Saturday, April 07, 2012

“Η επιδημία” του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Τι ρόλο παίζει μια επιδημία στη λογοτεχνία; Η πανούκλα στο ομώνυμο έργο του Αλμπέρ Καμύ και η πολιομυελίτιδα στη “Νέμεσι” του Φίλιπ Ροθ έχουν, πέρα από τις συμβολικές-τους προεκτάσεις, κυριολεκτικό περιεχόμενο, ενώ τώρα ο Θεοδωρόπουλος εξ αρχής χρησιμοποιεί την επιδημία-του ως αλληγορία μιας κολλητικής κοινωνικής κατάστασης.  


Μέτριος με γάλα:
Τάκης Θεοδωρόπουλος
“Η επιδημία”
εκδόσεις Πατάκη
2011 

            Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (δείτε και το μίνι αφιέρωμα που του είχα κάνει παλιότερα, 1/7/2010) χρησιμοποιεί –είναι πλέον απόλυτα σαφές- την αρχαιότητα ως μήτρα ιδεών και ως ιστορικό, φιλοσοφικό, αλληγορικό κ.ο.κ. πλαίσιο μέσα στο οποίο υφαίνει τις ιστορίες-του. Οι τελευταίες, ενώ αναφέρονται στην αρχαιότητα, συχνά αντικατοπτρίζουν το σημερινό κοινωνικό status και αντανακλούν τις παθογένειες τού σήμερα ή αναζητούν τις ρίζες σύγχρονων τάσεων (άλλη περίπτωση αρχαιοχρησίας είναι τα βιβλία-του “Η δύναμη του σκοτεινού θεού” (1999), “Το μυθιστόρημα του Ξενοφώντα” (2004), Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης” (2007) και “Το ξυπόλυτο σύννεφο”).
            Στο ίδιο μήκος κύματος, το τελευταίο-του έργο βασίζεται σε μια κοινωνική παρατήρηση κι αυτήν τη στηρίζει με τη σειρά-της στο μυθολογικό πηγάδι που μπορεί και αρδεύει κάθε σκέψη του δημιουργού. Μια επιδημία ποιητικότητας και μαζικής συγγραφικής μανίας έχει καταλάβει τη σύγχρονη Ελλάδα, μανία που μετατρέπει τους Έλληνες σε ποιητές και την ποίηση σε ύψιστο πολιτισμικό προϊόν που προβάλλεται στους τηλεοπτικούς σταθμούς και ανάγει τους θεράποντές-της σε πρότυπα σκέψης και φιλοσοφικού στοχασμού. Ως εδώ όλα καλά. Ο αναγνώστης όμως ξέρει εξ αρχής ότι όλα αυτά οφείλονται στον επανακάμψαντα θεό –τρίτης διαλογής σε σχέση με το Δωδεκάθεο- της Μετριότητας, ανώνυμο και ακατανόμαστο μαζί, ο οποίος, αφού εξορίστηκε από τους συναδέλφους-του, επέστρεψε μετά δυόμιση χιλιετίες για να πραγματοποιήσει τα οράματά-του, τον οδικό άξονα Ισθμού – Σπάρτης και το μεγάλο του έπος.
            Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μια ευτράπελη αλληγορία, η οποία αναγορεύει τη Μετριότητα σε οδηγό της πολιτιστικής-μας ζωής και τη μέτρια ποίηση σε καθρεφτάκι για τους ιθαγενείς που θαμπώνονται από τις αρλούμπες και μαγεύονται από τα βαθυστόχαστα, αλλά βέβαια κενά νοήματος, προϊόντα-της. Ο ερωτύλος θεός είναι μεγαλομανής, ενώ είναι ανίκανος, γεμάτος υποσχέσεις ενώ δεν μπορεί να υλοποιήσει καμία, πομπώδης και μεγαλόστομος σαν τον Ηγεμόνα Δυτικής Λιβύης του Κωνσταντίνου Καβάφη αλλά κατ’ ουσίαν κούφιος, ρητορικός αν και κενολόγος, σοβαροφανής αν και ρηχός και κούφος. Γι’ αυτό ενσαρκώνει κάλλιστα το πρότυπο της νεοελληνικής πολιτισμικής ζωής, που αρέσκεται σε μεγάλα λόγια και στις πράξεις βιτρίνας, ενώ στην ουσία βυθίζεται στη μετριότητα, στην ανεπάρκεια και στην αδυναμία-της να χτίσει μία αξιόλογη βάση και να ανοίξει έναν καινοτόμο δρόμο.
            Στην ιστορία μπαίνει ένας μεγαλόστομος ποιητής και ένας φιλόδοξος επιχειρηματίας που θέλει να γίνει ποιητής. Η μανία με την ποίηση καλά κρατεί και θεριεύει… Ο Θεοδωρόπουλος τραβά την ιδέα-του στην υπερβολή, εν μέρει μέσα στο πνεύμα της παρωδίας που θέλει πολύ έντονα τα μέρη-της για να γίνει κατανοητή, εν μέρει από έλλειψη μέτρου. Η αλληγορία φαίνεται ολοκληρωμένη αλλά οι λεπτομέρειες δεν στέκονται στο ύψος της πρωταρχικής ιδέας. 


            Γενικότερα, θα ήθελα να θίξω ένα ευρύτερο θέμα εξ αφορμής του βιβλίου του Θεοδωρόπουλου. Συνήθως (αν και δεν το έχω ψάξει με στοιχεία) τα έργα που έχουν χιουμοριστικό ή κωμικό περιεχόμενο δεν ξεχωρίζουν από την κριτική, δεν βραβεύονται, μπορεί να κρίνονται κατά καιρούς θετικά, αλλά, όταν έλθει η ώρα να διακριθούν, δεν εντάσσονται ούτε λ.χ. στις μικρές λίστες βραβείων. Είναι το επίπεδό-τους χαμηλό, χαμηλότερο τουλάχιστον από τα “σοβαρά” κείμενα; Ή υπάρχει μια εγγενής προκατάληψη για τέτοια έργα, που τα κρατά σε απόσταση από τις υψηλές θέσεις καταξίωσης; Βλέπω δηλαδή μια συγκράτηση στην αξιολόγησή-τους με υψηλές διακρίσεις, σαν να φοβούνται οι υπεύθυνοι μήπως τους χαρακτηρίσουν ελαφρούς και ρηχούς, αν τα επιβραβεύσουν [Το ίδιο βλέπω και στα Oscar, όπου σχεδόν ποτέ δεν παίρνει βραβείο κωμικός ρόλος]. Από την άλλη, μήπως όντως δεν έχουμε παράδοση σε κωμικά μυθιστορήματα που θα μπορούσαν να κερδίσουν κοινό και κριτικούς;
            Ο Θεοδωρόπουλος είναι, απ’ όσο τον παρακολουθώ στα Νέα και καμιά φορά στην τηλεόραση, ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, που ξέρει να παρατηρεί, να συνδέει παρόν και αρχαιοελληνικό παρελθόν με εύστοχες συνάψεις, να γράφει κείμενα με ενδιαφέρον και με μεστό προβληματισμό. Respect.
[Πρωτοδημοσιεύτηκε ελαφρά παραλλαγμένο στις 8/3/2012 στον ιστότοπο In2life]
Πατριάρχης Φώτιος

4 comments:

Pellegrina said...

Βρηκα το βιβλίο κυριολεκτικά απολαυστικό, σε βαθμό που δυσκολευόμουν από την προσπάθεια να μη γελάσω (το διάβασα σε δημόσιο χώρο). Εχει ενα υποδόριο χιούμορ, που το πιάνεις ομως μονο αν συνομιλείς με το συγγραφέα σε σ ο β α ρ ό επίπεδο, αν δηλ. αντιλαμβάνεσαι και εν πολλοίς συμμερίζεσαι τις απόψεις του για τη συγχρονη ελλαδα, κοινωνία και πολιτισμό (ή "πολιτισμό"), με άλλα λογια, αν και απλα γραμμενο βιβλίο, δεν απευθύνεται στους "πολλούς" (Στο σημείο που περιέγραφε ο "σπίτι στο ανατολικό Αιγάιο" με τη θεα κλπ με ειχαν πιασει σπασμοί-απο το γελιο. Δεν ξερω ομως αν θα αντιλαμβάνονταν πολλοί γιατί. (ειναι και διακειμενικό, λογοτεχνικό καθαρα θεμα, η κονιορτοποίηση της "ροζ" ματιάς) κλπ
Η σατιρα του θεοδωρόπουλου πηγάζει νομιζω από μια πικρή, σχεδον παραιτημένη ειρωνία και τη βρισκω πιο βαθιά και πιο ουσιαστικα΄εξελισσόμενη απο πχ του Κουνενή, που ξεκινησε πολυ καλά αλλα εχει γινει μαλλον βαρετά επαναλαμβανομενη
Λογοτεχνικα τωρα, η "επιδημία" εχει μια αδυναμία δομής, το β μερος εξελίσσεται στην ουσία με αλλα πρόσωπα 9τους δυο τυπους, επιχειρηματία και ποιητή), ενω ο θεός που τα εκανε όλα αυτά σχεδόν δεν συμμετέχει. Δεν κατάφερε (ή αδιαφόρησε) να τα συνδέσει. Αλλα αυτοί οι δυο τύποι ειναι επίσης πολύ καλοί. Ευστοχο βεβαια ο,τι λεει για τη συγχροονη ελλαδα, την παρλαπίπα και την προχειρότητά της σε ολα τα επίπεδα.

Για το θεμα με τα σατιρικα΄βιβλια, δεν ξερω: γενικά στην Ελλαδα υπαρχει μια ταση να θεωρείται σοβαρό το κλαψιάρικο, βλέπω μαλιστα μια "ανανέωση" στην ταση από νεους συγγραφείς. Κι ομως, το θεμ απου αναπτύσσει ο θεοδωρόπουλος στην επιδημία ειναι πολύ πιο σοβαρό, πιο "μεγάλο" από αυτο που σοβαροφανώς αναπτύσσουν πολλά κλαψιάρικα

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
έχεις δίκιο για τη σοβαρότητα πολλές φορές της κωμικής λογοτεχνίας αλλά και το μήνυμα του έργου του Θεοδωρόπουλου.
Έχεις δίκιο και στα προβλήματα δομής. Νομίζω ότι η καλή ιδέα του συγγραφέα ξεφτίστηκε συν τω χρόνω και στο τέλος το έργο έμεινε από λάστιχο.
Πατριάρχης Φώτιος

Sue said...

Δεν έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο του Τ.Θεοδωρόπουλου, Πατριάρχα, αλλά θα συμφωνήσω με την Pellegrina σε όσα λέει για το υποδόριο χιούμορ της γραφής του. Δυστυχώς, δεν το αντιλαμβάνονται πολλοί μα και όσοι το αντιλαμβάνονται τείνουν να το καλύπτουν ή να μην το αναφέρουν στην καλύτερη περίπτωση - την τελευταία φορά που τόλμησα να πω πόσο απόλαυσα αυτόν τον συνδυασμό ("μεστός προβληματισμός με χιούμορ, αρχαιοελληνικό παρελθόν με παρόν"), το θεώρησαν μία από τις ιδιοτροπίες μου. Η προκατάληψη που αναφέρεις υπήρχε και υπάρχει αλλά, πιστεύω πως, αρχίζει να παραμερίζεται σιγά σιγά, τουλάχιστον στο εξωτερικό - η βράβευση του Χάουαρντ Τζέικομπσον για το "Υπόθεση Φίνκλερ" με το ManBooker Prize το 2010 είναι ένα δείγμα. Στα καθ'ημάς. όμως, νομίζω ότι η προβολή και ανάδειξη, πόσο μάλλον η βράβευση, ενός βιβλίου τέτοιου ύφους θα πάρει περισσότερο χρόνο να συμβεί. Ελπίζω όχι πολύ.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Sue,
το παράδειγμα του Τζέικομπσον είναι πολύ πολύ καλό. Το υποδόριο χιούμορ, αγγλικής κοπής, δεν στάθηκε αποτρεπτικός παράγοντας για να βραβευτεί, ή να μην πω ότι ήταν και καθοριστικός.
Ελπίζω κι εγώ η κωμική λογοτεχνία στην Ελλάδα να παραγάγει πρώτα καρπούς, γιατί ακόμα κι αυτή ψάχνεται μεταξύ B-movie και φαρσοκαταστάσεις, κι έπειτα να ενδώσουν οι ειδικοί στη βράβευσή-της.
Πατριάρχης Φώτιος