Sunday, March 15, 2015

“Η λάσπη” του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Ημερολόγιο καταστρώματος: μέρα 4η

Δεύτερη συνεχόμενη ανάρτηση για πεζό κείμενο ενός νέου ποιητή. Η γλώσσα και πάλι η γλώσσα, η μαγκιά-της, η χειμαρρώδης ορμή-της, κι έπειτα ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας που προσπαθεί να βρει τον εαυτό-του.
 

Ελληνικός βαρύς:
Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
“Η λάσπη”
εκδόσεις Μελάνι
2014
 
 

Ώρα ογδόη: επιστροφή στην πατρίδα
          Αυτό που κάνουμε εμείς οι μπλόγκερ είναι στην ουσία όχι να κρίνουμε το βιβλίο, αλλά να σκιαγραφούμε τον τρόπο με τον οποίο το διαβάσαμε, τον τρόπο με τον οποίο αυτό μας συνάντησε, κι από εκεί να βγάλουμε τα όποια συμπεράσματά-μας (Ευχαριστώ σ’ αυτό το σημείο την Κύπρια anagnostria που με βοήθησε να συνειδητοποιήσω αυτό το ιστολογικό χαρακτηριστικό).
          “Η λάσπη” λοιπόν με έπιασε εξ αρχής από τη μύτη με τη ραγδαία χρήση της γλώσσας, μια γλώσσα τσουνάμι που παρασέρνει στο πέρασμά-της όλα τα υλικά της εξωτερικής και εσωτερικής πραγματικότητας. Από τη μία, επομένως, ο λόγος του Γκέζου είναι προφορικός, καταιγιστικός, σαρωτικός, στακάτος, καμιά φορά ελλειπτικός, άλλοτε αφηγηματικός· είναι ο εσωτερικός μονόλογος ενός ήρωα, του Αλέξανδρου, που επιστρέφει στην Αθήνα μετά την απουσία-του για έναν χρόνο (κάτι λιγότερο;) για να αυτοκτονήσει. Είναι ο μοντερνιστικός αυτός τρόπος για να αποδώσει κανείς όχι τόσο το τι βλέπει, όσο το πώς το εισπράττει και το πώς το διυλίζει με συνειρμούς και με ένα εγκεφαλικό μίξερ μέσα-του. Η γλώσσα παρακολουθεί τη σκέψη, τρέχει μαζί-της, γκαζώνει στην κατηφόρα, αγκομαχά στην ανηφόρα, αναπαράγει τις αισθήσεις αλλά συνάμα τις υπερκερνά σε διαδοχικά σλάλομ και σπινταριστές κωλιές.
          Από την άλλη, η γλώσσα γίνεται όχημα πολλών δεδομένων που έρχονται απανωτά, σε στρώσεις, σε φύλλα, σε ορόφους που έπεσαν και ο ένας βρέθηκε αγκαλιά με τον άλλο. Ένα τεράστιο παλίμψηστο με εικόνες της Αθήνας, με αναμνήσεις και υπαρκτούς ή φανταστικούς διαλόγους, με σκέψεις που αποτυπώνονται με άλλη γραμματοσειρά, με αναγνώσεις του δρόμου, με στοχασμούς για τη ζωή και τον άνθρωπο, λίγο πριν την αυτοχειρία. Η συνεχής γραφή χωρίς συντακτικά άρτιες προτάσεις και ξεχωριστές παραγράφους, η μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο, τα διαδοχικά και αλληλοεμπλεκόμενα επεισόδια, το θηλύκωμα συμβάντων και σκέψεων κάνουν τον αναγνώστη να παρακολουθεί μια προσωπική ματιά που καταβροχθίζει τα πάντα και συνάμα τα διυλίζει μέσα στη χοάνη-της. 

Ώρα δεκάτη τρίτη: ο μονόλογος του καπετάνιου
          Ωραίο τεχνικά κείμενο, αλλά ομολογώ ότι γρήγορα κουράστηκα. Ο εσωτερικός μονόλογος της Σχολής της Θεσσαλονίκης (Ξεφλούδας, Δέλιος και φυσικά Πεντζίκης) αποτέλεσε ένα βροντερό μπαμ, αλλά αμφιβάλλω αν μια τέτοια τεχνική, στις παραλλαγές-της σήμερα, μπορεί να διαβαστεί σήμερα σε μήκος ενός ολόκληρου βιβλίου. Πολύ μπλα μπλα (για να εκφραστώ επιστημονικά) αλλά λίγη δράση, λίγη ένταση, λίγη σύγκρουση.
          Στρέφω τη ματιά-μου στον ήρωα. Αυτό που με δίδαξε η λογοτεχνία της κρίσης (αν υπάρχει τελικά ένα τέτοιο φιντάνι) είναι οι χαρακτήρες που ξεφυτρώνουν μέσα στην πολιτισμικά κατεστραμμένη Ελλάδα: οι επιβάτες του Γιάννη Τσίρμπα στο “Η Βικτώρια δεν υπάρχει”, ο Χρυσοβαλάντης στο “Μάρτυς μου ο Θεός” του Μάκη Τσίτα, οι καταβεβλημένοι χαρακτήρες του Χρήστου Οικονόμου στο “Κάτι θα γίνει θα το δεις”, ο Πεπόνας στη νουβέλα “Του Θεού το μάτι” του Γιάννη Μακριδάκη, ο περιπατητής στο “Ενυδρείο” του Γιώργου Κουτσούκου κ.ο.κ. απεικονίζουν τον διπλανό άνθρωπο που λόγω της κοινωνικής πραγματικότητας και της προσωπικής-του στάσης παραπαίει. Δεν είναι όλοι παιδιά της κρίσης, όπως κι ο Αλέξανδρος του Γκέζου που σχετίζεται αλλά δεν γεννήθηκε από την κρίση.

Ώρα δεκάτη έκτη: αυτοκτονώντας μεσοπέλαγα
          Ο πρωταγωνιστής του Γκέζου έχει αποφασίσει να αυτοκτονήσει τη μέρα των 28ων γενεθλίων-του. Επέστρεψε στην Αθήνα μετά από μήνες απουσίας (από πού;), έχει χωρίσει από την κοπέλα-του (γιατί;) και βαρύνεται από κάποιο έγκλημα (;). Γενικότερα, λόγω της πυκνής γραφής και της φυγόκεντρης πορείας της αφήγησης, τα στοιχεία για τον ήρωα συγκεντρώνονται με το σταγονόμετρο. Πιο πολύ η φιγούρα-του διασταυρώνεται με την ελληνική κοινωνία και ο φακός εστιάζει άλλοτε σ’ αυτόν και άλλοτε, πιο συχνά, στο σαπισμένο κοινωνικό μόρφωμα που τον πλαισιώνει και τον πνίγει. Ο ήρωας είναι κομμάτι αυτού του όζοντος αθηναϊκού τέλματος και μέσα σ’ αυτόν ζει και μέσα σ’ αυτό (ή εξαιτίας αυτούς;) αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή-του.
          Επιμένω ότι τέτοιοι άνθρωποι, που ξεκίνησαν δρομαίοι από την ποίηση, έχουν πολλά να δώσουν και στην πεζογραφία, αρκεί να μάθουν τους νόμους της σύγκρουσης.

[Οι εικόνες αντλήθηκαν από: healthculturesociety.wikispaces.com, www.iefimerida.gr, www.7imeres.gr, pandoxeio.com, www.australiandoctor.com.au και magnesianews.gr]
Πατριάρχης Φώτιος

7 comments:

Βιβή Γ. said...

Πατριάρχη,ξεχώρισα αυτό το βιβλίο ως το πιο ιδιαίτερο απ΄όλα τα καλά ελληνικά που διάβασα φέτος που δεν ήταν λίγα και διόλου άσχημα, ίσα ίσα.
Αν πάρω μια ζυγαριά και βάλω τα καλά της "Λάσπης" από την μια και τις τεχνικές ατέλειές της -αυτές που σωστά κατά την γνώμη μου εντόπισες- από την άλλη, η "νίκη" της καλής πλευράς θα είναι συντριπτική.

Ψάχνω το γιατί με συγκίνησε τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο και υποθέτω πως είναι κάτι που δεν φαίνεται και ίσως ξεπερνάει ακόμα και την ποιότητα της γλώσσας του Γκέζου:είναι η σπαρακτική αλήθεια του,αυτό το μη στημένο των μνημών ως Σάντο,η αυθεντικότητά τους που σε κάνει να νιώθεις συνεχώς ότι το να είσαι άνθρωπος προηγείται από το να είσαι αναγνώστης μυημένος που διαβάζει αμέτοχος και νηφάλια και τα συναφή, παρατηρώντας τις λέξεις και πόσο καλά είναι βαλμένες κτλ.

Έξοχη η ανάρτησή σου (και) σήμερα.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Βιβή,
επειδή είναι γραμμένο έτσι όπως είναι (γλώσσα, κατεβατός μονόλογος, αυτοανάλυση),
προσεγγίζεται συναισθηματικά,
όπως η ποίηση,
και σ' άλλους αρέσει και τους αγγίζει
ενώ σε άλλους όχι.
Για να φτάσει το έργο να με αγγίξει ως άνθρωπο
πρέπει πρώτα να με αγγίξει ως αναγνώστη.
Μόνο εκεί διαβάσαμε αλλιώς τον Γκέζο.
Π.Φ.

Ρόζα said...

Πατριάρχη Φώτιε,
παραθέτω απόσπασμα του βιβλίου που έχω αναφέρει σε προηγούμενη ανάρτηση (Κυριακή ρεπό -Ζήσης Σαρίκας) και που απηχεί απόψεις των στοχαστών της Σχολής της Φραγκφούρτης, τις οποίες ενστερνίζομαι. Το κάνω με αφορμή και την αναφορά σου στο "λογοτέχνημα" Τσίτα και τις γελοίες εκδηλώσεις που το συνοδεύουν.

"Η μαζική κουλτούρα δεν αποβλέπει στην υπέρβαση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων ούτε προβάλλει την εικόνα ενός καλύτερου κόσμου, όπου ο άνθρωπος θα συμβίωνε αρμονικά με τους όμοιούς του και με τη φύση. Η μαζική κουλτούρα δεν στοχεύει στην κατάδειξη των κοινωνικών αντιφάσεων ούτε επικαλείται ιδανικά που θα μπορούσαν δυνάμει να γίνουν πραγματικότητα. Αντίθετα, ταυτίζεται απόλυτα με το υπάρχον, αναπαράγει και ενισχύει τις κυρίαρχες ερμηνείες της πραγματικότητας και κολακεύει το ευνουχισμένο άτομο, εκμεταλλευόμενη όλες τις αδυναμίες του εγώ του, τις ανορθολογικές τάσεις του, τα νευρωτικά του συμπτώματα και τις ναρκισσιστικές άμυνές του. Στον κινηματογράφο π.χ. μπορεί κανείς να παρατηρήσει την εξύμνηση του "μέσου ανθρώπου", με τα ελαττώματά του, τα "πάθη" του, τα μικρά του χαρίσματα, τις καλές ή εύθυμες πλευρές του εαυτού του` επίσης, τον εκθειασμό και την απολυτοποίηση των πραγματοποιημένων ανθρωπίνων σχέσεων, την τελική επικύρωση της υπάρχουσας κοινωνικής ιεραρχίας, την ταυτόχρονη ανάμειξη (και συνεπώς αμοιβαία εξουδετέρωση) εννοιών και καταστάσεων που είναι αντίθετες μεταξύ τους και τον γελοίο τεμαχισμό της ανθρώπινης ύπαρξης σε "περιοχές" (ας θυμηθούμε εδώ το κλασικό σχήμα της διάκρισης της "πλούσιας σε αισθήματα" ψυχής από την "ασήμαντη" καθημερινή πραγματικότητα` παραδείγματα, η ιστορία της πόρνης με την αγνή ψυχή, του συμπαθητικού γκάνγκστερ, που του αρέσει να παίζει με ηλεκτρικά τρενάκια επειδή πέρασε μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία, κλπ)"

Και όταν λέμε ότι η Τέχνη μιμείται την πραγματικότητα, δεν σημαίνει, βέβαια, ότι την αντιγράφει, την περιγράφει, την αναπαράγει. Όταν αυτό συμβαίνει, μόνο για Τέχνη δεν πρόκειται.

anagnostria said...

Έκπληξη! Το κολακευτικό σχόλιο από ένα ξεχωριστό blogger όπως εσύ, Φώτιε, με συγκίνησε.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Ρόζα,
για να μπορούμε να συνεννοηθούμε, ας τα πάρουμε ένα ένα:
1. Για ποιο κείμενο μιλάμε; Για τον Γκέζο ή για τον Τσίτα;
Π.Φ.

Πατριάρχης Φώτιος said...

Anagnostria,
δεν είναι καινούργιο ότι ο ένας μαθαίνει από τον άλλο.
Π.Φ.

Ρόζα said...

Μια χαρά συνεννοηθήκαμε.