Tuesday, October 17, 2017

Λέο Περούτς, “Νύχτες κάτω από την πέτρινη γέφυρα”

Παραμύθια απ’ την παλιά Praha, την Praha του 17ου αιώνα. Ανάπλαση ιστοριών για απλούς ανθρώπους και για τον βασιλιά. Για την Εβραιούπολη και τον Πύργο της πόλης. Για ανθρώπους και φαντάσματα…


Leo Perutz
“Nachts under der steinernen Brücke”
1953
Λέο Περούτς
“Νύχτες κάτω από την πέτρινη γέφυρα”
μετ. Ι. Κοπερτί
εκδόσεις Πόλις -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Όταν πρωτοδιαβάσαμε Perutz, τον “Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας”, είχαμε πάθει την πλάκα μας. Ιστορία ελκυστική, και λόγω γραφής και λόγω ατμόσφαιρας και λόγω μεταφυσικής. Ψυχολογικό science fiction. Ουάου! Τώρα με χαρά ξαναπιάνω βιβλίο του.


Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Μυθιστόρημα, λέει, σε δεκατέσσερις ιστορίες, λέει, από την παλιά Πράγα. Λέει. Κι αναρωτιέμαι ενώ έχω μπει στην τρίτη ιστορία, αν είναι ένα αλυσιδωτό μυθιστόρημα ή διηγήματα που έχουν απλώς την ίδια βάση. Την Praha του τέλους του 16ου αιώνα και των αρχών του 17ου. Κι ακόμα πιο συγκεκριμένα την Εβραιούπολη της βοημικής πρωτεύουσας. Μια βουτιά στην Ιστορία. Μια βουτιά σε μια γοητευτική ιστορία.

“Η πανούκλα στην Εβραιούπολη” συνδέει την περιβόητη επιδημία που αποδεκάτισε την Ευρώπη με το μεταφυσικό στοιχείο. Και μάλιστα μέσα στην μελαγχολία και τη γκρίζα ατμόσφαιρα μια κόκκινη πινελιά ξαφνιάζει. “Το τραπέζι του αυτοκράτορα” αναμιγνύει το σοβαρό με το χιουμοριστικό. Την ιστορία με τις προλήψεις. Την εποχή που χτίζεται με βάση το παρόν της αλλά και με βάση το απειλητικό παρελθόν. “Οι σκυλοκουβέντες” συνεχίζουν να περιφέρουν τον θάνατο, ο οποίος ήταν status της εποχής, με μικρές παραδοξότητες που θέτουν τα πάντα σε ένα πρίσμα παραλλαγής. “Ο Χάινριχ από την κόλαση” παίζει ευτράπελα με τη θρησκευτική αφέλεια του αυτοκράτορα και τη δεισιδαίμονα φύση του, η οποία ωστόσο τον κάνει αφερέγγυο ακόμα κι εκεί πούχει δίκιο. “Το κλεμμένο τάληρο” αναφέρεται στην περιπετειώδη μετακίνηση ενός τάληρου από άτομο σε άτομο ώσπου να φτάσει στον Μορδεχάι Μάισελ, παιδί εδώ που εμφανίζεται και σε άλλα διηγήματα ως μεγάλος έμπορος. “Το άστρο του Βάλλενσταϊν” αναφέρεται στην αποστολή που ανέλαβε ένας τυχοδιώκτης στρατιωτικός να απαγάγει τον Μορδεχάι Μάισελ, αλλά τελικά πέφτει στα νύχια μιας ερωτύλης αρχόντισσας. “Ο ζωγράφος Μπραμπάντσιο” αναδεικνύει έναν ιδεαλιστή ζωγράφο που προτιμά να πεινά παρά να ζωγραφίζει πλουτίζοντας. “Ο λησμονημένος αλχημιστής” έχει στο επίκεντρό του τον απατεώνα αλχημιστή που γλιτώνει τη ζωή του, αν και δεν μπόρεσε να κάνει τον μόλυβδο χρυσάφι, κ.ο.κ.

Να μερικά από τα διηγήματα του βιβλίου. Διηγήματα ή σπονδυλωτό μυθιστόρημα όμως; To make the long way short, τα κείμενα συνδέονται μεταξύ τους. Σαν δωμάτια επικοινωνούν με ενδιάμεσες πόρτες. Και δεν είναι μόνο το ίδιο κτήριο, η Praha, που τα συν-αρμόζει. Είναι και δύο τουλάχιστον πρόσωπα που εμφανίζονται από το ένα διήγημα στο άλλο. Αρχικά, ο Μορδεχάι Μάισελ, ο δαιμόνιος Εβραίος, που κάνει με το εμπόριό του το οτιδήποτε χρυσάφι. Πλουτίζει και είναι το σημείο αναφοράς σε κάθε σημαντικό συμβάν στην πόλη. Κι απ’ την άλλη ο αυτοκράτορας Ροδόλφος ο Β΄, καρικατούρα ηγεμόνα, θρησκόληπτος, αφελής και δεισιδαίμων, συλλέκτης έργων τέχνης αλλά και κακοπληρωτής, φαντασιόπληκτος κ.ο.κ. 

Και γύρω απ’ αυτούς ένας ζωντανός θίασος. Από αυλικούς, στρατιώτες, συνωμότες, παλιάτσους, αστρολόγους και αστρονόμους όπως ο Kepler, αλχημιστές, πανδοχείς, μεροκαματιάρηδες, καρβουνιάρηδες, ζωγράφους. Ανθρώπους της πόλης και του παλατιού. Του πολέμου και της ειρήνης. Της υψηλής κοινωνίας και του λαού. Ο πίνακας που στήνει μπροστά μου ο Perutz είναι πολύανθρωπος και απεικονίζει την Praha σε μια ευρεία κλίμακα. Ο κόσμος της εποχής ζωντανεύει. Απ’ την πανούκλα μέχρι την αυλική πρόκληση. Κι απ’ την αμάθεια ως την καλλιτεχνική και επιστημονική μοναξιά. Απ’ την απατεωνιά έως τον ταραγμένο ύπνο των Εβραίων.

Ο Perutz νομίζω ότι παίζει. Παίρνει με την ιστορία της Τσεχίας και την καραμελώνει με κουταλιές ανατρεπτικού humor. Βρίσκει το μικρό και το καρυκεύει με το αστείο. Γλυκαίνει την πίκρα των φτωχών και άτυχων ηρώων του με ζαχαρίνες γέλιου και σάτιρας. Τα κείμενά του έτσι, παρόλο που κουβαλάνε την οδύνη των αιώνων ειδικά για τις διώξεις των Εβραίων, τελικά σερβίρουν τα θέματά τους με ανάλαφρη διάθεση.

Κι αν αναρωτιέται κανείς τι δουλειά έχει το ιστορικό μυθιστόρημα και η φυγή προς το παρελθόν, το 1953, λίγα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, η απάντηση είναι διπλή: απ’ τη μια, ο Perutz ήθελε να διώξει το βαρύ κλίμα, “γιατί οι πολίτες της Πράγας αρέσκονταν να ακούν γι’ αλλοτινές εποχές, αφού το σκοτεινό παρόν τούς προξενούσε τόση κατάθλιψη και ανασφάλεια”. Thus Spoke Perutz… Απ’ την άλλη, η αναφορά στους Εβραίους και τα δεινά τους είναι μια δυνατή υπενθύμιση ότι το παρόν συνδέεται με το παρελθόν.

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Πέρασα καλά, μπήκα στο κλίμα, διάβαζα και προχωρούσα μαγεμένη. Παραμύθια που θέλγουν. Δεν βρήκα σημεία αναζήτησης, αλλά βρήκα σημεία απόλαυσης. Γλώσσα ποιητική όσο επιτρέπει η αφήγηση. Και ένα πνεύμα διερεύνησης μιας εποχής αφέλειας και κοινωνικών ζυμώσεων. Και μαζί με το μυθιστόρημά του ο Perutz μένει πολύ ψηλά στον νου μου, πολύ ψηλά.


> Ο Λέο Πέρουτς (1882-1957) γεννήθηκε στην Πράγα από ευκατάστατους γονείς εβραϊκής καταγωγής. Φοίτησε σε γερμανόγλωσσα γυμνάσια της Πράγας, του Κρούμλοβ και στη συνέχεια της Βιέννης, όπου η οικογένειά του εγκαταστάθηκε το 1901. Εργάστηκε σε ασφαλιστικές εταιρείες από το 1907 ώς το 1923· έκτοτε αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Τακτικός θαμώνας των περίφημων βιεννέζικων λογοτεχνικών καφέ, συναναστρεφόταν καθημερινά με πολλούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Την περίοδο του Μεσοπολέμου ο Πέρουτς υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής συγγραφέας. Τα μυθιστορήματά του γνώρισαν ευρύτατη απήχηση, μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες και ορισμένα διασκευάστηκαν για τον κινηματογράφο και το θέατρο: "Η τρίτη σφαίρα" (1915), "Μεταξύ εννέα και εννέα" (1918), "Ο Μαρκήσιος του Βολιβάρ" (1920), "Μήλο, μηλαράκι μου, πού πας;" (1928), "Το χιόνι του Αγίου Πέτρου" (1933), "Ο Σουηδός ιππότης" (1936) κ.ά.
"Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας" (1923) απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, αλλά, λόγω της αστυνομικής πλοκής του, κατατάχθηκε από την κριτική στην ποιοτική ψυχαγωγική λογοτεχνία. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Πέρουτς, όταν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν σύστησε σε όσους ταξιδεύουν τον "Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας" ως ευχάριστο αστυνομικό ανάγνωσμα: "Δεν έγραψα ποτέ αστυνομικό μυθιστόρημα". Το 1938, μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, ο Πέρουτς μεταναστεύει στο Ισραήλ, όπου θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Από το 1950 και εξής επισκέπτεται ωστόσο τακτικά την Αυστρία. Το 1953 εκδόθηκε το μυθιστόρημα "Νύχτες κάτω από την πέτρινη γέφυρα" (ελλ. έκδ.: μτφρ. Ιάκωβος Κοπερτί, επιμ. Α. Περιστέρη, Πόλις, Αθήνα 1995), και το 1959, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του στο αυστριακό θέρετρο Μπαντ Ισλ, ο "Ιούδας του Λεονάρντο". Η Hilde Spiel έγραψε στη νεκρολογία της για τον Πέρουτς: "Έσβησε ένα απομεινάρι της μεγάλης παλιάς Αυστρίας". Κατά τη δεκαετία του '80 η ριζική επανεκτίμηση του έργου του από την κριτική θα αναζωπυρώσει και το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.

Πάπισσα Ιωάννα

Friday, October 13, 2017

Georges Simenon, “Ο Μαιγκρέ στους Φλαμανδούς”

Ενώ η Agatha Christie παίζει με τους γρίφους της κι ο Arthur Conan Doyle στήνει έξυπνους συλλογισμούς, ο Georges Simenon καινοτομεί κάνοντας λογοτεχνία. Κι έτσι δίπλα στον Hercule Poirot και τη Miss Marple ή τον Sherlock Holmes ξεπροβάλλει στην άλλη όχθη της Μάγχης ο αστυνόμος Maigret.


Georges Simenon
“Maigret chez les Flamands”
1932

“Ο Μαιγκρέ στους Φλαμανδούς”
μετ. Α. Μακάρωφ
εκδόσεις Άγρα -2016


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Ακούγεται συχνά ότι ένας εγκληματίας είναι παράφρονας. Ότι, για να κάνει ένα ειδεχθές έγκλημα, δεν στέκει καλά στα μυαλά του. Ότι κάποια βίδα έχει λασκάρει και προέβη σε μια απάνθρωπη πράξη. Ο Simenon αποδεικνύει στα έργα του τ’ αντίθετο. Και μάλιστα μ’ άλλον τρόπο απ’ ό,τι κανείς φαντάζεται. Τ’ αποδεικνύει βάζοντας τον Maigret να ψυχολογεί τους υπόπτους.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Μια πλούσια οικογένεια Φλαμανδών που ζει στη γαλλική πόλη Givet είναι στο στόχαστρο της τοπικής κοινωνίας. Η για λίγο ερωμένη του γιου Joseph Peeters, η φτωχιά Germaine, και μητέρα του μικρού γιου τους, έχει εξαφανιστεί αλλά δεν βρίσκεται νεκρή. Οι υποψίες φυσικά πέφτουν στον Joseph, που ίσως θα θέλησε να ξεφορτωθεί ένα βάρος. Να μην παντρευτεί αλλά να νυμφευτεί την από παλιά αρραβωνιασμένη του Marguerite. Σύμμαχό του, ψυχικό κατά βάση, έχει την αυστηρή αδελφή του Anna και τη μικρότερη μέλλουσα καλόγρια Marie, οι οποίες έχουν σοκαριστεί απ’ τις υποψίες εναντίον του και κάλεσαν τον Maigret να δώσει λύση.

Η μέθοδος του αστυνόμου είναι …περιηγητική. Μιλά με πολλούς, κάνει βόλτες γύρω από τον ποταμό Meuse, συζητά ανέμελα και τρώει τις κρέμες ρυζόγαλο. Αλλά… το βασικό είναι ότι πάντα προσπαθεί να ψυχολογήσει τους αναμεμειγμένους με την υπόθεση. Την αφανή μητέρα Peeters, την Anna με την μαρμάρινη όψη, τον ντελικάτο και αγαπητό Joseph, τη συνεσταλμένη μελλοκαλόγρια Marie, την αρραβωνιαστικιά Marguerite… Και φυσικά τον κύριο ύποπτο, τον συνεχώς μεθυσμένο καπετάνιο του πλοίου “Πολικός αστέρας”, που το σκάει ξαφνικά με το τρένο. Το πτώμα βρίσκεται παρασυρμένο απ’ το ποτάμι και τα πράγματα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν…

Το κλειδί βρίσκεται στο σπίτι-κατάστημα της οικογένειας, εκεί που ειδώθηκε τελευταία φορά η Germaine. Όλα τακτοποιημένα, καθαρά κι άψογα, σαν τη ζωή της οικογένειας που δεν πρέπει να έχει καμία ρυτίδα, καμία κηλίδα, καμία μελανή πλευρά. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα καλοσιδερωμένα ρούχα, στα ανέγγιχτα κοριτσίστικα κρεβάτια, στην παγερή μορφή του σπιτιού και των ενοίκων του κρύβεται ένα μυστικό που μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο με ενδελεχή παρατήρηση.

Ακόμα και το τέλος, όπου αποκαλύπτεται ο δολοφόνος, αλλά δεν τιμωρείται ελέω Maigret, δείχνει μια άλλη οπτική στο τι είναι μοντέρνα αστυνομική λογοτεχνία.

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Διαβάζοντας Simenon δεν διαβάζω ένα αστυνομικό. Βρίσκω στη σταθερή γραφή του μια λογοτεχνική δεξιότητα πίσω απ’ την εξιχνίαση του φόνου. Είναι ο παλμός των γεγονότων, αλλά κυρίως ο παλμός των ανθρώπων που δρουν συντεταγμένα με βάση τη λογική της ψυχολογίας.


Ο Ζωρζ Σιμενόν γεννήθηκε στη Λιέγη του Βελγίου στις 13 Φεβρουαρίου 1903. Έπειτα από σπουδές στους Ιησουίτες έγινε, το 1919, μαθητευόμενος ζαχαροπλάστης, έπειτα υπάλληλος βιβλιοπωλείου, και τελικά ρεπόρτερ στη "Γκαζέτ ντε Λιέζ". Το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο "Στο γεφύρι του Αρς" εκδόθηκε το 1921 και τότε ο Σιμενόν έφυγε απ' τη Λιέγη για το Παρίσι. Παντρεύτηκε το 1923 με την "Τιζύ" και δημοσίευσε διηγήματα και νουβέλες σε πολλές εφημερίδες. Το 1924 εξέδωσε, με ψευδώνυμο, το πρώτο "λαϊκό" του μυθιστόρημα, "Το μυθιστόρημα μιας δακτυλογράφου". Ως το 1930, δημοσίευσε διηγήματα και μυθιστορήματα σε πολλούς εκδότες. Το 1931, άρχισε τις έρευνές του ο περίφημος ήρωας του, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ. Έγραφε τα βιβλία του, ταξίδευε, έστελνε ρεπορτάζ κι άφησε τις εκδόσεις "Φαγιάρ" για να πάει στις εκδόσεις "Γκαλλιμάρ", όπου συνάντησε τον Αντρέ Ζιντ. Στο πόλεμο ήταν υπεύθυνος των Βέλγων προσφύγων στη Λα Ροσέλ και κατοικούσε στη Βανδέα. Το 1945 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά το διαζύγιό του εγκαταστάθηκε ξανά στην Ευρώπη. Η δημοσίευση των απάντων του (72 τόμοι) άρχισε το 1967. Από το 1972 αποφάσισε να σταματήσει το γράψιμο. Αφοσιώθηκε έκτοτε στις εικοσιδύο "Υπαγορεύσεις" του και κατόπιν συνέταξε τα ογκώδη απομνημονεύματα "Memoires intimes" (1981). Ο Ζωρζ Σιμενόν πέθανε στη Λωζάννη το 1989. Πολλά μυθιστορήματά του έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Πάπισσα Ιωάννα

Monday, October 09, 2017

Τζούλια Γκανάσου, “Γονυπετείς”

Η γνωστή εικόνα ανθρώπων ν’ ανεβαίνουν γονυπετείς την ανηφόρα της Τήνου μέχρι την εκκλησία της Παναγίας είναι μια αξιοσημείωτη σκηνή που γεννά στο προκείμενο έργο δράση κι ερμηνείες.



Τζούλια Γκανάσου

“Γονυπετείς”

εκδόσεις Γκοβόστη -2017



Μούχε αρέσει πολύ το προηγούμενο βιβλίο της Γκανάσου, το “Ως το τέλος”. Και θάθελα να ξαναδιαβάσω τη νεαρή συγγραφέα, η οποία διαβάζοντας τις σκέψεις μου, πριν καν αναζητήσω το βιβλίο της, μούστειλε ένα αντίτυπο. Την ευχαριστώ.

Μια γυναίκα ανεβαίνει γονυπετής τον ανηφορικό δρόμο απ’ το λιμάνι προς την εκκλησία της Μεγαλόχαρης. Σ’ ένα μέρος που δεν κατονομάζεται αλλά προφανώς είναι η Τήνος. Ο λόγος της ανάβασης δεν είναι εξ αρχής φανερός. Πρόκειται για ενοχή ή για παράκληση, για εξιλέωση ή για προσευχή, για τάμα ή για αναζήτηση;

Η αφήγηση εναλλάσσει την εξιστόρηση της ανάβασης και, με μικρότερα γράμματα, αναδρομές σ’ ένα παρελθόν που πιθανόν θα εξηγήσει το υπαρξιακό αίνιγμα. Η πορεία στα τέσσερα. Η κούραση. Το γδάρσιμο. Η επιβάρυνση του σώματος. Η αναζήτηση ανακούφισης. Τα σεξουαλικά υπονοούμενα για τη στάση και την κίνηση των γοφών. Οι άλλοι γονυπετείς. Ο στόχος και μέσα σε όλα αυτά οι σκέψεις για την αυτοενοχή, τη λύτρωση, την αναζήτηση… Απ’ την άλλη, μεταφερόμαστε σ’ ένα (μακρινό ή πρόσφατο) παρελθόν, όπου υπάρχει ένα θολό τοπίο με σκόρπιες συζητήσεις, αναμνήσεις και σκέψεις. Κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε ότι ο γιος της πρωταγωνίστριας έχει έξι δάχτυλα και πρέπει να κάνει εγχείρηση για ν’ αποκαταστήσει την ομαλότητα. Κι ο άντρας της πούχε καρκίνο ή η αδυναμία τους να πιάσουν παιδί, μικρές αναλαμπές σε μια ζωή που δεν φαίνεται στο σύνολό της.

Η όλη ανάβαση και ο εκκλησιαστικός περίγυρος πρέπει να ενέχει ένα είδος αλληγορίας. Υποκρύπτεται μια αναζήτηση υπό την πίεση μιας υπαρξιακής ανάγκης; Πρόκειται για κριτική στην εκκλησία και στους αφελείς θρησκόληπτους; Είναι η ματαιότητα της όποιας προσπάθειας που προκαλεί πόνο ενώ δεν αποφέρει οφέλη; Έχει σχέση με μια βαθύτερη ενοχή που οδηγεί σε σαδιστικές πρακτικές; Είναι ένα σύμβολο της αιωνίως σκυμμένης γυναίκας που δεν έχει περιθώρια απεξάρτησης;

Το κείμενο κάνει ένα δυναμικό υφολογικό κρεσέντο στο τέλος, αλλά δεν δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις. Αφήνει έτσι τον αναγνώστη ν’ αντιπαλέψει με την ανοιχτότητά του και να επιλέξει την ερμηνεία του. Ακόμα περισσότερο, εγώ προσωπικά, δεν μπόρεσα να συνδυάσω στο σύνολο το ότι η πρωταγωνίστρια είχε δύο κεφάλια ή ότι συναντούσε έναν γίγαντα με τον οποίο έκανε έρωτα. Είναι σκηνές από ταινίες και πώς ενσωματώνονται αλληγορικά μέσα στο έργο;

Ο λόγος της Γκανάσου είναι γερός. Πατάει σταθερά, εξελίσσεται επαρκώς. Αφηγείται και σκέφτεται αλληλένδετα. Ενώ οι προτάσεις της δεν κάνουν κοιλιές και λακκούβες. Νιώθω ότι με παίρνει από το χέρι και χωρίς να τρέχουμε συζητάμε μόλο το βάρος της λογοτεχνικής πράξης. Αλλά απ’ την άλλη, έμεινα με πολλές απορίες και με το αίσθημα του σκόπιμα ανολοκλήρωτου.


> Η Τζούλια Γκανάσου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Πληροφορική στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ε.Α.Π.
Διηγήματα και άρθρα της για τη λογοτεχνία δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.
Βιοπορίζεται από την πληροφορική.
Αποσπάσματα από το πρώτο της βιβλίο, "Σε μαύρα πλήκτρα" (Εκδ. Γκοβόστη 2006), συμπεριλαμβάνονται στη συλλογική έκδοση του Παν/μίου του Εδιμβούργου με θέμα τις σύγχρονες μητροπόλεις. Το δεύτερο βιβλίο της, "Ομφάλιος λώρος" (Εκδ. Γκοβόστη 2011), συμμετείχε στο 4ο Διεθνές Φεστιβάλ στο Dasein, στο 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών της Αθήνας και στο Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών της Γλασκώβης. Το τρίτο της βιβλίο, "Ως το τέλος" (Εκδ. Γκοβόστη 2013), ήταν υποψήφιο για το "Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013" του λογοτεχνικού περιοδικού "Κλεψύδρα" και για το "Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014".
Πατριάρχης Φώτιος


Wednesday, October 04, 2017

Wolfgang Herrndorf, “Εικόνες της μεγάλης σου αγάπης”

Μεγάλος συγγραφέας! Με μια κοπέλα στον δρόμο και δυο πινέλα ζωγραφίζει τρέλα, ψυχισμό, anti-conformism. Με δυο ξυπόλυτα πόδια και μια απίστευτη ψυχοσύνθεση ρουφάει τον αναγνώστη που τρέχει μέχρι την τελευταία σελίδα.



Wolfgang Herrndorf,
“Bilder deiner grossen Liebe”
Berlin -2014

“Εικόνες της μεγάλης σου αγάπης”,
μετ. Α. Στραγαλινός
εκδόσεις Κριτική -2017  



Το προηγούμενο βιβλίο του Herrndorf, το “Βερολίνο, γεια” μου είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις και θα ήθελα να ξαναδιαβάσω αυτόν τον ιδιαίτερο Γερμανό συγγραφέα.

Η Ίζα, δεκάξι ετών κοπέλα, το σκάει από το ίδρυμα και περιφέρεται στη Γερμανία. Χαίρεται την ελευθερία της κι απολαμβάνει τις εμπειρίες της. Συναντά στον δρόμο διάφορους τύπους, από έναν μαουνιέρη στο ποτάμι που έχει ληστέψει τράπεζα μέχρι ένα κωφάλαλο αγόρι κ.ο.κ.

Πάλι ο Herrndorf μιλάει για εφήβους που ζουν μια ασφυκτική ζωή και αποφασίζουν να δραπετεύσουν από αυτή. Όπως και στο άλλο μυθιστόρημά του, βγάζει στον δρόμο τους νεαρούς ήρωές του. Και πάλι μια παρεκκλίνουσα προσωπικότητα, ασυμβίβαστη με το περιβάλλον, βγαίνει έξω από το κάδρο της κανονικότητας. Η Ίζα φαίνεται, με τη βούλα, να είναι διαταραγμένος χαρακτήρας, με γιατρό που την κουράρει και φάρμακα. Αλλά κάποια μέρα της την βιδώνει και παίρνει τους δρόμους. Κι αυτή της η τρέλα συντροφεύει την αφήγηση.

Ο συγγραφέας αξιοποιεί τόσο τη νεανική ηλικία όσο και την ψυχολογική διαταραχή, για να φτιάξει μια μυθιστορηματική ηρωίδα. Η οπτική της γωνία είναι ιδιαίτερη αλλά κι η γλώσσα της αντικατοπτρίζει αυτή τη ματιά. Δόσεις εφηβείας και περιπέτειας, αφέλεια και επιφυλακτικότητα, humor και anything goes mood, αργόσχολη συμπεριφορά flâneur, λίγο καιροσκοπισμός και λίγο συλλογή εμπειριών. Είναι ένα road novel με τα πόδια, όπως λέει κάπου στο επίμετρο. Η Ίζα είναι μια νεαρή “αλήτισσα”, που ξεπροβάλλει από το “Βερολίνο, γεια” και ακολουθεί τη δική της πορεία. Κάποια στιγμή εμφανίζει την τάση της για κλεπτομανία, ενώ δεν μαθαίνουμε τίποτα για την οικογένειά της. Είναι ο εαυτός της και τον περιφέρει αναίτια.

Ο Herrndorf είναι μαέστρος στη σκιαγράφηση της ηρωίδας του. Οι συναντήσεις κι οι διάλογοί του είναι φυσικοί και καίριοι. Παράδειγμα έξοχο η συνάντησή της με τον μαουνιέρη, ειδικά η πρώτη σκηνή της γνωριμίας τους είναι γεμάτη ζωντάνια και έξυπνη χάρη. Η ευφάνταστη διάθεση της Ίζα να επινοεί αληθοφανή σενάρια και να παίζει ρόλους κερδίζει. Να λέει σκόπιμα ψέματα, που εύκολα φαίνονται πλασμένες ιστορίες. A young liar! Που ωστόσο γίνεται συμπαθής καθώς αναμιγνύει θράσος, μπρίο και φρεσκάδα.


Το μυθιστόρημα, αν κατάλαβα καλά, μένει ανολοκλήρωτο. Ωστόσο μας πήρε μαζί στο ταξίδι της Ίζα. Μας έβαλε στο πετσί μιας teenager, μιας ανατρεπτικής ηρωίδας που εκφράζει τόσο εύγλωττα μια ήρεμη οργή, μια τρελαμένη αντικαθωσπρεπεική συμπεριφορά. 


Ø    Ο Wolfgang Herrndorf γεννήθηκε το 1965 στο Αμβούργο. Σπούδασε καλές τέχνες και εργάστηκε, μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος στο σατιρικό περιοδικό Titanic. Το 2002 κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημά του με τίτλο "In Pluschgewittern". Το 2008 τιμήθηκε με το Γερμανικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο τoυ "Diesseits des Van-Allen Gurtels". Ακολούθησε το "Βερολίνο, γεια", που γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο και μεταφράστηκε σε 25 γλώσσες.
Γνωρίζοντας ότι είναι βαριά άρρωστος, τα τελευταία χρόνια μοιραζόταν τις σκέψεις του στο προσωπικό του ιστολόγιο. Στο τελευταίο του σημείωμα έγραφε: "Χιόνι, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος". Έφυγε στα 48 του χρόνια, όρθιος όπως το αποφάσισε. Στο ιστολόγιό του η συμβία του γράφει: "Τέλος. Ο Wolfgang Herrndorf αυτοπυροβολήθηκε τη Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013 στις 23.15 στην όχθη του καναλιού Χοεντσόλερν".

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, October 01, 2017

Γνωρίστε το cafe που σερβίρει λογοτεχνία

Ένα café διαφορετικό από τα άλλα «κατασπαράζει» μανιωδώς βιβλία εδώ και 12 χρόνια για να μας χαρίζει τις πιο εμπεριστατωμένες κριτικές του ελληνικού διαδικτύου.

Ένας Πατριάρχης που δίνει στο διαδικτυακό ποίμνιό του την «ευχή» του: Να διαβάζει πολλά και καλά βιβλία. Μια Πάπισσα που παίρνει τη σκυτάλη, για να φτάσουν σ’ εμάς καλογραμμένες γνώμες για τα καλύτερα (ή και τα λιγότερο καλά) βιβλία της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας. Ένα blog που φιλοξενεί το αποτέλεσμα πολύωρων συζητήσεων, οι οποίες πυροδοτούνται από την ανάγνωση χιλιάδων φρεσκοτυπωμένων ή κιτρινισμένων σελίδων. Αυτό είναι το Βιβλιοκαφέ.

Το αγαπημένο μας ιστολόγιο με κριτικές βιβλίων δημιουργήθηκε από έναν φανατικό αναγνώστη που συστήνεται ως Πατριάρχης Φώτιος πριν 12 χρόνια. «Είμαστε πια στην Έκτη Δημοτικού», λέει στο in2life και μας μιλά μαζί με την ομάδα του, για το πώς η ιδιότητα του κριτικού αλλάζει την εμπειρία της ανάγνωσης, πόσες ώρες πρέπει κανείς να αφιερώνει στο ξεφύλλισμα αν θέλει να «υπηρετεί» αυτό το «λειτούργημα» και πώς αντιμετωπίζει το κριτικό μάτι ένα «μέτριο» βιβλίο.

Δέκα ώρες τη βδομάδα… με συνταγή Πατριάρχη

Μπορεί να ξεκίνησε από ένα άτομο, αλλά το Βιβλιοκαφέ δεν είναι ατομικό σπορ. Ο Πατριάρχης Φώτιος αρχικά, η Πάπισσα Ιωάννα στη συνέχεια, δυο-τρεις άνθρωποι που βοηθούν με μεταφράσεις, γνώμες, παράλληλες αναγνώσεις και συζητήσεις ξοδεύουν «εργατοώρες» για το αποτέλεσμα που φτάνει στα μάτια μας. «Κι επειδή πάντα διαβάζαμε, ο χρόνος δεν μετριέται σε εργατοώρες, αν και, αν τις υπολογίσει κανείς, θα βγουν σε εβδομαδιαία βάση πάνω από δέκα», λέει ο Πατριάρχης, σημειώνοντας ωστόσο ότι το μέσο υπάρχει για να εξυπηρετήσει το διάβασμα και όχι το ανάποδο.

«Ο κριτικός βιβλίου διαβάζει πιο συνειδητά»

Πώς είναι άραγε να διαβάζεις «για να γράψεις»; Αλλάζει την εμπειρία της ανάγνωσης ο σκοπός; Οι οικοδεσπότες του Βιβλιοκαφέ απαντούν: «Παρόλο που δεν είναι αυτοσκοπός, είναι μια πολύ δημιουργική διαδικασία. Αν διαβάζει κανείς απλώς, δεν επιμένει σε ερωτήματα στα οποία πρέπει να δώσει απάντηση, πριν γράψει. Αν διαβάζει και έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του την “υποχρέωση” να εξηγήσει τι είδε, τότε ωθείται σε μια πιο διερευνητική ανάγνωση, σε μια ανάγνωση με σκέψεις, αναλύσεις, συζητήσεις. Όταν στο πίσω μέρος του μυαλού σου έχεις ως στόχο την καταγραφή των αναγνωστικών σκέψεών σου, διαβάζεις πιο συνειδητά. Ίσως γι’ αυτό κρατάμε ανοικτό το Βιβλιοκαφέ: Για να έχουμε έναν τόπο κατάθεσης - αφού έπαψε να είναι ένας τόπος διαλόγου».


«Δεν είναι κάθε βιβλίο ωφέλιμο»

Στην κοσμοθεωρία του Πατριάρχη και της ομάδας του δεν υπάρχει η άποψη ότι όταν κάποιος διαβάζει, έστω και βιβλία μαζικής κατανάλωσης, θα μεταπηδήσει κάποια στιγμή και στη σοβαρή λογοτεχνία. Πώς βλέπει όμως ένα κριτικό μάτι την άνοδο της ελληνικής παραγωγής των best seller; «Εύπεπτα, ευχάριστα, καθησυχαστικά, αισιόδοξα ακόμα κι αν είναι θλιμμένα. Δεν πιστεύω στην άποψη ότι κάθε βιβλίο είναι ωφέλιμο. Από την άλλη, είναι παρήγορο που παρατηρείται έντονη κίνηση γύρω από το βιβλίο», λέει, επισημαίνοντας ως θετικό στοιχείο την «κίνηση» που υπάρχει γύρω από το βιβλίο με κριτικές, ένθετα, περιοδικά (κάποια κλείνουν, κάποια ανοίγουν ψηφιακά), ιστολόγια, λέσχες ανάγνωσης και σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

«Ένα κείμενο είναι ένα καλομαγειρεμένο φαγητό»

«Δεν μπορεί να εκτιμηθεί μόνο αν ένα υλικό αγγίζει ευχάριστα τη γλώσσα», σημειώνει η ομάδα του Βιβλιοκαφέ στην ερώτησή μας αν οι φανατικοί βιβλιόφιλοι βρίσκουν κάτι καλό ακόμη και σε μέτρια βιβλία. «Ισχύει αυτό!», μας εκμυστηρεύονται. «Ξεκινάς πάντα με το σκεπτικό ότι το βιβλίο που έπεσε στα χέρια σου –τυχαία ή εμπρόθετα- αξίζει. Και πάντα βλέπεις το ιδανικό «θέλω» του συγγραφέα. Συχνά το βλέπουμε να πραγματώνεται. Συχνά το βλέπουμε σε ένα μόνο μέρος του συνολικού βιβλίου - και γι’ αυτό γράψαμε παλιότερα για ένα διήγημα που μας άρεσε πραγματικά, ένα διήγημα ανάμεσα σε πολλά ανεπιτυχή κείμενα. Συχνά πάλι, βλέπουμε μια καλή ιδέα, μια άρτια γλώσσα, μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Αλλά το συνολικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την αρμονική συνύπαρξη πολλών καλών συνιστωσών και όχι από μια κάποια κορυφή.



Κριτικές του Πατριάρχη Φώτιου και της Πάπισσας Ιωάννας θα βρείτε στην στήλη για το βιβλίο στο In2life και φυσικά, στο Βιβλιοκαφέ, όπου όπως αναφέρει ο Πατριάρχης… ζει σε ένα φάρο, αντικρύζει το πέλαγος και τον ουρανό και την 1η κάθε μήνα κερνά ένα παγωτό για ένα σημαντικό έργο της λογοτεχνίας. Μπείτε κι εσείς στο πιο φιλόξενο, βιβλιοφίλ καφενείο του διαδικτύου.

In2life, 22/9/2017 

1η Οκτωβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Καφέ!