Monday, April 04, 2011

“Μεγάλοι δρόμοι” της Λένας Κιτσοπούλου

Μετά το 2006 που έκανε αίσθηση με τις «Νυχτερίδες», η συγγραφέας μένει πιστή στο διήγημα και στην ακαριαία-του κοπίδα και δεν φλερτάρει με το μυθιστόρημα. Είναι η δύναμη τής μικρής φόρμας που μπορεί να στρέψει τον προβολέα-της στο συγκεκριμένο και να κορυφώσει την ένταση χωρίς να στερήσει από τον αναγνώστη το περιρρέον κλίμα και την κοινωνική ατμόσφαιρα.

Διπλός Espresso:
Λένα Κιτσοπούλου
“Μεγάλοι δρόμοι”
εκδόσεις Μεταίχμιο
2010

            Στα διηγήματα τής Κιτσοπούλου δεν βαριέσαι ποτέ. Είναι, θες, η γλώσσα-της που κυλάει σαν χείμαρρος πάνω σε κροκάλες και δεν λιμνάζει ποτέ, αλλά παρασύρει στο πέρασμά-της ό,τι συναντήσει; Είναι σαν μπαλτάς που δεν χαρίζεται, με την οξεία λάμα-του κόβει και λιανίζει, χτυπά καίρια, με προτάσεις που μικραίνουν σταδιακά και στο καθοριστικό σημείο μένει μια λέξη-λαιμητόμος. Το υβρεολόγιο εδράζεται σε μια καθημερινή ιδιόλεκτο, η λέξη «πουτάνα» ακούγεται σχεδόν σε κάθε διήγημα, το ακονισμένο-της ύφος στέκεται ορμητικό και αψύ.
            Είναι η σκληρότητα με την οποία η διηγηματογράφος αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες-της; Ανελέητη δεν λειαίνει τα πράγματα, αλλά χτυπάει στις πληγές των προσώπων-της, ρίχνει αλάτι στα τραύματά-τους και με μια χαιρέκακη, θα έλεγα, μανία φωτίζει τη ματωμένη-τους ψυχολογία. Είναι ανθρωποπεριπτώσεις αρρωστημένες, άλλοτε πεζοί και άλλοτε ακραίοι, άλλοτε ερωτευμένοι κι άλλοτε απλώς ερεθισμένοι, που κινούνται εκτός μέσου όρου αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζουν και καθημερινές ακρότητες εντός και εκτός των ορίων.
            Τα ψευδώνυμα, με τα οποία τους στολίζουν οι άλλοι, αναδεικνύουν το ηθογραφικό σκηνικό μιας αλλοτριοφοβικής κοινωνίας και συνοψίζουν το σκληρό πρόσωπο των επιθετικών, σχεδόν κανιβαλικών, ανθρώπινων σχέσεων. Ο κοινωνικός περίγυρος καυτηριάζεται απηνώς, κυρίως η οικογένεια, που κατηγορείται ως ο ζωντανός εφιάλτης ο οποίος καθορίζει αλλά και τσακίζει τις παιδικές ψυχές ισόβια.
            Η Κιτσοπούλου γίνεται συχνά κυνική και με δοκιμιακό ύφος αλατοπιπερίζει τις παρατηρήσεις-της με σκεπτικισμό, ο οποίος διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχολογία ψάχνοντας αταβιστικά κατάλοιπα και ενστικτώδεις παρορμήσεις.
            Ένας βασικός ιδεολογικός άξονας της συγγραφέως μπορεί να θεωρηθεί αμφιλεγόμενος, παρόλο που μέσα στα έργα-της φαίνεται ενίοτε πειστικός και έγκυρος. Το μεγαλύτερο ποσοστό, λέει η Κιτσοπούλου, των πράξεων και των επιλογών-μας είναι απόρροια της σωματικής-μας διάπλασης, είναι αποτέλεσμα της κληρονομημένης-μας συμπεριφοράς. Λ.χ. δεν φταίει η γυναίκα που έχει μεγάλα βυζιά για την αχαλίνωτη σεξουαλικότητά-της, ούτε ο άντρας με τη μεγάλη μύτη για τα συμπλέγματα κατωτερότητας (τα παραδείγματα είναι δικά-μου). Έτσι, είμαστε έρμαια ενός αναπόφευκτου ντετερμινισμού, που προκαθορίζει τις αντιδράσεις-μας και δεν μας επιτρέπει να ξεφύγουμε.
Αφενός λοιπόν η καταπιεστική όσο και καθοριστική στη γαλούχησή-της κοινωνία και αφετέρου οι ζωικές μας καταβολές, οι εκ φύσεως αναπόδραστες αλυσίδες-μας, λαξεύουν τον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεσή-μας. Ο άνθρωπος έτσι αναδεικνύεται σε ανελεύθερο ον που δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή-του, αλλά μοιραία και άβουλα αναγκάζεται να ακολουθήσει την προκαθορισμένη πορεία-του. Απότοκος του παραπάνω είναι η εκ των πραγμάτων εγερθείσα ανευθυνότητα, η οποία προκύπτει από την υποχρέωση να ακολουθήσουμε τη σωματικότητα και τη φυσική-μας προδιάθεση. Είμαστε ζώα που δεν μπορούμε να επέμβουμε στη μοίρα-μας!
            Στα περισσότερα διηγήματα η Κιτσοπούλου δικαιολογεί τις στάσεις τού κεντρικού προσώπου ως άμεσο αποτέλεσμα μιας τέτοιας αντίληψης για τη ζωή. Έτσι, παρόλο που παθιάζεται κανείς με το ρεύμα της αφήγησης, πρέπει να σκεφτεί πιο προσεκτικά τις σοφιστικές-της στρατηγικές.
Πατριάρχης Φώτιος

13 comments:

Pellegrina said...

Εχω διαβάσει μονο τις Νυχτερίδες, αλλά συμφωνω΄μαζί σου: ειναι ταλέντο, με δική της γραφή και προσωπικότητα, δυνατή και εντυπωσιακή (Οχι κατ αναγκην "εντυπωσιοθηρική". Εντυπωσιακή με τη θετική σημασία)
προσωπικά ειμαι αντιθετη ψυχοσύνθεση και αρα δεν μου αρεσουν οι ακραίοι τύποι της, τους βρισκω κάπως περιπτωσιολογία, πραγμα που κατ εμέ τους αδυνατιζει λογοτεχνικά (Εννοώ, το σημαντικό ειναι να δειχνεις την καταπίεση πχ της οικογένειας σε μια φαινομενικά "φυσιολογική" οικογένεια, και οχι εκει όπου, πχ-φανταστικό παράδειγμα- ο πατέρας βιάζει την κόρη.
Αλλά κ αυτο εχει τελικά την αξια του, και οπωσδήποτε πολλοί καλλιτέχνες εδωσαν αξιόλογα εργα με γκροτέσκες καταστάσεις. Ίσως μια απογείωση προς τη δική της κατεύθυνση θα ήταν να το τράβαγε έως το εξωλογικό (πχ τύπου Γκόγκολ ή Μπουλγκάκοφ) Όπως και να χει ειναι αξιόλογη

Pellegrina said...

υγ: η φωτό του κυρίου τι εκπροσωπεί;

alexia said...

καλησπέρα!
Αν και δεν έχω διαβάσει διηγήματα έως τώρα, μου φαίνεται πως μετά την περιγραφή σου θα την τιμήσω την συγγραφέα! Είμαι φαν της γρήγορης και χειμαρρώδης γραφής και αυτό το στοιχείο είναι κυρίως που με παρακίνησε, thanks για την πρόταση!
Σε προσκαλώ και εγώ με την σειρά μου στην βιβλιο-γειτονιά μου!
http://alexialibrarytales.blogspot.com/

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
καταλαβαίνεις κι εσύ ότι και οι δύο περιπτώσεις (και οι φυσιολογικοί και οι ακραίοι τύποι) μπορούν να δώσουν ποιοτικά λογοτεχνικά αποτελέσματα.
Επομένως, διαβάζεις Κιτσοπούλου για να δεις τη Χ πλευρά και διαβάζεις έναν άλλο και βλέπεις την Ψ.
Πατριάρχης Φώτιος

ΥΓ. Ο κύριος μπήκε για να εικονοποιήσει τα γενετικά χαρακτηριστικά που μπορούν -κατά την Κιτσοπούλου- να προσδιορίσουν τη ζωή του καθενός.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Alexia,
καλωσόρισες στην παρέα-μας και στις βιβλιοσυζητήσεις-μας.
Πολύ ωραίο το περιβάλλον του ιστολογίου-σου, πολύ ταιριαστό το φόντο και τα χρώματα.
Τα λέμε
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Οι ήρωες της Λ.Κ. δεν είναι απλά ακραίοι, είναι νοσηροί. Τα διηγήματά της δεν υποστηρίζονται ούτε από τον στοχασμό, ούτε από την ψυχολογική συνέπεια, ούτε υπάρχει εξέλιξη από την πρώτη της δουλειά, η οποία υπολειπόταν πολλών στοιχείων για να αξίζει τον τίτλο της καλής λογοτεχνίας. Το γεγονός ότι κάποιοι ασχολούνται μαζί της με επιμονή και σταθερότητα σίγουρα δεν οφείλεται στις λογοτεχνικές επιδόσεις της ή στην πρωτοτυπία της γραφής της, αφού ο τροπος προσέγγισής της είναι παρωχημένος. Ωστόσο έχει μία ευκολία, δεν κουράζει και επίσης σοκάρει αρκετούς αναγνώστες κι αυτό από κάποιες απόψεις είναι θετικό. Είναι συμπαθητικός άνθρωπος, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να υπερβεί τα 'ελαττώματα' της πρώτης συλλογής και να προχωρήσει σε κάτι διαφορετικό και πιο ολοκληρωμένο.

Frankie

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Frankie,
καταλαβαίνω όσα καταθέτεις στη συζήτηση χωρίς να τα ασπάζομαι.
Ωστόσο, είναι αφοριστικό να λες το "ότι κάποιοι ασχολούνται μαζί της με επιμονή και σταθερότητα σ ί γ ο υ ρ α δεν οφείλεται στις λογοτεχνικές επιδόσεις της ή στην πρωτοτυπία της γραφής της, αφού ο τροπος προσέγγισής της είναι παρωχημένος". Με το να θεωρείς ότι όποιος, όπως εγώ, πιστεύει ότι οι "Νυχτερίδες" ήταν μια καλή συλλογή διηγημάτων το κάνει για άλλους λόγους και όχι για την αισθητική των έργων-της, τότε δογματικά πιστεύεις ότι μόνο η δική-σου ανάγνωση (ερμηνεία) έχει βάση.
Προφανώς κι εγώ δεν ενθουσιάστηκα με τη νέα-της συλλογή, αλλά νομίζω ότι η γραφή-της, ειδικά όπως μας κατέπληξε θετικά στον προηγούμενο τόμο-της, είναι αξιόλογη.
Πατριάρχης Φώτιος

nikos said...

Το έχω διαβάσει κι εγώ και το συνιστώ σε όσους δεν το έχουν διαβάσει ακόμα! Είναι πολύ καλό!

Pellegrina said...

«Σοκάρει»; Χμ! Αυτο μου θυμίζει μια «συζήτηση» -ας πούμε μεταξύ Κούρτοβικ και Θεοδοσοπούλου: ο Κ. σε άρθρο του για τα μπεστ σελερ (‘Γράψε κι εσύ ένα, μπορείς») μεταξύ των «συμβουλών» λέει (από μνήμης) : «οι αναγνώστες δεν θέλουν να ταράζονται, θέλουν να πηγαίνουν εύκολα από τη μία ασχολία στην άλλη, για αυτο μην βάζετε πολύ δυσάρεστα ή πολύ ευχάριστα πράγματα’ (Ελπίζω να αποδίδω το πνεύμα, δηλ. ότι οι αναγνώστες δεν πολυσκοτίζονται να συγκινηθούν)
Η Θ. όμως στο μπλογκ της σχολιάζει ότι ο Κ. είναι μακριά από τη «γυναικεία ψυχολογία», γιατί πάντα ήταν ενδιαφέρον το θέαμα των γυναικών που κλαίνε με δάκρυα διαβάζοντας τις ερωτικές ιστορίες (και άρα θ έ λ ο υ ν να συγκινηθούν)
Προσωπικά νομίζω ότι ο Κ. έχει πιάσει το πνεύμα του σ ύ γ χ ρ ο ν ο υ αναγνώστη μπεστσέλερ, ενώ η Θ. είναι πιο κοντά σε πιο απλοϊκές παλιότερες περιπτώσεις : αλλά κατά τη γνώμη μου ούτε ο Κούρτοβικ το έχει πιάσει σε όλο το μέγεθος (Ή το έχει, αλλά θέλει να χαριτολογήσει με τη συμβουλή):
Συνεχίζεται

Pellegrina said...

Επί της ουσίας: Οι σύγχρονοι μέσοι αναγνώστες ΔΕΝ σοκάρονται (Μην ξεχνάτε τι βίαια και θανατολαγνικά βίντεο γκέιμς έχουν παίξει επί δεκαετίες!). Διαβάζουν επιδερμικά΄, καταναλώνοντας, δεν έχουν εκτίμηση στους συγγραφείς («αυτοί είναι κάτι τρελοί», «όλο τέτοια γράφουν», «κι εμείς μπορούμε», κλπ) και η Κιτσοπούλου ειδικά σας διαβεβαιώ ότι, σε μια περίπτωση που ξέρω, δεν είδα να σοκάρει καθόλου: έχω βρεθεί σε παρέα που συζητούσε έργο της. Ήταν όλο επαίνους για το πόσο καταπληκτική συγγραφέας είναι, αλλά με έναν απολύτως ανάλαφρο τρόπο (σαν να λέμε πόσο ωραία τούρτα φάγαμε), δεν σχολίαζε τίποτα από το περιεχόμενο και κανένα σοκ δεν διαφαινόταν πουθενά, ήταν μια κομφορμιστική επιφανειακή κουβέντα.
Γενικά΄, τ ί π ο τα α δεν σοκάρει! Όλα είναι προϊόντα, τυπώνονται, καταναλώνονται και παρέρχονται. Το «σοκ» είναι μάλλον ευσεβής πόθος του συγγραφέα και ίσως του κριτικού. Το κοινό νάνι.
Με ΄’άλλα λόγια, για να διατυπώσω και μια θέση: τι να σου κάνει και ο συγγραφέας (που, όσο να ναι, στρώθηκε και κάτι δημιούργησε): το σημερινό κοινό, της τηλεόρασης και του λάιφ στάιλ, είναι «αβάσταχτης ελαφρότητας». (ούτε καν κουντερικής!)Φτερό. Τι να σηκώσει;

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
κάθισα και διάβασα την ανάλυσή-σου με πολύ ενδιαφέρον. Δεν το είχα σκεφτεί το θέμα και ομολογώ πως με προβλημάτισες και σε γενικές γραμμές με έπεισες. Κι εγώ δύσκολα συγκλονίζομαι (σοκάρομαι ή ενθουσιάζομαι) αλλά και οι άλλοι διαβάζουν συχνά λογοτεχνία ή ακόμα χειρότερα βλέπουν ειδήσεις και μέσα-τους λένε "είναι όλα ψέμματα", άρα κουλ. Βλέπουμε λ.χ. τη Φουκουσίμα και τη φοβερή καταστροφή σαν να παρακολουθούμε Χόλυγουντ.
Επομένως, το σοκ έρχεται, όπου έρχεται, με το ακραίο θέμα (αν και όλα τα έχουμε γευτεί(;) και με τη γραφή, αν μπορέσει να ξεψαχνίσει τους πιο μύχιους φόβους-μας και να πατήσει τον κάλο της βολεμένης-μας συνείδησης.
Είπα περισσότερα απ' όσα ξέρω... αλλά το θέμα που έθεσες είναι ερεθιστικό.
Πατριάρχης Φώτιος

shogun said...

Αγαπητέ Πατριάρχη,
διάβασα με ενδιαφέρον το κείμενό σου. Δυο λόγια υποκειμενικά και από μένα: το δεύτερο βιβλίο ενός συγγραφέα τέτοιου είδους οφείλει τουλάχιστον να προσπαθήσει να πάει λίγο παραπέρα από το πρώτο. Οι νυχτερίδες ήταν ενδιαφέρουσες σαν πρώτη πρώτη εμφάνιση, όχι όμως η κορυφή στην οποία έπρεπε να επαναλάβει η συγγραφέας και μάλιστα τόσο γρήγορα. Η πρόθεσή της όπως φαίνεται ήταν να συνεχίσει να κολυμπάει στα γνώριμα νερά που έχει κατακτήσει και όχι να βγει λίγο παραέξω με όσους κινδύνους εμπεριέχει αυτό. Στην ουσία του ίδιου του βιβλίου: έχω την εντύπωση πως έχουμε να κάνουμε με γραφή που παραπέμπει σε παλιότερες δεκαετίες. Θα ΄λεγα πως μου θυμίζει τον γνωστό λύκος που ντύθηκε την προβιά μιας επιφανειακής μοντερνικότητας, αλλά δεν ξεγελάει.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Shogun,
χωρίς να έχω καταλάβει απόλυτα όσα λες, μπορώ να πω ότι συμφωνών στο ότι η Κιτσοπούλου δεν προχώρησε παραπέρα. Κι εγώ στην ανάρτησή-μου εκφράζω μια επιφυλακτικότητα, που εγείρεται από το γεγονός ότι, ενώ οι "Νυχτερίδες" έκαναν αίσθηση και είχαν δυνατά σημεία (ύφος, καμπές κ.ο.κ.), οι "Μεγάλοι δρόμοι" κινήθηκαν στα ίδια νερά που δεν έδωσαν το κάτι παραπάνω.
Σε αδρές γραμμές, νομίζω, συμφωνούμε, αν και -επαναλαμβάνω- κάτι νιώθω από την άποψή-σου ότι μου λείπει.
Πατριάρχης Φώτιος