Wednesday, November 11, 2009

Σκοτσέζικος καφές: Ίαν Ράνκιν


“Οι καταρράκτες – Οι αναστημένοι – Υπόθεση αίματος”
μετ. Γ. Τζήμας
εκδόσεις Μεταίχμιο
2009

Ρέμπους, κουίζ και φέρετρα

Ο ΙΑΝ ΡΑΝΚΙΝ
επισκέπτεται την Ελλάδα: χθες 10/11 (Αθήνα), σήμερα 11/11 (Βόλος), αύριο 12/11 (Θεσσαλονίκη) και μεθαύριο 13/11 (Ιωάννινα).

         Ο Ίαν Ράνκιν, πολυγράφος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, θεωρείται κατά πολλούς η καλύτερη πέννα του είδους στη Μεγάλη Βρετανία. Αναγνωρίσιμη μορφή στα έργα του είναι ο επιθεωρητής Ρέμπους, που μεγάλωνε ηλικιακά από έργο σε έργο και εκπροσωπεί τον ευφυή αστυνόμο ο οποίος δεν τα πάει καλά με την εξουσία και βρίσκει συχνά τον μπελά του από την αντισυμβατική συμπεριφορά του, ορατό δείγμα της οποίας είναι η έφεσή του στο οινόπνευμα. Αλωνίζει τη Σκοτία με κέντρο το Εδιμβούργο, συνδυάζει στοιχεία και προσπαθεί παράλληλα να γλυκάνει τη μοναχική του ζωή με σύντομες σχέσεις.

        Στον παρόντα πολυσέλιδο τόμο έχουν συγκεντρωθεί τρία μυθιστορήματά του που γράφτηκαν στη δεκαετία του 2000: “Οι καταρράκτες” (2001), “Οι αναστημένοι” (2002) και η “Υπόθεση αίματος” (2003). Στο πρώτο μια νεαρή κοπέλα εξαφανίζεται κι έπειτα ανακαλύπτεται νεκρή, ενώ παράλληλα ανευρίσκεται ένα φέρετρο με μια κούκλα μέσα∙ ο φόνος της συνδέεται με παιχνίδια ρόλων που έπαιζε στο διαδίκτυο, αλλά και με σειρά φερέτρων που είχαν στο παρελθόν ανευρεθεί ταυτόχρονα με εξαφανίσεις ή θανάτους άλλων νεαρών γυναικών. Στους “Αναστημένους” ο Ρέμπους έρχεται αντιμέτωπος με έναν γνωστό γκάνγκστερ του Εδιμβούργου, όταν διερευνά τον θάνατο ενός εμπόρου τέχνης, ενώ παράλληλα έχει αναλάβει μυστική αποστολή εσωτερικών υποθέσεων της αστυνομίας. Στην “Υπόθεση αίματος” δύο έφηβοι σκοτώνονται από έναν πρώην στρατιωτικό, ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτονεί.
         Ο Ίαν Ράνκιν ανήκει στους συγγραφείς που στηρίζουν τα έργα τους στον προγραμματισμένο συνδυασμό ποικίλων σημείων σε μια άρτια πλοκή. Οι εκπρόσωποι της αστυνομίας παρελαύνουν πολυάριθμοι με τις διαπροσωπικές τους κόντρες, ενώ εξίσου πολυάριθμοι είναι και οι εμπλεκόμενοι (ιατροδικαστές, μάρτυρες, συγγενείς κ.λπ.) οι οποίοι γίνονται συν τω χρόνω πιθανοί ύποπτοι. Έτσι, οικοδομείται ένας πολυδαίδαλος λαβύρινθος, ο οποίος απλώνεται σε πολλαπλές σχέσεις, συναντήσεις, διαλόγους, ανακρίσεις, παράλληλα επεισόδια που διαπλέκονται μέχρις ότου κάποια πρόσωπα να ξεχωρίσουν και εντέλει να καταλήξουμε στον πραγματικό δράστη. Ο Ράνκιν δηλαδή ακολουθεί σχετικά “πιστά” το αγγλοσαξονικό πρότυπο του καλοσχεδιασμένου γρίφου, όπου μετράει πρώτιστα μέσω της τεχνικής της πλάνης η αποκάλυψη του θύτη.
       Αν όμως εξετάσει κανείς καλύτερα τους τρόπους γραφής του, θα καταλάβει ότι πίσω από την γεμάτη σασπένς δράση πηγαινοέρχονται και στοιχεία που άπτονται της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας. Οι ήρωές του –ή οι αντιήρωές του- συγκρούονται έντονα με τους άλλους, δημιουργούν συμμαχίες και έχθρες, λειτουργούν όχι μόνο ως αστυνομικά όργανα, ανεπηρέαστα από τη ζωή, αλλά ως πόλοι διαπροσωπικών σχέσεων που συστέλλονται και διαστέλλονται φέρνοντας τα άκρα τοϋς άλλοτε φιλικά κοντά κι άλλοτε σε σημείο αντιπαράθεσης.
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, November 08, 2009

Λογοτεχνική Σούπερ Λίγκα


        Έχει ξεκινήσει πλέον η λογοτεχνική Σούπερ Λίγκα της σεζόν 2009-2010 με τις ομάδες-εκδοτικούς οίκους να ρίχνονται στους αγωνιστικούς χώρους, προκειμένου να κατακτήσουν τρόπαια και την εκτίμηση των φιλάθλων-αναγνωστών. Τα ρόστερ έχουν συμπληρωθεί και όλοι περιμένουμε με αγωνία ποια από τα ονόματα που στελεχώνουν τις ομάδες θα αποδειχθούν σωτήρες και ποια παλτά. Μια μικρή παρουσίαση των παιχτών θα δείξει τη δυναμική κάθε ομάδας:
Γαβριηλίδης: Αλέξης Σταυράτης, Αντώνης Μιχαηλίδης
Ελληνικά γράμματα: Γιάννης Ξανθούλης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιώργος Μανιώτης
Καστανιώτης: Ισμήνη Καπάνταη, Ρέα Γαλανάκη, Παύλος Μάτεσις, Αλέξης Πάρνης, Παντελής Καλιότσος, Θοδωρής Ραχιώτης, Αλέξανδρος Ασωνίτης, Τιτίνα Δανέλλη, Στέφανος Δάνδολος
Κέδρος: Πρόδρομος Μάρκογλου, Κώστας Καβανόζης, Σάκης Σερέφας, Νίκος Δαββέτας, Έλενα Χουζούρη, Μένης Κουμανταρέας
Λιβάνης: Γιώργος Λεονάρδος, Παρασκευή Καραγιάννη
Μελάνι: Εύα Στάμου
Μεταίχμιο: Λίλα Κονομάρα, Ευσταθία Ματζαρίδου

Πατάκης: Δήμητρα Κολλιάκου, Σώτη Τριανταφύλλου
Πόλις: Τάσος Χατζητάτσης, Βασιλική Ηλιοπούλου
Τόπος: Έκτορας Αποστολόπουλος, Μαρία Τσολακούδη, Δημοσθένης Βουτυράς
Ψυχογιός: Γιάννης Ρεμούνδος, Μάρω Βαμβουνάκη, Έλση Τσουκαράκη
         Δεν αναφέρομαι στους ξένους παίχτες που επανδρώνουν τις ομάδες μέχρι να ολοκληρωθεί η ημερομηνία στην οποία πρέπει να δηλωθούν. Ούτε στα άλλα είδη πρωταθλήματος που τρέχουν παράλληλα, όπως της ποίησης, της παιδικής λογοτεχνίας ή του δοκιμίου. Περιμένουμε ήδη μετεγγραφές την περίοδο Φεβρουαρίου 2010, για να ανανεώσουν οι ομάδες τα ρόστερ-τους με νέο αίμα.

         Στη σέντρα λοιπόν με τους εκδοτικούς οίκους να κονταροχτυπιούνται για τα μπεστ σέλερ και τα βραβεία. Ανάμεσά τους οι κριτικοί, μαύρα κοράκια της διαιτησίας που άλλοτε αντικειμενικά κι άλλοτε με το ένα μάτι να αλληθωρίζει κρίνουν φάσεις, καταλογίζουν πέναλτι και οφσάιντ, επικυρώνουν γκολ και δέχονται τα πυρά δικαίως ή αδίκως όλων εμάς που στις κερκίδες ή στους καναπέδες-μας παρακολουθούμε το ματς. Οι συγγραφείς-παίχτες μπορεί φέτος να αναδειχθούν, να εδραιωθούν, να συνεχίσουν την καλή-τους πορεία και να κληθούν στην Εθνική ή να χαθούν, να καθίσουν, να κάνουν κοιλιά...

        Όλοι διαβάζουν και σκέφτονται, απολαμβάνουν τους αγώνες ή αναρωτιούνται μήπως είναι σικέ. Τελικά, είναι το πρωτάθλημα δίκαιο ή κάποιοι εκδοτικοί οίκοι ελέγχουν τη διαιτησία; Διαδραματίζουν και άλλοι παράγοντες ρόλο στην ανάδειξη ενός παίχτη πέρα από τη λογοτεχνική-του αξία; Τι ρόλο παίζουν οι παράγοντες των ομάδων;
        Θα ήθελα ένα καθαρό πρωτάθλημα. Θέλω να ελπίζω ότι κάθε βιβλίο κρίνεται με καθαρούς όρους. Θέλω να πιστεύω στην αντικειμενικότητα των διαιτητών, όσο κι αν όλοι, αυτοί και εμείς, κριτικοί και αναγνώστες, παρασυρόμαστε συχνά από τις οπαδικές-μας πεποιθήσεις, από τις συγγραφικές-μας αγάπες, από τα βιώματά-μας που δεν μας αφήνουν να δούμε συχνά εξόφθαλμα φάουλ ή έξοχες τρίπλες.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, November 06, 2009

Espresso Doppio: Χριστόφορος Κάσδαγλης


“Σπλιτ”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009

Καζίνο και λογοτεχνία no 2.

       Ο χώρος των καζίνο ή των χαρτοπαιχτικών λεσχών και των τυχερών παιχνιδιών δεν είναι γενικά γνωστός, και στη λογοτεχνία ακόμα λιγότερο προσφιλής. Θυμάμαι τον “Χορό των ρόδων”, το αξιόλογο έργο του Αντώνη Σουρούνη και το πρόσφατο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου “Όλα στο μηδέν” (βλέπε προηγούμενο ποστ).
        Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό, ευτυχώς ούτε μέτριο. Διαβάζεται με ενδιαφέρον, αλλά δεν συγκλονίζει. Ευτυχώς, όμως, ξαναλέω, δεν το πετάς αδιάφορα μόλις τελειώσει.

       Το μυθιστόρημα του Χριστόφορου Κάσδαγλη “Σπλιτ” ξεκινά με την εικόνα του καζίνο και τον πρωταγωνιστή, τον αργόμισθο δημοσιογράφο Βλαδίμηρο Δημητριάδη, να παίζει με μέτρο και χωρίς πάθος. Η συνέχεια βέβαια του έργου αφορά τη δημοσιογραφική-του ιδιότητα και το κυνήγι επιχειρηματικών κολοσσών και οικονομικών κομπίνων. Βασική μέριμνά-του είναι ο φάκελος των δραστηριοτήτων του επιχειρηματία Φίλιππου Μπάρλου, τον οποίο ενημερώνει συνεχώς με νέα στοιχεία και ντοκουμέντα, χωρίς ποτέ να μπορέσει να δημοσιεύσει ούτε μία αράδα στην εφημερίδα στην οποία δουλεύει. Όταν κάποια στιγμή συναντά τον Μπάρλοου, συμφωνεί να εγκαταλείψει το όποιο φιλόδοξο σχέδιο…
          Δύο παράλληλες πορείες: ο τζόγος και η δημοσιογραφία, το καζίνο και οι επιχειρήσεις. Προσωπικά βέβαια δεν κατάλαβα πώς συνδέονται, εκτός κι αν μείνει κανείς στην αλληγορία του παιχνιδιού, στους συμβολισμούς της ρουλέτας κ.ο.κ. και τους μεταφέρει στο επιχειρηματικό πεδίο.
          Δύο βασικά είναι τα σημεία που αξίζει να σταθούμε στο έργο: από τη μία, η αυτοαναφορική διάσταση του μυθιστορήματος, όπου ο ήρωας είναι και λίγο συγγραφέας, γράφει ιστορίες με τα βιώματά του τις οποίες δημοσιεύει σε ένα μικρό περιοδικό και έτσι εφαρμόζει το δόγμα ότι μια ιστορία, ακόμα κι αν αποβαίνει αρνητική, είναι πάντα η αφορμή για συγγραφή και συνεπώς για άλλου είδους κέρδη. Από την άλλη, ο πρωταγωνιστής είναι κουλ κι αυτό φαίνεται τόσο από τη ζωή-του, όσο κι από τη γλώσσα του, τους έξυπνους διαλόγους και τις παρεΐστικες ατάκες, ακόμα και με ξένους, την προφορική γλώσσα της πιάτσας με τα όποια κλισέ και με τα όποια ψιλοέξυπνα – ψιλοσαχλά σλόγκαν-της.
Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, November 03, 2009

Καφές φίλτρου και 0 ζάχαρη: Αργυρώ Μαντόγλου


“Όλα στο μηδέν”
Εκδόσεις ελληνικά γράμματα
2009

         Είναι το καζίνο, το χαρτί, η ρουλέτα, τα τυχερά παιχνίδια μια αναλογία με τον έρωτα; Ποιος παίζει και στα δύο και πότε ισχύει το γνωστό «όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη»;
        Η Αυγή γνωρίζει τον Σταύρο στο καζίνο και ξαναρχίζει τη ζωή-της. Ποντάρει στον έρωτα με έναν άγνωστο και ανανεώνει τη μιζέρια-της. Φιλόδοξη συγγραφέας αναζητά στο καζίνο την έμπνευση. Ο έρωτας συνδυάζεται με την απάτη, τα σώματα όμως δεν μένουν πιστά. Εκείνη το ψυλλιάζεται, το καταλαβαίνει, αλλά δεν μπορεί να απεξαρτηθεί. 
        Η υπόθεση δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο (για τη συγγραφέα τουλάχιστον) είναι η οπτική γωνία της γυναίκας στον τομέα σχέση και έρωτας, η αναγνώριση του εαυτού και του άλλου, η τύχη και η ελευθερία. Αν ήμουν γυναίκα, θα εκτιμούσα την προσπάθειά-της να ξαναδεί το καθημερινό ως διαχρονικό και τον έρωτα ως παιχνίδι της τύχης.

          Προσωπικά, ωστόσο, θα χαρακτήριζα αυτή τη λογοτεχνία ως πεζογραφία σε βήμα σημειωτόν: η δράση είναι ο αργός κυλιόμενος ιμάντας πάνω στον οποίο βαδίζει στοχαστικά και νωχελικά, αργά και ομφαλοσκοπούμενα η γυναικεία ματιά, ο κόσμος του σήμερα, το συναίσθημα ως άξονας της γραφής, το σώμα και ο ήπιος φεμινισμός ως πρίσμα εξήγησης της πραγματικότητας. Μπορεί κανείς να διαβάσει τις σελίδες με διαγώνιο βλέμμα, και θα το έκανα, αν δεν ήθελα να μπω στο πετσί των προθέσεων της συγγραφέως, να δω τον κόσμο με τα γυαλιά-της. Το βήμα σημειωτόν εντέλει, όσο κι αν ο άνθρωπος γυρίζει επιτόπου προς διάφορες κατευθύνσεις, είναι εξίσου βαρετό με το να κάθεσαι για ώρες στον καθρέφτη και να κοιτάς τον εαυτό-σου. Και τέτοια κείμενα μού δίνουν την εντύπωση μιας συνεχούς και συχνά μάταιης ενδοσκόπησης.
          Κρατάω ωστόσο την αναλογία έρωτα και καζίνο ως προς το θέμα της εξάρτησης. Η Μαντόγλου επιχειρεί να δείξει πως όσο ντόπα είναι για κάποιον η ρουλέτα, η οποία δεν τον αφήνει να απεξαρτηθεί, εθισμένος καθώς είναι στον τζόγο, άλλο τόσο και ο έρωτας, παράλογος και εθιστικός, δεν αφήνει τα θύματά-του να δουν την πραγματικότητα, να δουν τον διασυρμό και να απεγκλωβιστούν.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, October 30, 2009

Ανοικτή επιστολή στη Βιβλιοθήκη της «Ελευθεροτυπίας»


Αξιότιμε κύριε Χρονά,

          Όταν είδα κάποια στιγμή μέσα στην άνοιξη του 2009 την αλλαγή που έγινε στη Βιβλιοθήκη της παρασκευιάτικης Ελευθεροτυπίας, πίστεψα ότι κάτι καλό μπορεί να γίνει σ’ αυτό το κορεσμένο ένθετο. Πίστεψα, δειλά δειλά, ότι μπορεί ένα νέο επιτελείο σε συνεργασία με τους παλιούς να αναμορφώσει προς το καλύτερο το βιβλιολογικό κομμάτι μιας σοβαρής εφημερίδας και να βάλει το βιβλίο βαθύτερα στη σκέψη του μέσου αναγνώστη εφημερίδων.
       Δυστυχώς οι προσδοκίες-μου δεν επαληθεύτηκαν ως τώρα και, αν διαβάσετε καλοπροαίρετα όσα έχω να πω, μπορεί και να γίνω κατά τι χρήσιμος στην προσπάθειά-σας για ουσιαστικό λόγο και άποψη.
        Καταρχάς, στα θετικά οφείλω να αναγνωρίσω τη μεγέθυνση της σελίδας, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να διαβάζει πιο άνετα, πιο απλόχωρα, χωρίς να εγκλωβίζεται στα στενά όρια μιας πυκνοτυπωμένης σελίδας. Παράλληλα, η έλευση της Θεοδοσοπούλου (παρά τις τυχούσες επιφυλάξεις που έχω κατά καιρούς) δυναμώνει το κριτικό δυναμικό και μπορεί κάλλιστα να γίνει το κριτικό δίδυμο με τον Χατζηβασιλείου (αλήθεια πού είναι;), ώστε να ακούγονται δύο βασικές φωνές στην αξιολόγηση της ελληνικής παραγωγής. Δεν ξεχνώ τη θέλησή-σας για την ενίσχυση της ποίησης, την προβολή ποιητών και συλλογών, το κατέβασμα του ποιητικού λόγου στην καθημερινότητα του μέσου αναγνώστη.
       Από εκεί και έπειτα στην εφαρμογή βλέπω, όπως και πολλοί με τους οποίους συζητώ, αρκετά λάθη στρατηγικής.

       Αρχικά, έχω μετρήσει πάνω από 50-60 συνεργάτες, στοιχείο που, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, οφείλεται στη θέλησή-σας για ένα είδος εκδημοκρατισμού της βιβλιοκριτικής. Έτσι, όμως, χωρίς να το θέλετε, εξασθενίζετε τη φωνή όλων όσοι γράφουν. Ψάχνω να βρω κάποιους παλιούς συνεργάτες και τους συναντώ αραιά και πού, ψάχνω να βρω νέους που μου έκαναν εντύπωση και βλέπω να εμφανίζονται μια φορά στα επτά-οκτώ φύλλα. Αυτή η ισότητα καταντά ισοπέδωση και οι αναγνώστες-σας, οι οποίοι επιθυμούν να έχουν κάποιον ή κάποιους ως βάση, παύουν να περιμένουν, απλώς βλέπουν την παρέλαση ονομάτων, χωρίς άξονα, βλέπουν ένα περιφερόμενο τσίρκο, χωρίς αναγνωρίσιμες υπογραφές, χωρίς πρόσωπα που να στηρίζουν τον κριτικό-τους λόγο ανά τακτά διαστήματα.
        Δεύτερον, έχετε περάσει σε ένα έντυπο εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας τη λογική ενός περιοδικού μικρής εμβέλειας και αραιής κυκλοφορίας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα (και τώρα θα πω ονόματα) στις ελεύθερες στήλες ποιητικού σχολιασμού της Λαϊνά και δισκογραφικής προβληματικής του Ζουγρή και του Πετρίδη (αλήθεια πού είναι σήμερα;). Και οι τρεις αρθρογράφοι-σας κινούνται σε παλιομοδίτικες πρακτικές, η μεν πρώτη μιλάει συνεχώς αυτοαναφορικά, χωρίς το λογικό ειρμό μιας παρουσίασης ή το δοκιμιακό λόγο που θα φέρει πιο κοντά το κοινό στην ποίηση. Αντίθετα, με ποιητικίζουσα φρασεολογία και χωρίς αλληλουχία νοημάτων πιο πολύ απωθεί παρά ενεργοποιεί το ποιητικό εγώ των αναγνωστών. Οι άλλοι δύο εθελοτυφλούν απέναντι στην επικαιρότητα, ίδιον γενικά του ενθέτου, και αναπολούν ομφαλοσκοπικά άλλες εποχές και είδη μουσικής, μουσικής βινυλίου που (αν μη τι άλλο) αφορούν μια μονόπλευρη θέαση της παράδοσης. Διαθέτω στήλη για τη μουσική θα σήμαινε μια πολύ διαφορετική αντίληψη για το τι ποιοτικό μπορώ να δώσω στο σ ύ γ χ ρ ο ν ο αναγνώστη-μουσικόφιλο. Κι αυτό το αφιέρωμα στη Βέρα Ζαβιτσιάνου, σύμφωνο με την εποχή και πιο πολύ σύμφωνο με το βιβλίο…! Μήπως σκοπεύετε να αλλάξετε το όνομα της Βιβλιοθήκης;

         Το σημείο αυτό για την επικαιρότητα πρέπει να εξηγηθεί περισσότερο. Αν θελήσουμε να μιλήσουμε για κλασικά βιβλία και συγγραφείς, καλό είναι αυτό να γίνεται σταθερά σε μια συγκεκριμένη σελίδα, αναγνωρίσιμη κάθε φορά από τον αναγνώστη (έχουν θέση ωστόσο αυτά σε μια καθημερινή εφημερίδα;). Πέρα όμως απ’ αυτό, θέλουμε να διαβάζουμε κριτικές εκτιμήσεις αλλά ταυτόχρονα να ενημερωνόμαστε για ό,τι σημαντικό προκύπτει στο χώρο των εκδόσεων αλλά και τη βοερή ζωή βιβλίων, εκδόσεων, περιοδικών, βραβείων, θεσμών κ.ο.κ. (δεν εννοώ σε καμία περίπτωση κουτσομπολιά). Έτσι, είναι πολύ χρήσιμο το δισέλιδο που διατηρείτε με μικρά σημειώματα για τα τρέχοντα βιβλία. Όλο το υπόλοιπο όμως ένθετο αποπνέει (άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο) μια οσμή μουσείου, όταν δημοσιεύετε παρουσιάσεις βιβλίων παλαιότερων ετών χωρίς εγνωσμένη δικαιολογία, μια ατμόσφαιρα αποκομμένη μέχρις ενός σημείου από το σήμερα κι από το παρόν.
         Μίλησα παραπάνω για τρεις στήλες, συν μία αυτήν της Θεοδοσοπούλου: σύνολο τέσσερις τακτικές στήλες. Κατά τ’ άλλα, η αρχιτεκτονική της Βιβλιοθήκης ποικίλλει από φύλλο σε φύλλο, με αποτέλεσμα κάτι τέτοιο να μη φαίνεται σαν μια ευχάριστη πολυφωνία, αλλά σαν μια άναρχη δόμηση. Μια μόνιμη στήλη παρουσίασης ποιητικών συλλογών, μια άλλη με παρουσιάσεις ξένης λογοτεχνίας, μια σταθερή ανά βδομάδα, δεκαπενθήμερο ή όποτε άλλοτε αποφασίσετε σελίδα για δοκίμια, επιστημονικά έργα ευρείας αναγνωσιμότητας, κοινωνιολογικές, πολιτικές κ.ο.κ. πραγματείες κ.ά. Αυτό που έχετε στερήσει από τους αναγνώστες σας είναι η ΠΡΟΣΜΟΝΗ. Ν’ ανοίγουμε το ένθετο και να βρίσκουμε παλιά, κλασικά μονοπάτια, αλλά και καινούργια, νεόκοπα κείμενα, σταθερά ονόματα βιβλιοκριτικής όσο και φρέσκιες υπογραφές που δε θα εμφανίζονται σαν κομήτες κι έπειτα θα χάνονται.
        Υποπτεύομαι εξάλλου ότι εκδοτικές ή άλλες πιέσεις «επιβάλλουν» παλαιές συνήθειες. Λ.χ. ένα τεράστιο δοκίμιο του Αρανίτση, κατακτητής πολλών σελίδων σε διαδοχικά φύλλα, έρχεται να συνεχίσει μια τακτική που την είχα ξαναδεί και στην παλαιότερη έκδοση της Βιβλιοθήκης και ήλπιζα ματαίως ότι έχει τελειώσει. Δεν ξέρω εκ των ενόντων το χώρο των εφημερίδων, αλλά δε με πείθει ότι αυτό είναι μέρος των επιλογών σας, τόσο ξένο με το υπόλοιπο κλίμα της Βιβλιοθήκης, ή όταν συντηρείτε ονόματα και κείμενα, που έρχονται αυτούσια από το χθες και στοιχειώνουν το σήμερα. Γιατί εκεί που βλέπω σποραδικότητα, ξαφνικά εμφανίζεται μια προκλητική τακτικότητα, εκεί που βλέπω να έχει εξαφανιστεί λ.χ. η Σχινά (εκτός από τον Χατζηβασιλείου, που προανέφερα) παρουσιάζονται υπογραφές κατ’ εξακολούθηση συχνές.

        Θα ήθελα να ξέρω αν σας έχει απασχολήσει ποιοι διαβάζουν τη Βιβλιοθήκη, η οποία δεν ενσωματώνεται καν σε ένα σαββατιάτικο ή κυριακάτικο φύλλο. Εικάζω μερικές εκατοντάδες φανατικοί αναγνώστες σαν κι εμένα, και ποικίλοι συγγραφείς, κριτικοί, εκδότες, βιβλιοπώλες και λοιποί άνθρωποι του χώρου. Επομένως, σε ένθετα σαν αυτό περιμένουμε πιο άμεσα αντανακλαστικά και μια σταθερή βάση, πάνω στην οποία να στηρίζουμε τις αναγνωστικές-μας επιλογές.
        Δεν ξέρω αν είμαι αιθεροβάμων στα 45-μου χρόνια, επειδή ελπίζω ότι έστω και κατά τι θα εισακουστώ. Είμαι ίσως ο ρομαντικός φιλαναγνώστης που παρακολουθούσα τις στήλες βιβλίου της Ελευθεροτυπίας από τότε που δεν είχαν οργανωθεί σε ένθετο αλλά κοσμούσαν τα φύλλα της Τετάρτης, αν δεν κάνω λάθος. Τώρα, λοιπόν, μια μικρή φωνή μέσα-μου μου ψιθυρίζει ότι θα μπορέσετε –πέρα από τους φίλους-σας, που (όπως οι φίλοι όλων-μας) μιλάνε ενίοτε με διπλωματική διακριτικότητα ή με αυλική κολακεία- να ακούσετε έναν από τους εκατοντάδες αναγνώστες της Βιβλιοθήκης, ο οποίος με επιχειρήματα –πιστεύω- θέλησε να σας μεταφέρει ένα δείγμα της πρόσληψης της προσπάθειάς-σας από τη βιβλιόφιλη κοινή γνώμη.
Με την ελπίδα ότι τουλάχιστον θα διαβάσετε με καλή προαίρεση
όσα έχω παρατηρήσει
Μετά τιμής
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, October 28, 2009

Πικρός καφές: Πέτρος Πικρός


“Χαμένα κορμιά”
εκδόσεις Άγρα
2009

       Διηγήματα του 1922 που αναδημοσιεύονται σε έναν τόμο με την επιμέλεια της Ντουνιά, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται μια κατατοπιστική εισαγωγή και κριτικές της εποχής για το έργο.
        Το πιο παράδοξο (και άξιο προσοχής) και γι’ αυτό θα ξεκινήσω από αυτό είναι ότι ο Πέτρος Πικρός (ψευδώνυμο που παραπέμπει στον Γκόρκι = πικρός) σπούδασε στο εξωτερικό και γενικά ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του. Κι όμως η γλώσσα των ιστοριών-του είναι αυτή ακριβώς του περιθωρίου με έντονο το προφορικό στοιχείο, την αργκό του υποκόσμου, τον ρυθμό και το τέμπο των ανθρώπων του λούμπεν προλεταριάτου. Φυσικά αυτό γίνεται από ιδεολογία, αφού σκοπός του συγγραφέα είναι να δείξει το περιθώριο και τους άκληρους της ζωής, οι οποίοι είναι τα θύματα της κοινωνικής σήψης.
         Το σημαντικό όμως είναι ότι καταφέρνει να πείσει απόλυτα για την αληθοφάνεια του λόγου των προσώπων-του, σαν να είναι δικός-του∙ σαν ο ίδιος να μιλούσε και να έγραφε έτσι. Κι αυτό δείχνει πολύ καλό συγγραφέα, ο οποίος ναι μεν δεν διακρίνεται για την έξοχη πλοκή των έργων-του, συμπεριλαμβανομένου και του πιο γνωστού-του του «Τουμπεκί», αλλά πετυχαίνει να αναπλάσει τη γλώσσα και δη τον κόσμο των πορνών, των κλεφτών, των άστεγων, των απατεώνων που ζουν τη δική-τους εξαθλίωση.
        Είναι σαν τον ηθοποιό που παίζει κόντρα ρόλους κι αυτό αναδεικνύει ακόμα περισσότερο το ταλέντο-του. Οι περισσότεροι σημερινοί πεζογράφοι γράφουν τον δικό-τους μονόπλευρο λόγο, χωρίς ίχνος πολυφωνίας, και φυσικά δίχως την ενσάρκωση ενός άλλου υποκειμένου πέρα απ’ αυτόν/αυτούς με τον οποίο/οποίους τα βιώματά-τους τους έχουν εξοπλίσει.
        Ο Πικρός μιλάει για το περιθώριο για να το κάνει γνωστό ως κοινωνική παράμετρο που η αστική λογοτεχνία προσπαθεί να κρύψει κάτω από το χαλί, μιλάει με αριστερή ιδεολογία και έμμεσα επικριτική διάθεση στο κοινωνικό σύνολο. Η νατουραλιστική-του απεικόνιση εκμοντερνίζεται με ελεύθερο πλάγιο λόγο ο οποίος δείχνει ικανότατο χειρισμό, αλλά κατά βάση παραμένει ρεαλιστικός και φωτογραφικά (και φωνογραφικά) πιστός στην πραγματικότητα. Ίσως δυσκολεύει τον ρυθμό της ανάγνωσης αλλά σίγουρα αποζημιώνει με την ανοίκεια οπτική της ζωής.
Πατριάρχης Φώτιος
Δεν βρήκα σήμερα άλλο κατάλληλο κείμενο να βάλω,
που να ταιριάζει με την Εθνική επέτειο,
επειδή πιθανόν ο ηρωισμός είναι θέμα παρωχημένο για την εποχή και δη για τη λογοτεχνία. Προσεχώς, θα συνεχίσω το θέμα που ανοίξαμε για τα βιβλιοφιλικά ένθετα με αναφορά στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας.

Sunday, October 25, 2009

Μπουκιές και μπουκίτσες από τις εφημερίδες


1. Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη “Ψυχή βαθιά” διχάζει τους Έλληνες, για μια ακόμα φορά. Θέμα-της ο Εμφύλιος και η βασική κατηγορία (εκ μέρους κυρίως των αριστερών εντύπων) είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση (ενν. υπέρ των κομμουνιστών) και διατηρεί μια ανθρωπιστική ουδετερότητα εστιάζοντας στο ανθρώπινο και όχι στο κομματικό.

Βλ. την παρουσίαση των διιστάμενων κριτικών στο φύλλο της «Ελευθεροτυπίας» (23.10.2009) από τη Φωτεινή Μπάρκα και το άρθρου του Μανόλη Πιμπλή στα «Νέα» (24.10.2009). Δες επίσης την κινηματογραφική κριτική (φυσικά ιδεολογική, όπως όλες) του Νίνου Φενέκ Μικελίδη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», τα άρθρα στο «Βήμα» και τη θέση του Νίκου Μπακουνάκη, όπως και τα κείμενα στο Κ της «Καθημερινής» (25.10.2009).
Στην ουσία ο δημιουργός απέναντι σε ένα θέμα με μεγάλη ιδεολογική ένταση έχει τρεις επιλογές:                                                       

α. να τηρήσει ουδετερότητα σε ένα κλίμα συμφιλίωσης και συναδέλφωσης (να μην ριψοκινδυνέψει να εκτεθεί και να κατηγορηθεί εκατέρωθεν, αλλά να φανεί άνευρος και ρηχός).                             
β. να λάβει μέρος με θ έ σ η, να ερμηνεύσει δηλαδή τα γεγονότα με ιδεολογικό τρόπο και να δείξει, κατά τη γνώμη-του, ποιος λίγο και ποιος πολύ είχε δίκιο (κινδυνεύει να κατηγορηθεί για μεροληψία και μονόπλευρη θέαση των δεδομένων, δηλαδή για προπαγάνδα)                         
γ. να δείξει πολυφωνικά το δίκιο του ενός και του άλλου, να αφήσει τους ήρωές-του να πάρουν θέση, άλλος από εδώ κι άλλος από εκεί (πάλι θα κινδυνέψει να φανεί ουδέτερος, αλλά θα καλύψει τις απόψεις και των δύο πλευρών αφήνοντας το έργο-του ανοικτό)                          


2. Γιορτάζει τα 10 χρόνια-του o Blogger μέσα στον οποίο συνεχίζει τις αναγνώσεις-του και το Βιβλιοκαφέ. Χρόνια πολλά και συγχαρητήρια για τη δυνατότητα που δίνει στον καθένα να αποκτήσει βήμα ανοίγοντας ένα ιστολόγιο. Δείτε ακόμα έναν ιστότοπο (http://readallday.org ) στον οποίο η κάτοχός-του Nina Sankovitch διαβάζει ένα βιβλίο κάθε μέρα και αναρτά τη γνώμη-της γι’ αυτό (από τον Δημήτρη Δουλγερίδη στον Ταχυδρόμο των «Νέων», 24.10.2009). Το Βιβλιοκαφέ δεν μπορεί να ακολουθήσει ούτε κατά διάνοια. Άλλωστε, δεχτήκαμε σχόλιο (στην ανάρτηση της 19ης 10.2009) να μην ποστάρουμε τόσο γρήγορα, …γιατί θα μας κόψουν κλήση για υπερβολική ταχύτητα (να ‘σαι καλά, Μύρωνα). Η …συνάδελφος Νίνα έχει Μαζεράττι, ενώ εμείς αγκομαχούμε στην ανηφόρα με φιατάκι.


3. Διαβάζει κανείς τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας κάθε Παρασκευή, το Βιβλιοδρόμιο των «Νέων» κάθε Σάββατο, τα Βιβλία του «Βήματος», το 7 της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» και τις σελίδες για την Τέχνη της «Καθημερινής» κάθε Κυριακή και βλέπει -με διαφορά- τα Νέα να έχουν το καλύτερο βιβλιοφιλικό ένθετο. Πάντα ενήμερα, κοντά στην επικαιρότητα, με αναφορές σε ό,τι καινούργιο κυκλοφορεί και όποιο θέμα απασχολεί τη βιβλιοφιλική επικαιρότητα, με μικρά αφιερώματα κατά καιρούς και φυσικά τις έγκριτες στήλες κριτικής του Κούρτοβικ.
         Λ.χ. χθες, παρουσίαση των νέων νουβελών της Κολλιάκου, σύσταση του βιβλίου για το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αποστολίδη, άρθρο για το νέο μυθιστόρημα του Μανιώτη (από την τρέχουσα ελληνική παραγωγή που έρχεται επελαύνοντας). Παράλληλα, διαβάζουμε για τα μεταφρασμένα βιβλία όπως αυτά της Νεμιρόφσκι, του Χάρμς, του Ισπανού Θαφόν, ενώ οι προεκτάσεις στην ιστορία με αναφορά στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και φυσικά στον πάντα επίκαιρο και αναθεωρούμενο ελληνικό Εμφύλιο επεκτείνουν τα αναγνωστικά-μας ενδιαφέροντα προς παράπλευρους χώρους. Και πάνω που λες ότι χόρτασες, έρχεται η βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου της Αρβελέρ για το Βυζάντιο, που μας κάνει να ξεσκονίσουμε τις σκουριασμένες ιδέες για μια αυτοκρατορία που (κατά πολλούς) ήταν παρακμιακή και οπισθοδρομική. Βλέπω ότι η Χαρτουλάρη ενορχηστρώνει πολύ καλά τα “όργανά-της” σε μια πετυχημένη αρμονική δουλειά.
           Θα συνεχίσω άλλη φορά με τα ένθετα των άλλων εφημερίδων, που με απογοητεύουν όλο και περισσότερο (εξαιρείται η κυριακάτικη «Καθημερινή» που διατηρεί ένα καλό επίπεδο).
Πατριάρχης Φώτιος