Sunday, September 21, 2008

Πολυποικιλιακός καφές: Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσθένης Κούρτοβικ
“Τι ζητούν οι βάρβαροι”
εκδόσεις Ελληνικά γράμματα
2008


Λογοτεχνική Balkanovision στη Μακεδονία

Το τελευταίο βιβλίο του Κούρτοβικ πραγματεύεται μια συνάντηση κριτικών από τις χώρες των Βαλκανίων, προκειμένου να βραβεύσουν το καλύτερο μυθιστόρημα μεταξύ των εθνικών υποψηφιοτήτων (κάτι σαν λογοτεχνική Balkanovision). Τρία από αυτά ξεχωρίζουν: το συντηρητικό ελληνικό, το λυρικό βουλγάρικο και το μεταμοντέρνο σέρβικο. Κοινή συνισταμένη και των τριών είναι ότι μυθοποιούν ένα πραγματικό γεγονός των Βαλκανικών πολέμων σε ένα χωριό της Μακεδονίας με πληθυσμό ακαθόριστης εθνικής συνείδησης. Τελικά το βραβείο το παίρνει… (παρότι έχει μεγάλη σημασία, δεν αποκαλύπτω την τελική έκβαση της κρίσης για λόγους σασπένς).
Τεχνικά ο Κούρτοβικ έχει μάθει πολλά από το μεταμοντέρνο περιβάλλον που ολοένα εξαπλώνεται και στην Ελλάδα. Ήπια προσαρμοσμένες στην παραδοσιακή αφήγηση τεχνικές συνθέτουν και αποδομούν έναν ολοκληρωμένο καμβά. Τρεις διαδοχικοί εγκιβωτισμοί αποσπασμάτων από τα μυθιστορήματα (σε μια περίπτωση έχουμε δυο αποσπάσματα), αυτοαναφορικότητα, συνεχής διάλογος παρόντος (συγχρονικής ματιάς) και παρελθόντος (ιστορίας), πολυπολιτισμική προσέγγιση της βαλκανικότητας και μάλιστα με πολυεστιακή θέαση του ίδιου γεγονότος· το τελευταίο εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη διαλεκτική λογοτεχνίας-ιστορίας, πάνω στο ζήτημα της ιστορικής ακρίβειας και ειδικά αν η τελευταία καταξιώνει ένα λογοτεχνικό έργο ή όχι.
Ο συγγραφέας γενικά αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία και η ιστορία δεν είναι ούτε μόνο αισθητικά ούτε μόνο επιστημονικά θέματα. Και οι δύο εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την πολιτική, χωρίς η ίδια να παρεμβαίνει κατ’ ανάγκη ενεργά, την εθνική συνείδηση και την ιδεολογία… Κι έτσι, ενώ η λογοτεχνία τολμά να βάλει πιο βαθιά το μαχαίρι, η πολιτική-εθνική ματιά μετριάζει το τόλμημα και ανακόπτει την καλλιτεχνική εξέλιξη προς όφελος πιο ανώδυνων λύσεων. Τα διεθνικά θέματα χωρίζουν τους ανθρώπους ούτως ή άλλως, ειδικά στην «Πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» και όποια προσπάθεια και να γίνει από την τέχνη θα σκοντάψει στις ενδόμυχες αναστολές των αποδεκτών να δούνε την όποια αλήθεια –ιστορική ή μυθοπλαστική-, με αποτέλεσμα όλοι να αυτολογοκρινόμαστε και να διστάζουμε το άλμα της εθνικής και λογοτεχνικής αυτογνωσίας.
Στην αντίστοιχη Eurovision του τραγουδιού –ειδικά των τελευταίων χρόνων- αυτός που επικρατεί δεν είναι κατ’ ανάγκη ο καλύτερος τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός κ.λπ., αλλά ανάμεσα στους καλούς (;) ο επιτυχέστερα συμπλεκόμενος, αυτός που διαθέτει το καλύτερο promotion και κυρίως η χώρα, που θα συγκεντρώσει τους περισσότερους (περιστασιακούς ή μόνιμους) συμμάχους: οι βαλκανικές μεταξύ τους, οι γύρω από τη Βαλτική ομοίως, οι πρώην Σοβιετικές κ.ο.κ., με αποτέλεσμα οι ανάδελφοι Δυτικοί να μην πλασάρονται ποτέ σε καλές θέσεις.
Στην Balkanovision του Κούρτοβικ οι υποψηφιότητες, χωρίς να είναι πολέμιες, βλέπουν με ύποπτο βλέμμα το βιβλίο του άλλου. Η παλιά αντίθεση Ελλήνων και Τούρκων έχει παραμεριστεί και τη θέση της έχει πάρει η αντιπαράθεση των πρώτων με τους βόρειους γείτονές τους, όχι κατευθείαν με τους Βορειομακεδόνες αλλά με τους Βούλγαρους (ο Κούρτοβικ αποφεύγει να μπει στο κλίμα εθνικιστικών ή αντεθνικών αντεγκλήσεων με τη “Νέα Μακεδονία”).
Το βιβλίο της Βουλγάρας καλλονής και μοιραίας γυναίκας είναι εντέλει αυτό που εκφράζει τη σλαβική θέση για την ταυτότητα των κατοίκων της Μακεδονίας στους αδιευκρίνιστους χρόνους των αρχών του αιώνα και κατηγορεί την άλλη πλευρά (την ελληνική) για παραποίηση της ιστορικής αλήθειας. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με το ελληνικό μυθιστόρημα… Ποιο είναι το καλύτερο ας το αφήσουμε στις άδηλες προθέσεις του συγγραφέα και στις ημι-έκδηλες του αφηγητή και ας κρατήσουμε το αποτέλεσμα, που δεν προέκυψε από την αισθητική αξία των έργων αλλά από τη σύναψη άτυπων συμμαχιών, ώστε να αποφευχθεί η τοποθέτηση των χειρών επί τον τύπον των ήλων. Το “νίπτω τα χείρας μου” αποτελεί εντέλει και τον γνώμονα κρίσης, ώστε να μη επιτραπούν τριβές αλλά και να μην επικρατήσουν εθνικιστικές ή αντεθνικές θέσεις, αμφότερες επικίνδυνες και ολισθηρές.
Ποιο πρόβλημα αφήνει περιθώρια για επιφυλάξεις; η εγκεφαλικότητα της εξέλιξης, χωρίς εμφανείς συναισθηματικές εμπλοκές, έστω κι αν εκδηλώθηκε η σχέση μεταξύ του Έλληνα κριτικού και της Βουλγάρας πρώην στριπτιζέζ και νυν μυθιστοριογράφου. Η σχέση αυτή επιχείρησε να εισαγάγει και τον ψυχολογικό παράγοντα στην αναγνωστική πρόσληψη και να θέσει το ζήτημα του ίδιου του προσώπου του συγγραφέα στην αξιολόγηση του έργου του, αλλά δεν κατάφερε να άρει την τακτοποιημένη φύση των υλικών, τη λογική κατασκευή του μύθου και την αίσθηση του αναγνώστη ότι διαβάζει ένα εργαστηριακό μυθιστόρημα, που, όπως υποστηρίζει η Κοτζιά, ταλαντεύεται χωρίς να μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε πολλά μυθιστορηματικά είδη.
Τελικά, η αποτίμηση της λογοτεχνίας τόσο λόγω όσο και έργω γίνεται με λογικές διεργασίες, που, όσο κι αν συχνά πηγάζουν από βαθιά υποσυνείδητες έλξεις και απώσεις, καθορίζουν τη στάση μας, χωρίς να εκτιμούμε τη χαρά της ανάγνωσης και της ουσίας μιας βιωματικής σχέσης με το βιβλίο.

Πατριάρχης Φώτιος
ΥΓ. Δυστυχώς, ο Κούρτοβικ εκτός από συγγραφέας είναι και πρόσωπο και κριτικός. Και λέω δυστυχώς γιατί η κριτική και αναγνωστική κοινότητα, αντιμετώπισε το βιβλίο αναλόγως με τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές της προς τον άνθρωπο Κούρτοβικ. Κάποιοι τού επιτέθηκαν (με επιχειρήματα), κάποιοι άλλοι τον έγλειψαν (πάλι με επιχειρήματα) κι άλλοι αδιαφόρησαν (με ενδόμυχα, φαντάζομαι, επιχειρήματα!!!).

16 comments:

Pellegrina said...

Ειχα πει μια γνώμη στο ποστ σας 3 Απριλίου 2008 με τίτλο "Τι ζητούν οι κριτικοί". Να προσθέσω ότι το πρόβλημα του βιβλίου κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτό που πολλοί εντοπίζουν, δηλαδή το "λογικό", "εργαστηριακό" κλπ. Γιατί αυτό, στο βαθμό που υπάρχει, είναι ένα από τα γνωρίσματα του συγκεκριμένου συγγραφεα, που ορίζουν το ύφος του, τη λογοτεχνική προσωπικότητά του. Άλλωστε δεν οδηγει σε στριφνή γραφή, το εντελώς αντίθετο (ενώ εχουμε πολλά "μη λογικά" βιβλία με στριφνότατη γραφή!) κι επίσης ειδικά στην Ελλάδα το "λογικά τακτοποιημένο" μάλλον μας λείπει, οπότε μια χαρά. Το πρόβλημα για μένα ειναι το θ έ μ α. Τουτέστιν, ειναι θέμα επικαιρότητας κι άρα δυσκολεύεται κανείς, προς το παρόν τουλάχιστον, να δει την ευρύτερη σημειολογία του. Ας πούμε, ψιλοχάνεται, μπροστά στο "Μακεδονικό", το θέμα του ιδεολογικού κομφορμισμού των λογοτεχνών και των βραβείων τους. Πολύ περισσότερο χάνονται τα ψυχολογικά στοιχεία, που δεν είναι καθόλου επιφανειακά, αντίθετα γίνεται μια πολύ εύστοχη διαπλοκή συλλογικού και ατομικού υποσυνείδητου στη σχέση του ήρωα με τον πατέρα του. Αλλά το Μακεδονικό (δυστυχώς κατά τη γνώμη μου)υπερισχύει. Ίσως όμως αυτό να δίνει ζωή για το βιβλίο στο μ έ λ λ ο ν, όταν το μακεδονικό θα έχει περάσει.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Προσκυνήτρια,
αν δεν κάνω λάθος εννοείς ότι ο ψυχολογικός παράγοντας χάνεται μπροστά στον ιδεολογικό. Το μεταφράζω στη δική μου ιδιόλεκτο: τα πρόσωπα χάνονται πίσω από τις ιδέες, μένουν μόνο σώματα που κουβαλάνε τις (εθνικές) ταυτότητές τους κι έτσι ο αναγνώστης βλέπει συγκρούσεις μεταξύ των εθνών κι όχι μεταξύ αυτόνομων ατόμων.
Μάλλον πήγα αλλού απ' αυτό που ήθελες να πεις...
Ίσως γιατί το ίδιο το βιβλίο -συγχέοντας τα όρια- δεν αφήνει το ατομικό να σταθεί αυτεξούσιο αλλά το βυθίζει μέσα στο συλλογικό.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Ισχυει μαλλον αυτο που λετε, αλλα εγω ηθελα να τονισω περισσότερο οχι τοσο οτι το Μακεδονικό ειναι ένα θέμα "ιδεολογικό" όσο οτι ειναι ε π ί κ α ι ρ ο, και η επικαιρότητα αντιστρατεύεται την πολυπρισματικότητα, που για να τη δεις χρειάζεται μια απόσταση από το πρίσμα. Παντως να προσθέσω οτι αυτός ο διαχωρισμός ψυχολογίας-ιδεολογίας μου φαίνεται μαλλον σύμβαση, υποταγμένη στο μέσο αναγνώστη. Θα επρεπε να ειμαστε εξασκημένοι στη ζωή μας να τα βλέπουμε όλα συγχρόνως, με άλλα λόγια δεν "φταίει" ο συγγραφέας αν φτιάχνει βιβλία που για να τα απολαύσεις πρέπει να εχεις κάπως πλούσιο, σύνθετο μυαλό, χωρίς να εισαι ο δηθεν σούπερ διανοούμενος.
Τωρα να πω και το άλλο, μεταξύ μας δεν πιστεύω ότι ο μέσος έλληνας πολυσκάει για το μακεδονικό (όπως και για όλα τα άλλα δημόσια θέματα δεν σκάει, παρόλο που δηλώνει το αντίθετο) Αν ο Κούρτοβικ νόμιζε ότι το θέμα του ειναι πραγματικά ενδιαφέρον για τους πολλούς, του αποδίδω μια αθωότητα (όπως αποδίδω σε οποιονδήποτε έλληνα συγγραφέα που πιστεύει ότι ο έλληνας νοιάζεται πραγματικά για κάτι πέραν της τσέπης του και του κρεβατιού του -κι επειδή ειναι άκομψο να γράφουμε βιβλία για την τσέπη γράφουμε συνήθως για το κρεβάτι που νομίζουμε πως ειναι κομψότερο). Υπό αυτή την έννοια τα εργα του Κούρτοβικ (και μερικών άλλων, που δεν πολυσκάνε για το τι ενδιαφέρει τους πολλούς)ειναι παρακαταθήκη για το μέλλον, στο οποίο τα υπαρξιακά των καλομαθημένων σύγχρονων ελλήνων μικροαστών δεν θα εχουν τίποτα να πουν, όχι επειδή θα έχουν εκλείψει, μα επειδή ίδιον του μικροαστικού κομφορμισμού ειναι να μην εχει συλλογική συνείδηση, οπότε οι τότε θα εχουν "τα δικά τους" και δεν θα ασχολούνται με "τα δικά μας"...
Τέλος πάντων, αυτα. Ωραίο βιβλίο...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
καταλαβαίνω τη δυσκολία εκτίμησης ενός βιβλίου που αναφέρεται σε επίκαιρο θέμα, πάνω στο οποίο όλοι έχουν γνώμη. Αλλά προτιμώ μια λογοτεχνία που να παρακολουθεί τον σφυγμό της εποχής παρά να εθελοτυφλεί παρεκκλίνοντας σε αποστειρομένα θέματα.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

οπως το θετεις συμφωνω 100%

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ said...

Τώρα πάλι, εμένα γιατί από όλη την -ισορροπημένη και δίκαιη- κριτική, μου άρεσε πιο πολύ το υστερόγραφο; :-)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Παναγιώτη, ελπίζω όχι για λόγους συνωμοσίας. Θα προτιμούσα γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι αλλιώς κρίνει κανείς τον Κούρτοβικ κι αλλιώς τον Μπουρδουλόπουλο (τυχαίο όνομα). Ο δεύτερος κρίνεται αμιγώς από το έργο του ενώ ο πρώτος -δυστυχώς- και από τη φυσική του παρουσία.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Υποθετω οτι το υστερογραφο αναφερεται στους κριτικούς και σχετικούς επαγγελματίες (δημοσιογράφους, βιβλιοπαρουσιαστές) κλπ, και οχι σε απλούς αναγνώστες, οι οποίοι, ως ερασιτέχνες, έχουν κάθε δίκιο να επηρεάζονται ΚΑΙ από τον άνθρωπο (το αντίθετο θα ήταν πολύ παράξενο). ¨Όπως πχ εγώ. Δεν ξερω αν ο ίδιος κ.Κούρτοβικ προτιμά να είναι άψογο το βιβλίο του και οι άνθρωποι να μην τον συμπαθούν ή το αντίθετο, εγώ όμως ομολογώ ότι τον συμπαθω πολύ κι ας μην τον γνωρίζω. Όσο για τη γνώμη μου, ασφαλώς και είναι επηρεασμένη, δεν πάσχω από συναισθηματική αναλγησία!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina, φυσικά και ΔΕΝ αναφέρομαι στους αναγνώστες οι οποίοι -κοινωνιολογικά αν τους δούμε- επηρεαζόμαστε από μια συνέντευξη, μια κριτική, μια εμφάνιση λ.χ. στην τηλεόραση, μια φωτογραφία κ.ά.
Οι αναγνώστες ως target group δεχόμαστε ποικίλα μηνύματα πριν αγοράσουμε το βιβλίο. Το ζήτημα είναι τι κάνουν οι επαγγελματίες, χωρίς να τους στερούμε το ελαφρυντικό της αναπόφευκτα υποκειμενικής ανάγνωσης.
Καλημέρα
Πατριάρχης Φώτιος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ said...

Πατριάρχη, αναφέρομαι στην υποκειμενικότητα, όπως αυτή πηγάζει, όχι από τις διαφορετικές προσληπτικές ικανότητες μας,την πορεία μας, την κουλτούρα μας κτλ, μα από τις μίζερες εμπάθειές μας, από τη μικρότητά μας και άλλα ποταπά χαρακτηριστικά μας (το "μας", μην παρεξηγηθώ, πάει σε μένα, αφού δεν είμαι... άγιος). Πράγματι, ένας γνωστός συγγραφέας (κριτικός κτλ), πολλές φορές κρίνεται στο νέο του έργο μέσα από το φίλτρο του παλιού και, κυρίως, μέσα από το προφίλ της περσόνας του. Ένα πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζει ο νεοσσός. Έτσι συμβαίνει οι "φίλοι" να υψώνουν διθυράμβους και οι "εχθροί" του να προσθέτουν λίγη λάσπη. Συνήθως, κι εδώ ακόμα, η αλήθεια στέκει μοναχή κάπου στη μέση. Γι' αυτό μου αρέσει το Βιβλιοκαφέ. Γιατί μερικές φορές της κάνει παρέα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Παναγιώτη, περίπου έτσι σκέφτομαι κι εγώ, ενώ δεν εξαιρείται η αφεντιά μου από τις ποικίλες επιρροές που διαχέονται, πέρα από αυτό καθεαυτό το βιβλίο. Προσπαθώ ωστόσο να κρατήσω το έντυπο, σαν να μην ξέρω ποιος το έχει γράψει -δεν γίνεται και το ξέρω-, λες και θα μπορέσω να κρίνω αμερόληπτος...
Τέλος πάντων
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Αυτα που λέτε (συνεντεύξεις, φωτογραφίες κπ) βεβαια κάπως επηρεάζουν, αλλα στην περίπτωση μου δεν πρόκειται γι αυτό. Η συμπάθειά μου για τον Κούρτοβικ στηριζεται στο εργο του, που το παρακολουθώ πολλά χρόνια, πολύ πριν εστω υποψιαστω ότι κάποτε θα συζητούσα γι αυτό με (ανα)γνώστες επιπέδου. Ο λόγος δεν ειναι μονο οτι μου αρεσαν γενικά οι απόψεις του (και άλλων μου άρεσαν, ακόμα και οι αντίθετες)αλλά πολυ απλός και πρακτικός: εχοντας (εγώ)ενδιαφέρον για τη νεοελληνική λογοτεχνία, η καταγραμμένη σκέψη του Κούρτοβικ ήταν η μόνη που μπορούσα να παρακολουθήσω, τουτέστιν η μόνη με ειρμό, σαφή διατύπωση θέσεων κλπ. Όλοι οι άλλοι γραφουν ad hoc, για την κάθε περίπτωση χωριστά, κουράζεσαι να καταλάβεις τη ματιά μιας προσωπικότητας με συνέχεια. Δε ξερω καθόλου αν αυτό ειναι προσόν η όχι για κριτικό, εγώ δεν τον ..κρίνω (:)) ως κριτικό. Μπορούσα ομως να μάθω και να προβληματιστώ από τη σκέψη του ως διανοούμενου και μάλιστα εξελισσόμενου διανοούμενου. Επίσης ειναι ο μόνος στο χωρο που ο λ΄γος του ισορροπεί τέλεια μεταξύ διανοουμενισμού και λαϊκισμού, δηλαδή γράφει σοβαρα πράγματα, με απαιτήσεις, σε ευληπτη γλώσσα. Από κει και περα, στην πνευματικη μας φτωχια και τη δικη μου διψα, η συμπάθεια ήρθε μονη της.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
η γνώμη μου για τον κριτικό Κούρτοβικ είναι η ίδια με σένα.
Πάντα όμως η διαφορά κριτικού και συγγραφέα πρέπει να θέτει άλλα κριτήρια για τον ένα κι άλλα για τον άλλο.
Κι εκεί είναι η δυσκολία, τουλάχιστον στη δική μου αντίληψη: να μη μεταφέρω τη θετική εικόνα του ενός (κριτικού) στον άλλο (συγγραφέα), αν βέβαια δεν την έχει.
Πατριάρχης Φώτιος

Eva Stamou said...

Καλημέρα Πατριάρχη. Είχα καιρό να επισκεφθώ το καφέ σας και τώρα βρήκα ωραία ροφήματα με δυνατές γεύσεις.

Καλό χειμώνα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Eva, καλώς όρισες.
Περιμένω από τους προμηθευτές μου (εκδότες και συγγραφείς) να με εφοδιάσουν με πρώτες ύλες για ροφήματα, χυμούς, καφέδες...
Να είσαι καλά
Πατριάρχης Φώτιος

aporimenos said...

καλό φθινόπωρο

Διάβασα το βιβλίο αυτό ως τη μέση κι αυτό γιατί δεν πίστευα το πόσο κακό μπορεί να ήταν ένα βιβλίο για το οποίο είχα διαβάσει τόσα καλά! Χαρακτήρες καρικατούρες, διάλογοι ξύλινοι - ούτε οι σεναριογράφοι της δεκαετίας του 80 ;τοσο κακούς δεν έχουν κάνει - υπόθεση τραβηγμένη από τα μαλλιά της επικαιρότητας, πλοκή ξεκαρδιστικά αμήχανη και και και .....

Αυτό το βιβλίο αποκλείεται να μείνει στην ιστορία της λογοτεχνίας, σε όσες γλώσσες του κόσμου και αν μεταφραστεί, όσα καλά κι αν γραφτούν για αυτό, όσοι κι αν χαιδέψουν τον επίδοξο συγγραφέα του, ό,τι κι αν γίνει.

Τόσο κακό βιβλίο πάρα πολύ καιρό είχε να πέσει στα χέρια μου.