 6/11/2019 
Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, November 28, 2019

Μιχάλης Φακίνος, “Τα χαμένα”


Πώς ο λόγος γίνεται θεραπεία; Και πώς η αφήγηση είναι αντίδοτο ενάντια στη λήθη; Πώς το να κρατάς έναν άνθρωπο στη ζωή σημαίνει να τον τροφοδοτείς με ιστορίες και νοήματα;




Μιχάλης Φακίνος
“Τα χαμένα”
εκδόσεις Κέδρος
2019


Διαβάζω μια κριτική στην Καθημερινή όπου “η ευρηματική υπεράσπιση ενός ιδιότυπου μικρόκοσμου, ενός φασαριόζικου, καρναβαλικού θιάσου, που τελεί υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία του δημιουργού του”. Κυρίως όμως με δελέασε η εικόνα ότι το βιβλίο συμπεριλαμβάνει αφηγήσεις που ξαναστήνουν τον κόσμο.

> O Mιχάλης Φακίνος γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940. Eργάστηκε ως δημοσιογράφος στα "Nέα". Έχει εκδώσει δέκα μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων και έναν τόμο με χρονογραφήματα. Δύο θεατρικά του έργα, "Tο ματ" (1985) και "Περιμένοντας τον Mπέκετ" (2000), παίχτηκαν στο θέατρο "Στοά". Διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες και μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά.

Είχα διαβάσει ώς τώρα τη “Λευκή ευθεία γραμμή” (2013) όπου ένιωθα ότι κάτι λείπει. Εδώ η αφήγηση, η μνήμη και η διάθεση για ζωή συμπεριλαμβάνονται σε ένα γαϊτανάκι αναγνώσεων και αναμνήσεων. Ο κύριος Ευτύχιος φροντίζει τη γυναίκα του Ζωή, που πάσχει από Alzheimer. Με ένα γνωστό μοτίβο στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο, τις λέει ιστορίες για να διατηρήσει όσο είναι δυνατόν την επαφή της με τον κόσμο. Της διαβάζει αποσπάσματα από κλασικά μυθιστορήματα, της ανιστορεί αναμνήσεις τους από τα νεανικά τους χρόνια και της μιλά για όσα κάνει (ξυλογλυπτική), ώστε να κρατήσει το μυαλό της ενεργό. Έτσι, η αφήγηση (ως λογοτεχνία, ως ανάμνηση, ως βίωμα) επιτελεί ενεργό ρόλο στην επαφή των ανθρώπων, στη διατήρηση μιας κλωστής σκέψης, στην αναβίωση ενός παρελθόντος που δεν έχει σβήσει, αλλά όσο το θυμάται κανείς τόσο αναζωπυρώνει το είναι του.

Μου άρεσε η ιδέα του πρωταγωνιστή που προσπαθεί με αφηγήσεις να ζωντανέψει τη νεκροφανή γυναίκα του. Ο λόγος είναι ένα μέσο αφύπνισης και προσέγγισης της συνείδησης του ανθρώπου. Μου άρεσε η συλλογή λέξεων που πυροδοτούν σκέψεις και ιστορίες είτε ως μνήμη είτε ως φαντασία. Ο Μπ. που μιλάει μέσα στον νου του Ευτύχιου είναι ένας άλλος Borges, είναι ένα alter ego που εκφράζει το πιο πρακτικό αλλά και σκοτεινό πρόσωπό του: πέρα από ιστορίες υπαγορεύει στον Ευτύχιο να απαλλαγεί από τη Ζωή, να τη σκοτώσει, να τη βάλει σε κλινική, να πάψει να ασχολείται μαζί της, κουρασμένος από την υπερπροσπάθεια. Μου άρεσε η λέξη ραπωδός, που ως σημαίνον μοιάζει με το ραψωδός, αλλά συνάμα εκφράζει και την ίδια διάθεση για αφήγηση, που ραψωδείται/ραπάρεται δίνοντας έμφαση στο νόημα, στην ιστορία, στον λόγο….
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, November 25, 2019

Χρόνης Μίσσιος, “8-3 = 11”


Αν ο έρωτας είναι μια μορφή αναρχίας, αν η ελευθεριότητά του διαρρηγνύει το σύστημα, τότε μπορεί κανείς μιλώντας γι’ αυτόν να μιλάει ταυτόχρονα για μια νέα μορφή πολιτικής.



Χρόνης Μίσσιος
“8-3 = 11”
εκδόσεις Πατάκη
2019


Ο Πατριάρχης Φώτιος είχε διαβάσει, μόλις βγήκαν τα πρώτα βιβλία του Μίσσιου, το "Καλά,εσύ σκοτώθηκες νωρίς... " (1985) και το "Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;" (1988), στα οποία βρήκε μια αυθεντική ορμητικότητα. Άλλοι βέβαια λένε ότι η λογοτεχνική τους αξία είναι μικρή.

> Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Αυτή την περίοδο, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Από τα Γιαννιτσά, όπου τον στέλνει ο Ερυθρός Σταυρός μαζί με άλλα παιδιά για να γλιτώσουν από την πείνα της Κατοχής, περνάει στους αντάρτες. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ' ένα τυχαίο γεγονός. Έκτοτε, μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος (Μακρονήσι, Άι- Στράτης, Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός, κ.ά.) Εκεί μαθαίνει ανάγνωση και γραφή. Ένα "διάλειμμα" ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Το πρώτο του βιβλίο "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς... " (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του "Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;" (Γράμματα, 1988). "Κοσμοκαλόγερος", σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του. Έφυγε από τη ζωή στα 82 του χρόνια. Άφησε την τελευταία του πνοή σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, στις 20 Νοεμβρίου 2012, ενώ "πάλεψε" με τον καρκίνο αρκετά χρόνια.

Το παρόν και τελευταίο βιβλίο του Μίσσιου κινείται σε δύο επίπεδα. Ο Συγγραφέας, εξηντάρης πια, έχει αποσυρθεί και ζει σε ένα ορεινό σπίτι για να γράψει. Στην παρέα του βρίσκονται διάφοροι τύποι, συμβατικοί κι αντισυμβατικοί, ενώ προστίθεται και η νεαρή “δημοσιογράφος” με το παράξενο όνομα Γεια Χαρά, η οποία έχει ιδεαλιστικές και λίγο αναρχικές ιδέες. Και ενδιάθετα εμφανίζεται το κείμενο που γράφει ο Συγγραφέας, το οποίο αναφέρεται στον έρωτα του Πρίγκιπα και της Ροδάνθης. Πρώτη αντίθεση, η πολιτική και ο έρωτας.

Η αφήγηση είναι κυλιόμενη, καθώς σταδιακά περνάει από τον Συγγραφέα στην ιστορία του φίλου του Οδυσσέα, που είχε φυλακιστεί στη Σιβηρία, στον Ινδιάνο συναιχμάλωτό του Τρελό Φτερό, στη θεία του Ιοκάστη και στη φίλη της Φαίδρα… Έτσι, ο βασικός άξονας χάνεται, ο αναγνώστης προχωρά από το ένα πρόσωπο στο άλλο, η σφιχτή δομή που θα επιδιωκόταν χάνεται στον δρόμο…

Αυτό μπορεί να οφείλεται σε δύο παράγοντες: Είτε ο Μίσσιος δεν πρόλαβε να δουλέψει δεύτερη φορά το έργο του και κοιμήθηκε χωρίς να το φτάσει στην τελική του μορφή, γεγονός που εξηγεί την ανολοκλήρωτη μορφή του. Ή το γαϊτανάκι αφορά στο βασικό μήνυμα που ενώνει πολιτική και έρωτα και εξαιτίας του το έργο παίρνει μορφή επεισοδιώδους πλοκής: πρόκειται για τη θεωρία ότι ο έρωτας, ελεύθερος κι έξω από ηθικές αναστολές, είναι ένα είδος αναρχίας, που θα σπάσει το σύστημα και θα προχωρήσει την κοινωνία έξω από τη συμβατικότητα και την υποταγή στην όποια εξουσία.

Δυστυχώς η τελική μου εντύπωση είναι ότι ο Μίσσιος –παρά τις extreme ιδέες του, που είχαν φανεί στα έργα του της δεκαετίας του ’80- δεν μπορεί να στήσει μια καλοδομημένη ιστορία. Δεν είναι μόνο η ασύνδετη πλοκή, όπως έδειξα παραπάνω, αλλά και η έλλειψη ρυθμού: το ατύχημα λ.χ. της Γεια Χαρά, στην αρχή του μυθιστορήματος, είναι λειψό και πιο γρήγορα αποδοσμένο απ’ όσο έπρεπε. Κρατώ ορισμένα πολύ καλά σημεία λόγου και σκέψης (“Η μέρα έξω από το παράθυρό του ήταν μελαγχολική. Προχωρημένος Σεπτέμβρης, κι απ’ τον ουρανό κρεμόταν μια συννεφιά που έσταζε θλίψη.”) αλλά όχι το σύνολο του έργου.
Πάπισσα Ιωάννα

Friday, November 22, 2019

Ανδρέας Αποστολίδης, “Μονομαχία στην Ιερά Οδό”


Το Οργανωμένο Έγκλημα. Ένας πολυπληθής θίασος προσώπων. Τρεις ανάμεσά τους σχολιάζουν τα γεγονότα και ψάχνουν για συμπεράσματα. Ένα πολυεπίπεδο αστυνομικό, που κινείται πιο κοντά στον δημοσιογραφικό λόγο και λιγότερο στον λογοτεχνικό.


Ανδρέας Αποστολίδης
“Μονομαχία στην Ιερά Οδό”
εκδόσεις Άγρα
2019


Το αστυνομικό φαίνεται να ψάχνει εναγωνίως τρόπους να ανανεωθεί. Να ξεφύγει από την ευθύγραμμη πορεία  έγκλημα-έρευνα-ανακάλυψη ενόχου. Να αναγεννηθεί. Ο Αποστολίδης θεωρείται ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του είδους.

> Ο Ανδρέας Αποστολίδης είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και μεταφραστής. "Έχει γράψει αστυνομικά μυθιστορήματα, όπως το "Χαμένο παιχνίδι", τις "Διαταραχές στα Μετέωρα", το "Φάντασμα του Μετρό", τα "Εγκλήματα στην πανσιόν "Απόλλων ", τη "Λοβοτομή", καθώς και τρεις συλλογές διηγημάτων "Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα", "Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες", "Είσαι ο Παπαδόπουλος!". Έχει μεταφράσει βιβλία των συγγραφέων James Ellroy, Chester Himes, P. Highsmith, Jerome Charyn, R. Chandler, D. Hammett, V. Nabokov κ.ά., και έχει συγγράψει εκτενή επίμετρα για τα βιβλία τους. Το 2006 δημοσίευσε τη μελέτη "Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων - Μουσεία, έμποροι τέχνης, οίκοι δημοπρασιών, ιδιωτικές συλλογές". Το 2009 εκδόθηκε ο συγκεντρωτικός τόμος "Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος: Δοκίμια για την ιστορία και τις σύγχρονες τάσεις του". Έχει σκηνοθετήσει ταινίες μικρού μήκους και πολλά ντοκυμανταίρ και περισσότερα από εκατό επεισόδια της τηλεοπτικής εκπομπής "Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα". Το "Κύκλωμα", ένα ντοκυμανταίρ έρευνας για το παράνομο εμπόριο ελληνικών αρχαιοτήτων, προκάλεσε το διεθνές ενδιαφέρον. Από τις τελευταίες του δουλειές είναι η σειρά "Δύο φορές ξένος" για τις υποχρεωτικές ανταλλαγές πληθυσμών τον 20ό αιώνα. Το ντοκυμανταίρ του "Ένας τόπος χωρίς ανθρώπους" για την εκδίωξη της φυλής των Μασσάι από τα Εθνικά Πάρκα της Τανζανίας απέσπασε έξι διεθνή βραβεία.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα φαίνεται ότι φτάνει ώρες ώρες στο όριο ενός αδιεξόδου. Πόσα εγκλήματα, πόσοι πιθανοί ένοχοι, πόσες εξηγήσεις, κίνητρα, τρόποι διερεύνησης; Πάνω δηλαδή σε έναν προκαθορισμένο άξονα πόσες δυνατότητες και δρόμους να βρει ο συγγραφέας για να πρωτοτυπήσει; Γι’ αυτό κατά καιρούς άλλοτε το αστυνομικό ανοίχτηκε και αναμίχθηκε με άλλα είδη, κυρίως με το κοινωνικό, άλλοτε έριξε το βάρος στον ερευνητή και στη σκληρή του φύση, άλλοτε άφησε ατιμώρητο τον δράστη, άλλοτε προσπάθησε να σχολιάσει και να εμπλακεί η αφήγηση στην έρευνα.

Θυμάμαι τον Νεοκλή Γαλανόπουλο (“Θάνατος από το πουθενά”), που επιχείρησε με αυτοσχολιαστικό τρόπο να διερευνήσει τις δυνατότητες του είδους και να κάνει εντός του μυθιστορήματός του μια τυπολογία και μια ερμηνεία των πτυχών του. Θεωρία αστυνομικής λογοτεχνίας μέσα στο μυθιστόρημα. Τώρα ο Αποστολίδης υποβάλλει την ιστορία του σε σχόλια ώστε να παρουσιάσει σχεδόν δημοσιογραφικά αλλά και να σκιαγραφήσει λογοτεχνικά τους ήρωες και τα γεγονότα του.

Στο επίκεντρο της ιστορίας του είναι το Οργανωμένο Έγκλημα, η μαφία των φυλακών, ο τρόπος με τον οποίο διεξάγουν τις παρανομίες τους όπως π.χ. τη διακίνηση λαθραίου καυσίμου. Σ’ αυτό το πλάνο, δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές, αλλά πολλοί (καμιά πενηνταριά) χαρακτήρες, πιο κεντρικοί κάποιοι, πιο δευτερεύοντες κάποιοι άλλοι. Αυτό το πολυπρόσωπο τέρας δυσκολεύει αφάνταστα την ανάγνωση, απλώνει τα δίχτυα του προς διάφορες κατευθύνσεις και φέρνει στο προσκήνιο μια τον ένα και μια τον άλλο σε συνεχείς σπειροειδείς πορείες.

Ο Αποστολίδης κατάλαβε μόνος του το πρόβλημα. Έτσι, αποφάσισε στην αρχή κάθε κεφαλαίου να πρωταγωνιστεί ένας επιμελητής, ο οποίος διαβάζοντας τα κεφάλαια κάνει ένα είδος σχεδιαγράμματος, με πληροφορίες για τα πρόσωπα και την πολιτεία τους, αλλά και σύντομα σχόλια για την αφήγηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το ίδιο το κείμενο σχολιάζει τον εαυτό του, το δεύτερο επίπεδο αφήγησης διαλέγεται με το πρώτο. Ακόμα περισσότερο τρεις φίλοι, ένας δημοσιογράφος, ένας μεταφραστής κι ένας συγγραφέας αστυνομικής και όχι μόνο λογοτεχνίας συζητάνε την υπόθεση, διαβάζουν τον Τύπο, διερευνούν υποθέσεις και σενάρια, προσθέτουν και διασταυρώνουν πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα της αθηναϊκής νύχτας. Η πείρα τους στο έγκλημα τους κάνει οξύνους, να μπορούν να βλέπουν πίσω από τα φαινόμενα και να καταθέτουν στο τραπέζι στοιχεία από το παρελθόν, εμπειρίες από ανάλογες παρανομίες, την ιστορία αλλά και την προϊστορία των τεκταινομένων.

Η ζωή στις φυλακές, οι κλίκες, οι συνεννοήσεις, το λαθρεμπόριο, οι εκβιασμοί, τα κυκλώματα, οι πιέσεις… όλα αυτά δίνονται σχεδόν δημοσιογραφικά, με την κατάλληλη ορολογία που υποβάλλει την ανάλογη ατμόσφαιρα. Είναι ένα είδος γραφής, που μιλάει διά των γεγονότων και των Τύπων προσώπων κι όχι με τη μυθοπλαστική αφήγηση και ιστορία. 

Με ένα τέτοιο ιδιότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου πλήθος προσώπων ενεργούν, πρωταγωνιστούν ή εμφανίζονται σαν κομπάρσοι, κερδίζουμε την πανοραμική θέαση του οργανωμένου εγκλήματος κι επιπλέον βλέπουμε πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτοαναφορικά ο σχολιασμός τους. Απ’ την άλλη, χάνεται η μυθοπλασία, καταργούνται οι ανάγλυφοι χαρακτήρες και ο αναγνώστης χάνει πολλά από τα επιμέρους.
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, November 19, 2019

Νικόλας Σεβαστάκης, “Άνθρωπος στη σκιά”


Η Αριστερά, η αναρχική αντισυμβατικότητα, η τρομοκρατία: κι, αφού ξεκινά η δράση της τελευταίας, πώς οι παράπλευρες απώλειες κινούν κύκλους σε όλη την επιφάνεια της λίμνης;


Νικόλας Σεβαστάκης
“Άνθρωπος στη σκιά”
εκδόσεις Πόλις
2019


Διανοούμενοι και λογοτεχνία. Από το πανεπιστήμιο και τη θεωρητική σκέψη πώς κατεβαίνει κανείς στον μυθοπλαστικό λόγο; Ή από την ποίηση και την πεζογραφία πώς εγκαθιδρύεται κανείς στη διανόηση;

> Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου το 1964. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και πολιτική θεωρία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Lyon II της Γαλλίας. Η διδακτορική του διατριβή αναφέρεται στη χαϊντεγγεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική και περιστασιακά με τη μετάφραση. Από το 1999 διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, αρχικά στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, και από το 2006 ως αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Μέσα από μια σειρά βιβλίων και άρθρων του, έχει ασχοληθεί με ζητήματα κριτικής της ιδεολογίας και της νεωτερικότητας. Ζει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Σεβαστάκης είναι καθηγητής πανεπιστημίου και ξεκίνησε την κάθοδό του στη λογοτεχνία με την ποίηση, ενώ από το 2014 ασχολήθηκε με το διήγημα και τώρα με το μυθιστόρημα. Το δεύτερο που κρατώ προκαταβολικά είναι η εξαγγελία του οπισθόφυλλου ότι είναι ένα βιβλίο πολιτικό, και μάλιστα για την τρομοκρατία.

Πριν απ’ αυτόν έγραψαν για την τρομοκρατία: ο Δημήτρης Γιατρέλλης στο “Είμαστε ακόμα εδώ”, ο Νίκος Δαββέτας στο “Ωστικό κύμα”, Δημήτρης Μαμαλούκας στο “Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών” για την ιταλική τρομοκρατία, ο Πέτρος Μαρτινίδης στο “Σύρριζα”, ο Δημήτρης Νόλλας στο “Ο καιρός του καθενός”, και ο Νίκος Α. Μάντης στο “Οι τυφλοί”.

Στον Σεβαστάκη έχουμε τον Φάνη Αυγερινό που βρίσκεται από την πεζοπόρο Ρόζα Σπαχή κρεμασμένος σε ένα πεύκο του Υμηττού. Έτσι, ξεκινά το βιβλίο κι έπειτα κάνει μια μεγάλη αναδρομή στο 1973. Ο Κώστας Μάντακας, φίλος του μαζί με τον ποιητή Αντρέα Γαλαθρή, αναλαμβάνει κατόπιν να μας δείξει τον Φάνη στα μακρινά χρόνια της δικτατορίας, η οποία έθετε ένα ασφυκτικό πλαίσιο αλλά και ένα πεδίο πολιτικών συζητήσεων. Ακολουθεί μια πολυφωνική σειρά αφηγήσεων, όπου φίλοι του Φάνη, της κοπέλας του Ζωής, κλπ. συμπληρώνουν το puzzle της φυσιογνωμίας και της εικόνας τού μετέπειτα αποδειχθέντος τρομοκράτη. Αρχής γενομένης από το 1977 όταν σκότωσε τον δικαστή Μαζαράκη και μαζί, από λάθος, τον αδελφό του. Γύρω λοιπόν από το κέντρο που είναι εμφανώς ο εξηντάχρονος αυτόχειρας, απλώνονται κύκλοι και σπείρες που τον φωτίζουν από άλλη πλευρά, υποψιασμένες και μη, πολιτικοποιημένες και μη, κοντινές και μακρινές.

Η αλήθεια είναι ότι ως βιογραφία ενός τρομοκράτη είναι έξυπνα σχεδιασμένο. Ποικίλοι προβολείς φωτίζουν το πρόσωπό του με όσα ξέρει ο καθένας, στην υποκειμενικότητα και την άγνοια, την εικασία και τη γνώση. Ωστόσο, νομίζω ότι ο Σεβαστάκης αστοχεί στην προσπάθειά του, καθώς είτε δεν έβαλε σωστά τον πήχη είτε ξέφυγε από αυτόν και έπεσε έξω. Δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε έβαλε ως στόχο να σκιαγραφήσει το πώς ο Φάνης έγινε τρομοκράτης και πώς, μετά την τρομοκρατική ενέργεια, που είχε παράπλευρες απώλειες, οδηγήθηκε σιγά σιγά στην αυτοκτονία, ή θέλησε παράλληλα με όλα αυτά να αναδείξει πρόσωπα, σχέσεις και απώλειες. Αυτό που τελικά έκανε είναι μάλλον το δεύτερο, το οποίο όμως κρίνω ότι δεν καλύπτει τον αναγνώστη, γιατί πάντα αυτός έχει στο μυαλό του το πρώτο.

Η τρομοκρατία στη λογοτεχνία είτε ψάχνει να βρει τον ψυχισμό του τρομοκράτη, την οργή και τη *σταδιακή* μετεξέλιξή του σε αγανακτισμένο βομβοβόλο, είτε παρακολουθεί τις κοινωνικές της παρενέργειες και τον πολιτικό της αντίκτυπο. Κι ακριβώς επειδή είναι ένα φλέγον ζήτημα, είναι δύσκολο να γράψει κανείς κάτι εγκεφαλικό και να το προβάλλει ως λογοτεχνική προσέγγιση, που δυστυχώς δεν θα περάσει το μήνυμά του.
Πάπισσα Ιωάννα