Friday, October 12, 2018

Αθηνά Τσάκαλου, “Οι λεηλάτες του μεσημεριού”


Πίσω απ’ τα γεγονότα, στην κοινωνικοπολιτική σκηνή, στις βομβιστικές ενέργειες και στην αναρχία ως ιδεολογία και ως πράξη, κρύβονται άτομα που εμφορούνται από αντισυμβατικές αξίες και πιστεύουν ότι μπορούν μέσω της βίας να τις κάνουν πράξη.



Αθηνά Τσάκαλου
“Οι λεηλάτες του μεσημεριού”
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων
2018


Όλη η ζωή του ένας παραπονιάρης μύθος τυλιγμένος / στου νου του την ανέμη και στου ονείρου την απόχη / κι αυτός στ’ άλογο με τα όπλα του στο στήθος φορτωμένος / περνάει κι όλοι γιουχάρουν "Δον Κιχώτη" (Sadahzinia):
Το βιβλίο μού το έστειλε η ίδια η συγγραφέας. Με μια επιμονή που χτυπούσε την πόρτα μου, λες και εξαρτώνταν η τύχη του βιβλίου απ’ τη δική μου ανάξια γνώμη. Ήταν πολύ δυνατή η προσφορά. Την ευχαριστώ λοιπόν για την εμπιστοσύνη της.

Αυτό ζητάει η καρδιά του ν’ αλαφρώσει. / Να φέρει ανάσκελα το κόσμο από τη βάση (Sadahzinia):
Αρχικό άλλά όχι το κύριο θέμα είναι μια οικογένεια κάπου στην Πίνδο που έχει τον πατέρα στη Γερμανία, άφαντο για δέκα χρόνια, με μόνο θυμητικό τα χρήματα που έστελνε κάθε μήνα. Κύριο πρόσωπο δεν είναι ο πατέρας Γιώργος, που άξαφνα, κάποια Χριστούγεννα, ξαναγυρίζει και βρίσκει στο χωριό τη γυναίκα του, αλλά και τα δυο του παιδιά που έμεναν πλέον στην Αθήνα, τον Σταύρο και τη Λένη. Αφηγήτρια η τελευταία, 17 χρονών, σαστίζει και δεν ξέρει αν αυτή η επιστροφή είναι αίσια ή ζοφερή. Κύριο πρόσωπο δεν είναι ούτε η Λένη, αν και μέσω της σκέψης της βλέπουμε καταρχάς τον πατέρα κι έπειτα τον Σταύρο. Για πολλές σελίδες εισπράττουμε αυτή την αμφιταλάντευση όλων για το πώς θα αντιμετωπίσουν την επανεμφάνιση του πατέρα, άλλοτε με αγανάκτηση κι άλλοτε με ανακούφιση.

Το κείμενο στο πρώτο μισό φλερτάρει με την έννοια της ηθογραφίας, καθώς διανθίζει τη δράση των πρωταγωνιστών με όνειρα, οράματα, ήθη και έθιμα, θρύλους της Πίνδου, που στοιχειοθετούν το πλαίσιο της μυθοπλασίας. Με πραγματικά δεδομένα, παρμένα απ’ την ορεινή Θεσσαλία. Μετανάστευση και Ήπειρο αυτή τη φορά είχαμε ξαναδεί και στο βιβλίο της Τάτση “Χορός στα ποτήρια”, όπου η συσσωρευμένη ένταση κάποια στιγμή (σοφά επιλεγμένη και προοικονομημένη) θα εκραγεί και θα κόψει την αφήγηση με τον μπαλτά της συγκίνησης. Η ιστορία, ο χορός, η πολιτική, οι ανθρώπινες σχέσεις, κλεισμένες στον πυρήνα της υπόθεσης, θα ανατιναχθούν σκορπώντας ρίγη σε όποιον καταλαβαίνει το βάρος της έντασης. Η Τσάκαλου ενθέτει διάφορες ιστορίες του τόπου της, ενός βλάχικου χωριού, αλλά αυτό κάπως εξασθενίζει τη συνεκτικότητα του κειμένου της.

Αυτή η μέχρι τη μέση περίπου υπόθεση παραχωρεί σιγά σιγά τη θέση της στον Σταύρο. Σταδιακά διαγράφεται σκληρός και επαναστατικός, δεν συγχωρεί εύκολα τον πατέρα και ελπίζει ότι θα καταφέρει κάπως ν’ αλλάξει τον κόσμο. Οι συζητήσεις του με τη Λένη δείχνουν πόσο βλέπει όλα ως συμβατικότητες που πρέπει να αλλάξουν. Διακηρύσσει μια δύναμη που δεν αποδέχεται συγκαταβατικά αλλά διεκδικεί ορμητικά. Μιλά “για την αγάπη την δύσκολη, την περήφανη που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη που όλα τα μελετά και τα διακρίνει και απαιτεί. Είναι παιδιά  αυτού του θεού που συνεχώς μάχεται την μιζέρια  της ψυχής την αθλιότητα και την μικρότητα”.

Το ηθογραφικό πλαίσιο δίνει τη θέση του στο αναρχικό, καθώς ο Σταύρος αποδεικνύεται αντεξουσιαστής κι η Λένη προσπαθεί να καταλάβει τι ήταν ο αδελφός της και ποια η βαθύτερη ιδεολογία του. Το κείμενο παίρνει χαρακτηριστικά ρομαντισμού, καθώς παρουσιάζει να υπάρχει κι ένα άλλο επίπεδο σκέψης έξω απ’ την απτή πραγματικότητα, ανάγοντας τον Σταύρο στη σφαίρα του ηρωισμού. Οραματισμός και αντισυμβατικότητα, αγέρωχο ύφος και υψηλά ιδανικά. Κι απ’ την άλλη ο πατέρας με βαθιά τραύματα, που τελικά αποφασίζει να μονάσει. Είναι η αντιδιαστολή που επιχειρεί η Τσάκαλου ένα είδος αγιοποίησης και των δύο, από τους οποίους ο καθένας ακολουθεί τον δικό του δρόμο;

Η γλώσσα της συγγραφέως αποπνέει μια ζεστασιά, βγαλμένη από τα χώματα του χωριού και της νοοτροπίας των κατοίκων του.


Η γη το παραμύθι λέει του ταξιδιώτη / (που `χε αγάπη την ωραία, την πριγκιπέσσα την κρυφή τη Δουλτσινέα) (Sadahzinia):
Η Τσάκαλου σχετίζεται με ορισμένα πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στον κοινωνικοπολιτικό στίβο τα τελευταία χρόνια και καταλαβαίνω το μυθιστόρημά της ως προσπάθεια να διερευνήσει τι έγινε και τι κρύβεται πίσω απ’ αυτά που έγιναν. Ωστόσο, αυτό δεν φτάνει για να έχουμε λογοτεχνία. Δεν θα σταθώ στα εξωλογοτεχνικά γεγονότα και τις πιθανές διαφωνίες πολλών μ’ αυτά, αλλά, μέσα στο έργο, στην αδυναμία του αναγνώστη να εισέλθει στην ψυχολογία του Σταύρου και να συλλάβει τα βαθύτερα στρώματα της επαναστατικής του ψυχοσύνθεσης. Αφού η συγγραφέας επιλέγει ως αφηγήτρια τη Λένη, που δεν ξέρει κάτι ουσιαστιότερο για τη δράση του αδελφού της, τότε δύσκολα θα μπορούσε να περάσει βαθιά στην ψυχή του Σταύρου. Μένουμε λοιπόν στον ψυχισμό της αφηγήτριας. Αλλά ούτε κι εκεί πειθόμαστε ότι η αναρχία και η αντεξουσιαστική δράση έχει βαθιά ερείσματα, ικανά να δείξουν σε έναν τρίτο (στον αναγνώστη) τις κρυμμένες αλήθειες τους.

> Η Αθηνά Τσάκαλου γεννήθηκε το 1955 στην Τρυγόνα Καλαμπάκας στη Θεσσαλία. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πάπισσα Ιωάννα

5 comments:

anagnostria said...

Με ξέχασες αυτή τη φορά. Η δική μου "ανάγνωση" εδώ

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Anagnostria, συγγνώμη.
Ξεχνάω πολλές φορές τι διαβάζω.
Και ειδικά εδώ έπρεπε να σε παραπέμψω,
επειδή βλέπουμε εντελώς διαφορετικά το βιβλίο.
Αναγνωρίζουμε κι οι δυο τα θετικά του (τα ηθογραφικά στοιχεία, τον παραλληλισμό του αναρχικού με τον άγιο κ.ο.κ.),
αλλά εγώ θεωρώ ότι ο βασικός στόχος απέτυχε:
ο προβληματισμός περί αναρχίας και αλλαγής του κόσμου δεν ευοδώθηκε
με την ψυχολογία του Σταύρου,
που να αναδεικνύει τη σταδιακή (;) προσχώρησή του σ' αυτήν την ιδεολογία.
Π.Ι.

Αθηνά Τσάκαλου said...

Αγαπητή Πάπισσα.Σχεδόν το λέω ρητά στο βιβλίο πάνω από μία φορά ότι ο στόχος της ιστορίας δεν ήταν περί αναρχίας και αλλαγής του κόσμου, το θέμα της αναρχίας ήταν ένα επί μέρους θέμα επειδή ήταν η επιλογή του Σταύρου, το θέμα του βιβλίου ήταν η απώλεια και πως την βίωσαν οι δικοί του άνθρωποι και πως στάθηκαν απέναντι στου μυστικούς δρόμους που εκείνος είχε διαλέξει...

Αθηνά Τσάκαλου said...



ο προβληματισμός περί αναρχίας και αλλαγής του κόσμου δεν ευοδώθηκε
με την ψυχολογία του Σταύρου,
που να αναδεικνύει τη σταδιακή (;) προσχώρησή του σ' αυτήν την ιδεολογία λες στο σχόλιό σου.


Και επανέρχομαι και κλείνω : Για να γίνει αυτό που λες έπρεπε να είναι ο βασικός ήρωας της ιστορίας ο Σταύρος και να ακολουθήσω όλη του την διαδρομή αλλά εγώ δεν έγραψα καθόλου γι' αυτό ο ήρωας του βιβλίου είναι η αδελφή του και δεύτερο πρόσωπο αν και μερικές φορές πρώτο είναι η μάνα του. Βέβαια δικαίωμα και τρόπος του καθενός να διαβάζει όπως αυτός θέλει...αλλά επειδή μου δίνεται η δυνατότητα λέω κι εγώ τις ενστάσεις μου.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Καλημέρα.

Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται στο χαρτί
και κατόπιν αυτό που συλλαμβάνει ο αναγνώστης.
Οι ενστάσεις σου είναι απόλυτα θεμιτές, όσο και οι επιφυλάξεις του αναγνώστη.
Αν ήθελες να μιλήσεις για την απώλεια, τότε γιατί ένα θέμα με την αναρχία.
Αμέσως η απώλεια παίρνει χρώμα και παύει να είναι μια κοινή αδελφική σχέση.
Καλή εβδομάδα
Π.Ι.