Monday, January 17, 2011

“Η ξυπόλυτη των Αθηνών” της Φιλομήλας Λαπατά

Πώς καταλαβαίνεις ότι έπεσες πάνω σε ένα μπεστ-σέλλερ; Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν ένα βιβλίο ρομάντζο, εύκολο ευπώλητο ή ποιοτικό μυθιστόρημα;

Γαλλικός με άρωμα φιστίκι:
Φιλομήλα Λαπατά
“Η ξυπόλυτη των Αθηνών”
εκδόσεις Καστανιώτη
2010

            Αυτό καθεαυτό το βιβλίο δεν με άγγιξε και δεν θέλω να το σχολιάσω σε βάθος. Το έφερε στο σπίτι η ανιψιά-μου, έφηβη κόρη της αδελφής-μου που μένει στον κάτω όροφο, βιβλιοφάγος και δείγμα μέχρις ενός σημείου των αναγνωστικών γούστων της νεολαίας. Δεν ξέρω αν ανήκει στην κατηγορία των εύκολων αναγνωσμάτων, ούτε αν η επιλογή-του στη μικρή λίστα των Βραβείων Αναγνωστών λέει κάτι για την αξία-του.
            Πιο πολύ εγώ προβληματίστηκα πάνω στο αν είναι ή δεν είναι μπεστ-σέλλερ ευρείας μάζας και ως εκ τούτου ποια είναι τα χαρακτηριστικά που ορίζουν την ενδιάμεση γραμμή, αν υπάρχουν. Το ότι είναι γραμμένο από γυναίκα φυσικά δεν μου λέει τίποτα αρνητικό για το ποιόν-του (κάθε άλλο, αφού τα τελευταία είκοσι χρόνια στην αφρόκρεμα της ελληνικής παραγωγής ανήκουν πιο πολλές γυναίκες παρά άνδρες!). Ούτε θα το ενέτασσα 100% στη ροζ λογοτεχνία, αφού, όπως λέει η Εύα Στάμου στην www.bookpress.gr, εκεί ανήκουν μυθιστορήματα “που εστιάζουν σε θέματα ερωτικών σχέσεων αναπαράγοντας ρομαντικά στερεότυπα, απευθυνόμενα στο "συναίσθημα" του αναγνωστικού τους κοινού, το οποίο είναι κατεξοχήν γένους θηλυκού.” (8.9.2010).
            Ωστόσο, μέσα στο μυαλό-μου κλωθογύριζε η σκέψη πως η εύκολη λογοτεχνία μπορεί να είναι τερπνή χωρίς να είναι ροζ, μπορεί να απευθύνεται σε ένα κοινό που θέλει να ξεφύγει χωρίς να σκεφτεί, που θέλει να ταυτιστεί με τον ήρωα/ηρωίδα χωρίς να γίνει αυτός/αυτή τύπος της ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας, μπορεί να απευθύνεται στο συναίσθημα με έμφαση σε μια καθημερινή μορφή συγκίνησης και προσωπικής δικαίωσης. Το εύκολο βιβλίο δεν είναι ίσως κακό στη γλώσσα: ίσα ίσα που διαθέτει πλούσιο λόγο, συχνά εικονοποιητικό και συνυποδηλωτικό, που αρέσκεται σε γλωσσικούς ακκισμούς, χωρίς να φτάνει στα άκρα, αλλά άλλοτε με τη ρομαντική ποιητικότητα κι άλλοτε με τη ρεαλιστική ακρίβεια κάνει την ανάγνωση πιο βατή. Δεν είναι επίσης κακό στις περιγραφές: το στήσιμο μιας σκηνής, η απόδοση των λεπτομερειών, η αναπαραστατική δύναμη της γλώσσας, η αποτύπωση της ατμόσφαιρας κ.ο.κ. είναι προτερήματα που το κάνουν αγαπητό, αφού ο αναγνώστης/η αναγνώστρια θέλγεται από το ζωντανό περίβλημα της δράσης, από την πλούσια εικονοποιία της αφήγησης, ώστε να μπορεί να τα αναπαραστήσει σαν πίνακα ζωγραφικής μπροστά-του/της.
Από την άλλη, η εναλλαγή της τύχης των ηρώων/ηρωίδων είναι βασικό μοτίβο, αφού έτσι τα έργα αυτά κερδίζουν την προσοχή των αναγνωστών/αναγνωστριών. Η φτωχή αλλά καλή κοπέλα που τελικά παντρεύεται έναν πλούσιο, ο δυνατός άνδρας που εντέλει τιμωρείται από τη μοίρα, η μπουχτισμένη σύζυγος που βρίσκει τον ιδανικό εραστή και έπειτα ίσως πάλι ξαναγυρίζει στον άντρα-της, είναι μερικά από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των έργων αυτών, φυσικά με τις παραλλαγές-τους. Το κυρίαρχο πάντως είναι πως παρουσιάζουν τα επεισόδιά-τους με τη στερεοτυπική ανάπλαση των φύλων, των τάξεων, των επαγγελμάτων.
Το βιβλίο της Λαπατά δεν είναι μάλλον τυπικό μπεστ-σέλλερ, αλλά επειδή πιθανόν δεν πρόκειται να διαβάσω μελλοντικά ένα τέτοιο, βρήκα ευκαιρία (και με τη μικρή πείρα από παλιότερες αναγνώσεις) να σταθώ εδώ και να σταθμίσω στη ζυγαριά τα χαρακτηριστικά που φλερτάρουν με το είδος.
“Η ξυπόλυτη των Αθηνών” είναι μια τοιχογραφία της μπελ επόκ στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το ξεπεσμένο σπίτι των Χρυσολωράδων αναγκάζεται να παντρέψει την κόρη-του με τον «καρβουνιάρη» πλην νεόπλουτο Ζακυνθινό, αν δεν κάνω λάθος. Οι μεν δίνουν το αρχοντικό όνομα, ο δε τον πλούτο. Τελικά η νεαρή τον αγαπά και το συνοικέσιο δεν είναι μοιραίο. Όλα όσα είπα παραπάνω τα είδα στο μυθιστόρημα. Μπορώ να πω με δυο λόγια ότι είναι καλογραμμένο, ότι εικονογραφεί με ενάργεια τις σκηνές και τα σκηνικά, τα αρχοντικά και τις λεπτομέρειές-τους, τα φορέματα και την ατμόσφαιρα. Η ιστορία κυλάει αργά, αλλά τα συναισθήματα ξεχειλίζουν και η συνολική σύλληψη πιο πολύ αρθρώνει τη ρομαντική εσάνς του προ εκατονταετίας κλεινού άστεως παρά τον σύγχρονο προβληματισμό του Νεοέλληνα. Εκτός κι αν αναφέρεται σε συγκεκριμένο κοινό…
Πατριάρχης Φώτιος

11 comments:

anagnostria said...

Μήπως ο όρος
"σοβαρή ροζ λογοτεχνία" που επινόησα στη δική μου παρουσίαση γι' αυτό το βιβλίο ανταποκρίνεται στις δικές σου παρατηρήσεις; (Ξαναδιαβάζοντάς την τώρα βρήκα ότι αντί να γράψω 19ου έγραψα 18ου αι.)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Φίλη anagnostria,
φοβάμαι πως όχι.
Πρώτον, γιατί το "ροζ" είναι ήδη υποτιμητικός ως όρος, ήδη κουβαλά τα δεινά μιας παραλογοτεχνίας που βουλιάζει στον εαυτό-της, που δεν ανοίγεται στην κοινωνία αλλά αυτοεγκλωβίζεται στο οικογενειακό πεδίο. Εξακολουθώ να σκέπτομαι αν είναι ροζ η Λαπατά.
Δεύτερον, το "σοβαρή" δεν σώζεται επειδή αναφέρεται στο ιστορικό παρελθόν και εμπλουτίζει την αφήγηση με τη σαγήνη του παλαιού.
Μάλλον θα το ονόμαζα "ιστορικό μπεστ-σέλλερ" ή "νεορομαντική μυθιστορία" ή... Ψάχνω κι εγώ να βρω τις αποχρώσεις του ροζ ή του κόκκινου...
Διάβασα το ποστ-σου και θα ήθελα να ακούσω πιο αναλυτικά τι είδες πέρα από την κοινότοπη αφήγηση και την εύπεπτη ιστορία. Πώς δηλαδή εννοείς το "σοβαρή ροζ";
Πατριάρχης Φώτιος

anagnostria said...

Αγαπητέ Πατριάρχη, το "σοβαρή ροζ" λογοτεχνία το εννοώ ως εξής: Είναι σοβαρή γιατί έχει ιστορικά στοιχεία, προϋποθέτει έρευνα από τη συγγραφέα, ο αναγνώστης ικανοποιείται από το γλωσσικό επίπεδο, μεταφέρεται με αληθοφάνεια στην Αθήνα των αρχών του 20ου αι. Ροζ την ονομάζω γιατί έχει τα βασικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας λογοτεχνίας. Δηλ. περιορίζεται στο οικογενειακό περιβάλλον, η πρωταγωνίστρια είναι πανέμορφη, φτωχή παντρεύεται πλούσιο και στο τέλος "ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". Βέβαια δεν ισχυρίζομαι ότι είναι σωστός ο όρος που επινόησα, αλλά δεν ήξερα πώς αλλιώς να διατυπώσω τα αντιφατικά συναισθήματα που μου δημιούργησε.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria,
είσαι πολύ σαφής. Τώρα καταλαβαίνω τον οξύμωρο όρο-σου.
Κι εγώ είμαι αμφίθυμος γύρω απο το θέμα και γι' αυτό μιλάω για ένα όριο, το οποίο δεν ξέρω αν η Λαπατά το έχει ή όχι περάσει.
Πάντως δεν θα δοκιμάσω να ξαναδιαβάσω κάτι τέτοιο...
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Αν κρίνω από το μοναδικό βιβλίο της Λαπατά που έχω διαβάσει, το Lacryma Christi, το μόνο που την διαφοροποιεί από άλλα ροζ βιβλία είναι ότι γνωρίζει στοιχειωδώς να γράφει. Δεν με γοητεύει και πολύ η γλώσσα της, πάντως σίγουρα είναι σε καλό επίπεδο. Αρκεί αυτό για να πούμε ότι το ροζ της είναι πιο... βαθύ από άλλων; Νομίζω όχι. Στο εξωτερικό θα την εξέδιδαν σε κάποια ιστορική σειρά των άρλεκιν. Μπορεί να την συνέχαιραν για τη γλώσσα και για την έρευνα και την ανασύσταση της εποχής στο βιβλίο της (στα ιστορικά άρλεκιν οι καλύτερες εκπρόσωποι του είδους ή υποείδους αν προτιμάτε κρίνονται και για αυτά), πάντως δεν θα έψαχναν την ακριβή απόχρωση του ροζ της.

Έχω την αίσθηση ότι αυτό που μπερδεύει εδώ είναι το ότι μια εκπρόσωπος αυτού που λέμε ροζ λογοτεχνία ξέρει να γράφει καλύτερα από άλλες συναδέλφισσές της. Αυτό δεν κάνει το βιβλίο της πιο σοβαρό, κατά τη γνώμη μου. Απλώς λίγο πιο καλογραμμένο και ευχάριστο στο διάβασμα. Μια χαρά είναι, σου κρατάει παρέα, αλλά μέχρι εκεί.

Φιλικά,
Α.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Α.,
έτσι είναι. Η γραφή-της και η αφηγηματική-της ικανότητα ειδικά στο ιστορικό σκηνικό της δίνει πόντους. Αλλά αυτό, όπως λες, δεν αρκεί να την αναδείξει, εφόσον τα θέματά-της και η στόχευσή-της είναι ρηχά.
Πατριάρχης Φώτιος

niovilyri said...

Θα ειναι ενα χρήσιμο επαναστατικό βιβλίο, τωρα με την κρίση: θα δινει οδηγίες στις μελλοντικες ξυπόλητες πως να παντρευτουν πλούσιους (και στους ξυπόλητους πλούσιες, το ίδιο δεν είναι;)Πρόκειται για αλωση της αρχουσας τάξης!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Νιόβη,
αν γράφονταν οι κριτικές με το ύφος-σου:
α) θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσες
β) θα προσπερνούσαν τα τεχνικά ζητήματα και θα επικεντρώνονταν στα ουσιώδη
γ) θα συνέδεαν τη λογοτεχνία με τη ζωή
δ) θα κέντριζαν τον αναγνώστη να (ξανα)διαβάσει το βιβλίο
και φυσικά θα ήταν οι πρώτες σατιρικές κριτικές που θα εστίαζαν στο ζουμί μέσα σε λίγες λέξεις.

Πάντως εγώ πολύ θα τις ευχαριστιόμουν κι αν υπήρχε μια μόνιμη στήλη με τέτοιες θα την υιοθετούσα απερίφραστα.
Να είσαι καλά
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

ναι, μόνο που Δεν ήταν βεβαια κριτική, γιατί απλούστατα δεν εχω διαβάσει το πόνημα. Για να γινει αυτο που λες τα εργα πρέπει να ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ Μεγάλο προβλημα!
Νιόβη

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Εμένα μου άρεσε όπως το εκτόξευσες.
Πατριάρχης Φώτιος

Vivi G. said...

Νιόβη Λύρη, είσαι θ ε ά !