Tuesday, December 11, 2018

Θωμάς Κοροβίνης, “Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν”


Λαϊκό ρομάντζο μιας άλλης εποχής που ξαναζωντανεύει σε συσκευασία μυθιστορήματος. Κι ο αναγνώστης του 21ου αιώνα διακτινίζεται στις αρχές του 20ού και ξαναζεί τη μεγάλη φωτιά της Θεσσαλονίκης.



Θωμάς Κοροβίνης
“Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν”
εκδόσεις Άγρα -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Το όνομα του Κοροβίνη το έχω συνδυάσει με αφηγήσεις βασισμένες στην ελληνοτουρκική ιστορία. Σε πόλεις με μικτό πληθυσμό και δρώμενα που δείχνουν την έντονη, συνεχή αλληλεπίδραση των δύο λαών, όσο ζούσαν σε κοινά μέρη. Στο ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ έχουμε διαβάσει το “’55” (29/9/2013), “Το πρώτο φιλί” (7/10/2015) και τον “Κατάδεσμο” (22/11/2016).

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Στο παρόν πλούσιο μυθιστόρημα, πλούσιο σε σελίδες και σε πληροφορίες, διαβάζω με έκπληξη στον υπότιτλο: “Λαϊκό ρομάντζο τον καιρό της φωτιάς του ’17 στη Θεσσαλονίκη”. Ρομάντζο; Δηλαδή λαϊκό ανάγνωσμα που εκδιδόταν σε εφημερίδες της εποχής, σε συνέχειες, και αποτελούσε παραλογοτεχνία, ικανή για τους λαϊκούς αναγνώστες που έβρισκαν ψυχαγωγία σε τέτοια κείμενα. Και σκέφτομαι ότι στην εποχή μας, στην εποχή της “ανακύκλωσης”, παλιά είδη έρχονται να ξαναχρησιμοποιηθούν, όχι βέβαια με τους όρους της πρώτης τους χρήσης, αλλά με μια νέα ματιά και σε νέα καλούπια.

Ο Κοροβίνης λοιπόν ανανεώνει με μεταμοντέρνο τρόπο το “ρομάντζο”, εστιάζοντας στη Θεσσαλονίκη του 1917. Ιστορικά, η πόλη, απ’ όσο θυμάμαι, είναι πλέον ελληνική, αλλά ακόμα διατηρεί την πολυπληθυσμιακή της σύσταση. Έτσι, ο συγγραφέας απλώνει στον καμβά της πόλης τρία βασικά θέματα:
1_ η πολυπολιτισμική της ιδιοσυγκρασία συγκεντρώνει σε μια πολυστρωματική σύνθεση Έλληνες, Τούρκους, Βούλγαρους, Αλβανούς, Εβραίους και προσώρας Βαλκάνιους, Άγγλους, Γάλλους, Ρώσους κ.ο.κ., στρατεύματα δηλαδή που καταυλίζονταν εκεί στο πλαίσιο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού.
2_ λαϊκός πολιτισμός, που αποτελείται από φτωχογειτονιές, φαγητά, λαϊκή θυμοσοφία, μαγγανείες και αφελείς πίστεις, θρησκοληψία, μαγκιά, κρασοπουλειά, βρισιές, πόρνες, χαμίνια και άλλα στοιχεία που ζωγραφίζουν το τοπίο, τόσο σκηνικά όσο και ατμοσφαιρικά.
3_ Ανδρεία και λαγνεία: άνδρες γενναίοι, μπαρουτοκαπνισμένοι, αράθυμοι, αψείς, με όπλα, μουστάκια, μπότες, βαριές εκφράσεις, σκληρά βλέμματα και γυναίκες μαργιόλες, ανατολίτικης λαγνείας, λευκόσαρκες, λαγγευτικές, μαντάμες και πόρνες, που περιφέρονται φιλήδονα και σκορπούν αρώματα και εξάψεις. Συνευρέσεις, απιστίες, εκμαυλισμοί, πορνεία, αρσενοκοιτία, αιμομιξία απαρτίζουν το γενετήσιο μωσαϊκό με το οποίο κοσμεί ο Κοροβίνης το έργο του.

Το βιβλίο είναι αρκετά ασυνεχές, με την έννοια ότι χωρίζεται σε επιμέρους κεφάλαια, σαν να τα διαβάζει κανείς στην εφημερίδα. Κάθε κεφάλαιο αφορά σε ένα περιστατικό της ζωή του Ασλάν Καπλάν ή της Θεσσαλονίκης και των κατοίκων της. Η υπόθεση δηλαδή είναι στοιχειώδης και πιο πολύ το βάρος πέφτει στον διάκοσμο, στα άπειρα στιγμιότυπα της πόλης, στα λαογραφικά στοιχεία, στα χρώματα και τις λαλιές, στους ανθρώπινους τύπους και τις συνήθειές τους, στα δρομάκια, στα μαγαζιά, στα επαγγέλματα… Ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό, που δίνει την εντύπωση ότι αυτό αποτελούσε τη βασική πρόθεση του Κοροβίνη και όχι η ιστορία του.

Ο ίδιος ο Ασλάν Καπλάν είναι ένα είδος Ζορμπά, που ζει τη ζωή του αλλά συνάμα διατηρεί μερικές βαθιές αξίες, όπως “μπέσα, τιμιότητα, φιλία, φιλοπατρία, δικαιοσύνη”. Με μια δική του ηθική ελεημονούσε όσους είχαν ανάγκη και περιέθαλπε στα νοσοκομεία του ασθενείς, κυνηγούσε την αδικία και προστάτευε τους ανήμπορους. Απ’ την άλλη, ήταν “ασυναγώνιστος ερωτύλος”, αφού πίστευε στον έρωτα σαν μοίρα και δεν δίσταζε να ξεδιψάσει κάθε θηλυκό, ακόμα και την ετεροθαλή αδελφή του.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Ωραία μαγική αφήγηση. Σε ταξιδεύει. Και μένει στον νου για τις έντονες σκηνές του. Η εποχή αναβιώνει. Η Θεσσαλονίκη ζωντανεύει. 

> Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της. Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9,58 FM της Θεσσαλονίκης. Έγραψε τα βιβλία: "Τουρκικές παροιμίες", "Κανάλ ντ' Αμούρ", "Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου", "Φαχισέ Τσίκα", "Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες", "Κωνσταντινούπολη, λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη", "Ο Μάρκος στο χαρέμι", "Το χτικιό της Άνω Τούμπας", "Οι ασίκηδες", "Οι ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας", "Όμορφη νύχτα", "Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία", "Ο γύρος του θανάτου", "Το αγγελόκρουσμα", κ.ά. Το 1995 βραβεύτηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί. Το 2011 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του "Ο γύρος του θανάτου", με θέμα την υπόθεση του "Δράκου του Σέιχ-Σου", Αριστείδη Παγκρατίδη. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Έχει συνεργαστεί με τα συγκροτήματα "Βόσπορος", "Εν χορδαίς" και "Λωξάντρα". Το 2002 δημιούργησε, μαζί με την Τουρκάλα ερμηνεύτρια Ντιλέκ Κοτς, το συγκρότημα παραδοσιακής ελληνικής και τουρκικής μουσικής "Ανατολίτικος Σεβντάς". Δισκογραφία (σύνθεση-ερμηνεία): "Από έβενο κι αχάτη", "Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν", "Τακίμια", "Το κελί", και συμμετοχή ως στιχουργός σε δίσκους των Νίκου Παπάζογλου, Λιζέτας Καλημέρη, Χρήστου Τσιαμούλη, Βούλας Σαββίδη, Ελένης Βιτάλη, Δημήτρη Κοντογιάννη, κ.ά. Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με το δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού. Από το 2009, στις αρχές του καλοκαιριού, οργανώνει στο κτήμα του στα Λεχώνια Πηλίου μια βραδιά πανελλήνιας συνάντησης συγγραφέων και αναγνωστών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τη συμμετοχή μουσικών συγκροτημάτων.
Πάπισσα Ιωάννα


Friday, December 07, 2018

Fabio Stassi, “Η χαμένη αναγνώστρια”


Μπορεί η λογοτεχνία όχι μόνο να δώσει απαντήσεις στα τραύματα του ανθρώπου αλλά και να οδηγήσει στην επίλυση μιας εξαφάνισης; Τουλάχιστον το βιβλίο του Ιταλού συγγραφέα είναι το ίδιο τερπνό και ωφέλιμο, αφού ανοίγει στη σκέψη ευχάριστα και δημιουργικά.


Fabio Stassi
“La lettrice scomparsa”
2016

“Η χαμένη αναγνώστρια”
μετ. Δ. Δότση
εκδόσεις Ίκαρος -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Αν ψάξει κανείς στα βιβλιόφιλα blogs, σίγουρα θα ανακαλύψει ότι σε μας τους bloggers αρέσουν τα βιβλιόφιλα βιβλία, τα βιβλία που αναφέρονται σε αναγνώστες και σε βιβλία.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Κάθε βιβλιαναφορικό βιβλίο είναι κάτι ιδιαίτερο. Κι αυτό που έχω στα χέρια μου τώρα είναι πολύ ειδικό και στηρίζεται σε μια πολύ έξυπνη ιδέα. Ο αφηγητής-ήρωας Vince Corso είναι φιλόλογος και έχει κάνει μερικά σεμινάρια counseling. Έτσι και ελέω ανεργίας, αποφασίζει ν’ ανοίξει γραφείο όπου θυροκολλά πινακίδα με τον τίτλο:
COUNSELOR ΥΠΑΡΞΙΑΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ

Η δουλειά του με λίγα λόγια είναι να δίνει ψυχολογικές συμβουλές σε όποιον έχει προβλήματα, με συνιστώμενη αγωγή ένα μυθιστόρημα που ενδέχεται να δώσει λύση στο πρόβλημά του. Είναι δηλαδή ένας “ψυχολόγος” που θεραπεύει με βιβλία! Που εντοπίζει με τη συζήτηση τον πυρήνα του τραύματος και προτείνει το αντίστοιχο βιβλίο. Κι ενώ προσπαθεί να ορθοποδίσει, εξαφανίζεται μια γυναίκα στην πολυκατοικία, η γηραιά Isabella Paronti, που παρεμπιπτόντως ήταν αναγνώστρια.

O Stassi θέτει στην ουσία δύο ερωτήματα για τη σχέση της λογοτεχνίας με την πραγματικότητα. Απ’ τη μια, μπορεί η λογοτεχνία να θεραπεύσει τα ψυχολογικά μας προβλήματα με το περιεχόμενο ή με την αύρα της; Κι απ’ την άλλη, μπορούμε να φτιάξουμε το profile του ανθρώπου με βάση τι διαβάζει;

Ο Corso είναι επιφυλακτικός για το πρώτο ερώτημα, παρόλο που εκτελεί με ευσυνειδησία τη δουλειά του. Κι όντως η λογοτεχνία δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις. Ο Γιαννακόπουλος στο “Εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη” ισχυρίζεται ότι, αν ανοίξει κανείς τυχαία ένα βιβλίο, θα βρει και το χωρίο που ταιριάζει στη στιγμή του. Μάλλον όμως η λογοτεχνία δεν έχει τέτοιες μαγικές δυνάμεις. Γνώμη μου είναι ότι η ίδια η ανάγνωση μπορεί να ανοίξει μια “μαγική” παρένθεση, που απορροφά το βάρος της καθημερινότητας. Δεν ξέρω αν υπάρχουν κατάλληλα βιβλία, αλλά υπάρχουν οι ίδιες οι αναγνώσεις καλών έργων που ανανεώνουν την ψυχή.

Στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση δεν αγγίζεται παρά αδρομερώς. Ξεφεύγοντας από το συγκεκριμένο βιβλίο θα έλεγα ότι όντως, αν τα διαβάσματα δεν είναι τυχαία, μπορούμε να φτιάξουμε ένα βασικό profile κάθε αναγνώστη, ανάλογα με το είδος που διαβάζει, την κουλτούρα που επιλέγει, τα θέματα που τον απασχολούν.

Ενώ το βιβλίο ξεκινά χαλαρά μ’ αυτό το απίθανο επάγγελμα του βιβλιοθεραπευτή, στη συνέχεια βαθαίνει ουσιαστικά. Η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, η δυστυχία και οι μορφές της, η ανάγνωση και οι διέξοδοι που δίνει, η σχέση της λογοτεχνίας και της πραγματικότητας, η φυγή και απόσυρση είναι μερικά δεδομένα που δίνουν βάθος στο έργο. Όλα αυτά δεν κάνουν το κλίμα βαρύ, αλλά με ήπιο τρόπο, που δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, το κείμενο ρέει. Και μέσω διακειμενικών αναφορών, που διασπείρονται στις σελίδες, προϊδεάζεται η λύση στην εξαφάνιση της κυρίας Paronti. Και μάλιστα με πολύ πιο πετυχημένο τρόπο απ’ ό,τι περίμενα. Έτσι, το βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα του Stassi κερδίζει επάξια τον τίτλο του, αφού δίνει λύση στο αστυνομικό αίνιγμα, το οποίο διατρέχει την υπόθεση, μέσω των αναγνωσμάτων και των κλειδιών που προσφέρει η παγκόσμια λογοτεχνία.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Ένα εξαιρετικό βιβλίο. Ελαφρύ καθώς παίζει με μια έξυπνη ιδέα, αλλά και σοβαρό, καθώς ανάγει τη λογοτεχνία σε πανάκεια ψυχολογικών και κοινωνικών προβλημάτων. Διαβάζεται γρήγορα, καθώς συνδυάζει τη βιβλιοφιλία, το αστυνομικό αίνιγμα που νοτίζει την ατμόσφαιρα και τον ψυχολογικό προβληματισμό.

In2life, 17.10.2018


> Ο Φάμπιο Στάσι (Ρώμη, 1962) είναι συγγραφέας, υπεύθυνος ιταλικής λογοτεχνίας σε γνωστό εκδοτικό οίκο της Ιταλίας και ταυτόχρονα εργάζεται σε μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Ρώμης. Πρωτοεμφανίστηκε στον συγγραφικό χώρο το 2006. Έχει γράψει επτά μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια αλλά και βιβλία για παιδιά. Το 2013 γνώρισε μεγάλη επιτυχία χάρη στο μυθιστόρημά του "Ο τελευταίος χορός του Σαρλό", το οποίο μεταφράστηκε σε 19 χώρες, ενώ στην Ιταλία τιμήθηκε με έξι βραβεία μεταξύ των οποίων και το Premio Campiello. Το 2016 "Η χαμένη αναγνώστρια" κέρδισε το βραβείο Scerbanenco για το καλύτερο νουάρ μυθιστόρημα της χρονιάς.
Πάπισσα Ιωάννα

Wednesday, December 05, 2018

Dorthe Nors, “Άλλαξε ταχύτητα”


Μια γυναίκα. Γύρω της άλλες γυναίκες. Κι ένας άνδρας δάσκαλος οδήγησης. Και ο συγγραφέας που μεταφράζει. Κι οι ανασφάλειές της. Και η ψυχανάλυση. Η δυσκολία στην αφόδευση στο ύπαιθρο. Κι η αδελφή της με την οποία έχουν πλέον απόσταση. Και το μασάζ.


Dorthe Nors
Spejl, skulder, blink
2015

“Άλλαξε ταχύτητα”
μετ. Λ. Καλοβυρνάς
εκδόσεις Μεταίχμιο -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Υποψήφιο για το Man Booker International. Κι αυτό από μόνο του δεν λέει πολλά, λέει όμως ότι μια επιτροπή θεώρησε ότι σε παγκόσμιο επίπεδο ξεχωρίζει από πολλά άλλα. Ας δούμε.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Καταρχάς μπαίνω γρήγορα στο concept, ειδικά αφού πρόκειται για ένα γυναικείο μυθιστόρημα. Γυναίκα η πρωταγωνίστρια, γυναίκες οι δευτεραγωνίστριες και γυναικεία η σύλληψη και η ιστορία. Κέντρο η Sonja, μια σαραντάρα μεταφράστρια, και δίπλα της η Jite που της διδάσκει οδήγηση, η Ellen, που αποτελεί τη ψυχαναλύτριά της και εν μέρει φίλη της, κι η αδελφή της η Kate. Στα δανικά ο τίτλος μοιράζεται σε τρία μέρη που σημαίνουν “ Καθρέπτης, ώμος, σινιάλο”, ένας αποσπασματικός τίτλος που δείχνει μια αποσπασματική σύλληψη του βιβλίου, που, ενώ έχει ενιαία αφήγηση, δείχνει ελλειπτικό.

            Όλο το μυθιστόρημα καλουπώνεται πάνω σε έναν χαρακτήρα. Η Sonja μεταφράζει τον Jesta Svenson και τα αιματηρά αστυνομικά του μυθιστορήματα, νιώθει μόνη ειδικά μετά τον Paul, ψυχαναλύεται και αναζητά την ταυτότητά της. Όσα γίνονται είναι καθημερινά στιγμιότυπα που δεν ξενίζουν αλλά λιθαράκι λιθαράκι χτίζουν το profile της. Από την πεζοπορική ψυχανάλυση στο Άλσος των Ελαφιών, την οποία η Sonja εγκαταλείπει, μέχρι την ανικανότητά της να αλλάξει ταχύτητες κατά τα μαθήματα οδήγησης κι από το medium, που έφερε στο σπίτι της, έως την απόσταση που τη χωρίζει απ’ την αδελφή της. Ιδιαίτερα περιστατικά που δείχνουν ανασφάλειες και φοβίες. Το ψυχολογικό υπόβαθρο κινείται κάτω απ’ την αφήγηση και την δονεί.

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Είναι η απόσταση της ηλικίας που με άφησε απέξω; Είναι που δεν έχω εμφανή ψυχολογικά; Είναι που δεν βρήκα μια καινοτόμο γραφή στην αυτοψυχανάλυση της Sonja; Είναι…;


> Η Dorthe Nors είναι γεννημένη τον Μάιο του 1970 και έχει σπουδάσει σκανδιναβική φιλολογία. Πριν αρχίσει να γράφει βιβλία, μετέφραζε σουηδικά αστυνομικά - κυρίως βιβλία του Johan Theorin. Έκανε το ντεμπούτο της το 2001. Γράφει μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα. Πιο γνωστό της βιβλίο είναι το Kant Slag, μια συλλογή διηγημάτων που έχει εκδοθεί στα αγγλικά ως Karate Chop. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά έντυπα, όπως το Harper’s, η Boston Review, η Guernica. Είναι η πρώτη Δανή συγγραφέας που έχει δημοσιεύσει διήγημα στο New Yorker - το διήγημα "The Heron" με εικονογράφηση του σπουδαίου Ιταλού coloured pencil artist Marco Mazzoni. Το 2011 έλαβε τριετή υποτροφία από τον Δανέζικο Οργανισμό Τεχνών για το "ασυνήθιστο και εξαιρετικό ταλέντο της". Για τη συλλογή διηγημάτων "Karate Chop" κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο P.O. Enquist.
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, December 01, 2018

Κλαρίσε Λισπέκτορ, “Τα κατά Α.Γ. πάθη”


Έχοντας διαβάσει το προηγούμενο βιβλίο της Lispector, την “Ώρα του αστεριού”, ήξερα ότι αξίζει η πυκνή γραφή της, που είναι γεμάτη με εμβριθείς ατάκες, με λέξεις στοχαστικές, με φράσεις που με ωθούσαν κάθε τρεις και λίγο να σηκώνω το μολύβι για να τις σημειώσω.


Clarice Lispector
“A Paixão segundo G.H.”
1964

Κλαρίσε Λισπέκτορ,
“Τα κατά Α.Γ. πάθη”
μετ. Μ. Χατζηπροκοπίου
εκδόσεις Αντίποδες -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Ήξερα ότι διαβάζοντας πάλι Lispector θα ανέβαινα έναν Γολγοθά. Η γραφή της είναι τόσο πυκνή που στέκεσαι πρόταση πρόταση και πάλι νιώθεις ότι έχεις χάσει το 50% των νοημάτων. Κάθε της πρόταση μια υπαρξιακή αγωνία και μια περιεκτική συμπύκνωση.
“Γιατί ένας κόσμος ολοζώντανος έχει τη δύναμη μιας Κόλασης”


Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Η αφηγήτρια, σε μια ελικοειδή προσπάθεια αυτογνωσίας, ξεκινά από τη μέρα που παραιτήθηκε η υπηρέτριά της. Και τότε η Α.Γ. ξεκινά να καθαρίζει από το δωμάτιο της οικιακής βοηθού. Τι μπορεί να κρύβει αυτό το δωμάτιο; Αντί να βρει σκοτάδι, βρήκε ένα φωτεινό δωμάτιο, χωρίς την ακαταστασία που περίμενε. Μόνο στον τοίχο ζωγραφισμένα με κάρβουνο ένας άνδρας, μια γυναίκα και ένας σκύλος. Και μέσα στην ντουλάπα μια εφιαλτική κατσαρίδα.

Η Α.Γ. έρχεται έτσι αντιμέτωπη με τον κόσμο και με τον εαυτό της. Είναι σαν να ζούσε ώς τότε στο γυάλινο πύργο της και τώρα έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με την εξωτερική αλήθεια. Η οικιακή βοηθός, όπως φαίνεται στη ζωγραφιά, ίσως τη μισούσε, αν και δεν είχε δείξει κάτι αρνητικό όσο ζούσε κοντά της. Κι η κατσαρίδα είναι δείγμα μια μικρής απειλής, που ωστόσο φαντάζει στο μυαλό της τεράστια.
με μια εμπειρία
για την οποία ζητάω συγγνώμη από τον ίδιο μου τον εαυτό έβγαινα από τον κόσμο μου και έμπαινα στον κόσμο

Η σκέψη της Lispector είναι υπαρξιακή. Αναρωτιέται μέσα στην καθημερινότητα της γραφής της το είναι μας. Ψάχνει την άλλη πλευρά της ζωής. Μιλά για τη ζωή και τον θάνατο, όπως ο Καζαντζάκης: “Από τη γέννηση ώς το θάνατο είναι το διάστημα κατά το οποίο με αποκαλώ ανθρώπινη” (θυμήθηκα τη φράση της “Ασκητικής” “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή”). Κι όταν ο Καζαντζάκης ρωτά “Από πού ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.”, η Lispector σαν να απαντά: “Κάθε «έλλειψη νοήματος» είναι ακριβώς η τρομακτική βεβαιότητα πως το νόημα βρίσκεται εκεί και πως όχι απλώς δεν το φτάνω, αλλά και δεν θέλω να το φτάσω γιατί δεν έχω εγγυήσεις”. Το νόημα απασχολεί τη συγγραφέα, αφού θεωρεί μιλά για την “κόλαση, γιατί ο κόσμος δεν είχε πια για μένα ανθρώπινο νόημα”.

Εκτός από τον Υπαρξισμό υπάρχουν και απηχήσεις από τον Χριστιανισμό. Πέρα απ’ τον τίτλο, η συγχώρηση που “είναι το γνώρισμα της ζωντανής ύλης”. Η αυτοανάλυση που οδηγεί στη συμφιλίωση με τον άλλο. Η προσπάθεια να ξεπεράσεις το εγώ.

Η γλώσσα της Lispector είναι έντονα αυτοαναφορική. Μιλάει όχι για να δηλώσει την πραγματικότητα, αλλά για να σημάνει την ίδια την ύπαρξη που δένεται με τη γλώσσα. Είναι συνάμα φιλοσοφική και ποιητική, που ενίοτε εξομολογείται και ενίοτε θεολογεί. Είναι πυκνή, περιεκτική και βαθιά, πολλές φορές όμως είναι αινιγματική και δεν είναι σίγουρο τι εννοεί ή περιέχει αντιφάσεις.
Το μυστήριο του ανθρώπινου πεπρωμένου είναι ότι είμαστε μοιραίοι,
έχουμε όμως την ελευθερία να εκπληρώσουμε ή όχι το μοιραίο μας:
από εμάς εξαρτάται να ακολουθήσουμε το μοιραίο μας πεπρωμένο”.


Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Διαβάζοντας Lispector νιώθω ότι η δύναμη της γραφής της δεν είναι η ταχύτητα και η βαρύτητα της πλοκής, αλλά της μεστότητας κάθε φράσης. Και με αυτό το σκεπτικό όποιος μπει στο βιβλίο της δεν το εγκαταλείπει.


 > Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977) γεννήθηκε στο Τσετσέλνικ της Ουκρανίας από Εβραίους γονείς. Η οικογένειά της μετανάστευσε το 1922 στη Βραζιλία. Το 1943 παντρεύτηκε τον πρώην συμμαθητή της στη Νομική Σχολή, Μαουρί Γκουρζέλ Βαλέντε και έλαβε τη βραζιλιάνικη υπηκοότητα. Τον Δεκέμβριο του 1943 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, "Perto do coracao selvagem" ("Κοντά στην άγρια καρδιά"), το οποίο προξένησε πολύ μεγάλη εντύπωση, κέρδισε το βραβείο Graca Aranha για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα και ανακηρύχθηκε καλύτερο μυθιστόρημα του 1943. Την ίδια χρονιά, ακολουθώντας τον σύζυγό της στη διπλωματική του αποστολή εγκαταστάθηκε στη Νάπολη, όπου εργάστηκε για ένα διάστημα ως εθελόντρια στο αμερικανικό στρατιωτικό νοσοκομείο και άρχισε να γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά της, "O Lustre" ("Ο πολυέλαιος", 1946). Στη Ρώμη γνωρίζεται με τον ποιητή Giuseppe Ungaretti, που μετέφρασε αποσπάσματα από το "Κοντά στην άγρια καρδιά" για το περιοδικό "Prosa" και με τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, που φιλοτέχνησε το πορτρέτο της. Μετά από μια σύντομη επιστροφή στη Βραζιλία, το ζεύγος εγκαθίσταται, μεταξύ 1946-49, στη Βέρνη της Ελβετίας. Στο διάστημα αυτό γεννιέται ο πρώτος γιος της Λισπέκτορ, Πέδρο, και γράφει το επόμενο μυθιστόρημά της, "A cidade sitiada" ("Η πολιορκημένη πόλη", 1949), καθώς και τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής "Lacos de familia" ("Οικογενειακοί δεσμοί", 1960). Μετά από μια σύντομη παραμονή έξι μηνών στο Τόρκι της Αγγλίας, το 1950, το 1952 ο Μαουρί μετατίθεται στην Ουάσινγκτον, όπου γεννιέται ο δεύτερος γιος της Λισπέκτορ, Πάουλο, το "Κοντά στην άγρια καρδιά" μεταφράζεται στα γαλλικά και αρχίζει να δουλεύει το επόμενο μυθιστόρημά της, "A Maca no Escuro" ("Το μήλο στα σκοτεινά", 1961), καθώς και μια νέα συλλογή διηγημάτων. Ωστόσο, ο γάμος της με τον Μαουρί μπαίνει σε κρίση, καθώς η Λισπέκτορ αντιλαμβάνεται σιγά σιγά τη δυσκολία της ζωής στη συμβατικότητα των διπλωματικών κύκλων. Το 1959 ταξιδεύει μόνη της στην Ολλανδία και στη συνέχεια επιστρέφει στη Βραζιλία, αποφασισμένη να ζήσει μόνη με τους δύο γιους της, και αρχίζει να αρθρογραφεί σε γυναικεία περιοδικά. Η συλλογή διηγημάτων "Οικογενειακοί δεσμοί", που εκδίδεται το 1960, συγκεντρώνει διθυραμβικά σχόλια ("η πιο σημαντική συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκε ποτέ στη χώρα από την εποχή του Μασάντο ντε Ασίς", γράφει ο συγγραφέας Φερνάντο Σαμπίνιο). Το 1961 εκδίδεται το μυθιστόρημα "Το μήλο στα σκοτεινά" που κερδίζει το βραβείο Carmen Dolores Barbosa. To 1964 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων "A legiao estrangeira" ("Η λεγεώνα των ξένων") και το μυθιστόρημα "A Paixao segundo G.H." ("Τα κατά G.H. πάθη"), ένα από τα σπουδαιότερα και πιο πολυσυζητημένα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. To 1966, ενώ εκδίδεται η πρώτη μελέτη για το έργο της (Μπενετίτο Νούνες, "Ο κόσμος της Κλαρίσε Λισπέκτορ"), η Λισπέκτορ νοσηλεύεται στο νοσοκομείο με εγκαύματα τρίτου βαθμού καθώς αποκοιμιέται μ' ένα τσιγάρο αναμμένο που προκαλεί πυρκαγιά. Το 1967 εκδίδεται το πρώτο παιδικό βιβλίο της, "Το μυστήριο του σκεπτόμενου ψαριού", που βραβεύεται με βραβείο καλύτερου παιδικού βιβλίου, και αρχίζει να δραστηριοποιείται πολιτικά απέναντι στις ωμότητες της δικτατορίας στη χώρα της. Ακολουθούν τα βιβλία, "Η γυναίκα που σκότωσε τα ψάρια" (παιδικό, 1968), "Μαθητεία ή Το βιβλίο των ηδονών" (μυθιστόρημα, 1969), "Λαθραία ευτυχία" (διηγήματα, 1971), "Ζωντανό νερό" (μυθιστόρημα, 1973), "Μίμηση του ρόδου" (διηγήματα, 1973), "Ο γολγοθάς του σώματος" (ερωτικά διηγήματα, 1974), "Πού ήσουν τη νύχτα" (διηγήματα, 1974), "Η εσωτερική ζωή της Λάουρας" (παιδικό, 1974), "Η ώρα του αστεριού" (αφήγημα, 1977), που θα είναι το τελευταίο βιβλίο της που εκδίδεται εν ζωή, καθώς διαγιγνώσκεται με μη αναστρέψιμο καρκίνο στις ωοθήκες. Μια φίλη της διηγείται ότι πηγαίνοντας στο νοσοκομείο, λέει: "ας προσποιηθούμε ότι δεν πάμε στο νοσοκομείο, ότι δεν είμαι άρρωστη και ότι πάμε στο Παρίσι" και φιλοδωρεί τον ταξιτζή με το δεκαπλάσιο της αξίας της διαδρομής. Πεθαίνει ενάμιση μήνα μετά στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στις 9 Δεκεμβρίου 1977, την παραμονή των 57ων γενεθλίων της. Μετά το θάνατό της εκδίδονται το παιδικό βιβλίο "Σχεδόν στ' αλήθεια", το πεζογράφημα "Μια ανάσα ζωής" (διάλογος ενός Δημιουργού με το έργο του) και μεταδίδεται η μοναδική της τηλεοπτική συνέντευξη, στο κανάλι TV Cultura του Σάο Πάολο.


Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, November 27, 2018

Θανάσης Τριαρίδης, “Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα”


Πώς η λαγνεία είναι η άλλη όψη του θανάτου; Και τι δαιμονικές δυνάμεις μπορεί να αλλάξουν τη ζωή μιας τάξης μαθητών του δημοτικού; Είναι το φανταστικό η παράλληλη πραγματικότητα που μας περιβάλλει;



Θανάσης Τριαρίδης
“Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα”
εκδόσεις Πατάκη 
-2000 (1η έκδοση)
-2018 (5η έκδοση)


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Ποιος είναι ο Τριαρίδης; Για πολύ καιρό άκουγα το όνομά του, συνυφασμένο στο μυαλό μου με μια αιρετική γραφή, λίγο αθυρόστομη, λίγο αντισυμβατική. Το συγκεκριμένο βιβλίο ξαναβγαίνει μετά από 18 χρόνια κι απ’ την αρχή με κερδίζει ως αναγνώστρια.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Ο αφηγητής μιλά σήμερα, αλλά με την οπτική γωνία του νεαρού παιδιού, που ήταν, το 1978 σ’ ένα σχολείο στη Μαλακοπή Θεσσαλονίκης. Ο θάνατος της δασκάλας τους Δομένικας Φραντζή, που βρέθηκε γυμνή πάνω στον λόφο της Κουπέλας, πυροδοτεί εξελίξεις. Πρώτον, γιατί μυρίζει σκάνδαλο, δεύτερον, επειδή η εν λόγω αγαπητή δασκάλα τα ’χε με την Τζούλια, μια πανέμορφη γυναίκα, θελκτική και κολάσιμη, με την οποία οι δεκατόσοι μαθητές τις είχαν δει να κάνουν έρωτα στην Κουπέλα. Το μυθιστόρημα ξεκινά με σκάνδαλο και με μια λίγο πολύ βέβηλη διάθεση.

Ο αφηγητής είναι πλέον μεγάλος και εξιστορεί την εμπειρία του στην αγαπημένη του. Με κέντρο τον εαυτό του όταν ήταν στην τρίτη δημοτικού, αναθυμάται τα γεγονότα, ξεκινώντας από τη μέση, από το θάνατο της αινιγματικής δασκάλας. Και με μια μεγάλη αναδρομή πηγαίνει πίσω στην πρώτη και τη δευτέρα δημοτικού, όταν η Δομένικα έκανε το παράξενο μάθημά της στα 15 αγόρια, όταν τους πρωτοπήγε στην Κουπέλα, τόπος που συνοδευόταν μυστήριο και κακές φήμες, όταν τους μύησε σε μια άλλη αίσθηση. Το πλαίσιο των παιδιών δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να ακούγονται όσα λέει η δασκάλα σαν ευαγγελικές αλήθειες μιας παράξενης θρησκείας, να ανακατεύονται πραγματικά και φανταστικά στοιχεία, να υποβάλλεται ο έρωτας των μικρών προς γυναίκες όπως η Δομένικα ή μια κυρία Πανδώρα, να…

Ο αναγνώστης ακολουθεί μεθυσμένος την αργή αλλά ελκυστική αφήγηση, περιμένοντας απαντήσεις σε ερωτήματα που πλανώνται απειλητικά. Το όλο στήσιμο δεν καθαρίζει εξαρχής τον καπνό, αλλά τον αφήνει να πνέει θολός, ώστε να μείνει το ενδιαφέρον αμείωτο.

Αυτό όμως δεν μένει σε μια εύκολη ελκυστική ιστορία, αφού επενδύεται με καλογραμμένο λόγο και ελισσόμενη αφήγηση, η οποία στηρίζει ικανοποιητικά το μυθοπλαστικό εγχείρημα. Σαφής αφήγηση, που αφήνει όμως κι ένα μυστήριο για διάφορα θέματα, που εγείρει ερωτήματα, όταν π.χ. ένας τίτλος δηλώνει ότι ο αφηγητής λέει τουλάχιστον ένα ψέμα, ένας αιωρούμενος πέπλος μυστηρίου. Προοδευτικά, η ιστορία εμπλουτίζεται με στοιχεία του φανταστικού, καθώς η δασκάλα συνοδεύεται από σκοτεινές δυνάμεις, υπερφυσικές ιδιότητες, που μένουν μέσα στο καθημερινό σαν φυσικά φαινόμενα: πασχαλίτσες που γεννιούνται από το αίμα, κόκκινες κορδέλες και διαβολικές κινήσεις, χελιδόνια που μπαίνουν στα σπίτια και αετοί που κουβαλούν κομμένα κεφάλια… Αν έλειπαν δυο faul, η μεγάλη σε έκταση αναδρομή στο πώς η Δομένικα απέκτησε τις μαγικές της δυνάμεις και οι τελευταίες σελίδες που δεν προσέθεσαν σε ένταση και σφοδρότητα, θα το χαρακτήριζα πραγματική αποκάλυψη. Και μέχρι ενός σημείου, ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και μου έδωσε μια βαθιά αναγνωστική εμπειρία.

Κλείνω με μερικά ερωτήματα που ίσως επίτηδες μένουν αναπάντητα: Ποια είναι και τι συμβολίζει η Δομένικα; Παρεμπιπτόντως, ο διευθυντής λέγεται Κερατένιος (= με κέρατα), ενώ είναι ένας τυπικός συντηρητικός δάσκαλος, κι η δασκάλα λέγεται Δομένικα, δηλαδή Κυριακή (= του Κυρίου). Είναι η μαγεία που συγκλονίζει τις παιδικές ψυχές; Είναι η έκσταση που έρχεται και φλογίζει τα παρθένα εδάφη; Είμαι μια Μέδουσα που μαρμαρώνει όποιον την αντικρύσει πραγματικά; Είναι μια θηλυκή Εωσφόρος που μυεί στον έρωτα και στον θάνατο; Τι είναι η Κουπέλα και τι θανατερό μυστικό κουβαλά από τότε που δεκάδες λεπροί πέθαναν εκεί;

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Δαιμονικό βιβλίο που με καθήλωσε με την ατμόσφαιρα και το μυστήριο. Ένα ψυχολογικό θρίλερ, μια σατανική αλληγορία, μια μυθολογία του θανάτου και του έρωτα, μυθιστόρημα του φανταστικού, του μαγικού ρεαλισμού και του θρίλερ, ένα ψυχεδελικό κείμενο μεγάλης δύναμης.

In2life, 31/10/2018 


> Ο Θανάσης Τριαρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1970. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Συνεκδότης του περιοδικού "Τα Ποταμόπλοια" (1990-1992) και σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού "Mauve" (2003 και εξής). Συγγραφέας και αντιρρησίας συνείδησης. Έχει γράψει 28 βιβλία με αφηγήσεις και δοκίμια και περισσότερα από 150 άρθρα, όλα συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα http://triaridis.gr/. Στα χρόνια 1996-2001 υπήρξε ακτιβιστής του Δικτύου DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των Τσιγγάνων, ενώ από το 1996 συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία του Δικτύου Εθελοντών Δοτών Αιμοπεταλίων Θεσσαλονίκης. Το καλοκαίρι του 2005 διέκοψε τη 18μηνη συνεργασία του με την εφημερίδα "Μακεδονία της Κυριακής", όταν η τελευταία αρνήθηκε να δημοσιεύσει το κείμενό του που αφορούσε την κομμένη μακεδονική γλώσσα και την αναγκαιότητα διδασκαλίας της στα σχολεία (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD046.htm). Στα χρόνια 2005-2008 δημιούργησε και συντόνισε τη σειρά "Αντιρρήσεις" στις εκδόσεις "Τυπωθήτω", όπου εκδόθηκαν συνολικά έξι βιβλία (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD059.htm). Από το καλοκαίρι του 2009 είναι αρνητής εφεδρικής στράτευσης και αντιρρησίας συνείδησης (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD062.htm). Τον Δεκέμβριο του 2009 έκανε αίτηση προς τον Συνήγορο του Πολίτη για απομάκρυνση των θρησκευτικών συμβόλων από τις σχολικές αίθουσες και για την κατάργηση της σχολικής προσευχής και του σχολικού εκκλησιασμού (http://www.triaridis.gr/keimena/keimD063.htm). Έχει γράψει πολλά κείμενα ενάντια στα έθνη, τις θρησκείες, τους ολοκληρωτισμούς, τους κοσμοδιορθωτισμούς και τον ανθρωποδιορθωτισμό, το ρατσισμό και κάθε μορφή ατομικής και συλλογικής βίας.
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, November 24, 2018

Κωστής Γκιμοσούλης, “Όλες μία”


Πόσες γυναίκες παρελαύνουν απ’ τη ζωή ενός ανθρώπου, τι στίγμα αφήνουν, πόσο καθοριστικές αποδεικνύονται, λειτουργούν μόνο ως ερωτικά πρότυπα, έρχονται ως αναμνήσεις, είναι πραγματικά όντα ή μυθοπλαστικές οπτασίες;



Κωστής Γκιμοσούλης
“Όλες μία”
εκδόσεις Καστανιώτη -2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Ξεκίνησα το βιβλίο προκατειλημμένη. Αρνητικά. Τι είναι ο Γκιμοσούλης και τι μπορεί να κάνει;

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Το βιβλίο αποτελείται από 55 σταγόνες. Τουτέστιν κεφάλαια. Τα περισσότερα αποτελούν σκηνές. Ή μάλλον προσωπογραφίες, με αδρές πινελιές, γυναικών που συνάντησε ο Γκιμοσούλης. Νεαρές, κορίτσια, μεγαλύτερες. Κάθε κεφάλαιο κι ένα επεισόδιο. Λίγα εκτενή, τα περισσότερα δύο τρεις σελίδες.

Η αφήγηση κόβεται. Επομένως το “σαν μυθιστόρημα” που γράφει στο εξώφυλλο είναι πραγματικό. Μεμονωμένες σκηνές σαν διηγήματα. Αλλά απ’ την άλλη ο άξονας “γυναίκα” μπορεί να διαρθρώσει έστω και σπονδυλωτά ένα συνολικό ανάγνωσμα. Μια νεαρή που κάνει ωτοστόπ. Μια μικρή που χαμογελάει υπέροχα. Μια νεαρή με την οποία κάνει έρωτα ο αφηγητής. Ποικίλες όψεις της γυναίκας, του έρωτα, της παιδικότητας, των ανθρώπινων σχέσεων, του στίγματός μας μέσα στο πλέγμα των άλλων. Κι εγώ ως αναγνώστρια να ψάχνω να βρω μήπως κάπου εκεί είμαι κι εγώ. Όχι ως Ιωάννα. Αλλά ως γυναίκα που αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στις άλλες. Αυτούσια καμία, αλλά σε πολλές βρήκα πλευρές μου.

Η γλώσσα του συγγραφέα λέει. Ίσως επειδή κατάγεται από την ποίηση. Ίσως γι’ αυτό δεν μπορεί να συνθέσει κάτι ολοκληρωμένο, αλλά η γλώσσα του μιλάει. Άλλοτε μεταφορικά, άλλοτε ατμοσφαιρικά, άλλοτε αντιστικτικά.

“Από τη μία το φεγγάρι, από την άλλη το άσπρο μπαλάκι στο ποδοσφαιράκι. Από τη μια η ποίηση, από την άλλη τα πορνό. Οι τσόντες και οι κερασιές. Όλα έχουν δύο πλευρές. Τα άνθη και οι ψωλές. Οι θαλασσινές σπηλιές και η υγρασία στα μουνιά. Αν κοιμηθείς στο ένα πλευρό, δεν αντικρίζεις την πραγματικότητα ολόκληρη” (28η σταγόνα)

Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Τελικά, ήταν καλύτερο απ’ ό,τι περίμενα. Μερικά κεφάλαια ήταν εξαιρετικά, αιφνιδιάζουν, προβάλλουν μια άλλη ματιά. Το σύνολο αφήνει τα σημάδια του.  Κι ο αναγνώστης σε ένα μουσείο ζωντανών κουκλών χαζεύει άλλα με θαυμασμό κι άλλα απλώς με περιέργεια.


> Ο Κωστής Γκιμοσούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Μαγική πόλη, αλλά θέλει συνέχεια ν' απομακρύνεται απ' αυτήν. Κι όταν ξαναγυρνάει, να τη βλέπει αλλιώς. Γράφει διηγήματα, όπως "Η κραυγή της πεταλούδας" (2007). Καμιά φορά αυτά τα διηγήματα μεγαλώνουν και γίνονται νουβέλες ή μυθιστόρημα, όπως τα "Μια νύχτα με την Κόκκινη" (1995), "Ανατολή" (1998), "Χέρι στη φωτιά" (1999), "Βρέχει φως" (2002), "Το θηρίο είναι παντού" (2003), "Εξομολόγηση σ' έναν κολομβιανό σκύλο" (2006), "Το φάντασμά της" (2009) και "Το αηδόνι στο πόδι της" (2012). Γράφει και ποιήματα (Ο ξυλοκόπος πυρετός, Αγία μελάνη, Το στόμα κλέφτης, Επικίνδυνα παιδιά), με τελευταία τη συλλογή Αγάπη από ζήλια) (2004). Το 2001 εκδόθηκε ο "Μαύρος χρυσός", ένα βιβλίο με ποιήματα, διηγήματα και ζωγραφιές με νερομπογιές, ενώ το 2011 κυκλοφόρησε το βιβλίο "Για να μάθεις να πετάς", με ιστορίες - παραμύθια για μικρούς και μεγάλους κα με εννέα ζωγραφιές του Γιάννη Ψυχοπαίδη εμπνευσμένες ειδικά για την έκδοση. Το 2013 εκδόθηκε το "Δυο μήνες στην αποθήκη", μια προσωπική μαρτυρία από την παραμονή του συγγραφέα σε νοσοκομείο. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Για την ποιητική συλλογή "Ο ξυλοκόπος πυρετός" πήρε το βραβείο Μαρίας Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.
Πάπισσα Ιωάννα