Wednesday, September 19, 2007

Διαβάσματα τ' Αυγούστου VII

Από την 1 Σεπτεμβρίου 2007 ξεκίνησα να παρουσιάζω την καλοκαιρινή σοδειά των διαβασμάτων μου: κάθε δύο μέρες θα αναρτάται και ένα βιβλίο που με συνόδευσε –ευχάριστα ή απογοητευτικά- στην αυγουστιάτικη ραστώνη.


Γιάννης Σκαραγκάς, Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου

Εξ αρχής βλέπει κανείς ότι πρόκειται για ένα κείμενο με ουδέτερο, απρόσωπο, άνοστο θα έλεγα ύφος που δεν ξεχωρίζει γι’ αυτό, που δεν στηρίζεται στην ποιότητα της γραφής του. Το θέμα επιδιώκει να κερδίσει τις εντυπώσεις, αφού αναφέρεται στις σύγχρονες αιρέσεις, που μοιάζουν πιο πολύ με οικονομικοφιλοσοφικές θεωρήσεις της ζωής παρά με θρησκευτικά μορφώματα. Και το θέμα όμως δεν τυγχάνει καλού χειρισμού. Η πλοκή δεν ελίσσεται ευρηματικά, η ιστορία δεν συνεχίζει με τη δυναμική με την οποία ξεκίνησε ελέω πτώματος, που θα προϊδέαζε για ένα αστυνομικής φυσιογνωμίας βιβλίο. Το ενδιαφέρον βαλτώνει βαθμιαία, η ψυχολογία των προσώπων δεν είναι βαθιά, οι μεταστροφές των χαρακτήρων δεν πείθουν… Ευτυχώς δεν δυσκολεύεται κανείς να το διαβάσει, ακριβώς επειδή τίποτα δεν προοιωνίζει βάθος και ουσιαστικό προβληματισμό. Όσοι προβληματισμοί υπάρχουν, εκτίθενται ρητά, έξω δηλαδή από τη δράση, κι έτσι ατονούν.
Πατριάρχης Φώτιος

3 comments:

Μάχη said...

Αξιότιμε Πατριάρχη,

Διαβάζοντας με ενδιαφέρον τις κριτικές και τα σχόλιά σου, ομολογώ ότι ένιωσα πως διαβάσαμε τελείως διαφορετικό βιβλίο. Σε βαθμό μάλιστα που με προκάλεσε (από τις σπάνιες φορές) να γράψω την άποψή μου.
Ως αχόρταγη βιβλιοφάγος, θα εστιάσω στα στοιχεία που αφορούν τη δική μου αισθητική.
Με άγγιξε η βαθιά και ποιητική γλώσσα του βιβλίου, που όχι μόνο κάνει πρωτότυπη την αφήγηση, αλλά είναι και μια ουσιαστική πρόταση χρήσης του λόγου. Δύσκολο να καταλάβω το συμπέρασμά σου, ιδίως όταν συγκρίνω αυτό το επίπεδο γλώσσας με τη στεγνότητα άλλων Νεοελλήνων συγγραφέων (κάποιων μάλιστα αγαπημένων μου).
Με συγκίνησαν οι χαρακτήρες (από τις λίγες φορές που δεν είναι «χάρτινοι»), η πολυεπίπεδη ανάλυσή τους και η ανάγλυφη ολοκλήρωσή τους από την αρχή μέχρι το τέλος. (Σε βαθμό που δεν είμαι σίγουρη αν τόση ανάλυση ήταν απαραίτητη).
Και σε ό,τι αφορά την πλοκή, αναρωτιέμαι σε πόσα ελληνικά μυθιστορήματα συναντάμε τόσο δεξιοτεχνική δόμηση της ιστορίας (την οποία γκρινιάζουμε κατα καιρούς, ακόμα κι εγώ, ότι οι Έλληνες συγγραφείς δεν κατέχουν).
Έχω διαβάσει και το προηγούμενο ιστορικό μυθιστόρημα του Σκαραγκά, «Η πατρίδα της αφής», και συγκινήθηκα εξίσου. Σέβομαι την κριτική, αλλά μού είναι αδιανόητο να μην προσέχουμε τόσο ξεχωριστές νέες φωνές, αυτής της αισθητικής και επιπέδου.

δια-Μάχης

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αγαπητή Μάχη,
προφανώς διαβάσαμε άλλο βιβλίο, ο καθένας με τις προσδοκίες, τα διαβάσματά του, την πείρα του.
Το ύφος που επισημαίνεις δεν είναι πλεονέκτημα, αν δεν δένει με τα υπόλοιπα, χαρακτήρες και δομή ανάλογου είδους βλέπουμε σε πολλά μπεστ σέλλερ, στα οποία μάλιστα είναι και πιο ενδιαφέρουσα.
Μπορεί στο μέλλον να ξαναδιαφωνήσουμε (ή και να συμφωνήσουμε).
Να είσαι καλά.
Πατριάρχης Φώτιος

Θερμαϊκός said...

Το βιβλίο είναι ένα πολύ καλό κείμενο που δεν το αφήνεις μέχρι να τελειώσει. Αριστοτεχνική δομή, δραματουργικό νυστέρι και μία ιδιαίτερη γλώσσα που δεν χαρίζεται πουθενά.
Δεν είναι κακό να διαφωνούμε Πατριάρχη. Κακό είναι να επικαλούμαστε διαφορετικά διαβάσματα και οτιδήποτε, για να υποστηρίξουμε σώνει και καλά την άποψή μας -ή το ότι έχουμε άποψη.

Θερμαϊκός