Friday, December 27, 2013

“Γράμματα στην κόρη μου” του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Φιλοσοφία και ποίηση, ένα κράμα που μπορεί να γονιμοποιήσει το πνεύμα: ο ποιητής Οβίδιος, που ανατράφηκε ρωμαϊκά, βρίσκει έναν νέο εαυτό στην εξορία. Κι αυτό το μήνυμα από την αρχαιότητα αξιοποιεί ο Καλλιφατίδης για να μιλήσει για τη μοίρα κάθε εκπατρισμένου.
 
 
Cappuccino Romano:
Θοδωρής Καλλιφατίδης
“Γράμματα στην κόρη μου”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2013 

            Ο Καλλιφατίδης είναι φιλόσοφος, ο Οβίδιος ήταν ποιητής. Αλλά κι οι δυο είναι εξόριστοι, ακούσια ή εκούσια, σε άλλη γη από τη δική-τους, πράγμα που τους γεμίζει νοσταλγία και τους δημιουργεί την ανάγκη ενός απολογισμού ζωής. Ο Καλλιφατίδης ζει χρόνια τώρα στη Σουηδία, ενώ ο Οβίδιος βρέθηκε εξόριστος από τη Ρώμη σε ένα χωριό στη Μαύρη Θάλασσα, κάπου στη σημερινή Ρουμανία.
            Ο φιλόσοφος λοιπόν βάζει τα ρούχα του ποιητή, προκειμένου να μιλήσει για τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο. Μιλάει για τη νοσταλγία της πατρίδας, τον πρώτο έρωτα, τη φύση και τη μαγεία της, τη δύναμη της γλώσσας, τον συγκλονισμό που επιφέρει η ποίηση… Από την άλλη όμως μιλάει και για την εξουσία, τον θάνατο, την προδοσία, τη δουλεία, τον ρατσισμό… Η ματιά του έχει τη φιλοσοφικότητα της καθημερινότητας, αλλά τα γυαλιά της συνυποδήλωσης, ήπιας και ελάχιστα φορτωμένης, λυρικής αλλά καθόλου μελοδραματικής.
            Ο Καλλιφατίδης βάζει τα ρούχα του Οβίδιου και γι’ αυτό, αν και μιλάει ο δεύτερος, ακούγεται συνέχεια ο πρώτος. Ο λόγος δεν αποτυπώνει τον Ρωμαίο του 1ου π.Χ. αιώνα, αλλά τον ελληνικής καταγωγής Σουηδό του 21ου. Οι προβληματισμοί-του, που θα ήθελε να είναι διαχρονικοί, εκφράζουν τη συνείδηση ενός εκπατρισμένου που αναπολεί τη ζωή-του και την Ελλάδα, που ξανασκέφτεται το φαινόμενο της ζωής και τον άνθρωπο, ταλαντευόμενος ανάμεσα στη ματαιότητα και στην ελπίδα. Τα συναισθήματα γυρίζουν ξανά και ξανά γύρω από την έννοια της προδοσίας, όχι τόσο της πολιτικής όσο των φίλων που ξέχασαν τον Οβίδιο.
            Τα επιστολιμαία μυθιστορήματα, όπως αυτό που μοιάζει ωστόσο πιο πολύ με σελίδες ημερολογίου, δεν εξελίσσουν γρήγορα τη δράση και γενικά είναι στατικά και αργοκίνητα. Ειδικά “Τα γράμματα στην κόρη-μου” που αφηγούνται τη ζωή του Οβίδιου, που εμπλέκουν δηλαδή μέσα στα γεγονότα ποιητικές ματιές, θέλουν τον ρυθμό-τους, θέλουν την υπομονή της ποίησης και την αργή πέψη της φιλοσοφίας. Σημασία δεν έχει η ζωή του ποιητή, αλλά η ψυχολογία-του που είναι γεμάτη θλίψη και ο τρόπος με τον οποίο αυτός βλέπει τη ζωή-του και ανασκαλεύει τα ορόσημα της ύπαρξής-του, ψηλαφώντας τα σημάδια που του άφησαν στην ψυχή. Γι’ αυτό, ο αφηγητής κάνει κύκλους, συχνά κουραστικούς, λέει και ξαναλέει τα ίδια πράγματα, επινοώντας εικόνες για να εκφράσει τα συναισθήματά-του. Μερικές φορές νιώθεις την ακίνητη λίμνη των λόγων-του να μην προχωράει ρούπι, νιώθεις ότι η σκέψη καπελώνει τη δράση, ο στοχασμός ισοπεδώνει την αφήγηση και η φιλοσοφία ευνουχίζει τη λογοτεχνία. Άλλες φορές όμως στέκεσαι και σκέφτεσαι μαζί-του, καθώς ξέρεις ότι η ανάσα μετράει πιο πολύ από το τρέξιμο.
            Το έργο από την άλλη καθιζάνει όσο δεν κατονομάζει τα πρόσωπα και λέει απλώς «ένας φίλος». Τα ελληνικά του Καλλιφατίδη, παρ’ ότι ζεστά και απαλά, κρατούν ακούσια μια απόσταση από την τρέχουσα ελληνική και συχνά φαίνονται άγρια, μαλλιαρά και μερικές φορές ανορθόγραφα (είναι θέμα διορθωτή;), ενώ η επιλογή-του να μη χρησιμοποιεί αποστρόφους (εκθλίψεις, αφαιρέσεις κι αποκοπές) κάνει το κείμενο στημένο και εν μέρει άρρυθμο. Δεν λείπουν και μερικοί αναχρονισμοί με πιο χτυπητό το bastu, που είναι σουηδική λέξη για τη σάουνα, να χρησιμοποιείται για συνήθεια των ντόπιων κατοίκων των Τόμων.
            Ο Καλλιφατίδης σ’ αυτό το έργο, πιστεύω, προσπάθησε να κάνει ό,τι η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ με τα «Αδριανού Απομνημονεύματα», ένα έργο που χρησιμοποιεί το φιλοσοφικό μικροσκόπιο της σκέψης, για να αναλύσει μια ζωή και μια σταδιοδρομία. Έτσι και στα “Γράμματα στην κόρη-μου” ο Οβίδιος στοχάζεται πάνω σ’ όσα έζησε, τώρα που δεν τα ζει, και μελετά τα χρόνια που πέρασαν με την πιο αντικειμενική ματιά του ώριμου και του κατασταλαγμένου. Η εξορία τον άλλαξε και γι’ αυτό δηλώνει “Non sum ego qui fueram” (Δεν είμαι αυτός που ήμουν). Η εξορία ήταν η αναγέννησή του.
           Βλ. και την άποψη του Βιβλιοκριτικού που εντοπίζει πετυχημένα τη “σταδιακή μετάβαση από την περιγραφή του νέου τόπου διαμονής υπό το πρίσμα της Ρώμης, στην ανασκόπηση του βίου του στη Ρώμη υπό τη νέα οπτική που του παρέχει η ζωή στον τόπο εξορίας.
            Ας θυμόμαστε όσους ξενιτεύτηκαν εκόντες άκοντες για να βρουν ό,τι δεν βρήκαν εδώ.
 
{Φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από: hoocher.com, www.forumtraiani.com, chain.eu, romanianhistoryandculture.webs.com, www.georgewinter.nl και www.foyerphatdiem.com}
Πατριάρχης Φώτιος

2 comments:

Anonymous said...

Δεν μπορώ να πω κάτι για το βιβλίο, γιατί δεν το έχω διαβάσει.
Μπορώ, εντούτοις, να πω πολλά για το Θοδωρή Καλλιφατίδη, του οποίου τη συγγραφική δραστηριότητα παρακολουθώ από χρόνια. Έχω διαβάσει 5-6 βιβλία του, με συγκίνησαν περισσότερο όμως τα "Μια νέα πατρίδα έξω από το παράθυρό μου" και "Μητέρες και γιοι". Κι εκεί μιλάει με νοσταλγία για τη μοίρα του εξόριστου, χωρίς να γίνεται μελοδραματικός.

Παρεμπιπτόντως, το "Αδριανού απομνημονεύματα" της Γιουρσενάρ, μαζί με το "Εγώ ο Κλαύδιος" του Ρόμπερτ Γκρέιβς, είναι ίσως ό,τι ωραιότερο έχω διαβάσει στο είδος που χαρακτηρίζεται ιστορικό μυθιστόρημα.

Ευχές για κάθε καλό!

κ.κ.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

κ.κ.,
συμφωνώ ότι ο Καλλιφατίδης αφηγείται συγκινητικά χωρίς μελό, μάλλον επειδή φιλοσοφεί επί του καθημερινού.
Το είδα έντονα στα αστυνομικά-του, όπου το έγκλημα είναι η αφορμή για μια κοινωνική κατόπτευση.
Μερικές φορές όμως γίνεται στατικός, αλλά το συγχωρούμε, εφόσον μπορεί και "μιλάει" στο βαθύτερο είναι-μας.
Με το καλό το νέον έτος
Πατριάρχης Φώτιος