Sunday, April 15, 2018

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, “Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη”


Το πάθος για την ανάγνωση, τα γεύματα με βιβλία, οι βιβλιοθήκες που μας στοιχειώνουν, τα βιβλία που διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται, οι καθημερινές συνήθειες εξάρτησης…




Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος,
“Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη”
εκδόσεις Πόλις -2017



Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Θα μπορούσε να λέγεται “Το εικοσιτετράωρο ενός βιβλιόφιλου μπλόγκερ”. Θα μπορούσα να τόχα γράψει εγώ (αν είχα πείρα κι ήμουν συγγραφέας). Θα μπορούσε νάναι το ελληνικό ομόλογο του Manguel “Η ιστορία της ανάγνωσης” στο πιο βιωματικό κι άμεσο.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Τα κείμενα είναι δοκίμια χαλαρού λόγου. Όχι όμως και χαλαρής δομής. Κάθε κεφάλαιο αφορά σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο δράσης και σκέψης ενός φανατικού βιβλιόφιλου. Ενός βιβλιοφάγου που ζει σχεδόν όλη μέρα διαβάζοντας ή ενός σκεπτόμενου ολημερίς τα βιβλία. Που τριγυρίζει στη βιβλιοθήκη του ή στα βιβλιοπωλεία κι ακραγγίζει εξώφυλλα, αναθυμάται αναγνώσεις ή προγραμματίζει τις επόμενες. Που διαβάζει όπως αναπνέει κι αποτελεί ένα κινητό βιβλιακό νέφος το οποίο εκπέμπει σκέψεις και κείμενα.

Πώς ξεκινά και πώς συνεχίζεται η μέρα μέσα στα βιβλία. Πώς, ενώ κανείς δουλεύει και ζει την καθημερινότητα, παράλληλα διανθίζει τη μέρα του μ’ αναγνώσεις ή με μνήμες. Ποια μέρη βολεύουν για διάβασμα και πώς κρατάει κανείς πάντα ένα βιβλίο μέσα στην τσάντα του. Ποια βιβλία έχουν στοιχειώσει το είναι του βιβλιόφιλου, χωρίς αυτά να προβάλλονται ως τα απόλυτα must. Πώς αναγνωρίζεις τον μανιακό αναγνώστη. Όλα θίγονται, γυροφέρνονται, απλώνονται…

Τα διαβασμένα, τα ξαναδιαβασμένα, τα πολυδιαβασμένα, τα ημιδιαβασμένα, τ’ αδιάβαστα, τα μελλοντικά αναγνώσματα, τα κλασικά, τα βραχύβια, τα ξεχασμένα, τ’ αξέχαστα, τα συναισθηματικά φορτισμένα, τα συνδυασμένα με συγκεκριμένες σκηνές της ζωής, τ’ αγαπημένα βιβλία, τα τσακισμένα εξώφυλλα, τα τσαλακωμένα φύλλα, οι λερωμένες με καφέ σελίδες… Τα στριμωγμένα στη βιβλιοθήκη, τα ντανιασμένα σε στοίβες, τ’ αραδιασμένα στο πάτωμα, τ’ αφημένα στο κομοδίνο, τα ριγμένα στην τσάντα, τα προκλητικά ξαπλωμένα στο γραφείο, τα παντρεμένα και τα ερώμενα, τα παλιά, τα πολύ παλιά και τα νέα, τα δανεισμένα κι αγύριστα, τα χαμένα, τα παρατοποθετημένα, τα ταξινομημένα, τ’ αταξινόμητα, τα σημειωμένα, τα σχισμένα… Η παρέλαση των βιβλίων δεν είναι μια στείρα συσσώρευση τίτλων κι όγκων, αλλά μια πνευματική περιουσία, που αφορά τόσο το περιεχόμενο όσο και το ίδιο το υλικό. Ωστόσο ο Γιαννακόπουλος δεν είναι φετιχιστής και προτείνει μια πολύ αιφνιδιαστική λογική: όσο μεγαλώνουμε, τόσο πρέπει να μειώνουμε τα βιβλία που ’χουμε, ώστε να κρατήσουμε όσα πραγματικά αξίζει να ξαναδιαβάσουμε όταν δεν θα ’χουμε πλέον πολύ χρόνο στη διάθεσή μας.

Το βασικό στο βιβλίο είναι ότι είναι γραμμένο με χαλαρή μορφή που ωστόσο έχει μια βαθιά οργανωμένη δομή. Το ακόμα πιο σημαντικό είναι η αισιοδοξία, ο οίστρος, η παθιασμένη ορμή, ο τόνος που είναι ενθαρρυντικός για πολλά βιβλία, χαλαρές αναγνώσεις, μεγαλειώδη κείμενα που μπαινοβγαίνουν στη σκέψη μας. Διαβάζοντας πιστεύεις ότι έχεις το έλεγχο μιας μεγάλης δύναμης κι ότι ως αναγνώστης είσαι ικανός να κάνεις skate από βιβλίο σε βιβλίο σ’ ένα συνειρμικό slalom αναγνώσεων και συνδέσεων.


Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Μπορεί ο Γιαννακόπουλος να λέει αυτονόητα πράγματα. Μπορεί και να διαφωνώ σε μερικά, όπως ότι κάθε βιβλίο είναι πιθανό να διαβάζεται αγραμμικά. Αλλά, σαν να το έγραψα εγώ, σαν να το έγραψε οποιοσδήποτε blogger, είναι κομμάτι της αναγνωστικής μας καθημερινότητας, και γι’ αυτό το αγάπησα.


> Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1971. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας) και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει, επίσης, ασχοληθεί, για διάστημα δύο ετών, με την οργάνωση και λειτουργία Σχολικών Βιβλιοθηκών. Μετά από περιπλάνηση ορισμένων χρόνων στην ελληνική επαρχία, επέστρεψε πλέον στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Εκτός από ποιήματα και μεταφράσεις, δημοσιεύει συστηματικά άρθρα και δοκίμια για τη λογοτεχνία και για την τέχνη της ανάγνωσης. Υπήρξε συνεργάτης της επιθεώρησης Propaganda και, επίσης, του Κέντρου Δημιουργίας και του δικτυακού τόπου Happy Few (www.happyfew.gr), όπου έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, μελέτες για τον Νικόλα Κάλας, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Ηλία Πετρόπουλο, τον Ηλία Λάγιο, καθώς και μεταφράσεις ποιημάτων του Τσαρλς Μπουκόφσκι.
Πάπισσα Ιωάννα

Friday, March 30, 2018

Αναγνωστικές τακτικές


Κάθε τελευταία μέρα του μήνα ξαμολιέμαι στα βιβλιοπωλεία. Με μια λίστα στο χέρι, αλλά και με το περιθώριο για αγορές της στιγμής. Συνήθως παίρνω 3-4 βιβλία.
Το ίδιο περίπου, με άλλες ημερομηνίες και άλλους ρυθμούς, κάνουν και τα υπόλοιπα μέλη του Βιβλιοκαφέ.
Εγώ παίρνω συνήθως μεταφρασμένη πεζογραφία, ο Πατριάρχης Φώτιος ελληνική, οι άλλοι ανάμικτα, κάποιος ποίηση κ.ο.κ. Επομένως, μπορούμε και ανταλλάσσουμε βιβλία, μπορούμε να ξεπεράσουμε το budget μας με τον αλληλοδανεισμό, μπορούμε να διαβάσουμε περίπου 7-8 βιβλία τον μήνα.

Διαβάζω στο μετρό, προλαβαίνω πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά, να διαβάσω δύο-τρία διηγήματα. Διαβάζω στο διάλειμμα της δουλειάς, εν μέσω καφέδων και sandwich, διαβάζω το βράδυ στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ.
Μ’ αρέσουν πιο πολύ τα μυθιστορήματα, επειδή μπαίνεις στο πνεύμα τους και μπορείς να το κρατήσεις μέχρι να ξανανοίξεις τις σελίδες τους και να συνεχίσεις την ανάγνωση από τη μέση. Τα διηγήματα μού φαίνονται μικρά και γρήγορα εξαερώνεται η εντύπωση που μου αφήνουν.

Με τους άλλους συναντιόμαστε κάθε Τετάρτη απόγευμα. Σε ένα ωραίο ξύλινο τραπέζι, με καφέδες, με χαρτιά, με βιβλία. Φυσικά μιλάμε και ενδιάμεσα, αλλά εκείνο το απόγευμα μεταγγίζουμε σκέψεις και γνώμες. Εγώ πλέον έχω αναλάβει να κρατώ σημειώσεις, Πρακτικογράφος όπως με πειράζουν, και να ετοιμάζω το επόμενο post.
Πολύ πρωί πριν φύγω για τη δουλειά τουιτάρω 5-6 ποστ. Σκέψεις για τη λογοτεχνία ή αποσπάσματα από παρουσιάσεις βιβλίων, που κάναμε εδώ στο Βιβλιοκαφέ. Ναι, ναι, αποκτήσαμε λογαριασμό στο twitter: https://twitter.com/vivliocafe. Δυστυχώς, δεν μπορώ να τον τροφοδοτώ όλη μέρα, αλλά κι έτσι κάτι διαδίδεται στη σπουργιτόσφαιρα.
Όταν έχω να αναρτήσω post, ψάχνω τις φωτογραφίες αποβραδίς, στήνω το lay out, ελέγχω την προεπισκόπηση και το πρωί –άλλοτε 10, άλλοτε 11, άλλοτε 12- πατάω το κουμπί της δημοσίευσης.

Δεν γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζουμε. Ούτε για όσα συζητάμε. Προσπαθώ να μην αποδίδω μόνο τις δικές μου σκέψεις, αλλά όσο νάναι η πλάστιγγα γέρνει προς τα εδώ. Καμιά φορά γράφει post και άλλος. Εγώ όμως τα ανεβάζω και τα περιποιούμαι.
Τώρα το Πάσχα σκορπίζουμε. Άλλος έχει άδεια, άλλος θέλει να κάτσει σπίτι. Άλλος… Έτσι έχουμε αποφασίσει να κλείνουμε το Βιβλιοκαφέ και να δίνουμε άδεια στα γκαρσόνια, δηλαδή σε μας.

Καλή Ανάσταση
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, March 26, 2018

Χρήστος Οικονόμου, “Οι Κόρες του Ηφαιστείου”


Η πραγματικότητα σηκώνει τα χέρια. Δεν μπορεί να μπει σ’ ένα βιβλίο. Δεν χωράει στο ρεαλιστικό πλαίσιο. Γι’ αυτό αποδίδεται συχνά μ’ όρους φανταστικού. Μ’ όρους άλλων κόσμων ή αναποδογυρισμένου του δικού μας.



Χρήστος Οικονόμου
“Οι Κόρες του Ηφαιστείου”
εκδόσεις Πόλις -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Παραξενεύει το νέο βιβλίο του Οικονόμου. Τον είχαμε συνηθίσει σε πιο ρεαλιστικές ιστορίες. Τώρα περνάει σύσσωμος σε μια πιο postmodern εκδοχή της ζωής, με ανάμιξη της καθημερινότητας και του παράδοξου. Και στα προηγούμενα έργα του έδειξε τέτοιες τάσεις. Τώρα όμως τις θέτει ως δεσπόζουσες στα διηγήματά του.


Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Διαβάζω σαν σε ναρκοπέδιο. Από την πρώτη ιστορία βρίσκομαι σε ταραγμένα νερά, σε θολά ομιχλώδη τοπία. Το “Κέβλαρ, υαλόνημα και αγγελική αγάπη” μας μεταφέρει σε έναν μεταφυσικό τόπο, όπου το ζευγάρι των ηρώων μας περιηγείται σε μια βάρκα με οδηγό έναν άγγελο. Έχουμε λοιπόν αφενός μια σύγχρονη φανταστική μορφή της Κόλασης; Και συνάμα μια αγγελική διήγηση, όχι στα πρότυπα της Αγίας Γραφής αλλά των απόκρυφων ευαγγελίων. Η πραγματικότητα εκεί δεν μπορεί να δίνεται με όρους γήινης οπτικής. Αλλά εμποτίζεται στο παράλογο και το αλλόκοτο. Αμέσως ξεχωρίζει σε σχέση ας πούμε με το “Αγγέλιασμα” του Βασιλικού, αφού ο κόσμος είναι πιο ανατρεπτικά διαφορετικός. Αλλά και οι διάλογοι των τριών προσώπων διακρίνονται τόσο για τη προφορική απόδοση που θυμίζει γη, όσο και για την σφοδρή κρούση των ατακών τους. Εκεί πάνω ή εκεί κάτω όλες οι αντιφάσεις συναιρούνται. Αποκαλυπτικές σκηνές χωρίς φρίκη εμφανίζονται. Κι ένα σωρό σχήματα λόγου, κυρίως παρομοιώσεις (μέτρησα 4 στην πρώτη σελίδα και ανάλογα πολλές στις άλλες), μεταφορές και εικόνες επιστρατεύονται για να αποδώσουν τον μεταφυσικό-άλογο κόσμο.
“-Στοπ! Χωρίς παρομοιώσεις, μου είπε. Ασ’ το να ρολάρει όπως το Micra στον βρεγμένο δρόμο.
-Κι εσύ όμως παρομοίωση χρησιμοποίησες τώρα” [γράφει σε ένα επόμενο διήγημα ο Οικονόμου, σχολιάζοντας τον εαυτό του;]


Τα υπόλοιπα διηγήματα είναι πιο προσγειωμένα. Κυριολεκτικά. Όμως πάλι δεν λείπει η φανταστική ατμόσφαιρα και το παιχνίδι με το μυαλό του αναγνώστη. Τα θέματά τους αγγίζουν τραύματα και προσωπικές ενοχές, σχέσεις και οδύνες. Η Κάσσια σαν τον Χριστό προσπαθεί να κάνει θαύματα στην τραυματισμένη μάνα της. Μια τρελή νομίζει ότι είναι η κόρη της κόρης του Στάλιν. Μια κόρη λέει στον πατέρα της που είναι στο νοσοκομείο ένα ανατολίτικο παραμύθι. Η Άννα τρολάρει τη μάνα της και τη φίλη της αντιμετωπίζοντάς τις σαν λεσβίες. Μια ψυκτικός φτιάχνει το ψυγείο ενός μαιευτηρίου όπου φυλάσσονται τα biberon των μωρών.

Ο Οικονόμου ρισκάρει. Πιάνει απ’ τη μέση τις ιστορίες του και τις αφήνει στη μέση. Στοχεύει πιο πολύ στο συναίσθημα. Στον ημισκοτεινό κόσμο του μυαλού μας. Συνδυάζει το λογικό με το παράλογο. Το θρησκευτικό με το σεξουαλικό. Το τοπικό με το ουτοπικό.  Από διήγημα σε διήγημα περνάνε οι Κόρες του Ηφαιστείου. Αλήθεια ποιες είναι; Τι συμβολίζουν; Τι νόημα έχει αυτή η σχέση των γυναικών σε διαφορετικά διηγήματα; Επίσης επαναλαμβάνονται ατάκες που έχουν επιγραμματική μορφή αλλά και λίγο ενοχλητικό διδακτικό τόνο. Η επανάληψή τους παραπέμπει σε μια κυκλική κίνηση της Ιστορίας. Οι διάλογοι είναι πιο πολύ επιθετικές στιχομυθίες. Σαν να πετάει ο ένας μαχαίρια στον άλλο. Και τέλος το χιούμορ, που έρχεται υποδόριο, μαύρο, ανατρεπτικό…

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Δεν ξέρω το τελικό πρόσημο στα πολλά συν και πλην του βιβλίου. Δεν ξέρω αν χάρηκα την ανατροπή ή αν έμεινα σύξυλη από το αλλόκοτο. Είναι αυτό το μεταμοντέρνο ένα βήμα πιο μπροστά ή μια εφετζίδικη παράτα;


> Ο Χρήστος Οικονόμου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Στην πεζογραφία εμφανίστηκε το 2003 με τη συλλογή διηγημάτων "Η γυναίκα στα κάγκελα". Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, "Κάτι θα γίνει θα δεις" (εκδ. Πόλις, 2010), τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και μεταφράστηκε στα ιταλικά (Editori Riuniti, 2012) και στα γερμανικά (C.H. Beck, 2013). Προγραμματίζεται επίσης να κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ (Archipelago Books) και στην Ισπανία (Valparaiso). Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων "Το καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα" (εκδ. Πόλις, 2014). Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε επτά γλώσσες συνολικά και έχουν μεταφερθεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Πάπισσα Ιωάννα

In2life, 6/3/2018 

Thursday, March 22, 2018

Paul Auster, “Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων

Ο Peter Carey το χαρακτήρισε το καλύτερο βιβλίο του Auster. Κι εμένα με κέρδισε από την πρώτη σελίδα. Με κέρδισε το ύφος, με κέρδισε η εξ αρχής σχεδιασμένη πλοκή.


Paul Auster
“The Book of Illusions”
2003
“Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων”
μετ. Ι. Ηλιάδη
εκδόσεις Μεταίχμιο -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Πάντα αγαπούσα τον Paul Auster. Κι εδώ στο Βιβλιοκαφέ, με τους χειμώνες και τα καλοκαίρια να περνούν δίπλα στο τζάκι ή στην αυλή με τα πλατάνια, διαβάσαμε πολλές φορές έργα του: από Μάιο “Αόρατος” (3/5/2014) φθινόπωρο “Η τριλογία της Νέας Υόρκης” (5/11/2014) κι έπειτα πάλι φθινόπωρο “Η επινόηση της μοναξιάς” (23/10/2015).


Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Το πιο πρόσφατο απόκτημά μου ξεκινά αριστουργηματικά, κάτι που μάλλον οφείλεται στο βελούδινο ύφος του συγγραφέα, κάτι ανάμεσα στη χαρμολύπη που γεννά και στην αφηγηματική δύναμη που το διέπει. Δυο νήματα βρίσκουν σημείο σύγκλισης και το κείμενο απογειώνεται εξ αρχής. Ο καθηγητής λογοτεχνίας David Zimmer γράφει ένα βιβλίο για τον άγνωστο κωμικό του βωβού cinema Hector Mann, ο οποίος έχει εξαφανιστεί εδώ κι εξήντα χρόνια. Γύρω στο 1928-1929 γύρισε δώδεκα ταινίες κι έπειτα, αιφνιδιαστικά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Ο Zimmer τον ανακαλύπτει τυχαία και γράφει ένα πυρετώδες βιβλίο γι’ αυτόν το 1988. Και τότε λαμβάνει ένα γράμμα από τον ίδιο (ή μάλλον από τη γυναίκα του)! Το άλλο νήμα, το οποίο προηγήθηκε της ενασχόλησής του με τον Mann, είναι ο χαμός της γυναίκας του Zimmer και των δυο γιων τους σε αεροπορικό δυστύχημα. Η ανάγκη να ξεφύγει βρήκε διέξοδο στις ταινίες του βωβού cinema. Η κατάθλιψη του καθηγητή έπεσε πάνω στο πηγαίο humor του κωμικού!!

Στην ουσία το βιβλίο μέχρις ενός βαθμού είναι ωδή στον βωβό κινηματογράφο. Ο Hector Mann είναι ένα κράμα πολλών κωμικών της εποχής, που συνδυάζουν χαρούμενο πρόσωπο με θλιμμένη ψυχή. Το μουστάκι του, το κοστούμι του, το style του δίνει το στίγμα του, που μπορεί να μην είναι από τα κορυφαία της βωβής κινηματογραφίας αλλά εκπέμπει το δικό του χαρακτηριστικό σήμα.

Το μυθιστόρημα προχωράει με πολύ φυσικό ρυθμό, με τη μεταφραστική δουλειά του Zimmer αλλά και τις συναισθηματικές του αμφιθυμίες, που ξεσπούν μερικές φορές σε αγενή θυμό. Οι μικρές ανατροπές δεν είναι στην ουσία αιφνιδιαστικές αφηγηματικές επαναστάσεις αλλά σοφά καμπυλωμένες στροφές που συνεχίζουν μια σαφώς προδιαγεγραμμένη πορεία. Το αυτοκίνητο του αναγνώστη δεν αλλάζει ξαφνικά τοπίο, αλλά τρέχει με σταθερό ρυθμό σε νέα τοπία που διαδέχονται ομαλά το ένα το άλλο. Ίσως βρήκα σχοινοτενή την αφήγηση της Alma, απεσταλμένης του Mann στον Zimmer, που εξιστορεί όλη τη ζωή του πρώτου. Επίσης, οι ταινίες που ενθέτονται μέσα στην κύρια αφήγηση ίσως θα μπορούσαν να είναι πιο μικρές σε έκταση.

Η συνάντηση Zimmer και Mann, ενώ είναι η αναμενόμενη εξέλιξη, έχει μικρή σημασία. Πιο πολύ μετράει το μυστήριο της τέχνης, η βαθιά θέληση για δημιουργία χωρίς αποδέκτη, η σύνδεση ζωής και τέχνης μακριά από άλλες σκοπιμότητες,

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Σίγουρα θαύμασα απ’ την αρχή τη στρωτή αφήγηση που έβαινε ακώλυτα μέχρι τέλους. Παράλληλα η ψυχολογία του David Zimmer και οι στροφές που έπαιρναν οι αποφάσεις του ήταν φυσιολογικές, αναμενόμενες, επαρκείς. Και τέλος, παρατήρησα ότι η ζωή του Mann, τόσο διαφορετική, έμοιαζε με τη ζωή του Zimmer, σε μια σειρά αντανακλάσεων. Σε άλλη εποχή και με άλλον τρόπο, αλλά παρόμοια εξέλιξη. Αυτοί οι αντικατοπτρισμοί ίσως δικαιολογούν τον τίτλο, γιατί αλλιώς δεν βλέπω τι νόημα έχει. Η όλη σύνθεση έχει στοιχεία τραγωδίας και οδηγεί σε crescento με γρήγορες τσεκουριές.


> Ο Πολ Όστερ γεννήθηκε το 1947 στο Νιου Τζέρσεϊ και σπούδασε αγγλική, γαλλική και ιταλική λογοτεχνία. Του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του fellow από το Εθνικό Κληροδότημα των ΗΠΑ για τις Τέχνες τόσο για την ποίηση όσο και για τον πεζό λόγο, ενώ το 1990 του απονεμήθηκε το βραβείο Μόρτον Ντάουεν Ζέιμπελ από την Αμερικανική Ακαδημία και το Ινστιτούτο Τεχνών και Γραμμάτων. Έγραψε τα σενάρια των ταινιών "Καπνός" και "Μελανιασμένο πρόσωπο". Στο κινηματoγραφικό φεστιβάλ του Βερολίνου το 1995 η ταινία "Καπνός" βραβεύτηκε με την Αργυρή Άρκτο, με το ειδικό βραβείο Κριτών, με το βραβείο του Διεθνούς Κύκλου Κινηματογραφικών Κριτικών και με το Βραβείο Κοινού για την καλύτερη ταινία. Το 1998 έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε την ταινία "Η Λουλού πάνω στη γέφυρα". Το έργο του έχει μεταφραστεί σε 21 γλώσσες. Το 1997 εκδόθηκε μια συλλογή με τις δυσεύρετες πλέον μεταφράσεις που είχε κάνει ο Πολ Όστερ με τίτλο "Μεταφράσεις" και το 2001 μια επιλογή από τα διηγήματα που έστειλε το κοινό της ραδιοφωνικής του εκπομπής στο National Public Radio των ΗΠΑ, με τίτλο "True Tales from American Life". Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης με τη γυναίκα του, επίσης συγγραφέα, Σίρι Χούστβεντ, και τα δύο τους παιδιά. Περισσότερες πληροφορίες για τον Πολ Όστερ περιλαμβάνονται στην επίσημη ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο, www.paulauster.co.uk (ή: www.stuartpilkington.co.uk/paulauster/faq.htm).
Πάπισσα Ιωάννα

In2life, 20/3/2018 

Saturday, March 17, 2018

Βενσάν Πεγιόν, “Aurora”


Η παγκοσμιοποίηση εγκυμονεί ένα τεράστιο παρασκήνιο, που δεν είναι ορατό. Κι αυτό στηρίζεται σε μια σειρά συμφερόντων, τα οποία υπηρετούνται απ’ ένα ολόκληρο σύστημα διαπλοκής.



Vincent Peillon
“Aurora”
2016
Βενσάν Πεγιόν
“Aurora”
μετ. Μ. Μαντά
εκδόσεις Πόλις -2017


“Απαιτητικό αλλά προσιτό, με δάνεια από τη λαϊκή κουλτούρα αλλά και με αναφορές στην Ιστορία, το Aurora κερδίζει το στοίχημα της αναγνωστικής απόλαυσης μα και της εμβάθυνσης σε καίρια ζητήματα, όπως είναι η κληρονομιά και η μνήμη του παρελθόντος, η ληστρική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων μιας χώρας, η ισχύς ορισμένων οικονομικών δυνάμεων απέναντι στη δημοκρατική πολιτική εξουσία” (La journal de dimanche)
Για να δούμε!

Τα τελευταία χρόνια (τόσα μπορώ να κρίνω και με τη βοήθεια του Πατριάρχη Φώτιου) παρατηρούνται μυθιστορήματα διεθνούς εμβέλειας, που επιχειρούν να αποτυπώσουν το παρασκήνιο, πολιτικό και οικονομικό. Μυστικές οργανώσεις, μεγάλοι όμιλοι, παιχνίδια πίσω από τον ορίζοντα, μυστικές υπηρεσίες, παγκόσμια trust, παρασκηνιακές διαδικασίες, εκτελέσεις και συμφωνίες. Πρόκειται για την παγκοσμιοποίηση που δεν είναι ό,τι φαίνεται, αλλά είναι ένα υπόγειο δίκτυο συμφερόντων που διοικεί τον κόσμο: Thomas Bronnec, “Οι μυημένοι”, ακόμα και “Η συνωμοσία της βανίλιας” του Πάνου Τσερόλα.

Εδώ έχουμε μια ομάδα πρώην ναζιστών που δεν ξέχασαν αλλά ορκίστηκαν εκδίκηση. Πώς; Εισχωρώντας σε υψηλά πόστα και μαζεύοντας χρήμα και εξουσία. Σ’ αυτό το πλαίσιο η εταιρία Aurora έχει εδραιωθεί στο παγκόσμιο οικονομικό πεδίο και έχει απλώσει τα δίχτια της στη Γροιλανδία. Εκεί (έδαφος παρθένο) υπάρχουν φυσικό αέριο, πετρέλαιο και σπάνιες γαίες. Τα συμφέροντα λοιπόν είναι μεγάλα.

Το βιβλίο τουλάχιστον μέχρι το ένα τρίτο είναι εκνευριστικό. Γιατί; Γιατί προβάλλουν άπειρα πρόσωπα, ονόματα, ρόλοι, που έρχονται και παρέρχονται αυτόματα. Μέσα σε λίγες σελίδες. Ξεχωρίζουμε στην αρχή τον Robert Elmond, γαλλοδανό επιχειρηματία που εξαφανίζεται στη Γροιλανδία, την κόρη του Pia και τον φίλο του Roland Kuntz που τη βοηθάει στην αναζήτησή του. Κι έπειτα πολυάριθμους χαρακτήρες, κομπάρσους και δευτεραγωνιστές, σε μια παγκόσμια σκηνή όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Τα δύο στρατόπεδα είναι εμφανή αλλά τα πρόσωπα δεν είναι πάντα σαφές σε ποια από τις δύο παρατάξεις ανήκουν. Κάποιοι είναι διπλοί πράκτορες.

Και τότε αρχίζει το πιστολίδι. Η ομάδα του Kuntz σκοτώνει με κινήσεις μαφίας μερικούς νεοναζί και δυο τρία υψηλόβαθμα στελέχη. Οι άλλοι, στρατιωτικοί, επιχειρηματίες και μυστικές υπηρεσίες θορυβούνται και αναλαμβάνουν δράση για να αντιδράσουν. Από ένα σημείο και μετά τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα και ο αναγνώστης παρακολουθεί τον καταιγιστικό ρυθμό. Δυστυχώς αυτό συνεπάγεται και σελίδες ή παραγράφους που προσπερνιούνται χωρίς τύψεις.

Τελικά νικάει η Μοσάντ; Έμεινα με την αίσθηση ενός γρήγορου, χαοτικού όπως ο κόσμος μας, στροβιλικού όπως η παγκοσμιοποίηση, πολύβουου αναγνώσματος, αλλά ταυτόχρονα έμεινα κι εκτός λογοτεχνίας. Σαν όλα, η καταγγελία, η διεθνής διαπλοκή, το αίμα και τα υπόγεια συμφέροντα, να μην αφορούν τη λογοτεχνία, να είναι μέρος ενός τεράστιου μυθοποιημένου ρεπορτάζ.



> Ο Vincent Peillon γεννήθηκε το 1960 στην πόλη Suresnes της Γαλλίας. Agrege και διδάκτωρ της φιλοσοφίας, δίδαξε στη μέση εκπαίδευση, διετέλεσε διευθυντής ερευνών στο CNRS και είναι σήμερα καθηγητής-εταίρος της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Νεσατέλ, στην Ελβετία. Ηγετικό στέλεχος του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, διετέλεσε βουλευτής και υπουργός Παιδείας, ενώ σήμερα είναι ευρωβουλευτής. Έχει δημοσιεύσει, εκτός από το "Aurora", ένα ακόμα νουάρ μυθιστόρημα, με τίτλο "Un chinois a Paris".
Άλλα βιβλία του: - "La Tradition de l'esprit: itineraire de Maurice Merleau-Ponty", - "Pour un nouveau Parti socialiste: motion portee au vote des militants du PS au congres de Dijon, 16-17-18 mai 2003" (με τον Arnaud Montebourg), - "L'Epaisseur du cogito. Trois etudes sur la philosophie de Maurice Merleau-Ponty, - "La Revolution francaise n’est pas terminee", - "Une religion pour la Republique: la foi laique de Ferdinand Buisson", - "Refondons l'ecole".
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, March 13, 2018

Ισμήνη Καπάνταη, “Αστική οικία στο Χαλάνδρι”


Αστική ή μεγαλοαστική; Ακόμα κι αν η δολοφονημένη ξεκίνησε από πολύ χαμηλά, ήταν πλέον μια πλούσια Αθηναία. Κι εκεί κρύβεται όλο το παρασκήνιο συμφερόντων που οδήγησαν στον φόνο της.



Ισμήνη Καπάνταη
“Αστική οικία στο Χαλάνδρι”
εκδόσεις Ίκαρος -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Η ενασχόληση με τις μεγαλοαστικές οικογένειες και την επιφανή ζωή τους δεν έχει τύχει λογοτεχνικής επεξεργασίας. Τουλάχιστον στην ελληνική πεζογραφία. Θυμόμαστε μετά από σκέψη το “Πάρτι γενεθλίων” (2007) του Καρνέζη που αναφέρεται στον Ωνάση και στην πολυτάραχη οικογένειά του. Επίσης τον “Βιογράφο” της Ελεάννας Βλαστού, που πάλι αναφέρεται σε μια πλούσια οικογένεια και τη βιογραφία την οποία ήθελε να γράψουν.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Η Καπάνταη γράφει ένα αστυνομικό για να πολιορκήσει τον τρόπο ζωής μιας πλούσιας οικογένειας, των Αρναούτηδων. Ο θάνατος της ογδοντάχρονης γιαγιάς Ασπασίας βρίσκεται στην αφετηρία του μυθιστορήματος, αλλά εμφανώς αυτό είναι απλώς το τυράκι στη φάκα του αναγνώστη. Το μισό έργο, σκόπιμα, απλώνεται στα μέλη της οικογένειας, στις μικρές ιστορίες τους, τωρινές και παλιές, στα κίνητρα και τις επιδιώξεις τους.

Η Ασπασία παρουσιάζεται αποφασιστική, τολμηρή, μεθοδική, που κατάφερε με θέληση και αγώνα να πλουτίσει στήνοντας την εταιρία “Πλέξη”. Ακολουθεί η γιος της Αντρέας, μάλλον άβουλος και συνάμα βολικός. Κι έπειτα τα τέσσερα παιδιά του, η Μαρίλη, η Άσπα, ο Αντώνης και ο Ηλίας, με αυτήν ή με άλλη σειρά. Όλοι αγαπάνε τη γιαγιά αλλά κι όλοι νιώθουν την ασφυκτική παρουσία της που τους πνίγει. Όλοι ζουν στα πλούτη, αλλά συνάμα έχουν προσωπικές βλέψεις που δεν βολεύονται με την τωρινή κατάσταση. Ο πιο ύποπτος φαίνεται ο Αντώνης, που έχει μάλλον χρέη και θα ζητούσε από τη γιαγιά Ασπασία να τον ξελασπώσει.

Το δεύτερο μέρος επικεντρώνεται στην αστυνομική διαδικασία κι αποκτά πιο ερευνητικό χαρακτήρα. Ο αστυνόμος Χρήστου κι ο Πετρόπουλος κι η Θεοφίλου αναλαμβάνουν τις ανακρίσεις και τη διαλεύκανση του φόνου. Η έρευνα οδηγεί και στο ξεδίπλωμα κι άλλων πτυχών της σχέσης της γιαγιάς Ασπασίας με τα υπόλοιπα μέλη. Η εξολόθρευσή της βόλευε πολλούς. Οι σχέσεις αγάπης είναι και σχέσεις υποκρισίας, το χρήμα είναι μοχλός παράνομων πράξεων, το προσωπικό συμφέρον παραγκωνίζει την οικογενειακή ομαλότητα.

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Το πόδι γέρνει τελικά στην αστυνομική ιστορία. Το άλλο μένει κάπως μετέωρο. Φόνοι στις μεγαλοαστικές τάξεις που προδίδουν τη σήψη των κύκλων τους. Για όποιον αρέσκεται σε τέτοιου είδους μυστήρια.



> Η Ισμήνη Β. Καπάνταη γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τον Βάσο Καπάνταη και έχει έναν γιο (τον συγγραφέα Δούκα Καπάνταη). Έργα της: "Επτά φορές το δαχτυλίδι", Εστία (1η έκδ. 1989, 7η 1997), "Απειρωτάν και Τούρκων", Εστία (1η έκδ. 1990, 8η 1999), Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών 1992, "Η ιστορία της Ιόλης", Εστία (1η έκδ. 1996, 4η 1997), "Πού πια καιρός", Εστία (1η έκδ. 1996, 4η 1997), "Στο κρυφό σχολειό" (παιδικό), Ποταμός 1997, "Ιωνία (Οι Έλληνες στην Μικρασία)", Αδάμ 1997, "Η Φλώρια των νερών", Καστανιώτη (1η έκδ. 1999, 6η 2000), "Το άλας της γης", Καστανιώτη 2002, "Εμείς έχουμε εμάς", Καστανιώτη 2007, "Κυνική ιστορία", Καστανιώτη 2008. Έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό: "Επτά φορές το δαχτυλίδι" ("Seven Times the Ring"), Εκδόσεις Πανεπιστημίου McGill, Montreal 1994, "Απειρωτάν και Τούρκων", εκδ. Ορφελίν, Βελιγράδι 1995. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά· έχει γράψει επίσης κείμενα για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ. Τιμήθηκε με το Βραβείο Χριστιανικών Γραμμάτων (1990) και με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1992) για το μύθιστόρημα "Απειρωτάν και Τούρκων".
Πάπισσα Ιωάννα


Thursday, March 08, 2018

Leila Slimani, “Γλυκό τραγούδι”

Δυο μάνες. Η πραγματική και η νταντά. Κι οι δυο με τα δικά τους λάθη. Αλλά η δολοφόνος δεν μπορεί να μείνει στην πραγματικότητα και διαβαίνει τη νοητή γραμμή που τη χωρίζει από τον θάνατο. Των παιδιών.

 
Leila Slimani
“Chanson douce”
Gallimard -2016
Λεϊλά Σλιμανί
“Γλυκό τραγούδι”
μετ. Τ. Δημητρούλια
εκδόσεις Ψυχογιός -2017
 

Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Όταν θα κάνω παιδί, όταν θα γίνω μητέρα, δεν ξέρω πόσο μέγαιρα μπορεί να γίνω αν απειλείται ο γιος ή η κόρη μου. Κι αυτή η προοπτική κάνει το βιβλίο της Slimani τσεκούρι που σπάει κόκαλα.
 

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Το μυθιστόρημα ξεκινά σκληρά. Μ’ αυτήν την τσεκουριά που κανείς δεν θέλει να ζήσει. Δυο παιδιά, η Mila κι η Adam, βρίσκονται νεκρά κι οι γονείς τους αυτοοικτίρονται για την νταντά που διάλεξαν.  

Ο Paul είναι ηχολήπτης και η Miriam επιστρέφει στη δικηγορία. Κι όταν χρειάστηκαν μια γυναίκα να προσέχει τα παιδιά, προσπάθησαν να βρουν την πιο κατάλληλη. Η Louise φαίνεται πολύ καλή και με επαρκείς συστάσεις. Κι όντως από την πρώτη στιγμή κερδίζει τη συμπάθεια των γονιών. Κι ακόμα περισσότερο των παιδιών, που δηλώνουν με καμάρι ότι έχουν μια νταντά-νεράιδα. Η ζωή παίρνει μέσα στο σπίτι μια εξαιρετική ομαλότητα.

Πιάνω κάθε φορά το βιβλίο με τρέμουλο. Είναι η μητρική συνείδηση που ξέρει ότι τα παιδιά θα σφαγιαστούν. Κι η Slimani κατάφερε εξ αρχής να παγιδέψει τους αναγνώστες στον απηνή ιστό μιας παιδοκτονίας. Η ομαλότητα όλοι ξέρουμε ότι θα καταλήξει μια φρικιαστική τραγωδία. Είναι οι πολλές ώρες δουλειάς που έκαναν τη Miriam να λείπει απ’ την οικογένειά της και τα παιδιά να βιώνουν ένα είδος εγκατάλειψης; Είναι η Louise π’ ανέλαβε πλήρως ρόλο κηδεμόνα για να καλύψει το προσωπικό της κενό; Είναι η διαφορά μεταξύ των γονιών (που είναι μουσουλμάνοι μετανάστες, φυσικά εξευρωπαϊσμένοι) και της νταντάς (που είναι γνήσια Γαλλίδα);

Τα κεφάλαια μικρά ολιγοσέλιδα. Μικρές σκηνές μιας κοινής οικογενειακής ζωής. Η ενσωμάτωση της Louise σε βαθμό πέμπτου μέλους. Το νοικοκυριό, το party της μικρής Mila, οι διακοπές στη Σίφνο, οι έξοδοι στα πάρκα κ.ο.κ. Σ’ όλη αυτή την καθημερινότητα προβάλλονται γλαφυρά οι ευθύνες της μάνας που παραμελεί τα παιδιά της. Η Miriam θέτει σε προτεραιότητα την καριέρα της και βάζει λίγο έως πολύ στο περιθώριο τον μητρικό της ρόλο. Η Louise εξίσου μεγαλώνει ατσούμπαλα την κόρη της Stephanie. Η οποία εμφανίζει παραβατική συμπεριφορά στο σχολείο. Η νταντά έχει ένα μυστηριώδες ψυχικό κενό που προσπαθεί να καλύψει με τα παιδιά των άλλων.

Κάπου εκεί τρυπώνει η “παραληρηματική μελαγχολία”. Μικρά δείγματα οργής και επιθετικότητας. Ανεπαίσθητες κινήσεις εσωστρέφειας. Από thriller που ξεκίνησε το έργο μετατρέπεται προοδευτικά σε ψυχολογικό μυθιστόρημα. Ξέρουμε τον φόνο, ξέρουμε και τον δολοφόνο κι αναζητάμε σε μια ανάποδη μη-αστυνομική ιστορία τα ψυχικά υποστρώματα της αποτρόπαιης πράξης. Η πραγματική αιτία δεν αποκαλύπτεται ρητά. Πολλές ενδείξεις, που εδράζονται στον πολύπλοκα τραυματισμένο ψυχισμό της Louise, αλλά καμιά πραγματική αιτία. Έτσι, το έργο μένει ανοικτό και πολλές σκέψεις πλανώνται στο μυαλό μας.
 

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Το βραβείο Goncourt που απέσπασε το βιβλίο είναι φυσικά μεγάλη τιμή. Και φυσικά δίκαιη, χωρίς να ξέρω ποια άλλα ήταν συνυποψήφια. Μια σκληρή ιστορία που εξελίσσεται με όρους κοινωνικούς και ψυχολογικούς. Που παρασέρνει στη δίνη της διπλής ανθρωποκτονίας και τα συναισθήματα του αναγνώστη.

> Η Leila Slimani γεννήθηκε το 1981 στη Γαλλία, είναι αλγερινής και μαροκινής καταγωγής, και έχει σπουδάσει στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι. Το 2014 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο "Dans le Jardin del’Ogre", το οποίο αναφέρεται στον γυναικείο εθισμό στο σεξ. Για το δεύτερο μυθιστόρημά της "Chanson douce" της απονεμήθηκε το σημαντικότερο γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο, Goncourt.
Πάπισσα Ιωάννα

 In2life, 13/2/2018