Thursday, June 21, 2018

12α ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Δώδεκα συναπτά έτη μάς βρίσκουν να διαβάζουμε. Να ψήνουμε καφέδες και να σερβίρουμε ποτά.
Μ’ αγάπη για το βιβλίο και με πάθος γι’ αυτό.
Ειλικρινά, δεν ξέρω τι άλλο να πω.
Πόσα βιβλία, πόσες συζητήσεις, πόσες σκέψεις!

Νομίζω ότι όποιο βιβλίο δεν το σχολιάσαμε, είναι σαν να μην υπάρχει για μας.
Πολλά έργα πέρασαν και δεν γέννησαν καμία σκέψη.
Αυτά νομίζω ότι είναι τα χλιαρά, τα άνοστα, τα νερόβραστα.
Που είναι πιο ανώφελα κι απ’ τα κακά.
Αυτά που μας εκνεύρισαν, μας έκαναν να απαυδήσουμε, να δυσανασχετήσουμε.
Τουλάχιστον τα κακά, που ’χαν φιλοδοξίες, κέρδισαν τη σκέψη μας και παρήγαν λόγο.
Τα άλλα πέρασαν και δεν ακούμπησαν, χάθηκαν, έφυγαν απ’ το σπίτι,
με κλάμα για τα άχρηστα λεφτά που δώσαμε.

Φυσικά υπήρχαν πολλά καλά, ουσιαστικά, διεγερτικά βιβλία.
Βιβλία που κέρδισαν την εκτίμησή μας, συζητήθηκαν στην κουζίνα του Βιβλιοκαφέ, τα χάρηκα εγώ κι όλη η ομάδα,
άλλοτε με συμφωνίες κι άλλοτε με διαφωνίες.
Φυσικά, πέρασε η μόδα των βιβλιοκαφέ,
τώρα κυριαρχούν άλλα μαγαζιά, άλλα διαδικτυακά στέκια
(ανοίξαμε κι εμείς στο twitter και σας περιμένουμε: https://twitter.com/vivliocafe).
Αλλά η παράδοση των blogs
και μια προσωπική εμμονή, όπως έγραψα, να διασώζουμε τα βιβλία γράφοντας γι’ αυτά
μας κάνει να συνεχίσουμε μια μοναχική ενίοτε δουλειά,
μια πίστη στην αξία της κριτικής ματιάς.
 
Created by Tirachard - Freepik.com
Ευχές και στην Anagnostria (anagnostria.blogspot.com),
που συνεχίζει κι αυτή δώδεκα χρόνια τώρα να κρατά το δικό της αναγνωστικό ημερολόγιο!
Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, June 17, 2018

Σωτήρης Δημητρίου, “θάμπωσε ο νους”


Μια στρώση παρατήρηση, ποτισμένη στο λογοτεχνικό σιρόπι, κι από πάνω νοσταλγία για μια παλαιική ζωή: έτσι φτιάχνονται τα διηγήματα του Δημητρίου, όσο κι αν δεν ωρύονται όταν τα διαβάζει κανείς.



Σωτήρης Δημητρίου
“θάμπωσε ο νους”
εκδόσεις Πατάκη -2017


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Ανάμεσα σε πάμπολλα μυθιστορήματα που διάβασα πρόσφατα ήθελα τις μικρές αναπνοές που αφήνουν τα διηγήματα. Να μπαινοβγαίνουν στα αναγνωστικά πνευμόνια μου.

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
Μικρά διηγήματα 4-8 σελίδων κατά μέσο όρο. Διηγήματα που συνοψίζουν σε μικρή έκταση ένα περιστατικό, το οποίο στέκει αυτόνομο σ’ ένα σύμπαν βιωμάτων. Κι όντως ο συγγραφέας δίνει την αίσθηση ότι όλα ξεκινάνε απ’ την παρατήρηση. Από μια βόλτα στην οποία συναντά το μικρό που θα το κάνει στο χαρτί μεγάλο. Από μια σκηνή στον δρόμο που θα πυροδοτήσει τη σκέψη.

Η συλλογή ξεκινά δυναμικά. Δυο αδέλφια, λοξοί κατά βάση, που είναι γνώριμοι σ’ όποιον περπατά στην παραλία του Φαλήρου. Κι όταν πέθανε ο ένας, ο άλλος έμεινε μετέωρος και εκκρεμής. Και το δεύτερο διήγημα στο ίδιο style. Η επαίτισσα στον δρόμο κι ο περαστικός που απαξιοί να την ελεήσει. Ώσπου κάποια στιγμή, σε ένα κούνημα του κέρματος, της δίνει ελεημοσύνη. Πώς λοιπόν η τυχαία συνάντηση δίνει το έναυσμα για να γραφεί ένα διήγημα; Και πόσο η φαντασία έρχεται να ξεσηκώσει το βίωμα και να το κάνει λογοτέχνημα; Ο Δημητρίου δείχνει πως το έχει εύκολο. Είναι όμως και πετυχημένο;

Μια άλλη κατηγορία διηγημάτων έχει αυτοαναφορική – αυτοβιογραφική βάση. Το μπέρδεμα με το όνομα Γρηγόρης Σταματίου ή Σταμάτης Γρηγορίου είναι σίγουρα ένα έμμεσο σχόλιο για το δικό του όνομα: Σωτήρης Δημητρίου που ασφαλώς το έχουν μπερδέψει με το αντίστροφό του. Στην “Αυτονομία της φωνής” η απαγγελία ενός ποιήματος πρέπει να είναι άχρωμη, ώστε να αφήσει τον ακροατή να συλλάβει το ποίημα κατά βούληση. Προσκρούει όμως στον πληθωρικό χαρακτήρα του ποιητή-αναγνώστη που τον οδηγεί σε ένα πομπώδες διάβασμα! Η ίδια η τέχνη, ο κόσμος των πεζογράφων και των ποιητών, οι συναντήσεις με αναγνώστες, τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες κ.ο.κ. είναι ωραία ζύμη. Για να πλάσει ο Δημητρίου τα κείμενά του.

Σε μερικά από τα διηγήματα, ο συγγραφέας κάνει μια μικρή στροφή που ανατρέπει τα δεδομένα. Σε άλλα εξαρχής ο αναγνώστης καταλαβαίνει το σχέδιο και το παρακολουθεί μ’ ευχαρίστηση. Αλλά εξίσου συχνά το πρώτο ερέθισμα φαίνεται αδούλευτο ή ήπια δουλεμένο, με αποτέλεσμα να απορώ για την επεξεργασία που απέτυχε. Μεταξύ απλότητας και ευκολίας, μεταξύ παρατήρησης κι επεξεργασίας, μεταξύ βιώματος και γραφής. Και παράλληλα η γλώσσα του διηγηματογράφου, με την “ανώμαλη” σε μερικά σημεία συντακτική σειρά, δυσκολεύει παρά βοηθάει την ανάγνωση.

Το διήγημα του Δημητρίου διδάσκει την αξία του καθημερινού, που πυροδοτεί εικασίες. Κι η εικασία είναι μητέρα της φαντασίας, γιαγιά της λογοτεχνίας. Το συναντώμενο, είτε εμφανίζεται στο προσκήνιο είτε υπονοείται στο παρασκήνιο, φωνάζει την παρουσία του.

Ο Δημητρίου θυμίζει σε δύο σημεία Παπαδιαμάντη, αν δεν συναριθμήσω τη χρήση ντοπιολαλιάς σε μερικά κείμενά του. Αφενός, ο ίδιος ο τίτλος, που είναι και τίτλος ενός διηγήματος, είναι παρμένος από την απόφανση μιας γριάς ότι ο ήρωας αυτοκτόνησε, επειδή “θάμπωσε ο νους” του. Παραπέμπει, νομίζω, στο “ψήλωσε ο νους” της Φραγκογιαννούς. Αλλά αν το καλοσκεφτώ, όλη η θεματική των “παρατηρητικών” διηγημάτων του Δημητρίου συστήνει μια ανάλογη ατμόσφαιρα της πόλης. Μια απλή-απλοϊκή σύνθεση στα καθημερινά της ζωής, που ωστόσο νοσταλγεί κάτι αγνό και ανεπιτήδευτο.


I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Νομίζω τελικά ότι δεν αντιπαλεύει το βιωμένο με το λογοτεχνικό. Αντιπαλεύει το ακατέργαστο με το κατεργασμένο. Το τελευταίο προχωρά πιο πολύ, πιο βαθιά, πιο προβληματισμένα. Το πρώτο μένει σε μια “παράξενη” ιστορία. Το δεύτερο ζυμώνει για μέρες το αλεύρι. Το πρώτο το ρίχνει κατευθείαν στον φούρνο.

> Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Πάπισσα Ιωάννα

Thursday, June 14, 2018

Kaouther Adimi, “Τα πλούτη μας”


Τα πλούτη μας δεν είναι το χρήμα. Δεν είναι οι λουκουμάδες και τα κέρδη τους. Είναι τα βιβλία που τοκίζουν το πνευματικό κεφάλαιο και αποδίδουν πολιτισμικά κέρδη.


Kaouther Adimi
“Nos richesses”
2017
Τα πλούτη μας
μετ. Έ. Κορομηλά
εκδόσεις Πόλις -2018


Maybe I'm foolish, Maybe I'm blind, Thinking I can see through this:
Τα βιβλιοφιλικά βιβλία είναι αγαπημένα στους βιβλιοbloggers. Τους θυμίζει τον εαυτό τους στο λογοτεχνικότερο. Τους εξιτάρει εισάγοντάς τους στο πλαίσιο μιας φιλαναγνωσίας που ξεφεύγει από τον μέσο όρο και ανάγοντάς τους σε ένα επίπεδο λατρείας, αισιοδοξίας, ορμής…

Don't ask my opinion, Don't ask me to lie:
“Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο”! Εκκωφαντικό μότο που συναντάται στο βιβλιοπωλείο “Τα αληθινά πλούτη” στο Αλγέρι. Είναι όμως κι ένα ευρύτερο σύνθημα που θα μπορούσε να σηματοδοτεί νοοτροπίες και συμπεριφορές σε μια άμουση κοινωνία. Όντως, όποιος διαβάζει αξίζει για δύο, ενώ ένας άνθρωπος που δεν διαβάζει δεν αξίζει τίποτα (κι αυτή ατάκα του βιβλίου).

Η αφήγηση μοιράζεται σε δύο χρόνους, που εναλλάσσονται. Στο 2017 το πολυετής βιβλιοχώρος κλείνει και ο τελευταίος υπερασπιστής, ο γηραιός Abdalla, μένει εκεί χωρίς να μπορεί να αποτρέψει το αναπόδραστο. Το κράτος πουλάει το παράρτημα αυτό της Εθνικής Βιβλιοθήκης, για να γίνει λουκουματζίδικο. Κι ο Ryad έρχεται να το αδειάσει και να το βάψει. Αυτό όμως το κρατικό κτήριο ήταν παλιότερα το πρώτο βιβλιοπωλείο που άνοιξε το 1936 ο Edmond Charlot, ένας φιλόδοξος νεαρός που χωρίς οικονομικά μέσα οραματίστηκε έναν χώρο συνάντησης βιβλίων, συγγραφέων και αναγνωστών. Με συμπαραστάτη τον Albert Camus και με άλλους πνευματικούς ανθρώπους που συνέδραμαν –έστω και εξ αποστάσεως- έστησε μια βιβλιοφιλική φωλιά.

Η αφήγηση πατά πάνω σε τρία πόδια σε έναν αφηγηματικό τρίποδα. Απ’ τη μια, η βιογραφία του Charlot που συνδέεται με το βιβλίο και τον εκδοτικό του οίκο. Πρώτη φορά διαβάζω τη βιογραφία ενός εκδότη, μέσω της οποίας ξεδιπλώνονται οι δυσκολίες αλλά και οι χαρές, οι συγγραφείς και τα βραβεία, τα βιβλία που ανοίχτηκαν στο κοινό. Αυτό είναι το δεύτερο πόδι, που έχει φιλαναγνωστικό άξονα. Και τέλος, η Ιστορία, που καταρχάς άπτεται του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και έπειτα στην Ανεξαρτησία της Αλγερίας από τον γαλλικό ζυγό.

I'm only human, That's all it takes, To put the blame on me:
Το μυθιστόρημα αποπνέει για την άδολη αγάπη προς το βιβλίο. Δημιουργεί ήρωες όπως ο γέρο Abdulla που αγαπά τα βιβλία χωρίς να διαβάζει. Εμπνέει οράματα και εμφυσά συναισθήματα στον αναγνώστη. 



> Η Καουτέρ Αντιμί γεννήθηκε το 1986 στο Αλγέρι. Σπούδασε φιλολογία. Το 2008 μετανάστευσε στο Παρίσι. Γράφει στα γαλλικά. Εκτός από "Τα πλούτη μας" έχει δημοσιεύσει δύο ακόμα μυθιστορήματα: "L'Envers des autres" (Βραβείο Prix de Vocation) και "Des pierres dans ma poche", καθώς και διηγήματα.
Το μυθιστόρημά της "Τα πλούτη μας" τιμήθηκε με το βραβείο Renaudot των μαθητών λυκείου, το βραβείο Prix de Style και το βραβείο Beur FM Mediterranee, και είχε συμπεριληφθεί στις λίστες υποψηφιοτήτων για τα βραβεία Goncourt, Medicis, Renaudot και Interallie.

 In2life, 12/6/2018 
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, June 09, 2018

Θοδωρής Γκόνης, “Εφτά λευκά πουκάμισα”


Ο συγγραφέας είναι κατά βάση ποιητής. Κι έτσι η γλώσσα του ρεύμα λέξεων δίνει σάρκα και οστά σε μικρές ιστορίες, δίνει ορμή σε συναισθήματα και τραύματα, δίνει οντότητα σε φευγαλέες συλλήψεις.



Θοδωρής Γκόνης
“Εφτά λευκά πουκάμισα”
εκδόσεις Άγρα -2017



Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Διηγήματα, μικρές ιστορίες που γράφτηκαν την περίοδο 2012-2017 ανάμεσα σε Βορρά και Νότο. Ιστορίες που γράφτηκαν με το μολύβι και τη γομολάστιχα. Με το σφυγμό τους. Με το ρυθμό της καρδιάς ενός ναυτικού, ενός νομάδα που μετακινείται διαρκώς με το μικρό του κοπάδι, ψάχνοντας το χόρτο του. Ιστορίες που γράφτηκαν κυρίως σε αίθουσες αναμονής αεροπλάνων, λεωφορείων και τρένων. Κι αν όχι όλες, οι περισσότερες κρύβουν ζηλότυπα στις αποσκευές τους το εισιτήριο της οριστικής επιστροφής. Μιας επιστροφής που διαρκώς αναβάλλεται. Εφτά λευκά πουκάμισα. Η καλή φορεσιά ενός σπιτιού που προσπάθησε να μην την τσαλακώσει ποτέ και τη φόρεσε μονάχα στις μεγάλες του ώρες. Στα ταξίδια του στις στενές θάλασσες και στους χωματένιους δρόμους αυτού του βίου.” διαβάζω στο οπισθόφυλλο.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Μικρά κειμενάκια μίας έως δύο σελίδων. Επομένως δεν περιμένουμε story, δεν περιμένουμε δράση. Κι όντως ο πυρήνας κάθε διηγήματος είναι η γλώσσα και η σύλληψη ενός φευγαλέου αισθήματος που δεν αιχμαλωτίζεται εύκολα.

Μερικά από αυτά είναι ποιήματα σε πεζή μορφή. Μιλάνε με τον ρυθμό της ποίησης, σπαρταράνε στη σελίδα όπως οι στίχοι και μαζί θέλουν να πετάξουν έξω από αυτήν. Μερικά είναι γραμμένα για να διαβαστούν σαν ποιήματα που υποβόσκουν. Γραμμένα για να διαβαστούν με την αύρα της γλώσσας και την επιμονή στη λέξη. Στο σχήμα λόγου που σπάει την πεζή ανάγνωση. Ποιητικές εξάρσεις που προσπαθούν να πυκνώσουν το συναίσθημα σε δυο τρεις παραγράφους, πριν το απελευθερώσουν καθώς διαβάζονται.

Η γλώσσα, όπως είπα, πρωτοστατεί. Διαβάζω στο 8ο μικροδιήγημα: “Όταν αρχίζεις να διαβάζεις φωναχτά, οι λέξεις βγάζουν φτερά, φτερουγίζουν ανάμεσα σε γη και ουρανό, γίνονται άγγελοι, εκτελούν αυτό που τους παραγγέλνεις…”. Η ανάγνωση δίνει πνοή στο κείμενο, ο αναγνώστης φιλά τον βάτραχο κι αυτός γίνεται πρίγκιπας. Το συγκεκριμένο διήγημα με τίτλο “Η λέξη” εμπνέει τον αναγνώστη και του μεταδίδει μια ορμητική διάθεση. Αυτός έχει τη δύναμη να νοηματοδοτήσει τον κόσμο. Να τον τραγουδήσει δίνοντάς του ζωή. Η εικονοποιία του κειμένου και τα φουσκωμένα πανιά της ανάγνωσης συναντιούνται σε μια ευτυχή συνάντηση.


Η συγγραφική φαντασία δίνει πνοή σε καθημερινά πράγματα. Το ροχαλητό είναι ένα “μικρό κομπρεσεράκι” που παύει να ενοχλεί. Ο κλέφτης είναι ένας ελαφροπάτητος κυνηγός. Το γέλιο είναι ένα αγαπησιάρικο σκυλί. Ο πρωινός καφές ένας πραγματικός φίλος, που συζητά χαλαρά μαζί σου. Η γλώσσα είναι το παράλληλο νόμισμα που δεν υποτιμάται. Πολλές μικρές σκηνές θεατρικών στιγμιότυπων που αναπνέουν όσο ελπίζουν. Που χρωματίζουν το πάθος, την απώλεια, τη ζωή. Που φωνάζουν να πάρεις τη μέρα αλλιώς.

Σε πολλά κείμενα κυριαρχεί ο δευτεροπρόσωπος λόγος. Ο συγγραφέας μιλάει σε κάποιον, ίσως στον αναγνώστη. Μάλλον σε έναν δικό του φανταστικό αποδέκτη. Πρόκειται για έναν λανθάνοντα διάλογο. Σαν ανεπίδοτη επιστολή που δεν στάλθηκε και δεν διαβάστηκε. Αλλά θα ήθελε. Εξομολογητικός τόνος. Έκκληση. Παράκληση. Έκταση χειρός που ζητά ανταπόκριση και συνάμα ίσως ξέρει ότι δεν θα βρει.

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
“Ο γραφιάς είναι αλκοολικός της ψαρικής… Υπάρχουν πολλές τεχνικές ψαρέματος” είναι ένα ακόμα δείγμα μιας γραφής που κοιτάζει έξω αλλά και μέσα της. Σε μερικά κολύμπησα με απόλαυση.


> Ο Θοδωρής Γκόνης κατάγεται από την Αλωνίσταινα της Αρκαδίας. Γεννήθηκε στην Γκάτζια Ναυπλίας. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Πέλλου Κατσέλη. Σπούδασε οικονομικά. Εργάστηκε στο θέατρο ως ηθοποιός μέχρι το 1996 - υμμετείχε σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις του Θεατρικού Οργανισμού "Εποχή" του Β. Παπαβασιλείου. Από το 1996 ασχολήθηκε κυρίως με τη σκηνοθεσία. Σκηνοθέτησε έργα των: Μισιτζή, Χουρμούζη, Βιζυηνού, Βυζάντιου, Τερτσέτη, Χόρν, Ξενόπουλου, Παλαμά, Κεχαϊδη, Φάϊς, Γρηγοριάδη, Αναγνωστάκη, Γονατά, Παπαδιαμάντη, Λόρκα, Σαίξπηρ, Αισχύλου κ.α. για το Κ.Θ.Β.Ε., ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Αγρινίου, Πατρών, Β. Αιγαίου, Σερρών, Κομοτηνής ,Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τις μουσικοθεατρικές παραστάσεις: Γουσταύος Κλάους σε συνεργασία με τον Ν.Ξυδάκη ("Πάτρα 2006 - Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης"), Έχω άνθρωπο σε συνεργασία με τον Κ.Λειβαδά (Ζυγός. Αθήνα 2006), Καρόλου Ντηλ και Τσιμισκή σε συνεργασία με τον Γ. Ανδρέου (Μέγαρo Μουσικής Αθηνών, 2007). Την περίοδο 2000 - 2007 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Αγρινίου και από το 2008 εως το 2011 του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών. Το 1987 άρχισε τη συνεργασία του ως στιχουργός με τον Νίκο Ξυδάκη (Καϊρο - Ναύπλιο - Χαρτούμ, Κοντά στη Δόξα μια στιγμή, Τένεδος, Βενετσιάνα, Το μέλι των Γκρεμών, Βουή του Μύθου, Ακρωτήριο Ταίναρον, Ένα Τραγούδι για τον Νίκο Γκάτσο κ.α). Ακολούθησαν συνεργασίες του με τον Γιώργο Ανδρέου, Χρήστο Νικολόπουλο, Ορφέα Περίδη, Παντελή Θαλασσινό, Κώστα Λειβαδά, Τάσο Γκρούς, Παναγιώτη Καλαντζόπουλο, Πέτρο Ταμπούρη, κ.ά. Από τον Απρίλιο του 2009 έχει αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Φιλίππων - Θάσου.
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, June 05, 2018

Ιαν ΜακΓιούαν, “Καρυδότσουφλο”


Αφηγητής ένα αγέννητο μωρό που βλέπει ή μάλλον ακούει τη μητέρα του και τον εραστή της να θέλουν να σκοτώσουν τον πατέρα του. Κι οι συγκρίσεις με τον σεξπηρικό Hamlet βάζουν σε συγκεκριμένες ράγες το μυθιστόρημα, όσο κι αν οι διαφορές προσδίδουν άλλη λογοτεχνικότητα στο έργο του McEwan. 



Ian McEwan
Nutshell
2016
Ίαν ΜακΓιούαν
“Καρυδότσουφλο”
εκδόσεις Πατάκη -2017




Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Είναι ο McEwan εγγύηση κι ό,τι γράφει το κυνηγάμε με μανία; Ναι και όχι. Γιατί δίπλα στα πολύ δυνατά βιβλία του, όπως το “Άμστερνταμ”, η “Εξιλέωση” και ο “Νόμος περί τέκνων”, υπήρξε και το “Solar” (http://vivliocafe.blogspot.gr/2011/06/solar.html ). Αλλά φυσικά πάντα τέτοια ονόματα δίνουν ελπίδα για μια σφριγηλή ανάγνωση.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Το ποιος μιλάει τις περισσότερες φορές έχει σημασία. Δίνει στο έργο μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Ο αναγνώστης βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ το βλέμμα του αφηγητή. Είναι η κάμερα που δείχνει ό,τι γίνεται. Και σχολιάζει. Έτσι κι εδώ, το να μιλάει ένα ανυπεράσπιστο αλλά ολοκληρωμένο έμβρυο 8,5 μηνών είναι μια ιδιαίτερη συγγραφική χειρονομία. Ακούει αλλά δεν βλέπει. Μαθαίνει τον κόσμο πριν καν γεννηθεί. Έχει αισθήματα και κάνει σκέψεις. Παρά τη μερική αναληθοφάνεια (ξέρει ό,τι ακούει, ωστόσο περιγράφει κι άλλα που δεν μπορεί να γνωρίζει), κρατά μια πολύ έξυπνη ματιά. Με χιούμορ και αγωνία, με τραγωδία και με σχόλια. Η δράση εξελίσσεται μόνο μπροστά στη φουσκωμένη κοιλιά κι επομένως ο αγέννητος αφηγητής είναι το κέντρο της ιστορίας.

Έγραψα πριν από λίγο ότι έχει σημασία ποιος μιλά. Γιατί αλλιώς θα ήταν τα πράγματα αν αφηγήτρια ήταν η Trudy, η μητέρα του, που είναι λίγο ανεύθυνη, παρατάει τον άνδρα της John, για να τα φτιάξει με τον αδελφό του Claude. Αλλιώς θα ήταν αν μιλούσε ο John, μαλακός σύζυγος που δεν πιέζει τις καταστάσεις, ποιητής και εκδότης, όχι πολύ πετυχημένος, που δεν ξέρει τη συνωμοσία που εξυφαίνεται πίσω του. Αλλιώς θα ’ταν αν αφηγητής ήταν ο Claude, ανούσιος και κούφιος, που κινείται καιροσκοπικά.


Το έργο πατά εμφανώς στον Hamlet. Το δηλώνει σε διάφορα σημεία, κι έτσι κι εγώ έψαξα να θυμηθώ την υπόθεση. Κι εκεί ένας νεαρός, ο πρίγκιπας Hamlet, γιος του ομώνυμου βασιλιά της Δανιμαρκίας, ο οποίος πέθανε ξαφνικά, βλέπει τον θείο του Claudius να ανεβαίνει στον θρόνο. Παντρεύεται μάλιστα τη χήρα του αδερφού του, Gertrude. Τα ονόματα, όπως βλέπετε, είναι ίδια. Περίπου. Ο Hamlet είναι χολωμένος με τον αιμομικτικό γάμο και την ανάληψη της εξουσίας απ’ τον θείο του, τον οποίο θεωρεί πολύ κατώτερο απ’ τον πατέρα του.


Μια τέτοια εμφανής, σκόπιμη, διακειμενικότητα ή είναι προϊόν εύκολης μίμησης ή είναι λελογισμένη πρόθεση ερμηνείας. Το πρώτο φαίνεται έωλο. Το δεύτερο σε ποιον δρόμο οδηγεί την ανάγνωση;

1.      Να κάνει τον αναγνώστη ν’ αναζητήσει τη συνέχεια της ιστορίας έχοντας κατά νου τις εξελίξεις στο σεξπηρικό έργο.

2.      Να ψάχνει ομοιότητες και να διερευνά παραλληλισμούς, που θα εξηγήσει το ψυχολογικό profile των ηρώων με βάση τα σεξπηρικά στερεότυπα. Ο αγέννητος αρσενικός Hamlet εχθρεύεται τη μητέρα του και τον εραστή της, όπως ο πνευματικός προγονός του, αλλά δεν μπορεί να αντιδράσει.

3.      Το αντίθετο: να δείξει πως τα διαχρονικά θέματα του έρωτα, του γάμου, της απιστίας, του φόνου έχουν και μια άλλη ιστορική διάσταση και δεν είναι ποτέ τα ίδια.


Ο McEwan ξέρει να αφηγείται και να εναλλάσσει την ιστορία με το σχόλιο. Μια περιγραφή έρωτα, πιο πρωτότυπη απ’ ό,τι συνήθως, πιο υπαινικτική, πιο έμμεσα αποκαλυπτική αποδεικνύει του λόγου το αληθές:

“…η Τρούντυ κι εγώ κατρακυλήσαμε στον έρωτα, στην έκσταση και στην εμπιστοσύνη, στη χαρά και στη γαλήνη – πέρα από τον ορίζοντα, πέρα από τον χρόνο, πέρα από τα λόγια. Γυρίσαμε την πλάτη στον κόσμο για να επινοήσουμε και να χτίσουμε τον δικό μας. Διεγερθήκαμε εναλλάσσοντας ρόλους προσποιητών βιαιοπραγιών και συνάμα μπεμπεκίσαμε και παραχαϊδέψαμε ο ένας τον άλλο· αλληλοβαπτιστήκαμε με παρατσούκλια, φτιάξαμε μια μυστική, δική μας γλώσσα. Διαβήκαμε τα όρια της ντροπής. Πήραμε και δώσαμε και επιτρέψαμε τα πάντα. Ήμασταν ηρωικοί. Πιστέψαμε ότι στεκόμαστε σε μια κορυφή όπου άλλος κανείς, ούτε στη ζωή ούτε σ’ όλη την ποίηση, δεν είχε ποτέ του φτάσει…”

            Το ζητούμενο είναι αν θα πραγματοποιηθεί η φιλοδοξία των υποψήφιων δολοφόνων. Ο μικρός μες στην κοιλιά της μητέρας του ανησυχεί, αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι. Τελικά, οι εξελίξεις δρομολογούνται. Δεν κάνω βέβαια spoil… Η περιέργεια δεν είναι μόνο για το αν θα σκοτώσουν τον John, αλλά και για το πώς οι σχέσεις των τεσσάρων (συν της Elodie που είναι το νέο amore του ποιητή-εκδότη) θα διαμορφωθούν στη μία ή στην άλλη περίπτωση.




Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Στο τέλος ο μικρός μπόμπιρας κάνει τη δική του κίνηση, όχι επαναστατική αλλά στα μέτρα των δυνατοτήτων του έξυπνη. Ο McEwan ολοκληρώνει το μυθιστόρημα με μια πράξη δικαιοσύνης. Αφήνει στον αναγνώστη τη γλυκιά ανάμνηση μιας ζωντανής ανάγνωσης, ενός ευφυούς χειρισμού των ενδοοικογενειακών σχέσεων.


> Ο Ίαν Μακ Γιούαν γεννήθηκε το 1948, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sussex και East Anglia και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Fist Love, Last Rites", το 1975, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο Somerset Maughman, και τη δεύτερη με τίτλο "Between the Sheets", το 1977. Το 1987 κέρδισε το Whitbread Award (και το Prix Femina Etranger, έξι χρόνια μετά), για το μυθιστόρημά του "Child in Time". Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο. Τρία μυθιστορήματά του συμπεριλήφθηκαν στις τελικές υποψηφιότητες για το βραβείο Booker ("Έμμονη αγάπη", "Άμστερνταμ", "Εξιλέωση"). Το βραβείο τού απονεμήθηκε, τελικά, το 1998, για το "Άμστερνταμ". Η "Εξιλέωση" (2002), επίσης, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: W.H. Smith Literary Award (2002), National Book Critics' Circle Fiction Award (2003), Los Angeles Times Prize for Fiction (2003), και Santiago Prize for the European Novel (2004). Για το μυθιστόρημα "Σάββατο" τιμήθηκε το 2006 με το βραβείο James Tait Black Memorial Prize.


In2life, 22/5/2018 

Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, June 02, 2018

Βασίλης Τσιαμπούσης, “Πούρα γεμιστά”


Ρίξτε μια ματιά στην επαρχία. Φυτρώνουν εδώ και δεκαετίες φωνές που δεν ζουν στο κέντρο αλλά εκπέμπουν. Φωνές που πιάνουν τον σφυγμό της άλλης Ελλάδας. Φωνές που ξέρουν να γράφουν και να στέλνουν το σήμα τους στην υπόλοιπη επικράτεια.
 
 
Βασίλης Τσιαμπούσης
“Πούρα γεμιστά”
εκδόσεις Εστία
2017

 
Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Ο Βασίλης Τσιαμπούσης είναι συγγραφέας της επαρχίας, από τη Δράμα. Είναι γνωστός περισσότερο ως διηγηματογράφος με πρώτη του συλλογή τη «Η Βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα» το 1988. Ακολούθησαν τα «Χερουβικά στα κεραμίδια» (1996), «Η γλυκιά Μπονόρα» (2000), «Να σ' αγαπάει η ζωή» (2004).

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
Η τελευταία του συλλογή ίσως είναι –απ’ όσο μπορώ να κρίνω- η πιο ώριμη. Που αναδεικνύει το διήγημα πάνω απ’ τις αυτοβιογραφικές του καταβολές. Πάλι βέβαια εμφανίζεται ο ίδιος ως αφηγητής σε πολλές ιστορίες και πάλι η περιοχή της Δράμας και της Δυτικής Μακεδονίας και Θράκης είναι το γνώριμο σκηνικό του. Αλλά πλέον το βιωμένο εναλλάσσεται έντεχνα με το πλαστό. Κι ο χώρος της διηγηματογραφίας που καλύπτεται από τα «Πούρα γεμιστά» κλονίζει τις όποιες βιογραφικές εικασίες.

Το ομώνυμο διήγημα, τρίτο στη σειρά, αποδίδει με αυτοαναφορικό τρόπο τη ρευστότητα των ορίων και την κατασκευαστική δύναμη της λογοτεχνίας. Αναφέρεται στην αγάπη του Churchill για τα πούρα και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, περιοχές που τον τροφοδοτούσαν με αγνό καπνό. Χάρη σ’ αυτό πιθανόν να τις εξαίρεσε από τη βουλγαρική επικράτεια, προκειμένου να μην ανήκουν στον σοβιετικό κύκλο επιρροής. Το θέμα αυτό αναδεικνύει την ενδεχόμενη επίδραση μικρών προσωπικών προτιμήσεων στη χάραξη της ευρύτερης πολιτικής. Άρα και τη σημασία τυχαίων παραγόντων στα παιχνίδια της Ιστορίας. Κι ενώ αυτό μένει σκόπιμα εκκρεμές, εξίσου μετέωρο μένει το κατά πόσο όλα όσα λέει στο διήγημα, όλα όσα πλαισιώνουν αληθοφανώς ένα ιστορικό πρόσωπο, είναι αληθινά. Αληθινά ή ψεύτικα, πλαστά στοιχεία που παρασύρουν τον αναγνώστη σε μια άλλη ανάγνωση της Ιστορίας, έξω από τα πραγματικά γεγονότα.


Τα περισσότερα ωστόσο διηγήματα κανοναρχούνται απ' την αίσθηση της ανθρώπινης συγκίνησης, που προκαλούν οι άρρωστοι, οι απόκληροι, οι παραγκωνισμένοι. Κάθε αφηγητής συλλαμβάνει στο ραντάρ του τους δικούς του ανθρώπους, που βρίσκονται στο περιβάλλον του, και όχι την αφηρημένη μάζα των αναξιοπαθούντων. Έτσι, ο συνταξιούχος που περιμένει τη σύνταξή του, άνθρωποι που αρρωσταίνουν και ζουν τον πόνο του τέλους. Η τρελή της γειτονιάς που εισπράττει τη χλεύη. Κι άλλα ανάλογης θέσης άτομα κερδίζουν τη συμπάθεια του αφηγητή και των άλλων προσώπων, και μαζί των αναγνωστών, καθώς η διάχυτη ανθρωπιά κατακλύζει σχέσεις και στιγμές.

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Σταδιακά έχασα το υψηλό και από ένα σημείο και μετά διάβαζα με αδιαφορία. Μετά τη μέση έβλεπα ωραίες επαρχιακές ιστορίες. Αλλά βούλιαξα μέσα στο επίπεδο. Ωστόσο κρατώ την ορμή που μου έδωσαν τα πρώτα. Είδα πώς το μικρό μπορεί να γίνει διαχρονικό. Πώς η συγκίνηση μπορεί να φτάσει μέχρι τον αναγνώστη. Πώς το διήγημα μπορεί να γίνει παράθυρο.

> Ο Βασίλης Τσιαμπούσης γεννήθηκε στη Δράμα το 1953. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Δράμα. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων "Η Βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα" (1988), "Χερουβικά στα κεραμίδια" (1996), "Η γλυκιά Μπονόρα" (2000), "Να σ' αγαπάει η ζωή" (2004) και το μυθιστόρημα "Εκτός έδρας" (1993). Η συλλογή διηγημάτων του "Να σ' αγαπάει η ζωή" τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Πέτρου Χάρη και μεταφράστηκε στα αλβανικά. Το 1996 επιμελήθηκε την έκδοση του λευκώματος "Δόξα Δράμας, 1918-1965" και το 2006 το λεύκωμα "Ελπίς Δράμας, 1922-1969" (ΔΕΚΠΟΤΑ του Δήμου Δράμας). Υπήρξε διευθυντής του περιοδικού "Δίοδος 66100". Διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και δημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες και περιοδικά.
Πάπισσα Ιωάννα

Monday, May 28, 2018

Σώτη Τριανταφύλλου, “Το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο”


Αγγλία 17ος αιώνας. Ο βασιλιάς κλονίζεται απ’ την επανάσταση που κήρυξε ο Cromwell και δυο νέοι αγαπάνε τη Susanna, αλλά συνάμα εμπλέκονται, άμεσα ή έμμεσα, στον Εμφύλιο.



Σώτη Τριανταφύλλου
“Το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο”
εκδόσεις Πατάκη -2017


Μια ιστορία αλήθειας και κλείνει το τραύμα (MC Yinka):
Ξεκίνησα το βιβλίο κι έπεσα ουρανοκατέβατη στον 17ο αιώνα. Άλλος ένας χωροχρονικός διακτινισμός, σαν αυτούς που μας έχει συνηθίσει η Τριανταφύλλου. Ανοίγεις ένα βιβλίο της και μπαίνεις σούμπιτη στη σκηνή ενός νέου θεάτρου, όπου όλα είναι “ειδικά”.

Τα κακά τα κείμενα / Τη δική μου τη φθορά / Τα ψευτοπαλίκαρα (MC Yinka):
O Benedictus Sillcox γράφει σε προχωρημένη ηλικία ένα βιβλίο. Είμαστε στο σωτήριο έτος 1668 στο Λονδίνο. Ο συγγραφέας θέλει να καταγράψει τη ζωή του φίλου του Lucius Prescott. Πίστεψα ότι θα ’ταν κάποιος σπουδαίος της εποχής, που η Ιστορία τον άφησε στα δεύτερα συρτάρια της. Σταδιακά ανακαλύπτω ότι δεν είναι. Επομένως, όσο διαβάζω αναρωτιέμαι τι σόι βιογραφία είναι αυτή, που δεν είναι βιογραφία. Τι σόι μυθιστόρημα που εστιάζει στη σχέση των δύο προσώπων και στην αγάπη τους για τη Susanna Harley.

Ίσως το ιστορικό περικείμενο είναι πιο σημαντικό. Οι τρεις ήρωες ζουν στην Αγγλία του Εμφύλιου πολέμου μεταξύ του Cromwell και του Βασιλιά. Οι Στρογγυλοπρόσωποι του ενός εναντίον των Βασιλοφρόνων του άλλου. Ο Prescott μάλιστα βρέθηκε στα στρατεύματα του Cromwell. Αλλά κάποια στιγμή λιποτάκτησε για ν’ αποφύγει τον πόλεμο κι έκτοτε ζούσε διωκόμενος. Ο Cromwell τελικά νικάει κι εγκαθιδρύει τη δική του εξουσία. Πόλεμος, καμένα σπαρτά, κρεμάλες, βρασμένο λάχανο, κυνήγι μαγισσών, καράβια και Νέος Κόσμος είναι τα κομμάτια σ’ ένα puzzle εποχής.

Προχωράω με ενδιαφέρον. Είναι γιατί η συγγραφέας ξέρει ν’ αφηγείται μ’ όλη τη γοητεία μιας καλής παραμυθούς. Πού το πάει; Το πάει κάπου; Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπη. Κι αυτή σπάει από υποσημειώσεις του εκδότη A.H. Sidney. Έτσι, η κλασική μορφή μυθιστορήματος, που ενσφηνώνει στοιχεία της εποχής (έμμετρα στιχάκια, παροιμίες, εκφράσεις κ.ο.κ.), ανακατεύεται με τις υποσημειώσεις που αποτελούν ένα είδος αυτοσχόλιου.

Είναι ένα αντιπολεμικό έργο που θέτει στο κέντρο τον Αγγλικό Εμφύλιο του 17ου αιώνα για να καταγγείλει κάθε πόλεμο; «Στον πόλεμο ανακαλύπτεις ότι είσαι χειρότερος από όσο νόμιζες», γράφει σε κάποιο σημείο. Βάζοντας στο επίκεντρο της βιογραφίας έναν αντιήρωα λιποτάκτη, θέλει να δείξει τη σχετικότητα των εννοιών πατρίδα, ιδεολογία, πιστεύω, γενναιότητα; Είναι ίσως μια αφήγηση που απλώς χρονομεταφέρει τον αναγνώστη για να φτιάξει μια καλή σκηνοθεσία και τίποτε άλλο; Who knows!

Το μυαλό μου ν’ ανοίξει να δώσει τροφή στην πένα (MC Yinka):
Βλέπω μια αντίστιξη που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Γλώσσα ελληνική, τοπίο και σκηνικό αγγλικό. Γιατί; Είναι ένα είδος ειρωνείας, που φαίνεται και σε πολλές ατάκες ροΐδειας μορφής; Μπορεί. Γράφει στα ελληνικά αλλά με λέξεις, όπως αρκεβούζια, σιπσάντης, μεσοβασιλεία, λάβαρο, κύφωνας, μανιφακτούρες, αχυροσκεπή κ.ο.κ., άλλης εποχής και άλλης κουλτούρας, ώστε να δείξει μια απόσταση πλάγια, ειρωνική, μειδιώσα… ή απλώς η Τριανταφύλλου, όπως προείπα, είναι μια παραμυθού που της αρέσει να στήνει ιστορίες για άλλες κοινωνίες και περιόδους; 



> Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Σπούδασε φαρμακευτική στην Αθήνα, ιστορία και πολιτισμούς στο Παρίσι, ιστορία της αμερικανικής πόλης στη Νέα Υόρκη καθώς και γαλλική φιλολογία στην Αθήνα. Έχει γράψει συλλογές διηγημάτων ("Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι", "Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ", "Άλφαμπετ Σίτυ"), βιβλία για τον κινηματογράφο ("Κινηματογραφημένες πόλεις", "Ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου 1976-1992", "Νέος αγγλικός κινηματογράφος", "Σύγχρονος γαλλικός κινηματογράφος", "Φρανσουά Τριφό", "Τζων Κασσαβέτης". "Μίκαελ Χάνεκε", κ.ά.), μυθιστορήματα ("Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης", 1996, "Αύριο, μια άλλη χώρα", 1997, "Ο υπόγειος ουρανός", 1998, "Το εργοστάσιο των μολυβιών", 2000, "Φτωχή Μάργκο", 2001, "Άλμπατρος", 2003, "Κινέζικα κουτιά", 2006, "Λίγο από το αίμα σου", 2011, "Για την αγάπη της γεωμετρίας", 2012, "Σπάνιες γαίες", 2013, "Το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο", 2017), που έγιναν τα περισσότερα μπεστ σέλερ, τις νουβέλες: "Γράμμα από την Αλάσκα", "Θάνατος το ξημέρωμα", "Η φυγή", "Συγχώρεση", "Πιτσιμπούργκο", "Η ταφή της Οφηλίας", "Μηχανικοί καταρράκτες", τα αυτοβιογραφικά βιβλία: "Ο χρόνος πάλι", "Αστραφτερά πεδία", τα βιβλία για παιδιά: "Η Μαριόν στα ασημένια νησιά και τα κόκκινα δάση", "Γράμμα από ένα δράκο", "Η Μιλένα και το φρικτό ψάρι", "Οι αρχαίοι Έλληνες χώνουν τη μύτη τους παντού", "Οι αρχαίοι Έλληνες χώνουν τη μύτη τους παντού (ξανά)" και για εφήβους και νέους: "Αφρικανικό ημερολόγιο", "Μιλώντας με την Αλίκη για τη φιλοσοφία και το νόημα της ζωής", "Μιλώντας για την Έκφραση Έκθεση". Μαζί με τον Ηλία Ιωακείμογλου, έγραψαν από κοινού τα βιβλία: "Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και κράτος" και "Για τη σημαία και το έθνος". Μόνη της, το βιβλίο "Πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση". Τα άρθρα της στην εφημερίδα "Athens Voice" συγκεντρώθηκαν στους τόμους: "Η φοβερή τροπή των πραγμάτων", 2012, "Η ενδέκατη ώρα", 2014, "Ασκήσεις αταραξίας", 2015, "Οι δυσκολίες των πεδιάδων", 2017.
Πάπισσα Ιωάννα