Thursday, June 25, 2015

“Πόλεμος και πόλεμος” του László Krasznahorkai

Η Ιστορία και η παγκοσμιοποίηση, το ταξίδι στην Αμερική και τα ταξίδια μέσα στον χρόνο, η καταιγιστική γλώσσα και οι άπειρες λεπτομέρειες, όλα αυτά κι άλλα πολλά σε ένα ταχύστροφο μπλέντερ. Το ManBooker, που πήρε το βιβλίο, δείχνει την τάση της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


Ουγγαρέζικος καφές:
László Krasznahorkai
“Háború és háború
1999

“Πόλεμος και πόλεμος”
μετ. Ι. Αβραμίδου
εκδόσεις Πόλις
2015
 





          Όλοι στέκονται στη γλώσσα του κειμένου, σ’ αυτόν τον ακατάσχετο μονόλογο, σ’ αυτόν τον μακροπερίοδο λόγο που δεν νογάει από (προκαθορισμένα) σημεία στίξης, συντακτικές παύσεις, κύριες και δευτερεύουσες, που ακολουθεί την προφορικότητα της ομιλίας, που τρέχει και ξαναγυρίζει στον εαυτό-του, που αγκαλιάζει και γλείφει κάθε λεπτομέρεια, πασκίζοντας να αναπλάσει όλες τις μικρές πτυχές του θέματος.
          Ο ήρωας, ο Γκιόργκι Κόριμ, ιστορικός της τοπικής ιστορίας, υπάλληλος στα Αρχεία μιας μικρής πόλης νότια της Βουδαπέστης, ανακαλύπτει ένα πολύτιμο έγγραφο κι αποφασίζει να το αξιοποιήσει, πηγαίνοντας στο «κέντρο του κόσμου», στη Νέα Υόρκη. Η ιστορία-του, από τη μέρα που συνέλαβε το ταξίδι μέχρι να φτάσει στον λαβύρινθο της μεγαλούπολης, σε μια άλλη ήπειρο, και μάλιστα χωρίς να ξέρει λέξη αγγλικά, αποτυπώνεται με όλες τις λεπτομέρειες της συνείδησης, σαν μια ροή σκέψεων και αναδρομών, στιγμιότυπων και μικροδιαλόγων.
          Δεν θέλω να σταθώ στη βορβορώδη (όχι με την αρνητική σημασία της λέξης) γλώσσα του κειμένου που με κάνει να παρασύρομαι στο ρεύμα-της, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να βγω στις όχθες του μυθιστορήματος. Δεν θέλω να μείνω σ’ αυτήν τη λεπτοδουλεμένη ύφανση που αποδίδει τόσο τα γεγονότα όσο και τους πολύπλοκους δαιδάλους της αφηγηματικής σκέψης. Θα ήθελα να δω ένα παραπέρα νόημα που να με κάνει να αντέξω τη λεκτική επίθεση και να προσχωρήσω ως αναγνώστης στη λογική του κειμένου.
          Κάνω μια εικασία. Τώρα που είμαι περίπου στο ένα τρίτο του βιβλίου. Και ταυτόχρονα περιμένω να διαψευστεί ή να επιβεβαιωθεί. Ή τίποτα από τα δυο. Η πορεία του Κόριμ είναι η μεταφορά της παγκοσμιοποίησης που επιχειρεί να αναγάγει σε γενικό το μικρό και τοπικό. Η Ουγγαρία, που βγήκε από τον αποκλεισμό της σοσιαλιστικής ενδοσκόπησης, είναι ενδεικτικό παράδειγμα μιας τοπικής κοινωνίας, που θέλει να μετάσχει στο αμερικάνικο, δηλαδή διεθνές, όραμα. Είναι μια επαρχία της γης, της οποίας οι κάτοικοι επιθυμούν να βρεθούν στην “πρωτεύουσα” και να σταθούν στο κέντρο της σκηνής, χωρίς να είναι σίγουροι για την επιτυχία της προσπάθειάς-τους. Είναι το πέταγμα από τη μικρή γειτονιά στη μεγάλη πλατεία, από το περιφερειακό στο κεντρικό, από το εθνικό στο παγκόσμιο…
          Η γλώσσα που είναι χαώδης και άναρχη, σοφά άναρχη, είναι ακριβώς το κάτοπτρο της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία το άτομο ως ομάδα χάνεται και εξαερώνεται. Σταδιακά εμπλουτίζεται (!) με αγγλικές λέξεις που δείχνουν με τη σειρά-τους το αμάλγαμα αξιών και πολιτισμών που κλιμακωτά αφομοιώνει ό,τι μέχρι τότε έμενε αλώβητο. Η Νέα Υόρκη παραλληλίζεται εμμέσως με τη Βαβέλ και η σύγχρονη κοινωνία με ένα πολυγλωσσικό αλλά, πιο πολύ, πολυπολιτισμικό αμάλγαμα, που δεν γνωρίζει συνεκτικότητα.
     Το χειρόγραφο, 150-160 σελίδων, αποκαλύπτεται σταδιακά ότι δεν περιέχει συγκεκριμένες ενδείξεις, αλλά κρίνεται ότι έχει “οικουμενική εμβέλεια” και ότι αξίζει να διασωθεί στην αιωνιότητα, π.χ. μέσω διαδικτύου. Με μια εγκιβωτισμένη αφήγηση, ανάκατη με τη ζωή του Κόριμ στην Αμερική, μας πηγαίνει πίσω, καταρχάς στη μινωική Κρήτη, όπου καταφτάνουν ναυαγισμένοι από ένα πολύνεκρο ναυάγιο τέσσερις νέοι αγνώστων λοιπών στοιχείων, πιθανόν καταγόμενοι από την Εγγύς Ανατολή. Η αφήγηση συνεχίζεται τον 19ο αιώνα στην Κολωνία και στην αποπεράτωση κτηρίων που είχαν ξεκινήσει αιώνες πριν. Έπειτα στη Βενετία, στη ρωμαϊκή Αγγλία κ.ο.κ.
Η Ιστορία έρχεται μέσα στο σύγχρονο διεθνοποιημένο σκηνικό να δώσει το “παρών”, αλλά ποιο νόημα έχει το παρελθόν σε ένα προοδόπληκτο παρόν; Πώς αυτή η μεταμοντέρνα σαλάτα αναδεικνύει την εποχή-μας και τους προβληματισμούς-της; Ποια η σχέση της αμερικάνικης ζωής με την Ιστορία και την τέχνη που αναμιγνύει πραγματικότητα και μυθοπλασία, παρόν και παρελθόν; Όσο προχωρούσα, πελάγωνα με ένα συνονθύλευμα που δεν με έβγαζε σε διέξοδο.
Κι εκεί σκέφτηκα αυτό που συχνά ακούμε από μουσικούς ή μουσικοκριτικούς για ερμηνείες τραγουδιστών: πολύ καλή τεχνική, σωστή άρθρωση και σωστά πατήματα πάνω στον μουσικό ρυθμό, ερμηνεία χωρίς λάθη, αλλά αν λείπει αυτό που το λένε συχνά ψυχή, συναίσθημα, φλόγα, τι αποδοχή μπορεί να έχει το τραγούδι; Το ίδιο σκέφτομαι και για τη λογοτεχνία: αν πρόκειται για ένα άρτιο τεχνικά κείμενο, με ιδιαίτερη και καλογραμμένη γλώσσα, αλλά αν λείπει ο παλμός και το φιτίλι που θα ανάψει τον αναγνώστη, τι να το κάνω; Αυτά τα μετανεωτερικά κατασκευάσματα, που στήνουν ένα bricolage, ένα τεχνητό κράμα πολυσυλλεκτικών στοιχείων και προχωρημένων τεχνικών, τις περισσότερες φορές εκφράζουν μια ελιτίστικη άποψη περί λογοτεχνίας και περί ανθρώπινης αντίληψης.
Ο ίδιος ο Krasznahorkai βάζει τον ήρωά-του να αναλύει το (μυθοπλαστικό) χειρόγραφό-του με όρους που θα ταίριαζαν και στο “Πόλεμος και πόλεμος”: “το αρχικό και ανεξήγητο μυστήριο του κειμένου, η ποιητική δύναμη που αναβλύζει απ’ αυτό, το γεγονός ότι έστρεφε αποφασιστικά την πλάτη στις συμβατικές μορφές αφήγησης … Το χειρόγραφο ενδιαφερόταν μόνο για ένα πράγμα: να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό-του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης” (σελ. 233). Έτσι, εξηγείται γιατί η λογοτεχνία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον μέσο αναγνώστη, αφού η ελιτίστικη διάθεσή-της (παρά και τις αντίθετες τάσεις) λειτουργεί ως χάσμα ανάμεσα στην ανάγκη αποτύπωσης της πολύπλοκης πραγματικότητας και την ανάγκη για μια εύληπτη (όχι βέβαια λαϊκίστικα εύκολη) πρόσληψη του λογοτεχνικού έργου.
Διάβασα το κείμενο όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, έστω κι αν οι λεπτομέρειες ξεχείλιζαν από παντού πετώντας-με έξω, έστω κι αν αυτό το συνονθύλευμα κρατούσε σθεναρή την απορία τι δουλειά έχουν άπειρα στοιχεία σαν παραφυάδες στον βασικό-του κορμό. Είδα (νομίζω) τη στοχοθεσία του συγγραφέα, είδα τους συμβολισμούς και τους πολυάριθμους ιριδισμούς της πραγματικότητας, είδα ένα χαοτικό σχέδιο (που θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι εμπρόθετο), είδα τον εγκιβωτισμό και τις λειτουργίες-του, είδα μια φιλόδοξη προσπάθεια να (μην) συναρμοστούν όλα τα δεδομένα σε μια πολυεπίπεδη διαστρωμάτωση… Φαντάζομαι δεν είδα πολλά άλλα.

[Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο In2life στις 9/6/2015 και εδώ, στο Βιβλιοκαφέ, συνοδεύεται από εικόνες που άντλησα από: www.photoree.com, reggioalliance.org, www.pme-dz.com και toolkit.smallbiz.nsw.gov.au. Ακολουθεί ο πίνακας του Pieter Bruegel "Ο πύργος της Βαβέλ" (1563) και ο υπόλοιπος διάκοσμος ελήφθη από: ritualgoddess.com, vannland.weebly.com, alicebroughton.blogspot.com, hdscreen.me και www.henderson-art.co.uk]
Πατριάρχης Φώτιος

18 comments:

vivliokokkygia said...

Καλώς και δικαίως με προλάβατε! Έχω δυο βδομάδες που το διαβάζω αργά -για να μην πω κατανυκτικά- και δεν το χορταίνω. Θα διαβάσω την κριτική σας και θα επανέλθω έστω και καθυστερημένα, αφού ολοκληρώσω την ανάγνωσή μου. Υποβάλλω τα σέβη μου.

vivliokokkygia said...

Δεν άντεξα και έριξα μια ματιά στην κριτική σας. Μέχρι στιγμής μάλλον στέκομαι στον αντίποδα, κάτι που θεωρώ ευτύχημα, αν πρόκειται να δώσει τροφή για σκέψη.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Θα ήθελα να μου πεις, Βιβλιοκοκκυγία,
αν αυτό το ψιλοδούλεμα που είναι ώρες ώρες όντως πολύ καλό
και η ευρύτερη μακροδομή του κειμένου
δημιουργούν ή όχι ένα είδος ελιτισμού;
Πατριάρχης Φώτιος

vivliokokkygia said...

Προσωπικά θεώρησα ότι με τις συνεχείς επαναλήψεις όπου επαναφέρει το ίδιο θέμα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους ξεκινώντας από τον πιο ασαφή και ενίοτε κρυπτογραφικό για να καταλήξει στον πλέον εναργή, κάνει απολύτως κατανοητά τα όσα θέλει να πει και μάλιστα με μια κλιμάκωση που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Κάθε άλλο παρά ελιτίστικο λοιπόν θα έλεγα το ύφος του. Όσο βέβαια για το τι λέει, για τα θέματα αυτά καθ' εαυτά που θίγει, εκεί το πράγμα αλλάζει. Φαντάζομαι ότι ο βαθμός πρόσληψης είναι ανάλογος της ποιότητας του ανάγνωστη, όπως εξάλλου συμβαίνει για κάθε αξιόλογο βιβλίο. Είναι αυτό ελιτισμός;

Πατριάρχης Φώτιος said...

Νομίζω πως ναι.
Ο μοντερνισμός έδωσε κείμενα που ήταν ερμητικά, εσωστρεφή, φορμαλιστικά,
από τον "Οδυσσέα" του Τζόις μέχρι την "Αντιποίησι αρχής" του Κοτζιά.
Και ενώ συμφωνώ ότι ο επαρκής αναγνώστης είναι πιο εξοικειωμένος με τέτοια έργα,
δεν επικροτώ αυτήν την ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση της λογοτεχνίας από την μέση αντίληψη,
καθώς νιώθω ότι αυτή η λογοτεχνία απευθύνεται σε όλο και πιο λίγους, χάνει τον στόχο-της και ομφαλοσκοπείται.
Ο μοντερνισμός το έκανε αυτό αξίωμά του
και το ακολούθησε μια τάση του μεταμοντερνισμού, όπως ο Krasznahorkai.
Ακόμα και εγώ, λοιπόν,
που θεωρώ ότι έχω διαβάσει και έχω απολαύσει δύσκολα κείμενα,
πιστεύω ότι ναι μεν μπορώ να θαυμάσω τέτοιες κατασκευές,
αλλά κατά βάθος μένω απ' έξω με ανοικτό στόμα,
χωρίς να μπορώ να οικειοποιηθώ τον λογοτεχνικό παλμό ενός τέτοιου μυθιστορήματος.
Παρακολουθώ με δέος το κολοσσιαίο κτήριο με τις εξαιρετικές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες,
αλλά το ίδιο το κτήριο μου λέει «μείνει απ’ έξω».
Π.Φ.

Μαραμπού said...

Καλησπέρα Φώτιε.

Δεν έχω διαβάσει το Πόλεμος και Πόλεμος (ξετρελάθηκα με τον τίτλο!), αν και το αγόρασα αμέσως, γιατί βρίσκω γοητευτική αυτή την εσωστρέφεια του κειμένου και όλη την τεχνική αρτιότητα που επισημαίνεις. Τώρα διαβάζω τον Οδυσσέα, άλλο ερμητικό κείμενο, το οποίο και βρίσκω πολλαπλώς γοητευτικό! Γενικά τρελαίνομαι για βιβλία που η γλώσσα αναλαμβάνει τα ηνία και σέρνει από πίσω το συναίσθημα. Δεν νομίζω όμως πως αυτά τα κείμενα είναι μόνο αυτιστικά λογοτεχνικά κατασκευάσματα χωρίς ίχνος συναισθηματικής υγρασίας πάνω στις σελίδες τους. Υπάρχουν και τέτοια κατασκευάσματα που είναι ολότελα βαρετά και η μεταμοντέρνα κατασκευή τους σκορπίζεται στον πρώτο αναστεναγμό πλήξης.

Δεν ξέρω αν έχεις διακρίνει ένα φαινόμενο γραφής τέτοιων ομφαλοσκοπικών βιβλίων. Ίσως να είναι σημεία των καιρών, όπως λες. Εμένα τέτοια κείμενα μου προσφέρουν περισσή απόλαυση και ξεκούραση του μυαλού και τα συνδιάζω συχνά με άλλα ολότελα συναισθηματικά και ανθρώπινα. Μέσος αναγνώστης και ελιτιστής είναι σαθρές κατηγοριοποιήσεις - αλλά αν ζητάς και μια σαθρή γνώμη, εμένα με φοβίζει περισσότερο ο μέσος αναγνώστης από τον ελιτιστή!

Τα σέβη μου

Πατριάρχης Φώτιος said...

Μαραμπού,
να που μια φορά θα διαφωνήσουμε
κι αυτό ίσως είναι η βάση για έναν χρήσιμο διάλογο.

Καταρχάς, συμφωνώ ότι ο μέσος αναγνώστης οδηγείται συχνά
σε ευπώλητες επιλογές και σε εύπεπτες συνταγές λογοτεχνίας,
πράγμα φυσικά που υποβαθμίζει την τέχνη του λόγου.
Άρα χρειαζόμαστε έναν επαρκή αναγνώστη που δεν αρκείται στα έτοιμα,
αλλά αναζητά ένα ανώτερο επίπεδο ώστε να τεντωθεί πνευματικά για να το φτάσει.

Από την άλλη,
τέτοια κείμενα (σαν αυτά για τα οποία συζητάμε)
είναι συν-υπεύθυνα για την απομάκρυνση του ευρέος κοινού από την υψηλή λογοτεχνία,
αφού έχουν χαράξει εδώ και έναν περίπου αιώνα μια διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα στον πήχυ τον οποίο σηκώνεται ο επαρκής αναγνώστης για να φτάσει
και στον πήχυ προς τον οποίο πηδάει για να τον ακραγγίξει.
Η γλώσσα από μόνη της μπορεί να σηκώσει το βάρος
στη συνυποδηλωτική ποίηση ή έστω σε κείμενα λίγων σελίδων,
αλλά σε ευρύτερα κείμενα χρειάζεται και η δομή, οι χαρακτήρες κ.λπ.
Όχι ότι ο Ούγγρος συγγραφέας στερείται τέτοιων συστατικών,
αλλά -σε αντίθεση με πολλούς- πιστεύω
ότι όλα αυτά βρίσκονται σε ένα εσωστρεφές μπλέντερ που δεν αφήνει το πνεύμα να αναγαλλιάσει.
Κι αν θες πάω ακόμα παραπέρα, εκφράζοντας μια πιο ριψοκίνδυνη σκέψη.
Μάθαμε με τον μοντερνισμό ότι το δύσκολο, το δυσνόητο, το εργώδες
είναι υψηλή λογοτεχνία και πολλές φορές μένουμε ενεοί μπροστά σ' αυτό,
υποβάλλοντας τον εαυτό-μας πως είναι και ποιοτικό, προχώ, πρωτοποριακό...
Π.Φ.

Ρόζα said...

Έλα τώρα, Φωτάκη. Αυτά είναι τα γούστα σου.
Της μαζικής κουλτούρας και του νταλικιέρη.
Και μας παριστάνεις δω μέσα τον λόγιο...
Κάτι τέτοια που λες τα είπε νομίζω κι ένας
υπουργός. Προπαγάνδα της ισοπέδωσης.
Κνιτοσυντρόφια ήσασταν;

Μαραμπού said...

Δεν θα διαφωνήσω σε αυτό. Ενδέχεται το δυσνόητο και εργώδες να μας πλασσάρεται ως υψηλή λογοτεχνία ενώ δεν είναι. Θέλω να πιστεύω (για καλό δικό μου!) ότι μπορώ να ξεχωρίσω το αυθεντικό από το πλαστό. Δεν έχω καμιά όρεξη να κουβαλήσω την ταμπέλα του "κουλτουριάρη" και να βαυκαλίζομαι με βιβλία και συγγραφείς που (αν όχι δεν καταλαβαίνω, επιπλέον) δεν απολαμβάνω. Πραγματικά απολαμβάνω να διαβάζω Τζόυς, Μπέρνχαρντ, Καλβίνο, Ναμπόκοφ, Πύντσον, Φώκνερ, Μπέκετ, ασχέτως πόσα καταλαβαίνω εντέλει από την λογοτεχνία τους. Πολύ συχνά ξαναγυρίζω σε αυτούς.

Το μεταμοντέρνο είναι μια ασαφής έννοια και ο καθένας μπορεί να υποστηρίξει ότι γράφει έτσι. Και λόγω της ασάφειας (δημιουργικής ή μη) που επικρατεί, λίγοι αναγνώστες φέρουν αντίσταση. Φυσικά, ο μέσος αναγνώστης για να προβιβαστεί σε επαρκή δεν χρειάζεται να διαβάσει απαραιτήτως Τζόυς ή Πύντσον. Αυτά είναι διαφημιστικά κόλπα! Μια χαρά επάρκεια θα έχει, αν διαβάσει Μαρκ Τουέην!

Το βιβλίο του Ούγγρου δεν το έχω διαβάσει και γενικά, εκτός από αυτό που διαφημίστηκε ως απαιτητικό, δεν έχω παρατηρήσει άλλα βιβλία γύρω μου που να έχουν αυτό το χαρακτηριστικό του μπλέντερ που αναφέρεις. Ο λόγος ίσως να είναι ότι σε εμένα αρέσουν αυτά τα βιβλία (όπως σου εξήγησα) και έτσι να μην αντιλαμβάνομαι ότι στροβιλίζομαι αβοήθητος σε μια αφήγηση που δεν αφήνει το πνεύμα να αναγαλλιάσει. Πάντως χάρηκα που είδα ότι η κριτική σου είχε ένα πιο ουδέτερο τόνο απέναντι στο βιβλίο σε σχέση με τις διθυραμβικές κριτικές που κυκλοφορούν αλλού. Γιατί με τους διθύραμβους είδα τι στραπάτσο έφαγα με τον Βάσκες και τα πράγματά του που έπεφταν σφυρίζοντας!!

Καλή συνέχεια.

Ρόζα said...

-Το Δημοψήφισμα ως προϊόν της μαζικής κουλτούρας.-
Σχολιάστε, αγαπητέ μου. Σχολιάστε λογιότατε ρασοφόρε.
Επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ούτε άσχετο.
Επειδή όλα είναι θέμα προπαγάνδας. Προπαγάνδας.
Όχι πολιτικής. Για να μην ξεφτιλίζουμε τις έννοιες.
Των οποίων η κατανόηση χρήζει προαπαιτούμενων.
Όπως, άλλωστε, και η πρόσληψη της πραγματικής λογοτεχνίας.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Ρόζα,
τελικά ο τίτλος του βιβλίου έρχεται ιστορικά να αποβεί προφητικός,
με το δίλημμα που θέτει.
Δεν υπεκφεύγω.
Θα αναρτήσω ιδιαίτερο ποστ για την Ιστορία που ζούμε.
Καλημέρα
Π.Φ.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Μαραμπού,
θα ήθελα κι εγώ να πιστεύω ότι μπορώ να αξιολογήσω το ποιοτικά δύσκολο από το διαφημιστικά δύσκολο,
αλλά συχνά διαφωνώ με τους άλλους που πιστεύουν για τον εαυτό-τους το ίδιο!
Το ζήτημα όμως (νομίζω) είναι ευρύτερο.
Αν αυτό που θεωρούμε καλό και άξιο και ερεθιστικό,
είναι αποτέλεσμα της μοντέρνας αντίληψης για τη λογοτεχνία,
μέσα στην οποία μεγαλώσαμε,
τότε πάντα τέτοια κείμενα θα θεωρούνται πρωτοποριακά.
Η αντίρρησή-μου είναι επομένως ριζικότερη και ολιστικότερη:
ο ελιτισμός αυτής της μοντέρνας εσωστρεφούς γραφής είναι το πρόβλημα,
είναι η παραχάραξη της λογοτεχνίας,
που ενίοτε ανάγεται σε διανοουμενίστικο παιχνίδι,
το οποίο αποκλείει το συναίσθημα, την οργάνωση, τη σήμανση,
και οδηγεί σε ad hoc δείξεις.
Πατριάρχης Φώτιος

Μαραμπού said...

Πατριάρχη Φώτιε,
νομίζω ότι καταλαβαίνω τι εννοείς και βρίσκω ενδιαφέρουσα την άποψή σου. Είναι αλήθεια ότι ο προηγούμενος αιώνας στην λογοτεχνία ήταν μια συνεχής ανανέωση της μορφής των κειμένων (με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα) και αυτή η αντίληψη εδραιώθηκε στο σήμερα. Αν (σχεδόν) όλα έχουν ειπωθεί, η ανανέωση θα γίνει μέσω της μορφής και αυτό θα καταλήξει να ενυπωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο ως το μοντέρνο, το πρωτοποριακό, το ριζοσπαστικό.

Η αλλαγή σίγουρα θα επέλθει, αλλά δε ξέρω πόσο σύντομα. Για την ώρα αυτή η εσωστρέφεια και η δομική σύνθεση των κειμένων, επικρατεί και κυριαρχεί. Όμως (αν σου είναι εύκολο) πες μου σε παρακαλώ, μερικά βιβλία στα οποία κυριαρχεί το συναίσθημα, η οργάνωση, η σήμανση, για να καταλάβω λίγο καλύτερα τι εννοείς.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Μαραμπού,
με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω-μας,
με τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει και εκεί μέσα θα πεθάνουμε,
μόλις τώρα βρήκα χρόνο να δώσω παραδείγματα
σ’ αυτό που εννοώ σύζευξη τεχνικής και απόλαυσης σε ένα καλό λογοτέχνημα,
αυτό που περιέχει μια αναλογία συναισθήματος, πλοκής, χαρακτήρων, πρωτοπορίας,
αλλά από την άλλη δεν είναι κλειστό, ερμητικό, απροσπέλαστο…

-Κεζαμπούρο Όε, «Μια προσωπική υπόθεση»
-Πέρσιβαλ Έβερετ, «Η θεραπεία του νερού»
-Ρόμπερτ Μπαρθ, «Η πλωτή όπερα»
-Ζωρζ Περέκ, «Ζωή οδηγίες χρήσεως»
-Άρης Αλεξάνδρου, «Το Κιβώτιο»

Γιατί αυτά τα 5 ενδεικτικά παραδείγματα;
Ο Όε και ο Μπαρθ είναι πιο κλασικοί στην αφήγηση,
γεγονός που κάνει τον καθένα να μπορεί να τους παρακολουθήσει,
αλλά συνάμα έχουν και μια σύγχρονη ματιά,
ο μεν Όε μια ευαισθησία απέναντι στη ζωή και στα ΑΜΕΑ,
ο δε Μπαρθ μια ειρωνική ματιά που ενέχει μηδενιστικές αποχρώσεις
(παρόλο που δεν συμφωνώ με την οπτική-του, χάρηκα πολύ την ευφυή σύλληψη και πορεία σκέψης).
Ο Αλεξάνδρου συνδυάζει αγαστά πλοκή
(που, ενώ είναι πολύπλοκη, δεν είναι δαιδαλώδης),
πολιτικό προβληματισμό, μεταμοντέρνα μηνύματα.
Με άλλα λόγια διαβάζεται με απλό και με πολύπλοκο τρόπο!
Ο Έβερετ και ο Περέκ παίζουν, ο καθένας αλλιώς, με τη λογοτεχνική αφήγηση.
Ο πρώτος είναι πιο εσωστρεφής, κοντά σ’ αυτό που καταδικάζω στον Κρασναχορκάι, αλλά σε πιάνει από τον λαιμό
και σε παρασύρει στην οργή-του, που είναι σαφής, ορατή, γλαφυρά ανάγλυφη.
Ο Περέκ πλάθει ένα συνονθύλευμα προσώπων,
αλλά το μυαλό μπαίνει μαζί-του στο παιχνίδι και τραμπαλίζεται από όροφο σε όροφο, από διαμέρισμα σε διαμέρισμα,
θαυμάζοντας και στοχαζόμενο μαζί.
Η πολυμέρεια της σύγχρονης πραγματικότητας απλωμένη κατάλληλα.

Έφερα 5 παραδείγματα που φτάνουν από το απλό αφηγηματικά έως το πολύπλοκο, όλα όμως συνδυάζουν μορφή και περιεχόμενο,
τεχνική και απόλαυση, πρωτοπορία και ιδεολογία.
Πατριάρχης Φώτιος

Μαραμπού said...

Σ' ευχαριστώ για τα παραδείγματα. Ήταν διαφωτιστικά. Έχω διαβάσει μόνο τα δύο (Αλεξάνδρου και Περέκ) και θα ήθελα να διαβάσω και ένα του Μπαρθ γιατί θεωρείται εμπνευστής του μεταμοντέρνου και προπομπός του Πύντσον και θα ήθελα να δω κατά πόσο ευσταθούν οι φήμες. Τα δυο που έχω διαβάσει όντως ταιριάζουν αρμονικά την τεχνική αρτιότητα και πολυπλοκότητα με το συναίσθημα και το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων και της πλοκής.

Ας θεωρήσουμε λοιπόν ότι η στρυφνότητα και η εσωστρέφεια μερικών κειμένων δεν είναι η παντιέρα στην υπηρεσία του μοντέρνου και του ριζοσπαστικού αλλά μια εσωτερική ανάγκη του κάθε συγγραφέα που πιστεύει ότι έτσι εκφράζεται καλύτερα. Άλλοτε βγαίνει πιο αρμονικά και άλλοτε όχι. Όταν διαβάσω το βιβλίο του Κρασναχορκάι ίσως επιστρέψω με ένα καλύτερο σχόλιο επ' αυτού.

Nota Chryssina said...
This comment has been removed by the author.
Nota Chryssina said...

Δεν έχω διαβάσει το βιβλιο "Πόλεμος και πόλεμος" έχω διαβάσει όμως τόσα για αυτό. Ωστόσο, με πολλά αναγνώσματα αναρωτιέμαι εάν το θέμα τους είναι η γλώσσα και οι τεχνικές ή η λογοτεχνία. Η λογοτεχνία λοιπόν δεν είναι μόνο γλώσσα αλλά και το υποκείμενο που εκφέρει τα φωνήματα που μέσω της γλώσσα μετατρέπονται σε νεκρά σημεία τα οποία νοηματοδοτεί ο ανανγνώστης μέσα από το δικό του πλαίσιο προσδοκίας. Βαρέθηκα να διαβάζω παιχνίδια της γλώσσας, τα οποία είναι εντυπωσιακά αλλά μέχρι εκεί, δεν λειτουργούν ούτε ως τέρψη, παρά μονάχα στιγμαιαία κι αν ισχυριστεί κάποιος το αντίθετο θα του πω να μου απαριθμήσει όλα τα τεχνικά μέσα...

Πατριάρχης Φώτιος said...

Νότα, καλημέρα.
Συμφωνώ ότι η ενθρόνιση της γλώσσας (και γενικά της μορφής) σε πρωτεύοντα και συχνά μοναδικό παράγοντα της λογοτεχνικής αξίας
υποβιβάζει την ανάγκη για πλοκή, για χαρακτήρες,
για συνολικό νόημα που θάβεται κάτω από τα γλωσσικά πυροτεχνήματα.
Π.Φ.