Tuesday, July 16, 2019

Βίκυ Τσελεπίδου, “Φιλελλήνων”

Φιλελλήνων: δρόμος ή όσοι αγαπούν την Ελλάδα; Και ποια τα όρια μεταξύ ελληνικών ηθών και ξενόφερτων νοοτροπιών, ή τι μπορεί να αλλάξει σε μια μικροαστική ζωή από μια (μικρή) παρασπονδία;



Βίκυ Τσελεπίδου
“Φιλελλήνων”
εκδόσεις Νεφέλη
-2018


Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Το “Ελενίτ” της Βίκυς Τσελεπίδου μάς είχε αφήσει διττά αισθήματα. Επομένως, τώρα ξαναπιάνουμε το μικρό της βιβλιαράκι να δούμε…

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Ξεκινάμε τη συζήτηση με σιωπές. Το κείμενο αναφέρεται στον Ζαφείρη ο οποίος μεσήλικας αλλά ακμαίος φροντίζει τις γηραιότερες γειτόνισσές του, στη Φιλελλήνων. Ποια Φιλελλήνων; Στην Αθήνα. Μάλλον όχι. Ίσως στην Καβάλα, τη γενέτειρα της συγγραφέως. Never mind. Φροντίζει λοιπόν τη Δόμνα και τη Φωτούλα, καθεμιά από τις οποίες έχει τις ανάγκες της, τους καημούς της, τα πληγωμένα αισθήματα από την οικονομική κρίση που έπληξε την τσέπη τους. Κι ο πρόθυμος Ζαφείρης είναι ο καλός Χριστιανός που μεριμνά ανιδιοτελώς γι’ αυτές. Ώσπου μια μέρα, κάνοντας baby sitting σ’ ένα μωρό της πολυκατοικίας, χάνει τον έλεγχο… No spoiling

Η νουβέλα της Τσελεπίδου μυρίζει παλιομοδίτικα δεδομένα και εκτός εποχής μοτίβα. Ο φαντάρος που κάνει καμάκι σε μια ξανθιά κουκλάρα, η αντιπαροχή και η εξασφάλιση μέσω ενός σπιτιού, η πώληση ενός διαμερίσματος για να στεγάσει ο πατέρας την κόρη του που παντρεύτηκε… Όλα αυτά σε προδιαθέτουν για άλλη εποχή κι όχι για τον 21ο αιώνα. Θυμίζει Κουμανταρέα και μικροαστισμό πολλών δεκαετιών πίσω. Κι αυτό δημιουργεί αναγνωστικά ανακλαστικά που σε ωθούν να κλείσεις το βιβλίο νωρίς.

Τα μείον αυτά εξισορροπούνται σε βαθμό να πεις μήπως τελικά η νουβελογράφος καταφέρνει να γυρίσει τις εντυπώσεις όταν αφηγείται τη σκηνή στο σπίτι του μωρού. Σταδιακή εξέλιξη, τεχνικές ήπιου θρίλερ, σταδιακή κορύφωση, καθώς περιμένεις το αναπόφευκτο, που δεν ξέρεις τι είναι αλλά περιμένεις κάτι συνταρακτικό. Φοβάσαι τι θα γίνει στο βρέφος, αλλά ταυτόχρονα είσαι στο πόδι για μια εξέλιξη που θα εκτοξεύσει την ιστορία. Όχι με μια θριλερική αιματοχυσία αλλά με μια εξέλιξη που θα αλώσει το επίπεδο ύφος και το παρωχημένο σκεπτικό. Κι όντως έρχεται, αλλά δεν οδηγεί την υπόθεση σε μια κορύφωση αλλά την προσγειώνει με τον τρόπο που η συγγραφέας το χειρίζεται…

Κι έπειτα έρχεται ο προβληματισμός που άλλους τους κάνει να λένε τι αποσπασματικότητα και ποια σχέση έχουν μεταξύ τους τα ετερόκλιτα στοιχεία κι άλλους να αναζητούν τη συνοχή τους. Μικρές βιογραφίες του Νέρωνα, του Percy Shelley, του Χατζή Χαλίλ Εφέντη, του Godard, και μια ανακοίνωση του Αμβρόσιου Καλαβρύτων. Το πρώτο και το τελευταίο κείμενο μιλάνε για ομοφυλόφιλους και γενετήσια πάθη, τα άλλα; Εκεί πέφτει η ιδέα ότι ο τίτλος και ο δρόμος δεν είναι τυχαία. Η σχέση Ελλάδας και Ευρώπης, τι (οικονομικό) χρωστάμε εμείς και τι (πολιτισμικό) χρωστάνε αυτοί, ποια ήθη δικά μας και ποια δικά τους πλύθηκαν μαζί κι έχουν αλληλοεπιδράσει, πώς το παραδοσιακό, το χριστιανικό και το φιλάνθρωπο φλερτάρει με το έκφυλο… Δεν ξέρω.


Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Τελικά; Ο προβληματισμός, ανάλογος με τα “Τρία ελληνικά μονόπρακτα” του Βαλτινού, δεν μπορεί να πέσει κάτω. Δεν μπορεί να είναι άσχετα μεταξύ τους τα κομμάτια του παζλ που δεν ολοκληρώνεται. Ο αναγνώστης πρέπει να δραστηριοποιηθεί, αλλά πάλι βγαίνει νόημα;

> Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε το 1975. Σπούδασε Νομικά, Επικοινωνία και Δημιουργική Γραφή. Κυκλοφορούν τα βιβλία της Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι; (μυθιστόρημα, Νεφέλη 2017), το οποίο έλαβε το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών, και Ελενίτ (διηγήματα, Νεφέλη 2014).
Πάπισσα Ιωάννα 

Saturday, July 13, 2019

Περικλής Σφυρίδης, “Καρκίνος”


Ο πρωταγωνιστής στον τίτλο, ο συγγραφέας ως γιατρός αφηγητής, οι ιστορίες σκυταλοδρομία πόνου και ματαιότητας. Μα το ανάγνωσμα είναι πολύ δυνατό και αξίζει να σταθεί κανείς στη φιλοσοφία της ζωής και του θανάτου.




Περικλής Σφυρίδης
“Καρκίνος”
εκδόσεις Εστία
-2018


Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Είχαμε ξαναδιαβάσει Σφυρίδη. Διηγήματα; Διηγήματα! “Το πάρτι και άλλα διηγήματα” το 2011.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Τώρα διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Χωρίς ήρωες. Χωρίς ενιαία δράση. Χωρίς τα τυπικά χαρακτηριστικά. Πιο πολύ πρόκειται για αναμνήσεις, δραματοποιημένες, του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος ως γιατρός έζησε πολλές περιπτώσεις καρκίνου. Αρχίζει, λοιπόν, να τις αφηγείται στον αποδέκτη της αφήγησης που κάνει ένα είδος έρευνας, αν και ο τελευταίος δεν φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο.

Το κείμενο πορεύεται σε μια ανιούσα κλίμακα. Μικρά περιστατικά γνωστών και φίλων, από τα πρώτα δείγματα, τη διάγνωση, την εξέλιξη της αρρώστιας, τη φθορά, τις χημειοθεραπείες, και συνήθως τελικά ο θάνατος. Έτσι παρελαύνουν φίλοι, συγγενείς και γνωστοί, όπως ο Παναγιώτης Μουλάς και άλλοι, οι οποίοι φωτογραφίζονται αλλά δεν δίνονται τα ονόματά τους. Περισσότερο αποδίδονται με το βασικό τους επαγγελματικό ή άλλου είδους χαρακτηριστικό: η καθηγήτρια, ο ποιητής εκ Βέροιας κ.ο.κ. Κάθε περίπτωση και μια πίκρα. Χωρίς μελό, χωρίς ακρότητες. Κι η κλίμακα καταλήγει στο κεφαλόσκαλο της αφήγησης, στη γυναίκα του συγγραφέα, που πλήττεται από την “κακιά αρρώστια” και η εξιστόρηση της πορείας της καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου.

Το βιβλίο παρά το βαρύ του θέμα διαβάζεται με γρήγορους ρυθμούς. Η άνεση του πεζογράφου συνοδεύεται από καίριες παρατηρήσεις τόσο για την επιστήμη, τον ρόλο των γιατρών που εμπορευματοποιούν το λειτούργημά τους, τον ασθενή και τις αντοχές του, τον πόνο και τη στάση των συγγενών, τη ζωή και τον θάνατο.

Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Τελικά μυθιστόρημα; Αν ο καρκίνος είναι ο πρωταγωνιστής που διαρθρώνει όλες τις ιστορίες κάτω απ’ το σκήπτρο του, τότε ναι. Άλλου είδους μυθιστόρημα. Πολύ βιωματικό, κάτι βέβαια που το υποβαθμίζει σε εμπειρίες και σχόλια επ’ αυτών. Ωστόσο, είτε είναι είτε δεν είναι μυθιστόρημα, πρόκειται για ένα δυνατό ανάγνωσμα.


> Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Απόφοιτος του Αμερικανικού Κολεγίου "Ανατόλια", της τάξης του 1952. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καρδιολόγος έως το 1994. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 μέχρι το 1981. Στα γράμματα εμφανίστηκε με ποιητική συλλογή το 1974 και συνεργάστηκε στενά με το περιοδικό "Διαγώνιος". Από το 1985 έως το 1990 κυκλοφόρησε την ετήσια έκδοση με ανέκδοτα κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης "Παραφυάδα". Από το 1987 έως το 1996 ήταν σύμβουλος έκδοσης (υπεύθυνος ύλης) του περιοδικού "Το τραμ". Το 1996 διοργάνωσε το συνέδριο "Παραμυθία Θεσσαλονίκης" για την πεζογραφία της πόλης από το 1912 μέχρι το 1995 και επιμελήθηκε τα πρακτικά του συνεδρίου (1997). Στο διήγημα του "Το μυστικό" βασίζεται η ταινία του Τάσου Ψαρά "Η άλλη όψη" (1991), το σενάριο της οποίας έγραψε ο ίδιος μαζί με το σκηνοθέτη. Άλλα δύο διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες από την ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ): "Καρτέλα ασθενούς" και "Το μπλέξιμο". Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας. Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί πολλά κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες. Από τις εκδόσεις της "Εστίας" κυκλοφορεί το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σ. Σταυρακοπούλου, "Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του" (2011).
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, July 09, 2019

Georges Simenon, “Τα υπόγεια του Ματζεστίκ”


Μια υπόθεση που μπλέκει στην προσωπική ζωή του θύματος εραστή και εκμεταλλευτή. Αυτό ωστόσο που βαραίνει είναι η αστυνομική και κυρίως η αφηγηματική δεινότητα του Simenon, ο οποίος ξεδιπλώνει την έρευνα και αναδρομικά τον φόνο με μαγική μαεστρία.


Georges Simenon
Les Caves du Majestic
1942

“Τα υπόγεια του Ματζεστίκ”  
μετ. Α. Μακάρωφ
εκδόσεις Άγρα -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Η αγάπη για τον Simenon κρατάει χρόνια. Μόλις μάθουμε ότι κυκλοφόρησε νέα μετάφραση απ’ την Άγρα, σπεύδουμε να την προμηθευτούμε, γιατί ξέρουμε ότι σπάνια θα μας διαψεύσει. Ένατος τίτλος ώς τώρα και ήδη έχουμε μια ευμεγέθη σειρά Simenon στο ράφι της βιβλιοθήκης μας.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Τα μαγικά χέρια του Βέλγου συγγραφέα θέλγουν όποιον πέσει στις γραφές τους. Απ’ τη μια, ο νωθρός, αθόρυβος, αδρανής εξωτερικά αλλά οξύνους εσωτερικά Maigret και οι μέθοδοί του, που υπνωτίζουν τους υπόπτους και τους σπάνε τα νεύρα με τη νωχελική του παρουσία. Στέλνει απεσταλμένους, υποψιάζεται εκδοχές και τις δοκιμάζει με καίριες ερωτήσεις, σπεύδει ενώ φαίνεται ότι καθυστερεί, συνδέει ενδείξεις σε νήματα σκέψεων… Όλος σάρκα και οστά αποκτά από βιβλίο σε βιβλίο όλο και περισσότερη υπόσταση, γίνεται γνώριμός μας, φωνάζει ότι δεν είναι χάρτινος.

Απ’ την άλλη, ο τρόπος αφήγησης τυπικά ακολουθεί τα κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα. Το έγκλημα κι έπειτα η εξωτερική επιφάνεια με τους σχεδόν σίγουρους ενόχους σε μια σειρά από υπόπτους. Αν όμως προσέξει κανείς τον τρόπο της αφήγησης, θα καταλάβει ότι ο Simenon ξεκινά από μικρές λεπτομέρειες, προχωρά δήθεν αδιάφορα και καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα. Η αφήγησή του δεν λέει ποτέ ψέματα, για να μην πω ότι λέει πάντα υπόρρητα τις δικές της αλήθειες.

Η δολοφονημένη βρίσκεται στο βεστιάριο του πολυτελούς ξενοδοχείου Majestic, στα υπόγεια του οποίου ζει το προσωπικό κι από εκεί διευθετεί όλες τις εξυπηρετήσεις των πελατών. Η δολοφονημένη Mimi είναι Γαλλίδα, που παντρεύτηκε Αμερικανό και ζει τα τελευταία χρόνια από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Γυρίζει όμως με τον άντρα της και τον γιο της για διακοπές στο Παρίσι και μένει στο Majestic, όπου δουλεύει ο πρώην εραστής της Prosper Donge. Σ’ αυτόν πέφτουν όλες οι υποψίες, ειδικά απ’ τη στιγμή που αποκαλύπτεται ότι ο γιος της Mimi είναι δικός του.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Μ’ αρέσει η μέθοδος του Simenon. Τόσο η αστυνομική του αστυνόμου Maigret όσο κι η αφηγηματική του συγγραφέα. Η υπόθεση, όταν τελειώσει το έργο, δεν φαντάζει σπουδαία, αφού άλλη μια οικονομική εκμετάλλευση και μια πλαστοπροσωπία βρίσκονται στο βάθος αυτής της ιστορίας. Κατά βάση λοιπόν αυτό που μετράει είναι η κατόπτευση διά του βλέμματος του αστυνόμου του τόπου και των εμπλεκομένων, κατόπτευση που τη φανταζόμαστε χωρίς επακριβώς να την αναπλάθουμε. Μέσω αυτής και των μύχιων συλλογισμών ο Maigret αναπηδά χαρούμενος που έκανε τις κατάλληλες συνδέσεις και διερευνά με αληθοφάνεια και συνοχή το όποιο έγκλημα.

In2life, 17/6/2019 


> Ο Ζωρζ Σιμενόν γεννήθηκε στη Λιέγη του Βελγίου στις 13 Φεβρουαρίου 1903. Έπειτα από σπουδές στους Ιησουίτες έγινε, το 1919, μαθητευόμενος ζαχαροπλάστης, έπειτα υπάλληλος βιβλιοπωλείου, και τελικά ρεπόρτερ στη "Γκαζέτ ντε Λιέζ". Το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο "Στο γεφύρι του Αρς" εκδόθηκε το 1921 και τότε ο Σιμενόν έφυγε απ' τη Λιέγη για το Παρίσι. Παντρεύτηκε το 1923 με την "Τιζύ" και δημοσίευσε διηγήματα και νουβέλες σε πολλές εφημερίδες. Το 1924 εξέδωσε, με ψευδώνυμο, το πρώτο "λαϊκό" του μυθιστόρημα, "Το μυθιστόρημα μιας δακτυλογράφου". Ως το 1930, δημοσίευσε διηγήματα και μυθιστορήματα σε πολλούς εκδότες. Το 1931, άρχισε τις έρευνές του ο περίφημος ήρωας του, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ. Έγραφε τα βιβλία του, ταξίδευε, έστελνε ρεπορτάζ κι άφησε τις εκδόσεις "Φαγιάρ" για να πάει στις εκδόσεις "Γκαλλιμάρ", όπου συνάντησε τον Αντρέ Ζιντ. Στο πόλεμο ήταν υπεύθυνος των Βέλγων προσφύγων στη Λα Ροσέλ και κατοικούσε στη Βανδέα. Το 1945 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά το διαζύγιό του εγκαταστάθηκε ξανά στην Ευρώπη. Η δημοσίευση των απάντων του (72 τόμοι) άρχισε το 1967. Από το 1972 αποφάσισε να σταματήσει το γράψιμο. Αφοσιώθηκε έκτοτε στις εικοσιδύο "Υπαγορεύσεις" του και κατόπιν συνέταξε τα ογκώδη απομνημονεύματα "Memoires intimes" (1981). Ο Ζωρζ Σιμενόν πέθανε στη Λωζάννη το 1989. Πολλά μυθιστορήματά του έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Πάπισσα Ιωάννα

Friday, July 05, 2019

Pierre Louÿs, “Η γυναίκα και το νευρόσπαστο”


Η ταινία με τη Brigitte Bardot, η οποία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι αρκετή για να γνωρίσουμε τον κόσμο του Γάλλου συγγραφέα.


Pierre Louÿs
“La Femme et le pantin”
1898
“Η γυναίκα και το νευρόσπαστο”
μετ. Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
εκδόσεις Μεταίχμιο -2019


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Στο πλαίσιο του κύκλου αναγνωσμάτων μου με θέμα τις “Γυναίκες, ωραίες ερωμένες και femmes fatales” διάβασα ένα δείγμα (μετα)ρομαντικής γραφής του 19ου αιώνα.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο Γάλλος συγγραφέας μεταφέρει τη δράση του στη Sevilla την εποχή των αποκριών του 1896. Αυτό του δίνει το περιθώριο να αφήσει πιο ελεύθερα τα ήθη και να τοποθετήσει στο κέντρο της ιστορίας του μια μικρή, ωραία και μοιραία γυναίκα, την Conchita Perez. Ο Γάλλος André Stévenol συναντά τυχαία και ερωτεύεται τη νεαρή Ανδαλουσιανή, της στέλνει ραβασάκι κι αυτή ανταποκρίνεται, παρόλο που είναι παντρεμένη. Πριν πάει όμως στο ραντεβού τους, ρωτά πληροφορίες τον Ισπανό φίλο του Mateo Diaz, ο οποίος του αποκαλύπτει ότι είχε ερωτευτεί κι αυτός την ίδια κοπέλα, όταν ήταν 18 χρονών. Η διπλή της όψη και η μοιραία φύση της ύπαρξής της ήταν καθοριστικά για τη ζωή του…

Η μικρή Concha είναι παρθένα, αλλά φλερτάρει ναζιάρικα, προβάλλει την ομορφιά της, σαγηνεύει τον άνδρα, αλλά δεν αφήνει περιθώρια για περαιτέρω κινήσεις, υπόσχεται αλλά και αναβάλλει. Είναι στο ναι αλλά και στο όχι. Αφήνει ελπίδες αλλά συνάμα τρελαίνει με την αιδημοσύνη της που δεν επιτρέπει παρεκτροπές. Το παιχνίδι της σαγήνης και της απόρριψης προωθεί την υπόθεση και δημιουργεί το διφορούμενο πεδίο για να αναπτυχθεί η ανασφάλεια, η αμφιθυμία και εντέλει η απογοήτευση του Mateo. Έλξη και απώθηση μαζί. Μαγνητισμός και άρνηση. Είναι μια λολίτα προ Nabokov, μια παιχνιδιάρα της Decadence, μια γυναίκα που δείχνει τα ιανικά της πρόσωπα…

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Το βιβλίο έγινε πέντε φορές ταινία! Οι πιο αξιοπρόσεκτες εκδοχές είναι η Cet obscur objet du désir (1977) του Luis Buñuel, αλλά και η προηγούμενη διασκευή του Julien Duvivier (1959), με πρωταγωνίστρια την Brigitte Bardot.

Ανάλαφρο ανάγνωσμα, αν και προς το τέλος μάς παρασέρνει στην απελπισία του Mateo, με τον οποίο ταυτιζόμαστε στην παρανοϊκή διπροσωπία της ερωμένης του. Έτσι, όπως παίζει με τον εραστή της η Conchita, έτσι παίζει και με τον αναγνώστη ο συγγραφέας που δείχνει τη γυναίκα δίβουλη, υποκρίτρια και διπλωμάτισσα μέχρι σημείου τρέλας.

In2life, 27.3.2019 


> Γάλλος συγγραφέας και ποιητής (1870-1925), που συνδύασε, στα περισσότερα έργα του, νεοκλασικά και αισθησιακά στοιχεία με έναν στυλιστικό τρόπο γραφής. Κυριότερα έργα του είναι τα: "Astarte" ("Αστάρτη", ποιήματα εμπνευσμένα από την ελληνική αρχαιότητα, 1893), "Les Chansons de Bilitis" (ποιήματα, 1894, από τα οποία εμπνεύστηκε τρεις συνθέσεις ο Claude Debussy), "Aphrodite, moeurs antiques" ("Αφροδίτη", μυθιστόρημα, 1896), "La Femme et le pantin" ("Η γυναίκα και το νευρόσπαστο", μυθιστόρημα, 1898, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία του Λουί Μπουνουέλ "Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου"), "Psyche" ("Ψυχή", ημιτελές μυθιστόρημα), "Les Aventures du roi Pausole" (ελευθεριακό αφήγημα στο ύφος του 18ου αιώνα, 1901), "Conchita" (θεατρικό μελόδραμα, παίχτηκε το 1911 σε σκηνοθεσία Zingarini - Vaucaire και μουσική Richard Zandonai), "Pervigilium mortis" (εκτενής ποιητική σύνθεση, 1916), κ.ά. Διάφορα άλλα ερωτικά έργα, μεταξύ των οποίων το "Trois filles de leur mere" ("Τρία κοριτσάκια της μαμάς τους"), με τολμηρότερη γραφή, δεν εκδόθηκαν ποτέ όσο ζούσε.
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, July 02, 2019

Αλέξανδρος Ασωνίτης, “Εκτέλεση”


Η Κύπρος και η τουρκική εισβολή έχει τύχει πραγμάτευσης από αρκετούς. Ο Ασωνίτης συλλαμβάνει μια εξωφρενική ιδέα, ευφυή, που την χειρίζεται με ένα μεταμοντέρνο τρόπο.



Αλέξανδρος Ασωνίτης
“Εκτέλεση”
εκδόσεις Πατάκης
-2018


Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Ο Πατριάρχης Φώτιος θυμόταν με θετικό τρόπο τη “Συνείδηση της αιωνιότητας” στο μακρινό 1995 κι έφερε τώρα το παρόν βιβλίο, για να δούμε τον Ασωνίτη 23 χρόνια μετά.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Πολύπλοκο και φιλόδοξο βιβλίο. Το επίκεντρό του είναι στην Κύπρο και αφορά τις ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές σχέσεις με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Η Ιστορία συναντά τη φαντασία, το συντελεσμένο αγγίζει τα όρια του απίθανου για να δείξει το πιθανό σε ένα είδος μυθιστορηματικού σεναρίου.

Ο Διονύσιος του Δημητρίου Ταλλανδιανός είναι Ελληνοκύπριος που έφυγε στη Βραζιλία, απέκτησε βραζιλιανή υπηκοότητα και όνομα και επέστρεψε στο γενέθλιο νησί, όπου αγόρασε ένα έρημο ξενοδοχείο στην τουρκοκυπριακή πλευρά. Και ενώ φαινόταν ένας αξιοπρεπής επενδυτής, εκτελεί ένα εκκωφαντικό έγκλημα, σκοτώνοντας 94 παιδιά, με τη βοήθεια και τη χειραγώγηση δέκα Τούρκων νεαρών που είχε υπό την ποδηγέτησή του. “Ποιος ήταν; Ήταν Έλληνας, ήταν ξένος; Πώς ήξερε τούρκικα; Γιατί το ’κανε; Πώς μπόρεσε; Ήταν με τα καλά του, ήταν τρελλός;”

Ένας από τους χειραγωγούμενούς του βγαίνει από αυτήν την περιπέτεια σαλεμένος και νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, όπου, όταν αποθεραπεύεται, εργάζεται ως θυρωρός. Παίρνει μάλιστα το όνομα Διονύσιος Ταλλανδιανός ο Βήτα, αποσπώντας το όνομα του δυνάστη του και κρατώντας το ως ενοχλητικό αναμνηστικό.

Τι νόημα βγάζει όλο αυτό το παρανοϊκό σκηνικό; Είναι μια ωμή πράξη εκδίκησης, όπως φαίνεται από την αναδρομή στη ζωή του και όσα υπέστη κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο; Ναι, όπως φαίνεται. Γι’ αυτό και κάθισε να δικαστεί και εντέλει να καταδικαστεί σε θάνατο, χωρίς να αποστραφεί το αναπότρεπτο τέλος του. Αλλά αυτή όλη η έξω από κάθε όριο ιστορία δεν φαίνεται να εστιάζει σ’ αυτήν την εκδίκηση και να τα βάζει με τους “ελεεινούς” εισβολείς που διέλυσαν την οικογένεια του Ταλλανδιανού του Άλφα. Σε ιδεολογικό επίπεδο πιθανόν να είναι αλλού η ουσία…

…ίσως είναι η σύγχυση ταυτοτήτων αφού ο Βήτα είναι Έλληνας που μεγάλωσε ωστόσο από μωρό σε τούρκικη οικογένεια. Ο Άλφα μεγάλωσε τα δέκα παιδιά, τα οποία χρησιμοποίησε ως αθύρματα, με διαστρεβλωμένες ιδέες: ενώ ήταν τουρκάκια, τους έμαθε τα ελληνικά, ονομάζοντάς τα τούρκικα, έβαλε στόχο τους Έλληνες, ενώ αυτοί που έχρισε ως εχθρούς ήταν Τούρκοι που τους ονόμασε Έλληνες. Μία σκόπιμη εθνική σύγχυση, για να δείξει ο Ασωνίτης το ρευστό της ταυτότητας;

Αλλά καθώς προχωράω την ανάγνωση, δεν είμαι σε κανένα σημείο σίγουρη αν υπάρχει ένας άξονας ή αν το κείμενο μετακυλίεται από θέμα σε θέμα, από τη ρευστή ταυτότητα στην εκδίκηση, από το δράμα της Κύπρου στην τρέλα, που στηρίζεται σε μια διφορούμενη σχέση θύτη και θύματος –υπολογίζουμε και το σύνδρομο της Στοκχόλμης που διέπει τον Βήτα-, από το εθνικό στο ατομικό… Η μεταμοντέρνα κουζίνα του Ασωνίτη ανακατεύει πολλά, μερικά φλύαρα, μερικά με μια βερμπαλιστική διάθεση, ώστε να χύσει στο καλούπι ενός ανοικτού και εξελισσόμενου μυθιστορήματος τις ιδέες και τις σκέψεις του.

Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Η εισβολή στην Κύπρο “παράγει πλέον έργο”, όπως λένε οι πολιτικοί κύκλοι. Τόσο οι Κύπριοι συγγραφείς (Μαργαρίτης, Σωτηρίου κ.ο.κ.), όσο κι οι Ελλαδίτες (Γκουρογιάννης και Ασωνίτης τώρα) μιλάνε με τον τρόπο τους για το δράμα, για τον διχασμό, για τα πολιτικά παιχνίδια και την τύχη των μάχιμων/αμάχων. Ο Ασωνίτης το κάνει με την υπερβολή που θέλει να αντιστοιχηθεί με την ιστορική τραγωδία. Στήνει επάλληλους κύκλους, από το κέντρο που είναι η εκτέλεση του Ταλλανδιανού, σ’ αυτόν της χειραγώγησης των δέκα νεαρών και της δολοφονίας των 94 παιδιών κι έπειτα στο ευρύτερο θέμα της εκδίκησης, αρχής γενομένης από το 1974 και το ξεκλήρισμα της οικογένειας του εκτελεσθέντος.

Πάντα μένει μετέωρη η ανάγνωση σε τέτοια κείμενα; Εκτός αν, επειδή αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, θα περιμένουμε τα επόμενα δύο. 


> Ο Αλέξανδρος Μ. Ασωνίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Φοίτησε στη Νομική Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ασχολείται με τη μετάφραση Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων (Ψευδοκαλλισθένους: "Αλεξάνδρου Βίος", Πολυαίνου: "Στρατηγήματα", α’ και β’ τόμος). Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: "Η συνείδηση της αιωνιότητας", "Λάλον ύδωρ" και "Γειά σου, τηλεόραση!".
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, June 29, 2019

Μαρία Σκιαδαρέση, “Όσα δεν έζησαν”



Τέσσερα διηγήματα, που συνδέονται στη βάση της ώσμωσης του ξένου με το οικείο, του αλλοδαπού με την ελληνική κοινωνία.


Μαρία Σκιαδαρέση
“Όσα δεν έζησαν”
εκδόσεις Πατάκη
-2018



Χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά …και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Ψάχνω ιδιαίτερα τις γυναίκες συγγραφείς. Είναι γνωστό ότι οι περισσότερες αναγνώστριες είναι γυναίκες (ταυτολογία αυτό που έγραψα!) και είναι γνωστό ότι πολλές γυναίκες στην Ελλάδα έχουν καταξιωθεί διά της πένας τους.

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ και βαθιά σ’ ευχαριστώ, γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ, να πεθαίνω όπου πατώ και να μη σε υποφέρω (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα διηγήματα με σαφή τη χρονική στιγμή στην οποία αναφέρονται.

“Μια νύχτα ολόκληρη μαζί”: διαδραματίζεται το 1984, όταν ακόμα δεν είχε κορυφωθεί η έλευση χιλιάδων μεταναστών και προσφύγων. Έτσι, ένας Κούρδος από τα βάθη της Τουρκίας βρίσκεται στην Ελλάδα. Ο Κερίμ περνάει όσα ξέρουμε ότι περνάνε χιλιάδες άνθρωποι για να μπουν παράνομα στη χώρα και να βρουν ένα καλύτερο μέλλον. Χάνει τον σύντροφό του στο ταξίδι, καταφέρνει να περάσει στην ελλαδική επικράτεια και βρίσκει δουλειά σε ένα ξενοδοχείο. Εκεί τον γνωρίζει η κόρη του αφεντικού, τον γουστάρει, κοιμάται μαζί του, αλλά αυτός την ερωτεύεται, παρόλο που εκείνη δεν τον βλέπει παρά σαν ένα ωραίο σώμα για λίγες βραδιές. Η κατάληξη είναι τραγική!

Το διήγημα ξεκινά από τη μετανάστευση και τον κοινωνικό προβληματισμό και καταντά μελό serial που φαίνεται σαν εύπεπτη σαπουνόπερα.


“Όπως οι άπιστοι κι εμείς”: το 1995 Μουσουλμάνοι της Κομοτηνής μιλάνε για τις σχέσεις τους με τους Χριστιανούς. Καταρχάς, η Χαμιντέ με τη γειτόνισσα και φίλη της τη Χρυσάνθη αποτρέπουν τον γιο της μιας, τον Ιμπράμ, να αγαπήσει την κόρη της άλλης τη Μαρία. Κι αυτός φεύγοντας για Γερμανία παντρεύεται μια εξευρωπαϊσμένη Τουρκάλα.

Οι ήρωες της Σκιαδαρέση είναι αρκετά φιλήσυχοι, χωρίς διάθεση σύγκρουσης που συνεχώς δικαιολογούν τους άλλους. Η διαφωνία βγαίνει ως σιωπή, η σύγκρουση μετατρέπεται σε απόσταση. Η σχέση ενός Μουσουλμάνου της Θράκης με τη Χριστιανή γειτόνισσά του ξαναβάζει στο κέντρο της συγγραφέως τις διαπολιτισμικές επαφές που δυσκολεύονται να ανθίσουν.


“Όσα δεν έζησε”: το 2006 η Ελπίδα, παντρεμένη δεύτερη φορά σε έναν συμβατικό και ήρεμο γάμο, γνωρίζει μέσω της κόρης της τον Ιρανό αρχαιολόγο Χικμέτ και ξαναγεύεται τον έρωτα. Η αντίθεση στήνεται διπλά: αφενός προς την αυτάρεσκη μητέρα της, που δεν σταματά να ντύνεται και να ζει, και προς την κόρη της, που είναι εργασιομανής δικηγόρος, που βάζει στόχους και δεν παραιτείται εύκολα. Απέναντι σ’ αυτές η Ελπίδα ζει μια κομφορμιστική ζωή χωρίς κραδασμούς. Αφετέρου, η αντίθεση του ελληνικού με το ξένο, αντίθεση ωστόσο που δεν μπολιάζει περαιτέρω το δίπολο στεγνός γάμος-ερωτική επανάσταση.


“Οι Μαύροι”: το 2017 μια οικογένεια Σομαλών έχει βρει καταφύγιο στην Αθήνα, έχει ενσωματωθεί πλήρως, έχει βαφτίσει μάλιστα το κοριτσάκι τους Ζωή, προς τιμή της ηλικιωμένη κυρίας που τους φρόντισε και τη φροντίζουν… Κι όταν ο ανιψιός της μπαίνει για να την κλέψει και σκοτώνει τη γηραιά κυρία, ο Αχμετ τρέχει να τη σώσει, αλλά τελικά κατηγορείται για τον θάνατό της.

Κλισέ ο καλός μαύρος που κατηγορείται άδικα, ενώ ο κακός λευκός είναι στην ουσία ο ένοχος.

Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα γύρνα κοντά μου, που τ’ άγια χώματα της πόνος και χαρά (Μανώλης Ρασούλης – Βάσω Αλαγιάννη):
Κάθε διήγημα ξεχωριστά ίσως να άφηνε λειψή την εντύπωση. Αλλά το ένα μετά το άλλο σχηματίζουν μια τετράδα σκυταλοδρομίας, που αξίζει να συζητηθεί έτσι. Τέσσερις δεκαετίες, δυο στα τέλη του 19ου αιώνα και δυο στις αρχές του 20ού, δείχνουν πώς η Ελλάδα υποδέχτηκε τον ξένο.

Το βασικό πρόβλημα της συλλογής είναι η πολιτική ορθότητα (το politically correct) που τη διέπει. Ναι, υποδεχόμαστε το ξένο και δεχόμαστε κάθε διαφορετικό λαό, νοοτροπία και κουλτούρα, αλλά γιατί ο γάμος πρέπει να ανανεωθεί με έναν αλλοδαπό εραστή; Πόσο μελό είναι να ερωτεύεται ο ξένος την πλούσια ντόπια κι αυτή να τον φτύνει; (σαν από ταινία του ’60) Πόσο ξεπερασμένο είναι πια το χάσμα γενεών και η επιφύλαξη των μεγάλων προς τους εξευρωπαϊσμένους νέους; Πόσο στερεοτυπικό είναι να κατηγορείται άδικα ο καλός ξένος; 



Η Μαρία Ε. Σκιαδαρέση γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολήθηκε με την προϊστορική αρχαιολογία και αργότερα με τη νεότερη ιστορία. Επί χρόνια εργάστηκε σε αρχαιολογική ανασκαφή στην Κρήτη και παράλληλα δίδαξε ιστορία σε γαλλικό λύκειο. Κείμενά της δημοσιεύονται κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες. Έργα της: Το μυθιστόρημα "Άτροπος ή Η ζωή και ο θάνατος της Βενετίας Δαπόντε" (Πατάκης, 1996), η νουβέλα "Και νεκρούς ανασταίνει", (Πατάκης, 1997), η συλλογή από νουβέλες "Κίτρινος χρόνος" (Πατάκης, 1999), το δοκίμιο "Το έργο του Ρήγα Βελεστινλή" (αφιέρωμα στα 200 χρόνια από το θάνατό του, Μεταίχμιο, 1998), το διήγημα "Η ζημιά" σε συλλογικό τόμο (Μεταίχμιο, 2002), το μυθιστόρημα "Με το φεγγάρι στην πλάτη" (Καστανιώτης, 2003), η συλλογή διηγημάτων "Όπως οι άπιστοι κι εμείς" (Καστανιώτης, 2005), το μυθιστόρημα "Χάλκινο γένος" (Πατάκης, 2013). Και τα βιβλία για παιδιά: "Καλημέρα-Καληνύχτα" (Δελφίνι, 1994). "Κωνσταντίνος Κανάρης" (Ιστορική μονογραφία), (Άμμος, 1997), "Ο θησαυρός του Ασπρογένη" (Πατάκης, 1998), "Ρήγας Βελεστινλής" (Ιστορική μονογραφία) (Άμμος 1997), "Γιλάν, η πριγκίπισσα των φιδιών" (Φαντασία, 2004), κ.ά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, June 25, 2019

Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα, “Γενική θεωρία της λήθης”


Πώς ζει μια πρώην αποικία που απελευθερώνεται; Πώς περνά από τη μία κατάσταση στην άλλη;


José Eduardo Agualusa
“Teoria geral do esquecimento”
2012

Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα
“Γενική θεωρία της λήθης”
μετ. Μ. Μπεζαντάκου
εκδόσεις Opera -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Μ’ αρέσουν οι εκδόσεις Opera. Έχουν εκδώσει μερικά πολύ καλά ισπανικά βιβλία, έργα κλασικά κι αγαπημένα, και τώρα είπα να δοκιμάσω και την πορτογαλική τους σειρά.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο Agualusa είναι Ανγκολέζος, πορτογαλόφωνος, πιθανότατα γιος αποίκου που βρέθηκε εκεί. Το μυθιστόρημά του εντάσσεται σ’ αυτά που ονομάζονται “μετα-αποικιακά”, τα οποία θέτουν προβληματισμούς για την απο-αποικιοποίηση, την ειρηνική ή συνήθως εμπόλεμη απελευθέρωση των αφρικανικών και ασιατικών κατακτήσεων των Ευρωπαίων που οδήγησαν το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα στην ανεξαρτησία πλείστων κρατών και την εκδίωξη των αποίκων.

Η Ανγκόλα είναι πρώην πορτογαλική αποικία και κέρδισε την ανεξαρτησία της στις 11 Νοεμβρίου του 1975, από το Λαϊκό Κίνημα Απελευθέρωσης της Ανγκόλας υπό τον Agostino Neto. Η υπόθεση τοποθετείται σ’ αυτές τις επικίνδυνες, ρευστές και ταραγμένες μέρες, όταν μία Πορτογαλίδα Ludovica (Ludo), που είχε βρεθεί εκεί λόγω της αδελφής της που παντρεύτηκε, κλείνεται στο σπίτι της και μένει εκεί για καιρό, ώστε να προφυλαχθεί από τις ταραχές.

Παράλληλα ή και κάθετα μ’ αυτήν την ιστορία διαδραματίζονται κι άλλες με ήρωες τον μικρό Σομπά, που από μελλοθάνατος έγινε επιχειρηματίας, κι ο Ντανιέλ Μπενσιμόλ, δημοσιογράφος που συλλέγει εξαφανίσεις. Στην ουσία, η τεχνική του Agualusa μοιάζει με ποταμό και ποτάμια που συνδέονται μεταξύ τους: στη βασική ιστορία, που ρέει προς το τέλος του βιβλίου, εκβάλλουν πολλές μικρές που ξεκινάνε από αλλού και σταδιακά, χωρίς πολλή καθυστέρηση, φτάνουν να συναντήσουν την ιστορία της Ludo. Αυτός ο τρόπος γραφής όχι μόνο καθιστά το κείμενο ενδιαφέρον, αλλά κυρίως απλώνει τη ματιά μας σε διάφορες πτυχές της ανγκολέζικης επανάστασης, με τις παρενέργειες και τις συνέπειές της, με όλο το δίχτυ της να πιάνει πολλά ετερόκλιτα πρόσωπα.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Νομίζω ότι είναι ένα βιβλίο πολύ ζωντανό και κατατοπιστικό. Αλλά από την άλλη μένει σε έναν μακρινό ορίζοντα και αφήνει απ’ έξω την ταύτιση. Γι’ αυτό είναι σημαντικό ο αναγνώστης να τεντωθεί λίγο παραπάνω για να δει το αφρικάνικο πολιτικό τοπίο. 



> Ο Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα (Jose Eduardo Agualusa) γεννήθηκε το 1960 στο Ουάμπο της Ανγκόλας από πορτογάλους αποίκους γονείς. Πολυβραβευμένος συγγραφέας, έχει δει έργα του να μεταφράζονται σε είκοσι έξι γλώσσες και έχει τιμηθεί με πολύ σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία. Έχει συγγράψει έντεκα μυθιστορήματα, πέντε θεατρικά έργα, καθώς και συλλογές διηγημάτων και βιβλία για παιδιά. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και συγγραφέας, μοιράζοντας το χρόνο του μεταξύ Πορτογαλίας, Ανγκόλας και Μοζαμβίκης.
Πάπισσα Ιωάννα