Friday, December 09, 2016

“Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου” της Νίκης Αναστασέα

{Ζωγράφος μέσα στο μυθιστόρημα-1} Πώς πλαγιοκοπείται μια βιογραφία; Πώς ένας “θρύλος” ανασυντίθεται μέσα από τα ξέφτια της ιστορίας; Πώς μυθοποιείται και απομυθοποιείται ένας καλλιτέχνης που ζει, παράγει, τρελαίνεται, προδίδει και προδίδεται;


Cafe Zorro:

Νίκη Αναστασέα
“Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου”
εκδόσεις Καστανιώτη
2015
 


          Το βιβλίο δεν ξέρω αν είναι σίκουελ ενός προηγούμενου βιβλίου της Αναστασέα, του «Επικράνθη: δια χειρός Αλέξη Ραζή» ή ξαναδουλεμένη μορφή-του. Δεν ξέρω αν η Αναστασέα έχει τόσο πολύ δελεαστεί από τον μυθοπλαστικό ήρωά-της Αλέξη Ραζή και επανέρχεται σ’ αυτόν ή θεώρησε ότι το προηγούμενο βιβλίο δεν είχε την απήχηση που θα ήθελε και γι’ αυτό επιχειρεί τώρα να το ξαναδουλέψει. Δεν ξέρω πόσες ζωές έχουν τα βιβλία και πόσο μπορεί να αναβιώσουν με ένα καλό ρετούς.
          Τότε, το 2006, σε σύντομη ανάρτηση, είχα αναρωτηθεί τα εξής αλλά δεν μπόρεσα να βρω απαντήσεις:

-Γιατί οι οικογενειακές και φιλικές σχέσεις να ανάγονται σε μείζον λογοτεχνικό θέμα, χωρίς κάτι καινούργιο να ταράζει τα λιμνάζοντα νερά αυτού του κοινόχρηστου μοτίβου;
-Γιατί η δράση να περιορίζεται τόσο και να τεντώνονται τόσο τα διαλογικά μέρη, σταματώντας έτσι τη ροή του κειμένου;
-Γιατί κάθε αριστερός ήρωας να πρέπει να προβληματίσει σώνει και καλά με την παρουσία του;
-Γιατί η γυναικεία εσωτερικότητα της γραφής να πρέπει να απασχολήσει το αναγνωστικό κοινό, όταν απλώς συνοδεύεται από καλοδουλεμένο ύφος και ανάλογη γλώσσα;

          Τα αφήνω προσώρας στην άκρη για να σταθώ στο εξής θέμα που με απασχόλησε καθώς διάβαζα το νέο βιβλίο. Ένας χαρακτήρας κερδίζει όταν είναι ιδιαίτερος ή όταν κινείται στον μέσο όρο ώστε να καλύπτει πολλές περιπτώσεις ανθρώπων; Η πρώτη περίπτωση παρουσιάζει το πρωτότυπο, το πρωτόγνωρο, το ακραίο, το ενίοτε προκλητικό, πιάνει μια ασυνήθιστη μορφή με όλες τις ενέργειες και τις ιδιορρυθμίες-της και την αποδίδει μυθιστορηματικά, ώστε να φανεί μια ιδιαίτερη στάση ζωής και ένα σπάνιο modus vivendi ικανό να προκαλέσει την περιέργεια και τον προβληματισμό του αναγνώστη. Η δεύτερη περίπτωση είναι πιο προσγειωμένη, ενίοτε τυποποιημένη, εξάγεται από την καθημερινότητα, περιλαμβάνει πολλές ανθρώπινες μορφές που κινούνται γύρω-μας, δεν ξενίζουν αλλά καταπιάνονται με θέματα του μέσου όρου, τα οποία μπορεί να χρειάζονται νέες ματιές.
          Ο Αλέξης Ραζής είναι ένας ιδιόρρυθμος ζωγράφος ο οποίος τελικά έσκισε τα έργα-του και αυτοκτόνησε. Αριστερών πεποιθήσεων, συμμετείχε μάλιστα και σε μια αριστερίστικη οργάνωση, εκεί στη Χούντα, λίγο μετά, αντισυμβατικός εν γένει, με ποικίλες φιλικές και ερωτικές σχέσεις, που διαρρήχθηκαν ή που προδόθηκαν. Το μυθιστόρημα αναπλάθει τη ζωή-του τόσο με βάση τους πίνακές-του όπως σώθηκαν σε φωτογραφίες ή σε προγράμματα εκθέσεων, με πρόσθετο υλικό για κάθε πρόσωπο που συνάντησε στο διάβα-του, με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων σε διάφορα περιστατικά του βίου-του και όλα αυτά από τη σκοπιά του νεαρού Κωστή Σκαρλάτου, ο οποίος μάζευε υλικό για να γράψει ένα βιβλίο για τον ζωγράφο.
          Αφήνω ένα μεγάλο ερωτηματικό, καταθέτω ξανά την απορία-μου τι είναι αυτό που έκανε η Αναστασέα. Εστίασε σε μια ζωή για να μιλήσει για την τρέλα της τέχνης; Με βάση ένα πρόσωπο διέτρεξε τη μεταπολίτευση και χάραξε τις γραμμές-της; Ανέδειξε μια ιδιαίτερη περίπτωση για να δείξει φιλικές και καλλιτεχνικές σχέσεις;

[Οι εικόνες που κοσμούν το κείμενο είναι παρμένες από:   www.technoparktoday.com,   www.pinterest.com   και   lartoffashion.com]

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, December 05, 2016

Ζωγράφοι μέσα στο μυθιστόρημα

Τι ζητά ένας ζωγράφος μέσα στο μυθιστόρημα; Τι κάνει ένας ζωγράφος ως πρωταγωνιστικό πρόσωπο σε μια μυθοπλασία; Και δεν εννοώ γενικά ένα πεζογράφημα να εμπνέεται από έναν πίνακα και να τον εγκιβωτίζει, ώστε τα δύο έργα να αντικατοπτρίζει το ένα το άλλο. Γι’ αυτό μπορείτε να δείτε ένα μικρό αφιέρωμα που έκανα παλιότερα με τίτλο Ζωγραφική μέσα στη Λογοτεχνία.
          Τώρα έπεσαν στα χέρια μου τρία έργα που βάζουν σε πρωταγωνιστική θέση έναν ζωγράφο και ίσως όλο του το έργο κι όχι έναν συγκεκριμένο υπαρκτό πίνακα. Οι ζωγράφοι αυτοί είναι πλαστοί, φτιαγμένοι για να υπηρετήσουν το θέλω του συγγραφέα και έρχονται να δείξουν τα κοινά ή τις διαφορές μεταξύ του χρώματος και της λέξης.
          Παλιότερα είχα διαβάσει τα:
Ιβάν Κούλικοφ:
Πίνακας
του Ρώσου συγγραφέα
Γεβγένι Χίρικοφ (1904)

Είναι ο ζωγράφος ένα alter ego του συγγραφέα; Κι όπως ο πρώτος δυσκολεύεται να αποδώσει τον κόσμο με χρώματα, το ίδιο και ο δεύτερος αγωνιά για το αν μπορούν οι λέξεις να αποδώσουν την πραγματικότητα που έχει στο κεφάλι-του; Είναι κοινή η αγωνία-τους; Ή μήπως ο ένας (ο συγγραφέας) υπονομεύει τον άλλο (ζωγράφο), προκειμένου να δείξει τη δική-του ανωτερότητα; Δεν έχω τέτοια δείγματα. Αλήθεια υπάρχουν πίνακες που δείχνουν τον συγγραφέα επί το έργον;
     Θα ακουλουθήσουν τρία μυθιστορήματα που έχουν πρωταγωνιστή έναν ζωγράφο, αρκετά διαφορετικά θα έλεγα:

  1. “Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου” της Νίκης Αναστασέα
  2. “Το αδιανόητο τοπίο” του Τάκη Θεοδωρόπουλου
  3. “Η μπλε κιθάρα” του Τζων Μπάνβιλ

Οψόμεθα.

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, December 01, 2016

“Η επιστροφή” του Τζόζεφ Κόνραντ

[Δυνάμει Νόμπελ Λογοτεχνίας]

Η απιστία και η επιστροφή, η επιστροφή που δεν ζητά συγχώρεση, η αυτάρεσκη ηθική που δεν βλέπει τα λάθη-της, η κλονισμένη κοινωνική εικόνα, η συμβίωση που δεν είναι αγάπη, ο ψυχισμός που δεν εγκλωβίζεται στο καθήκον, η εξωτερική επιφάνεια που δεν αντέχει τις εσωτερικές πιέσεις.


Café di Mare:

Joseph Conrad
“The Return”
Λονδίνο
1898

 
Τζόζεφ Κόνραντ
“Η επιστροφή”
μετ. Τ. Μενδράκος
εκδόσεις Πατάκη
2016

 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή ο Κόνραντ (1857-1924) είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και –νομίζω- ότι δεν έχω διαβάσει τίποτα δικό-του.

Καθώς το διάβαζα:
          Μπαίνοντας στις πρώτες σελίδες και καταλαβαίνοντας ότι έχω να κάνω με μια ιστορία αγάπης και απιστίας στο Λονδίνο του 19ου αιώνα, μούδιασα. Πάλι μια κλασική συμβατική γραφή σε ένα κλίμα ήδη παρωχημένο; Πάλι μια ιστορία χιλιοειπωμένη; Γράφει ενδεικτικά ο Ελευθεράκης στον πρόλογό-του ότι συναντάμε το ίδιο θέμα στην παγκόσμια λογοτεχνία πολλές φορές, από το “Κουκλόσπιτο” του Ίψεν έως τη “Μαντάμ Μποβαρί” του Φλωμπέρ και την “Άννα Καρένινα” του Τολστόι. Τι άλλο λοιπόν να κερδίσω;
          Παραδόξως όσο προχωρούσα αυτή τη νουβέλα, το έργο με κέρδιζε. Είναι γραμμένο σαν να παίζεται μπροστά-μας σε μια σκηνή ενός μεγαλοαστικού σπιτιού στο Λονδίνο, με τα πλούσια έπιπλα και τον βαρύ διάκοσμο. Ο Άλβαν Χέρβεϋ γυρίζει σπίτι και βρίσκει ένα γράμμα από τη γυναίκα-του, που τον ενημερώνει ότι φεύγει με τον εραστή-της. Αλλά πριν καλά καλά προλάβει να νιώσει την ταπείνωση, η σύζυγός-του επιστρέφει κι έτσι διαδραματίζεται μπροστά-μας ο σκηνικός διάλογος ενός εξαγριωμένου συζύγου και μιας αμήχανης μετανοούσας.
          Και σ’ αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο, διαβάζουμε μια γλώσσα σφοδρή, καίρια, γεμάτη με φουρκισμένα ρήματα και ογκολιθικά επίθετα. Εκφράζει αφενός τη μανιασμένη ψυχή του Άλβαν, αλλά και την τετράγωνη εγγλέζικη ζωή που νόμιζε ότι κάλυπτε, τόσο αυτόν όσο και τη γυναίκα-του. Εκφράζει τον εσωτερικό στρόβιλο που τον συνεπήρε αλλά και τη βουβή εν πολλοίς δυστυχία της μοιχαλίδας. Εκφράζει όμως και τη διάσταση μεταξύ της ευπρέπειας που ήθελε ο Άλβαν να προσδιορίζει τη ζωή-τους και την έλλειψη συναισθημάτων που σταδιακά αναδύεται ως ανακάλυψη και τους πλακώνει. Εκφράζει ένα μέσα που δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, όπως το έξω. Στάθηκα λοιπόν να θαύμαζα αυτή τη γλώσσα, που σημειωτέον δεν ήταν η μητρική του Κόνραντ, ο οποίος γεννήθηκε στη νυν Ουκρανία από Πολωνούς γονείς. Τα αγγλικά, όπως τα υποπτεύομαι πίσω από την πολύ καλή μετάφραση του Μενδράκου, σπιθίζουν για να εκφράσουν τη βαριά βρετανική υποκριτική επιφάνεια αλλά και την εσωτερική ψυχολογία δύο ανθρώπων που δεν επικοινωνούν.
          Αυτή λοιπόν η γλώσσα είναι πετυχημένη, επειδή μας σερβίρει την ψυχοσύνθεση δύο ανθρώπων, που συμπιέζονται από διαφορετικές μυλόπετρες. Ο άντρας νιώθει ταπεινωμένος, προσβεβλημένος, κοινωνικά κατακριτέος, ευπρεπής κι όμως στιγματισμένος, ντροπιασμένος που δεν κατάλαβε τίποτα, που βρέθηκε εκτεθειμένος στην αναισχυντία της γυναίκας-του, που σπιλώθηκε το όνομά-του, εξοργισμένος και συνάμα μετέωρος πάνω από μια άβυσσο. Το σημαντικό που αναδύεται σ’ αυτήν την ψυχοσύνθεση είναι ότι ο Άλβαν δεν έχει χολωθεί που χάνει την αγάπη-του, αλλά που αμαυρώνεται η καλή-του εικόνα, η οικογενειακή-του τιμή, η προσωπική-του υπόληψη. Πρόκειται για μια ψυχρή, υποκριτική αντίληψη της αγάπης και της οικογενειακής ομαλότητας.
          Από την άλλη, είναι η σύζυγος που θέλησε να σπάσει αυτό το αποστειρωμένο περιβάλλον και να δραπετεύσει, να ξαναβρεί το αίσθημα που είχε απολέσει. Η ψυχοσύνθεσή-της φαίνεται σχετικά έμμεσα, αφού περισσότερο προβάλλεται η οπτική γωνία του άνδρα. Έτσι, δεν μπορούμε εξ αρχής να καταλάβουμε τι την οδήγησε στην ανεπιτυχή φυγή-της και τι την έφερε πίσω. Σταδιακά, όμως, αντιλαμβανόμαστε το βαθύ τραύμα, το μεγάλο κενό, το βαρύ φορτίο μιας άδειας ζωής.
          Κι ενώ το θύμα της υπόθεσης, ο Άλβαν, που έπεσε θύμα απιστίας, αναμασά και εκστομίζει όσα το δίκιο-του του υπαγορεύει, ανακαλύπτουμε σιγά σιγά ότι μπορεί και να μην είναι το θύμα αλλά ο θύτης. Ο ίδιος με λέξεις όπως “καθήκον” και “αλτρουισμός” δεν μπορεί να συλλάβει τα λάθη-του, αλλά μηρυκάζει αέναα τη θιγμένη-του εικόνα, που μπορεί να αποκατασταθεί αν η σύζυγός-του επανέλθει στην πρότερη τάξη. Εμείς όμως –κι αυτός κάπου φευγαλέα- ανακαλύπτουμε ότι για να φύγει από την οικογενειακή εστία η γυναίκα, δεν φταίει μόνο η ίδια –όπως η ηθική επιτάσσει- αλλά και αυτός, που δεν έκανε τίποτα για να διατηρήσει την αγάπη, να ανάψει την αγάπη που θάφτηκε στην ευπρέπεια της τιμής, να θωρακίσει τα συναισθήματα που θυσιάστηκαν στον βωμό της ευυπόληπτης αξιοπρέπειας. Η ηθική, παραδέχεται κάπου στο τέλος, δεν φέρνει αναγκαστικά την ευτυχία.

Αφού το διάβασα:
          Κλείνοντας το βιβλίο θα ’θελα να το ξαναδιάβαζα με μάτι σκηνοθέτη. Να έβλεπα όλα όσα έπρεπε και να φανταζόμουν όσα θα χρειαζόμουν για να το ανεβάσω σε θεατρικό μονόπρακτο. Το σκηνικό, τα ρούχα και τις κινήσεις, μα πιότερο την ψυχολογία του καθενός, τις εσωτερικές και εξωτερικές αναταράξεις, την απόδοση των συναισθημάτων, από την εγωιστική οργή έως την πρόσκαιρη συναίσθηση κι από τη θιγμένη αξιοπρέπεια στον διδακτικό μονόλογο περί καθήκοντος. Η ουσία του όλου έργου είναι η μετάδοση αυτών των αποχρώσεων που λένε πιο πολλά απ’ όσα φαίνεται στα λόγια.

[Οι εικόνες που εναλλάσσονται με το κείμενο και χρωματίζουν τα άψυχα γράμματα των σκέψεών-μου είναι παρμένες από:   www.dailymail.co.uk,  <πίνακας του Adrien-Henri Tanoux>,   gabrielle3.jpg,   www.pinterest.com,   www.worldpropertyjournal.com   και   bygonefashion.livejournal.com]
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, November 26, 2016

“Ένα πρωί, νωρίς” της Virginia Baily

Ένα καμιόνι που γεμίζει με Εβραίους είναι ήδη ένα δυνατό σημείο εκκίνησης, για να δοθεί η ιστορία του μικρού Ντανιέλε που σώζεται από μια Ιταλίδα κοπέλα. Κι έπειτα από χρόνια συναντάμε την κόρη-του που ψάχνει τον πατέρα-της. Ο Ντανιέλε είναι πανταχού απών, αλλά μέσω των δύο γυναικών που τον ψάχνουν συνεχώς παρών.


Café de Coco:

Virginia Baily
“Early One Morning”
Virago 2015

 
“Ένα πρωί, νωρίς”
μετ. Μ. Αγγελίδου
εκδόσεις Ίκαρος
2016

 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή ο «Ίκαρος» αρχίζει να δημιουργεί μια σειρά ικανότατων ξένων συγγραφέων που μεταφράζονται στα ελληνικά και δείχνει ότι ξέρει τι επιλέγει. Επομένως, εμπιστεύθηκα τον εκδοτικό οίκο κι επιπλέον διάβασα στο οπισθόφυλλο “Η απόφαση δύο γυναικών να σώσουν ένα παιδί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες, σε βάθος δεκαετιών”…

Καθώς το διάβαζα:
          Το αρχικό κεφάλαιο είναι άκρως θελκτικό, αφού μας μεταφέρει στη Ρώμη του 1944, στο κλίμα κατοχής των Ιταλών από τους Γερμανούς, στο εβραιοδιωκτικό περιβάλλον, όπου η πρωταγωνίστρια Κιάρα σώζει ένα μικρό εβραιόπουλο, ονόματι Ντανιέλε Λέβι, από το καμιόνι που πήρε τους δικούς-του σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.
          Από εκεί και πέρα τα κεφάλαια εναλλάσσονται ανάμεσα στο απώτατο παρελθόν του 1944 και της πολεμικής ατμόσφαιρας, η οποία εμπνέει φόβο και υποβάλλει μια ψυχολογική καταχνιά, και τον πλησιέστερο χρόνο του 1973, όταν η έφηβη Μαρία στο Κάρντιφ ανακαλύπτει ότι δεν είναι παιδί του πατέρα-της αλλά καρπός της μάνας-της Έντνα Κέλι και του γνωστού Ντανιέλε Λέβι, ο οποίος είναι άνθρωπος εξαρτημένος από τα ναρκωτικά, ήδη εξαφανισμένος από όλους.
          Η Αγγλίδα πεζογράφος ξέρει πολύ καλά να χειρίζεται την αφήγηση, όχι μόνο επειδή εναλλάσσει έντεχνα τα δύο χρονικά επίπεδα, αλλά και επειδή μέσα σε κάθε επίπεδο πηγαινοέρχεται σε μπρος και πίσω μικρο-αφηγήσεις, που συμπληρώνουν το κενό ανάμεσα στο 1944 και 1973. Από τον Ντανιέλε μικρό παιδί έως τον Ντανιέλε άστοργο πατέρα κι από την Ιταλία μέχρι την Αγγλία της δεκαετίας του ’70. Το συγγραφικό λοιπόν χέρι κρατά σταθερά το στυλό και μπορεί να χτίζει δρόμους και διαδρόμους ανάγνωσης.

Αφού το διάβασα:
          Έφτασα στο τέλος με λίγο κόπο, κυρίως επειδή από ένα σημείο και μετά οι δύο συγκλίνουσες γραμμές, αυτή του 1944 κι αυτή του 1973, δεν φαίνεται να συγκλίνουν. Επίσης, η αφήγηση καθυστερεί πολύ, αναλώνεται σε πολλά μικρά, που κατά τη γνώμη-μου είναι κωλυσιεργά στοιχεία, χωρίς ρυθμό και ένταση. Έμεινα σε μια πολύ καλή αρχή, που χάθηκε στην πορεία.

[Το κείμενο συνοδεύεται από εικόνες που ελήφθησαν από:  www.historyplace.com,   www.pinterest.com,   www.walesonline.co.uk   και   www.holocaustresearchproject.org]

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, November 22, 2016

“Ο κατάδεσμος” του Θωμά Κοροβίνη

Πόσα ελαττώματα μπορεί να έχει ένας άνδρας, πόσα “κοσμητικά” επίθετα μπορεί να επινοήσει το μυαλό μιας γυναίκας της νύχτας για να τον στολίσει. Το βρομόστομα της Ζηνοβίας συναντά το βρομοχαρακτήρα του άντρας-της.


Ρουμιτσίνο:

Θωμάς Κοροβίνης
“Ο κατάδεσμος”
εκδόσεις Άγρα
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή μου το χάρισε ένας παλιός συστρατιώτης-μου, που κρατάμε επαφή εδώ και τριάντα χρόνια. Μου το χάρισε θυμίζοντάς-μου τον λοχαγό στο στρατόπεδο που έβριζε με τέτοιο πλούτο λεξιλογίου, με τέτοιους αυτοσχεδιασμούς, με τέτοιο ταμπεραμέντο που έκανε τις πέτρες γύρω-μας να κοκκινίζουν. Τι μου θύμισε!
λασποδίαιτος, μποχαδερός, βρομύλος, αποκτηνωμένο ρεμάλι,
κοπρόστομος ιπποπόταμος, παλιογούρουνο, αχαΐρευτος, μουνοποιητής, καλαμπόρατζης, Χαμουραμπί, αγιογδύτης,  σπαζαρχίδας

Καθώς το διάβαζα:
          Όντως το λεξιλόγιο της Ζηνοβίας, της αφηγήτριας του εκρηκτικού μονολόγου του Κοροβίνη, σπάει όλα τα κοντέρ. Δεκάδες επίθετα να λούζουν τον άντρα-της, δεκάδες σύνθετα ουσιαστικά να προσπαθούν να τον χαρακτηρίσουν, δεκάδες βρισιές που ρίχνονται κατά ριπάς, μια χειμαρρώδης καταιγίδα καταρών και απωθημένων. Μπαίνοντας στις πρώτες σελίδες βλέπω τον ορυμαγδό μιας πολυβολούσας γυναίκας, η οποία ταχυβολεί σαν μυδραλιοβόλο, αφηγούμενη όσα τη βαραίνουν από τη συζυγία με τον άχρηστο Πραξιτέλη Σαντζακόγλου.
ψοφογάτσουλο, χολέρα, κόπρος, βδέλυγμα, ασχημοποντικόγατο,
περίτριμμα, ψοφίμι, ξετσίπωτο κνώδαλο, σωματέμπορας,
πατσαβουρόπουλος, χλεχλές, ζωντόβολο, ξόανο, τσόφλι,
βρομοσκούληκας
          Η Ζηνοβία είναι στη δεύτερη νιότη-της, τραγουδίστρια στα “Κουτουπώματα”, ντιζέζ της παλιάς σχολής, λαϊκός τύπος που έφτασε μέχρι τη δευτέρα γυμνασίου, άνθρωπος της πιάτσας, της νύχτας, του λιμανιού (κάτι μεταξύ Τρούμπας και Λαδάδικων), Θεσσαλονικιά, του βαρύ λαϊκού σεβντά. Το λούσιμο, όπως προείπα, αφορά στον άντρα-της, που είναι ένας τιποτένιος πορνόμυαλος, ένας χαμερπής ανεπρόκοπος, ένας ποταπός αναξιότροπος. Στο πρόσωπό-του συνοψίζονται όλα τα δυνατά ανθρώπινα (αρσενικά) ελαττώματα, που φτάνουν στα άκρα, αφού πέρα από μουρντάρης και αρσενοκοίτης είναι και κτηνοβάτης, πέρα από τεμπελχανάς είναι και ανεμοδούρας, πέρα από εξουσιόδουλος είναι και αριβίστας. Η λεκτική λαίλαπα της Ζηνοβίας βγάζει μπρίο και πάθος, οργή και μανία, ορμητικότητα και οργιαστικό αποτροπιασμό.
ανωφελέστατος, σκατόφκιαρο, διπροσωπία ενσαρκωμένη, καλπονοθεία, ξεφτίλας, αλογομούλαρο, φτωχομπινεδιάρης, σκατοχώριατος, νούμερο, αρχιαναίσθητος, μούλος, κρυφομούλος
          Το κείμενο, παρόλο που διεκδικεί διαχρονική ελληνικότητα, τοποθετείται χρονικά στη σημερινή Ελλάδα του Τσίπρα, αλλά καλύπτει τουλάχιστον τα τελευταία σαράντα-πενήντα χρόνια: από τα κολλητά τζιν στα παντελόνια καμπάνες και από τον Ανδρέα στον Σαμαρά. Ο Πραξιτέλης-Πράξος είναι ένας ακραίος αλλά και αντιπροσωπευτικός Έλληνας, με την πολιτική μετακίνησή-του όπου φυσάει ο άνεμος της εξουσίας, με το αριστερό παρόν αλλά και με το δεξιό παρελθόν, με την πολυγαμική φύση και την άξεστη αμορφωσιά, με τη νυχτόβια συμπεριφορά και την ακαμάτικη νοοτροπία, με την ύπουλη τσιγκουνιά και τη βιτρινάτη μαγκιά. Όλα στο φαίνεσθαι, στον αέρα, στο ανδρικό ταμπεραμέντο που είναι φούσκα και κούφιο νταηλίκι. Δεν ξέρω αν ο Έλληνας είναι όντως έτσι ή αν έχουμε μια καρικατούρα καραγκιόζη που περιέχει και δόσεις βαρβατοελληνικότητας, αλλά το καταχάρηκα όπως το διάβαζα μονοκοπανιάς.
παλιόμουτρο, προστυχόγερος, κάθαρμα, σαπρόφυτο, σκατόψυχος, σκατοφούκιαρο, κωλοπαίδι, παλιοτόμαρο, βρομοπόντικας, νιαουρόγατα, απόβρασμα, γατοποντικοκούραδο, γατοξερατό
          Σε ορισμένες φάσεις η γλώσσα της ηρωίδας ξεφεύγει και όσο κι αν έχει διαβάσει, δεν μπορεί να μιλάει με δόκιμες λέξεις και με φράσεις των αρχαίων. Αυτό, αν τεθεί σε δεύτερη μοίρα, δεν θα εμποδίσει τον αναγνώστη να χαρεί τον χείμαρρό-της, τον μονόλογο-κατάρα, που καθαίρει τα βάσανά-της και ξεμπροστιάζει όλη τη σήψη ενός ανθρώπου.

Αφού το διάβασα:
          Γρήγορη ανάγνωση, τελείωσε μέσα σε δυο ώρες. Δυνατή σαν αψέντι η γλώσσα, έντονη η σκιαγράφηση του Πραξιτέλη, κόλαση το στοματάκι της Ζηνοβίας. Μέσα στην υπερβολή-του ο μονόλογός-της αφήνει τον καταρράκτη-του να μπει στο μυαλό-μας και να το ανακατέψει.

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ιστότοπο In2life στις 15/11/2016 και εδώ αναδημοσιεύεται με εικόνες από:   www.tsbmag.com,   www.iefimerida.gr,   (δύο επόμενες:) lifo.gr  και   www.paraskhnio.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, November 17, 2016

“Με μια χιλιάρα καβασάκι” του Βαγγέλη Σιαφάκα

Η ζωή τρέχει με χίλια, μεγαλώνει, ωριμάζει, ερωτεύεται, πολιτικοποιείται, φωνάζει, κλαίει, συζητά, μαθαίνει, χωρίζει και πονά, πεθαίνει και πενθεί. Κι όλος ο πολιτικός παλμός της προσωπικής ιστορίας δίνει άλλο χρώμα στα γυαλιά με τα οποία ξαναζούμε το χθες.


Γιαννιώτικος με καϊμάκι:

Βαγγέλης Σιαφάκας
“Με μια χιλιάρα καβασάκι”
εκδόσεις Πόλις
2016

 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή οι εκδόσεις Πόλις είχαν την καλοσύνη να μου το στείλουν και πάντα δοκιμάζω κρασί από καλά βαρέλια. Ειδικά όταν βλέπω ότι ο συγγραφέας κατάγεται από τα Γιάννινα, πατρίδα αγαπημένη…

Καθώς το διάβαζα:
“Πάντα είχα την υποψία ότι κάτι μπορεί να μην πηγαίνει καλά με τον ιστορικό υλισμό”
“Όπιο του λαού λέγαμε τη θρησκεία”
“Δώσαμε μάχες να φύγει το σφυροδρέπανο και να βγάλουμε το ‘Κάπα’ από τον τίτλο μας. ΕΑΡ δεν μας λένε;”
“Χάσαμε, φτιάξαμε ένα καθεστώς τυραννικό”
“Δεν υπάρχει ανανέωση του κομμουνισμού. Κατεδάφιση χρειάζεται”
         
          Με τέτοιες ατάκες ξανασμίγουν στο τελευταίο διήγημα της συλλογής παλιοί Ρηγάδες. Έχουν ωστόσο πάρει αποστάσεις και κινούνται ανάμεσα στην ήπια θρησκευτικότητα και την απολίτικη στάση. Κι ο ίδιος ο Σιαφάκας, που ήταν άλλοτε μέλος του “Ρήγα Φεραίου”, απομακρύνθηκε από τα κομματικά ήδη από το 1977. Έτσι, η συνισταμένη της ζωής του συγγραφέα, με τα προσωπικά βιώματα και τη λογοτεχνική-του πέννα, βρίσκει την πολιτική να υποφώσκει πίσω από κάθε κείμενο. Κείμενα άλλοτε εμφανώς αυτοβιογραφικά, άλλοτε κοινωνιολογικά κι άλλοτε ρητά πολιτικά.

          Τα διηγήματα είναι πολιτικά, είτε αυτό φαίνεται είτε όχι. Κι όταν φτάσει κανείς στο τέλος, βλέπει την πολιτική να γίνεται πρωταγωνίστρια. Τότε αντιλαμβάνεται ότι όλες οι αφηγήσεις είχαν μια τέτοια βάση, που απλώς δεν δηλωνόταν ρητορικά. Από τα κοινωνικά, ταξικά, δεδομένα της μετατροπής ενός βάλτου σε γειτονιά μέχρι τις φοιτητικές ανησυχίες και τις επαφές με τις κομουνιστικές νεολαίες άλλων χωρών. Κι από τα πρώτα παιδικά χρόνια, που αναδεικνύουν τη λαϊκή ψυχή, έως τους πρώτους έρωτες και την “πολιτική”-τους.
          Ακόμη περισσότερο η αριστερή ματιά ξεφεύγει επιτέλους από το σύνδρομο της αδικίας και της δίωξης. Περνάει σε κοινωνικές σκέψεις, ευτυχώς χωρίς τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και διδακτισμούς, αλλά και σε αναθεωρητικές εκδοχές της νιότης και της στράτευσης. Η πολιτική δένει με την προσωπική πορεία μέσα στον χρόνο. Φυτρώνει στα Γιάννινα και μεταφυτεύεται στη Φλωρεντία και τη Μαδρίτη, την Αθήνα και αλλού. Αναρριχάται σαν κισσός στο καθημερινό, χωρίς να το πνίγει. Προχωράει και ξανακοιτάζεται μέσα από το τώρα και το τότε.
          Δεν μου άρεσαν τα διηγήματα, ειδικά προς το τέλος, όπου υπερισχύει το προσωπικό βίωμα και η αυτοβιογραφική ανάλυση εις βάρος της ιστορίας και της αυτόνομης δράσης. Τα υπόλοιπα όμως ήταν αρκούντως μεστά, αισθαντικά και ζεστά. Αναδύανε κόσμους και πρόσωπα. Κρατούσαν την ιστορία και τα μηνύματά-της σε θερμοκρασία ανάγνωσης.
         
Αφού το διάβασα:
          Χωρίς να έχω δει λογοτεχνικές καινοτομίες, διάβασα με ενδιαφέρον τον Σιαφάκα. Ταξίδεψα μαζί-του. Είδα τα Γιάννινα των γονιών-μου. Προχώρησα μέσα στην Ιστορία των τελευταίων πενήντα χρόνων. Απέφυγα τις κομματικότητες και τις κλασικές πολιτικές εμβαθύνσεις. Είδα τη ζωή μαζί με τον συγγραφέα να ριγά και να πεθαίνει, να πάλλεται, να ερωτεύεται και να πονά.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι παρμένες από:  www.discovergreece.com,   edo-provokatoras.blogspot.gr,   tvxs.gr,   www.anexitilo.net   και   www.in2life.gr]

Πατριάρχης Φώτιος 

Sunday, November 13, 2016

“Το πέρασμα” του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

Μυτιλήνη, Χίος, Κως, άλλα νησιά που θέλησαν να γίνουν γέφυρες για ανθρώπους ξεριζωμένους. Μετανάστες και πρόσφυγες που είδαν τα πολλαπλά νησιά του Αιγαίου σαν αποκούμπια σε μια κολοσσιαία πορεία από την πατρίδα-τους στην γη της επαγγελίας.


Ελληνικός καφές με ολίγη:

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Το πέρασμα
εκδόσεις Μεταίχμιο
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή η λογοτεχνία προσπαθεί να είναι συχνά επίκαιρη, ώστε να προβληματίσει και να προβληματίζεται πάνω στα φλέγοντα σύγχρονα θέματα όπως η μετανάστευση.

Καθώς το διάβαζα:
          Διαβάζω τις πρώτες τριάντα σελίδες στο κρεβάτι, λίγο πριν κοιμηθώ, και ξυπνάω μέσα στη νύχτα με εφιάλτες από τις σκηνές του μυθιστορήματος. Για πολλές ώρες ένιωθα ότι θαλασσοπνιγόμουν κι εγώ όπως οι άτυχοι μετανάστες που καραβοτσακίστηκαν στις βραχώδεις ακτές ενός νησιού του Ανατολικού Αιγαίου μέσα σε μια άγρια, βροχερή και ανεμόεσσα νύχτα. Η εικονοποιία και η θεατρικότητα -ή μάλλον η κινηματογραφικότητα- της γραφής ήταν τόσο έντονη που με έκανε να αναπλάσω, επώδυνα και βιωματικά, όσα είχα διαβάσει.
          Η ιστορία, όπως καταλάβατε, αναφέρεται στην πρόσφατη, πολλαπλώς ιδωθείσα, τραγωδία των προσφύγων και των μεταναστών να περάσουν από την Τουρκία στην Ελλάδα σε ταξίδια θανάτου. Κι αν θες να εστιάσεις στο θέμα ποιον βάζεις πρωταγωνιστή ή ποιους, μετανάστες, κατοίκους, εθελοντές, αρχές βάζεις σε πρώτο πλάνο; 
          Σε ποιον δίνει π.χ. κανείς το Νόμπελ Ειρήνης, όταν χιλιάδες άνθρωποι συνέβαλαν στη διάσωση και προστασία των προσφύγων και μεταναστών που κατέφτασαν στα ελληνικά νησιά; Συμβολικά, λοιπόν, και μόνο συμβολικά προτάθηκαν τρεις άνθρωποι, που θα εκπροσωπούσαν το σύνολο του πληθυσμού: η 85χρονη γιαγιά της Συκαμνιάς Αιμιλία Καμβύση, ο 40χρονος ψαράς Στρατής Βαλιαμός και η εθελόντρια και ακτιβίστρια, η ηθοποιός Σούζαν Σάραντον. Τελικά δεν το πήραν…
           Ανάλογα, ένας συγγραφέας που θα ήθελε να πραγματευθεί το θέμα θα μπορούσε να επιλέξει παραδειγματικά έναν ή δύο-τρεις κατοίκους π.χ. της Λέσβου ή έναν εθελοντή που καταφτάνει στην Κω για να βοηθήσει ή έναν πρόσφυγα που διέτρεξε με πολλούς κινδύνους χιλιάδες χιλιόμετρα για να ξεφύγει από τον πόλεμο στη Συρία ή… Ο ήρωας αυτός θα ενσάρκωνε το αλτρουιστικό ιδεώδες της ελληνικής φιλοξενίας ή ως αρνητικός χαρακτήρας θα αναδείκνυε τον ρατσισμό και τον εθνικισμό ή ως θύμα ενός παγκοσμιοποιημένου παιχνιδιού θα εκπροσωπούσε τα εξήντα πέντε εκατομμύρια ανθρώπους οι οποίοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν πατρίδα μέσα στα τελευταία χρόνια.
          Ο Τζαμιώτης τόλμησε να μη βάλει στο κέντρο του πρόσφατου μυθιστορήματός-του ένα ή δύο συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά να συνθέσει μια πολυπρόσωπη και πολυπρισματική εικόνα ενός μικρού νησιού που δέχεται δεκάδες αλλοδαπούς, οι οποίοι ναυάγησαν στην προσπάθειά-τους να περάσουν στη σωτήρια Ευρώπη μέσα από τα αφρισμένα κύματα του Αιγαίου. Έτσι, μέσα από αυτή την καλειδοσκοπική εικόνα, μέσα από τις μικρές ιστορίες και οπτικές γωνίες που καλύπτουν ξεχωριστές φέτες του μεταναστευτικού ζητήματος, μέσα από τις ψηφίδες που συναπαρτίζουν το όλον, ο αναγνώστης εισπράττει μια πανοραμική κάτοψη του χρόνου και του τόπου, χωρίς να χάνει την εστίαση στην εμπλοκή κάθε προσώπου με την αλλαγή που συμβαίνει στο νησί.
          Οι τάσεις είναι πολύπλευρες, από την ήπια επιφύλαξη μέχρι την ενεργή γενναιοδωρία κι από την κούραση που διαμαρτύρεται έως την υπηρεσιακή τυπικότητα. Κάθε κεφάλαιο είναι και μια άλλη πτυχή, σε ένα μυθιστόρημα σπονδυλωτής υφής, όπου κάθε πρόσωπο εκφράζει και μια άλλη στάση, μια άλλη ιδεολογία, όχι τόσο διαφορετικές, αν θεωρήσει κανείς ότι ένα μικρό μέρος δεν παράγει ποικιλότροπες εκδοχές της κρίσης. Δεν νομίζω ότι ο συγγραφέας, και σωστά έπραξε, ήθελε να προβάλλει τη φιλοξενία ή τον ρατσισμό των Ελλήνων, να κάνει δηλαδή ένα έμμεσο κήρυγμα. Αντίθετα, επέλεξε μια πολυπρισματική “αντικειμενική” αποτύπωση, ώστε να αφήσει τα γεγονότα και τα πρόσωπα να μιλήσουν ευθέως στον αναγνώστη.

Αφού το διάβασα: 
          Είναι λίγες μέρες που το τελείωσα και νιώθω ότι το πρώτο συντάραγμα ατόνησε. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω μήπως η φυγόκεντρη αφήγηση, η πολυπρόσωπη ιστορία, τα πολλά καλά αλλά χωρίς σφιχτό πλαίσιο με αποσυντόνισαν. Μου άρεσε και ταυτόχρονα με άφησε απ’ έξω. Σαν να τα είδα όλα και να τα ένιωσα και μαζί να με πέταξαν έξω. Τα ίδια τα γεγονότα μοιάζουν εξωτερικά ιδωμένα όσο και αν είναι συγκλονιστικά στην καταγραφή-τους, σαν να μην προλαβαίνει το μυαλό να ζήσει την τραγωδία και αλλάζει πλευρό.

[Οι εικόνες που οπτικοποιούν τη φρίκη, όλες αυτές που συνοδεύουν το άφατο μέσα στο κείμενο, οι εφιάλτες που γεννούν σε όποιον δει και καταλάβει, οι φωτογραφίες που αποτυπώνουν την τραγωδία αντλήθηκαν από:   www.athina984.gr,   www.thetimes.co.uk,   eleftheriaonline.gr,    www.efsyn.gr,   laInfo.es,   in.gr   και   aixmi.gr]

Πατριάρχης Φώτιος