Friday, October 15, 2010

“Αμαρτωλά θαύματα” του Δημήτρη Αλεξίου

Τι ρόλο παίζει το εξώφυλλο στην επιλογή του βιβλίου; Επειδή η πρώτη επαφή του αναγνώστη στο βιβλιοπωλείο με το ίδιο το υλικό αντικείμενο του βιβλίου είναι η θέα του εξωφύλλου, το χρώμα, το σχέδιο, η υφή επηρεάζουν, απωθητικά ή ενθαρρυντικά, στην αγορά-του. Λ.χ. αυτά τα βιβλία που προορίζονται για ευπώλητα, από συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους προς συγκεκριμένο κοινό που έχει τηλεοπτική παιδεία, τυπώνονται με φανταχτερά εξώφυλλα, γεμάτα χρώματα σαν παγώνια που ανοίγουν τα πολύχρωμα φτερά-τους για να θέλξουν το άλλο φύλο. Το εξώφυλλο λοιπόν είναι ο κράχτης που φωνάζει: «είμαι αστραφτερό, γκλάμουρ, μια καλή βιτρίνα που σε προσκαλεί να με αγοράσεις και φυσικά να με βλέπεις και να με ανοίγεις».

Γαλλικός με γάλα:
Δημήτρης Αλεξίου
“Αμαρτωλά θαύματα”
εκδόσεις διόπτρα
2010

       Απ’ αυτήν την άποψη, το βιβλίο του Αλεξίου αδικείται από το εξώφυλλο. Ενώ η γλωσσική επιμέλεια είναι πολύ καλή, σχεδόν άριστη, η επιλογή του εξωφύλλου υποβάλλει την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα ρηχό έργο. Αν συνυπολόγιζα τις συνυποδηλώσεις της λέξης «αμαρτωλά», που ίσως προκαταβολικά παραπέμπει σε ερωτικές αμαρτίες και ζουμερές σκηνές, ενώ και η λέξη «θαύματα», σε περιβάλλον μη κυριολεκτικό, προσθέτει λίγο χαϊλίκι, τότε δεν θα αγόραζα ποτέ από πάγκο βιβλιοπωλείου αυτό το βιβλίο.
       Ο φίλος εν βιβλίω Δημήτρης Αλεξίου είχε την καλή διάθεση να μου το στείλει κι έτσι μπήκα στον “κόπο” να το διαβάσω, κόπος που σταδιακά μετατράπηκε σε αναγνωστική απόλαυση.
       Η υπόθεση του έργου ξεκινάει με δύο αλληλοεμπλεκόμενες ιστορίες. Από τη μία, ο Στέλιος φτάνει αλλόφρων στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χορταρούς, βρίσκει στοργή και φιλοξενία από τον ηγούμενο Διόδωρο και μένει εκεί ώσπου γίνεται μοναχός (με το όνομα Σίμων), λίγες μέρες μετά το «θαύμα» που επιτέλεσε η Παναγία. Από την άλλη, η Μαρία γεννήθηκε μουγκή, η ανατροφή-της συνοδεύτηκε από μερικά μικρά μεταφυσικά γεγονότα, βιάστηκε στα δώδεκά-της και έχασε το παιδί-της και στο τέλος καταφεύγει στο μοναστήρι και γίνεται μοναχή. Στο δεύτερο μέρος, η Ζωή, φιλόδοξη δημοσιογράφος, πολλά χρόνια μετά τις πρώτες ιστορίες, επισκέπτεται το μοναστήρι για να κάνει ρεπορτάζ αλλά και να διερευνήσει πόσο άγιος ήταν εντέλει ο Σίμων, του οποίου ο θρύλος αιωρείται πάνω από το μέρος και τους ανθρώπους-του. Το τέλος αποκαλύπτει κάτι που είχε προοικομηθεί συν τω χρόνω, ότι δηλαδή τα θαύματα είτε είναι αποτέλεσμα παραισθησιογόνων μανιταριών είτε άλλων πιο λογικών παραγόντων, κάποιοι από τους οποίους είναι και προσωπικά ιδιοτελείς.
       Το μυθιστόρημα διαθέτει σφριγηλή πλοκή με ιστορίες που διασταυρώνονται σε καίρια σημεία και η μία εξηγεί τα κενά της άλλης. Οι δύο πρώτοι δρόμοι της αφήγησης, φαινομενικά άσχετοι, βρίσκουν την εκβολή-τους στην τρίτη αφήγηση, που ολοκληρώνει, συμπληρώνει και νοηματοδοτεί τις προηγούμενες. Οι εξηγήσεις είναι σαφείς και εν γένει αληθοφανείς.
         Η γλώσσα του έργου κρίνεται άρτια. Στην αρχή παρατηρεί κανείς έναν παλιομοδίτικο τρόπο γραφής, τρόπο που έκανε τη γυναίκα-μου να μη θελήσει να το συνεχίσει. Όταν ξεπεραστεί (στις πρώτες κιόλας σελίδες) κι αν παραγνωριστούν άλλα τέτοια σημεία, το ύφος των οποίων είναι λίγο γλυκερό, λίγο παρωχημένο, ο αναγνώστης βλέπει ότι ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ομαλότητας, υφολογικής σαφήνειας και γλωσσικής σταθερότητας. Όπου φαίνεται παρωχημένος, είναι επιλογή-του, η οποία μπορεί να εκλείψει στα μελλοντικά έργα-του.
        Ιδεολογικά, ο Αλεξίου προσεγγίζει τη θρησκευτική ζωή με αγάπη και με καλοπροαίρετη διάθεση. Τα συμπεράσματά-του βέβαια είναι αρνητικά, αφού τα θαύματα είναι μάλλον ψευδαισθήσεις, αλλά οι ηγούμενοι και οι μοναχοί ή οι μοναχές είναι άνθρωποι με αγάπη που δεν βρίσκει κανείς εύκολα εκτός του ανιδιοτελούς δοσίματος σε έναν σκοπό, είτε είναι ο Θεός είτε τα παιδιά κ.ο.κ. Οι μορφές μέσα στο μοναστήρι είναι ατόφιες και ουσιαστικές ως προς την αγάπη-τους και την προσφορά-τους. Στόχος, ακόμα και των «αμαρτωλών θαυμάτων» είναι ο συνάνθρωπος και η ανακούφισή-του και όχι η προσωπική επιτυχία. Ακόμη περισσότερο, τα θαύματα, σύμφωνα με τον ηγούμενο Διόδωρο, που αποτελεί την πιο αυθεντική ενσάρκωση της ορθόδοξης εσωτερικότητας είναι προσωπική υπόθεση και όχι έρεισμα για μεγαλεία ή πομπώδεις εκδηλώσεις, είναι εσωτερικό βίωμα και όχι βιτρίνα και επιδειξιομανία. Τα θαύματα δεν γίνονται για να φανεί η δόξα του Θεού, αλλά για να ταρακουνηθεί λίγο ή πολύ ο άνθρωπος.
          Μέσα σ’ όλο αυτό το κλίμα, δίνεται το κατεξοχήν στίγμα του έργου. Η αμαρτία και η επανόρθωση, το θαύμα και το κακό, η προσφορά και η κοινωνική απήχηση είναι δορυφόροι της ανάγκης για να βρει κανείς τον εαυτό-του, της ανάγκης για αναζήτηση αληθειών που κρύβονται πίσω από το φαίνεσθαι. Πολλοί θα μείνουν στην επιφάνεια (είναι οι φαρισαίοι της κοινωνίας), ενώ άλλοι θα δουν ότι η ουσία δεν βρίσκεται στο θαύμα, πραγματικό ή τεχνητό, αλλά στην άδολη καθημερινότητα, στα μάτια ενός παιδιού, στην ολόφωτη επικοινωνία ανθρώπου προς άνθρωπο. Το θαύμα κατεβαίνει στη γη!
Πατριάρχης Φώτιος

5 comments:

Δημήτρης Αλεξίου said...

Σεβασμιότατε,

Σας ευχαριστώ για την ενδελεχή ανάλυση και αποτίμηση του βιβλίου. Σημειώνω ότι είναι η πρώτη παρουσίαση της πλοκής που διαβάζω (αφού ούτε εγώ δεν έχω καταφέρει να κάνω μία μέχρι σήμερα) που περιγράφει ήρωες και σκηνικό χωρίς να "μαρτυράει" πράγματα αλλά κρατώντας την περίεργη σύνδεση του βιβλίου. Νομίζω ότι η ανάλυση περί θαυμάτων και πως αντιμετωπίζονται στο βιβλίο με βρίσκει σύμφωνο. Ευχαριστώ για όλες τις θετικές ' νομίζω ' κρίσεις, αλλά και την ένσταση επί του εξωφύλλου την οποία κρατάω για περαιτέρω επεξεργασία.
Ιδιαιτέρως τιμητικό θεωρώ εκτός από την βιβλιοκριτική ανάλυση, το γεγονος ότι το βιβλίο αποτέλεσε την αφορμή για περαιτέρω έρευνα, προβληματισμό και ανάλυση επί θεμάτων.

Διαβιείτε εν υγεία και ειρήνη!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αγαπητό-μου τέκνο Δημήτριε,
το πώς ένας συγγραφέας κείται επί των κρίσεων, θετικών ή αρνητικών, για το βιβλίο-του δείχνει και το ποιόν της συγγραφικής και εν γένει ατομικής-του προσωπικότητας.
Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο με παρακίνησε (το καλοκαίρι) να ασχοληθώ με τα μανιτάρια, αλλά κυρίως έτυχε να το συνδιαβάσω με άλλα έργα κι έτσι να προβώ σε αυτό το αφιέρωμα που αφορά στη σχέση λογοτεχνίας και θρησκείας.
Τα συμπεράσματα θα τα αναρτήσω μετά την παρουσίαση και των άλλων δύο έργων.
Την ευλογία-μου!
Πατριάρχης Φώτιος

Fotini said...

Δεν διάβασα όλες τις μακροσκελείς αναλύσεις του bloger για όλα τα βιβλία, αλλά στάθηκα στα σχόλια για ένα που το έχω πρόσφατο. Στα «Αμαρτωλά θαυματα » του Δημήτρη Αλεξίου.
Λέω να αποφύγω να σχολιάσω πολύ τα του εξωφύλλου, που φαίνεται ότι γράφτηκαν από άνθρωπο της πιάτσας, manager ή κάποιον που έχει εργαστεί σε περιοδικό συγκεκριμένου ύφους και ξέρει τι ζητάει το σημερινό κοινό, αυτό στου οποίου τα σπίτια μπαίνουν και μηχανάκια της AGB (γιατί αυτό φωτογραφίζει). Υπάρχει συγκεκριμένο είδος εξωφύλλου για σοβαρά έργα, ε;
Μα καλά αγαπητέ, όταν ακούτε τη λέξη «αμαρτωλό», μόνο το σεξ σας έρχεται στο μυαλό; (Να το προσέξετε). Τόσα και τόσα άλλα υπάρχουν, αν και τονίζω ότι αμαρτία για τον καθένα είναι διαφορετικό πράμα, (π.χ. μην ακούς metal είναι αμαρτία, μην φοράς μίνι, είναι αμαρτία, μη λες ότι η τάδε τοπική αυθεντία είναι σκατάνθρωπος, είναι αμαρτία). Όπως επίσης και το θαύμα. Θαύμα για τον καθένα εκλαμβάνεται και κάτι άλλο. Π.χ. σώθηκα από θαύμα, μου έκατσε η γκόμενα από θαύμα, πέρασε το project από θαύμα…
Και έρχομαι στα σχόλια για το ύφος. Φυσικά και δεν έχει ακροβατισμούς, νεολογισμούς, τζιριτζλαντζουλες και κορδέλες, φτερά, πίπουλα κτλ για να εντυπωσιαστεί ο αναγνώστης. Έχει ένα τρόπο γραφής από καιρό λησμονημένο, που μιλάει σε κάθε είδους ανθρώπου, αρκεί να θέλει να ακούσει, κι όχι σε έναν απογυμνωμένο από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του άνθρωπο, μην τυχόν και τον πουν βλάχο, επαρχιώτη, αμόρφωτο κτλ.
Χαίρομαι που δε βάζει δύσκολες λέξεις στη σειρά και γι αυτόν ακριβώς το λόγο το καταχάρηκα, καθώς και για το ότι θαύμα και αμαρτία είναι κάτι που δεν έχει ISΟ και τα χαρακτηριστικά τους δεν είναι γραμμένα σε καμιά επίσημη λίστα (αν και έγιναν προσπάθειες). Για τον απλούστατο λόγο ότι αλλάζουν και προσαρμόζονται ταυτόχρονα με την αλλαγή των κοινωνιών.

Fotini said...
This comment has been removed by the author.
ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Φωτεινή,
καλωσόρισες στην παρέα-μας.
Αυτά που λες για το εξώφυλλο δεν είναι παρά αυτό που θ α έ π ρ ε π ε να σκεφτεί κανείς, όταν θα έβλεπε στο βιβλιοπωλείο το βιβλίο, αλλά δεν είναι αυτό που πράγματι καταλαβαίνει και εισπράττει ο καθένας.
Αν δεις τα εξώφυλλα-κράχτες που φωνάζουν "είμαι μπεστ-σέλερ", θα καταλάβεις πως αυτός ο κίνδυνος ελλοχεύει και στο βιβλίο του Αλεξίου, ενώ, όπως γράφω, αυτό δεν αντιστοιχεί με το περιεχόμενό-του.
Όσο για τις έννοιες αμαρτία και θαύμα συμφωνώ με όσα λες και φυσικά με όσα θέτει ως προβληματισμό ο ίδιος ο συγγραφέας.
Καλό απόγευμα
Πατριάρχης Φώτιος