Sunday, September 15, 2019

Paul Bowles, “Τσάι στη Σαχάρα”


ΜΙΚΡΕΣ αναγνώσεις ΜΕΓΑΛΩΝ έργων -4. Αναζήτηση, έρημος και έρωτας, ζήλια, εξωτισμός και βία, απώλεια και θάνατος, η αντίθεση Δύσης και Ανατολής, ο εγκλιματισμός σε ένα περιβάλλον σαγηνευτικό κι επικίνδυνο.



Paul Bowles
“Sheltering Sky”
1949

Τσάι στη Σαχάρα
μετ. Ν. Μάντης
εκδόσεις Μεταίχμιο -2019


Το βιβλίο γέννησε μια ταινία, στα 1990 με σκηνοθέτη τον Bernardo Bertolucci και πρωταγωνιστές τους Debra Winger και John Malkovich. Η ταινία έκανε ευρέως γνωστό τον Αμερικάνο συγγραφέα και το βιβλίο επανάκτησε το κοινό του.

> Ο Πωλ Μπόουλς (1910-1999) ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 γράφοντας ποίηση, συνέχισε τη δεκαετία του 1930 συνθέτοντας μουσική και τη δεκαετία του 1940 μεταπήδησε στον πεζό λόγο. Η έκδοση το 1949 του πρώτου του μυθιστορήματος "Τσάι στη Σαχάρα" του χάρισε μεγάλη φήμη και η συγγραφική του δραστηριότητα επισκίασε όλες τις άλλες. Την επόμενη εικοσαετία ο Μπόουλς έγραψε τρία ακόμη μυθιστορήματα, "Καλώς να πέσει" (1952), "The Spider's House" (1955) και "Ψηλά πάνω από τον κόσμο" (1966). Στη συνέχεια, αφιερώθηκε στα διηγήματα, τις μεταφράσεις και τα ταξιδιωτικά κομμάτια. Στο έργο του χαρτογραφεί τη σύγκρουση ανάμεσα στον "πολιτισμένο" Δυτικό και τις κοινωνίες που επισκέπτεται, τις οποίες δεν θα μπορέσει ποτέ του να καταλάβει. Σε μια συνέντευξή του είχε πει: "Πάντα ήθελα να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα από τον τόπο όπου γεννήθηκα".

Ύστερα από δέκα χρόνια γάμου, ο Πορτ και η Κιτ Μόρσμπερι, ένα σοφιστικέ ζευγάρι Αμερικανών, διαπιστώνουν πως, καθώς έχουν απομακρυνθεί ψυχικά και έχουν αποξενωθεί σεξουαλικά, δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να συνεχίσουν να συμβιώνουν. Προσπαθώντας να βγουν από αυτό το αδιέξοδο, ταξιδεύουν στη Βόρεια Αφρική με σκοπό να διασχίσουν την Αλγερία - δεν έχουν καταλήξει στον ακριβή προορισμό τους, αλλά είναι αποφασισμένοι να αφήσουν πίσω τους τον σύγχρονο κόσμο. Αυτή η ανέμελή τους απόφαση όμως θα έχει τρομερές συνέπειες και για τους δύο.”

Κάπως έτσι περιγράφεται η ιστορία στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης. Ξεκινάμε λοιπόν με δυο Δυτικούς που απομακρύνονται από τον κόσμο τους και ψάχνουν ούτε αυτοί δεν ξέρουν τι σε μια βορειοαφρικανική χώρα, με μουσουλμανικές παραδόσεις, ταπεινές πόλεις και την άμμο της ερήμου. Η πρώτη προσέγγιση δεν θυμίζει τόσο Yasmina Khandra όσο Albert Camus, επειδή ο Ευρωπαίος ή ο Αμερικάνος προσγειώνεται στον “Άρη” της αλγερινής επικράτειας και ψάχνει διά της αντίθεσης τον εαυτό του.

Ο Port βρίσκεται στο έλεος μιας αλγερινής ομάδας (μιας πόρνης και άλλων) που εποφθαλμιά το πορτοφόλι του. Η Kit ψάχνει τον εαυτό της, αλλά και τη σχέση της με τον Port. Η έρημος προσφέρει μαγευτικά τοπία, καλοκαδραρισμένες φωτογραφίες, σκηνές που καταλαβαίνω πώς γίνονται ατμοσφαιρική ταινία. Η συνάντηση με τη μαμά και τον γιο Λάιλ, ο οποίος πιθανόν να έχει κλέψει το διαβατήριο του Port. Και μαζί είναι ο φίλος τους Τάνερ, που ταξιδεύει μαζί τους.


Η περιδιάβαση στην βορειοαφρικανική έρημο λειτουργεί στο πλαίσιο της αντίθεσης Ευρώπης – Αφρικής, όχι στη λογική των πολιτισμένων και των απολίτιστων, αλλά στην αντίστιξη δύο κουλτουρών που αντανακλούν στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι μεν τους δε. Το θέμα ωστόσο είναι πιο πολύ ψυχολογικό. Διαβάζω το μυθιστόρημα σαν η έρημος και η Αφρική να αντανακλά πιο πολύ τον ψυχισμό των δύο συζύγων.

Νομίζω ότι η ταινία του Bertolucci εστιάζει πιο πολύ στο ερωτικό, στο σάρκινο, στο ατμοσφαιρικό ως προς το σώμα και τις κατευθύνσεις που δίνει, ενώ το βιβλίο του Bowles μένει σε μια αργή ανάπτυξη, που εκτινάσσεται προς το τέλος και τη μοιραία κατάληξη του Port και την περιπέτεια της Kit. Στο βιβλίο η αφήγηση απορροφάται από το κλίμα της περιγραφής και της σκηνοθεσίας κι έτσι ένιωθα συνεχώς ότι όλα θάβονται κάτω από ένα άρρητο πέπλο σαν τη σκόνη της ερήμου. Η ιστορία φιδοσέρνεται και μόνο προς το τέλος κορυφώνεται.
Πάπισσα Ιωάννα

Friday, September 13, 2019

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, “Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου”


ΜΙΚΡΕΣ αναγνώσεις ΜΕΓΑΛΩΝ έργων -3. Το “Εκατό χρόνια μοναξιάς” είναι ένα κορυφαίο έργο που δείχνει τον κόσμο από άλλη σκοπιά. Μαγικό και ποιητικό. Το παρόν βιβλίο στηρίζεται πιο πολύ στις υπόρρητες αντιθέσεις και στην ελαφρά συγκίνηση, λαγνεία και…


Gabriel Garcia Márquez
“Memoría de mis putas tristes”
2004

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
“Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου”
μετ. Μ. Παλαιόλογου
εκδόσεις Ψυχογιός
2019


Μεγάλος συγγραφέας ο Gabriel Garcia Márquez. Ευφάνταστος, οργιώδης, αλλά συνάμα εσωτερικός και βαθιά σκεπτόμενος. Στα “Εκατό χρόνια μοναξιάς” φτιάχνει μια τεράστια τοιχογραφία, εδώ ένα μικρό requiem.

> Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1927 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, όπου μεγάλωσε κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του. Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά τις σπουδές του στα νομικά και τις πολιτικές επιστήμες και τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο "Η τρίτη παραίτηση". Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών κι εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα "Ελ Ουνιβερσάλ". Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη.
Το πρώτο μυθιστόρημά του, "Τα νεκρά φύλλα", εκδόθηκε το 1955 και ακολούθησαν τα έργα "Κακιά ώρα", "Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει" και "Η κηδεία της μεγάλης μάμα". Το 1967 κυκλοφόρησε το έργο "Εκατό χρόνια μοναξιά", μυθιστόρημα που αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και κέρδισε το αναγνωστικό κοινό, καθιερώνοντας έτσι τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας.
Στο τεράστιο έργο του, που το 1982 του χάρισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συμπεριλαμβάνονται και τα μυθιστορήματα: "Το φθινόπωρο του Πατριάρχη", "Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου", "Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας", "Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα" και "Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων". Επίσης έγραψε άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Πέθανε στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87 ετών, στην Πόλη του Μεξικού όπου είχε εγκατασταθεί από το 1961.

Παρά τον σκανδαλοθηρικό τίτλο, που έχει ζουμερές πινελιές, η ουσία του μυθιστορήματος δεν είναι οι πουτάνες αλλά το γήρας. Αυτή η αντίθεση, απ’ τη μια ο έρωτας, η νιότη, η σάρκα, ο πόθος και η παρθενιά κι απ’ την άλλη η παρακμή, η σωματική αδυναμία, η ανέραστη (φαινομενικά) φύση, ο επερχόμενος θάνατος δημιουργούν μια έντονη οξύτητα.

Ο ενενηντάχρονος αφηγητής στα γενέθλιά του επιθυμεί να διακορεύσει μια έφηβη, την οποία του προμηθεύει μια ηλικιωμένη τσατσά. Την πρώτη νύχτα την αφήνει να κοιμάται και δεν την ξυπνά, όπως και τη δεύτερη κ.ο.κ. Έτσι, μετά από διαδοχικές συναντήσεις η πορνική σχέση χάνει την ασελγή φύση της και υποκαθίσταται από μια σχέση φιλίας;, πατρότητας; ανθρώπινης αλληλεγγύης; Ο πορνόγερος, που στη ζωή του έχει κοιμηθεί με άπειρες γυναίκες, όλες επί πληρωμή, τώρα διοχετεύει αυτήν τη βιωμένη φιληδονία σε άλλες ατραπούς. Η ένταση μεταξύ υπερήλικης ζωής και ερωτικής έξαψης προσανατολίζεται αλλού. Η κοπέλα παραμένει παρθένα κι αυτός από εραστής γίνεται …πατέρας.

Σ’ αυτό το σημείο ακμής, στην κόψη του ξυραφιού, όλα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο ο πρωταγωνιστής βλέπει –επιτέλους!- τον εαυτό του. Τα γενέθλιά του είναι το κατώφλι να ξαναδεί το είναι του, τις ανάγκες όχι μόνο του σώματος αλλά της ψυχής (!;), να βρει στην άλλη όχι τη σάρκα αλλά το άγγιγμα, τη συντροφιά, την άρρητη συνομιλία…

Η αξία του έργου βρίσκεται στο ύφος που αχνοπηδά από τον ελαφρύ ερωτισμό στην υπαρξιακή σκέψη κι από την υποσχόμενη λαγνεία στην σχεδόν πατρική στοργή.


Νομίζω ότι το “θλιμμένες” που υπήρχε στον προηγούμενο τίτλο ήταν πιο ωραίο, αλλά δεν ξέρω αν ήταν και πιο ακριβές. Γυρίστηκε ταινία (“Memoria de mis putas tristes -2011) σε σκηνοθεσία Henning Carlsen, με πρωταγωνιστές τους Emilio EchevarríaGeraldine ChaplinÁngela Molina, απ’ όπου και πολλές από τις φωτογραφίες.
Πάπισσα Ιωάννα


Wednesday, September 11, 2019

Ερνέστο Σάμπατο, “Περί ηρώων και τάφων”


ΜΙΚΡΕΣ αναγνώσεις ΜΕΓΑΛΩΝ έργων -2. Κλασικό έργο. Αποπνέει τη φήμη ενός ευπατρίδη της γραφής που απολαμβάνει την ευγενική του καταγωγή.


Ernesto Sabato
“Sobre héroes y tumbas”
1961

Ερνέστο Σάμπατο
“Περί ηρώων και τάφων”
μετ. Κ. Σωτηριάδου
εκδόσεις Μεταίχμιο -2019


Ο Sabato είναι ένα απ’ τα μεγάλα ονόματα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και το “Περί ηρώων και τάφων” ίσως κατατάσσεται σε ανώτερη θέση κι απ’ το “Τούνελ”

> Ο Ερνέστο Σάμπατο γεννήθηκε στο Ρόχας (1911), ένα μικρό χωριό της επαρχίας του Μπουένος Άιρες. Σπούδασε φυσική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της πόλης Λα Πλάτα. Στη συνέχεια έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Παρίσι και εργάστηκε στο εργαστήριο Κιουρί. Το 1945 εγκαταλείπει οριστικά την επιστήμη και αφιερώνεται αποκλειστικά στη λογοτεχνία. Έγραψε βιβλία με δοκίμια σχετικά με τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και το νόημα της συγγραφικής δραστηριότητας -"Ο συγγραφέας και τα φαντάσματά του" (1963), "Απολογίες και απορρίψεις" (1979), κ.ά.- και τρία μυθιστορήματα: "Το τούνελ" (1948), "Περί ηρώων και τάφων" (1961) και "Αββαδών ο εξολοθρευτής" (1974), καθώς και το αυτοβιογραφικό "Πριν το τέλος" (1999). Πέθανε στις 30 Απριλίου 2011, σε ηλικία 99 ετών στο Σάντος Λουγκάρες, στην επαρχία του Μπουένος Άιρες.

Εντύπωση κάνει εξ αρχής ο τρόπος αφήγησης. Ο Bruno εξιστορεί όσα του είπε ο Martin το 1953 σχετικά με τον έρωτά του για την Alejandra: πώς γνωρίστηκαν στο πάρκο, πόσο απειλητική αλλά και (γι’ αυτό) ελκτική τη βρήκε, πώς εξελίχθηκε η σχέση τους… Αυτός, ο τρόπος που θυμίζει τον Σωκράτη του Πλάτωνα να αφηγείται τους διαλόγους του με διάφορα πρόσωπα, αποσκοπεί σε μια διπλή διάθλαση (από τον αφηγητή Martin διά του αφηγητή Bruno), η οποία έχει ενδιαφέρον, αφού ο δεύτερος σχολιάζει συνάμα όσα μαθαίνει, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί και πιθανές παραμορφώσεις. Από εκεί και πέρα οι αφηγητές πολλαπλασιάζονται, με πρώτη την Alejandra και τον υπερήλικο θείο της, που παρουσιάζουν ιστορίες από την οικογένειά τους αρχής γενομένης από τον 19ο αιώνα και την αργεντινοποίηση ενός Άγγλου, ο οποίος αποτέλεσε τον προπροπάππου των προαναφερθέντων.

Οι πολλοί αφηγητές, το πολυπλόκαμο δέντρο της οικογένειας που ενέχεται σε πολλαπλές ιστορίες, τα χρονικά επίπεδα και οι διακλαδώσεις τους συνιστούν ένα πολυδαίδαλο λαβύρινθο, ένα συχνά παράδοξο χάος… «όλα ήταν παράλογα, όλα συνέβαιναν σύμφωνα με μια ασυνάρτητη πλοκή…», συμπεραίνει κάποια στιγμή ο Martin. Έτσι, ο αναγνώστης αρκείται να παρακολουθεί κάθε μικροϊστορία ξεχωριστά σαν αυτόνομη μονάδα λόγου και μαγείας ή προσπαθεί να ανασυνθέσει το γενεαλογικό δέντρο των Olmos και των Avesedo με τις πάμπολλες παραδοξότητες αλλά και με τα ιστορικά στοιχεία που πλαισιώνουν τα άτομα.

Τελικά τα μεγάλα έργα ορθώνουν μεγάλες προσδοκίες κι αυτές οι προσδοκίες κάνουν τον αναγνώστη να περιμένει τρομερά πράγματα, που δεν επιβεβαιώνονται στην πράξη, ακριβώς λόγω του πήχη που τέθηκε τόσοοοοοοοοο ψηλά. Πιο πολύπλοκο και πιο τεθλασμένο στην αφήγησή του παρασύρει σε δίνες, αλλά δεν ξέρω αν τελικά σε πετάει ψηλά, όπως εξαρχής περιμένεις.

Γενικότερα, βλέπω ότι ο Sabato δεν είναι του αναγνωστικού μου γούστου, όπως συνάγω κι από τα δύο κορυφαία έργα του. Δεν ανήκει στον μαγικό ρεαλισμό, με τον οποίο όποιος εξοικειωθεί σαγηνεύεται. Δεν ακολουθεί μια ρεαλιστική πορεία, αλλά ο μοντερνισμός του προσκρούει στις αναγνωστικές μου αναμονές και αντιστάσεις, επειδή το ψυχολογικό υπόβαθρο και η εσωτερική πραγματικότητα δεν συνδέονται εύκολα στο μυαλό μου με την εξωτερική.
Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, September 08, 2019

Ντίνο Μπουτζάτι, “Η έρημος των Ταρτάρων”


ΜΙΚΡΕΣ αναγνώσεις ΜΕΓΑΛΩΝ έργων -1: Η φήμη του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν μεγάλη, κι όντως δεν με απογοήτευσε, αφού η ιδέα και η εκτέλεση ήταν κορυφαίες, η συγκίνηση απογειώνει την αφήγηση, η υπαρξιακή αγωνία ενδυναμώνει στο έπακρο το κείμενο.



Dino Buzzati
“Il deserto dei Tartari”
1940

Ντίνο Μπουτζάτι
“Η έρημος των Ταρτάρων”  
μετ. Μ. Οικονομίδου
εκδόσεις Μεταίχμιο -2019


Είχαμε διαβάσει το “Ένας έρωτας” κι είχαμε καταλάβει ότι ο Ιταλός συγγραφέας ξέρει να χειρίζεται τη γραφή, να διαμορφώνει τα αισθήματα και να τα μεταδίδει εύστοχα στον αναγνώστη. Επομένως, μόλις κυκλοφόρησε η καινούργια μετάφραση της “Ερήμου των Ταρτάρων”, έσπευσα να πάρω μια ακόμα …τζούρα από Buzzati.   

> Μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, ζωγράφος, ποιητής και δημοσιογράφος, ο σπουδαίος Ντίνο Μπουτζάτι (Μπελούνο 1906-Μιλάνο 1972) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς. Μετά το δίπλωμα Νομικής, αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνία. Ταξίδεψε ως ειδικός απεσταλμένος της εφημερίδας "Corriere della Sera" στην Ινδία, στην Αφρική, στην Ιαπωνία. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ανταποκριτής από το μέτωπο. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1933 με το μυθιστόρημα "Ο Μπαρναμπό των βουνών" και μεταξύ άλλων, ακολούθησαν τα έργα: "Έρημος των Ταρτάρων" (1940· Μεταίχμιο 2019), "Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στη Σικελία" (1945), "Εξήντα διηγήματα" (Βραβείο Strega 1958) κ.ά.

Το βιβλίο είναι μια καλογραμμένη αλληγορία. Ο χώρος του στρατού έχει δώσει κατά καιρούς πολύ καλά έργα, που δεν μιλάνε ακριβώς για τον στρατό και τη ζωή σ’ αυτόν, αλλά για πολλά θέματα γύρω από αυτόν: τον πόλεμο, τα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, την ιεραρχία και την εξουσία.

Ο υπολοχαγός Giovanni Drogo παίρνει μετάθεση για ένα άφαντο οχυρό στα σύνορα με την έρημο των Ταρτάρων. Στην αρχή δεν θέλει να μείνει, σοκαρισμένος από την ερημιά, την γκρίζα ατμόσφαιρα και την απωθητική ζωή, αλλά τελικά μένει –με τη θέλησή του, που μπήκε στο κλίμα αυτού του κλεισμένου στον εαυτό του κόσμου. Η ζωή εκεί δεν είναι δύσκολη, καθώς ο υπολοχαγός εκτελεί μόνο υπηρεσίες σκοπιάς και κάποια στιγμή αναλαμβάνει την ημερήσια διοίκηση ενός προκεχωρημένου φυλακίου.

Τι συμβολίζει το Οχυρό, λέξη που ήταν καταρχάς στις προθέσεις του συγγραφέα να τιτλοφορήσει το μυθιστόρημά του; Τι συμβολίζει η έρημος μιας χαμένης στην Ιστορία φυλής;

Για να κάνω λίγο χιούμορ, η ζωή στο Οχυρό μοιάζει με αυτή των δημόσιων υπαλλήλων. Στην αρχή δεν μας αρέσει, αλλά σταδιακά συνηθίζουμε και εθελούσια ενδίδουμε σ’ αυτήν και συμβιβαζόμαστε στη ρουτίνα μας, στην καθημερινότητα που μπορεί να απειλείται αόριστα από …απολύσεις ή εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, αλλά ποτέ δεν χάνει τη “γοητεία” της στασιμότητας. Το Οχυρό είναι μια σταθερή αξία, που βουλιάζει στην ανία, αλλά συνάμα εκφράζει μια κλειστή κοινωνία, προστατευμένη από τις εκπλήξεις της πόλης.

Βεβαίως, όμως, η έρημος και οι Τάρταροι σ’ αυτή την εποχή του 18ου-19ου αιώνα είναι μια απειλή. Τι υπάρχει εκεί στο βάθος; Είναι το άλογο που βρέθηκε σελωμένο αλλά χωρίς αναβάτη δείγμα του εχθρού που ετοιμάζεται; Κι αν ισχύει ή δεν ισχύει αυτό, πώς επηρεάζει την ετοιμότητα, την εγρήγορση, τις ανησυχίες των φυλάκων; Κι όταν εμφανίζονται οι εχθροί για να οριοθετήσουν απλώς τα σύνορα, χωρίς διάθεση εχθροπραξιών, πώς θα χειριστούν οι του Οχυρού αυτήν τη νέα κατάσταση;

Πέρα απ’ αυτά η ζωή στο Οχυρό με όλες τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις είναι συνυφασμένη με λέξεις όπως αναμονή, ελπίδα, συνήθεια, εξάρτηση, που κρατά τους ενοικούντες στο Οχυρό δέσμιους μιας “στατικής σταθερότητας”. Παρόλο που θα ήθελαν ένα είδος ηρωισμού ή μια επιστροφή στην πόλη, όπου βρίσκονται οι κοσμικές χαρές, οι γυναίκες και ο ρυθμός της καθημερινότητας, νιώθουν πιο ασφαλείς στην επανάληψη και τη ρουτίνα του στρατοπέδου. Παρόλο που ενίοτε αυτό μοιάζει με φυλακή και με μουντή μονοτονία, εκεί αισθάνονται ότι έχουν βρει ένα σταθερό αυλάκι, το οποίο δεν θέλουν εντέλει, δεν θέλουν ενσυνείδητα να εγκαταλείψουν.

Η ανιαρή ζωή τους μπορεί να αλλάξει μόνο με την ελπίδα …της απειλής. Οι ελάχιστες ενδείξεις για την επίθεση των εχθρών βόρεια της ερήμου των Ταρτάρων, οι μικρές μαύρες κουκίδες, τα αμυδρά φωτάκια μέσα στη νύχτα, η εικασία ενός δρόμου που χτιζόταν σταδιακά ώστε να μπορεί ο εχθρός να πλησιάσει το Οχυρό δεν είναι πηγές ανησυχίας αλλά χαραμάδες ελπίδας για μια πέτρα που θα ταρακουνήσει τη ράθυμη και αργόσυρτη ζωή τους.


Το βιβλίο του Buzzati δεν έχει ιστορικές ή εθνικές βάσεις, αλλά απλώνεται σε ένα άχρονο και άτοπο επίπεδο. Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες έχουν κατά βάση ιταλικά ονόματα, αλλά και ισπανικά ή γαλλικά, οι εχθροί δεν έχουν εθνικότητα, ο τόπος δεν είναι γεωγραφικά προσδιορισμένος. Συνεπώς, όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έχουμε μια αλληγορία που έχει πανανθρώπινο και διαχρονικό χαρακτήρα. Το Οχυρό και οι Τάρταροι είναι σημεία προσωπικών και συλλογικών ταυτοτήτων, που δέχονται ποικίλες ερμηνείες.

Το τέλος έρχεται με γερές δόσεις συγκίνησης. Καταρχάς, στη σκηνή κατά την οποία αποχωρεί ο συνταγματάρχης Ortiz και ο Drogo νιώθει την πρώτη θλίψη. Και στο τέλος όταν οι εχθροί πράγματι έρχονται, αλλά… (no spoil). Ο Ιταλός συγγραφέας κορυφώνει το βιβλίο όχι με μια ες αεί αναμονή, αλλά με μια μυθιστορηματική ανατροπή που δεν έρχεται σαν άσσος απ’ το μανίκι, καθώς η αληθοφάνειά της, η συγκινητική κορύφωσή της, η υπαρξιακή αγωνία δίνουν μια γερή γροθιά στο στομάχι.

In2life, 7.5.2019 
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, September 07, 2019

Μικρές αναγνώσεις μεγάλων έργων


Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την αναλώνουμε σε μικρά, μέτρια ή κακά έργα. Υπάρχουν ήδη αναγνωρισμένες κορυφές, κλασικά κείμενα, από την αρχαιότητα, την τόσο δική μας αρχαιότητα έως τη σημερινή ελληνική και διεθνή βιβλιοπαραγωγή, που δεν μπορούμε, δεν αξίζει, να χαραμίζουμε χρόνο και χρήμα, αν δεν βάλουμε στην αναγνωστική μας ατζέντα τα μεγάλα έργα.

Φυσικά μπορεί τελικά να μην μας αρέσουν. Ίσως συχνά δημιουργούνται προσδοκίες για μια συνταρακτική ανάγνωση και τελικά συναντάμε κατώτερα αποτελέσματα. Φταίει ίσως ο χρόνος που δεν τα αφήνει να έχουν την ίδια απήχηση με την εποχή οπότε γράφτηκαν. Φταίει ίσως η κριτική που τα ανύψωσε πάνω από τις δυνάμεις τους. Φταίει ίσως η δική μας ανεπάρκεια που δεν μπορεί να κατακτήσει με μπόλικο αέρα στα πνευμόνια μας τις κορυφές αυτές.

Πολλά ωστόσο είναι όντως αξιόλογα και διαχρονικά ρωμαλέα. Κέρδισαν επάξια την προσοχή των συγχρόνων τους για τις καινοτομίες και τον φρέσκο αέρα στον τρόπο σύλληψης της τέχνης και της πραγματικότητας. Κέρδισαν επάξια και το ενδιαφέρον των επόμενων γενιών, σχολιάστηκαν, μεταφράστηκαν, διαβάστηκαν, έγινα ταινίες.


Τέτοια έργα αναζητάμε, τέτοια θέλουμε να διαβάζουμε. Ιδού μερικά από τη σοδειά που με συντρόφευσαν το καλοκαίρι:
Ντίνο Μπουτζάτι, “Η έρημος των Ταρτάρων”
Ερνέστο Σάμπατο, “Περί ηρώων και τάφων”
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, “Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου”
Paul Bowles, “Τσάι στη Σαχάρα”
Νίκος Καζαντζάκης, “Ο τελευταίος πειρασμός”
Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, September 04, 2019

Patrick McGrath, “Το φάντασμα του βεστιαρίου”



Βρετανοί φασίστες το 1947, ένα φάντασμα που μπορεί να είναι, αλλά μπορεί και να μην είναι, μια πολύπλοκη διασταύρωση χαρακτήρων που παίζουν θέατρο, όλα αυτά ως σύμβολο του φασισμού που ακόμα δεν έχει πεθάνει.


Patrick McGrath
“The Wardrobe Mistress”
2017

“Το φάντασμα του βεστιαρίου”
μετ. Μ. Μακρόπουλος
εκδόσεις Μεταίχμιο 
2019


Ωραίο εξώφυλλο. Ο συγγραφέας maître του gothic μυθιστορήματος. Μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε μια ενδιαφέρουσα πλοκή, ένα ανάγνωσμα τερπνό και ωφέλιμο.

> Ο Πάτρικ Μαγκράθ γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 7 Φεβρουαρίου 1950 και μεγάλωσε στη γειτονιά του νοσοκομείου Μπρόντιμορ, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως διευθυντής. Μετά τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο Άστον του Μπέρμινχαμ εργάστηκε σε ψυχιατρική κλινική στο Οντάριο του Καναδά. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βανκούβερ όπου δούλεψε ως δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο και πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του σε ένα απομονωμένο νησί στον Βόρειο Ειρηνικό. Το 1981 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου ζει μέχρι σήμερα με τη σύζυγό του, την ηθοποιό Μαρία Έιτκεν - μοιράζοντας το χρόνο του ανάμεσα στην Αμερική και το Λονδίνο. Θεωρείται εκπρόσωπος του νεο-γοτθικού ύφους στην αγγλική λογοτεχνία, με ήρωες χαρακτήρες που αντιμετωπίζουν, με δραματική ένταση, ψυχολογικά προβλήματα ή έχουν νοσηλευτεί σε ψυχιατρεία. Στα βιβλία του μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει μια ελαφρά απαισιοδοξία για τις σχέσεις ανάμεσα σε συζύγους. "Μάλλον στα βιβλία μου απεικονίζεται αυτό που φοβάμαι πως θα συμβεί", υποστηρίζει ο ίδιος. Τρία μυθιστορήματά του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο: "The Grotesque" (1989), από τον Τζον-Πολ Ντέιβιντσον, με πρωταγωνιστές τους Άλαν Μπέιτς, Λένα Χέντεϊ, Τερέζα Ράσελ και Στινγκ, το 1995, "Spider" (1990, ελλ. τίτλος: "Στον ιστό της αράχνης", εκδ. Ψυχογιός 2003), από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, με πρωταγωνιστές τους Ρέιφ Φάινς και Μιράντα Ρίτσαρντσον, το 2002, και "Asylum" (1996, ελλ. τίτλος "Απαγορευμένο πάθος", εκδ. Ψυχογιός 2000), από τον Ντέιβιντ Μακένζι, με πρωταγωνιστές τους Νατάσα Ρίτσαρντσον και Μάρτον Τσόκας, το 2005 -ταινίες που συγκέντρωσαν επαινετικές κριτικές. Έχει γράψει, επιπλέον, τα μυθιστορήματα: "Dr Haggard's Disease", 1993, "Martha Peake", 2000 (βραβείο Premio Flaiano), "Port Mungo", 2004, "Trauma", 2008, "Constance", 2013, The Wardrobe Mistress, 2017 (ελλ. τίτλος "Το φάντασμα του βεστιαρίου", Μεταίχμιο 2019) και τις συλλογές διηγημάτων "Blood and Water and Other Tales", 1989 και "Ghost Town: Tales of Manhattan Then and Now", 2005 (ελλ. τίτλος "Νέα Υόρκη: Πόλη των φαντασμάτων", Μεταίχμιο 2006).

Ο Charles Grice είναι ηθοποιός που πεθαίνει από ατύχημα λίγο πριν παίξει τον Malvolio σε έργο του Shakespeare. Πίσω του τον θρηνεί η γυναίκα του Joan, που έχει βεστιάριο θεάτρου, η κόρη του Vera που είναι ηθοποιός και ο κατά πολύ μεγαλύτερος άνδρας της Julius Glass, που δεν έχει κερδίσει τη συμπάθεια των υπολοίπων. Παρόλο που στην Κατοχή είχε σώσει μια Εβραία, την Gustle, ήταν επίσης παρών όταν ο Grice έπεσε από τις σκάλες, γεγονός που ενίοτε τον κάνει ύποπτο.

Το παράδοξο, που μπορεί όμως εύκολα να εξηγηθεί ως αυταπάτη της Joan, είναι ότι αυτή ακούει μια φορά τον νεκρό σύζυγό της και ακόμα περισσότερο θεωρεί ότι στον ρόλο του ως Malvolio παίζει ο ίδιος ο πεθαμένος κι όχι ο αντικαταστάτης του ονόματι Daniel Francis Stone. Σε μια δυο συναντήσεις της μάλιστα με τον νεαρό ηθοποιό, ο συγγραφέας παίζει υπαινικτικά το παιχνίδι με τον σωσία, καθώς ο Francis αναλαμβάνει να παίξει τον Malvolio σαν να ήταν ο Grice και μάλιστα δέχεται το κοστούμι του από την άχρηστη πλέον γκαρνταρόμπα της γυναίκας του. Το παιχνίδι με τον “αντικαταστάτη” ίσως δεν μείνει μόνο στο θέατρο αλλά και στη ζωή…

Ο McGrath διαπλέκει πολλά νήματα, καθώς η ιστορία προχωράει. Εκτός από την Gustle, Εβραίοι αποδεικνύονται τόσο ο Frank Stone, που είχε έλθει μάλιστα πριν από τον πόλεμο από τη Γερμανία, όσο και η Joan, που εξακολουθεί να βλέπει και να ακούει πού και πού τον νεκρό σύζυγό της. Όμως, επειδή πιστεύει πλέον ότι αυτός ήταν κρυφοφασίστας, έρχεται σε επαφή με τον κύκλο των φασιστών που έχουν ακόμα ξεμείνει, ακόμα και μετά την ήττα του Hilter. Αρχηγός τους ήταν ο Oswald Mosley και η Βρετανική Ένωση Φασιστών, με τους οποίους ο συχωρεμένος φαίνεται να είχε σχέσεις. Η κόρη τους απ’ την άλλη ανακαλύπτει ότι ο Frank κοιμάται με την μάνα της την Joan, ενώ παίζουν μαζί στο θέατρο.


Μέσα σ’ όλο αυτόν τον κυκεώνα, η αλήθεια είναι ότι πρέπει να πιάνεις τα νήματα γερά για να μη χαθείς. Ωστόσο, νιώθεις ότι κάπου όλα αυτά θα συναντηθούν κι η λύση θα έλθει όταν συγκλίνουν σε μια προσχεδιασμένη κατάληξη. Και τελικά ο φόνος είναι η κορύφωση που περίμενες, αν και χωρίς επαρκή στοιχεία για το πώς φτάσαμε σ’ αυτό. Μια «φρενοπάθεια» δεν είναι ικανοποιητικός λόγος, δεν είναι η καλύτερη λύση για ένα πολύπλοκο ψηφιδωτό.

Το βιβλίο εντάσσεται στη χορεία των έργων που γράφονται σε όλη την Ευρώπη με την αγανάκτηση και την αντίρρηση απέναντι στην Ακροδεξιά που δυστυχώς επελαύνει. Το φάντασμα του νεκρού είναι ο ίδιος ο φασισμός που επανακάμπτει και επιζητεί μια θέση στη σύγχρονη ιστορία. Πόσο θα του επιτρέψουμε να αναγεννηθεί; Πώς μπορούμε να το στείλουμε μια και καλή στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας;
Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, September 01, 2019

Santiago Amigorena, “Τα τελευταία μου λόγια”


Η εσχατολογία της οικολογικής καταστροφής αποτελεί καμπάνα κινδύνου για όλους εμάς που κοιμόμαστε ύπνον βαθύ, νομίζοντας ότι το τέλος της ανθρωπότητας δεν μας αφορά, καθώς ανάγεται σε έναν απώτατο μέλλον. Ο Αμαζόνιος για άλλη μια φορά δείχνει ότι όλο αυτό είναι ένα οδυνηρό παρόν και λογοτεχνικά έργα σαν "Τα τελευταία μου λόγια" αποδεικνύουν ότι δεν είναι μακριά η πλήρης εξαφάνιση…


Santiago Amigorena
“Mes derniers mots”
2015

“Τα τελευταία μου λόγια”
μετ. Τ. Δημητρούλια
εκδόσεις Gutenberg
2019


Οι φωτιές, η ατμοσφαιρική ρύπανση, τα έντονα φαινόμενα, η κλιματική αλλαγή κλπ. υπαγορεύουν σενάρια τρόμου, όχι απίθανα, που οδηγούν στον πλήρη αφανισμό του πλανήτη.

> Συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ο Σαντιάγο Αμιγκορένα γεννήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1962 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής και έζησε στη Γαλλία. Μετά από μια σειρά σεναρίων, γύρισε, το 2006 την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του, "Quelques jours en Septembre" ("Μερικές μέρες τον Σεπτέμβρη"), με πρωταγωνιστές τη Ζυλιέτ Μπινός και τον Τζον Τορτούρο, η οποία προβλήθηκε στα φεστιβάλ Βενετίας και Τορόντο και ήταν υποψήφια για Βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ της Mar del Plata. Το 2012 υπέγραψε ως συν-σεναριογράφος την ταινία επιστημονικής φαντασίας "Upside down" (που προβλήθηκε στην Ελλάδα ως: "Ανάμεσα σε δύο κόσμους"), του Χουάν Σολάνας, με πρωταγωνιστές τους Τζον Στάρτζες και Κίρστεν Ντανστ. Το δυστοπικό μυθιστόρημά του που εκδόθηκε στη Γαλλία με τίτλο "Mes derniers mots" (2015, ελλ. έκδ. "Τα τελευταία μου λόγια", Gutenberg/Aldina, 2019), μεταφέρεται στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τους Νικ Νόλτε, Σάρλοτ Ράμπλινγκ και Στέλαν Σκάρσγκαρντ. Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού Ζυλί Γκαγιέ, μεταξύ 2003-2006, και σύντροφος της ηθοποιού Ζιλιέτ Μπινός, μεταξύ 2006-2009.

Το τέλος της ανθρωπότητας εξαιτίας ενός Μεγάλου Σεισμού, της Επισιτιστικής Κρίσης, του Λιωσίματος των Πάγων, των Μεγάλων Πλημμυρών, της Οντολογικής Κρίσης, των μαζικών μεταναστεύσεων, της καταστροφής της φυσικής επικονίασης, του εκφυλισμού της σπερματογένεσης, του φονικού Ιού και των πολυάριθμων πολέμων έχει έρθει. Η ανταπόκριση έρχεται σε μορφή σημειώσεων από τον τελευταίο άνθρωπο της υφηλίου, που βρίσκεται στην Ακρόπολη Αθηνών. Βρισκόμαστε στο ολέθριο έτος του 2086 και πριν από λίγο πέθανε ο προτελευταίος άνθρωπος, με το παρωνύμιο Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Η συνταγή είναι απλή. Η ζωή που φθίνει, ο πληθυσμός που μειώνεται ραγδαία, η φύση που έρχεται να ανταποδώσει στον άνθρωπο το κακό που της έκανε. Έτσι, μετά την τεράστια “πρόοδο” όλα αποσυμπιέζονται προς μια κάθετη ύφεση. Η τεχνολογία εκλείπει, οι πρώτες ύλες τελειώνουν, οι μέλισσες που γονιμοποιούσαν τα λουλούδια εξαφανίζονται και μαζί μ’ αυτές η χλωρίδα. Η συνταγή είναι απλή. Ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο αναπολεί στωικά και ψύχραιμα, ενώπιον του θανάτου που τον περιμένει αναπόφευκτα, όλα όσα οι προηγούμενες γενιές (ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ) είχαν αλλά δεν εκτίμησαν, τους κινδύνους που ελλόχευαν και δεν τους αξιολόγησαν, τα δεινά που ερχόντουσαν και δεν τα απέτρεψαν.

Το τέλος που σκιαγραφεί ο Αργεντινογάλλος συγγραφέας δεν είναι ένα δυστοπικό μέλλον. Είναι μια ζώσα πραγματικότητα, το 2086 δεν είναι ένα άλλο οικολογικό 1984, αλλά ένα απλά παροντικό σενάριο πραγματικότητας. Το βιβλίο δεν απειλεί, δεν εκφοβίζει, δεν προοιωνίζεται ένα ολέθριο μέλλον. Με τον εσχατολογικό του χαρακτήρα φέρνει αυτό το μέλλον στο τώρα, με πολύ εύγλωττο και φυσικό τρόπο. Το μήνυμα είναι ότι η ανθρωπότητα από τη στιγμή που αποχώρισε τον εαυτό της από τη φύση όρισε και το τέλος της. Όσο λέμε εμείς και η ανάπτυξή μας εναντίον της φύσης και της διαχρονικότητάς της, υπογράφουμε καθημερινά το αγγελτήριο θανάτου μας.

Για να περάσει το μήνυμά του, ο Amigorena ανεβαίνει και σε συμβολικό επίπεδο, πέρα από την αφήγηση και τη μελλοντολογική διάσταση. Οι τελευταίοι άνθρωποι βρίσκονται στην Αθήνα, και μάλιστα στην Ακρόπολη, σαν ο κύκλος που έκανε η ανθρωπότητα ξαναγυρίζει στο σημείο 0, στο αφετήριο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε ο πολιτισμός. Κι εδώ αξίζει να σβήσει, όσο ο υπόλοιπος καιρός, από την κλασική αρχαιότητα και τις αξίες της έως τις αρχές του 21ου αιώνα, ξέφυγε από τη βάση και την ομαλή σχέση με τη φύση. Σ’ αυτό το συμβολικό επίπεδο ανήκουν και οι συνεχείς αναφορές στο έργο του Hölderlin “Υπερίων” που αναφέρεται στην Ελλάδα. Και τέλος ο προτελευταίος άνθρωπος δίπλα στον αφηγητή Bellarmine, έχει το παρατσούκλι Ουίλιαμ Σαίξπηρ, δείγμα μιας διαχρονικής λογοτεχνίας που θα φτάσει ώς το τέλος της ανθρωπότητας.
Πάπισσα Ιωάννα