Tuesday, June 09, 2015

“Σύρριζα” του Πέτρου Μαρτινίδη

Η τρομοκρατία συνδέεται με την Αριστερά, έχει κοινές καταβολές, μπορεί να παρασύρει σκεπτόμενους ανθρώπους στους δρόμους-της; Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα έρχεται να καταπιαστεί μ’ αυτό το θέμα.


Espresso doppio:

Πέτρος Μαρτινίδης
“Σύρριζα”
εκδόσεις Νεφέλη
2014
 


            Εξελίσσεται ο Αλέξης Ολμέζογλου καθώς περνάνε τα μυθιστορήματα όπου πρωταγωνιστεί; Λ.χ. ο Κώστας Χαρίτος του Μάρκαρη, χωρίς να αλλάζει ριζικά, μεγαλώνει και ωριμάζει, μαθαίνει από τα λάθη-του, μετακινείται λίγο ανάλογα με τις νέες συνθήκες, όπως αλλάζει το περιβάλλον-του. Ο Ολμέζογλου αντίθετα μεγαλώνει, αλλά πάντα επιρρεπής στο ωραίο φύλο πέφτει εύκολα θύμα αφελών εκκλήσεων και μοιραίων συναντήσεων.
            Ο Μαρτινίδης από την άλλη μαθαίνει και εξελίσσεται από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα; Βλέπω ακόμα τις μανιέρες που συνοδεύουν τόσο τη γραφή-του όσο και τον χαρακτήρα του μόνιμου ήρωά-του, όπως είναι η Θεσσαλονίκη, οι γυναίκες, το πανεπιστημιακό κατεστημένο κ.ο.κ. Αυτά δεν είναι κακό που υπάρχουν, καθώς αποτελούν τις σταθερές μέσα στις οποίες επιχειρεί την κοινωνική κριτική-του. Το πρόβλημα αρχίζει (και παραμένει) όσο η ίδια συνταγή, με τα ίδια λάθη, επαναλαμβάνεται και κάνει το μενού αναμενόμενο και …άνοστο.
          Ο Αλέξης, κάτι σαν freelance δημοσιογράφος, μαθαίνει για τις ερωτικές παρενοχλήσεις του καθηγητή Καρούμπαλου σε μεταπτυχιακές-του φοιτήτριες, αλλά δεν έχει πολλά στοιχεία. Παράλληλα, μια πρώην γκόμενά-του, η Κατερίνα, του ζητά να πάρει απ’ το γραφείο του φίλου-της έναν φορητό υπολογιστή κι ένα όπλο, με τα οποία την εκβιάζει. Αυτός δέχεται, χωρίς να καταφέρει ο συγγραφέας να δείξει πώς ψυχολογικά παρασύρθηκε για άλλη μια φορά στα καλέσματα μιας όμορφης γυναίκας (πρώτο φάουλ του βιβλίου, αν δεν μετρήσει κανείς το “Τμήμα Βυζαντινών Σπουδών”, το οποίο δεν υπάρχει). Εκεί αρχίζουν οι υποψίες για το τι κάνει η Κατερίνα. Η έρευνα, λοιπόν, έστω και άτυπη, αφορά στο κατά πόσο η Κατερίνα έχει εμπλακεί σε τρομοκρατικές ενέργειες και τι προσπάθησε να πετύχει, βάζοντας τον Αλέξη να υποκλέψει τον υπολογιστή του φίλου-της, και τι, καταφεύγοντας στο εξοχικό του γηραιού καθηγητή Φυσέκη.
            Η ιστορία κινείται σχετικά αργά (για αστυνομικό), καθώς ανάμεσα στα γεγονότα εμφιλοχωρούν γενικές σκέψεις και ειδικότερα σχόλια για την πολιτική ζωή, καθώς ο Σύριζα βαδίζει για την εξουσία, και την κοινωνική ζωή που δεν παύει να έχει τις δικές-της παθογένειες με ψεύτικο προοδευτισμό, ανεπαρκή πολιτική συνείδηση, κοινωνικές δομές που διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από τις αντίστοιχες νοοτροπίες κ.ο.κ. Σε κάποια σημεία  διάβαζα δύο βιβλία: απ’ τη μια την αστυνομική υπόθεση κι απ’ την άλλη τον πολιτικό σχολιασμό, είτε σε μικρούς μονόλογους είτε σε ξεκάρφωτους παρενθετικούς διαλόγους. Απομένει να δω αν αυτή η περιρρέουσα (κοινωνικοπολιτική) ατμόσφαιρα θα αποβεί καθοριστικός παράγοντας για τα μυστήρια του μυθιστορήματος, κριτήριο που θα βοηθήσει να αρθεί η δική-μου επιφύλαξη.
            Τελικά, το κέντρο του μυθιστορήματος είναι η τρομοκρατία. Με διαλόγους ανάμεσα σε “τρομοκράτες” και στα θύματά-τους, ανάμεσα σε «συμπαθούντες» και «εμπλεκόμενους σε παλιότερες εποχές μ’ αυτήν» και στους αντίθετους πόλους, επιχειρείται να αποδοθεί η επιχειρηματολογία για τα υπέρ και τα κατά της τρομοκρατίας, της ένοπλης λαϊκής πάλης, όπως ονομάζεται.
            Δυστυχώς ο Μαρτινίδης δεν μπορεί να υπηρετήσει αισθητικά τον σκοπό-του. Συνεχίζει να χειρίζεται με μετριότητα την αφήγησή-του, να πέφτει εύκολα σε λάθη, πραγματολογικά και αφηγηματικά, να παίζει με εξυπνακίστικους τρόπους με τη γλώσσα. Λυπάμαι που παρασύρθηκα από την Κοτζιά (“Καθημερινή”, 22/2/2015) και διάβασα το έργο. Το θέμα της Αριστεράς και της τρομοκρατίας, το δίκιο-της και η λογική της ένοπλης ρήξης με την κοινωνία, ο ρόλος των διανοούμενων σ’ αυτήν κ.ο.κ. είναι όντως θέματα που θίγονται μέσα στο αστυνομικό αυτό αφήγημα. Αλλά η λογοτεχνική-τους πραγμάτευση είναι πενιχρή και άτονη. Συνεπώς δεν φτάνει ένα καλό θέμα για να γράψουμε λογοτεχνία, αν δεν το επεξεργαστούμε με δεξιότητα και γερές αφηγηματικές βάσεις, με ισορροπία ανάμεσα στη δράση και στον προβληματισμό, με λιγότερα λόγια και περισσότερα έργα. Και η αστυνομική λογοτεχνία τις περισσότερες φορές μένει στην επιφάνεια και δεν μπορεί να αποδώσει σε βάθος και με αισθητική το περιεχόμενό-της.

[Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο αντλήθηκαν από: www.auth.gr, andymichaelides.wordpress.com, www.ifmedia.gr, 892fm.blogspot.com και gainvestigationsprotectiveservices.com]

Πατριάρχης Φώτιος 

5 comments:

Eικονοκλάστης said...

O Mαρτινίδης έχει δώσει καλά (αστυνομικά) λογοτεχνικά δείγματα, όμως όταν κάποιος θέλει να κάνει με το στανιό στρατευμένη λογοτεχνία πέφτει στην λακούβα που σκάβει.
Aς έγραφε ενα δοκίμιο εφόσον τον έπνιγαν οι πολιτικές του ανησυχίες.
Ακόμα καλύτερα ας έγραφε ένα άρθρο στην Καθημερινή ώστε να μην αναγκαστεί και ο βιβλιοκριτικός να γράψει με τη σειρά του κάτι που να απηχεί την πολιτική γραμμή της εφημερίδας.
Όχι τπτ άλλο μπλέκουν τις γραμμές τους και ούτε για λογοτεχνία ενημερωνόμαστε ούτε για πολιτική.

Σε αυτή τη θεματική ιδιαίτερα αξιόλογο ειναι το "Το Αλλο μισό μου πορτοκάλι"
(ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ)

Πατριάρχης Φώτιος said...

Εικονοκλάστη,
νομίζω ότι πάντα ο Μαρτινίδης κάνει στρατευμένη λογοτεχνία,
είτε πολιτική (λιγότερο) είτε αντιεκκλησιαστική κ.ο.κ.
Γι' αυτό τα αστυνομικά-του έργα, νομίζω,
είναι κατώτερα σε ποιότητα με ενστάσεις που έχω ξαναγράψει
ότι αφορούν τον τρόπο με τον οποίο τυποποιεί τους χαρακτήρες-του
και υστερεί σε στιβαρή πλοκή.
Πατριάρχης Φώτιος

Δημήτρης Τερζής said...

όταν είσαι με δυο πόδια σε δύο βάρκες, αυτά συμβαίνουν... Καλό θα είναι βέβαια να ξέρεις κολύμπι.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Τι εννοείς, Δημήτρη;
Πατριάρχης Φώτιος

Δημήτρης Τερζής said...

Εννοώ πως το να κάμεις αστυνομικό μυθιστόρημα το οποίο θα έχει και ουσιαστικές πολιτικές αναφορές, θέλει ταλέντο και απαιτεί ισορροπίες οι οποίες δεν θα διασαλευτούν απ' την προσωπική σου ανάγκη να κάνεις κριτική όπως θα έκανες π.χ. σ ένα άρθρο που θα έγραφες για εφημερίδα. Διαβάζοντας την παρουσίασή σου Πατριάρχη και χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο αντιλαμβάνομαι ότι ο συγγραφέας πνίγηκε μέσα σε στερεότυπα και δεν τον σώζει ο μάλλον πιασάρικος (;) τίτλος που επέλεξε για να τα παρουσιάσει. Για την ιστορία τελευταία φορά π.χ. που ενθουσιάστηκα με βιβλίο που πέτυχε αυτήν την ισορροπία, ήταν το "Μαπούτσε" του Κ. Φερέ, εκδ. Άγρα.