Monday, October 15, 2018

Ορχάν Παμούκ, “Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά”


Δυο διαφορετικές παραδόσεις συγκλίνουν στην Τουρκία: η δυτική (ελληνική) της πατροκτονίας απ’ τον Οιδίποδα κι η ανατολική (ιρανική) της παιδοκτονίας απ’ τον Ρουστέμ. Και δίπλα σ’ αυτές η συμβολική αιμομιξία με τη γυναίκα-με-τα-κόκκινα-μαλλιά.


Orhan Pamuk
Kırmızı saçlı kadın
2016
Ορχάν Παμούκ
“Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά”
μετ. Σ. Βρετού
εκδόσεις Πατάκη -2018



Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):

Orhan Pamuk! Orhan Pamuk! Νομπελίστας πεζογράφος με πολύ αξιέπαινα έργα, με πολύ δυνατή γραφή χωρίς να βροντοφωνάζει για την αξία της, πολύ δυνατή πέννα που δεν καινοτομεί φανφαρόνικα. 


Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):

1985: Ο νεαρός αφηγητής θέλει να σπουδάσει, αλλά μετά την εξαφάνιση του πατέρα του (καθεστωτική σύλληψη; κάτι άλλο;) αναγκάζεται να εργαστεί, ώστε να κερδίσει τουλάχιστον τα δίδακτρα του φροντιστηρίου. Πιάνει λοιπόν δουλειά ως βοηθός σ’ έναν έμπειρο πηγαδά, τον Mahmut, που ανοίγει πηγάδια όπου του παραγγέλνουν. Κι εκεί στην πόλη Öngören βλέπει τη γυναίκα-με-τα-κόκκινα-μαλλιά κι έκτοτε του γίνεται έμμονη ιδέα. Σε κάθε έξοδό του την ψάχνει…

Πίσω από την ιστορία με τη γυναίκα-με-τα-κόκκινα-μαλλιά, κρύβεται η έννοια της μοίρας, του ανατολίτικου kismet. Η ιστορία που λέει ο Cem Çelik στον μάστορα για τον Οιδίποδα κι η ιστορία του μάστορα για τον χάρο Αζραήλ προϊδεάζουν τον αναγνώστη για το πεπρωμένο και την αδυσώπητη παρουσία του στη ζωή του ανθρώπου. “Μήπως θέλοντας να ξεφύγω από τη μοίρα μου, περπατούσα μάταια στον λάθος δρόμο;”, αναρωτιέται κάποια στιγμή ο νεαρός πρωταγωνιστής. Κι όντως όσο προχωρά η αφήγηση, τόσο καταλάβαινα ότι το μυθιστόρημα είναι γραμμένο πάνω στις ράγες της τραγωδίας του Σοφοκλή: ο Cem σκοτώνει σε ατύχημα τον μάστορα Mahmut, ο οποίος τον είχε σαν παιδί του, ενώ ερωτεύεται και κοιμάται με τη γυναίκα-με-τα-κόκκινα-μαλλιά, η οποία ηλικιακά θα μπορούσε να ήταν μάνα του, όπως συχνά ακούγεται μέσα στο κείμενο.

Καθώς ο πρωταγωνιστής μεγαλώνει, παντρεύεται την Aise, πλουτίζει και γίνεται ένας εύπορος Κωνσταντινουπολίτης αστός, που όμως πάντα βασανίζεται από την βαθιά ενοχή της “πατροκτονίας”. Γι’ αυτό θέλγεται τόσο απ’ την ιστορία του Οιδίποδα όσο και με την ιστορία του ιρανικού έπους “Σαχναμέ”, όπου ο Ρουστέμ σκοτώνει τον Σουχράμπ, χωρίς να ξέρει ότι είναι γιος του. Δυο διαφορετικές παραδόσεις συγκλίνουν στην Τουρκία: η δυτική (ελληνική) της πατροκτονίας και η ανατολική (ιρανική) της παιδοκτονίας.

Ο Pamuk παίζει συχνά το παιχνίδι των εναλλασσόμενων ρόλων, όπου ο ένας παίρνει τη θέση του άλλου. Στο τέλος του έργου ο Cem ανακαλύπτει ότι έχει γιο με τη γυναίκα-με-τα-κόκκινα-μαλλιά, τον Enver, και μοιραία τον συναντά, ξέροντας κι οι δυο ποιος είναι ποιος. Τελικά, η κατάληξη θα είναι ίδια με τον Οιδίποδα ή με το Σαχναμέ, αφού ο ένας θα σκοτώσει τον άλλο. Ποιος ποιον; Ο λογοτέχνης παίζει σε όλο το έργο με τη σχέση πατέρα-γιου, σε διάφορες μορφές, και εξυψώνει το θέμα ώς τον πεπρωμένο φόνο.


Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):

Ο Pamuk γι’ άλλη μια φορά αποδεικνύεται άριστος συγγραφέας τόσο στο πρώτο μέρος, όταν η φρεωρυχία που είναι μια ασήμαντη διαδικασία αποκτά στα χέρια του ιδιαίτερο αφηγηματικό χρώμα, όσο και στο δεύτερο, όπου οι ανατροπές κι οι διακειμενικές αναφορές εκτοξεύουν το έργο σ’ ένα συνταρακτικό αισθητικό εγχείρημα.




> Ο Ορχάν Παμούκ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1952. Σπούδασε αρχιτεκτονική και δημοσιογραφία, πολύ γρήγορα όμως αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Το 1978 σε ηλικία εικοσιέξι μόλις ετών δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα "Cevdet Bey ve Ogullari" ("Τζεβντέτ Μπέης και Υιοί"), ένα ογκώδες έργο εξακοσίων είκοσι σελίδων, στο οποίο αφηγείται, μέσα από την ιστορία τριών γενεών μιας οικογένειας τούρκων εμπόρων, τη δημιουργία της τουρκικής αστικής τάξης και έμμεσα της σύγχρονης Τουρκίας (κίνημα των Νεοτούρκων 1908 - στρατιωτικό πραξικόπημα 1971). Το μυθιστόρημα αυτό βραβεύτηκε το 1979 στο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Μιλλιέτ. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1982 και την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο μυθιστορήματος Ορχάν Κεμάλ. Ακολούθησαν το 1983 το "Sessiz Ev" ("Το σπίτι της σιωπής"), το 1985, το "Beyaz Kale" ("Λευκό κάστρο") και το 1990 το "Kara Kitap" ("Μαύρο βιβλίο"). Στα έργα αυτά ο συγγραφέας δίνει εικόνες μιας κοινωνίας που προσπαθεί να βρει το πρόσωπό της ακροβατώντας στο γεωγραφικό και πολιτιστικό όριο δύο κόσμων. Η εκδυτικοποίηση της τουρκικής κοινωνίας με τη σύσταση του σύγχρονου τουρκικού κράτους και την άνοδο της τουρκικής αστικής τάξης, η έννοια της ατομικότητας και το θέμα της ιστορίας είναι θέματα που απασχολούν έντονα το συγγραφέα. Έχει τιμηθεί με πολλά λογοτεχνικά βραβεία στη χώρα του και τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες. Το 2005, και ενώ αντιμετώπιζε προβλήματα στη χώρα του εξαιτίας του ό,τι αναφέρθηκε δημόσια στη γενοκτονία των Αρμενίων, τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης των Γερμανών βιβλιοπωλών στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης. Το 2006 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας, καθώς "αναζητώντας τη μελαγχολική ψυχή της γενέθλιας πόλης του, ανακάλυψε καινούργια σύμβολα για τη σύγκρουση και τη συνύφανση των πολιτισμών".

Πάπισσα Ιωάννα

Friday, October 12, 2018

Αθηνά Τσάκαλου, “Οι λεηλάτες του μεσημεριού”


Πίσω απ’ τα γεγονότα, στην κοινωνικοπολιτική σκηνή, στις βομβιστικές ενέργειες και στην αναρχία ως ιδεολογία και ως πράξη, κρύβονται άτομα που εμφορούνται από αντισυμβατικές αξίες και πιστεύουν ότι μπορούν μέσω της βίας να τις κάνουν πράξη.



Αθηνά Τσάκαλου
“Οι λεηλάτες του μεσημεριού”
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων
2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Το βιβλίο μού το έστειλε η ίδια η συγγραφέας. Με μια επιμονή που χτυπούσε την πόρτα μου, λες και εξαρτώνταν η τύχη του βιβλίου απ’ τη δική μου ανάξια γνώμη. Ήταν πολύ δυνατή η προσφορά. Την ευχαριστώ λοιπόν για την εμπιστοσύνη της.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Αρχικό άλλά όχι το κύριο θέμα είναι μια οικογένεια κάπου στην Πίνδο που έχει τον πατέρα στη Γερμανία, άφαντο για δέκα χρόνια, με μόνο θυμητικό τα χρήματα που έστελνε κάθε μήνα. Κύριο πρόσωπο δεν είναι ο πατέρας Γιώργος, που άξαφνα, κάποια Χριστούγεννα, ξαναγυρίζει και βρίσκει στο χωριό τη γυναίκα του, αλλά και τα δυο του παιδιά που έμεναν πλέον στην Αθήνα, τον Σταύρο και τη Λένη. Αφηγήτρια η τελευταία, 17 χρονών, σαστίζει και δεν ξέρει αν αυτή η επιστροφή είναι αίσια ή ζοφερή. Κύριο πρόσωπο δεν είναι ούτε η Λένη, αν και μέσω της σκέψης της βλέπουμε καταρχάς τον πατέρα κι έπειτα τον Σταύρο. Για πολλές σελίδες εισπράττουμε αυτή την αμφιταλάντευση όλων για το πώς θα αντιμετωπίσουν την επανεμφάνιση του πατέρα, άλλοτε με αγανάκτηση κι άλλοτε με ανακούφιση.

Το κείμενο στο πρώτο μισό φλερτάρει με την έννοια της ηθογραφίας, καθώς διανθίζει τη δράση των πρωταγωνιστών με όνειρα, οράματα, ήθη και έθιμα, θρύλους της Πίνδου, που στοιχειοθετούν το πλαίσιο της μυθοπλασίας. Με πραγματικά δεδομένα, παρμένα απ’ την ορεινή Θεσσαλία. Μετανάστευση και Ήπειρο αυτή τη φορά είχαμε ξαναδεί και στο βιβλίο της Τάτση “Χορός στα ποτήρια”, όπου η συσσωρευμένη ένταση κάποια στιγμή (σοφά επιλεγμένη και προοικονομημένη) θα εκραγεί και θα κόψει την αφήγηση με τον μπαλτά της συγκίνησης. Η ιστορία, ο χορός, η πολιτική, οι ανθρώπινες σχέσεις, κλεισμένες στον πυρήνα της υπόθεσης, θα ανατιναχθούν σκορπώντας ρίγη σε όποιον καταλαβαίνει το βάρος της έντασης. Η Τσάκαλου ενθέτει διάφορες ιστορίες του τόπου της, ενός βλάχικου χωριού, αλλά αυτό κάπως εξασθενίζει τη συνεκτικότητα του κειμένου της.

Αυτή η μέχρι τη μέση περίπου υπόθεση παραχωρεί σιγά σιγά τη θέση της στον Σταύρο. Σταδιακά διαγράφεται σκληρός και επαναστατικός, δεν συγχωρεί εύκολα τον πατέρα και ελπίζει ότι θα καταφέρει κάπως ν’ αλλάξει τον κόσμο. Οι συζητήσεις του με τη Λένη δείχνουν πόσο βλέπει όλα ως συμβατικότητες που πρέπει να αλλάξουν. Διακηρύσσει μια δύναμη που δεν αποδέχεται συγκαταβατικά αλλά διεκδικεί ορμητικά. Μιλά “για την αγάπη την δύσκολη, την περήφανη που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη που όλα τα μελετά και τα διακρίνει και απαιτεί. Είναι παιδιά  αυτού του θεού που συνεχώς μάχεται την μιζέρια  της ψυχής την αθλιότητα και την μικρότητα”.

Το ηθογραφικό πλαίσιο δίνει τη θέση του στο αναρχικό, καθώς ο Σταύρος αποδεικνύεται αντεξουσιαστής κι η Λένη προσπαθεί να καταλάβει τι ήταν ο αδελφός της και ποια η βαθύτερη ιδεολογία του. Το κείμενο παίρνει χαρακτηριστικά ρομαντισμού, καθώς παρουσιάζει να υπάρχει κι ένα άλλο επίπεδο σκέψης έξω απ’ την απτή πραγματικότητα, ανάγοντας τον Σταύρο στη σφαίρα του ηρωισμού. Οραματισμός και αντισυμβατικότητα, αγέρωχο ύφος και υψηλά ιδανικά. Κι απ’ την άλλη ο πατέρας με βαθιά τραύματα, που τελικά αποφασίζει να μονάσει. Είναι η αντιδιαστολή που επιχειρεί η Τσάκαλου ένα είδος αγιοποίησης και των δύο, από τους οποίους ο καθένας ακολουθεί τον δικό του δρόμο;

Η γλώσσα της συγγραφέως αποπνέει μια ζεστασιά, βγαλμένη από τα χώματα του χωριού και της νοοτροπίας των κατοίκων του.


Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Η Τσάκαλου σχετίζεται με ορισμένα πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στον κοινωνικοπολιτικό στίβο τα τελευταία χρόνια και καταλαβαίνω το μυθιστόρημά της ως προσπάθεια να διερευνήσει τι έγινε και τι κρύβεται πίσω απ’ αυτά που έγιναν. Ωστόσο, αυτό δεν φτάνει για να έχουμε λογοτεχνία. Δεν θα σταθώ στα εξωλογοτεχνικά γεγονότα και τις πιθανές διαφωνίες πολλών μ’ αυτά, αλλά, μέσα στο έργο, στην αδυναμία του αναγνώστη να εισέλθει στην ψυχολογία του Σταύρου και να συλλάβει τα βαθύτερα στρώματα της επαναστατικής του ψυχοσύνθεσης. Αφού η συγγραφέας επιλέγει ως αφηγήτρια τη Λένη, που δεν ξέρει κάτι ουσιαστιότερο για τη δράση του αδελφού της, τότε δύσκολα θα μπορούσε να περάσει βαθιά στην ψυχή του Σταύρου. Μένουμε λοιπόν στον ψυχισμό της αφηγήτριας. Αλλά ούτε κι εκεί πειθόμαστε ότι η αναρχία και η αντεξουσιαστική δράση έχει βαθιά ερείσματα, ικανά να δείξουν σε έναν τρίτο (στον αναγνώστη) τις κρυμμένες αλήθειες τους.

> Η Αθηνά Τσάκαλου γεννήθηκε το 1955 στην Τρυγόνα Καλαμπάκας στη Θεσσαλία. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, October 08, 2018

Πέτρος Μάρκαρης, “Σεμινάρια φονικής γραφής”


Είναι το πανεπιστήμιο ένας χώρος όπου παλιά υπήρχαν προσωπικότητες και αρχές και τώρα όχι; Πιθανότατα. Αλλά πόσο καθοριστικά είναι τα χωράφια αυτά για να οδηγηθούμε σε φόνους;



Πέτρος Μάρκαρης
“Σεμινάρια φονικής γραφής”
εκδόσεις Γαβριηλίδη 
-2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Ο τίτλος του τελευταίου μυθιστορήματος του Μάρκαρη παραπέμπει στα “σεμινάρια δημιουργικής γραφής”. Κι εγώ που διαβάζω τον συγγραφέα, άλλοτε μ’ αρέσει άλλοτε όχι, μπήκα με περιέργεια στο νέο story

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Συναντάς τα κλασικά. Ο αστυνόμος Χαρίτος με τη μικροαστή γυναίκα του, όπως βέβαια είναι κι αυτός. Καταρχάς διακοπές κι έπειτα, μετά τη συνταξιοδότηση του αρχηγού Γκίκα, αντ’ αυτού. Επικεφαλής αλλά χωρίς εξουσία και τουπέ. Και σ’ αυτήν την ομαλή μετάβαση απ’ το καλοκαίρι στο φθινόπωρο σκάει η είδηση της δολοφονίας του υπουργού Κλέαρχου Ραψάνη. Με παραθείο βαλμένο σε τούρτα. Και μια προκήρυξη από τρομοκρατική οργάνωση ν’ αναλαμβάνει την ευθύνη με το δικαιολογητικό ότι ο Ραψάνης εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο, όπου δίδασκε, για να ασχοληθεί με την πολιτική!

Η ιστορία βαδίζει στα γνωστά χνάρια του Μάρκαρη. Η αστυνομική ιστορία με την καθημερινότητα του Χαρίτου, οι σκέψεις του για το έγκλημα αλλά και για την κοινωνικοπολιτική ζωή της Ελλάδας. Στο πρώτο θύμα προστίθεται και ένα δεύτερο. Έτσι, σχηματίζεται σιγά σιγά το μοτίβο πάνω στο οποίο θα κυλήσει το έργο. Δυο κι έπειτα τρεις πολιτικοί που ήταν προηγουμένως ακαδημαϊκοί καθηγητές.

Ο Μάρκαρης, ενώ τα καταφέρνει καλά στο κομμάτι της έρευνας και της πορείας μέσα στην Αθήνα, κάνει συχνά πραγματολογικά λάθη, όπου δεν ξέρει τον χώρο. Έτσι, βλέπω πολλές αστοχίες στην περιγραφή του πανεπιστημιακού χώρου και σε άλλα σημεία, που χάνουν την αλήθεια και την αληθοφάνειά τους.

Τελικά, το αστυνομικό μυθιστόρημα τύπου Μάρκαρη στηρίζεται στη σκόπιμη καθυστέρηση. Πολλές εικασίες και κινήσεις που φαίνονται ότι θα αποτύχουν. Ως αναγνώστες βλέπουμε το μοτίβο, ενώ ο Χαρίτος κινείται γύρω από αυτό, ξύνοντας λίγο λίγο το αίνιγμα. Οι σελίδες γεμίζουν με αργό ρυθμό κι, αφού καλυφθούν με μια σειρά προκαλύψεων, καταλήγουμε στο εξ αρχής προδιαγεγραμμένο.

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Δυστυχώς, ο συγγραφέας γράφει με αυτόματο πιλότο κι αυτό κάνει τα κείμενά του άνευρα. Έχει βρει έναν μπούσουλα, ένα καλούπι και πορεύεται μ’ αυτό. Κάτι τέτοιο όμως είναι ευκολία, που θα έπρεπε ο ίδιος να βρει τρόπους να τη σπάσει. Όχι να βρίσκει νέα θέματα, αλλά να βρει πόρτες να ξεφύγει από τον εαυτό του.

Ακόμη περισσότερο είναι ένα αδύναμο βιβλίο γιατί βασίζεται σε σαθρή ιδεολογική βάση. Με άλλα λόγια, το κίνητρο για τους φόνους κι οι δολοφόνοι φαίνονται πολύ αδύναμοι. Σε μια κοινωνία με μύρια τόσα προβλήματα ο χώρος και τα συμπτώματα της παθογένειας είναι πολύ προβληματικά. Ο τίτλος δεν έχει πραγματική σχέση με τον πυρήνα του μυθιστορήματος και το όλο πλαίσιο είναι πολύ λίγο πειστικό.

Δείτε την άποψη της Anagnostria.


> Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1965 με το θεατρικό έργο "Η ιστορία του Αλή Ρέτζο". Δραματουργός, μεταφραστής, μελετητής του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σεναριογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Εκτός από τέσσερα θεατρικά έργα, έχει γράψει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα, το "Νυχτερινό δελτίο" (1995) και το "Άμυνα ζώνης" (1998) [σ.σ.: ακολούθησαν τα μυθιστορήματα "Ο Τσε αυτοκτόνησε" (2003), "Βασικός μέτοχος" (2006), "Παλιά, πολύ παλιά" (2008), "Ληξιπρόθεσμα δάνεια" (2010), "Περαίωση" (2011), με τη μεσολάβηση της συλλογής διηγημάτων "Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων" (2004)].

Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, October 04, 2018

Ουίλλιαμ Φώκνερ, “Ο αχυρώνας φλέγεται”


Ο μικρός που έρχεται σε σύγκρουση με τον πατέρα του, γιατί ο τελευταίος είναι εκδικητικός προς τρίτους κι αυταρχικός στην οικογένεια. Κι αυτή η σύγκρουση γεννά ενηλικίωση και σκληρές αποφάσεις.


William Faulkner
“Barn Burning”
1939
Ουίλλιαμ Φώκνερ
“Ο αχυρώνας καίγεται”
μετ. Γ. Παλαβός
εκδόσεις Κίχλη -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
 Ο Faulkner είναι απ' τους κλασικούς Αμερικανούς πεζογράφους που πήρε μάλιστα και βραβείο Nobel το 1949. Και άλλα βραβεία. Μοντερνιστής που θεωρείται must για όποιον θέλει να παρακολουθεί τη μυθιστορηματική τέχνη στον 20ό αιώνα. Ωστόσο, τα κείμενά του είναι κρυπτικά και δυσνόητα.

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
“Ο αχυρώνας φλέγεται” είναι ένα διήγημα 50 σελίδων, που δεν τόσο ασαφές, αλλά εύληπτο και συγκεκριμένο. Αμερικάνικος νότος μετά τον Εμφύλιο. Κέντρο ο Abner Snopes, ανάπηρος στο ένα πόδι. Έχει μαζί του τη γυναίκα του, τα τέσσερα παιδιά του (δυο γιους και δυο κόρες) και την αδελφή της γυναίκας του. Κατηγορείται για εμπρησμό του αχυρώνα του γείτονα. Αθωώνεται, αλλά μάλλον την έχει κάνει τη δουλειά. Αναγκάζεται λοιπόν να φύγει και να βρει δουλειά σε ένα μεγάλο μέγαρο, όπου ξανά αναλαμβάνει την καλλιέργεια των χωραφιών.

Η οπτική γωνία που σαρώνει τα πάντα είναι αυτή του Sartoris (Sarty) Snopes, του μικρού του γιου. Βλέπει τη βάναυση συμπεριφορά του πατέρα του, φέρεται άγρια στη γυναίκα του, χρησιμοποιεί βία και στον μικρό γιο του και γενικά δεν κρατά τον θυμό του. Το κάψιμο των αχυρώνων είναι συχνά γι’ αυτόν πράξη εκδίκησης.


Το έργο διαθέτει μια βαθιά δύναμη στη γραφή του. Αργό αλλά εσωτερικό, σαφές αλλά και δουλεμένο σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα. Σχετικά ευπρόσληπτο αλλά και πάλι πολύσημο κι ανοικτό. Η αλήθεια είναι ότι ως αναγνώστρια έψαχνα συχνά να βρω τον μίτο, αφού τα δεδομένα παρουσιάζονται ένα ένα και μόνο σταδιακά αποκτάμε μια γενική εικόνα του.

Είναι η σύγκρουση πατέρα γιου μόνο; Είναι ο απόηχος του Εμφύλιου με τις διαφυλετικές έριδες που ακόμα είναι ζεστές; Είναι μια ολόκληρη αμερικανική επικράτεια που ζει με τους περιπλανώμενους ανέστιους του πολέμου; Η πρώτη εκδοχή μού φαίνεται πιο έντονη μέσα στο διήγημα. Ο μικρός Sarty συγκρούεται με τον αυταρχικό πατέρα του και διαφωνεί, καταρχάς σιωπηλά, με την εκδικητική στάση του. Δεν του δίνεται η ευκαιρία να μιλήσει, αλλά όταν ξανασυμβαίνει μια τέτοια συμπεριφορά, ξεσηκώνεται και φεύγει απ' το σπίτι. Το τίμημα της αποκάλυψης είναι η αποκοπή από την ασφάλεια της οικογενειακής εστίας.

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Δεν ξέρω αν αξίζει να δούμε ένα τέτοιο διήγημα σ' ένα αυτοτελές τομίδιο. Όσο κι αν το επίμετρο είναι κατατοπιστικό, δέκα ευρώ και μια ανάγνωση γεμάτη προσδοκίες... πόσο τελικά με ικανοποίησε;



> Ο Γουίλιαμ Φώκνερ γεννήθηκε -ως William Cuthbert Falkner- στο New Albany κοντά στην Οξφόρδη της Πολιτείας του Μισισιπή το 1897. Παρόλο που ο προπάππος του ήταν συνταγματάρχης και σπουδαία φυσιογνωμία του αμερικανικού Νότου, ο Φώκνερ δεν έγινε δεκτός στο στρατό όταν η Αμερική μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Λίγο αργότερα, κατάφερε να καταταγεί στην καναδική και, στη συνέχεια, στη βρετανική βασιλική αεροπορία, και μετά τον πόλεμο φοίτησε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή. Εγκατέλειψε τις σπουδές του -ήταν, εξάλλου, μετριότατος φοιτητής- και ασχολήθηκε με δουλειές του ποδαριού, ανάμεσά τους ένα βιβλιοπωλείο στη Νέα Υόρκη και μια μικρή εφημερίδα στη Νέα Ορλεάνη, όπου το 1924 ο φίλος του Φιλ Στόουν φρόντισε να εκδοθεί σε 1.000 αντίτυπα η συλλογή ποιημάτων του "The Marble Faun" ("Ο μαρμάρινος φαύνος"). Στη Νέα Ορλεάνη γνωρίστηκε με έναν κύκλο λογοτεχνών στον οποίο συμμετείχε ο Σέργουντ Άντερσον, που τον ενθάρρυνε να στραφεί στην πεζογραφία, κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, "Soldiers' Pay" ("Η πληρωμή του στρατιώτη"), που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Boni and Liveright το 1926. Το 1929 παντρεύτηκε κι έπιασε δουλειά, νυχτερινή βάρδια, στην τροφοδοσία ενός τοπικού ηλεκτρικού σταθμού. Εκείνο το διάστημα, μέσα σε έξι βδομάδες του καλοκαιριού, από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί, γεννήθηκε το "As I Lay Dying" ("Καθώς ψυχορραγώ"), που κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά (1930). Ακολούθησε το "Sanctuary" ("Άδυτο", 1931) και κάποια σενάρια για το Χόλυγουντ (μεταξύ των οποίων το "Today we Live" του Χάουαρντ Χωκς, 1933, πάνω σ' ένα δικό του διήγημα, και αργότερα οι διασκευές του "Μεγάλου ύπνου" του Ρ. Τσάντλερ, στην ομότιτλη μεταφορά με πρωταγωνιστές τον Χ. Μπόγκαρτ και τη Λ. Μπακόλ, καθώς και του "Να έχεις και να μην έχεις" του Χέμινγουεϊ), μια και οι πωλήσεις των βιβλίων του ήταν ασήμαντες. Αν και αναγνωρισμένος συγγραφέας, ο Φώκνερ πέρασε βασανισμένη ζωή βυθισμένος στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη. Στον κόσμο του, παρά την επικέντρωση στον αμερικανικό νότο, η αφήγηση προσλαμβάνει οικουμενική σημασία ως στάση απέναντι στο ανθρώπινο πεπρωμένο και σε προβλήματα όπως οι φυλετικές διακρίσεις. Στα σημαντικότερα έργα του, που συχνά χαρακτηρίζονται από πειραματική γραφή, επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, συγκαταλέγονται και τα μυθιστορήματα "Mosquitos" ("Κουνούπια"), 1927, "Sartoris" ("Σαρτόρις", με αρχικό τίτλο "Flags in the Dust"), 1929, "The Sound and the Fury" ("Η βουή και η μανία"), 1929, "Light in August" ("Φως τον Αύγουστο"), 1932, "Absalom, Absalom!" ("Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!"), 1936, "The Wild Palms" ("Άγρια Φοινικόδενδρα"), 1939, "The Hamlet" ("Το χωριουδάκι" -πρώτο μέρος της τριλογίας των Snope), 1940, "Requiem for a Nun" ("Ρέκβιεμ για μια μοναχή"), 1951, "The Town" ("Η πόλη"), 1957 και "The Mansion" ("Το Μέγαρο"), 1959 -δεύτερο και τρίτο μέρος της τριλογίας των Snope-, "The Reivers" ("Οι κλέφτες"), 1961, καθώς και περισσότερες από 80 συλλογές διηγημάτων. Το 1949 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1955 με το National Book Award και με το Pulitzer Prize for fiction (για το μυθιστόρημα "A Fable"), το 1962 με το Χρυσό Μετάλλιο Λογοτεχνίας της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και -μετά θάνατον- για δεύτερη φορά με το Pulitzer Prize (για το μυθιστόρημα "The Reivers"). Το 1957 έγινε δεκτός από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια ως συγγραφέας διαμονής (writer-in-residence). Στο ίδιο Πανεπιστήμιο δώρισε το 1961 το προσωπικό του αρχείο για τη δημιουργία του William Faulkner Foundation. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς στη Byhalia της Βιρτζίνια, το 1962, και τάφηκε στο κοιμητήριο της Οξφόρδης του Μισισιπή, Πολιτείας την οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ στη ζωή του.
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, October 01, 2018

Max Beerbohm, “Ήνοχ Σόουμς”


Τέχνη και αθανασία, θάνατος και δόξα, Μεφιστοφελής και επάνοδος, χρόνος και αχρονία όλα σε ένα σαρωτικό mixer που δεν παίζει με την τέχνη και τις ανατροπές της ζωής.


Max Beerbohm
“A Memory of the Eighteen-Nineties”
1916

“Ήνοχ Σόουμς”
μετ. Α. Κυριακίδης
εκδόσεις Άγρα -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Δύο γελοία ονόματα μπορούν να προσφέρουν ένα ευανάγνωστο ευτράπελο ανάγνωσμα; Beerbohm ή γερμανιστί Beerböhm, που σχετίζεται με την μπίρα Βοημίας ή μπίρα του ανέμου της Βοημίας, και Ήνοχ (όχι Ήνοξ!) Σόουμς, αγγλιστί Enoch Soames, δηλαδή Ενώχ (παλαιοδιαθηκικό όνομα) ο Ιδανικός Άντρας. Καμία σχέση!

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Ο ήρωας της νουβέλας του Beerbohm είναι ένας χλομός ποιητής της δεκαετίας του 1890, που δεν έχει λάβει σπουδαίες κριτικές. Ενώ περιτριγυρίζει στα σαλόνια και τις λέσχες της εποχής, οι περισσότεροι τον λυπούνται παρά τον αναγνωρίζουν ως μεγάλη ποιητική πέννα. Το ίδιο κάνει και ο αφηγητής, που τον ψιλολυπάται, αναζητεί με ευσυνειδησία κάτι να τον κεντρίσει στα ποιήματά του. Κι όταν δεν το βρει, τον παρηγορεί λέγοντας ότι τα πολύ σημαντικά και μεγάλα δεν αναγνωρίζονται αμέσως.

Αλλά ο ίδιος, παρόλο που δεν επιδιώκει την αναγνώριση, δεν επαναπαύεται στην όποια υστεροφημία, αφού δεν θα ζει για να την εισπράξει. Και τι δεν θα ’δινε να επανερχόταν στη γη εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του, για να γευτεί τους διθυράμβους, τα αφιερώματα, τις βιογραφίες, τα βιβλία, που θα έχουν γραφτεί γι’ αυτόν!

Και τότε εμφανίζεται αυτός που είχε εμφανιστεί και στον Faust, η αυτού σκοτεινότης ο Μεφιστοφελής, ο ίδιος ο διάβολος, και μάλιστα μπροστά στον Soames αλλά και στον αφηγητή. Κι όντως τον στέλνει για μερικές ώρες στο 1997, ώστε να δει την τύχη του έργου του εκατό χρόνια μετά. Η επιστροφή του αναδεικνύει το σατιρικό humor του Beerbohm, που διακωμωδεί την υπερφίαλη διάθεση για δόξα των συγγραφέων. Είναι το άγος αυτής της υστεροφημιομανίας,  που μερικές φορές δεν είναι καθόλου βασισμένη στην πραγματική αξία. Ο πεζογράφος, γνωστός γελοιογράφος και χιουμορίστας, χλευάζει ανάλαφρα, χρησιμοποιώντας γκαιτικά μέσα, το σινάφι των ομοτέχνων του.

Ακόμα περισσότερο το “Ήνοχ Σόουμς” πρωτοπορεί. Πλησιάζει τη μεταμοντέρνα αντίληψη περί μυθιστορήματος, αφού παίζει με τη γραφή, χρησιμοποιεί τον χρόνο ως τέταρτη διάσταση κι εγκιβωτίζει το έργο μέσα στο έργο και μάλιστα με μια μαεστρική αυτοαναφορικότητα. Ο Soames διαβάζει εκατό χρόνια μετά για το μυθιστόρημα του Beerbohm, το οποίο έγραψε ο τελευταίος με ήρωα τον Soames! Αυτός ο φαύλος κύκλος είναι ακόμα πιο περιπαιχτικός, καθώς οι ελπίδες για υστεροφημία αποδίδουν όχι για τον ίδιο αλλά για τον αφηγητή.


I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Έξυπνο και χαριτωμένο.



> Ο Μαξ Μπήρμπομ (Sir Henry Maximilian Beerbohm, Λονδίνο 1872 - Ραπάλλο 1956) ήταν Άγγλος δανδής, συγγραφέας και γελοιογράφος, o οποίος με τα χιουμοριστικά βιβλία του, τα άρτια σκίτσα και τις καρικατούρες του απέδωσε με μοναδικό τρόπο, και συνήθως χωρίς κακεντρέχεια, οτιδήποτε υποκριτικό, επιτηδευμένο ή παράλογο διέκρινε ανάμεσα στους συγχρόνους του. Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω τον αποκαλούσε "ο ασύγκριτος Μαξ". Η πρώτη λογοτεχνική συλλογή του "The Works of Max Beerbohm" και το πρώτο βιβλίο του με σκίτσα συγχρόνων του "Caricatures of Twenty-five Gentlemen" κυκλοφόρησαν το 1896. Το 1898 διαδέχτηκε τον Σω στην κριτική θεάτρου για το Saturday Review. Από την αρχή της καριέρας του έγινε τακτικός συνεργάτης του Yellow Book, του περιοδικού που εξέδιδε ο Ώμπρεϋ Μπήρντσλυ. Η γοητευτική του παραβολή "The Happy Hypocrite" εκδόθηκε το 1897, και το μοναδικό του μυθιστόρημα "Zuleika Dobson", παρωδία της οξφορδιανής ζωής, το 1911. Το "The Christmas Garland" (1912) είναι μια συλλογή ιστοριών με θέμα τα στυλιστικά ελαττώματα αρκετών γνωστών συγγραφέων, ιδιαίτερα του Χένρυ Τζέημς. Η συλλογή διηγημάτων "Seven Men" (1919), που περιλαμβάνει τον "Ήνοχ Σόουμς", θεωρείται το αριστούργημά του.
Το 1910 ο Μπήρμπομ παντρεύτηκε την αμερικανικής καταγωγής Βρετανίδα ηθοποιό Φλόρενς Καν και μαζί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Ραπάλλο της Ιταλίας, όπου τον επισκέπτονταν διακεκριμένοι συγγραφείς, που απολάμβαναν τις εύθυμες και ευφυείς συζητήσεις και τις διασκεδαστικές ιστορίες του για τον συγγραφικό και καλλιτεχνικό κόσμο της ύστερης βικτωριανής και της εδουαρδιανής Αγγλίας. Οι παρωδίες του κινούνταν πάντα σε πολιτισμένο πλαίσιο και σπάνια στοχοποιούσαν τα πρόσωπα που απεικόνιζαν. Παρότι ευχαριστιόταν ιδιαιτέρως να σχεδιάζει γελοιογραφίες της βασιλικής οικογένειας, χρίστηκε ιππότης το 1939. Μόνο δύο στόχους χτύπησε ανελέητα: τον βρετανικό ιμπεριαλισμό -στη μορφή του σατιρικού χαρακτήρα John Bull- και τον Ράντγιαρντ Κίπλινγκ.
Θεωρείται αξεπέραστος χιουμορίστας. Μετά το θάνατο της γυναίκας του το 1951, ο Μπήρμπομ έζησε με την ισόβια γραμματέα-σύντροφό του Ελίζαμπεθ Γιάνγκμαν, την οποία παντρεύτηκε λίγες εβδομάδες προτού πεθάνει, στα 84 χρόνια του.

Πάπισσα Ιωάννα