Friday, March 06, 2015

“Κυριακή ρεπό” του Ζήση Σαρίκα

Ημερολόγιο καταστρώματος: μέρα 1η

Από τη Γεωργία στην Ελλάδα, από την εξαθλίωση στην αξιοπρέπεια, από το υπόγειο σε ένα τίμιο νοικοκυριό. Η ιστορία της Ελένης, όπως οι ιστορίες χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών, είναι από μόνη-της άξια προσοχής, αλλά δεν αρκεί αυτό για να γίνει υψηλή λογοτεχνία. 
 

Καυκάσιος καφές:
 
Ζήσης Σαρίκας
“Κυριακή ρεπό”
εκδόσεις Εστία
2014
 

 Ώρα εβδόμη πρωινή: απόπλους.  
Τον Ζήση Σαρίκα τον ήξερα ως μεταφραστή του Νίτσε. Έτσι, όταν είδα ότι είναι και λογοτέχνης, αφού έχει εκδώσει μερικά ακόμα βιβλία, πίστεψα ότι θα συναντήσω μια ιστορία με νιτσεϊκά χαρακτηριστικά (κάτι σε υπερήρωα ή σε επικράτηση του ισχυρού ή…). Τελικά, δεν ξέρω αν είδα Νίτσε εν Σαρίκᾳ, ούτε ξέρω αν χρωστά ο συγγραφέας στους μεταφρασμένους απ’ αυτόν λογοτέχνες.
 
Ώρα ενδεκάτη πρωινή: μεσοπέλαγα στις σελίδες.   
          Ηρωίδα-του είναι η Ελένη, Ελληνίδα εκ Γεωργίας, που φτάνει στην Ελλάδα αποφασισμένη με τη δουλειά-της να ριζώσει. Δουλεύει στην αρχή καθαρίστρια-υπάλληλος (δούλα) για λίγα ψίχουλα, αλλά σταδιακά αναλαμβάνει μόνη-της τρεις πολυκατοικίες και μερικά διαμερίσματα, με αποτέλεσμα να μαζέψει δυο δραχμές. Στόχος-της είναι να φέρει την οικογένειά-της, τον άνδρα-της δηλαδή και τα τρία παιδιά-της, στην προγονική πατρίδα, πράγμα που το καταφέρνει σιγά σιγά. Πάνω στη δική-της ιστορία ο νουβελογράφος (πώς σας φαίνεται ο νεολογισμός;!) επισυνάπτει τις ιστορίες των ενοίκων των πολυκατοικιών και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή εργάζεται.
 
Ώρα δεκάτη τετάρτη: μακριά από εξωτικά νησιά. 
        Στρωτή αφήγηση, άλλοτε με ψυχολογικό βάθος κι άλλοτε όχι. Ευθεία ιστορία, άλλοτε με απλώματα στη μικρο-ιστορία των δευτερευόντων ηρώων κι άλλοτε παρακολούθηση της κεντρικής ηρωίδας. Ύφος καθαρό, λαγαρό, χωρίς κόνξες, άλλοτε ομαλό και ρέον κι άλλοτε επίπεδο και ρηχό. Ο αναγνώστης διαβάζει ένα κείμενο σε τρεις ώρες (και πολύ λέω), χαίρεται μια ζωή που ξέφυγε από την εξαθλίωση της Γεωργίας, ορθοποδίζει στην Ελλάδα και παρά τις δυσκολίες δείχνει πόσο ο αποφασισμένος άνθρωπος με τη δουλειά-του είναι σε θέση να πετύχει. Όμως όλο αυτό αυτοφρενάρει σαν να μην αντέχει το βάρος της υπόθεσης. Δεν ξέρω αν ο Σαρίκας μεταφέρει στο χαρτί μια πραγματική ιστορία, με αποτέλεσμα να χαίρεται κανείς με την αυθεντικότητα της ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά λογοτεχνικά δεν είδα την τραγικότητα της ύπαρξης, τις συγκρούσεις που θα ανατρέψουν την επίπεδη υφή του κειμένου, τον αφηγηματικό ελιγμό που θα ανανεώσει το ενδιαφέρον. 

Ώρα δεκάτη ογδόη:  χλωμό ηλιοβασίλεμα
          Γενικά, μια ιστορία με έντονη τραγικότητα δεν αρκεί. Δεν αρκεί μια καλή, συγκινητική και προβληματισμένη αφορμή, που θα μετατραπεί σε λογοτεχνία, για να έχουμε λογοτεχνία υψηλού επιπέδου. Δεν αρκεί η αφήγηση για να περάσει στον αναγνώστη το συγκινησιακό άγγιγμα… Χρειάζεται να δρομολογηθεί η σύγκρουση, να εμπλακεί μια δύναμη και η αντίδραση σ’ αυτήν, να επιδιωχθούν διασταυρώσεις προσώπων, που θα κλονίσουν τη μέχρι τότε αναγνωστική ισορροπία. Ο Σαρίκας τα κάνει όλα αυτά, αλλά με μια μετριοπαθή γραφή, σαν να αφήνει την τραγικότητα να προκύψει από την αμεσολάβητη ανάγνωση. Μάλλον αυτό δεν φτάνει. 

[Οι εικόνες ελήφθησαν από: www.ethnos.gr, ergotelina.blogspot.com, www.star.gr και www.efsyn.gr]
Πατριάρχης Φώτιος

Wednesday, March 04, 2015

Ημερολόγιο καταστρώματος:

Συγγραφείς και κείμενα …χωρίς προβολείς

          Ήθελα να ’ξερα τι με παρακινεί να διαβάσω έργα για τα οποία δεν έχω ακούσει ή διαβάσει κάτι συγκεκριμένο; Κι αν η κριτική, τον μέσο όρο της οποία εμπιστεύομαι, ή οι συν-ιστολόγοι δεν τα προέβαλαν, τότε εγώ γιατί τα παίρνω; Τι με πιάνει λοιπόν μπροστά στον πάγκο ή στα ράφια του βιβλιοπωλείου κι αγοράζω βιβλία της ελληνικής παραγωγής που δεν ξέρω;
          Είναι μια αδηφάγα περιέργεια που με κάνει να θέλω να ανακαλύψω πράγματα που δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί;
          Είναι το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο που μου κάνουν κλικ και με ωθούν στο να διαβάσω το βιβλίο;
Είναι επειδή είχα ξαναδεί κάτι από τον ίδιο συγγραφέα κι ήθελα να ελέγξω την ορθότητα ή την διάψευση της πρώτης γνώμης-μου;
Είναι επειδή κάτι αδιόρατο, σχεδόν μοιραίο, με παρακίνησε να σηκώσω στα χέρια-μου το βιβλίο κι έπειτα να κλαίω τα λεφτά-μου ή να επιβραβεύω την τύχη-μου;
Είναι…         ;
Γενικότερα, τι είναι αυτό που μας κάνει να παίρνουμε ένα βιβλίο;

Ό,τι και να ’ναι, μια σειρά από ελληνικά πεζογραφήματα πέρασαν από τα χέρια και τα μάτια-μου και, για δεύτερη φορά, επιχειρώ ένα δεκαπενθήμερο αφανών συγγραφέων, ή τουλάχιστον συγγραφέων που δεν ακούστηκαν τόσο. Δεν ήμουν καθόλου επιεικής μ’ αυτούς. Δεν είπα προκαταβολικά μέσα-μου να τους δω κατ’ ανάγκη πιο γενναιόδωρα, αλλά τα κείμενά-τους (όπως σωστά έγραψε ένας θαμώνας του Βιβλιοκαφέ) πρέπει να κριθούν ως βιβλία που πρέπει ή όχι να απασχολήσουν μελλοντικούς αναγνώστες.
Θα αρχίσω λοιπόν να εξιστορώ τις αναγνώσεις-μου. Σαν ημερολόγιο καταστρώματος…
 
(Οι εικόνες είναι αντλημένες από: www.bbc.com και www.public.navy.mil)
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, March 01, 2015

ΝΟΜΠΕΛ λογοτεχνίας 1947: André Gide

“Οι κιβδηλοποιοί”

Όταν ο κόσμος δεν είναι τόσο απλός και διαφανής όσο φαίνεται, πρέπει και η λογοτεχνία να αλλάξει τα πρίσματα με τα οποία τον παρουσιάζει. Οφείλει δηλαδή να σπάσει τη συμπαγή-του εικόνα και να την επανασυνδέσει με άλλο τρόπο.
 

Στρατσατέλα:
André Gide
“Les faux-monnayeurs”
1925
“Οι κιβδηλοποιοί”
μετφ. Α. Παππάς
εκδόσεις Πόλις
2014

 
          Υπάρχει συχνά μια μεγάλη απόσταση, ένα χάσμα μεταξύ της αναγνωστικής συγχρονικής απόλαυσης και της ιστορικής αξίας ενός έργου. Τι εννοώ; Εννοώ πως ένα μυθιστόρημα μπορεί να αποτέλεσε σταθμό για την εποχή-του, να ανέτρεψε καθιερωμένες αντιλήψεις, να εισήγαγε καινοτόμες αφηγηματικές μεθόδους, αλλά να διαβάζεται σε μεταγενέστερες εποχές με μειωμένο ενδιαφέρον και με περιορισμένη αναγνωστική ένταση. Συμβαίνει κάτι τέτοιο με τους “Κιβδηλοποιούς”, ένα έργο που κλείνει φέτος 90 χρόνια ζωής;
          Το έργο ξεκινάει με μια ευφυή σκυταλοδρομία προσώπων που εξελίσσεται σε γαϊτανάκι οπτικών γωνιών. Ο νεαρός Μπερνάρ φεύγει από το σπίτι-του, επειδή μαθαίνει ότι είναι νόθος, πηγαίνει στο σπίτι του φίλου-του Ολιβιέ, του οποίου ο αδελφός Βενσάν έχει αφήσει έγκυο τη Λωρά, η οποία παντρεύεται τον Φελίξ Ντουβιέ και είναι φίλη του Εντουάρ. Εδώ σταματάμε γιατί ο Εντουάρ είναι συγγραφέας, ανταγωνιστής με τον μεγάλο Ρομπέρ ντε Πασαβάν, άνθρωπος που παρατηρεί τους άλλους, κρατάει ημερολόγιο και θα ήθελε να γράψει ένα έργο με τίτλο “Οι κιβδηλοποιοί”.
Από εκεί και πέρα ένας ιστός από πρόσωπα, σχέσεις, συναντήσεις, διαλόγους δημιουργεί έναν λαβύρινθο διασυνδέσεων, που μερικές φορές θέλεις έναν χάρτη ή έναν μίτο για να μη χαθείς. Το έργο διακρίνεται από θεατρική πολυφωνία, η οποία στηρίζεται στο γεγονός ότι κάθε χαρακτήρας ξέρει ένα ποσοστό της αλήθειας και βλέπει με την υποκειμενική αντίληψή-του, που άλλοτε είναι ακριβής κι άλλοτε όχι. Και μέσα στο θεατρικό πολύπτυχο παρεμβάλλεται το ημερολόγιο του Εντουάρ, που εγκαθιδρύει την τεχνική της αβύσσου στην καρδιά των μοντερνιστικών πειραμάτων και νεωτερισμών.
Ο Ζιντ στην προσπάθειά-του να ξεπεράσει τον προηγούμενο, πανταχού παρόντα και ασφυκτικό, ρεαλισμό, συμμαχεί με τον παππού-του ρομαντισμό (σε μικρές δόσεις, ειδικά όταν σκηνοθετούνται οι διαπροσωπικές σχέσεις), αλλά φυσικά ακολουθεί τον μοντερνιστικό δρόμο της πολυπρισματικής αφήγησης και της θόλωσης της φωτογραφικής απεικόνισης της πραγματικότητας. Κι επιπλέον γράφει ένα αυτοαναφορικό κείμενο, ένα έργο που σχολιάζει τον εαυτό-του και τη λογοτεχνία, είναι ταυτόχρονα μυθοπλασία και σχόλιο στη μυθοπλασία. Οι παρατηρήσεις των χαρακτήρων για τη φύση της λογοτεχνίας αίρουν τα στεγανά μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, αφού τα πρόσωπα είναι πλαστά αλλά μιλάνε σαν να είναι έξω από το μυθιστόρημα και το σχολιάζουν.
Συχνά ο αναγνώστης νιώθει ότι το έργο τον ξεπερνά· νιώθει ότι το βάρος της πολυπλοκότητας και η ευρύτητα των διαπροσωπικών σχέσεων, που αφηγηματικά προβάλλονται σαν ένα πυκνό δίχτυ, είναι πάνω από τις αντοχές της ανάγνωσης. Γι’ αυτό τέτοια έργα δεν γίνονται εύκολα αποδεκτά και δεν αφήνουν την ελαφρά ανάγνωση να τα αλώσει.  

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο In2life στις 3/2/2015 και εδώ πλαισιώνεται με εικόνες που αντλήθηκαν από: www.etsy.com, freeread.com.au, www.pinterest.com, www.magnoliabox.com & culture.luxembourg.public.lu]
Με το καλό κι η άνοιξη
Πατριάρχης Φώτιος

Thursday, February 26, 2015

“Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά” του Λάκη Παπαστάθη

Πώς μπορούμε να χύσουμε τον κινηματογράφο σε λογοτεχνικά καλούπια; Πώς μπορούμε να εκφράσουμε με λέξεις τις εικόνες και τις σιωπές, τα αισθήματα και τις εκφράσεις του προσώπου;


Νες με μπόλικο αφρό:

 

Λάκης Παπαστάθης

“Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά”

εκδόσεις Πόλις

2014

 



          Είχα διαβάσει την προηγούμενη συλλογή “Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα” του Λάκη Παπαστάθη, είχα δει εύστοχες πινελιές, είχα μείνει ικανοποιημένος με τις καίριες κοφτές κειμενικές βολές-του. Είχα δει τον συνδυασμό λογοτεχνίας και θεάτρου και τώρα αυτός ο υβριδικός χαρακτήρας, αυτό το ενδιάμεσο που σε προβληματίζει αν είναι πραγματικά διηγήματα ή σκηνοθετικές-διδακτικές οδηγίες, έρχεται με άλλο τρόπο να κλονίσει τις αναγνωστικές-μου προσδοκίες.

          Τον ξαναθυμήθηκα, διαβάζοντας μια καλή κριτική της “Καθημερινής” από την Πανταλέων. Το βιβλίο αποτελείται από 50 μικρά κείμενα, καθένα από τα οποία χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτα μέρη. Στην αρχή ένα μικρό σενάριο, μια περιγραφή, μια σκηνή που μπορεί να διαδραματίζεται δίπλα-μας κι έπειτα οι οδηγίες ενός δασκάλου σε σχολή υποκριτικής, που θέτει την «άσκηση» και καλεί τους μαθητές-του να την παίξουν.

          Γράφει χαρακτηριστικά η Πανταλέων για τη σιωπή στο έργο: «Η​​ προτίμηση του τίτλου στον βωβό κινηματογράφο προϊδεάζει για ένα βιβλίο που, μεταξύ άλλων, μιλάει πολύ για τη σιωπή, για την εκφραστική της δύναμη και τη δραματική της ένταση. Ταυτόχρονα προϊδεάζει για μια διδασκαλία». Με άλλα λόγια, αν η λογοτεχνία είναι λόγος, το θέατρο είναι κίνηση, πολλές φορές σιωπηλή, ο ηθοποιός παίζει με το σώμα, με την έκφραση, με τα χέρια και τα πόδια. Ο λόγος είναι έργο του συγγραφέα, η κίνηση είναι του ηθοποιού. Έτσι, ο Παπαστάθης κάνει με λέξεις ό,τι θα ήθελε να κάνει με τη σιωπή και με αυτόν τον τρόπο εικονοποιεί το ρητό. Ταυτόχρονα, όμως αφήνει τον αναγνώστη να φανταστεί, να γίνει ηθοποιός, ή καλύτερα να γίνει σκηνοθέτης, που θα μετατρέψει τις λέξεις σε στάσεις.

          Συνεχίζει η κριτικός: «Μείζων έγνοια του Παπαστάθη είναι οι επιλογές, που κάθε φορά υπηρετούν καλύτερα ένα αφηγηματικό αίτημα. Οι παρατηρήσεις για τις τεχνικές της υπόδυσης ενός ρόλου, για τη σκηνοθεσία ενός πλάνου, για τη σημασία του μοντάζ, για την υποβλητικότητα των θορύβων, αλλά και των παύσεων, αρχίζουν και τελειώνουν στο κείμενο, σε ένα ποίημα, σε ένα θεατρικό, σε ένα σενάριο. Τα πάντα είναι θέμα ερμηνείας. Στη λογοτεχνία οι λέξεις ενσαρκώνουν πρόσωπα και ιδέες, δεν είναι παρά μέσα μεταμφίεσης, όπως τα κοστούμια, το μακιγιάζ, οι φωτισμοί και η σκηνογραφία. Το γράψιμο απαιτεί υποκριτικό και ψυχογραφικό ταλέντο, ενώ η κατανόηση ενός ρόλου εκκινεί πάντοτε από τα λόγια. Οσο για τον κινηματογράφο, αυτός έχει, ως γνωστόν, ιδιαίτερη γραμματική και συντακτικό, που μετατρέπουν σε αφήγηση κινούμενες εικόνες».

Ο συγγραφέας, πολλές φορές το έχω σκεφτεί, πρέπει να είναι πρώτα σκηνοθέτης κι έπειτα να είναι και ηθοποιός. Και μάλιστα όχι μόνο ένας, αλλά πολλοί. Οφείλει, για να αποδώσει την πολυφωνία των ηρώων-του, να μπει στο πετσί του ρόλου του καθενός και να ζήσει το πώς μιλάνε, πώς αντιδρούν, πώς χειρονομούν, πώς εκφράζονται με το πρόσωπο. Να ψυχογραφήσει τους χαρακτήρες-του και έναν έναν να τους παίξει με τον νου-του, να γίνει δέκα κομμάτια και να αποδώσει μια άλλην πτυχή σε κάθε πρόσωπο.

Κι από εκεί και πέρα, μπορεί κανείς να πει ότι το κείμενο μόνο-του είναι ανενεργό αν δεν ενεργοποιηθεί από τον άλλο. Εμείς οι της λογοτεχνίας θα λέγαμε από τον αναγνώστη, που προσλαμβάνει και ερμηνεύει νοητικά το έργο. Οι του κινηματογράφου-θεάτρου εφαρμόζουν το κείμενο με το παίξιμο, αφού το σενάριο ή το δράμα είναι απλώς η παρτιτούρα για να παίξει ο μουσικός αυτό που θα εισπράξει ο ακροατής. Οι λέξεις είναι κοιμώμενες υπάρξεις που θέλουν την ενσάρκωση για να αφυπνιστούν, είναι τα αυγά από τα οποία θα προκύψουν με την επώαση τα πουλιά, είναι οι κοπέλες που θέλουν το φιλί για να λάμψουν και να εκπέμψουν την κρυμμένη-τους φρεσκάδα.

Πιο πολύ κι από τη σιωπή, ο συγγραφέας θέλει να δείξει τον τρόπο απόδοσης ενός συναισθήματος, είτε με λέξεις είτε με κινήσεις. Αυτό το άρρητο, το ανείπωτο προϊόν της ψυχής δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί με λόγια και γι’ αυτό ο λογοτέχνης στήνει απλώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλεί τον ηθοποιό-του να μεταδώσει με την υποκριτική-του δεινότητα τα συναισθήματα που υποκρύπτονται σε κάθε πράξη. Η μέγιστη επιδίωξη του θεάτρου είναι η άρρητη συναισθηματικότητα της λογοτεχνίας. Ο μέγιστος στόχος του ηθοποιού είναι να αποδώσει ό,τι ο γραπτός λόγος αδυνατεί. Το μέγιστο κατόρθωμα της υποκριτικής είναι η σύλληψη και η έκφραση του απερίγραπτου φορτίου της ψυχικής.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Παπαστάθης “διδάσκει” και τον αναγνώστη, αφού πολλά από τα μικρά κείμενά-του έχουν θεωρητικό χαρακτήρα, που παραδειγματίζει και παραδειγματίζεται ώστε να δείξει τάσεις της σκηνοθεσίας και της υποκριτικής. Είναι στην ουσία κρυπτοδοκίμια, που δείχνουν μια σκέψη, πραγματωμένη σε λέξεις και οδηγίες. Έτσι, καλεί τον αναγνώστη, ο οποίος μπαίνει στη θέση του ηθοποιού, να παίξει τον ρόλο-του, να ταυτιστεί δηλαδή με τον χαρακτήρα και να ενσαρκώσει το κείμενο.  


[Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 26/2/2015 στο In2life. Εδώ την ξαναπαρουσιάζω στολίζοντάς-της με εικόνες που έλαβα από: www.dvidshub.net, coloringinthedark.wordpress.com,  mayakrishnarao.blogspot.com, lucidbody.com, joytv.gr, thesupernaughts.com, www.theacting-firm.com και www.americancinemathequecalendar.com]


Πατριάρχης Φώτιος

Tuesday, February 24, 2015

“Η εκδοχή του Μπράουνινγκ” (θέατρο Εμπορικόν)

Το θέατρο είναι πιο καθηλωτικό, πιο δραστικό, πιο άμεσο ίσως από τη λογοτεχνία, καθώς μας εμβάλλει σε μια ατμόσφαιρα και μέσα εκεί κολυμπάμε θέλοντας και μη. Το κείμενο ζωντανεύει μπροστά-μας και πέφτει πάνω-μας με όλη-του τη δύναμη.
“Η εκδοχή του Μπράουνινγκ” (1948) του Τέρενς Ράττιγκαν είναι ένα συμπαθητικό έργο, που ανεβαίνει με εξαιρετικό τρόπο χάρη στην υποκριτική ικανότητα μιας μικρής ομάδας ηθοποιών. Το θεατράκι ζεστό και λειτουργικό, η ατμόσφαιρα πρόσφορη για ένα γεμάτο θαλπωρή μιαμισάωρο, οι θεατές, οι περισσότεροι φαντάζομαι φιλόλογοι, έτοιμοι να μυηθούν στο πνεύμα του έργου.
Ο γέρο Άντριου Κρόκερ-Χάρις είναι ένας δεινός φιλόλογος παλαιάς κοπής, λεπτολόγος, ακριβοδίκαιος, μονολιθικός, τιπούκειτος, ένθερμος εραστής των κλασικών, αλλά κατά βάση απωθητικός ως καθηγητής, αφού δεν μπόρεσε ποτέ να κερδίσει την αγάπη των μαθητών-του. Ο Δημήτρης Καταλειφός αποδίδει έξοχα αυτόν τον μονοκόμματο άνθρωπο, λάτρη της ακρίβειας αλλά όχι της παιδαγωγικής ουσίας, κλασικό στο στυλ και στις ευαρέσκειές του. Η ηθοποιία-του γέμισε τη σκηνή, χωρίς πολλές κινήσεις, αλλά με ένα αργό όσο και στιβαρό παίξιμο. Η γυναίκα-του, η Πέγκυ Σταθακοπούλου, ποτέ δεν τον αγάπησε πραγματικά, αλλά ονειρευόταν πάντα μια πιο άνετη ζωή και επιδίωκε σχέσεις με άλλους καθηγητές, ώστε να γεμίζει το απύθμενο κενό-της. Την προτελευταία μέρα του σχολείου ο μαθητής, που τον ενσάρκωσε πολύ ωραία με όλη την αμηχανία, το δέος και τη νεανική σπιρτάδα ο Κυριάκος Ψυχαλής, χαρίζει στον καθηγητή-του ένα βιβλίο, γεγονός που αποτέλεσε η θρυαλλίδα, ώστε να αποκαλυφθούν οι αλήθειες που χρόνια τώρα λούφαζαν κάτω από την ευπρεπή καθημερινότητα.
Τελικά, η αξιοπρέπεια και η ακρίβεια είναι τόσο ουσιαστικά στη ζωή και στην τάξη, ώστε να μπορούν να σκεπάσουν την υποκρισία των ανθρώπινων σχέσεων; Ο γέρο-Κρόκ είναι μια τραγική φυσιογνωμία, με την αρχαιοελληνική έννοια, που είναι πάντα νομιμόφρων όσο και ριγμένος, που απατάται από τη γυναίκα-του κι αυτός, ενώ το ξέρει, δεν αντιδρά, που τηρεί απαρέγκλιτα τις αρχές-του, αν και αυτό δεν αποδίδει ως προς τις σχέσεις-του με τους μαθητές-του. Είναι το πρότυπο του παλιού Άγγλου καθηγητή, τυλιγμένου στο γιλέκο και στο κουστούμι-του, και αποκλεισμένου από τη ζωή. Δεν είναι κακός, κάθε άλλο, δεν είναι χαζός, ίσα ίσα, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από τα όριά-του και να κατακτήσει την ουσία πέρα από τον τύπο. Ο θεατής εισπράττει την τραγικότητα και μένει σε πολλά σημεία με μια γλυκιά συγκίνηση, μια καλοκάγαθη αίσθηση συμπάθειας, μια κατανόηση των αδιεξόδων του ήρωα.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη είναι αργή, πράγμα που υπαγορεύεται από τον ρόλο του Κρόκερ-Χάρις. Ωστόσο, στις υπόλοιπες σκηνές θα έπρεπε ο ρυθμός να είναι πιο γρήγορος, σαν αντίστιξη, σαν αντίθεση στην πρωταγωνιστική εμμονή στην οργάνωση και την απαρέγκλιτη σταθερότητα-στατικότητα του ήρωα.
Ακόμα χειρότερα, το ίδιο το κείμενο ήταν πολύ λίγο σε σχέση με τον σημερινό θεατή. Του αφήνει ένα σωρό κενά, ένα πλήθος ερωτημάτων, που η ίδια η εξέλιξη δεν του επιτρέπει να απαντήσει. Ο Κρόκερ-Χάρις από αίσθηση καθήκοντος δεν θα χώριζε ποτέ τη γυναίκα-του, αλλά αυτή, παρόλο που έχει πού να μείνει και ένα κάποιο εισόδημα, δεν τον χωρίζει. Γιατί; Στο τέλος του έργου ο ήρωας ξεπερνά εν μέρει τον εαυτό-του και κάνει τις μικρές-του επαναστάσεις, οι οποίες ωστόσο είναι σταγόνα στον ωκεανό, ασήμαντες μετατοπίσεις. Η συμπάθεια προς το πρόσωπο του πρωταγωνιστή δεν έχει διέξοδο. Πολλά νήματα, παρόλο που μπήκαν σωστά στο θεατρικό έργο, θα μπορούσαν να δένουν πιο σφιχτά.

[Οι εικόνες που στολίζουν το άχαρο κείμενο αντλήθηκαν από: www.koolnews.gr, www.tralala.gr, www.athinorama.gr, www.tanea.gr και www.mediasoup.gr]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, February 22, 2015

“Ο κύκλος” του Dave Eggers

Το μέλλον του πλανήτη είναι ψηφιακό, ή μάλλον το μέλλον είναι σήμερα. Ο κίνδυνος να διοχευτεί όλη η ζωή-μας μέσα στον ψηφιακό λαβύρινθο και να μετατραπεί σε απρόσωπες σχέσεις, ποσοτικά δεδομένα, πολλά σχόλια και likes… είναι εδώ!
 

Αμερικάνικος με amaretto:
Dave Eggers
“The Circle”
2013
Ο κύκλος
μετ. Ι. Διονυσοπούλου
εκδόσεις Kέδρος
2014
 

 
          Οι άνθρωποι που μεγαλώνουν με κουλτούρα facebook, οι νέοι που απαξιώνουν το ιδιωτικό-οικογενειακό και προκρίνουν το δημόσιο-φιλοπαρεΐστικο, τα άτομα του σήμερα που θεοποιούν την παγκοσμιοποίηση και τις απειράριθμες σχέσεις (ψεύτικες σχέσεις) που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ευνοούν και εν πολλοίς υπαγορεύουν πρέπει να διαβάσουν αυτό το βιβλίο.
 
Ο Αμερικάνος συγγραφέας πετυχαίνει κάτι ορατό που όμως ίσως μόνο εκείνος καταφέρνει να το σκηνοθετήσει μπροστά στα μάτια-μας τόσο εύγλωττα, τόσο παραστατικά, τόσο εύστοχα.

 
          Η Μέι προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη εταιρία τεχνολογίας, με το όνομα “Κύκλος”, και αναλαμβάνει τα καθήκοντά-της με ενθουσιασμό γι’ αυτήν τη μεγάλη ευκαιρία. Τα πράγματα φαίνονται τέλεια, αφού οι εγκαταστάσεις είναι ιδανικές, η μέριμνα των άλλων γι’ αυτήν ιδιαίτερη, οι δυνατότητες για εργασία, ψυχαγωγία και επικοινωνία μέσα στον Κύκλο είναι απίστευτες, οι προσωπικές-της έγνοιες, όπως η αρρώστια του πατέρα-της, τυγχάνουν άμεσης φροντίδας από την εταιρία. Τα παράξενα ξεκινούν από τις άμεσες ή έμμεσες απαιτήσεις του Κύκλου από τα μέλη-του, όχι μόνο να αφιερώνουν όλο-τους το είναι στη δουλειά-τους ώστε να πλησιάσουν το τέλειο, αλλά και να συμμετέχουν ενεργά στις δραστηριότητες των άλλων μελών, ώστε να βρίσκονται σε μια συνεχή κοινωνικότητα. Και με βάση αυτήν την κατεύθυνση απαιτείται, μέσα στην Κύκλεια λογική, να αναρτούν συνεχώς εμπειρίες, να κάνουν likes ή να σχολιάζουν τις εμπειρίες των άλλων, να συμμετέχουν σε γκρουπ και γενικά να βρίσκονται σε ένα διαρκές δίκτυο ανταλλαγών και επαφών.
          Ο Eggers αποδίδει εξαιρετικά την ιδέα με το αφηγηματικό ξεδίπλωμα του μυθιστορήματος, αποδίδει και τη φιλοσοφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου ο καθένας δεν έχει απλώς άπειρες δυνατότητες αλλά έχει (άτυπες μεν, επιτακτικές δε) υποχρεώσεις να ενημερώνει για τη ζωή-του και να επιδρά με τους άλλους, σε έναν αέναο κύκλο επαφών. Έτσι, η ιδιωτική ζωή εκτίθεται, καθώς αυτό θεωρείται must σε μια ψηφιακή κοινωνία, όπου όλα περνάνε μέσα από το facebook και το twitter. Με αυτήν όμως τη λογική, η ιδιωτική ζωή εξαερώνεται και όλα διοχετεύονται στη χοάνη της δημόσιας σφαίρας, όχι ως συλλογικότητα και αλληλεγγύη αλλά ως μαζοποίηση, εκθεσιμότητα και υποχρεωτική διαφάνεια. Οι άνθρωποι δεν έχουν προσωπικό χώρο, αλλά ζουν σε ένα τεράστιο γυάλινο δωμάτιο, ορατό σε όλους…
          Το βιβλίο αντικατοπτρίζει το “άγχος της εκθέσιμης πολλαπλότητας” που γεμίζει στον σύγχρονο άνθρωπο. Ο τελευταίος οφείλει να έχει σχέσεις, φίλους και οικογενειακούς δεσμούς, να έχει χόμπυ και να τα μοιράζεται, ο ιστολόγος ανάλογα να έχει τόσους επισκέπτες ημερησίως, να δέχεται τόσα σχόλια, να μπαίνει κι αυτός σε τόσα μπλογκ, να μετρά τα στατιστικά-του, να ανοίγεται, να συμμετέχει, να παίζει πολλαπλούς ρόλους, να διασυνδέεται μέσω Fb, να ποστάρει, να κλικάρει, να… Η ποιότητα των σχέσεων έχει αντικατασταθεί με την ποσότητα των “φίλων”! Ο ιδιωτικός, σιωπηλός βίος, στον οποίο μπορεί κανείς να βουλιάξει σε μια άκρη και να διαβάσει, θεωρείται ιδιωτεία! Η απομόνωση αντικοινωνική συμπεριφορά! Η προστασία προσωπικών δεδομένων αδιαφάνεια! Το βιβλίο σου πετάει κατάμουτρα το άγχος της εποχής, που όλο και ζητάει από σένα να δίνεις ατέρμονα το “παρών”.
          Σ’ αυτό το φουτουριστικό μυθιστόρημα, σ’ αυτό το μυθιστόρημα ιδεών, συγκρούονται ο ψηφιακός ολοκληρωτισμός, που ρουφά τα πάντα μέσα-του, και ο εναλλακτικός βίος της ατομικής αυτονομίας. Δυστυχώς, το μήνυμα του έργου είναι απαισιόδοξο. Όχι μόνο επειδή στο τέλος ο Κύκλος νικάει και καταπνίγει εν τοις πράγμασι κάθε απόπειρα αντίστασης, αλλά κυρίως επειδή το κείμενο με τη συγχώνευση τακτικών Ζούκερμαν, επέλασης facebook, δολοφονίας πριγκήπισσας Νταϊάνας από τους διώκτες παπαράτσι, ολοκληρωτικής δημοκρατίας, κυβερνητικής τρομοκρατίας κ.ο.κ. πείθει ότι η πραγματικότητα οδεύει αργά ή γρήγορα προς τα εκεί. 

[Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 10/2/2015 στον ιστότοπο In2life. Εδώ αναδημοσιεύεται με εικαστικό διάκοσμο παρμένο από: www.energia.gr, www.everbluetraining.com, kathonewmedia.wordpress.com, www.webworks.ie, download.chip.eu, www.bhosted.nl]
Πατριάρχης Φώτιος 

Thursday, February 19, 2015

“Πρώτη αγάπη” του Ιωάννη Κονδυλάκη

Η εφηβική αγάπη μπορεί να είναι αθώα και αφελής, μπορεί να είναι παρακινημένη από ένα γενετήσιο ένστικτο, μπορεί να είναι υποκατάστατο της οικογενειακής στοργής που δεν έλαβε το νεαρό άτομο.
 

Μέτριος ελληνικός στη χόβολη:
 
Ιωάννης Κονδυλάκης
Πρώτη αγάπη
1919
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
2014
 

 
          Η πρώτη αγάπη είναι πηγή νοσταλγίας και αναπόλησης μιας παιδικότητας που μόλις βγαίνει απ’ τ’ αυγό και προσπαθεί να ακολουθήσει την καρδιά-της. Το θέμα πλέον φαντάζει (και είναι) παλιομοδίτικο, ή ικανό για μπεστ-σέλερ, αρκετό για μια εφηβική ιστορία αγάπης. Κατά μια άλλη εκδοχή μπορεί να γίνει πεδίο ψυχαναλυτικής ανάλυσης των “πρέπει” και των “θέλω”-μας.
          Το 1919 όμως ήταν ακόμα ένα θέμα γαργαλιστικό, θέμα ηθικής, ειδικά αν η ερωμένη ήταν μεγαλύτερης ηλικίας, θέμα ταμπού που δυναμιτίζει τα θεμέλια της κοινωνίας. Η ιστορία διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1860. Ο πεντάχρονος-εξάχρονος Γιώργος ερωτεύεται μια μεγαλύτερή-του κοπέλα τη Βαγγελιώ, γύρω στα είκοσι εικάζω, κι όλοι στο χωριό αστειεύονται με την πρώιμη εκδήλωση έρωτα. Σταδιακά όμως η αγάπη αυτή μεστώνει, περνά στην εφηβεία, η Βαγγελιώ πλησιάζει τα τριάντα κι ακόμα δεν έχει παντρευτεί, η μητέρα του Γιώργου τον αποθαρρύνει να συνεχίσει να την πλησιάζει κι αυτός παλινδρομεί. Η Βαγγελιώ πάσχει από φυματίωση, αλλά ο δεκατετράχρονος πλέον ήρωας προσεύχεται να σωθεί ή να πεθάνει κι αυτός μαζί-της.
          Το μυθιστόρημα κρατά ακόμα τις ηθογραφικές συνήθειες των τελών του 19ου αιώνα και αποδίδει το κρητικό χωριό και τις αντιλήψεις-του, τις χωριάτικες συνήθειες, το λαογραφικό πλαίσιο της επαρχιακής Ελλάδας. Ακόμα και η γλώσσα μας μεταφέρει στο κρητικό σκηνικό, φέρνει λέξεις που δεν ξέρουμε και μέσω αυτών μπαίνουμε στο κλίμα μιας παραδοσιακής κλειστής κοινωνίας. Η μετάβαση όμως ήδη έχει γίνει: το βάρος μεταφέρεται στην ψυχολογία του μικρού, που ξεκινά με σκέρτσα και παιδικά διφορούμενα λόγια, περνά σταδιακά στην προσωπική-του, αφελή εν πολλοίς, αυτοσυνειδησία, γίνεται υπερβολική, που σκέφτεται ανώριμα, αδυνατεί να καταλάβει τις κοινωνικές συμβάσεις, κάνει τη μικρή επανάστασή-του… Αυτό το ψυχολογικό ανάπτυγμα κουβαλά τις ρομαντικές υπερβολές (η κοπέλα που πεθαίνει από χτικιό, ο εραστής που θέλει να πεθάνει μαζί με την αγαπημένη-του κ.ο.κ.), αλλά ακραγγίζει και το μυθιστόρημα μαθητείας, στο οποίο η ωρίμαση του νεαρού ατόμου έρχεται μέσα από συγκρούσεις και δοκιμασίες.
          Πέρα όμως απ’ αυτά τα εύκολα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, πρέπει να δούμε πώς στήνεται το τρίο που έχει στο κέντρο-του το Γιωργιό και εκατέρωθέν-του την ερωμένη και τη μάνα-του. Νομίζω ότι θα χάσουμε την ουσία του κειμένου, αν δεν ακριβώς σημαίνει η απρεπής ερωμένη και τι η θεσμική μάνα. Η πρώτη εκφράζει την “αρχή της ευχαρίστησης”, κατά τον Φρόυντ, που υπαγορεύει στο άτομο τα θέλω, τη σεξουαλική αφύπνιση, τη διάθεση για νέες εμπειρίες και ανθρώπους, ανδρικές σκέψεις έστω και στην αγνή-τους μορφή. Είναι το ένστικτο που προκαλεί σε νέες, παράτολμες, από άποψη υγείας και ηθικής, πράξεις. Από την άλλη, η μάνα εκφράζει την “αρχή της πραγματικότητας”, τη λογική που πλάθεται από τους άγραφους κανόνες της κοινωνίας, που θέλει τάξη και κοινωνική ευπρέπεια, υποβάλλει συνθήκες έρωτα οι οποίες θα οδηγήσουν στον γάμο και δεν θα σπιλώσουν αμφότερα τα μέλη και τις οικογένειές-τους, που θα συνεχίσει την ομαλότητα των διαπροσωπικών σχέσεων.
Το Γιωργιό μεγαλώνοντας καλείται να αντιπαλέψει τις δύο δυνάμεις. Να λύσει τα προσωπικά-του διλήμματα ανάμεσα στο επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο, στο ηθικό και στο απρεπές, στο ασφαλές και στο ριψοκίνδυνο. Η εσωτερική-του ορμή τον στέλνει προς το δεύτερο, αγνοώντας τη μάνα, την κοινωνική σύμβαση, τον κίνδυνο της μολυσματικής αρρώστιας. Το τέλος που ανάγει το ρομαντικό πρότυπο σε θλιβερή κατάληξη αφήνει ενοχές στους ζωντανούς για την αυτοκτονία της Βαγγελιώς.
Φυσικά το έργο, αν γραφόταν σήμερα, δεν θα είχε ούτε τις υπερβολές της εποχής, ούτε και την αθωότητά-της. Γι’ αυτό ο σημερινός αναγνώστης, επειδή έχει συναντήσει κι άλλες φορές το μοτίβο της πρώτης αγάπης προς μεγαλύτερη γυναίκα, δεν πολυπαθιάζεται με το άγουρο πάθος. Η Κέλυ Δασκαλά που επιμελήθηκε το επίμετρο παραθέτει ελληνικά και ξένα έργα που αναφέρονται σ’ αυτήν την πρώτη αγάπη: από τον Καραγάτση και τον Κουμανταρέα ως τα νεότερα διάσημα κείμενα των τελευταίων χρόνων: το “Μητριάς εγκώμιο” (1988) του Μάριο Βάργκας Γιόσα, το “Διαβάζοντας στη Χάννα” (1995) του Μπέρνχαρντ Σλινκ, το “Αρχαίο φως” (2012) του Τζων Μπάνβιλ. Να προσθέσω εγώ στην ελληνική αλυσίδα τη “Γαλλίδα δασκάλα” (2013) του Ντίνου Γιώτη. 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο In2life στις 13/1/2015. Οι έγχρωμες φωτογραφίες που κοσμούν το ποστ ελήφθησαν από το blog.mantinades.gr, ενώ οι υπόλοιπες από: antikleidi.com, www.pinterest.com και www.sansimera.gr]
Πατριάρχης Φώτιος

Sunday, February 15, 2015

Εμείς οι μπλογκο-αναγνώστες

Μας κατηγορούν ότι πήραμε τον λόγο και εκφράζουμε γνώμες για τα βιβλία σαν ειδικοί. Μας κατηγορούν ότι ημιμαθείς αναγνώστες αυτοπροβαλλόμαστε ως αυθεντίες και ξεχνάμε την απλή αναγνωστική-μας ιδιότητα. Μας κατηγορούν ότι πουλάμε χύμα, χωρίς την ετικέτα αξιοπιστίας της επίσημης κριτικής.
          Νομίζω ότι κακώς μας μπερδεύουν με τους βιβλιοκριτικούς. Κι αυτό γιατί κάθε ομάδα (κριτικοί, ιστολόγοι, δημοσιογράφοι κ.λπ.) που ασχολείται με το βιβλίο το πλησιάζει από διαφορετική εκκίνηση και με διαφορετική γωνία κρούσης.
          Η βασική-μας διαφορά είναι ότι εμείς διαβάζουμε από αγάπη για το βιβλίο, με ερασιτεχνισμό και αυθόρμητη διάθεση να βρούμε στη λογοτεχνία καθημερινές και διαχρονικές απολαύσεις. Οι κριτικοί διακρίνονται από έναν επαγγελματισμό, από μια καταναγκαστική πολλές φορές συστηματικότητα, που ίσως τους στερεί τη χαρά της ανάγνωσης. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαφοράς είναι ότι εμείς, αναλύοντας το βιβλίο, αναλύουμε πρώτιστα τον τρόπο με τον οποίο το διαβάσαμε. Δεν εξηγούμε φιλολογίστικα το περιεχόμενο, την αφηγηματικότητα, τη γλώσσα-του, αλλά αυτά παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα μιας αμεσολάβητης επαφής με το έργο και συνεπώς κάθε ποστ είναι καταρχήν έκφραση του τρόπου με τον οποίο διαβάζουμε, επιλέγουμε, αντιδρούμε, συμπάσχουμε ή αποστασιοποιούμαστε από το κείμενο. Εμείς είμαστε κοινωνικά όντα που διαβάζουν, καθώς ζουν, εργάζονται, γεννάνε, τρώνε, ταξιδεύουν, ενώ οι κριτικοί απαλείφουν την καθημερινότητα του διαβάσματος και την υπόλοιπη ζωή-τους, για να αποστάξουν την αξιολόγησή-τους.
          Από αυτήν την αφετηρία ξεκινώντας ο μπλόγκερ δεν κυνηγά κατ’ ανάγκη το επίκαιρο, δεν ακολουθεί τον εκδοτικό ρυθμό, αλλά επιλέγει ό,τι του αρέσει, έστω κι αν συνομιλεί με την καθ’ έτος παραγωγή, με το βιβλιοπωλείο και τις επιλογές-του, με τις εφημερίδες και τη διαφήμιση. Ο κριτικός αντίθετα είναι υποταγμένος στο σήμερα, σε ό,τι έχει επίκαιρη αξία, σε ό,τι πρωτοκυκλοφορεί για να το παρουσιάσει ως κομμάτι μιας εξελισσόμενης σκηνής.
          Μια ακόμα διαφορά είναι ότι εμείς δεν ψάχνουμε να βρούμε τη βιογραφία του συγγραφέα, να συνδέσουμε το έργο με την εποχή-του, να βάλουμε το βιβλίο πάνω σε συντεταγμένες Χ και Ψ, ώστε να δείξουμε την ιστορικότητά-του. Διαβάζουμε κάθε κείμενο σαν να γράφτηκε τώρα, γινόμαστε εμείς οι ίδιοι άθελά-μας οι δέκτες που διασταυρώνονται με τη γραφή, είτε είναι σύγχρονη είτε είναι παμπάλαια. Η ανάγνωση είναι ένα σημείο 0, που εισπράττει τα πάντα με άξονα τον εαυτό-της. Είμαστε υποκείμενα της ανάγνωσης και αντικείμενα των μελετητών της ανάγνωσης, είμαστε δέκτες που δεν ελεγχόμαστε από τίποτα άλλο παρά από την παιδεία-μας, η οποία υποσυνείδητα (έστω κι αν πολλές φορές γίνεται και συνειδητά) μας κάνει να πούμε ότι μας αρέσει ή όχι το εκάστοτε λογοτέχνημα.  

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από: remedypress.com, en.wikipedia.org, www.niutoday.info, www.thedailyriff.com και abagond.wordpress.com]
          Πατριάρχης Φώτιος