Monday, July 20, 2009

Καλές διακοπές

Καλοκαιρινές σκέψεις για το βιβλίο σε 40 βαθμούς Κελσίου
Η άδειά-μου αρχίζει στις 3 Αυγούστου και ετοιμάζομαι από τώρα για διακοπές: θα πάρω την οικογένεια (και την πεθερά-μου) και θα σκαρφαλώσω, όπως κάθε καλοκαίρι, στα πάτρια εδάφη της Ηπείρου, στα γνώριμα διάσελα της Πίνδου, στο μικρό-μου χωριό, ένα από τα πολλά Ζαγοροχώρια, αν και όχι πολύ γνωστό (ευτυχώς!). Στόχος-μου η φυγή από τις υποχρεώσεις της Αθήνας, η επανασύνδεση με τον βουνίσιο αέρα, η καταφυγή στα παιδικά-μου χρόνια…
Επειδή όμως η πολύβουη Αθήνα φαίνεται πως έχει ήδη αδειάσει και το Βιβλιοκαφέ δεν μαζεύει πια τους τακτικούς και περαστικούς θαμώνες-του, αποφάσισα να το κλείσω σιγά-σιγά. Αφήνω την κουζίνα και μαζεύω τα καθίσματα μέχρι τα τέλη Αυγούστου, χωρίς να παρατώ το διάβασμα και τη λογοτεχνία. Καταθέτω μόνο δυο-τρεις σκέψεις που μπορούν να συντροφεύσουν όποιον θέλει ακόμα να κάθεται μόνος-του στην αυλή του Βιβλιοκαφέ και να αναπολεί ή να διαβάζει κάτω από τον πλάτανό-της.

1.Ο Μάνος Ελευθερίου, μετά από στιχουργός, μετά από ποιητής, μετά από πεζογράφος, δοκιμάζει και στο θέατρο με έναν μονόλογο, τον “Γέρο χορευτή”. Κι επειδή δεν αγαπά τους ηθοποιούς, ενώ αγαπά το θέατρο, τον κεντρικό ρόλο θα τον ερμηνεύσει ο ίδιος…!!! Έχω την εντύπωση ότι η υπερέκθεση είναι δείγμα όψιμης αγάπης για τη δημοσιότητα και δεν είναι ωφέλιμη.
2.Δεν είναι ένας μήνας που κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη και έχουνε λυσσάξει στην κριτική-του, στην παρουσία-του, στη με κάθε τρόπο προβολή-του. Ο κατάλογος από τη Biblionet:
-Νάταλι Χατζηαντωνίου, Το διάβασμα, η μόνη ηδονή που δεν πληρώνουμε, "Ελευθεροτυπία", 18.6.2009
-
Όλγα Σελλά, Η Ζυράννα Ζατέλη «ανασταίνει» τους νεκρούς της ήρωες, "Η Καθημερινή", 18.6.2009
-
Ελπίδα Πασαμιχάλη, «Με νοιάζει ο έρωτας που τρώει τα σπλάχνα», "Ελεύθερος Τύπος", 18.6.2009
-
Μανώλης Πιμπλής, «Το διάβασμα είναι η μόνη ηδονή που δεν πληρώνουμε», "Τα Νέα", 18.6.2009
-
Νίκος Μπακουνάκης, Η επιστροφή της Ζυράννας, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 21.6.2009
-
Ανταίος Χρυσοστομίδης, Βιβλία για το καλοκαίρι, "Η Αυγή", 28.6.2009
-
Μικέλα Χαρτουλάρη, Σα ν΄ αγάπησε έναν λύκο, "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 4.7.2009
-
Ποιος είναι ο Ραμάνθις, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 28.6.2009
-
Στέφανος Δάνδολος, Συγγενικές γραφίδες, "Βραδυνή", 14.7.2009
-
Κωστής Παπαγιώργης, Στίφος ασωμάτων, "Lifo", τχ. 166, 16.7.2009
-
Λίνα Πανταλέων, Στον θάνατο με χάρι, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 561, 17.7.2009
Και δεν μιλάω λ.χ. για γνωστό αρθρογραφούντα σε κυριακάτικη εφημερίδα, ο οποίος συντρώει μαζί-της και γράφει συνέχεια γι’ αυτήν αναφέροντας μόνο το μικρό-της όνομα, γιατί δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πόσο η προσωποπαγής σχέση διαμορφώνει «κυκλώματα», αλλά για την υπερπροβολή της Ζατέλη που σημαίνει μέχρι ενός σημείου ότι την περίμεναν σαν λογοτεχνικό Μεσσία. Γράφει χαρακτηριστικά η Λώρη Κέζα στο σαββατιάτικο “Βήμα” της 18ης Ιουλίου: «Εκδίδει κάθε επτά χρόνια, δηλαδή εξωλογοτεχνικά επενδύει στην προσμονή και παράγει συμβολισμούς.». Ωστόσο η γραφή της είναι καλή, αλλά επιτέλους κατεβάστε την από το εικονοστάσι και δείτε το έργο-της ως συγγραφέως και όχι τον μύθο-της ως ανθρώπου.
3.Το πρώτο κοσκίνισμα των υποψήφιων χειρογράφων για έκδοση γίνεται από τους «αναγνώστες» κάθε εκδοτικού οίκου. Πολύ ωραίο το αφιέρωμα σ’ αυτούς από τον «Ταχυδρόμο» (Τα Νέα) της 18ης Ιουλίου σε επιμέλεια Κατερίνας Δράκου: έξι επικεφαλής εκδοτικών οίκων εξηγούν με ποια κριτήρια επιλέγουν, τι σταθμίζουν, τα λάθη και τις προβλέψεις-τους, το τοπίο στην ελληνική λογοτεχνία κ.ο.κ. Κρατώ μια φράση του Ανταίου Χρυσοστομίδη: «εδώ δε διαβάζουν οι νέοι συγγραφείς [τους κλασικούς]. Για να είμαι ειλικρινής, αυτού του είδους την αυτάρκεια δεν την καταλαβαίνω»!!!
4. http://www.mediasoup.gr/greek-gigolos : όχι δεν παραπέμπω σε ελληνική ιστοσελίδα με συνοδούς αρσενικού φύλου, αλλά στα μικρά σποτάκια που επιμελούνται οι συγγραφείς Θανάσης Χειμωνάς και Δημήτρης Σωτάκης. Στο πρώτο (1.7.2009) παρουσίασαν τη φίλη-τους Εύη Λαμπροπούλου, στο δεύτερο (18.7.2009) τον Αλέξη Σταμάτη και τη φίλη-τους Μάιρα Παπαθανασοπούλου. Φυσικοί διάλογοι, έξυπνες-εξυπναδίστικες ατάκες, παρεΐστικο κλίμα… Η ιδέα μού άρεσε ως σύλληψη στο πλαίσιο μιας ζωντανής γνωριμίας με συγγραφείς, αλλά στην εφαρμογή χωλαίνει: στο πρώτο σποτάκι στηρίχτηκαν υπερβολικά στον αυτοσχεδιασμό, με αποτέλεσμα η Λαμπροπούλου να φαίνεται αμήχανη, ενώ δεν παρουσιάστηκε ούτε κατ’ ελάχιστον το βιβλίο-της. Στο δεύτερο άφησαν τον Σταμάτη να μιλήσει λίγο για το βιβλίο του, ενώ η ερώτηση στην Παπαθανασοπούλου κινήθηκε (κλασσικά) γύρω από τις πωλήσεις των μυθιστορημάτων-της. Ένας φίλος που ξέρει από τηλεόραση μού είπε ότι στα μεσημεριανάδικα λ.χ. ή στα πρωινάδικα οι διάλογοι που φαίνονται φυσικοί έχουν προσχεδιαστεί και γι’ αυτό εν μέρει δεν φαίνονται γελοίοι… Έτσι ως ιδέα, γιατί στο γυαλί ο πολύς αυτοσχεδιασμός και η φυσικότητα χάνει σε μεταδοτικότητα... Μπορεί να γίνει καλύτερο, μπορεί να δείξει ότι οι συγγραφείς έχουν μπρίο και είναι ζωντανοί άνθρωποι. Στοιχηματίστε ποιος θα είναι ο επόμενος… (;)
.
Θα είμαι εδώ για καμιά δεκαριά μέρες, αν και δεν θα περνάω τακτικά από το Βιβλιοκαφέ να δω αν κάθεται κανείς στη σκιερή αυλή του. Τα λέμε εν καιρώ.
Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 17, 2009

Ελληνικός καφές μέτριος: Νίκος Χρυσός

“Το μυστικό της τελευταίας σελίδας”
εκδόσεις Καστανιώτη
2009


Διαβάζοντας κανείς το οπισθόφυλλο με την υπόθεση και την κεντρική ιδέα δελεάζεται να διαβάσει το βιβλίο:
Ο Χρήστος Κάσιος, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και λάτρης των παλαιών βιβλίων, αναλαμβάνει να βρει στοιχεία για τα μέλη και την ιστορία μιας ξεχασμένης λογοτεχνικής παρέας που έδρασε στην Αθήνα του ’50. Η αναζήτηση μοιάζει γι' αυτόν αρχικά ακίνδυνη και λυτρωτική, μια και τον αποσπά από την καθημερινότητά του. Βήμα βήμα, όμως, βυθίζεται σ' ένα θολό και σκοτεινό τοπίο, σ' έναν χάρτινο λαβύρινθο γεμάτο μυστικά περάσματα. Στο μεταίχμιο της ηλικίας του, και ενώ αγωνίζεται να συμφιλιωθεί με τις απώλειες που του στοιχειώνουν τις μέρες, ο ήρωας του βιβλίου περιφέρεται στη φθινοπωρινή Αθήνα, αναζητώντας τα ίχνη εκείνων των άγνωστων δημιουργών. Μια περίεργη σφραγίδα στην τελευταία πάντα σελίδα παλαιών βιβλίων γίνεται αφορμή για μια μυστηριώδη περιπλάνηση: για μια απρόβλεπτη περιπέτεια στον κόσμο των παλαιοβιβλιοπωλείων, σε έναν κόσμο όπου το βιβλίο πρωταγωνιστεί όχι ως συλλεκτικό αντικείμενο ή εμπόρευμα, αλλά ως η τελευταία κιβωτός της ανθρώπινης ευαισθησίας και επινοητικότητας.
Ο αναγνώστης δεν απογοητεύεται. Η περιβόητη τριάδα Άγγλων ποιητών που έζησαν τη δεκαετία του ’50 και τώρα γίνονται ερήμην-τους προϊόν ενός εκδοτικού οίκου δεν είναι πραγματική. Πίσω-τους κρύβεται ένας ποιητής, Έλληνας και αφανής, ο οποίος αποφάσισε να γράψει με διαφορετική υπογραφή στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων που είχε στην κατοχή του από ένα ποίημα και να τα πουλήσει, ώστε να περιπλανηθούν οι στίχοι-του από χέρι σε χέρι.
Ο συγγραφέας φτιάχνει δύο ατμόσφαιρες οι οποίες κινούνται σχεδόν παράλληλα: από τη μία ο κόσμος των παλαιοβιβλιοπωλείων, όπου πέρα από σπάνια βιβλία και παλιές εκδόσεις, συντηρείται και μια αγνή αγάπη για το βιβλίο και την ποίηση –σε μια εποχή σπάνιδος της ποίησης όπως η σημερινή η πράξη του φαίνεται σαν να διώκεται η ποίηση κι αυτή κινείται υπόγεια για να επιβιώσει. Ωραία αλληγορία. Από την άλλη, ο κόσμος των κριτικών και των εφημερίδων, δοσμένος σε εκδοτικά συμφέροντα, πουλημένος και συμβιβασμένος στην αγορά του βιβλίου, στημένος όπως και οι σικέ συνεντεύξεις ή βιβλιοκρισίες. Εδώ δεν φαίνεται πολύ πειστικός και αποτελεσματικός ως προς την ατμόσφαιρα και το ακριβές στίγμα του τύπου.
Ο ρυθμός, χωρίς να είναι γρήγορος ή επαρκώς μυστηριώδης, κρατάει το ενδιαφέρον σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο. Ίσως αυτό που λείπει είναι η αναγκαία σύγκρουση, το κλίμα έντασης που θα προσδώσει στο αφήγημα δραματικότητα, θα κάνει τα επιμέρους νήματα να συγκλίνουν προς την αποκάλυψη με μεγαλύτερο νεύρο και τόλμη. Ως πρωτόλειο κρίνεται άξιο για την πλοκή-του, αλλά ανεπαρκές για το σφρίγος-του.


Πατριάρχης Φώτιος

Monday, July 13, 2009

Freddito: Γιάννης Μακριδάκης

“Η δεξιά τσέπη του ράσου”
εκδόσεις Εστία
2009


Μπορώ να πω ότι η ελληνική λογοτεχνία απέκτησε μια σημαντική πένα, που ξεπήδησε πριν από ένα χρόνο από το πουθενά (για μένα τουλάχιστον) και με το δεύτερο λογοτεχνικό-του έργο έχει ήδη κατακτήσει μια θέση στους προσφιλείς-μου νέους συγγραφείς. Στον “Ανάμιση ντενεκέ” ήταν ήδη φανερή η ποιότητα του λόγου του Χιώτη πεζογράφου και ο έλεγχος της αφήγησης, έστω κι αν το πρώτο-του μυθιστόρημα ήταν αργόσυρτο και εν μέρει βαρετό.
Τώρα, με αυτήν την καλογραμμένη νουβέλα εδραιώνει τη γνώμη-μου αυτή, με ένα κείμενο, που, μολονότι έμμεσα βάλλει εναντίον της εκκλησίας (πώς θα το ανεχτώ όντας Πατριάρχης, πείτε μου, πώς;!!!), κερδίζει τις εντυπώσεις.
Η υπόθεση αφορά σε έναν μοναχό που έχει μείνει μόνος στο μοναστήρι-του μετά από χρόνια σκληρών δοκιμασιών από τον μακαρίτη πλέον ηγούμενό-του. Τη νύχτα που αποβιώνει ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, η σκυλίσια που είχε ο μοναχός συντροφιά γεννάει τρία σκυλάκια, αλλά η ίδια πεθαίνει. Ο καλόγερος θρηνεί πιο πολύ για τη χαμένη ύπαρξη που είχε μαζί-του παρά για τον Χριστόδουλο και σταδιακά αδημονεί περισσότερο για την επιβίωση των κουλουκιών, τα οποία ένα ένα πεθαίνουν, παρά για την εκλογή του νέου αρχιεπίσκοπου. Τελικά, επιβιώνει ένα μικρό σκυλάκι και ο μοναχός πανηγυρίζει…
Η μορφή πρώτα απ’ όλα του μοναχού δίνεται πολύ ανάγλυφα σε βαθμό που να φαίνεται ανθρώπινος και οικείος, καθημερινός όσο και ευαίσθητος, ταγμένος στον σκοπό-του αλλά και μακριά από τις θεωρητικές ανησυχίες της θεολογίας. Βιώνει την πίστη-του με συνέπεια παρά τις τόσες κακουχίες που πέρασε, δεν αμφιβάλλει για τον Θεό αλλά ταυτόχρονα αδιαφορεί για τις φιλοδοξίες των ανθρώπων.
Το ξετύλιγμα της ιστορίας δεν κινείται σε υψηλούς τόνους, ούτε διατυμπανίζει με αντικληρικές κορώνες τη θέση του συγγραφέα. Αντίθετα, και γι’ αυτό πιο επιτυχημένα, μιλάει με συμπάθεια για τον μοναχό, αφήνει τα γεγονότα και τα αισθήματά-του να δείξουν την καθημερινότητα αλλά και τις απλές έγνοιες-του οι οποίες ωστόσο είναι πιο σημαντικές από τις «μεγαλοσχήμονες» αποφάσεις. Η παράλληλη αναφορά στα σκυλάκια και στο εθνικό γεγονός της απώλειας του Αρχιεπισκόπου αλλά και της ανάρρησης του νέου προκαθήμενου πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο του Μακριδάκη: η ευτυχία βρίσκεται στα απλά πράγματα της ζωής, η ζωή ενός όντος είναι δώρο του Θεού, ακόμα κι αν δεν είναι αυτός που πεθαίνει άνθρωπος, και γι’ αυτό είναι πολλές φορές σπουδαιότερη από τις πιο μεγάλες στιγμές του δημόσιου βίου. Η μοναξιά είναι μεγάλη τυραννία και η απώλεια της όποιας συντροφιάς είναι κι αυτή ένα βάσανο πιο σκληρό ίσως από τη νηστεία ή την υποταγή.
Κι εγώ, επειδή είμαι μεγαλόθυμος και φιλεύσπλαχνος, δεν αφορίζω όποιον βλέπει με σκεπτικισμό την εκκλησιαστική ζωή (μολονότι κι αυτή έχει τις δικές-της δυσκολίες και χαρές)…!

Πατριάρχης Φώτιος

Friday, July 10, 2009

Αμερικάνικος καφές σταλαγματιάς: Έντγκαρ Άλλαν Πόε

“Διηγήματα”
μετ. Μ. Κατή
εκδόσεις Πατάκη
2009


Οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν είχα διαβάσει ως τώρα Πόε. Οφείλω να ομολογήσω την ντροπή-μου γιατί έπρεπε να έχω υπόψη-μου το έργο ενός κορυφαίου διηγηματογράφου, που άνοιξε δρόμους και εμπλούτισε το είδος με νέες φρέσκιες για την εποχή του ιδέες.
Αντιγράφω από την εισαγωγή της Κ. Σχινά: «Πειραματίστηκε στην προ-επιστημονική φαντασία, έγραψε πολυεπίπεδες σάτιρες, υπήρξε πρόδρομος του αστυνομικού μυθιστορήματος και τελειοποίησε το γοτθικό αφήγημα φρίκης, τρόμου και μυστηρίου».
Το παρόν τομίδιο περιλαμβάνει τέσσερα διηγήματα, χαρακτηριστικά, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, ποικίλων τάσεων της γραφής-του:
1) το έργο “Μερικές κουβέντες με μια μούμια” ενέχει στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και, παρόλο που μου φάνηκε άτεχνο στις συγκεκριμένες λεπτομέρειές του (μια αμηχανία στον χειρισμό της αφήγησης), προβάλλει ολοκάθαρα τον πολιτισμό άλλων εποχών, που δεν υστερεί σε πολλά από τον σύγχρονο.
2) “Το χειρόγραφο σ’ ένα μπουκάλι”, μου θύμισε έντονα Ιούλιο Βέρν, ο οποίος ρητά έχει δηλώσει τον θαυμασμό του στο έργο του Αμερικάνου συναδέλφου του. Φαίνεται ότι ο 19ος –με την αλματώδη ανάπτυξη της επιστήμης- έδωσε ώθηση στη φαντασία για τις δυνατότητες του ανθρώπου, αλλά ταυτόχρονα συνέδεσε τη θετική επιστήμη με το μυστήριο και το άγνωστο.
3) “Ο μαύρος γάτος” είναι μακάβριο, φτάνει στα όρια του βάρβαρου, για να αποδώσει απάνθρωπες τάσεις που υπάρχουν στα ανθρώπινα όντα, όχι μόνο απέναντι στα ζώα αλλά και απέναντι στους άλλους. Δεν ξέρω αν η παρατήρηση της Σχινά (ή μιας μεγαλύτερης φιλολογικής παράδοσης) που θέλει το έργο δείγμα ενδο-οικογενειακής βίας είναι βάσιμη ή ακραία ερμηνεία της εποχής μας.
4) Οι “Τρεις Κυριακές σε μια εβδομάδα” δανείζει το θετικό πνεύμα μέτρησης του χρόνου στον “Γύρο του κόσμου σε 80 μέρες” του Ι. Βερν. Ανήκει κι αυτό στα έργα θαυμασμού του ανθρώπου του 19ου αιώνα στις κατακτήσεις της επιστήμης και στον θετικισμό με τον οποίο ακόμα και «παράλογα» φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν με τη λογική.
Υποκλίνομαι στο πνεύμα του Πόε, κυρίως γιατί ο αναγνώστης του σήμερα –γνωρίζοντας την επιρροή-του στους επόμενους- μπορεί να σταθμίσει πόσο πρωτοπόρος υπήρξε σε χώρους που διεύρυναν τη θεματική και τις συλλήψεις του διηγήματος.

Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, July 07, 2009

Cappuccino vanilla nut: Λένα Κιτσοπούλου

“Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.”
εκδόσεις Κέδρος
2009


Την Κιτσοπούλου τη γνωρίσαμε με τη συλλογή διηγημάτων “Νυχτερίδες”, η οποία απέσπασε το βραβείο του περιοδικού "Διαβάζω" για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Τώρα την ξαναμαθαίνουμε με έναν (δραματικό) μονόλογο, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο πεζό που διαβάζεται και στο θεατρικό που παίζεται.
Μαιρούλα σημαίνει μπούχτισμα. Μια καθημερινή κοπέλα, χωρίς πολλά στοιχεία για την ταυτότητά-της, γεγονός που της δίνει καθολική διάσταση, ζει την απλή ζωή-της, με μια συμβατική σχέση που της δίνει στιγμές σεξ και απόλαυσης (;), αλλά χωρίς να νιώθει καμιά ιδιαίτερη χαρά και να μην βρίσκει κανένα νόημα να τη γεμίζει. Μαιρούλα σημαίνει αυτοκτονία, αφού η ζωή που ζει δεν την εκφράζει, καθώς όλες οι συμβατικότητες-της καθημερινότητας δεν γίνονται ανεκτές, αφού ο κομφορμισμός σε κάθε προσπάθεια καταντά μια ανυπόφορη υποκρισία.
Η γνώμη-μου για τη ΜΑΙΡΟΥΛΑ δεν μπορεί να είναι συνολική και τεκμηριωμένη, αφού δεν έχω δει την παράσταση. Κι όταν ένα κείμενο γράφεται για να ανέβει στο θέατρο, είναι λειψή η αίσθηση που αφήνει απλώς η ανάγνωση. Γενικά το ρούφηξα, καθώς η γλώσσα της Κιτσοπούλου είναι, όπως πάντα, σπιντάτη, εκρηκτική, αντικομφορμιστική, ειρωνική, αυτοσαρκαστική… Η κατάληξη δεν είναι εξ αρχής αναμενόμενη, αφού η αντίδραση της πρωταγωνίστριας-αφηγήτριας δεν ενέχει κατάθλιψη και απογοήτευση, αλλά πιότερο αγανάκτηση και ανία. Αυτό το αίσθημα του «όλα καλά», αλλά τίποτα ιδιαίτερο, η υγεία είναι σοβαρό θέμα αλλά δεν αρκεί, η ζωή δεν ισοδυναμεί με επιβίωση, σεξουαλική ολοκλήρωση σαν ζώο και το «no news, good news» περνάει σε μας, που καταλαβαίνουμε πόσο μάταια είναι τα δεδομένα της ζωής αν δεν οδηγούν σε μια ανάταση.
Το κείμενο θα το χαρακτηρίζαμε μετα-φεμινιστικό, αφού εκφράζει τα απωθημένα της γυναίκας όχι εναντίον των ανδρών αλλά εναντίον της θέσης της γυναίκας, έστω κι αν αυτή είναι απελευθερωμένη και δυναμική. Το μόνο που με κάνει να σφίγγομαι είναι μια αίσθηση κλισέ συμπεριφοράς, όχι τόσο φράσεων (υπάρχουν κι αυτές) αλλά μιας στερεότυπης συμπεριφοράς, που κάνει τη Μαιρούλα καθολική αλλά και τετριμμένη, μια νέα εξεγερμένη χωρίς λόγο και για πολλούς λόγους.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, July 04, 2009

Αραβικός καφές με άρωμα γιασεμί: Μαρία Κουγιουμτζή

“Άγριο βελούδο”
εκδόσεις Καστανιώτη
2008


Εκπληκτικής συμπύκνωσης και έντασης διηγήματα, τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν ελάχιστες σελίδες (3-6) και παρ’ όλ’ αυτά καταφέρνουν να περιλάβουν μέσα στη (μικρο)πλοκή τους πυρήνες συναισθήματος ικανούς να διεισδύσουν στην ψυχή-μας.
Ο τίτλος «Άγριο βελούδο» δείχνει ακριβώς πώς συνδυάζεται η ευαισθησία και η σκληρότητα, η φωτεινή με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, η αθωότητα με τη μέγιστη απανθρωπιά. Κι εκεί που χτίζεται μια φυσιολογική σκηνή ανθρώπινης καθημερινότητας, παράλληλα εμφιλοχωρεί το σαράκι της ανηθικότητας, της αναισθησίας, της ζοφερής πτυχής του ανθρώπινου είναι.
Τα περισσότερα διηγήματα δημιουργούν την κορύφωση σε προγραμματισμένο σημείο και με οργανωμένο τρόπο, τέτοιο ώστε να αποτελέσουν γροθιά στη συνείδησή-μας. Πίσω από το καθημερινό κρύβεται έντεχνα το τραγικό, πίσω από το ανύποπτο καραδοκεί το λυσσαλέα δραματικό, πίσω από το ανέμελο ελλοχεύει ο θάνατος, η τρέλα, η μανία κ.ο.κ. Ο ήπιος αστυνομικός που φτάνει στον φόνο της κρατουμένης, ο θείος που οδηγείται στη δολοφονία μιας μικρής κοπέλας, η ομοφυλοφιλία, η αιμομικτική αγάπη… Η συλλογή διακρίνεται για την ποικιλία-της σε θέματα και ύφη, κάτι που παραξενεύει θετικά, καθώς από διήγημα σε διήγημα βλέπουμε μια εκπληκτική εναλλαγή –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε και μια ιθύνουσα γραμμή-, εναλλαγή που πιθανότατα είναι το αποτέλεσμα χρόνων δουλειάς τα οποία συσσώρευσαν τα διηγήματα σε έναν τελικό τόμο.
Ο Γαραντούδης στα Νέα (25.4.2009) (www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4513699&enthDate=25042009 ) λέει: «η Μαρία Κουγιουμτζή κατορθώνει να αφηγηθεί μικρά ή μεγάλα ανθρώπινα δράματα συνδυάζοντας περίτεχνα τον κοινωνικό προβληματισμό με το ψυχογραφικό βάθος και την υπαρξιακή αγωνία», ενώ «η υψηλή αξία των διηγημάτων της έγκειται καταρχάς στην κατοχή μιας στέρεης αφηγηματικής τεχνικής, σχεδόν απροσδόκητης για μια πρωτοεμφανιζόμενη με βιβλίο συγγραφέα». Όταν είχα πρωτοδιαβάσει την κριτική, πρωτοσκέφτηκα ότι ίσως η κριτική είναι υπερβολική, αλλά τώρα που περιδιάβηκα το έργο της μετανιώνω βλέποντας μια μείζονα διηγηματογράφο με πάμπολλα διαμαντάκια.
Το βιβλίο πήρε το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "διαβάζω" 2009, για τα κυκλοφορηθέντα μέσα στο 2008.

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, July 01, 2009

Coffee granita: Μισέλ Φέιμπερ

Michel Faber
“The Apple”
“Το μήλο”, διηγήματα
μετ. Μ. Μακρόπουλος

εκδ. Καστανιώτη
2009

Διηγήματα με φόντο την Αγγλία του 18ου αιώνα. Θυμίζουν Ντίκενς και τις φτωχογειτονιές των αγγλικών πόλεων, φωτίζουν την άρχουσα τάξη που αχνοφαίνεται και τα κατώτερα στρώματα που ζουν ανάμεσα στον αγώνα για την επιβίωση και τις μικρές δυνατότητες διαφυγής.
Το κλίμα αυτό καθεαυτό και η υπόθεση των ιστοριών δεν θα μου έλεγε πολλά, αλλά η ίδια η χάρη της αφήγησης, ο απλός βηματισμός και η δύναμη της ατμόσφαιρας με παρέσυραν σε μικρές περιπλανήσεις. Ο κόσμος που αναπαράγεται δίνεται με τη γοητεία της λεπτομέρειας αλλά χωρίς τον σχολαστικισμό της υπερβολής.
Οι περισσότερες ιστορίες αφορούν σε πόρνες της εποχής, οι οποίες ωστόσο δεν δίνονται υπό την αχλή της εξαθλίωσης, της ηθικής σήψης ή του ανθρώπινου ναυάγιου. Η σκιαγράφησή-τους δεν επιδιώκει να προβεί σε κοινωνική κριτική, ούτε σε καταγγελία της υποκρισίας και της αμαρτίας. Ο Φέιμπερ συνδυάζει την ανθρωπιά και την ευαισθησία, την κοινωνική ματιά με την ιδιωτική περίσκεψη, την ανθρώπινη καθημερινότητα με τη δημόσια ζωή. Με τα διηγήματα αυτά περιπλανιέσαι στο παρελθόν, χωρίς ιστορικισμούς και ιστορία, χωρίς γνώση και εκμάθηση. Μένεις στο κλίμα της εποχής, σαν ο συγγραφέας να ζούσε τότε και η μετάφραση να μεταφέρει το τέμπο μιας ρεαλιστικά παλαιικής γραφής στο σήμερα.

Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, June 27, 2009

Βιογραφίες και αυτοβιογραφίες

Ξεφύλλιζα σήμερα το Βιβλιοδρόμιο των «Νέων» και έπεσα πάνω στις παρουσιάσεις του Πέτρου Τατσόπουλου για (αυτο)βιογραφίες, ιστορικού ή λογοτεχνικού χαρακτήρα. Από τον Νίκο Κούνδουρο ως τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι κι από την Τζέιν Φόντα στον Γρηγόρη Λαμπράκη, από τον Όσκαρ Ουάιλντ ως τον Λακάν κι από την Μαρίνα Τσβετάεβα ως τον Μισέλ Φουκό.
Έχω διαβάσει ελάχιστες βιογραφίες στα 45 χρόνια της ζωής-μου. Δυστυχώς μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να βρω το ελάχιστο κίνητρο να ασχοληθώ με τη ζωή υπαρκτών προσώπων και να παρακολουθήσω την πορεία-τους. Θα το έκανα αν είχα ένα προσωπικό ενδιαφέρον για κάποιον από αυτούς. Να ένας λόγος, αλλά καλύπτει ελάχιστες περιπτώσεις. Ένας δεύτερος λόγος θα ήταν η ιστορική ματιά, η περιέργεια για πρόσωπα που στιγμάτισαν την ιστορία, της Ελλάδας ή τη διεθνή, και θα με ενδιέφερε η συνεισφορά-τους. Παρόλο που θέλγομαι από την ιστορία, δεν βρίσκω ελκτικές τις μεμονωμένες περιπτώσεις, ακόμα κι αν είναι σπουδαία πρόσωπα. Ακόμα και η ζωή ενός λογοτέχνη δεν με ενδιαφέρει περισσότερο από το έργο-του.
Ρωτάω, λοιπόν, ειλικρινά, τι θα άξιζε να αναζητήσει κανείς στην ανάγνωση μιας ιστορικής βιογραφίας ή μιας λογοτεχνικής αυτοβιογραφίας. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που παθιάζονται με τέτοιου είδους βιβλία ή τουλάχιστον τους είναι πιο αγαπητά απ’ ό,τι εμένα. Θα ήθελα να συζητήσουμε ποια στοιχεία μιας (αυτο)βιογραφίας θα μπορούσαν να την κάνουν προσφιλή και σε μένα ή σε όσους δεν έχουν εξοικειωθεί ως τώρα με τέτοια αναγνώσματα.
Δεν αντίκειμαι στο είδος, απλώς δεν έχω ερείσματα να ασχοληθώ μαζί του.

Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, June 25, 2009

Caffe con panna: Σπύρος Παλούκης

“Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά”
εκδόσεις Μαγικό Κουτί
2008


Συνομιλία αφήγησης και εικόνας: πέρυσι το μυθιστόρημα της Μαρούτσου όπου ο λόγος συνομιλεί με πίνακες του Μαγκρίτ∙ την ίδια χρονιά βγαίνει αυτό το βιβλίο μέσα στο οποίο το κείμενο συνομιλεί με φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος ο συγγραφέας.
Η ιδέα είναι μια περιήγηση στην Ευρώπη. Ο Παλούκης δίνει πρώτα μια γενική εικόνα της ιστορίας και της κουλτούρας του ευρωπαϊκού χώρου κι έπειτα προχωρώντας από πόλη σε πόλη (κατά βούληση φυσικά) αποτυπώνει με τον φακό-του στιγμές της καθημερινότητας κι έπειτα τις σχολιάζει. Η ιδέα βεβαίως δεν είναι πρωτότυπη, αλλά είναι καλοδουλεμένη.
Η περιδιάβαση δεν είναι αντιπροσωπευτική αλλά επιλεκτική. Τα στιγμιότυπα που καταγράφονται δεν κλείνουν μέσα-τους ένα χαρακτηριστικό της εκάστοτε πόλης, ενδεικτικό του πολιτισμού-της, αλλά μια φευγαλέα ματιά στη ζωή των κατοίκων της Ευρώπης. Κι αυτό ίσως ήταν και η φιλοδοξία του Παλούκη: όχι να φτιάξει έναν χάρτη της πολυπολιτισμικότητας της Γηραιάς Ηπείρου, αλλά μάλλον να συντάξει τη Χάρτα της ομοιομορφίας των πολιτισμών και ταυτόχρονα της ποικιλίας των ανθρώπινων στιγμών.
Τα κείμενά-του δεν ξέρω αν είναι λογοτεχνία. Θα έλεγα μάλλον όχι. Αυτό όμως δεν τα εμποδίζει να περιέχουν αισθητικά στοιχεία, χαμηλόφωνο προβληματισμό, ισχυρά κίνητρα να ξαναδούμε την καθημερινότητα, έντονες δόσεις ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, αφορμές για επαναδιατύπωση όρων, στερεοτύπων, κούφιων επεισοδίων που παίρνουν άλλο νόημα…
Η φωτογραφία με τις κυρίες είναι μέσα στο βιβλίο. Εξαιρετικά χρώματα και έντονη εκφραστικότητα.
Παρόλο που δεν το συνηθίζω, αντιγράφω μια παράγραφο από το βιβλίο που συνοψίζει τον προβληματισμό του συγγραφέα: «Είναι τόσο παράδοξη τελικά η Ευρώπη; … Τόσο πολύπλοκα ενοποιημένη, και ταυτόχρονα τόσο μοναδικά κατακερματισμένη. Είναι ένα χαώδες σεντούκι, με τόσο πολλές ιστορίες που δεν τελειώνουν ποτέ, με τόσο πολλές χώρες που εν τέλει χτίζουν ένα αόρατο ευρωπαϊκό πλέγμα ομοιογένειας. Χώρες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά και τόσο οικείες. Χώρες που κατοικούνται από ένα πλήθος ανθρώπων με διευρυμένους ορίζοντες, μιας και κυρίως οι προγενέστεροί τους αλλά και οι ίδιοι, ήρθαν σε επαφή με ευαισθησίες, ιδιοσυγκρασίες, πνευματικές ικανότητες, έθιμα, πεποιθήσεις, πολιτικά συστήματα, νομοθεσίες».
Πέρασα καλά με αυτό το βιβλίο, χάρηκα την αφήγηση, προβληματίστηκα ήπια, ξανασκέφτηκα την ταυτότητά-μου και ταυτόχρονα ζήλεψα τα ταξίδια με μια φωτογραφική μηχανή να συλλαμβάνει λαθραία το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι...

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 21, 2009

3 χρόνια: βιβλία, γνώμες, απόψεις, διάλογοι

Aντιδράσεις και αντιρρήσεις

3 χρόνια Βιβλιοκαφέ, με τα γλυκά και τους καφέδες-μας, με τα βιβλία και τα σχόλιά-μας, με τα ροφήματα, κρύα ή ζεστά, με τις προτάσεις και τις βιβλιοπαρουσιάσεις-μας. 304 αναρτήσεις, 153 βιβλιοπαρουσίασεις… Πιότερο σημαντικό είναι η διαδραστικότητα που με συνδέει με όλους εσάς που μπαίνετε στο καφενεδάκι-μας, διαβάζετε και πίνετε, σχολιάζετε ή περνάτε αθόρυβα το απόγευμά-σας… Σε σας χρωστάω γόνιμους διαλόγους, αποτελέσματα στατιστικών, σχόλια και καταθέσεις πάνω στα βιβλία που εκδόθηκαν πρόσφατα ή σε συγγραφείς που χρόνια τώρα ομορφαίνουν τις ελεύθερες ώρες-μας.
.
42 αναγνώστες (followers) έχουν διαλέξει το Βιβλιοκαφέ για τακτικό-τους στέκι κι άλλοι τόσοι για περιστασιακά περάσματα. Τους ευχαριστώ όλους για τη συντροφιά τα κρύα βράδια του χειμώνα και τα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού.
.
Φέτος, ωστόσο, δε θα μιλήσω για τα πεπραγμένα –ή καλύτερα για τα γεγραμμένα-μου. Θα αφήσω το λόγο στους επικριτές-μου, που έχουν να μου καταλογίσουν μύρια όσα. Ειδικά ένας συγγραφέας, του οποίου το βιβλίο -υποψιάζομαι- κρίθηκε από αυτόν τον ιστότοπο αρνητικά, κατεβαίνει ανώνυμος (ούτε καν ψευδώνυμος), για να με στολίσει σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο… σημειώνοντας συν τοις άλλοις ότι είμαι ανώνυμος!!! Αλλά κι άλλοι έχουν παρατηρήσει σαθρά και σάπια σ’ αυτήν την προσπάθεια και με τόλμη μού επιτίθενται, λίγοι με διάθεση διαλόγου και πολλοί “φωναίς και οργάνοις”. Αφιερωμένο, λοιπόν, σ’ αυτούς που με βοηθάνε να γίνω καλύτερος…:
.
- 9.3.2009: «Αν δεν βλέπετε ούτε χαρακτήρες, ούτε πλοκή, ούτε γλώσσα αλλά μόνο κακοχωνεμένο φιλοσοφικό στοχασμό, τότε μάλλον διαβάζετε κομμάτι βιαστικά ή βιάζεστε να ξεπετάξετε μια καταδικαστική κριτική για να επιβεβαιώσετε το επίθετο «Μέγας» του Φώτιου, να νιώσετε κι εσείς μεγάλος κριτικός.» (Σπύρος Γιανναράς)
- > [Για την υπογραφή μου «Πατριάρχης Φώτιος»:] «μη μου πείτε ότι το ψευδώνυμο αυτό δεν κρύβει απύθμενη οίηση»(Σπύρος Γιανναράς)
- > «προκλητική και κατά συρροήν κατεδαφιστική γνώμη του αυτοαποκαλούμενου κριτικού με το όνομα Πατριάρχης» και με ονομάζει «δειλό μασκοφόρο Πατριάρχη, ο οποίος μοιράζει λογοτεχνικές «κόκκινες κάρτες» κατά το δοκούν με επειχηρηματικές στρατηγικές που εξαντλούνται στις 300 λέξεις των ισχνών του κειμένων.» (Perastikos)
- 27.3.2009: «Απλά διαφωνώ καθετα με αυτη την προχειρολογία κάποιων ελληνικών μπλογκ, που εκφέρουν έναν αφοριστικό λόγο, κειμενολεζάντας, από καθέδρας και με υψωμένο δάχτυλο, διχως να στηρίζουν τα λεγόμενα τους με επιχειρήματα… Θάψτε όποιον θέλετε αγαπητέ μου, αλλά μπείτε στον κόπο να εκτεθείτε και εσείς εξηγώντας στο ποίμνιο σας το γ ι α τ ί ακριβώς, με λόγο και ανάλυση τουλάχιστον ισάξιο του "προς ταφή"» (Αλδεβαράν)
> «Ο άγνωστος Χ με το κωδικό όνομα Πατριάρχης, ο συγγράφων λιπόσαρκα κείμενα τα οποία βαφτίζει κριτικές(;), κατά συντριπτική πλειοψηφία ισοπεδωτικά αρνητικές, λέει από το ηλεκτρονικό του λαγούμι ευθαρσώς την γνώμη του … Αυτό που προτείνω να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε στην ανυποληψία του και να μην ασχολούμαστε μαζί του. Ας του σερβίρουμε ένα Καφέ με παξιμάδι κι ας τον αφήσουμε στην ησυχία της ηλεκτρονικής του σπηλιάς...» (Χanax)
- > «Πρόβλημα με τον εαυτό του φαίνεται να έχει ο Πατριάρχης. Η φοβερή οίηση και η χολή πάνε συχνά μαζί. Ο καημένος δεν μπορεί καλά καλά να διαβάσει αξιοπρεπώς ένα βιβλίο, πόσο δε μάλλον να το κρίνει. Κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του, κατεδαφίζει και απολαμβάνει ναρκισιστικά τα λόγια του. Η σκευή του φαίνεται εξαιρετικά ισχνή: έχει τσαλαβουτήξει σε κάποια στοιχειώδη κείμενα θεωρίας λογοτεχνίας και αναμασά ιδέες σαν τον τελευταίο άκαπνο «σχολιαστή» του Σαββατοκύριακου χωρίς καμία αγάπη για τη λογοτεχνία, αλλά μόνο για το παραφουσκωμένο του εγώ... Μην του δίνετε σημασία. Αυτή είναι η μόνη αντιμετώπιση που του αξίζει. Μπάς και στραφεί προς κανένα καθρέφτη να δει την αλήθεια κατάμουτρα...» (Anonymous)
- 13.4.2009: «Είναι τρομερά αστεία τα κείμενά σου. Ακριβώς διότι κάθε φορά που χτυπάς τα πλήκτρα αποκαλύπτεις την απύθμενη αγραμματοσύνη σου, την ασχετοσύνη του κακομοίρη, του ψωριάρη (με όρους Καραγκιόζη) που θέλει να γίνει Πατριάρχης.» (Anonymous)
- 26.4.2009: «Τσιμπάς δίχως δόλωμα έρμε, να σε δω όταν θα ρίξεις τα ράσα, όταν θα πέσει τούτη η φιδίδια προβιά.» (Anonymous)
- 20.5.2009: «Ποιος σας τα έχει μάθει αυτά αναρωτιέμαι.. Αυτό το μένος είναι πάντως εξαιρετικά ενδιαφέρον...» (Giorgio)
.
Έχω καιρό να φάω βρίσιμο και έχω αρχίσει να ανησυχώ…! Σταχυολόγησα απόψεις που αναρτήθηκαν μέσα στο 2009. Πήρα το μυστρί και μάζεψα όση λάσπη κόλλησε στην πόρτα, στα παράθυρα, στους τοίχους του Βιβλιοκαφέ… Μόλις μαζέψω κι άλλη, λέω να χτίσω μια ακόμα αίθουσα για να στεγάσω τραπεζάκια και κουζίνες και ένα ακόμα τζάκι. Όποιος συγγραφέας νομίζει ότι δεν έχει κανένας το δικαίωμα να κρίνει αρνητικά τα έργα του και γι' αυτό πρέπει να τα προστατεύσει επιτιθέμενος στον αναγνώστη του, καλά θα κάνει να βγει από τον γυάλινο πύργο του.
.
Από την άλλη, στοχάζομαι πάνω στις ατέλειές-μου και ακούω όλους όσοι έχουν να πουν κάτι εποικοδομητικό. Σκοπεύω από φθινόπωρο να κάνω αλλαγές, όσες κρίνω σκόπιμες κι όσες η ιδιοσυγκρασία-μου μου επιτρέπει. Περιμένω, λοιπόν, από όλους τους φίλους του Βιβλιοκαφέ να προτείνουν συγκεκριμένες ιδέες για ανανέωση και βελτίωση.
Καλές αναγνώσεις και γεύσεις σε όλους.
Πατριάρχης Φώτιος

Saturday, June 20, 2009

Μουσείο Ακρόπολης / Acropolis Museum

Το νέο Μουσείο Ακρόπολης

Η συμπύκνωση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η σύνδεση σύγχρονης και αρχαίας Ελλάδας, η βιτρίνα του πολιτισμού μας, η ακτινοβολία του κλασικού στο μοντέρνο και του διαχρονικού στο παρόν, η προσφορά του σήμερα στην ιστορία του, η κουλτούρα που γέννησε τον πολιτισμό, η αναβίωση ενός μεγαλείου… Αντιγράφω εδώ το μικρό άρθρο του BBC (19 Ιουνίου 2009) για το νέο Μουσείο Ακρόπολης με αφορμή τα επίσημα εγκαίνιά του.

The long-awaited Acropolis Museum in Athens is to be unveiled later.
The modern glass and concrete building, at the foot of the ancient Acropolis, houses sculptures from the golden age of Athenian democracy.
The £110m ($182m; 130m euros) structure also offers panoramic views of the stone citadel where they came from.
Culture minister Antonis Samaras said he hoped it would be the "catalyst" for the return of the Parthenon sculptures from the British Museum.
Some of the sculptures, also known as the Elgin Marbles, originally decorated the Parthenon temple and have been in London since they were sold to the museum in 1817.
The museum has long argued that Greece has no proper place to put them - an argument the Greek government hopes the Acropolis Museum addresses.
Mr Samaras said: "After several adventures, obstructions and criticism, the new Acropolis Museum is ready: a symbol of modern Greece that pays homage to its ancestors, the duty of a nation to its cultural heritage."
The building, set out over three levels, holds about 350 artefacts and sculptures that were previously held in a small museum on top of the Acropolis.
Antique ceramics and sculptures are displayed on the first floor while the Caryatids - columns sculpted as females holding up the roof of a porch on the southern side of the Erechtheum temple - dominate the top of a glass ramp leading up the second floor.
'Act of barbarism'
Sculptures from the Temple of Athena and the Propylaea entrance to the Acropolis will be displayed on the second floor, while the third features a reconstruction of the Parthenon Marbles.
The reconstruction is based on several elements that remain in Athens as well as copies of the marbles still housed in the British Museum. The London institution holds 75 metres of the original 160 metres of the frieze that ran round the inner core of the building.
The copies of those held in the British Museum are differentiated by their white colour - because they are plaster casts, contrasting with the weathered marble of the originals.
Museum director Prof Dimitris Pandermalis said the opening of the museum provides an opportunity to correct "an act of barbarism" in the sculptures' removal.
"Tragic fate has forced them apart but their creators meant them to be together," he said.
Bernard Tschumi, the building's US-based architect, said: "It is a beautiful space that shows the frieze itself as a narrative - even with the plaster copies of what is in the British Museum - in the context of the Parthenon itself."
(http://news.bbc.co.uk/2/hi/entertainment/arts_and_culture/8110010.stm )

Tuesday, June 16, 2009

Χυμός ανανάς: μεταφραστές

Οι γεφυροποιοί δύο πολιτισμών

Σε μια μίνι δημοσκόπηση (25.10.2008) που είχα διενεργήσει, φάνηκε ότι, ενώ το 34% των αναγνωστών διαβάζει ελληνική πεζογραφία, το 50% διαβάζει ξένη. Κι είναι λογικό, αφού ως κουλτούρα είμαστε ανοιχτοί σε επιρροές, αντλούμε από τις μεγάλες λογοτεχνίες πρότυπα, αλλά και δεν παύουμε να αναζητούμε (έστω και λιγότερο) κείμενα από περιφερειακές λογοτεχνίες.
Κι εδώ θέλω να ασχοληθώ με μια παραγνωρισμένη κατηγορία ανθρώπων, τους μεταφραστές, οι οποίοι είναι στην ουσία οι διαμεσολαβητές ανάμεσα στην ξενόγλωσση λογοτεχνία και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Χιλιάδες ποιοτικά βιβλία που κυκλοφορούν στο εξωτερικό, κλασικά και σύγχρονα, όταν μεταφραστούν φέρνουν τον μέσο Έλληνα σε επαφή με τον πολιτισμό και την τέχνη της Ευρώπης και της Αμερικής. Ταυτόχρονα, όμως λογοτεχνίες όπως η αραβική, η κινεζική, η εβραϊκή, η γιαπωνέζικη κ.ο.κ. γίνονται γνωστές μέσα από τις μεταφράσεις τους. Δεν ξεχνώ ότι είμαστε γλωσσομαθής λαός κι έτσι υπάρχουν μεταφραστές για όποια λίγο πολύ γλώσσα του κόσμου κανείς επιθυμεί.
Δεν ξέρω ακριβώς πώς γίνεται η δουλειά: δηλαδή ο μεταφραστής διαβάζει ένα ξενόγλωσσο βιβλίο και το προτείνει στον εκδοτικό οίκο ή τα λαγωνικά των εκδόσεων βρίσκουν το κελεπούρι και το αναθέτουν σε κάποιον. Φαντάζομαι και τα δύο. Ο μεταφραστής λοιπόν διαδραματίζει καίριους ρόλους στην αλυσίδα του βιβλίου: α) αναγνώστης τον οποίο κερδίζει το όποιο βιβλίο και το αξιολογεί ανάλογα, β) διαμεσολαβητής δύο πολιτισμών, γ) χειριστής γλώσσας, δ) εργάτης μιας κοπιαστικής δουλειάς, ε) συν-συγγραφέας, αφού συχνά λέγεται ότι μια καλή μετάφραση είναι κατά βάθος μια επαναγραφή του πρωτότυπου.
Συνειδητοποιώ ότι χρωστάω πολλά στους γνωστούς και αγνώστους μεταφραστές. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτούς που ανοίγουν τους ορίζοντες της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, αλλά κυρίως σ’ αυτούς που φέρνουν στο σπίτι μου αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, κλασικά έργα μεγάλων συγγραφέων, ποίηση απ’ όλο τον κόσμο, φρέσκα κείμενα που δείχνουν τάσεις και δυναμικές, καλογραμμένα αφηγήματα που με φέρνουν πιο κοντά στη σκέψη άλλων λαών. Και φυσικά η στάθμη της διεθνούς λογοτεχνίας αποτελεί και τη λυδία λίθο ελέγχου της δικής μας παραγωγής.
Για όλους αυτούς τους λόγους εδώ και λίγο καιρό αναζητώ το όνομα του μεταφραστή, για να το συγκρατήσω δίπλα στα υπόλοιπα στοιχεία ταυτότητας του έργου. Και πάλι ευχαριστώ.

Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 14, 2009

Αμερικάνικος καφές με γάλα: Γιώργος Ρωμανός

“Καζαμπλάνκα καφέ”
εκδόσεις Άγκυρα
2008


Ο πρωταγωνιστής αφήνει τη ζωή στην Ελλάδα και επιχειρεί μια κρουαζιέρα προς τον Ινδικό ωκεανό και ακόμα πιο μακριά μέχρι τα εξωτικά νησιά Ορούρα. Το ταξίδι αυτό είναι ταυτόχρονα αναψυχής αλλά και ανασυγκρότησης, συλλογής εμπειριών αλλά και διεξόδου. Όλα αυτά ωραία. Το πλοίο ως μικρόκοσμος ποικίλων τάσεων, το ταξίδι ως μορφή αυτογνωσίας, το σκηνικό βγαλμένο από τον Μεγάλο Ανατολικό του Εμπειρίκου με την ποίηση να κυριαρχεί… Η σύλληψη, αν και όχι πρωτότυπη, έχει εν δυνάμει πολλές προοπτικές και θα μπορούσε να αποδώσει. Κι ο αναγνώστης δεν δυσφορεί με την αφήγηση, αφού είναι αρκούντως χαλαρή και ακώλυτη.
Και ρωτάω εγώ: τι κάνω αν δω από την αρχή σχεδόν ότι πάνω σ’ αυτήν τη σύλληψη η γραφή αδυνατεί και ο στόχος είναι αδύνατο με τα μέσα που διατίθενται να επιτευχθεί; Τι κάνω όταν η γλώσσα επιμένει να είναι αδούλευτη, προσπαθεί να ανορθωθεί με ποιητική διακειμενικότητα, αλλά που τελικά βουλιάζει μέσα στα λάθη της και στο χαλαρό, άνευρο ύφος της. Προσωπικά διαβάζω παρακάτω από περιέργεια μπας και διαψευστώ, αλλά και με το άλλοθι ότι δεν είναι δύσκολο βιβλίο και επομένως θα το τελειώσω εύκολα.
Κι όντως το τελείωσα. Ο αφηγητής ανεπαρκώς σκιαγραφημένος, το δόλωμα του θανάτου, τον οποίο μόλις που αντιλήφθηκε ο ήρωας και θα ήθελε να διαλευκάνει, δεν πείθει κανέναν, η ερωτική ατμόσφαιρα που πλανάται και είναι εν σπέρματι πορνογραφική αλλά δοσμένη με την εκλέπτυνση της λογοτεχνικής φόρμας (λέμε τώρα) δεν πετυχαίνει τίποτα, ούτε δομικά ούτε νοηματικά, τα διάφορα περιστατικά και οι συλλογισμοί –εν είδει διαλόγων ιδεών και συλλογισμών- περνάνε σαν άχρωμα συμβάντα και θεωρητικοί διαλογισμοί χωρίς αντίκρυσμα…

Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, June 10, 2009

Ελληνικός καφές με καϊμάκι. Νίκος Θέμελης

“Οι αλήθειες των άλλων”
εκδόσεις Κέδρος
2008


Είχα ξαναγράψει ότι ο Θέμελης ζει και γράφει στο φυσικό του περιβάλλον, όταν μιλάει για άλλες εποχές, απλώνει το πέπλο της ατμόσφαιρας του παρελθόντος, κεντάει τις λεπτομέρειες μια παλαιικής ζωής. Και βγήκα αληθινός με το τελευταίο του βιβλίο που αναφέρεται στη Μικρασιατική καταστροφή και πιο συγκεκριμένα στον εγκλιματισμό ενός Έλληνα, ο οποίος, ενώ καταρχάς έμεινε στις Κυδωνιές σαν Τούρκος, κατάφερε να περάσει στην Ελλάδα κουβαλώντας μπαούλα με χειρόγραφα και βιβλία, κειμήλια άλλων εποχών, κομμάτια της παράδοσης του τόπου.
Το θετικό κομμάτι του βιβλίου έγκειται, όπως προείπα, στη δυνατότητα του συγγραφέα να πλάθει άρτια τον κόσμο μιας άλλης εποχής, να μυεί τον αναγνώστη στο περιβάλλον της, να στήνει θεατρικά σκηνικά με προσοχή στις λεπτομέρειες και με μια γραφή που να αποτυπώνει το παρελθόν, χωρίς η ίδια να είναι παλιομοδίτικη ή παρωχημένη.
Κι εδώ τελειώνουν τα θετικά κι αρχίζουν οι επιφυλάξεις. Ο Θέμελης φαίνεται ότι άκουσε ότι το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα αποκαλύπτει μια νέα θεώρηση της ιστορίας και έσπευσε να το υιοθετήσει, προκειμένου να μη σταθεί –όπως στα προηγούμενά του- μόνο στο κλίμα μιας άλλης εποχής, μακριά όμως από τους προβληματισμούς των καιρών μας. Τι κάνει λοιπόν; Ένα χειρόγραφο από το Άγιο Όρος αποκαλύπτει ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν σκοτώθηκε ηρωικά στην Πόλη, αλλά φυγαδεύτηκε κρυφά στον Άθω. Αυτή η φοβερή αλήθεια κλονίζει τα ιδεολογήματα που γαλουχούσαν γενιές επί γενεών και φυσικά δεν γίνεται εύκολα δεκτή από τους Έλληνες. Έτσι η ατμόσφαιρα Ηλία Βενέζη και Γιασάρ Κεμάλ, με τις ήπιες σκηνές χωρίς έντονη δραματικότητα, έρχεται να συναντήσει την «Ιερά Παγίδα» της Λείας Βιτάλη και την ανακίνηση ζητημάτων γύρω από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1454.
Πού είναι το πρόβλημα; Επειδή όλη η υπόθεση στηρίζεται στο αποκαλυπτικό …χειρόγραφο, αυτό έπρεπε να είναι πειστικό και καλυμμένο με την αχλή της ιστορικής ανατροπής. Αντίθετα, ο Θέμελης το προσεγγίζει βιαστικά, ίσα ίσα που μιλάει γι’ αυτό, δεν πείθει για την αξιοπιστία του, δεν τονίζει την αλήθεια που φανερώνει με τρανταχτές …ενδείξεις, φανταστικές ή πραγματικές, που να δείχνουν την άλλη όψη των γεγονότων. Το αποτέλεσμα είναι όλο το εγχείρημα να στέκεται στο κενό, να μην εγκλωβίζεται ο αναγνώστης στη νέα αντίληψη των πραγμάτων και έτσι όλα να μένουν σε μια απλή απόπειρα και όχι σε ένα ουσιαστικό ξαναδιάβασμα της ιστορίας.
Ο Θέμελης ξαναγυρίζει στα γνώριμα εδάφη, αλλά παρασύρεται από τις σειρήνες των καιρών για ανανέωση και καινοτομίες και γι’ αυτό δεν έφτασε ξανά στο επίπεδο της χρυσής τριάδας των ιστορικών του μυθιστορημάτων.


Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, June 07, 2009

Χυμός φράουλα: λογοτεχνία και πολιτική

Ευρωεκλογές σήμερα και μπροστά στην αδιάφορη ψήφο είπα να δούμε τη θέση της λογοτεχνίας μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι. Και προφανώς δεν αναφέρομαι στο πόση λογοτεχνία (και αν) διαβάζουν οι πολιτικοί ή αν οι περισσότεροι προβάλλουν το διάβασμα ως βιτρίνα της επικοινωνιακής τους πολιτικής.
Αναφέρομαι στο πολιτικό μυθιστόρημα (ή έστω στο κοινωνικοπολιτικό), που προσπαθεί να συλλάβει τα δεινά της δημοκρατίας του σήμερα, να ανιχνεύσει μέσα στην πλοκή του τα αίτια της πολιτικής μας κακοδαιμονίας, να αποτυπώσει προβληματισμούς που θα ευαισθητοποιήσουν τους αναγνώστες και θα τους βοηθήσουν να σκεφτούν πολιτικά και κριτικά. Η γενικότερη αίσθηση είναι τέτοια μυθιστορήματα δεν υπάρχουν σε τέτοιο βαθμό ή σε τέτοια ποιότητα που να καθορίσουν τη σκέψη μας. Πέρασε η δεκαετία του ’70, όπου η πολιτική σήμαινε οργάνωση και εδραίωση της δημοκρατίας και η λογοτεχνία έκρινε (και καθόριζε) το πέρασμα από τη χούντα στον δημοκρατικό βίο της χώρας. Από τη δεκαετία του ’80 και σταδιακά όλο και περισσότερο η πολιτική λογοτεχνία φθίνει μαζί με τη γενικότερη αποχή από τα κοινά.
Σήμερα, μπορώ να σκεφτώ τρεις-τέσσερις κατηγορίες πολιτικών έργων, που κάπως κινούν τα στάσιμα νερά.
α. κοινωνικοπολιτικά έργα που αναζητούν τα αίτια της πολιτικής παρακμής και βάλλουν περιφερειακά το πολιτικό σκηνικό μέσα από την ευρύτερη κοινωνική καθίζηση.
β. λογοτεχνικά κείμενα που ασχολούνται με την τρομοκρατία και συζητούν τη δράση της με όρους πολιτικούς.

γ. παρωδιακά και χιουμοριστικά έργα που ειρωνεύονται και σατιρίζουν το πολιτικό γίγνεσθαι, καθώς και τα τραγελαφικά όρια της μιντιακής δημοκρατίας μας.
(Η ευφυέστατη γελοιογραφία είναι δημοσιευμένη στα χθεσινά Νέα της 6ης Ιουνίου 2009)
δ. ιστορικά μυθιστορήματα και διηγήματα που ανασκαλεύουν τον Εμφύλιο, την Κυπριακή Τραγωδία, τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας, τα
εθνικά συμφέροντα με
ρίζες σε άλλες εποχές. Έμμεσα δηλαδή η ιστορία έρχεται να φωτίσει τις καταβολές των σύγχρονων διχασμών και παθών.
Στην ουσία λίγα πράγματα, πιθανότατα γιατί η εποχή είναι περισσότερο ατομικιστική παρά συλλογική, περισσότερο ευδαιμονική παρά προοδευτική, περισσότερο των ατομικών μεριμνών παρά των κοινωνικοπολιτικών αγώνων.
Καλή ψήφο ή γόνιμη αποχή
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, June 04, 2009

Φραπές με παγάκια: Τάσος Ρούσσος

Τάσος Ρούσσος
“Πλουτώνειο”
εκδόσεις Καστανιώτη
2008


Επιστημονική φαντασία, λογοτεχνία του φανταστικού κ.ο.κ.: ποια η στάθμη της σήμερα, ειδικά στην Ελλάδα;
Αν η πρωτοτυπία ήταν αρκετή, τότε θα διαβάζαμε ευφάνταστες ιστορίες παιδιών. Αν το μεταφυσικό και το διφορούμενο αρκούσαν, τότε η επιστημονική φαντασία θα ήταν η λογοτεχνία της πρώτης γραμμής. Αν η προσέγγιση άλλων κόσμων έφτανε για να καμφθεί η απαιτητικότητα του αναγνώστη, τότε ξέραμε από τώρα σε ποιους θα πήγαιναν τα Νόμπελ.
Επειδή όμως όλα αυτά δεν είναι αρκετά, για να απολαύσει ο αναγνώστης και ταυτόχρονα να ικανοποιηθεί αισθητικά, κάθε τέτοιο έργο οφείλει πρώτα να έχει λογοτεχνική αξία, ώστε να διοχετεύσει την φαντασία και την υπέρβαση του δημιουργού σε λόγο και πλοκή. Κι ο Ρούσσος εδώ δεν τα κατάφερε. Ναι, ψάχνει πρωτότυπες ιδέες, κινείται στο πλαίσιο του φανταστικού με τις δισημίες των εικόνων του, με τις πολλές ερμηνείες μεταφυσικών φαινομένων, με την αναγωγή της δράσης σε μια άλλη σφαίρα πάνω από τη γήινη. Τρεις νέοι, στους οποίους ο έρωτας είναι στόχος, βλέπουν στο πλουτώνειο σπήλαιο της Ελευσίνας οξειδώσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως τερατώδεις μορφές. Φωτογραφίζουν τα τοιχώματα και μέσω των φωτογραφιών ζουν μια μεταφυσική εμπειρία στις απώτατες εποχές του χρόνου, όταν έγινε η τερατομαχία που απολίθωσε τους κακούς. Τώρα όμως επιχειρούν να βγουν…
Αλλά: 1. από την αρχή φαίνεται ότι η όλη σύλληψη δεν έχει κανένα βάθος. Η ιστορία παίζει με το ρεαλιστικό και το υπέρ-λογο, χωρίς άλλο στόχο από το παιχνίδι. 2. οι διάλογοι είναι άτεχνοι, αφύσικοι, οι ερωταπαντήσεις φαίνονται συχνά στημένες, το δέσιμο των χαρακτήρων αποτυχημένο, 3. οι ερμηνείες που παρατίθενται είναι ενίοτε βάσιμες κι ενίοτε αβάσιμες, σαν να μην υπάρχει καθόλου ο νόμος της πλάνης και της διάψευσης, αφού όλα είναι πιθανά και όλα απίθανα, 4. τα δευτερεύοντα πρόσωπα μπαίνουν στην υπόθεση προκατασκευασμένα και γι’ αυτό αφύσικα. Τη στιγμή που τα χρειάζεται η δράση, τότε στήνεται μια σκηνή εισδοχής τους στην ιστορία. Όλα φαντάζουν επιτηδευμένα, τεχνητά, λογικά στη μεταφυσικότητά τους.

Αν η λογοτεχνία του φανταστικού, της επιστημονικής φαντασίας, της αστυνομικής πλοκής ή οποιουδήποτε άλλου είδους που παλαιότερα θεωρούνταν παραλογοτεχνία δεν μπορέσει να ανδρωθεί με αισθητικές αρχές και με εμβαθύνοντα λόγο, δεν πρόκειται να γεννήσει μεγάλα έργα. Και στην Ελλάδα είμαστε πολύ πίσω.

Πατριάρχης Φώτιος

Monday, June 01, 2009

Πικρός ελληνικός διπλός: Μαρίνα Καραγάτση

"Το Ευχαριστημένο, ή οι δικοί μου άνθρωποι"
εκδόσεις Άγρα
2008


Βραβείο Μυθιστορήματος περιοδικού Διαβάζω 2009.
Είχα διαβάσει το βιβλίο κάποια στιγμή τα Χριστούγεννα, αλλά κάτι με ενοχλούσε, κάτι με έκανε να προβληματίζομαι για το τι διάβασα. Μάζεψα κριτικές και σκέφτηκα πολύ για το είδος του κειμένου, για την υφή του, για την αξία του. Θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας και να βγω από τον λαβύρινθο της ανάγνωσης και της αξιολόγησης, τώρα που έχω στα χέρια μου τις βαθμολογίες που πήρε από την κριτική επιτροπή στο Διαβάζω Ιουνίου (έσπευσα να το αγοράσω σήμερα το πρωί).
1. Είναι μυθιστόρημα; Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι στο βιβλίο αποφεύγεται ο όποιος χαρακτηρισμός, γεγονός πολύ σημαντικό αφού κάθε έργο διαβάζεται με βάση τον ειδολογικό προσδιορισμό που προβάλλεται. Η Θεοδοσοπούλου (http://maritheodo.blogspot.com/2009/04/blog-post_549.html ) εκφράζει τις αντιρρήσεις της για το αν είναι μυθιστόρημα: «Στα υ­πο­ψή­φια βι­βλία για το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται το βι­βλίο της Μα­ρί­νας Κα­ρα­γά­τση, «Το ευ­χα­ρι­στη­μέ­νο ή οι δι­κοί μου άν­θρω­ποι», το ο­ποίο, α­κό­μη κι αν δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κές α­ρε­τές, εί­ναι μαρ­τυ­ρία εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού χα­ρα­κτή­ρα και ό­χι μυ­θι­στό­ρη­μα. Διό­λου α­πί­θα­νο, ως υ­πο­ψή­φιο προς βρά­βευ­ση στην εν λό­γω κα­τη­γο­ρία, να λει­τουρ­γή­σει ως άλ­λο­θι ε­ξο­στρα­κι­σμού α­μι­γώς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών βι­βλίων.».
Ο Ζήρας απαντά στο περ. Διαβάζω Μαΐου (σελίδα 30): «Εδώ [στη συγκεκριμένη απορία της Μ.Θ.] δεν μπορώ να πω πολλά, και τούτο διότι το δυσκολότερο πράγμα σήμερα είναι να ορίσεις με ευκρίνεια και πειστικότητα αν ένα κείμενο που εξ υπαρχής του καταργεί τα όρια των ειδών, είναι ποίηση, διήγημα, βιογραφία, μυθιστόρημα ή οτιδήποτε άλλο. Τέτοιο είναι και το πεζό της Καραγάτση. Ένα κατεξοχήν υβριδικό αφήγημα που με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσα να το κλείσω στο άλλωστε αμφίλογο ορισμό της Θεοδοσοπούλου μαρ­τυ­ρία χα­ρα­κτή­ρα εν­δοοι­κο­γε­νεια­κού. Ας με συγχωρεί, γνώμονας για το πεζό αυτό δεν είναι το αν αποτελεί μαρτυρία και πόσο, αν πρωταγωνιστές του είναι πρόσωπα που υπήρξαν, αλλά το αν έχει στοιχεία της μυθοπλασίας. Αν δηλαδή ο συγγραφέας του επινοεί μια πραγματικότητα που όσο κι αν το θέλει δεν είναι η πραγματικότητα που έζησε αλλά μια άλλη, φανταστική».
Η Θεοδοσοπούλου ανταπαντά (http://maritheodo.blogspot.com/2009/05/blog-post_9751.html ) θεωρώντας την άποψη του Ζήρα: «Ερμη­νεία, που θυ­μί­ζει τις ευ­φά­ντα­στες ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­να­γνώ­σεις τύ­που Γκυ Σωνιέ. Κα­τά τα άλ­λα, α­πό τα πολ­λά που γρά­φτη­καν στον Τύ­πο για το βιβλίο, ου­δείς έ­θε­σε υ­πό αμ­φι­σβή­τη­ση ό­σα μαρ­τυ­ρού­νται για την οικογέ­νεια Κα­ρα­γά­τση. Αναμ­φι­βό­λως, το βι­βλίο θα α­πο­τε­λέ­σει έ­να σταθε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς για τις μελ­λο­ντι­κές με­λέ­τες πά­νω στο έρ­γο του Κα­ρα­γά­τση. Και βε­βαίως, αν το βι­βλίο α­φο­ρού­σε μια οι­κο­γέ­νεια ονό­μα­τι... Δρα­γά­τση, θα πή­γαι­νε “α­διά­βα­στο”, ό­πως και πλεί­στα άλ­λα της ε­τή­σιας σο­δειάς.»
Προσωπικά με πείθει πιο πολύ η γνώμη της Θεοδοσοπούλου (έστω κι αν έχω εκφραστεί αρνητικά παλαιότερα για την πένα της) και όχι του Ζήρα (έστω κι αν καταπιαστεί πάλι στη στήλη του στο «διαβάζω» με τα ιστολόγια, σαν το δικό μας, που μιλάνε για τη διαμάχη των κριτικών). Τουλάχιστον αυτός ήταν ένας διάλογος με επιχειρήματα.

2. Στα θετικά του βιβλίου αναφέρθηκε ο φωτισμός του πατέρα Καραγάτση από την κόρη του (Γαραντούδης, Τα Νέα, 28.6.2008), σημείο που εντοπίζει και η Χριστίνα Παπαγγελή στο ιστολόγιό της (http://anagnosi.blogspot.com/2008/10/blog-post_17.html ) «Βρήκα σπαραχτικό το να νιώθει αυτού του είδους την απόρριψη η κόρη από μέρους του Πατέρα, ενός πατέρα που δεν κανει άλλο παρά να προβάλλει -κλασικά- τον εαυτό του στην κόρη του. Προς τιμήν της, η συγγραφέας δε σχολιάζει ούτε προβαίνει σε χαρακτηρισμούς. Άλλωστε δεν το επιτρέπει η «δομή» του βιβλίου, ο τρόπος που διάλεξε να ξεδιπλώσει την προσωπικότητα του Καραγάτση, εφόσον μιλά ο ίδιος.». Ο Κούρτοβικ συμπληρώνει (Τα Νέα, 27.9.2008): «΄Ισως ο μεγαλύτερος έπαινος για το βιβλίο της είναι ότι μας κάνει να ξεχάσουμε γρήγορα τον πραγματικό Καραγάτση και μας παρασύρει στη γοητεία μιας αφήγησης που στέκει θαυμάσια από μόνη της, ανεξάρτητα από την ιστορικότητα των χαρακτήρων της. Και ωστόσο, σε σχέση ακριβώς με αυτή την ιστορικότητα, η συγγραφέας είναι ειλικρινής, τολμηρή και δίκαιη, με μια μορφή δικαιοσύνης που πηγάζει από συναισθηματική ωριμότητα και αισθαντική κατανόηση, όχι από μια σπασμωδική προσπάθεια δικαίωσης, με την υποβάθμιση των προσωπικών ελαττωμάτων και τον υπερτονισμό των αρετών, όπως συμβαίνει τόσο συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις.»
Ο Γαραντούδης εντοπίζει επίσης «το θεματικό εύρος και την αφηγηματική συνθετότητά του, αλλά και την αναμφίβολη αισθητική αξία του». Ο Βιστωνίτης αναφέρει ότι πρόκειται «για νοσταλγική και πικρή αναδρομή στο παρελθόν που αναπλάθει την ιστορία μιας από τις γνωστότερες αστικές οικογένειες της εποχής. Είναι ένα χρονικό, θα λέγαμε, του συναισθήματος το οποίο εκτυλίσσεται μέσω της ανάκλησης της παιδικής ηλικίας και ταυτοχρόνως μια κατάθεση ψυχής.» (Το Βήμα, 6.7.2008). Και ο Κούρτοβικ αποδίδει τα εύσημα στην Καραγάτση: «Η δύναμη και η ουσία του βιβλίου της βρίσκονται στα ολοζώντανα, ζεστά, πλούσια σε αποχρώσεις και γεμάτα ανθρώπινες αντιφάσεις πορτρέτα των «δικών της ανθρώπων». Ο Καραγάτσης, πληθωρικός, εγωπαθής, βίαιος, γυναικάς, αλλά και συναισθηματικά ευάλωτος, γενναιόδωρος και ευθύς· η Νίκη Καραγάτση, με την έμφυτη σεμνότητα και την ήρεμη σταθερότητά της· η γιαγιά Μίνα, νησιώτισσα αστή παλαιών αρχών, αλλά και με συχνά αφοπλιστικό κοινό νου·».

3. Στα αρνητικά του βιβλίου ο Βιστωνίτης αναφέρεται στην απουσία διαφοράς μεταξύ των φωνών των αφηγητών, αφού «πουθενά δεν έχεις την αίσθηση ότι η διαφορά της ομιλίας συνεπάγεται και αλλαγή στο ύφος - στην ουσία πρόκειται για διαφορά απόχρωσης γιατί το βιβλίο έχει αφηγηματική ταυτότητα πέραν των πρωταγωνιστών-αφηγητών: αυτή της Μαρίνας Καραγάτση.» (Το Βήμα, 6.7.2008).
Καλό μήνα
Πατριάρχης Φώτιος