Tuesday, April 07, 2020

Αμός Οζ, “Μεταξύ φίλων”


Το κιμπούτς Ικάτ ως μικρόκοσμος των διαπροσωπικών σχέσεων, των συλλογικών αποφάσεων που καταπιέζουν το ατομικό θέλω, των ασφυκτικών οριζόντων αλλά και της διάθεσης για κοινωνική προσφορά.


עמוס עוז
בין חברים
2012
Αμός Οζ
“Μεταξύ φίλων”  
μετ. Μ. Κοέν
εκδόσεις Καστανιώτη
2019


Ισραηλινοί συγγραφείς, ιδίως μεταπολεμικοί. Έζησαν την αναγέννηση του κράτους του Ισραήλ. Βίωσαν άμεσα ή έμμεσα το Ολοκαύτωμα. Βρέθηκαν σε μια χώρα που μάχεται να επιβιώσει, αλλά καταπιέζει κιόλας τα δικαιώματα άλλων λαών. Κι αυτή η διπλή και τριπλή πίεση κάνει τους συγγραφείς να στέκουν στο οριακό σημείο μιας τραγικής μεταιχμιακότητας.


> Ο Άμος Οζ, ο μεγαλύτερος ίσως ισραηλινός συγγραφέας της εποχής του, γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ το 1939. Πριν ασχοληθεί με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία εργάστηκε επί πολλά χρόνια σε ένα κολλεκτιβοποιημένο αγρόκτημα (κιμπούτς). Συμμετείχε ενεργά, επί μία εικοσαετία, στην πολιτική ζωή του Ισραήλ, ως μέλος διαφόρων ειρηνιστικών κινημάτων. Είχε εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, πολιτικά δοκίμια και παιδικά βιβλία. Τα γνωστότερα μυθιστορήματά του είναι: "Ο Μιχαέλ μου" (το μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του Ισραήλ), "Το μαύρο κουτί", "Η γυναίκα που γνώρισα", "Φίμα", "Νύχτα στο Τελ Κένταρ", "Η ίδια θάλασσα" και "Ιστορία αγάπης και σκότους". Έχει λάβει διεθνή λογοτεχνικά βραβεία και διακρίσεις ειρήνης, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Λογοτεχνίας Χολόν και το γερμανικό Βραβείο Ειρήνης 1992. Ζούσε με την οικογένειά του στην πόλη Αράντ του Ισραήλ. Έφυγε από τη ζωή στις 28 Δεκεμβρίου 2018, σε ηλικία 79 ετών.

Περίμενα να δω πώς χειρίζεται τα θέματά του ο Amos Oz. Γιατί η διαφορά μεταξύ των μυθιστορημάτων, που αγαπήσαμε, και των διηγημάτων που ανοίγονται μπροστά μας πιθανόν να είναι μεγάλη.

Στην ουσία έχουμε οκτώ διηγήματα, αλλά με έναν έμμεσο τρόπο δεν είναι οκτώ διαφορετικά κείμενα, αλλά οκτώ διαμερίσματα σε ένα ενιαίο κτήριο. Κι αυτό το σπίτι είναι ένα φανταστικό κιμπούτς, που ονομάζεται Ικάτ. Εκεί ζουν οι ήρωες του πεζογράφου, εκεί δουλεύουν για το κοινό καλό, αλλά κι εκεί συναναστρέφονται ο ένας τον άλλο σε μια σειρά σχέσεων, τριβών και ανοχών. Ο μικρόκοσμος του κιμπούτς περιχαρακώνει τη δράση, αλλά συνάμα δημιουργεί τις συνθήκες για μια πιο ελεγχόμενη περιγραφή των επαφών και των αντιδράσεων κάθε προσώπου.

Ο κηπουρός του κιμπούτς μαθαίνει όλα τα κακά νέα σε όλες τις χώρες και στενοχωριέται πιο πολύ γι’ αυτά παρά για τη δική του ζωή, η εργαζόμενη στο πλυντήριο βλέπει με άφατη ανεξικακία τον άντρα της να πάει να μείνει στο σπίτι της ερωμένης του, ο ηλεκτρολόγος του κιμπούτς νιώθει απερίγραπτη ντροπή αλλά και αδυναμία να αντιδράσει για το γεγονός ότι η δεκαεπτάχρονη κόρη του πάει να συγκατοικήσει με τον γυναικά καθηγητή της, το δεκαεξάχρονο παλικαράκι πάει να δει τον πατέρα του στο νοσοκομείο, ο μικρός που φοβάται παραμυθιακούς εχθρούς και υφίστανται bullying από τα άλλα παιδιά, ο γραμματέας του κιμπούτς που είναι φιλήσυχος και συμβιβαστικός, η μητέρα που θέλει να στείλει τον γιο της να σπουδάσει αλλά το κοινόβιο αντιδρά, ο γηραιός τσαγκάρης που δεν θέλει να παροπλιστεί λόγω της κακής του υγείας…

Τα διηγήματα του Oz είναι αυτόνομα όσο κάθε χαρακτήρας, πάνω στον οποίο στήνονται, κρατά με το στίγμα του την αφήγηση γύρω του. Στην ουσία όμως δεν έχουν ιστορία με τέλος αλλά, καθώς το ένα άτομο περνά σε δευτερεύουσα θέση στο διήγημα του άλλου, όλα τα κείμενα συστήνουν τη βιογραφία ενός κοινόβιου, όπως περίπου το έζησε ή ήθελε να το δει ο συγγραφέας στη δεκαετία του ’50. 

Οι άνθρωποι του κιμπούτς δεν είναι μοιρολάτρες. Μάλλον αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι δεν είναι υποχείριά τους και δεν μπορούν να επέμβουν στη ζωή τους, ακόμα κι αν δεσμεύονται μ’ αυτούς με δεσμά αίματος ή γάμου. Είναι ενμέρει άβουλοι, είτε εξ ιδιοσυγκρασίας είτε εκ συνθηκών, προσπαθούν να συνεχίσουν τη δουλειά τους προς όφελος του συνόλου, παραμερίζοντας τις πίκρες τους, παλεύουν με τους δαίμονές τους σε έναν βουβό πόνο. Αυτός ο βουβός πόνος εκφράζεται είτε με τη σιωπή και την άφωνη ντροπή, είτε με το κλάμα του φοβητσιάρη μικρού παιδιού, που αντανακλά τις απειλές από τους εχθρούς.

Εμείς οι αναγνώστες, ωστόσο, διαβάζοντας τα διηγήματα του Oz, περνάμε σε μια ήσυχη θάλασσα ανάγνωσης. Μπαίνοντας στο βιβλίο συναντάμε μια απίστευτη ηρεμία, παρά τις υπόγειες θαλασσοταραχές, και πλέουμε χαλαρά, έξω από τη βοή του περιβάλλοντος. Δεν ξέρω πώς γίνεται κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω πώς, ενώ οι ήρωες βιώνουν εσωτερικά τραύματα, εκπέμπουν μια γαλήνη, με εξαιρέσεις που δεν αλλοιώνουν τον κανόνα.
Πάπισσα Ιωάννα

Saturday, April 04, 2020

Georges Simenon, “Οι δαίμονες του πιλοποιού”


Ξέρουμε σχεδόν εξαρχής τον δολοφόνο. Serial killer. Αλλά δεν είναι ένας ψυχοπαθής, αλλά ένας ευυπόληπτος πιλοποιός του οποίου ο ψυχισμός αποτυπώνεται γλαφυρά απ’ τον ίδιο.


Georges Simenon
“Les Fantômes du chapelier”
1949
“Οι δαίμονες του πιλοποιού”  
μετ. Α. Μακάροφ
εκδόσεις Άγρα
2019


Δεν χρειάζεται να εξηγήσω γιατί κάθε βιβλίο του Simenon αποτελεί προτεραιότητα στις αγορές μου. Δεν χρειάζεται να τονίσω εκ των προτέρων ότι ακόμα κι αυτοί που δεν θέλγονται από την αστυνομική λογοτεχνία αξίζει να διαβάσουν την εκπληκτική γραφή του Βέλγου συγγραφέα, και μάλιστα όχι μόνο το καλοκαίρι.

> Ο Ζωρζ Σιμενόν γεννήθηκε στη Λιέγη του Βελγίου στις 13 Φεβρουαρίου 1903. Έπειτα από σπουδές στους Ιησουίτες έγινε, το 1919, μαθητευόμενος ζαχαροπλάστης, έπειτα υπάλληλος βιβλιοπωλείου, και τελικά στα δεκαέξι του χρόνια έγινε δημοσιογράφος στη "Γκαζέτ ντε Λιέζ". Το πρώτο του μυθιστόρημα, που το υπέγραψε με το ψευδώνυμο George Sim, με τίτλο "Στο γεφύρι του Αρς" εκδόθηκε το 1921 και τότε ο Σιμενόν έφυγε απ' τη Λιέγη για το Παρίσι. Παντρεύτηκε το 1923 με τη ζωγράφο Ρεζ ιν Ρανσόν στο Παρίσι, όπου έγραψε ιστορίες και μυθιστορήματα σε σειρές, κάθε λογοτεχνικού είδους. Το 1924 εξέδωσε, με ψευδώνυμο, το πρώτο "λαϊκό" του μυθιστόρημα, "Το μυθιστόρημα μιας δακτυλογράφου". Ως το 1930, δημοσίευσε διηγήματα και μυθιστορήματα σε πολλούς εκδότες. Το 1931, άρχισε τις έρευνές του ο περίφημος ήρωας του, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ. Έγραφε τα βιβλία του, ταξίδευε, έστελνε ρεπορτάζ κι άφησε τις εκδόσεις "Φαγιάρ" για να πάει στις εκδόσεις "Γκαλλιμάρ", όπου συνάντησε τον Αντρέ Ζιντ. Στο πόλεμο ήταν υπεύθυνος των Βέλγων προσφύγων στη Λα Ροσέλ και κατοικούσε στη Βανδέα. Το 1945 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά το διαζύγιό του εγκαταστάθηκε ξανά στην Ευρώπη. Η δημοσίευση των απάντων του (72 τόμοι) άρχισε το 1967. Από το 1972 αποφάσισε να σταματήσει το γράψιμο. Αφοσιώθηκε έκτοτε στις είκοσι δύο "Υπαγορεύσεις" του και κατόπιν συνέταξε τα ογκώδη απομνημονεύματα "Memoires intimes" (1981). Ο Ζωρζ Σιμενόν πέθανε στη Λωζάννη το 1989. Πολλά μυθιστορήματά του έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.


Η μαγική γραφή του Simenon στηρίζεται στο άγγιγμα με διακριτικότητα και προσοχή των ισορροπιών, που παίζουν με τον αναγνώστη και με τους ήρωες. Αποκαλύπτονται μόνο όσα χρειάζεται ώστε να έρθει σταδιακά η εξέλιξη και ο φωτισμός των λεπτομερειών, μέχρι να φτάσουμε στη συνολική εικόνα. Π.χ. ο ράφτης εκ Μέσης Ανατολής Kachoudas πιστεύει καθώς το ανακαλύπτει τυχαία ότι ο σεβάσμιος γείτονάς του πιλοποιός Léon Labbé σκοτώνει εδώ και είκοσι μέρες γηραιές γυναίκες της πόλης τους. Έχει δίκιο ή είναι ιδέα του; Κι όταν πιστοποιείται ότι έχει δίκιο, θα τολμήσει να το καταγγείλει ή ο πιλοποιός θα εξακολουθήσει άφοβα να σκοτώνει; Και από ένα σημείο και μετά μήπως οι υπόνοιες στραφούν εναντίον του άτολμου και ανένταχτου λόγω καταγωγής ραφτάκου;

Όλα όσα εξιστορούνται πατούν στο σχοινί των λεπτών χειρισμών του συγγραφέα, που διαμορφώνει ένα πεδίο ψυχολογικών και αφηγηματικών ναρκών, οι οποίες υπονομεύουν τις σίγουρες εντυπώσεις του αναγνώστη. Ο τελευταίος δεν ανοίγεται, δεν πατά σίγουρα, αλλά παρακολουθεί με δισταγμό. Κι ο Labbé συνεχίζει το προγραμματισμένο έργο του, ώστε να εκτελέσει τους εφτά προσχεδιασμένους φόνους, ώσπου ο τελευταίος ματαιώνεται…

Φυσικά, το εντονότερο ερώτημα είναι γιατί. Τι ώθησε τον ευυπόληπτο γηραιό πιλοποιό να δράσει έτσι. Όλα υπονοούνται με βάση την ασθένεια της γυναίκας του Matilde, η οποία είναι κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν τη βλέπει κανείς. Ο Simenon όμως δηλώνει με καλά στοχευμένα υπονοούμενα ότι αυτό είναι μια καλοσκηνοθετημένη απάτη, καθώς η σύζυγος του Labbé πιθανότατα δεν ζει κι αυτός αναζητεί σε μια φωτογραφία προ πολλών ετών τις συνομήλικές της, που φταίνε σε κάτι, με αποτέλεσμα να αξίζουν τον θάνατο. Μεταξύ λοιπόν των ψυχολογικών χειρισμών των δύο κεντρικών προσώπων (του πιλοποιού και του ράφτη) και των ενδείξεων για τα αίτια της δολοφονικής σειράς, ο συγγραφέας στήνει ένα έξοχο μυθιστόρημα, πιο πολύ ψυχολογικό θρίλερ, πιο πολύ αισθητικό γεγονός, παρά απλώς αστυνομικό.

Το “Les Fantômes du chapelier” γυρίστηκε και ταινία από τον Claude Chabrol το 1982. Το τέλος δεν έχει το αστυνομικό ζενίθ που θα ξαφνιάσει αλλά ενισχύει τον τρόπο που ανατέμνεται η ψυχή του δολοφόνου.

In2life, 11/2/2020 
Πάπισσα Ιωάννα


Sunday, March 29, 2020

Άρνολντ Μπέννετ, “Θαμμένος ζωντανός”


Πώς μπορείς να κρυφτείς από τη φήμη σου; Πώς μπορείς να ξεφύγεις από το βάρος της δόξας του έργου σου και να ζήσεις λίγο πιο απλά;


Arnold Bennett
“Buried Alive”
1908
Άρνολντ Μπέννετ
“Θαμμένος ζωντανός”
μετ. Μ. Ζαχαριάδου
εκδόσεις Πατάκη
2019


Η κωμική γραμμή της βρετανικής πεζογραφίας είναι ιδιαίτερη. Ενώ άλλα κωμικά ή σατιρικά πεζογραφήματα της ελληνικής ή άλλης λογοτεχνίας μού φαίνονται αμήχανα και μερικές φορές φαρσικά, τα αγγλικά ομόλογά τους είναι άκρως διασκεδαστικά.

> O Arnold Bennett, Βρετανός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός της λογοτεχνίας, γεννήθηκε στις 27 Μαΐου του 1867 στο Hanley του Staffordshire. Ήταν ο πρωτότοκος γιος της πολυμελούς οικογένειας ενός αυτοδημιούργητου δικηγόρου. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο εργάστηκε ως υπάλληλος του πατέρα του μέχρι το 1889, οπότε μετακόμισε στο Λονδίνο. Την ίδια χρονιά διακρίθηκε στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού Tit-Bits. Άρχισε έκτοτε να εργάζεται σε εφημερίδες και περιοδικά. Μετά το πρώτο του μυθιστόρημά το 1898, "A Man from the North", έγινε επαγγελματίας συγγραφέας, χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να αρθρογραφεί. Το 1903 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου το 1907 παντρεύτηκε τη Γαλλίδα ηθοποιό Marguerite Soulie. Εκεί, επίσης, έγραψε τα γνωστά μυθιστορήματά του που διαδραματίζονται στην περιοχή όπου μεγάλωσε ("Anna of the Five Towns", 1902· "The Old Wives' Tale", 1908· "Clayhanger", 1910), καθώς και το "Θαμμένος ζωντανός" ("Buried Αlive", 1908). Τα μυθιστορήματά του και τα επιτυχημένα θεατρικά του έργα τον καταξίωσαν στην Ευρώπη και στην Αμερική ως έναν από τους πλέον δημοφιλείς και αναγνωρισμένους από την κριτική συγγραφείς της εποχής του. Επέστρεψε στην Αγγλία το 1912 και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου εργάστηκε στο Υπουργείο Πληροφοριών. Το 1921 χώρισε µε την πρώτη του σύζυγο· ερωτεύτηκε την ηθοποιό Dorothy Cheston, µε την οποία απέκτησε παιδί το 1926. Πέθανε στο Λονδίνο στις 27 Μαρτίου 1931 από τύφο.

To 1904 o Luigi Pirandello γράφει το κλασικό έργο του “Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ”, όπου ο Mattia Pascal, όσο λείπει στο Monte Carlo, διαβάζει στην εφημερίδα ότι αναγνωρίστηκε στο σώμα ενός αυτόχειρα, που έδωσε τέλος στη ζωή του στο χωράφι του. Κι ενώ ετοιμάζεται να γυρίσει και να το διαψεύσει, αποφασίζει ότι αυτή είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία να ξαναρχίσει τη ζωή του χωρίς τα βάρη του παρελθόντος.

Το τέχνασμα της εναλλαγής της ταυτότητας είναι συνηθισμένο στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Η χροιά που δίνει ο Bennett αφορά τον “θάνατο” του διάσημου ζωγράφου Priam Farll ακούγεται σε όλα τα μέσα και γίνεται πάταγος με τη μεγάλη απώλεια. Μόνο που στην πραγματικότητα πέθανε ο υπηρέτης του Henry Leek κι ο συνεσταλμένος και συνάμα ανθρωποφοβικός ζωγράφος εκμεταλλεύεται την περίσταση για να δηλώσει νεκρό τον εαυτό του και να σφετεριστεί την ταυτότητα του άσημου υπηρέτη του.


Η σάτιρα ξεκινά πολύ πριν από το κόλπο. Η πένα του Bennett σατιρίζει τη φήμη, την ιατρική, την βρετανική νοοτροπία, αλλά φυσικά κορυφώνεται με το τέχνασμα του σωσία, που ανατρέπει την τάξη: ο διάσημος γίνεται άσημος και ο πάμπλουτος φέρεται σαν λαϊκός τύπος, ο συνεσταλμένος εαυτός αντικαθίσταται από έναν εξωστρεφή και ο νεκρός παρακολουθεί διά των εφημερίδων την υστεροφημία του…  Η υπόθεση οδηγείται σε δίκη, αφού ο εκπρόσωπος μιας μεγάλης εταιρίας πιστοποιεί ως ειδικός ότι οι “μεταθανάτιοι” πίνακες του ζωγράφου ανήκουν στον διάσημο Priam Farll και νιώθει θιγμένος, όταν ο Farll δεν το παραδέχεται. Πώς να ξεφύγει λοιπόν κανείς από τον εαυτό του, όταν παράγει το ίδιο κορυφαία έργα, και πώς να αποδείξει ότι δεν είναι αυτός;

Μοναδικό ανάγνωσμα, έξοχη σύλληψη, ευφάνταστη και καλογραμμένη αφήγηση.

In2life, 11/12/2019 
Πάπισσα Ιωάννα


Wednesday, March 25, 2020

Καρολίνα Μέρμηγκα, “Κάτι κρυφό μυστήριο”


25η Μαρτίου σήμερα. Θυμόμαστε, σκεφτόμαστε, συναισθανόμαστε. Ποιος ήταν ο Καποδίστριας; Πώς μπορούμε να τον γνωρίσουμε; Είναι η μεγάλη πολιτική μορφή που όλοι έχουμε στον νου μας; Και αν η βιογραφία του είναι πολυπρισματική, είναι πιο αντικειμενική και πολύπλευρη; Τέλος, πώς μια βιογραφία μπορεί να δώσει λογοτεχνικά αποτελέσματα;


Καρολίνα Μέρμηγκα

“Κάτι κρυφό μυστήριο”
εκδόσεις Μελάνι
2019


Θυμόμαστε με πολύ έντονες εντυπώσεις τον “Συγγενή” της Μέρμηγκα και ήταν εύκολο να θελήσουμε να ξαναδιαβάσουμε κάτι δικό της.


>Η Καρολίνα Μέρμηγκα γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Νομική Σχολή Αθηνών το 1979 και είναι δικηγόρος από το 1980. Έχει συνεργαστεί με διάφορα γυναικεία περιοδικά ("Marie Claire", "Γυναίκα", κ.ά.) και τα τέσσερα τελευταία χρόνια έχει σταθερή συνεργασία με το περιοδικό "Votre Beaute". Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων ("Ερωτευμένες", Εστία 2005 και "Σήμερα δεν θα πεθάνω", Μελάνι 2010), δύο μυθιστόρηματα ("Συγγενής", Μελάνι 2013 και "Ο Έλληνας γιατρός", Μελάνι 2016) και έχει μεταφράσει τα βιβλία "Το "Επαχθες" Χρέος της Ελλάδας" του J. Manolopoulos, Μελάνι 2012, "Η δεύτερη ευκαιρία του Χένρυ Τζέημς", Μελάνι 2014 και "Η μικρή κομμουνίστρια που δεν χαμογελούσε ποτέ", Μελάνι 2019.


Καταρχάς, ο τίτλος. Τον γκουγκλάρω και βλέπω ότι προέρχεται από το ποίημα του Σολωμού “Ο Κρητικός”. Δεν ξέρω το ποίημα, είναι και μεγάλο, κι αναρωτιέμαι πώς σχετίζονται τα δύο κείμενα βάσει του περιεχομένου τους. Μάλλον, ο στίχος δηλώνει στο μυθιστόρημα το βάθος κάτω από την επιφάνεια. Κι έπειτα το εξώφυλλο. Μέρη της προσωπογραφίας του Καποδίστρια τοποθετημένα σε διάφορες θέσεις. Δείχνει πιθανόν κάτι που θα καταλάβουμε μόλις ανοίξουμε το βιβλίο, ότι η βιογραφία του Κυβερνήτη είναι αποσπασματική.

Κι όντως η βιογραφία του Καποδίστρια δίνεται από διαφορετικές σκοπιές, από διαφορετικά πρόσωπα, από διαφορετικά σημεία. Πάνω στον χρονολογικό άξονα, παρουσιάζονται οι οπτικές γωνίες όσων τον έζησαν και καταθέτουν τον θαυμασμό τους. Από την άλλη, η συγγραφέας αξιοποίησε κείμενα του ίδιου του Κυβερνήτη, επιστολές και άλλα γραπτά του, ενώ σε άλλα κεφάλαια η τριτοπρόσωπη αφήγηση παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες του.

Ο Καποδίστριας παρουσιάζεται ως μεγάλη πολιτική φυσιογνωμία, με ευθυκρισία και διπλωματικές αρετές, που τις έτρεμε ακόμα κι ο πολύς Μέτερνιχ. Κι ενώ ήταν μεγαλειώδες πνεύμα, κινούνταν απλά, χωρίς να επιδεικνύεται και χωρίς να προκαλεί. Απ’ την άλλη, διακρίνεται από ύψιστη ανιδιοτέλεια, ταπεινότητα, φιλοπατρία πάνω από τις προσωπικές τιμές, αποφασιστικότητα και κοινωνική (και εθνική) συνείδηση. Η βιογραφία της Μέρμηγκα υψώνει έναν πολυπρισματικό θρόνο, για να εγκαταστήσει τον μεγαλύτερο πολιτικό της νεότερης Ελλάδας (αυτός ή ο Βενιζέλος, αδιάφορο). Χωρίς να αφήνει να μιλήσουν οι εχθροί του, παρά μόνο έμμεσα, χωρίς να μειώνει καθόλου τον Κυβερνήτη, αφήνοντας κατά μέρος τα λάθη του, η συγγραφέας εξιστορεί την αναρρίχηση στα ευρωπαϊκά πρώτα κι έπειτα στα ελληνικά πράγματα, μέχρι την δολοφονία του.

Θα ήθελα να υπάρχει μεγαλύτερη πολυφωνία ως προς το ύφος κάθε προσώπου που μιλάει, και να μην είναι όλα ίδια στο κλίμα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Και θα ήθελα ακόμα να υπάρχει περισσότερη συγκίνηση στις κορυφώσεις, που θα έπρεπε να εμφανίζονται κατά καιρούς. Έμαθα πολλά για τον Καποδίστρια κι ως λογοτεχνικό ανάγνωσμα πιο πολύ με προβλημάτισε με μετέφερε στην εποχή και λιγότερο μου έδωσε το συναισθηματικό φορτίο που θα με ξεσήκωνε.
Πάπισσα Ιωάννα

Friday, March 20, 2020

Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα, “Ο πωλητής παρελθόντων”


Νομίζουμε ότι μπορούμε να φτιάξουμε το παρόν, το μέλλον, ακόμα και το παρελθόν, αλλά συχνά αυτό έρχεται να ανατρέψει τα σχέδιά μας. Η προσωπική ιστορία δεν μπορεί να κρύψει τη δημόσια και εθνική Ιστορία.


José Eduardo Agualusa
“O Vendedor do passados”
2004
Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα
“Ο πωλητής παρελθόντων”  
μετ. Μ. Μπεζεντάκου
εκδόσεις Opera
2019

Όταν διάβασα πριν από καιρό τη “Γενική θεωρία της λήθης” μου άρεσε, αλλά δεν με ξετρέλανε. Επομένως, δεν θα έπαιρνα τόσο σύντομα άλλο του βιβλίο, αλλά ο τίτλος του ήταν καθηλωτικός και ερεθιστικός.

> Ο Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα (José Eduardo Agualusa) γεννήθηκε το 1960 στο Ουάμπο της Ανγκόλας από πορτογάλους αποίκους γονείς. Πολυβραβευμένος συγγραφέας, έχει δει έργα του να μεταφράζονται σε είκοσι έξι γλώσσες και έχει τιμηθεί με πολύ σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία. Έχει συγγράψει έντεκα μυθιστορήματα, πέντε θεατρικά έργα, καθώς και συλλογές διηγημάτων και βιβλία για παιδιά. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και συγγραφέας, μοιράζοντας το χρόνο του μεταξύ Πορτογαλίας, Ανγκόλας και Μοζαμβίκης.

Τι σημαίνει “πωλητής παρελθόντων”; Πώς μπορεί να πουλά το παρελθόν; Είναι ένα είδος επιστημονικής φαντασίας ή μια αλληγορία που δεν φαίνεται εξαρχής; Το βιβλίο, παρά το νωθρό ξεκίνημά του, δίνει την απάντηση λίγες σελίδες μετά την αρχή. Ο Felix Ventura είναι ο πωλητής παρελθόντων, πουλά δηλαδή σε όποιον θέλει ένα ένδοξο παρελθόν, ώστε να φτιάξει το όνομά του. Συνεπώς, ο πρωταγωνιστής κατασκευάζει βιογραφικά που είναι γεμάτα προγόνους και τίτλους.

Ανοίγω μια παρένθεση: η συγκεκριμένη ιδέα συνειρμικά με πήγε στο ξακουστό μυθιστόρημα του Γκογκόλ “Οι νεκρές ψυχές”, όπου πωλούνται νεκροί δουλοπάροικοι (κολίγοι), αλλά και στους “Παραχαράκτες” του Antoine Bello, όπου κατασκευάζονται – παραχαράζονται κομμάτια της ιστορίας.

Ο αλμπίνος λοιπόν πρωταγωνιστής κατασκευάζει όνειρα, όπως λέει, ώσπου εμφανίζεται κάποιος λευκός, που ζητά ένα “πραγματικό” παρελθόν με προγόνους και σόγια, αλλά και τα έγγραφα που το αποδεικνύουν. Ο Felix πρέπει τώρα να μετατραπεί σε πλαστογράφο, αφού τα λεφτά είναι πολλά. Έτσι, περισσότερο μετατρέπεται σε παραμυθά που διογκώνει το παρελθόν του πελάτη του με ιστορίες για χαμένους προγόνους… Ο πελάτης του πλέον ονομάζεται José Buchmann κι είναι απόγονος των λευκών Boer της Νότιας Αφρικής και της Ανγκόλα.

Το μυθιστόρημα αναφέρεται στο θέμα της παγιωμένης υπόστασης του παρελθόντος. Είναι εντέλει απαράλλακτο και σταθερό; Ο αφηγητής (μία σαύρα!) πίστευε ότι είναι όντως αναλλοίωτο, καλό ή φρικτό, είναι πάντα εκεί και δεν μπορεί να μεταβληθεί ως τετελεσμένο. Πίστευε… πριν γνωρίσει τον Felix. Έτσι, το έργο αναθεωρεί τις απόψεις περί παρελθόντος και του δεδομένου χαρακτήρα της Ιστορίας, αφού ακόμα κι αυτά αλλάζουν: είτε ως παραχαράξεις (όπως στον Agualusa και τον Antoine Bello) είτε ως επανέλεγχος των στοιχείων στη σύγχρονη επιστήμη της ιστορίας.

Τελικά, το παρελθόν όσο κι αν το αλλάζεις έρχεται να εκδικηθεί. Η ιστορία του Agualusa, με όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται και σχετίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον Buchmann, αποκτά πολιτικό χαρακτήρα και συνδέει το “ανέφελο” παρόν με το πρόσφατο παρελθόν της Αγκόλας.
Πάπισσα Ιωάννα

Sunday, March 15, 2020

Αντρέ Μαλρό, “Η ανθρώπινη μοίρα”


Βραβείο Goncourt. Ένα έργο για τον Εμφύλιο που ωστόσο έχει υπαρξιακό βάθος. Η προδοσία, η ήττα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το πώς ο πόλεμος ψήνει την ανθρώπινη συνείδηση.


André Malraux
“La condition humaine”
1933
Αντρέ Μαλρό
“Η ανθρώπινη μοίρα”  
μετ. Ρ. Κολαΐτη
εκδόσεις Μεταίχμιο
2019


Θεωρείται ένα κλασικό έργο που καταξίωσε τον συγγραφέα του και έμεινε ως ένα από τα πολύ σημαντικά του μεσοπολέμου.

> Ο Αντρέ Μαλρό γεννήθηκε το 1901 στο Παρίσι. Σπούδασε στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών και, μετά τη δημοσίευση του αλληγορικού διηγήματός του "Χάρτινα φεγγάρια" (1921), συμμετείχε σε μια αρχαιολογική αποστολή στην Καμπότζη, συντάχθηκε με τους Κινέζους επαναστάτες και πήρε μέρος στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο (1926-1928), στη Σαγκάη και την Καντόνα. Αποτέλεσμα αυτής της άμεσης επαφής του με την Ανατολή ήταν "Ο πειρασμός της Δύσης" (1926). Επόμενα έργα του: "Το αλλόκοτο βασίλειο" (1928), "Οι κατακτητές" (1928), "Βασιλική οδός" (1930), "Η ανθρώπινη μοίρα" (1930, βραβείο Γκονκούρ), "Ο καιρός της περιφρόνησης" (1935), "Η ελπίδα" (1937). Συμμετείχε ενεργά στη γαλλική Αντίσταση και τον αγώνα για την απελευθέρωση, εμπειρίες που θα περιγράψει στο μυθιστόρημα "Η πάλη με τον άγγελο", του οποίου το χειρόγραφο καταστράφηκε από την Γκεστάπο και μονάχα ένα μικρό τμήμα του κυκλοφόρησε το 1943 με τίτλο "Οι καρυδιές του Άλτενμπουργκ". Μετά το τέλος του πολέμου χρημάτισε υπουργός Πολιτισμού και εγκατέλειψε τη λογοτεχνική φόρμα για να αφιερωθεί στη συγγραφή μελετών αισθητικού περιεχομένου: "Ψυχολογία της τέχνης" (1947-1950), "Το φανταστικό μουσείο" (1947), "Η καλλιτεχνική δημιουργία" (1948), "Οι φωνές της σιωπής" (1951), "Το φανταστικό μουσείο της παγκόσμιας γλυπτικής" (1952-1954), "Μεταμορφώσεις των θεών" (1957), "Απομνημονεύματα" (1967), "Οι κομμένες βελανιδιές (1971), "Κεφάλι από οψιδιανό (1974). Πέθανε το 1976.

Το πρόβλημα που εξ αρχής αντιμετωπίζει ο αναγνώστης είναι ότι τα γεγονότα του 1927 στη Σανγκάη, όπου συγκρούονταν οι Εθνικιστές με τους Κομμουνιστές, δεν είναι γνωστά. Επομένως, θα χρειαστεί να μάθει πρώτα το πλαίσιο της ιστορικής συγκυρίας για να καταλάβει πώς τα μυθιστορηματικά πρόσωπα κείνται μέσα σ’ αυτήν. Ιδού λοιπόν:

Ο Κινέζικος Εμφύλιος Πόλεμος (ή Κινέζικη Επανάσταση) ήταν ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ δυνάμεων του Κουομιντάνγκ και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν, κατά πολλούς, το αποτέλεσμα της χρόνιας σύγκρουσης μεταξύ των Εθνικιστών και των Κομμουνιστών στην Κίνα. Οι Εθνικιστές είχαν τάσεις συντηρητικές και απέβλεπαν στην δημιουργίας μιας Κίνας χωρίς ξένες εθνότητες, που θα ήταν αυτόνομη και αυτόβουλη. Οι Κομμουνιστές ήθελαν την Κίνα μια χώρα που θα αποβάλλει το παρελθόν της και θα ακολουθήσει τα νέα ήθη και πρότυπα του Κομμουνισμού. Τις απόψεις των Εθνικιστών εξέφραζε το κόμμα Κουομιντάνγκ ενώ τις απόψεις των Κομμουνιστών το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας.
Αφού τελείωσε η θητεία του πρώτου Πρόεδρου της Κίνας του Γιουάν Σι-κάι (μετά το τέλος της βασιλείας), πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού του, οι Πολέμαρχοι, χώρισαν την Κίνα σε ίσα κομμάτια και κυβερνούσαν ξεχωριστά. Το Κουομιντάνγκ, το αντιμοναρχικό κόμμα της Κίνας, το οποίο απέβλεπε στην ενοποίηση όλης της Κίνας σε ένα κράτος, ζήτησε βοήθεια από ξένα κράτη (κυρίως υλική) ώστε να αντιμετωπίσει αυτούς τους πολέμαρχους, οι οποίοι μάλιστα είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος της Βόρειας Κίνας. Δεν έδωσαν όμως οι Δυτικές Δημοκρατίες υποστήριξη, και έτσι το κόμμα στράφηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1921.
Στις 22 Μαρτίου 1927, στρατιώτες του Εθνικού Επαναστατικού Στρατού (ΕΕΣ) μπήκαν στη Σανγκάη και ύστερα από δύο μέρες κατέλαβαν τη Ναντζίνγκ. Εκεί οργανώθηκε κυβέρνηση εθνικού χαρακτήρα. Μόλις η Εκστρατεία κατέλαβε ολοκληρωτικά τη Σανγκάη, ο αρχηγός της εκστρατείας και εθνικιστής Τσιανγκ Κάι-σεκ έδωσε εντολές να ελεγχθούν όλα τα σπίτια των περιοχών και όσοι Κομμουνιστές βρεθούν να εκτελεστούν. Κατ' αυτόν τον τρόπο πρόδωσε τους Κομμουνιστές και άρχισαν οι μεγάλες εχθροπραξίες μεταξύ Κουομιντάνγκ και Κομουνιστικό Κόμμα Κίνας. Με αυτό το γεγονός ο Κομμουνισμός εδραιώθηκε ως μια κακή πολιτική άποψη στα μάτια του λαού και άρχισαν πολλές εκκαθαρίσεις εις βάρος των οπαδών του. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η Βόρεια Εκστρατεία συνεχίστηκε με πολλή επιτυχία γιατί όλο και πιο πολλές πόλεις έμπαιναν υπό την ηγεσία των Εθνικιστών.
(https://el.wikipedia.org/wiki/Κινέζικος_Εμφύλιος_Πόλεμος)

Κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι Κινέζοι κομμουνιστές που ετοιμάζουν την επίθεση, ψάχνοντας όπλα, και ξένοι που ζουν στη Σανγκάη. Το έργο, παρόλο που στηρίζεται σε κρίσιμα και αιματηρά πολιτικά γεγονότα, που τίθεται στο πλαίσιο έντονων συγκρούσεων που καθόρισαν την Ιστορία της Κίνας, έχει έντονο ψυχολογικό βάθος. Δεν είναι μόνο ο τρόπος γραφής, που εστιάζει περισσότερο στον ψυχισμό, στα διλήμματα, στις εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων, χωρίς να ξεπέφτει σε μια θολή εσωτερικότητα. Είναι και ο προβληματισμός τους που σχετίζεται με το “είναι” σε μια επανάσταση του “εμφύλιου σπαραγμού”. Ειδικά το πρώτο μέρος με μικρές αναδρομές δείχνει τα άτομα και όχι τη συνολική πορεία προς τη 12η Απριλίου, όταν θα ολοκληρωθεί το δράμα.

Αυτό όσο προχωρά το έργο αλλάζει. Η δράση από εσωτερική γίνεται πλέον εμφανώς εξωτερική, αφού η προσπάθεια του Τσεν να αποσπάσει όπλα και να κερδίσει έδαφος στη μάχη της πόλης σκιαγραφείται από την πολεμική αφήγηση. Οδομαχίες, χειροβομβίδες, αίματα, ακρωτηριασμοί, σκόνη, αβεβαιότητα, μικρά βήματα νίκης…

Το πιο καθοριστικό σημείο, στο οποίο πείστηκα ότι η μυθιστορηματική ματιά του Μαλρό δεν καταγράφει απλώς τα γεγονότα, αλλά εμβαθύνει με πολιτική ματιά είναι ο διάλογος του Κίο με τον Σοβιετικό απεσταλμένο Βαλόγκιν. Ήταν το σημείο όταν οι Κομουνιστές διατάζονται να παραδώσουν τον οπλισμό τους στο σύμμαχό τους (μέχρι τότε) Εθνικιστή Τσιανγκ Κάι-σεκ. Ο Κίο και οι συν αυτώ ανησυχεί ότι μια τέτοια υποταγή θα στραφεί εναντίον των Κομουνιστών και συνδιαλέγεται όχι μόνο γι’ αυτό το θέμα, αλλά και για τη σχέση των Κινέζων με την ΕΣΣΔ, το πόσο πρέπει να υπακούνε τυφλά, ποια η δυνατότητα διάβρωσης της εθνικιστικής παράταξης από την κομουνιστική βάση, πόσο η Σοβιετική ηγεσία έχει απομακρυνθεί από τον λαό… Η γνώση τόσο του συγγραφέα όσο και του αναγνώστη ότι ο Τσιανγκ Κάι-σεκ τελικά θα προδώσει τους Κομουνιστές και θα προβεί σε εκκαθαρίσεις εις βάρος τους βαραίνει πάνω απ’ τον διάλογο ως τραγική ειρωνεία.

Το τέλος του έργου προκαλεί σφιξίματα στο στομάχι. Η προδοσία, η φυλακή, η ετοιμότητα για τον θάνατο με κυάνιο, οι τελευταίοι συντροφικοί διάλογοι, όλο το σκηνικό της αξιοπρέπειας που μάχεται την ανθρώπινη μοίρα, ή ίσως αυτή η αξιοπρέπεια είναι η ανθρώπινη μοίρα!
Πάπισσα Ιωάννα

Tuesday, March 10, 2020

Ε.Τ.Α. Χόφμαν, “Η μνηστή του βασιλιά”


Μια λογοτεχνία που συνδέει το παράδοξο με το γκροτέσκο, το αλλόκοτο με το αστείο, το υψηλόφρον με το ταπεινό, με μεταμορφώσεις, ανατροπές και αφηγηματικούς ελιγμούς.



E.T.A. Hoffmann
“Die Königsbraut”
1821
Ε.Τ.Α. Χόφμαν
“Η μνηστή του βασιλιά”  
μετ. Ε. Μαυρομάτη
εκδόσεις Κίχλη
2019


Τα γέλιο μπορεί να κινητοποιήσει την ανάγνωση; Βρήκα ένα τέτοιο κείμενο που συναιρεί το παραμύθι και το παράδοξο, βρήκα ένα ωραίο εξώφυλλο και είπα ότι μια χαλαρή ανάγνωση θα με βγάλει λίγο από την καθημερινότητα.

> Ο Ernst Theodor Amadeus Hoffmann (1776-1822), εμβληματική μορφή του ρομαντισμού στη γερμανική λογοτεχνία έζησε στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Κένιγκσμπεργκ της Πρωσίας από γονείς νομικούς. Από μικρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τις τέχνες, ιδιαίτερα τη μουσική και τη ζωγραφική, και διακρίθηκε για τις διανοητικές του ικανότητες. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε σε διάφορες θέσεις στο πρωσικό δημόσιο. Εγκατέλειψε τη νομική για να εργαστεί ως μουσικός (έγραψε την όπερα "Undine" το 1814), μουσικοκριτικός και διευθυντής ορχήστρας. Στα τριάντα του όμως συνειδητοποίησε ότι δεν θα φτάσει ποτέ στο ύψος των μουσικών που θαύμαζε (ανάμεσά τους ο Mozart, προς τιμήν του οποίου το A. - Amadeus στην υπογραφή του), κι έτσι στράφηκε στη συγγραφή. Μετά την έκδοση των πρώτων διηγημάτων του, ο Hoffmann έγινε γρήγορα ένας από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς της εποχής του. Έγραψε πολλές ιστορίες, όπου η πραγματικότητα πλέκεται με δεξιοτεχνία με τη φαντασία αλλά και με κωμικά γεγονότα. Τα έργα του, κυρίως το "Νυχτερινά κομμάτια" (1816), ήταν από τα πρώτα έργα "φρίκης" και επηρέασαν βαθιά πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς, ανάμεσά τους τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον και τον Φραντς Κάφκα, ενώ η "Δεσποινίς ντε Σκιντερί" μπορεί να θεωρηθεί ένας προάγγελος της "Μις Μαρπλ" της Αγκάθα Κρίστι. Εμπνευσμένος ίσως από τη δική του πάλη να συμφιλιώσει την καριέρα του με τις δημιουργικές του φιλοδοξίες, έδινε σε πολλούς από τους χαρακτήρες του διχασμένη προσωπικότητα, έντιμοι τη μέρα, δολοφόνοι και κλέφτες τη νύχτα. Πολλά χοροδράματα στηρίζονται σε έργα του όπως τα: "Κοπέλια" του Ντελίμπ, "Καρυοθραύστης" του Τσαϊκόφσκι και "Καρντιγιάκ" του Χίντεμιτ, ενώ πολλά άλλα διασκευάστηκαν για το θέατρο.

Εξαρχής το κείμενο παίρνει τη μορφή παραμυθιού, τόσο στο είδος του σκηνικού που εγκαθιδρύει όσο και στο ύφος του που είναι παιγνιώδες, χαλαρό και ανάλαφρο. Απ’ τη μία, λοιπόν σε ένα μέρος στα ενδότερα της Γερμανίας ζει στον πύργο του ο Dapsul von Zabelthau, ένας ιδιόρρυθμος καβαλιστής με την κόρη του Anna von Zabelthau, που της αρέσει να καλλιεργεί τον κήπο της. Αυτή είναι αρραβωνιασμένη με τον Amandus von Nebelstern, έναν σπουδαστή ο οποίος της στέλνει ρομαντικά γράμματα. Όταν εμφανίζεται ένα παράξενο δακτυλίδι και ο βαρόνος Porphyrio von Ockerodastes η κατάσταση χάνει τον όποιο ρεαλιστικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε ένα πανζουρλισμό παραδοξοτήτων.

Ανοίγω μια παρένθεση για να εξηγήσω ότι ένα τέτοιο κείμενο μου έδειξε να καταλάβω από ποιο πλαίσιο ξεπήδησαν μέσα στον 18ο και 19ο αιώνα άλλα ανορθολογικά έργα που στηρίζονται στο παράλογο και το αλλόκοτο. Παραδείγματος χάριν, “Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντυ” (“The Life and Opinions of Tristram Shandy, Gentleman”) το 1759-1767, ή Οι Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων” (“Alice's Adventures in Wonderland”) του Λιούις Κάρολ, που κυκλοφόρησε το 1865.

Η Anna αλλάζει γνώμη για τον κοντοστούπη Porphyrio, όταν της αποκαλύπτει ότι είναι ο Βασιλιάς Δαύκος Καρότος Α΄ και θέλει να τον παντρευτεί, ακόμα κι όταν ο πατέρας της ωρύεται πως πρόκειται για έναν κατώτατης υποστάθμης γνώμο, που βρίσκεται μόνο στο επίπεδο των λάχανων.

Το παραμύθι ενέχει μαγικά και μεταφυσικά στοιχεία, κινείται με ανατροπές και με παραδοξότητες. Η αφήγηση και η ανάγνωση είναι χαλαρές, ο αναγνώστης διαπερνά το έργο γρήγορα, πλάθει σκηνές και εικόνες, περιδιαβαίνει χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να σταθεί. Ωστόσο, πάντα αναρωτιόμουν τι παραπάνω έχει να μου δώσει. Μια αλληγορία; Μάλλον όχι. Ένα δεύτερο και τρίτο επίπεδο που υπονοεί βαθύτερες συλλήψεις; Το επίμετρο μού υπέδειξε τον ψυχοπαθολογικό χαρακτήρα των προσώπων, που φέρονται υψηλόφρονα, αλλά στην ουσία αποκλίνουν απ’ την πραγματικότητα: έτσι η μικρή Anna ενηλικιώνεται μέσα από τις φιλόδοξες προθέσεις της και την απότομη προσγείωσή της.

Κρατώ ωστόσο το υπερρεαλιστικό πλαίσιο, πολύ πριν από τον υπερρεαλισμό, ένα είδος αφηγηματικού παιχνιδιού που συνεπαίρνει, ένα είδος ανατροπής της ίδιας της υφής του παραμυθιού, το οποίο παρωδείται ποικιλοτρόπως. Ο κόσμος υπό τη γη διεκδικεί τα δικαιώματά του, με τον βασιλιά και τους υπηκόους του, αφού βασιλιάς δεν σημαίνει μόνο δόξα και ουράνια παλάτια, Οι συνάψεις νοημάτων είναι συνειρμικά απρόοπτες, οι εναλλαγές παροιμιώδεις, ο παφλασμός των χαρακτήρων σουρεαλιστικά δονκιχωτικές,
Πάπισσα Ιωάννα