Tuesday, July 07, 2009

Cappuccino vanilla nut: Λένα Κιτσοπούλου

“Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.”
εκδόσεις Κέδρος
2009


Την Κιτσοπούλου τη γνωρίσαμε με τη συλλογή διηγημάτων “Νυχτερίδες”, η οποία απέσπασε το βραβείο του περιοδικού "Διαβάζω" για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Τώρα την ξαναμαθαίνουμε με έναν (δραματικό) μονόλογο, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο πεζό που διαβάζεται και στο θεατρικό που παίζεται.
Μαιρούλα σημαίνει μπούχτισμα. Μια καθημερινή κοπέλα, χωρίς πολλά στοιχεία για την ταυτότητά-της, γεγονός που της δίνει καθολική διάσταση, ζει την απλή ζωή-της, με μια συμβατική σχέση που της δίνει στιγμές σεξ και απόλαυσης (;), αλλά χωρίς να νιώθει καμιά ιδιαίτερη χαρά και να μην βρίσκει κανένα νόημα να τη γεμίζει. Μαιρούλα σημαίνει αυτοκτονία, αφού η ζωή που ζει δεν την εκφράζει, καθώς όλες οι συμβατικότητες-της καθημερινότητας δεν γίνονται ανεκτές, αφού ο κομφορμισμός σε κάθε προσπάθεια καταντά μια ανυπόφορη υποκρισία.
Η γνώμη-μου για τη ΜΑΙΡΟΥΛΑ δεν μπορεί να είναι συνολική και τεκμηριωμένη, αφού δεν έχω δει την παράσταση. Κι όταν ένα κείμενο γράφεται για να ανέβει στο θέατρο, είναι λειψή η αίσθηση που αφήνει απλώς η ανάγνωση. Γενικά το ρούφηξα, καθώς η γλώσσα της Κιτσοπούλου είναι, όπως πάντα, σπιντάτη, εκρηκτική, αντικομφορμιστική, ειρωνική, αυτοσαρκαστική… Η κατάληξη δεν είναι εξ αρχής αναμενόμενη, αφού η αντίδραση της πρωταγωνίστριας-αφηγήτριας δεν ενέχει κατάθλιψη και απογοήτευση, αλλά πιότερο αγανάκτηση και ανία. Αυτό το αίσθημα του «όλα καλά», αλλά τίποτα ιδιαίτερο, η υγεία είναι σοβαρό θέμα αλλά δεν αρκεί, η ζωή δεν ισοδυναμεί με επιβίωση, σεξουαλική ολοκλήρωση σαν ζώο και το «no news, good news» περνάει σε μας, που καταλαβαίνουμε πόσο μάταια είναι τα δεδομένα της ζωής αν δεν οδηγούν σε μια ανάταση.
Το κείμενο θα το χαρακτηρίζαμε μετα-φεμινιστικό, αφού εκφράζει τα απωθημένα της γυναίκας όχι εναντίον των ανδρών αλλά εναντίον της θέσης της γυναίκας, έστω κι αν αυτή είναι απελευθερωμένη και δυναμική. Το μόνο που με κάνει να σφίγγομαι είναι μια αίσθηση κλισέ συμπεριφοράς, όχι τόσο φράσεων (υπάρχουν κι αυτές) αλλά μιας στερεότυπης συμπεριφοράς, που κάνει τη Μαιρούλα καθολική αλλά και τετριμμένη, μια νέα εξεγερμένη χωρίς λόγο και για πολλούς λόγους.

Πατριάρχης Φώτιος

18 comments:

Pellegrina said...

Η γνώμη μου είναι πως η Κιτσοπούλου είναι πραγματικά ταλαντούχα (έχω διαβάσει τις Νυχτερίδες, τις είχα ξεχωρίσει πολύ προτού ακουστούν), αλλα΄ασφυκτιά στον κοινωνικό περίγυρο στον οποίο (φαντάζομαι ότι)κινείται και στην περιορισμένη και απολίτικη ματιά του. Επίσης ασφυκτιά στην ίδια την εικόνα της και στα πάμπολλα κλισέ της. Ίσως μείνει εκέι, ίσως μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας δώσει ευρύτερου ορίζοντα έργα. πάνΤως είναι αξιόλογη περίπτωση νομίζω, όχι με τον τροπο και για τους λόγους που την προβάλουν (που ειναι επίσης κλισέ). Έχει μια πολύπλευρη δημιουργικότητα (από ό,τι κατά τύχην γνωρίζω, εκτός από ηθοποιός και συγγραφέας, τραγουδάει και ακόμη, ζωγραφίζει)που θα άνθιζε πιο αποτελεσματικά κατω από άλλες συνθήκες. Ίσως τις βρει μόνη της.(Αφού το σύστημα δεν την βοηθάει ουσιαστικά, μόνο επιφανειακά)

Για τις Νυχτερίδες: θυμάμαι ότι με εντυπωσίασαν ως γραφή, Ωστόσο, δύσκολα θα την ξαναδιάβαζα, μου δίνει την αίσθηση πνιγηρής και υπερβολικής επανάληψης.

Παρατήρηση: δεν εχω διαβάσει το Αγριο βελούδο, αλλά η θεματολογία του όπως την παρουσίασες μου φάινεται παρόμοια με των Νυχτερίδων. Πώς θα ηταν μια συγκριτική ανάγνωση; (ίδιο θέμα, άλλη γραφή. Κάνει η γραφή το θέμα; Το Πώς είναι το "τι";) κλπ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pelligrina,
είναι αλήθεια πως όπως το θέτεις με πείθεις. Στην ουσία με έκανες να συνειδητοποιήσω τι με κάνει διστακτικό στο να αποδεχτώ ολόψυχα αυτή τη σπιντάτη γραφή. Είναι η αίσθηση πως, μολονότι η Μαιρούλα είναι αρκετά διαφορετική από τις Νυχτερίδες, εκφράζει ταυτόχρονα την ίδια κλειστή κοσμοαντίληψη. Αυτό το αντιφατικό (όμοιο και διαφορετικό μαζί) θέλει υπομονή, για να επαληθεύσουμε αν θα γίνει μανιέρα στα επόμενα έργα της ή θα εξελιχθεί σε μια πρωτεϊκή μορφή γραφής, ικανή να είναι η ίδια και συνάμα άλλη.
Πατριάρχης Φώτιος

Μύρων Κατσούνας said...

Στο ίδιο θεματικό κύκλο εγγράφεται κι ο μονόλογος "το πρασινό μου το φουστανάκι" (έτσι, νομίζω, λεγόταν) που είχε ανεβεί στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας με ερμηνεία της Σκουλά. Δεν γνωρίζω εάν έχει εκδοθεί.
Προσωπικά δεν βρισκώ λόγο γιατί κανείς να παύσει να σκάβει στο ίδιος πρανές, αν (νομίζει ότι) έχει βρει φλέβα.

Pellegrina said...

συμφωνώ μαζί σου, Μύρωνα. Συνήθως στο ίδιο σκάβουν και ξανασκάβουν όλοι. Απλώς, υποκειμενικά εντελώς, η επιφυλακτικότητά μου αφορά τον ίδιο το πρανές, όχι την επανάληψη!

(και πάλι, ουτε αυτό! γιατί το ίδιο "πρανές" μπορεί να επεκταθεί, να συνορεύσει, να υψωθεί, να φωτιστεί, να λιπανθεί (πωπω μεταφορές!!. Ο δημιουργός που επιμένει τελικα έτσι αναπτύσσεται νομίζω. Από τις δικές του εμμονες ξεκινά, είναι πιο ειλικρινές αυτό από το να ψάχνει τι γράφουν άλλοι. Αλλά μετά, πάμε παρακάτω, να, αυτό.

(καλά, όλο τα ίδια λέμε!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Μύρωνα,
"Το πράσινό μου το φουστανάκι" είναι ο θεατρικός τίτλος της ΜΑΙΡΟΥΛΑΣ. Μήπως είδες την παράσταση, ώστε να έχουμε και τη γνώμη ενός θεατή;
Πατριάρχης Φώτιος

Sue said...

Έχω διαβάσει μόνο τις "Νυχτερίδες" της Κιτσοπούλου και μου άρεσε η ωμός ρεαλισμός της και το καθόλου αναμενόμενο τέλος των ιστοριών της - υπάρχει αυτή η δύναμη και η λιτότητα της γλώσσα της και στη ΜΑΙΡΟΥΛΑ;

ΥΓ: "Το πράσινό μου το φουστανάκι" είναι ο θεατρικός μονόλογος που έγραψε η Κιτσοπούλου και ανέβηκε σε κοινή παράσταση με την "Τελευταία Μάρθα" του Αλέξη Σταμάτη με τον τίτλο "Κρυψώνες" στη Β' σκηνή του θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας πέρυσι.

Sue said...

ΥΓ2: Πατριάρχα, αναρωτιέμαι πόσο λογοτεχνική, θεατρικά "αποστασιωποιημένη" άποψη μπορούμε να έχουμε για το κείμενο της ΜΑΙΡΟΥΛΑς μιας κι είναι γραμμένο αποκλειστικά για το θέατρο όπου η σκηνοθετική ματιά, η ερμηνεία του/της ηθοποιού (με το σώμα, τις εκφράσεις, την άρθρωση στην εκφορά του λόγου) ο περιβάλλον χώρος που σε προδιαθέτει δίνουν άλλη διάσταση στο κείμενο.

Pellegrina said...

Αυτό παντως ισχυει για πολλά κείμενα. Και όσο πιο "θεατρικά", δηλαδή θέλουν συμπλήρωμα από το παίξιμο, τόσο "χάνουν" (ίσως) στην ανάγνωση. (Τηρουμένων των αναλογιών, ο Ευριπίδης "χανει" ως κείμενο σε σχέση με το Σοφοκλή, ο Πϊντερ και ο Μπέκετ είναι βαρετές αναγνώσεις) Αλλά πια δεν ξερω αν μπορέις να το πεις αυτό στην εποχη μας γιατί και η πεζογραφία έχει αλλάξει, εχει δανειστεί μορφές από θεατρο και κινηματογράφο και ο αναγνώστης έχει εξοικειωθεί. Μπορέι να στήνει στο μυαλό του μια παράσταση. Παραδειγμα επίσης από πρόσφατη συζήτηση ΄(στο ναυτίλο αν θυμάμαι)η "Αριστερόχειρη γυναίκα" του Χάντκε, μοιάζει πολύ με σενάριο. Και πολλά άλλα. Γενικά, τώρα πια νομίζω ένα θεατρικό στέκεται (και κρίνεται) και ως ανάγνωσμα, πόσο μάλλον αν είναι μονόλογος . (Ποιος δεν εχει διαβάσει και απολαύσει ως κείμενο το "ημερολόγιο ενός τρελού' του Γκόγκολ;)

Pellegrina said...

διόρθωση: νομιζω (πρόχειρα τωρα, δεν ειμαι σιγουρη)πως 'το ημερολόγιο" του Γκόγκολ ΔΕΝ γράφτηκε για θεάτρο, για βιβλίο γράφτηκε. Αλλά έχει κάνει τεράστια καριέρα στο θεάτρο, διεθνώς! (στη γειτονια μου ο Μεσάλας το παίζει δέκα χρόνια!!)

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Sue,
δεν μπορώ να δω την ίδια λιτότητα στη γλώσσα, αλλά μάλλον αυτό οφείλεται στο διαφορετικό είδος: ο μονόλογος είναι πιο χαλαρός.
Πατριάρχης Φώτιος

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Sue και Pellegrina,
να από το πουθενά προέκυψε ένα εξαιρετικό θέμα: Μπορούμε να εκτιμήσουμε ένα θεατρικό έργο μόνο διαβάζοντάς το;
Καταρχάς, πιστεύω ότι είναι δύο διαφορετικά είδη "κειμένων", καθένα από τα οποία κρίνεται και αλλιώς.
Α. Το γραπτό έργο είναι εν δυνάμει θεατρικό (του λείπει η παράσταση), αλλά μπορεί να αξιολογηθεί με βάση τη γλώσσα, την πλοκή, τους χαρακτήρες κ.ο.κ.
Β. Στο παρεστώς κείμενο μετράει τόσο ο λόγος και οι διάλογοι όσο και η σκηνοθετική και υποκριτική άποψη.
Στην πρώτη περίπτωση το χαιρόμαστε ως δημιούργημα του γραπτού λόγου με τη φρεσκάδα της δικής μας ματιάς πριν περάσει από το πρίσμα του σκηνοθέτη, ενώ στη δεύτερη το αναγνωρίζουμε ως σύνολο συνιστάμενο από λόγο κι από εφαρμογή.
Δεν ξεχνώ ότι το θεατρικό έργο, πριν ανέβει, εκτιμάται ως εν δυνάμει θεάτρο. Το ίδιο έκανε και ο άρχοντας στην αρχαία Αθήνα, πριν επιλέξει τρεις τριλογίες από τις υποψήφιες για να ανέβουν μπροστά στους Αθηναίους. Η pellegrina έχει δίκιο ότι άλλα θεατρικά είναι αξιανάγνωστα κι άλλα σκόπιμα ελλιπή, καθώς περιμένουν την εφαρμογή τους πάνω στο σανίδι. Αντίστοιχα πεζά κείμενα είναι εν δυνάμει θεατρικά.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Το "παρεστώς κείμενο" με πέθανε!!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Στο Φανάρι μιλάμε την αμιγή ελληνικήν!!!
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

ειμαι σιγουρη οτι το εχω ξαναγραψει, αλλά ...
στο υπέροχο βιβλίο του Πήτερ Μπρουκ "Ενας άλλος κόσμος" (εκδ.νομιζω Εστία), συμφωνα με μαρτυρια του μεγάλου θεατράνθρωπου, όταν πήγε σε έναν σπουδαίο ηθοποιό (δεν θυμαμαι όνομα)το κείμενο ενός έργου βελτιωμένο από τον συγγραφέα , ο ηθοποιός ΔΕΝ το ήθελε, προτιμούσε το προηγούμενο, το ατελέστερο! (χαρακτηριστικό της θεατρικότητας που μπορέι να έχουν τα όχι και τόσο δουλεμένα -ως πεζά- κείμενα0

Sue said...

Δεν είναι λίγες οι φορές που τα λάθη (τυχαία ή εσκεμμένα) ταιριάζουν περισσότερο με το πνεύμα του κειμένου - το politιcally correct δείχνει αποστειρωμένο και δεν αφήνει το κείμενο να αναπνεύσει στο ρυθμό του.

Όσον αφορά στην (λογοτεχνική) αποτίμηση ενός θεατρικού έργου νομίζω ότι αν και η εικόνα είναι εδώ πρωτεύουσας σημασίας, μιλάμε και κρίνουμε μια παράσταση και για το κείμενό της. Για παράδειγμα, θα αναφέρω την "Αντιγόνη" του Σοφοκλή σε μετάφραση του Ν. Παναγιωτόπουλου: η γλώσσα του κειμένου ναι μεν έκανε πολύ προσιτή την πλοκή της υπόθεσης στο ευρύ κοινό, αλλά εμένα προσωπικά, με άφησε να εστιάσω "ανενόχλητα" στις ερμηνείες των ηθοποιών και στο όλο στήσιμο της παράστασης. Όταν αργότερα διάβασα το κείμενο στο πρόγραμμα της παράστασης, διαπίστωσα ότι δεν μπορούσε να "σταθεί" από μόνο του - χρειάστηκε να προσφύγω στις έτοιμες εικόνες για να το κάνω να "κυλίσει". Συνεπώς, νομίζω ότι μπορούμε να εκτιμήσουμε ένα θεατρικό κείμενο διαβάζοντάς το. Κι αν σκεφτούμε ότι, γενικά, ένα θεατρικό κείμενο (αρχαίων ελλήνων ή ξένων συγγραφέων) ανεβαίνει σε μετάφραση/απόδοση, αυτό μας επιτρέπει να μιλάμε και για την φόρμα και τη δομή της γλώσσας και τις "επιπτώσεις" της στην εικόνα (της παράστασης).

ΥΓ: Μπορεί να ακούγομαι αφελής ή μπερδεμένη αλλά κάνει πολύ ζέστη αυτή τη στιγμή και ίσως παρέκλεινα...

Pellegrina said...

Άσχετο: σας παρακαλώ π ά ρ α πολύ, αν μπορεί να με βοηθήσει κάποιος, οποιοσδήποτε, στο εξής: από πού μπορώ να μάθω πότε λήγουν τα δικαιώματα του εκδότη πάνω στο κείμενο, στην περίπτωση που το συμβόλαιο δεν αναγράφει χρονική διάρκεια;

Anonymous said...

pellegrina,
μπορείς να ρωτήσεις έναν συμβολαιογράφο ή τον δικηγόρο σου. Ή στην υπηρεσία κατοχύρωσης πνευματικών δικαιωμάτων της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Pellegrina said...

Ευχαριστώ πολύ!