Sunday, November 13, 2016

“Το πέρασμα” του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

Μυτιλήνη, Χίος, Κως, άλλα νησιά που θέλησαν να γίνουν γέφυρες για ανθρώπους ξεριζωμένους. Μετανάστες και πρόσφυγες που είδαν τα πολλαπλά νησιά του Αιγαίου σαν αποκούμπια σε μια κολοσσιαία πορεία από την πατρίδα-τους στην γη της επαγγελίας.


Ελληνικός καφές με ολίγη:

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Το πέρασμα
εκδόσεις Μεταίχμιο
2016
 


Πριν το διαβάσω:
          Γιατί το διάλεξα; Επειδή η λογοτεχνία προσπαθεί να είναι συχνά επίκαιρη, ώστε να προβληματίσει και να προβληματίζεται πάνω στα φλέγοντα σύγχρονα θέματα όπως η μετανάστευση.

Καθώς το διάβαζα:
          Διαβάζω τις πρώτες τριάντα σελίδες στο κρεβάτι, λίγο πριν κοιμηθώ, και ξυπνάω μέσα στη νύχτα με εφιάλτες από τις σκηνές του μυθιστορήματος. Για πολλές ώρες ένιωθα ότι θαλασσοπνιγόμουν κι εγώ όπως οι άτυχοι μετανάστες που καραβοτσακίστηκαν στις βραχώδεις ακτές ενός νησιού του Ανατολικού Αιγαίου μέσα σε μια άγρια, βροχερή και ανεμόεσσα νύχτα. Η εικονοποιία και η θεατρικότητα -ή μάλλον η κινηματογραφικότητα- της γραφής ήταν τόσο έντονη που με έκανε να αναπλάσω, επώδυνα και βιωματικά, όσα είχα διαβάσει.
          Η ιστορία, όπως καταλάβατε, αναφέρεται στην πρόσφατη, πολλαπλώς ιδωθείσα, τραγωδία των προσφύγων και των μεταναστών να περάσουν από την Τουρκία στην Ελλάδα σε ταξίδια θανάτου. Κι αν θες να εστιάσεις στο θέμα ποιον βάζεις πρωταγωνιστή ή ποιους, μετανάστες, κατοίκους, εθελοντές, αρχές βάζεις σε πρώτο πλάνο; 
          Σε ποιον δίνει π.χ. κανείς το Νόμπελ Ειρήνης, όταν χιλιάδες άνθρωποι συνέβαλαν στη διάσωση και προστασία των προσφύγων και μεταναστών που κατέφτασαν στα ελληνικά νησιά; Συμβολικά, λοιπόν, και μόνο συμβολικά προτάθηκαν τρεις άνθρωποι, που θα εκπροσωπούσαν το σύνολο του πληθυσμού: η 85χρονη γιαγιά της Συκαμνιάς Αιμιλία Καμβύση, ο 40χρονος ψαράς Στρατής Βαλιαμός και η εθελόντρια και ακτιβίστρια, η ηθοποιός Σούζαν Σάραντον. Τελικά δεν το πήραν…
           Ανάλογα, ένας συγγραφέας που θα ήθελε να πραγματευθεί το θέμα θα μπορούσε να επιλέξει παραδειγματικά έναν ή δύο-τρεις κατοίκους π.χ. της Λέσβου ή έναν εθελοντή που καταφτάνει στην Κω για να βοηθήσει ή έναν πρόσφυγα που διέτρεξε με πολλούς κινδύνους χιλιάδες χιλιόμετρα για να ξεφύγει από τον πόλεμο στη Συρία ή… Ο ήρωας αυτός θα ενσάρκωνε το αλτρουιστικό ιδεώδες της ελληνικής φιλοξενίας ή ως αρνητικός χαρακτήρας θα αναδείκνυε τον ρατσισμό και τον εθνικισμό ή ως θύμα ενός παγκοσμιοποιημένου παιχνιδιού θα εκπροσωπούσε τα εξήντα πέντε εκατομμύρια ανθρώπους οι οποίοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν πατρίδα μέσα στα τελευταία χρόνια.
          Ο Τζαμιώτης τόλμησε να μη βάλει στο κέντρο του πρόσφατου μυθιστορήματός-του ένα ή δύο συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά να συνθέσει μια πολυπρόσωπη και πολυπρισματική εικόνα ενός μικρού νησιού που δέχεται δεκάδες αλλοδαπούς, οι οποίοι ναυάγησαν στην προσπάθειά-τους να περάσουν στη σωτήρια Ευρώπη μέσα από τα αφρισμένα κύματα του Αιγαίου. Έτσι, μέσα από αυτή την καλειδοσκοπική εικόνα, μέσα από τις μικρές ιστορίες και οπτικές γωνίες που καλύπτουν ξεχωριστές φέτες του μεταναστευτικού ζητήματος, μέσα από τις ψηφίδες που συναπαρτίζουν το όλον, ο αναγνώστης εισπράττει μια πανοραμική κάτοψη του χρόνου και του τόπου, χωρίς να χάνει την εστίαση στην εμπλοκή κάθε προσώπου με την αλλαγή που συμβαίνει στο νησί.
          Οι τάσεις είναι πολύπλευρες, από την ήπια επιφύλαξη μέχρι την ενεργή γενναιοδωρία κι από την κούραση που διαμαρτύρεται έως την υπηρεσιακή τυπικότητα. Κάθε κεφάλαιο είναι και μια άλλη πτυχή, σε ένα μυθιστόρημα σπονδυλωτής υφής, όπου κάθε πρόσωπο εκφράζει και μια άλλη στάση, μια άλλη ιδεολογία, όχι τόσο διαφορετικές, αν θεωρήσει κανείς ότι ένα μικρό μέρος δεν παράγει ποικιλότροπες εκδοχές της κρίσης. Δεν νομίζω ότι ο συγγραφέας, και σωστά έπραξε, ήθελε να προβάλλει τη φιλοξενία ή τον ρατσισμό των Ελλήνων, να κάνει δηλαδή ένα έμμεσο κήρυγμα. Αντίθετα, επέλεξε μια πολυπρισματική “αντικειμενική” αποτύπωση, ώστε να αφήσει τα γεγονότα και τα πρόσωπα να μιλήσουν ευθέως στον αναγνώστη.

Αφού το διάβασα: 
          Είναι λίγες μέρες που το τελείωσα και νιώθω ότι το πρώτο συντάραγμα ατόνησε. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω μήπως η φυγόκεντρη αφήγηση, η πολυπρόσωπη ιστορία, τα πολλά καλά αλλά χωρίς σφιχτό πλαίσιο με αποσυντόνισαν. Μου άρεσε και ταυτόχρονα με άφησε απ’ έξω. Σαν να τα είδα όλα και να τα ένιωσα και μαζί να με πέταξαν έξω. Τα ίδια τα γεγονότα μοιάζουν εξωτερικά ιδωμένα όσο και αν είναι συγκλονιστικά στην καταγραφή-τους, σαν να μην προλαβαίνει το μυαλό να ζήσει την τραγωδία και αλλάζει πλευρό.

[Οι εικόνες που οπτικοποιούν τη φρίκη, όλες αυτές που συνοδεύουν το άφατο μέσα στο κείμενο, οι εφιάλτες που γεννούν σε όποιον δει και καταλάβει, οι φωτογραφίες που αποτυπώνουν την τραγωδία αντλήθηκαν από:   www.athina984.gr,   www.thetimes.co.uk,   eleftheriaonline.gr,    www.efsyn.gr,   laInfo.es,   in.gr   και   aixmi.gr]

Πατριάρχης Φώτιος

6 comments:

Βιβή Γ. said...

Μα αυτό ακριβώς μας συμβαίνει σε όλα,Πατριάρχη μου,πέρα από τα βιβλία:μας αγγίζουν πολύ ή λίγο καταστάσεις,νιώθουμε και ταυτόχρονα μένουμε ή μας πετάνε αυτές απ’έξω.Τις ξορκίζουμε με τόσες πληροφορίες ,τόσο μελάνι,εικόνες,λόγια κτλ μα η ζωή μας -καλή κακή,ομφαλοσκοπική ή ανοιγμένη σε κάτι και κάποιους- συνεχίζεται μέσα σε ανείπωτη,αφύσικη ρευστότητα.Αυτό το απ΄έξω είμαστε τελικά ακόμα κι όταν κατανοήσουμε την ουσία μιας κατάστασης.
Την καλησπέρα μου.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Καλημέρα, Βιβή.
Να, που βγήκε ένα γενικότερο συμπέρασμα:
η ζωή-μας είναι τόσο γεμάτη με πληροφορίες και κείμενα, εικόνες και δεδομένα,
που μένουμε συναισθηματικά παθητικοί
και έχουμε αμβλύνει την ευαισθησία-μας.
Λες να μη φταίει το βιβλίο; ή το βιβλίο έγινε κι αυτό μέρος της τηλεοπτικής αναισθησίας;
Πατριάρχης Φώτιος

Rosa Mund said...


Βιβή και Φώτιε,

Με έχει απασχολήσει κι εμένα ο υπερ-κορεσμός, όχι μόνο των καταστάσεων και των πληροφοριών που μας κατακλύζουν/βομβαρδίζουν(;), όσο και ο ανάλογος αναγνωστικός κορεσμός/εθισμός.
Δεν ξέρω αν ο λόγος που κάποιο βιβλίο δεν μας είπε τίποτα ή το ξεχάσαμε αμέσως, είναι το ότι, όντως, δεν είχε να μας πει κάτι ή το στριμώξαμε ανάμεσα στα υπόλοιπα διαβάσματά μας, άρα και στις πληροφορίες μας, χωρίς καλά καλά να το χωνέψουμε, για να πάμε στο επόμενο, καταβροχθίζοντας βουλιμικά το ένα βιβλίο μετά το άλλο.
Αναρωτιέμαι μήπως τελικά συμβαίνει το ίδιο ακριβώς και με τα γεγονότα της ζωής μας, που συχνά συμβαίνουν ερήμην μας.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Rosa Mund, σωστά.
Τσαλαβουτάμε σε μύρια όσα καλά και κακά βιβλία, βιώματα, ειδήσεις,
που δεν προλαβαίνουμε να νιώσουμε τον παλμό του καθενός.
Γι' αυτό περιμένουμε από τους άλλους το ένα βιβλίο που θα μας συνταράξει από τον εθισμό
αλλά και από μας να κοπάσουμε την ορμή των αναγνώσεων.
Το είχα υποσχεθεί στον εαυτό-μου, αλλά όλο το ανέβαλα.
Νομίζω ότι τώρα θα το κάνω αραιώνοντας τον συνωστισμό μέσα στην ψυχή-μου.
Π.Φ.

Soumela Papadopoulou said...

καλησπέρα σας,
Δεχόμαστε τόσες πληροφορίες καθημερινά που αυτό το γεγονός μας κάνει περισσότερο κυνικούς και απαθείς και καμιά φορά έχουμε αδυναμία για βαθύτερες πνευματικές λειτουργίες.
Μάλλον είναι ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας για να γλιτώσουμε από το βραχυκύκλωμα. Δεν προλαβαίνουμε να επεξεργαστούμε τον όγκο των δεδομένων, γι αυτό και κρίνουμε επιφανειακά και γινόμαστε κυνικότεροι.
Εδώ καλείται η λογοτεχνία να μας ξεκουράσει από αυτό το φαινόμενο και να μας βάλει σε ουσιώδεις και γόνιμες πνευματικές αναζητήσεις. Να ανακαλύψουμε πολυφωνικούς θησαυρούς και άλλα κανάλια πνευματικής διαφυγής.
Το βιβλίο δεν το διάβασα αλλά δεν μου αρέσουν τα βιβλία που περιγράφουν γεγονότα που τρέχουν. Καμιά φορά νομίζω ότι γράφονται γιατί το θέμα είναι "πιασάρικο" και θα έχει πωλήσεις. Ίσως πάλι να είναι δικό μου κόμπλεξ αυτό.
Χαιρετώ
Σουμέλα

Πατριάρχης Φώτιος said...

Σουμέλα,
αυτό το ποστ, τελικά, έγινε η ευκαιρία να μιλήσουμε όλοι,
σχεδόν αυθόρμητα,
για την υπερ-πληροφόρηση που μας πνίγει
και, αντί να μας ευαισθητοποιεί, μας παθητικοποιεί.

Η λογοτεχνία λοιπόν πρέπει να ξεφύγει από αυτό το "καταναλωτικό" πλαίσιο.
Αυτό το έργο που θα μας συνταράξει, που θα μας κάνει να αναπηδήσουμε σοκαρισμένοι
απ' αυτό που δεν βλέπαμε έως τότε
Καλημέρα
Π.Φ.