Monday, September 17, 2018

Roberto Bolaño, “Λούμπεν μυθιστορηματάκι”


Η κοινωνία της Napoli σ’ ένα Lumpen περιβάλλον αναδεικνύει ανθρώπους του προλεταριάτου, που πασχίζουν να ξεφύγουν απ’ τη φτώχια τους. Όχι με φτωχοδιαβολικές μπαγαποντιές, αλλά με μια προσέγγιση που δεν κρατά αποστάσεις από τον ανθρώπινο παράγοντα.


Roberto Bolaño
“La novelita lumpen”
2002

“Λούμπεν μυθιστορηματάκι”
μετ. Κ. Ηλιόπουλος
εκδόσεις Άγρα -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη":
Ο Bolaño είναι μια απ’ τις αγάπες του Βιβλιοκαφέ. Από τη στιγμή που τον ανακαλύψαμε, παρακολουθούμε ό,τι μεταφράζεται, ό,τι μπορούμε να προσεγγίσουμε. Με την ίδια χαρά που διαβάσαμε το “2666” και κυρίως το “Παγοδρόμιο”.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση:
Το παρόν μυθιστορηματάκι διαδραματίζεται στην Ιταλία, και μάλιστα στη Napoli. Η αφηγήτρια χάνει τους γονείς της σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Έτσι, μένει με τον αδελφό της. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο και να δουλέψει σε ένα κομμωτήριο. Η ζωή της δεν είναι οδυνηρή αλλά με επίπεδα συναισθήματα καταγράφει ό,τι την απασχολεί. Ώσπου μια μέρα δυο φίλοι του αδελφού της από το γυμναστήριο, μένουν για 5 μέρες στο σπίτι τους. Ύποπτο αλλά όλα τελειώνουν χωρίς καμία παρενέργεια. Η συνέχεια είναι η κορύφωση στην οργάνωση ενός εγκλήματος, καθώς η μικρή ρίχνεται δίπλα σε έναν παλιό μασίστα που τώρα είναι τυφλός. Κι αυτή μεταξύ των συνευρέσεών τους, ψάχνει το χρηματοκιβώτιό του, όπου εικάζουν πως βρίσκονται πολλά χρήματα.

Η εγκληματική αυτή απόπειρα δεν έχει σημασία. Περισσότερο την προσοχή μου κερδίζει το όλο πλαίσιο που οδήγησε δυο-τέσσερα νέους να στραφούν σε μια τέτοια πράξη. Χωρίς γονείς, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, παραίτηση από το σχολείο, οικονομική ένδεια σε πολύ μεγάλο βαθμό, περιβάλλον κομμωτηρίου η μία, περιβάλλον γυμναστηρίου ο άλλος, κι όλα αυτά στη Νάπολη, που είναι ίσως χαρακτηριστικό πόλης με λαϊκά στρώματα και φτωχές γειτονιές.

Δείκτης στην ανάγνωσή μου φυσικά στάθηκε η λέξη του τίτλου “λούμπεν” που παραπέμπει στο “λούμπεν προλεταριάτο” του Μαρξ. Πιο συγκεκριμένα, η λέξη «λούμπεν προλεταριάτο» (γνωστό και ως υποπρολεταριάτο ή κουρελοπρολεταριάτο) προέρχεται ετυμολογικά από τη γερμανική λέξη Lumpen (κουρέλια) και δηλώνει τα άτομα που βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης ένδειας ή έσχατης κοινωνικής εξαθλίωσης. Το λούμπεν προλεταριάτο αντιστοιχεί προς την κατώτερη κάτω τάξη της κοινωνίας. Ο ίδιος ο Marx έγραφε χαρακτηριστικά: “Πλάι στα διεφθαρμένα και τυχοδιωχτικά αποβράσματα της αστικής τάξης, βρίσκονταν αλήτες, απολυμένοι φαντάροι, πρώην κατάδικοι, δραπέτες των κάτεργων, απατεώνες, τσαρλατάνοι, λατζαρόνι, κλεφτοπορτοφολάδες, ταχυδαχτυλουργοί, χαρτοπαίκτες, προαγωγοί, μπορδελιάρηδες, χαμάληδες, γραφιάδες, λατερνατζήδες, ρακοσυλλέκτες, πλανόδιοι τροχιστές, γανωτζήδες και ζητιάνοι” (τα στοιχεία αυτά τα βρήκα στο άρθρο του Απόστολου Χατζηπαρασκευαΐδη)

Επομένως, το λεπτοδούλεμα της μπολανικής γραφής ξεδιπλώνει σε ένα σταθερό tempo το κλίμα, το άτομο μέσα στον χώρο και τον τόπο, την εξέλιξη της ζωής μέσα στις lumpen συνθήκες.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα τη κρυφή τη Δουλτσινέα):
Η αφήγηση δεν γεμίζει το μάτι, αλλά δεν παύει να είναι ουσιαστική και καλογραμμένη. Καταξιώνει το όνομα του Bolaño και συνεχίζει τη σειρά των αναγνώσεων έργων του που μας ικανοποιεί χωρίς μετριότητες και ασημαντότητες.

In2life, 11/9/2018 


> Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο (Σαντιάγο της Χιλής, 1953 - Βαρκελώνη 2003), πεζογράφος και ποιητής, έχει επιβληθεί ως ένας από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς του καιρού μας. Γεννήθηκε στη Χιλή, αλλά σε ηλικία 13 ετών μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Μεξικό. Το 1973 αποφάσισε να επιστρέψει στη Χιλή προκειμένου να στηρίξει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Αλλιέντε, έφτασε όμως λίγες μέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ. Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην αντίσταση ενάντια στη δικτατορία, ενώ μετά την απελευθέρωσή του επέστρεψε στο Μεξικό, απ' όπου αργότερα μετανάστευσε στην Ισπανία (1978) για να εγκατασταθεί οριστικά στην Blanes, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Καταλωνίας. Πέθανε στη Βαρκελώνη το 2003 από μια δυσλειτουργία του ήπατος, η οποία τον ταλαιπωρούσε για περισσότερο από μία δεκαετία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1975. Ωστόσο, αν και ξεκίνησε από την ποίηση, γρήγορα στράφηκε στην πεζογραφία· έγραψε συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Για το μυθιστόρημά του "Los detectives salvajes" τιμήθηκε με τα βραβεία Herralde (1998) και Romulo Gallegos (1999), ενώ για το "Llamadas telefonicas" ("Τηλεφωνήματα", 2009, Εκδόσεις Άγρα) τού απονεμήθηκε το 1998 το Premio Municipal de Santiago de Chile, η ανώτατη λογοτεχνική διάκριση στη Χιλή. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, "2666" (εκδ. Άγρα, 2011), θεωρείται η κορύφωση της μυθοπλαστικής του ικανότητας, κέρδισε το 2004, έναν χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, το βραβείο Salambo για το καλύτερο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και η επιρροή του θεωρείται από τις σημαντικότερες στη σύγχρονη ισπανόφωνη λογοτεχνία.
Πάπισσα Ιωάννα

Friday, September 14, 2018

Alejandro Zambra, “Τεστ δεξιοτήτων”


Πέμπτο κείμενο ισπανόφωνης λογοτεχνίας στο mini αφιέρωμά μας σ’ αυτήν που τρέχει απ’ τις αρχές Σεπτεμβρίου. Κι ο Zambra μάς παρουσιάζει, αντί για συνεχές κείμενο, ερωτήσεις multiple choice πάνω σε μορφές αφήγησης. Αντί για ιστορία, πολλά στιγμιότυπα, που ζητάνε απ’ τον αναγνώστη δυναμικές ερμηνείες. Πείραμα ή φούσκα;


 Alejandro Zambra
Facsimil
2014

“Τεστ δεξιοτήτων”
μετ. Α. Κυριακίδης
εκδόσεις Ίκαρος -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Διαβάσαμε πριν από 2 χρόνια τον Χιλιανό αυτόν συγγραφέα. Το “Τρόποι να γυρίζεις σπίτι” αναφέρεται στην παιδική ηλικία. Ωστόσο, δεν το θυμάμαι καλά, δεν έμεινε στο μυαλό μου ως κάτι πολύ καλό.


Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Έρχομαι τώρα στο καινουργιομεταφρασμένο βιβλίο του. Είναι ένα πείραμα, που δεν στηρίζεται στην αφήγηση, αλλά στις λεκτικές ακροβασίες, σαν αυτές που έκανε η OuLiPo. Τι είναι η OuLiPo;

Το OuLiPo [Ouvroir de Litterature Potentielle (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας)], ένα από τα πιο συναρπαστικά και κυριολεκτικώς ψυχαγωγικά λογοτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στη Γαλλία, το 1960, από τους Raymond Queneau και Francois Le Lionnais, και γρήγορα στρατεύτηκαν στις τάξεις του σημαντικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες, Γάλλοι και μη, ανάμεσα στους οποίους εξέχουσα θέση κατέχουν ο Jacques Roubaud, ο Jacques Bens, o Marcel Benabou, o Marcel Duchamp, o Αμερικανός Harry Mathews, ο Ιταλός Italo Calvino και, εξοχότερος όλων, ο Αναγεννησιακός Georges Perec. Το OuLiPo, μότο του οποίου θα μπορούσε να είναι η φράση του Robert Louis Stevenson"Η λογοτεχνία είναι παιχνίδι, αλλά πρέπει να παίζεται με τη σοβαρότητα την οποία αποδίδουν στο παιχνίδι τους τα παιδιά", έδωσε στην παγκόσμια γραμματεία αριστουργήματα όπως το πολυσονέτο του Queneau "Εκατό τρισεκατομμύρια ποιήματα", το πολυδαίδαλο "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης..." του Calvino και, κορυφαίο, το πολυμυθιστόρημα "Ζωή οδηγίες χρήσεως" του Perec. (“Παίζουμε λογοτεχνία;”, Opera 2016)

Το βιβλιαράκι αποτελείται από ερωτήσεις κλειστού τύπου που ανοίγονται σε πολλαπλές απαντήσεις (multiple choice). Έτσι, η όλη προσπάθεια είναι ένα παιχνίδι επιλογών και ένα παιχνίδι γλώσσας (δύσκολη ίσως η μετάφραση). Ο αναγνώστης καλείται να συμ-μετέχει, αφού είναι αυτός που επιλέγει την τάδε δυνατότητα ή τη δείνα.

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Πείραμα; Παιχνίδι; Διερεύνηση των ορίων της λογοτεχνίας; Αναζητώ τα όρια ανάμεσα στο έξυπνο και στο εξυπνακίστικο. Ανάμεσα στο δοκιμαστικό που βγάζει καρπούς και στο καινοτόμο που μένει μια φούσκα. Ο Zambra μού έδωσε τη νέα μορφή, η οποία κλονίζει την παραδοσιακή. Αλλά δεν μου έδωσε τη νέα ματιά και τη νέα συγκίνηση. 


> Ο Αλεχάντρο Σάμπρα γεννήθηκε στο Σαντιάγκο της Χιλής το 1975. Έχει δημοσιεύσει δυο ποιητικές συλλογές και εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στο χιλιανό Τύπο. Διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ντιέγο Πορτάλες. Το "Μπονσάι" είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και γνώρισε εγκωμιαστική υποδοχή από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό. Το 2007 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημα του, κατά έναν τρόπο συνέχεια του "Μπονσάι", με τον τίτλο "Η ιδιωτική ζωή των δέντρων".
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, September 11, 2018

Juan Gabriel Vásquez, “Η μορφή των λειψάνων”


Μοιάζουμε με την Κολομβία. Έχουμε κι εμείς εμφύλιους, έχουμε κι εμείς πολιτικές δολοφονίες, έχουμε κι εμείς διχασμούς. Ο συγγραφέας γράφει ένα πολύ ώριμο έργο, όπου η Ιστορία συζητιέται απ’ τη μία ανάμεσα στις θεωρίες συνωμοσίας και στις επιφυλάξεις για την επίσημη ιστοριογραφία κι απ’ την άλλη τις αντιρρήσεις σε τέτοιες θεωρίες που θέλουν αποδείξεις και όχι απλώς συναισθηματικά φορτισμένες ενδείξεις. Έξοχο με τη βούλα. Μπράβο στον Κυριακίδη που μας το μετέφερε στα ελληνικά.


Juan Gabriel Vásquez
“La forma de las ruinas”
2016

“Η μορφή των λειψάνων”
μετ. Α. Κυριακίδης
εκδόσεις Ίκαρος -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Αυτό που από την πρώτη στιγμή με προσελκύει στον Vásquez είναι η εμπλοκή του πολιτικού μέσα στο ιδιωτικό, που εκτείνεται συχνά πίσω στο πρόσφατο ιστορικό.

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Ο νεαρός αφηγητής-συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με δολοφονίες που έχουν πολιτικό κίνητρο. Όλων των Κολομβιανών το μυαλό πηγαίνει στην εκτέλεση του Jorge Eliécer Gaitán, πολιτικού που δολοφονήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1948. Ποιοι είχαν συμφέρον να τον σκοτώσουν ήταν ένα θέμα πολιτικής καπηλείας. Μετά τον θάνατό του ξέσπασε στην Colombia κύμα βίας και πολιτικών διαμαχών.

Είμαστε όμως στο 2014, όταν ένας παλιός γνώριμος του Vásquez, ο αρεσκόμενος σε θεωρίες συνωμοσίας Carlos Carvallo συλλαμβάνεται να κλέβει (ή να αγγίζει) το αιματοβαμμένο σακάκι που φορούσε τότε ο Gaitán και τώρα βρίσκεται στο μουσείο. Ο εν λόγω, σχετικά αντιπαθής επειδή πετάει ασυναίσθητα τις αλήθειες του, ψάχνει δαιμονιωδώς να μάθει τι ακριβώς έγινε στη δολοφονία του φιλελεύθερου πολιτικού, από το πόσοι ήταν οι δολοφόνοι και ό,τι άλλο μπορεί να διευκρινίσει. Κι ο Carvallo είναι μανιακός μ’ αυτό που κάνει, προσπαθεί να βάλει κάποιον συγγραφέα να γράψει για τις υποθέσεις του, κλέβει στοιχεία,  

Ο Vásquez πέρα από τη δολοφονία του Κολομβιανού πολιτικού φτιάχνει έξοχες παραλληλίες, με τον Kennedy, τον Urbino το 1914, την ίδια χρονιά με τον αρχιδούκα Franz Ferdinand στο Σεράγεβο, γεγονός που αποτέλεσε η αφορμή για την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου… Έτσι, με μια εθνική δολοφονία πλάθει γενικότερες ιστορικές αναταράξεις που συσχετίζονται, καθώς η ιστορία πάντα γυρίζει στον Gaitán και στις συνέπειες του θανάτου του. Στην ουσία με βάση τις έρευνες και τις συνωμοσιολογικές θεωρίες του Carvallo αναδεικνύονται αναδρομικά δύο βασικές ιστορικές στιγμές: Απ’ τη μια, η δολοφονία του Urbino το 1914 και η (ενδεχόμενη) προσπάθεια των αρχών να συγκαλύψουν τους ηθικούς αυτουργούς, πίσω από τους φυσικούς. Απ’ την άλλη, η αφήγηση της δολοφονίας του Gaitán αποσκοπεί να αναδείξει πάλι το παρασκήνιο και τους πραγματικούς ενόχους.

Το μυθιστόρημα έτσι συνδυάζει την ιστορική έρευνα, τις μαρτυρίες της μικροϊστορίας, το πολιτικό θρίλερ, το σύγχρονο αίνιγμα. Κι όλα αυτά όχι με τον βαρύγδουπο τρόπο του best-seller, αλλά με τον προσγειωμένο της καλής λογοτεχνίας. Οι ανατροπές δίνουν συνεχή ώθηση στην ιστορία, οι καμπές ξαναγεννούν το ενδιαφέρον στον αναγνώστη, η ίντριγκα αναζωπυρώνει την περιέργεια. Η εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος και η προσπάθεια να ξαναδούμε το δεύτερο μέσω του πρώτου ενέχει φυσικά θεωρίες και εικασίες που δεν επιβεβαιώνονται. Έτσι, αναδεικνύεται ότι συχνά τα βαμμένα γυαλιά με τα οποία κοιτάμε το παρελθόν και την Ιστορία είναι –κατά έναν πλατωνικό τρόπο- υπεύθυνα για τη μονόπλευρη θέασή μας.

Η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, η πολιτική λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, μοιάζει με τη δική μας. Μοιάζει καθώς αναδιφά το παρελθόν, συνδέει το παρόν με το παρελθόν, έχει στη φαρέτρα της κορυφαία ιστορικά γεγονότα, εμφύλιους, δικτατορίες, επαναστάσεις, καταστολές, διώξεις, πολιτικές δολοφονίες σαν του Λαμπράκη, ίντριγκες κ.ο.κ. Έτσι, ο προβληματισμός βουτά συνεχώς το κουτάλι του σ’ ένα καζάνι, που βράζει και συνεχίζει να αναμοχλεύει πάθη και μίση, αλλά και σκέψεις για τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική ποδοπάτησε τους λαούς.

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Τ ο    β ι β λ ί ο    τ ο υ    á s q u e z    ε ί ν α ι    ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ό . Ο όγκος του δεν το βαραίνει. Η άγνωστη Κολομβία γίνεται γνωστή και υποβάλλει σκέψεις ανάλογες με της δικής μας Ιστορίας. Ο εγκιβωτισμός των δύο δολοφονιών και η εναλλαγή τους με το σήμερα δίνει νέες διαστάσεις και εξιτάρει. Πανάξιο!

In2life, 5/9/2018 


> Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες γεννήθηκε στην Μπογκοτά της Κολομβίας, το 1973, και σπούδασε Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία στη Σορβόνη. Έχει εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα, "Los informantes" (Οι πληροφοριοδότες), 2004, "Historia secreta de Costaguana" (Μυστική ιστορία της Κοσταγουάνας), 2007, "El ruido de las cosas al caer" (Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν), 2011 και "Las reputaciones" (Οι υπολήψεις), 2013, μία συλλογή διηγημάτων "Los amantes de Todos los Santos" (Οι εραστές των Αγίων Πάντων), 2008 και μία συλλογή φιλολογικών δοκιμίων "El arte de la distorsion" (Η τέχνη της διαστρέβλωσης), 2009. Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία, σημαντικότερα των οποίων είναι το Premio Alfaguara (2011), το English Pen Award (2012), το Prix Roger Caillois (2012) και το Premio Von Rezzori (2013).
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, September 08, 2018

Andrés Barba, “Χέρια μικρά”


Μια μικροκοινωνία όπως το ορφανοτροφείο μπορεί να είναι καθρέφτης ιεραρχιών εξουσίας, αντίθεσης αθωότητας και σκληρότητας και ψυχολογικό θρίλερ μικρών παιχνιδιών που δεν είναι χωρίς νόημα.


Andrés Barba
“Las manos pequeñas”
2008

“Χέρια μικρά”
μετ. Β. Κνήτου
εκδόσεις Μεταίχμιο -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Οι bloggers το αγκάλιασαν αμέσως: η Βιβή Γεωργαντοπούλου, η Κατερίνα Μαλακατέ και ο Γιάννης Καλογερόπουλος αλλά και κριτικά σημειώματα πρόβαλλαν το έργο σαν ένα δείγμα της νέας ισπανικής λογοτεχνίας. Είπα να ενώσω την πέννα μου μαζί τους.

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Η στεγνή του γλώσσα μάς βάζει εξαρχής στο πνεύμα του βιβλίου. Καταρχάς, το αυτοκινητικό δυστύχημα σκοτώνει τους δυο γονείς της Marina. Κι αυτή βρίσκεται στο ορφανοτροφείο. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου επικεντρώνεται στη ζωή εκεί, με την Marina να ζει στο νέο της περιβάλλον.
Πώς;
Η σκηνή με τις κάμπιες που προχωρούν η μία πίσω από την άλλη είναι εύγλωττη. Κι είναι ευγλωττότερη όταν η μικρή ηρωίδα παίρνει ένα ξυλάκι και ξεκοιλιάζει την τέταρτη στη σειρά κάμπια. Είναι τα γλοιώδη αυτά ζωάκια σύμβολο της μαζοποιημένης ζωής των νεαρών κοριτσιών του ιδρύματος; Είναι προτύπωμα για τη δική της στάση απέναντι στις συνόρφανες κοπέλες; Είναι μια μικρή αναλογία με τη ζωή που συνεχίζεται ακόμα κι αν κάποιος δίπλα μας, μπροστά μας ή πίσω μας εξαφανίζεται;

H Marina αισθάνεται ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Γι’ αυτό δεν ακολουθεί το κοπάδι των κοριτσιών, αλλά στέκεται μόνη. Αποφασίζει κάποια στιγμή να μην τρώει. Με τη μοναχική κι αγέρωχη στάση της προκαλεί δέος και θαυμασμό. Δεν κάνει κάποια μορφή επανάστασης, αλλά μένει μόνη απέναντι στο μοιραίο.


Το ξεχωριστό στο έργο του Barba είναι τα πολλαπλά σιωπηλά επίπεδα που παίρνουν το βαρύ κλίμα και το απογειώνουν …άηχα. Οι ποικίλοι συμβολισμοί, όπως ο ζωολογικός κήπος που δείχνει τον εγκλωβισμό ή το παιχνίδι με τις κούκλες αναδεικνύει ένα είδος εξουσίας, έχουν βαρύνουσα θέση. Το παιχνίδι μάλιστα με τις κοπέλες να παίρνουν με τη σειρά τη θέση της κούκλας δείχνει την πραγμοποίηση του ανθρώπου, που κάνει πιο εύκολη, μετά, τη χειραγώγησή του και την άσκηση βίας πάνω του. Το παιχνίδι έχει και χαρακτηριστικά τελετουργίας, που θυμίζει χριστιανικά δρώμενα με αποκορύφωμα το “Πιείτε με, φάτε με”, ίχνος από την παρότρυνση του Χριστού προς τους μαθητές του. Έτσι, η αινιγματική Marina προσομοιάζει με μικρό θεό που περιτριγυρίζεται από τις εμβρόντητες μαθήτριές της. Η εναλλαγή του αφηγητή, μια η Marina και μια μία εκ των κοριτσιών, εντείνει μια τέτοια αίσθηση. Και φυσικά δεν ξεχνώ την εναλλαγή της αναμενόμενης αθωότητας (που βρίσκεται στην επιφάνεια) με τη σκληράδα (που εγκυμονείται στο βάθος).

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Το ορφανοτροφείο είναι ένας καλός λογοτεχνικός τόπος. Γίνεται μια μικροκοινωνία ετερόκλητων φωνών που ζουν ομογενοποιημένα. Και συνάμα καταπιεσμένα. Θυμάμαι το “Το χάδι” του Αλέξανδρου Στεφανίδη και την “Πόλη παιδιών” του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου. Το περιβάλλον του ιδρύματος είναι το ίδιο μια ισχυρή τραγική σκηνή.


> Ο Andres Barba (Μαδρίτη το 1975) είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ισπανούς συγγραφείς. Το 2001 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Herralde (για το μυθιστόρημα "La hermana de Katia", το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο).
To 2010 το περιοδικό Granta τον συμπεριέλαβε στη λίστα του με τους καλύτερους νέους ισπανόφωνους συγγραφείς, ενώ το 2017 τιμήθηκε με το βραβείο Herralde για το μυθιστόρημά του "Republica Luminosa" (υπό έκδοση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο).
Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, September 05, 2018

Ερνέστο Σάμπατο, “Το τούνελ”


Η ψυχολογία της αγάπης, της ζήλιας και του φόνου. Μα πιο πολύ η ψυχολογία της παρερμηνείας των κινήτρων του άλλου. Ο λαβύρινθος των σκέψεων που πυροδοτεί εξελίξεις, χωρίς να είναι σίγουρο πόσο λογικοί είναι οι συλλογισμοί που τις δρομολογούν.


Ernesto Sabato
“El túnel”
1948

Ερνέστο Σάμπατο
“Το τούνελ”
μετ. Κλ. Σωτηριάδου
εκδόσεις Μεταίχμιο -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Εντυπωσιακό” Τόμας Μαν
Θαυμάζω τη δριμύτητα και την έντασή του” Αλµπέρ Καµύ
Το Μπουένος Άιρες έχει δώσει στον κόσμο τρεις μεγάλους συγγραφείς: Μπόρχες, Κορτάσαρ και Σάµπατο, τον µέγα μάντη” Le Magazine Litteraire
Ο Σάµπατο συλλαμβάνει την ένταση των παθών που κυκλοφορούν στα αχαρτογράφητα μονοπάτια όπου η αγάπη δεν εγκυμονείς γαλήνη αλλά κίνδυνο” Los Angeles Times
Ένα κλασικό υπαρξιακό αριστούργημά... Με καθηλωτική, αξιομνημόνευτη επιρροή” New York Times Book Review


Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Η ιστορία βασίζεται σ’ ένα ατελείωτο θέμα της λογοτεχνίας, τον έρωτα. Ο τρόπος ξετυλίγματος του πακέτου έχει μια πρωτοτυπία. Ο Juan Pablo Castel είναι ζωγράφος, 38 ετών, ομολογεί εξ αρχής τη δολοφονία της Maria Iribarne. Το ζητούμενο είναι βέβαια πώς έγινε και κυρίως γιατί.

Ο Juan γνωρίζει απρόσμενα τη Maria όταν τη βλέπει να παρατηρεί έναν πίνακά του. Όμως αντί να κοιτάζει τη βασική αφήγηση, επιμένει για ώρα σε ένα παράθυρο, που ο πίνακας απεικονίζει σε μια άκρη του. Ο Juan παραξενεύεται, το πρόσωπο της Maria τού γίνεται έμμονη ιδέα και την αναζητεί απεγνωσμένα… ώσπου τη ξανασυναντά τυχαία. Και τελικά συνάπτουν δεσμό, παρόλο που η γυναίκα είναι παντρεμένη με έναν τυφλό.

Το πολύ καλό στο βιβλίο είναι η ψυχολογία των δύο προσώπων και οι ερμηνείες ή παρερμηνείες που δίνει ο καθένας στη συμπεριφορά του άλλου. Η Maria είναι πολύ αινιγματική, ειδικά για τον αφηγητή, που είναι ο ζωγράφος, καθώς αυτή δεν μιλάει πολύ και δεν είναι πάντα σαφής η στάση της. Ο Juan απ’ την άλλη σκέφτεται πολύ, εκτιμά τις ενδείξεις και εξάγει συμπεράσματα σε μια αλυσίδα συλλογισμών και διλημμάτων. Ακούει μια λέξη και συμπεραίνει, συνδέει στάσεις και λόγια και βγάζει πορίσματα, προχωρά με τη λογική και καταλήγει σε αποφάσεις, με βάση τους συλλογισμούς του. Το πρόβλημα είναι ότι, αφού οι αναγνώστες ξέρουμε απ’ την αρχή ότι θα σκοτώσει τη Maria, όλοι οι συλλογισμοί του ενέχουν άκυρες πορείες σκέψης και δεν μπορεί να καταλήγουν στα σωστά συμπεράσματα. Η αναξιοπιστία του φαίνεται τόσο επειδή δηλώνει μισάνθρωπος, όσο και με το ότι στηρίζεται σε παρερμηνείες που θεωρεί απόλυτα έγκυρες. Πιθανότατα όμως δεν είναι…

Ο Sabato κατάφερε να πλάσει ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα, όπου η αγάπη εγκυμονεί αβεβαιότητες και ανασφάλειες. Κυοφορεί οξύτητες, διλήμματα, κινδύνους και απειλές, αινίγματα που δεν έχουν λύση. Ο ερωτευμένος ακροπατεί και δεν ξέρει αν αριστερά ή δεξιά είναι το ναρκοπέδιο. Αλλά ταυτόχρονα υπονομεύει τη δυνατότητα ενός (ταραγμένου) νου, όπως όλων μας, ν’ ανασυνθέσει την πραγματικότητα, χωρίς να την παρεξηγήσει. Είναι η αδυναμία του ανθρώπου να εξηγήσει με τη λογική τον άλλο άνθρωπο, τον κόσμο και τη ζωή. Αποτέλεσμα αυτής της παρερμηνείας είναι ο φόνος του άλλου, σύμβολο της αδυναμίας επικοινωνίας.

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Η ζήλια τελικά οδηγεί στο έγκλημα. Σ’ ένα έγκλημα που καθόλου δεν μας πείθει για την ορθότητα των κινήτρων. Καθόλου δεν είμαστε σίγουροι αν η Maria είχε δεσμό με τον ξάδελφο του άντρα της. Καθόλου δεν είμαστε σίγουροι αν ο Juan, φτάνοντας στον φόνο, είχε δίκιο. Γι’ αυτό που είμαστε σίγουροι είναι ότι ο Sabato έφτιαξε την ταραγμένη του ψυχολογία με θυμικά χαρακτηριστικά, τέτοια που να οδηγήσουν στο πάθος και στην αλλοφροσύνη.



> Ο Ερνέστο Σάμπατο γεννήθηκε στο Ρόχας (1911), ένα μικρό χωριό της επαρχίας του Μπουένος Άιρες. Σπούδασε φυσική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της πόλης Λα Πλάτα. Στη συνέχεια έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Παρίσι και εργάστηκε στο εργαστήριο Κιουρί. Το 1945 εγκαταλείπει οριστικά την επιστήμη και αφιερώνεται αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Έγραψε βιβλία με δοκίμια σχετικά με τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και το νόημα της συγγραφικής δραστηριότητας -"Ο συγγραφέας και τα φαντάσματά του" (1963), "Απολογίες και απορρίψεις" (1979), κ.ά.- και τρία μυθιστορήματα: "Το τούνελ" (1948), "Περί ηρώων και τάφων" (1961) και "Αββαδών ο εξολοθρευτής" (1974), καθώς και το αυτοβιογραφικό "Πριν το τέλος" (1999). Πέθανε στις 30 Απριλίου 2011, σε ηλικία 99 ετών στο Σάντος Λουγκάρες, στην επαρχία του Μπουένος Άιρες.

Πάπισσα Ιωάννα


Sunday, September 02, 2018

Χούλιο Κορτάσαρ, “Κουτσό”


Η δυνατότητα του αναγνώστη να διαβάσει τα κεφάλαια είτε με τη ευθύγραμμη σειρά είτε με μια άλλη κάνει το κείμενο τουλάχιστον δισδιάστατο. Αυτό απελευθερώνει από τα δεσμά της πλοκής, αλλά παράλληλα ενθρονίζει το μικρό στη θέση του μεγάλου και το επιμέρους, ασχέτως δομικής θέσης, στη θέση του συνόλου.



Julio Cortázar
Rayuela
1963
Χούλιο Κορτάσαρ
“Κουτσό”
μετ. Α. Κυριακίδης
εκδόσεις Opera -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Εμβληματικό έργο του 20ού αιώνα. Ιδιαίτερο δείγμα μιας πολυδαίδαλης ανάγνωσης που δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθήσει τη γραμμική πορεία. Αλλά μπορεί να πηδήσει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, με έναν δεύτερο τρόπο ανάγνωσης. Κι εγώ που θητεύω στα μεγάλα έργα, που θέλω να διαβάζω τέτοια έργα, το έβαλα στη λίστα μου, μόλις εκδόθηκε ξανά.

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Καταρχάς, ξεχωρίζω ήδη απ’ τις πρώτες σελίδες το ρομαντικό αλλά και ζεστό, όχι μελοδραματικό, αλλά που σε αγκαλιάζει, ύφος του Cortázar. Ο αφηγητής μιλάει στη Maga, με ρεμβασμό αλλά και με γλυκιά ερωτική διάθεση. Παρίσι του έρωτα, με απόηχους του Μπουένος Άιρες. Με γλώσσα ουσίας, με την περιδιάβαση από δρόμο σε δρόμο κι από αίσθημα σε αίσθημα.

Αυτή η γλώσσα, λίγο ναρκισσιστική ενίοτε, κουβαλά όλο το βιβλίο. Η ιστορία ούτως ή άλλως είναι αναιμική. Η σχέση του Oliveira με τη Maga και η παρέα που κινείται γύρω τους, με το κλίμα του Παρισιού, με το ποτό, τις συζητήσεις, τις ζυμώσεις στη μεταπολεμική Γαλλία που τρέφει ομάδες νεαρών με τις δικές τους αντισυμβατικές σκέψεις. Το πολύχρωμο χαλί του “Κουτσού” δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Κινείται το ίδιο και μαζί κινείται και το πέλμα του αναγνώστη.

Άλλωστε, η φήμη που συνοδεύει το έργο του Cortázar οφείλεται στην αγραμμική του φύση. Η έννοια της ενότητας είναι κάτι που απασχολεί τον συγγραφέα και όλη τη μεταπολεμική λογοτεχνία. Γράφει χαρακτηριστικά: “Το ζήτημα της ενότητας τον απασχολούσε γιατί του φαινόταν πολύ εύκολο να πέσει σε χειρότερες παγίδες… Πλήθος άνθρωποι βολεύονταν μια χαρά σε μια δήθεν προσωπική ενότητα που δεν θα ήταν παρά γλωσσική ενότητα και πρώιμη αρτηριοσκλήρωση του χαρακτήρα”. Στην ουσία ο συγγραφέας πιστεύει ότι η ενότητα είναι μια γλωσσική επιφάνεια, μια λεκτική κατασκευή, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Επομένως, όλα είναι ασυνεχή. Έτσι, και το κείμενο διασπάται σε πολλά μικρά σχετικά κεφάλαια, τα οποία δεν διαβάζονται μονόδρομα, για τον επιπλέον λόγο ότι η ιστορία δεν είναι ευθεία, αλλά μια πολύκεντρη και πολύδρομη αρτηρία.


I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Το “Κουτσό” είναι ένα υφαντό γλωσσικών και ιδεολογικών κεντημάτων. Η πανσπερμία του μεταπολεμικού Παρισιού, οι αναφορές σε ταινίες, βιβλία, φιλοσόφους, το πέρασμα εκατοντάδων ονομάτων που μπουμπουκιάζουν το κείμενο… Ο έρωτας του ζευγαριού της Maga και του Oracio φέρνει τον αναγνώστη σε έναν λαβύρινθο της καθημερινότητας: εκεί λειώνουν όλα τα υλικά, άλλα επιπλέουν στο μάγμα κι άλλα βουλιάζουν σε μια γλυκιά λήθη.

Το “Κουτσό” είναι ένας θρύλος του 20ού αιώνα, αλλά –όπως και άλλα μοντέρνα ή μεταμοντέρνα έργα- δεν είναι πάντα εύπεπτα. Και ενώ μερικά σημεία είναι απολαυστικά, το σύνολο με βούλιαξε σε ένα αργό διάβασμα, όπου το μικρό και περιστασιακό δεν μπορούσε να ενταχθεί στο σύνολο. Κι αυτό με αποσυντόνιζε.



> O Χούλιο Κορτάσαρ γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1914 και πέθανε στο Παρίσι το 1984. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, εγκατέλειψε μαζί με την οικογένειά του το Βέλγιο για την Αργεντινή, όπου τελείωσε το σχολείο, σπούδασε φιλολογία και εργάστηκε ως καθηγητής για πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1951, σε ηλικία 37 ετών, επέστρεψε στην Ευρώπη, στο Παρίσι, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του και έγραψε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του ("Έφυγα από την Αργεντινή, όχι τόσο επειδή υπήρχαν πράγματα που εκεί μ' ενοχλούσαν, που οπωσδήποτε υπήρχαν, αλλά γιατί η Γαλλία αντιπροσώπευε για μένα, τότε, έναν τεράστιο πόλο έλξης", θα πει σε μια συνέντευξή του στην "El Pais", το 1982). Το 1961 επισκέπτεται την Κούβα, γοητευμένος από την επανάσταση, αναζητώντας απαντήσεις στις πολιτικές του ανησυχίες. Το ταξίδι αυτό θα γίνει η αφορμή να αποκτήσει σαφή ιδεολογική συνείδηση, θα υπερασπιστεί την Κούβα του Τσε και του Κάστρο και αργότερα τη Νικαράγουα των σαντινίστας. Το 1970 επισκέπτεται τη Χιλή και παρευρίσκεται στην πανηγυρική τελετή ανάληψης της εξουσίας από τον Αλιέντε. Μαθητής του Μπόρχες, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους λατινοαμερικανούς συγγραφείς και στους σπουδαιότερους μοντερνιστές του 20ού αιώνα. Το έργο του αφομοιώνει μ' έναν τελείως φυσικό τρόπο τις ανανεωτικές τεχνικές του σύγχρονου μυθιστορήματος και συνδυάζει τη δημιουργική φαντασία με το ρεαλισμό, διαφέρει όμως, από το έργο άλλων λατινοαμερικανών συγγραφέων, γιατί απ' αυτό απουσιάζει σχεδόν παντελώς το στοιχείο του μπαρόκ και του μαγικού ρεαλισμού. Μεταξύ των πολλών και σπουδαίων έργων του ξεχωρίζουν τα: "Μυστικά όπλα" ("Las armas secretas"), 1958, "Τα βραβεία" ("Los Premios" -το πρώτο του μυθιστόρημα), 1960, "Ιστορίες των κρονόπιο και των φάμα" ("Historias de cronopios y de famas", 1962, "Το κουτσό" ("Rayuela" -που θεωρείται το αριστούργημά του), 1963, "Όλες οι φωτιές η φωτιά" ("Todos los fuegos el fuego"), 1966, "Το βιβλίο του Μανουέλ" ("Libro de Manuel" -μυθιστόρημα), 1973, "Οκτάεδρο" ("Octaedro"), 1974 (όλα τους μεταφρασμένα στα ελληνικά) και τα "Los Reyes", 1949, "Bestiario", 1951, "Final de Juego", 1956, "Ο γύρος της μέρας σε ογδόντα κόσμους" ("La vuelta al dia en ochenta mundos"), 1967, "62: Μοντέλο συναρμολόγησης" ("62: Modelo para armar" -που συνεχίζει την ιδέα του διάσπαρτου μυθιστορήματος, όπως και στο "Κουτσό"), 1968, "Prosa del Observatorio", 1972, "Alguien que anda por ahi", 1977, "Un tal Lucas", 1979, "Deshoras", 1982, κ.ά.
Πάπισσα Ιωάννα
(Πατριάρχης Φώτιος και άλλοι)

Saturday, September 01, 2018

Ισπανόφωνη λογοτεχνία: τα παιδιά του Cervantes


Πολλοί πιθανόν να πιστεύουν ότι δεν είναι η αγγλόφωνη λογοτεχνία πρώτη δύναμη στην κόσμο, αλλά η ισπανόφωνη. Εκατοντάδες κορυφαίοι πεζογράφοι, δεκάδες ποιητές, χιλιάδες καλά βιβλία, ένα μεγάλο αναγνωστικό κοινό.

Πόσοι πήραν Βραβείο Νόμπελ (Mario Vargas Llosa (2010), Octavio Paz (1990), Camilo José Cela (1989), Gabriel García Márquez (1982), Pablo Neruda (1971), Miguel Angel Asturias (1967), Juan Ramón Jiménez (1956), Gabriela Mistral (1945) και Jacinto Benavente (1922);

και πόσοι όχι (Federico Garcia Lorca, Jorge Luis Borges, Ernesto Sabato, Juan Rulfo, Roberto Bolaño, Carlos Fuentes, Julio Cortazar);

Αλλά και πόσοι νεότεροι, συγγραφείς που ζουν σήμερα, συγγραφείς με στόφα και ποιότητα, δεν εκδίδουν βιβλία τους, που κάποιοι καλοί μεταφραστές φροντίζουν να μας τα παραδίδουν στα ελληνικά;

Δείτε μια λίστα που έχουμε διαβάσει στο Βιβλιοκαφέ:

-         Στην άκρη του γκρεμού” του Ραφαέλ Τσίρμπες 
-         Ο λαβύρινθος των πνευμάτων” του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν 
-         Η θεία Τούλα” του Miguel de Unamuno 
-         Ασκήσεις επιβίωσης” του Χόρχε Σεμπρούν 
-         Οι πληροφοριοδότες” του Juan Gabriel Vásquez
-         Νυχτερινές ικεσίες” του Santiago Gamboa 
-         Τρόποι να γυρίζεις σπίτι” του Alejandro Zambra 
-         Το τρένο θα περάσει πρώτο” της Έλενα Πονιατόφσκα
-         2666του Roberto Bolaño 

Το καλοκαίρι έβαλα στόχο την ισπανόφωνη λογοτεχνία. Επομένως, πριν φύγω για τις δεκαήμερες διακοπές μου πήρα μερικά βιβλία Ισπανών και Λατινοαμερικάνων. Τώρα λοιπόν μπορώ να παρουσιάσω μια mini σειρά τέτοιων έργων, κυρίως νεότερων αλλά και κλασικών πεννών, έργων που είχα διαβάσει πριν και τώρα μέσα στον Αύγουστο.
Πάπισσα Ιωάννα