Saturday, March 10, 2012

Ολιστική ή σταδιακή ανάγνωση;

ή πώς ο αναγνώστης
διαμορφώνει όλο και πιο απόλυτα
τις θέσεις-του

        Βλέπω συχνά τον εαυτό-μου αλλά και τους άλλους να σχηματίζουν μια εντύπωση για το δείνα βιβλίο, η οποία εδραιώνεται μέσα-τους και δεν αλλάζει ούτε μπορεί να ανατραπεί με τον διάλογο ή την ανάγνωση κριτικών. Ας δούμε όμως πρώτα πώς σχηματίζεται αυτή η αναγνωστική εντύπωση:
        Καθένας κουβαλά τη δική-του αναγνωστική ιδιοσυγκρασία, που αποτελεί κομμάτι της γενικότερης παιδείας-του. Σ’ αυτήν συναρμόζονται επίπεδα γνώσης, επιστημονικές εξειδικεύσεις, άλλα ενδιαφέροντα, στοιχεία ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας, θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές νοοτροπίες, καλλιτεχνικές απηχήσεις, διακειμενικά στρώματα κ.ο.κ. Με βάση όλα αυτά διαβάζω σημαίνει βουτάω ένα μάρμαρο, σμιλεμένο από μια γράφουσα συνείδηση, μέσα στο μίγμα των χρωμάτων-μου, με αποτέλεσμα, όταν το βγάλω, να είναι βαμμένο με τη δική-μου μπογιά. Έτσι, σχηματίζεται η ξεχωριστή αναγνωστική στάση του καθενός που εξαίρει τον χαρακτήρα, την πλοκή, την ατμόσφαιρα, τα πρόσωπα, την αφηγηματική τέχνη κ.ο.κ. προσέχοντας το ένα ή το άλλο, δοκιμάζοντας το ιδεολογικό πλαίσιο, τεστάροντας τη γλώσσα…, ανάλογα με το δικό-του πρίσμα.
        Συχνά η εντύπωση σχηματίζεται από τις πρώτες σελίδες του έργου, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να είναι δέσμιος στη συνέχεια της ανάγνωσης της δικής-του προκατασκευασμένης “προκατάληψης”. Γι’ αυτό ενίοτε η αρχή του βιβλίου καθορίζει και την προδιάθεση του αποδέκτη-του και δεν ανατρέπεται όσο κι αν εκ των υστέρων συμβούν μικρές ή μεγάλες ανατροπές. Πιο συχνός βέβαια είναι ο σχηματισμός της εντύπωσης στη διάρκεια του διαβάσματος και δη στο τέλος της αναγνωστικής πορείας, με συνέπεια το κλείσιμο του βιβλίου να σημάνει και τον πλήρη καθορισμό των αξιολογικών συμπερασμάτων-μας.
        Μιλάω σκόπιμα για «εντύπωση», αν και ξέρω πως είναι λέξη παρεξηγήσιμη, αφού παραπέμπει σε μια φευγαλέα σύλληψη εκ μέρους του αναγνώστη και όχι σε μια μεθοδευμένη και βασανιστική κρίση. Χρησιμοποιώ όμως τον όρο αυτόν γιατί πιστεύω ότι, όσο κι αν ο αναγνώστης αναζητεί το βαθύτερο νόημα, περνάει το κείμενο από τη βάσανο των σκέψεών-του και τη βαφή της παιδείας-του, η εικόνα για την αξία-του ή το μήνυμά-του είναι μια εμπειρική πρόσληψη. Στηρίζεται στο βάθος και στο εύρος των αναγνωστικών-του ικανοτήτων αλλά όλα αυτά χωνεμένα εκβάλλουν σε μια φωτεινή σύλληψη του λογοτεχνικού αποτελέσματος. Σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες, όπου τα πορίσματα στηρίζονται σε ποσοτικά δεδομένα, η ανάγνωση και γενικά η επαφή με την τέχνη είναι μια φωτογραφία με ασπρόμαυρη μηχανή, νύχτα, με αστραπές όταν το φως και οι σκιές εναλλάσσονται διαμορφώνοντας και ένα αυξομειούμενο από άποψης φωτεινότητας τοπίο.
        Γι’ αυτό υπάρχουν τόσο διαφορετικής φύσης εκτιμήσεις για ένα μυθιστόρημα. Γι’ αυτό ο διάλογος συχνά είναι ασύμβατος επειδή ο καθένας έχει προδιαμορφώσει ένα άλλο επίπεδο πρόσληψης. Γι’ αυτό εντέλει δύσκολα αλλάζουμε άποψη για ένα βιβλίο, ακόμα κι αν ακούσουμε 50 κριτικούς και 100 ιστολόγους να υποστηρίζουν την αντίθετη από εμάς άποψη (εκτός βέβαια αν είμαστε σε ένα μετριοπαθές, ήπιο αναγνωστικό πλαίσιο υποδοχής). Όλα αυτά δεν μπορούν να αγγίξουν το βαθύτερο υπόστρωμα της αναγνωστικής ανταπόκρισης.
        Το μόνο που θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση, τρόπος του λέγειν, είναι να διαβάζουμε και να συζητάμε ταυτόχρονα. Να διαβάζουμε το έργο και συνάμα να βλέπουμε τι λένε οι κριτικές ή τι λέει ο σύντροφός-μας, ο φίλος-μας, ο αδελφός-μας. Μα τότε, θα πει κανείς, θα επηρεαστούμε αναπόδραστα από τη δική-τους σκέψη και θα εγκλωβιστούμε στις δικές-του θέσεις. Όχι, αν διαβάζουμε το έργο και το συζητάμε παράλληλα, αμοιβαία, αλληλεπιδρώντας με τους άλλους, με κάποιον από τον κύκλο-μας ή τον κυβερνοχώρο. Μια άλλη λύση είναι να ξαναδιαβάσει κανείς το έργο, έχοντας ακούσει τις γνώμες των άλλων, και έτσι να συν-σταθμίσει τη δική-του πρώτη εντύπωση με όσα κράτησε από τις εκτιμήσεις των άλλων. Ποιος το κάνει όμως αυτό και για ποια έργα; Για τα παλαιότερα και πιο κλασικά, ναι. Για τα άλλα;
        Τελικά, πόσο δέσμιοι είμαστε των αναγνωστικών-μας αγκυρών και πόσο ανοικτοί στα ξένα λιμάνια;
Πατριάρχης Φώτιος 

24 comments:

Anonymous said...

Ε, καλά, Πατριάρχη Φώτιε, δεν το πιστεύω. Μια τέτοια κουβέντα ήθελα κι εγώ, ακριβώς τώρα, να γίνει. Σκεφτόμουν περί της χρησιμότητας, στην εποχή μας πλέον, της δημοσιογραφικής κριτικής λογοτεχνίας, διακρίνοντάς την βέβαια από την Κριτική λογοτεχνίας.
Ομολογώ ότι, εν μέρει, αναγνωρίζω στην εισήγησή σας τον εαυτό μου. Είμαι απ' αυτούς που όχι 50 κριτικοί αλλά 500 και 1000 και λίγους λέω. Οι ιστολόγοι είναι άλλη ιστορία, αφού εκεί έχει ο αναγνώστης τη δυνατότητα να εκφράσει και να συζητήσει τη γνώμη ή την εντύπωσή του όπως τη λέτε. Αφήνω στην άκρη λοιπόν τους επαγγελματίες κριτικούς και
αντίθετα, θέλω και επιζητώ τον διάλογο με άλλους απλούς αναγνώστες. Και να που τώρα, θυμήθηκα τη Ματίνα, από τη συζήτηση για το μυθιστόρημα του Ξενάριου, που μου είχε πει ότι στερούμαι βασικών δεξιοτήτων και ίσως να είχε τα δίκια της -ο τρόπος της ήταν απαράδεκτος- κάπως έτσι προβληματιζόμαστε και μαθαίνουμε διάφορα.
Πρέπει όμως να διακόψω εδώ (έχω κανονίσει βόλτα) αλλά θα επανέλθω.

Την καλημέρα μου

Ελεάννα

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αν καταλαβαίνω καλά,
η Ελεάννα πιστεύει ότι η κριτική είναι ανίκανη να διαμορφώσει τη γνώμη του κοινού επειδή είναι μονοφωνική, ενώ ο διάλογος με ιστολόγους λ.χ. μπορεί να συμβάλλει στην προσέγγιση ενός βιβλίου.
Εγώ γενικά θα δεχόμουν ότι ο διάλογος είναι το μέσο, αλλά πόσο εντέλει ανοικτοί είμαστε στη γνώμη του άλλου;
Πατριάρχης Φώτιος

filoteo said...

Καλησπέρα σε όλους,

κριτικοί και ιστολόγοι, απλοί και "πολύπλοκοι", όλοι, όταν εκφράζουν γραπτά αυτό που αρχικά ήταν σκέψη και προέκυψε από μία εγγενώς μοναχική διαδικασία, όπως είναι το διάβασμα ενός βιβλίου, το κάνουν για τον προφανή και επιθυμητό λόγο (να δηλώσουν αυτό που σκέφτηκαν, αν θέλετε αυτό που ένιωσαν) ή το κάνουν και για άλλους πολλούς λόγους, να δείξουν ας πούμε ότι παράγουν έργο. Ο διάλογος δεν ανοίγει πάντοτε ακριβώς επειδή ο καθένας εκφράζεται για διαφορετικούς λόγους, άλλοι πάλι δεν θέλουν (επίμονα και ίσως καλά κάνουν) να εκφράσουν διαδικτυακά τουλάχιστον αυτό που σκέφτηκαν. Και να μην ξεχάσω ότι υπάρχουν και αυτοί που δεν μπορούν, απλά δεν μπορούν, να χρησιμοποιήσουν ως αφόρμηση για άλλο θέμα ένα βιβλίο που δεν διάβασαν. Εγώ είμαι έτσι, καλώς ή κακώς είμαι έτσι και δε νομίζω ότι κάνω λάθος, για να προσπαθήσω τελικά να το αλλάξω. Καμιά φορά επιθυμείς και να σιωπήσεις, να διαβάσεις και να σιωπήσεις, και να συνεχίσεις να προεκτείνεις τη σκέψη σου με τα νέα δεδομένα. Η έλλειψη διαλόγου δε σημαίνει απαραίτητα κάτι κακό...για μένα είναι ήδη ελπιδοφόρα τα κλικ στο ιστολόγιό σας, Πατριάρχη Φώτιε.

filoteo said...

Καθυστερημένο Υγ. Και τι ωραία ταινία το "The Reader" που επιλέξατε ως πρώτη εικόνα...

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Φίλε filoteo,
δεν ανέβασα το ποστ για να δείξω την αναγκαιότητα του διαλόγου, παρόλο που την πιστεύω.

Πιο πολύ προβληματίζομαι πόσο απόλυτες είναι οι θέσεις-μας, γενικά στη ζωή αλλά και ειδικά στο βιβλίο, αφού σχηματίζουμε μια γνώμη που δεν αλλάζει. Όσο μάλιστα την σκεφτόμαστε, τόσο σκληραίνει και γίνεται δογματική. θα ήθελα να έχω πολυφωνικό "εγώ" που να μου ανοίγει πόρτες σε πολλές πλευρές του εκάστοτε βιβλίου και να μπορώ να δέχομαι με διαλλακτικότητα τη γνώμη των άλλων, να με επηρεάζει, να ξαναδιαβάζω το έργο με πρίσματα που δεν είχα προηγουμένως.
Συμβαίνει μόνο σε μένα;
Πατριάρχης Φώτιος

filoteo said...

Καθόλου. Όχι μόνο σε σας. Διάλογο δεν κάνουμε τώρα με αφορμή το βιβλίο;

Κατερίνα Μαλακατέ said...

Εγώ πάντως διαφωνώ. Το βιβλίο είναι έργο τέχνης, δεν είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας, που πρέπει ντε και καλά να το καταλάβεις, να το συμπαθήσεις ή να συζητήσεις για αυτό. Όπως σε όλη την τέχνη, το πως εκλαμβάνουμε ένα έργο έχει να κάνει με το ποιοί είμαστε, ενσυνείδητα και υποσυνείδητα, και τί αισθανόμαστε. Για αυτό, μόνο μια δεύτερη ανάγνωση σε άλλο χρόνο θα μπορούσε να με κάνει να αλλάξω γνώμη για βιβλίο. Οι απόψεις των άλλων είναι γόνιμες μόνον ως έναρξη διαλόγου, όχι για να διαμορφώσω άποψη.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Κατερίνα,
η απάντησή-σου εγείρει μερικά ερωτήματα (ρητορικά ή όχι):
1. Δεν έχεις πολλές φορές διλήμματα για το νόημα του κειμένου;
2. Δεν έχεις ποτέ αναιρέσει την εντύπωση που είχες σχηματίσει κάποια στιγμή, όταν προχώρησες προς το τέλος του έργου;
3. Δεν έχεις βρεθεί ανάμεσα σε δύο πτυχές του εαυτού-σου, η μια εκ των οποίων να πιστεύει ότι βρήκε μια ερμηνεία κι η άλλη να κλίνει προς μια άλλη;
4. Τα ίδια τα μπλογκς δεν στηρίζονται στον διάλογο, ή να το πω αλλιώς στην ανταλλαγή απόψεων που μετριάζει ίσως το απόλυτο των σκέψεών-μας, προτείνει εναλλακτικές αναγνώσεις ή επιβεβαιώνει όσα είδαμε; Δεν είναι αυτή μια καταστατική συνθήκη, που τα διαφοροποιούν από τις κριτικές, όπως είπε και η Ελεάννα;
5. Αυτό που είμαστε, συνειδητά ή υποσυνείδητα, δεν είναι αποτέλεσμα μικρών επιδράσεων; Αν ναι, τότε φυσικά δεν μπορείς να αλλάξεις γνώμη ξαφνικά, αλλά δεν είσαι ταυτόχρονα και λίγο ανοικτή σε πλευρές που δεν είδες και σε εξηγήσεις που δεν βρήκες μόνη-σου;
6. Τελικά ο διάλογος αναγνώστη και κειμένου είναι απλώς αμφίδρομος ή στο παιχνίδι μπαίνουν οι κριτικοί, οι μπλόγκερς, το κλίμα μέσα στο οποίο διαβάζεται το έργο, η γνώμη ενός φίλου με τον οποίο έτυχε να το συζητήσατε, ενώ η ανάγνωση προχωρούσε;

Ναι είμαι η αναγνωστική συνείδηση που αποφασίζει σχεδόν αυτόματα, αλλά συνάμα είμαι και τα πολλαπλά εγώ-μου που συζητάνε, συχνά ερήμην-μου, για να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα που το ίδιο το κείμενο θέτει. Ή και ανάποδα, τα εγώ-μου θέτουν ερωτήσεις στο κείμενο και συν τη αναγνώσει ή και μετά από αυτήν εκτιμούν τις ποικίλες απαντήσεις-του.

Το ψάχνω συνέχεια...
Πατριάρχης Φώτιος

Κατερίνα Μαλακατέ said...

Μα αυτό που περιγράφετε, Πατριάρχα μου, είναι η ίδια η διαδικάσια της διαμόρφωσης άποψης κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Φυσικά και έχω αλλάξει άποψη καθ΄οδόν, εννοείται πως η άποψη μου εξαρτάται από το ποιά είμαι τη δεδομένη στιγμή της ανάγνωσης. Όταν όμως έχει τελειώσει η αναγνωστική εμπειρία, ό,τι και να πούμε, δύσκολα αλλάζει πραγματικά η άποψή μας. Μόνον με μια ακόμα ανάγνωση.

Πάντως αυτό που λέω δεν αναιρεί την ανάγκη για κουβέντα για τα βιβλία, ίσα ίσα που το να ακους τις άλλες απόψεις για το ίδιο βιβλίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Αλλά όσες εξηγήσεις και να ακούσεις, αν δεν το βρήκες μόνος μέσα σου διαβάζοντας το νόημα, δεν θα το βρεις κουβεντιάζοντας.

Δημήτρης Αλεξίου said...

Χαιρετώ τους φίλους,

Η γυναίκα μου λέει ότι αν σε μια ταινία που σε ρώτησαν αν σου άρεσε αρχίσεις να λες, ότι ήταν ωραία η φωτογραφία, τα σκηνικά, τα κοστούμια, ο πρωταγωνιστής και λοιπά τότε η ταινία δε σου άρεσε γιατί πρόσεχες τα επιμέρους μόνο. Νομίζω ότι και με τα βιβλία ισχύει αυτό εν πολλοίς. Το βασικό είναι αν σου άρεσε ή δε σου άρεσε. Ο διάλογος, οι κριτικές η συζήτηση και η προσπάθεια κατανόησης είναι απλώς τρόποι να εξηγήσεις γιατί σου άρεσε ή δε σου άρεσε. Και πολλές φορές δε φτάνουν ούτε αυτά.
Υγιαίνετε!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Αν προσέξατε, ήμουν δι-πρόσωπος σε όλη τη συζήτηση. Υποστήριξα κάποια στιγμή ότι η αναγνωστική εντύπωση είναι αναπόφευκτη και συχνά παγιωμένη τελεσίδικα, αλλά συνάμα επεσήμανα την ανάγκη μετά το διάβασμα να μπορούμε να αναθεωρήσουμε λίγο ή πολύ τις απόψεις-μας. Γίνεται;

Κατερίνα και Δημήτρη,
αυτό το "μου αρέσει" δεν είναι γονιδιακό κεκτημένο και επομένως κάποια συνειδητά ή υποσυνείδητα κριτήρια το διαμόρφωσαν. Και κάποια σημεία του έργου το ερέθισαν.
Αυτό ψάχνουμε στη συζήτηση. Αλλιώς υποκειμενικολογούμε περιχαρακωνόμενοι στο σολιψιστικό-μας εγώ.
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Και κοίτα τώρα, που κατά έναν περίεργο τρόπο, συμφωνώ με όλους.
Με την filoteo, ως προς το ότι θεωρώ πως η έλλειψη διαλόγου δεν είναι καθόλου κακό` το κύριο ζητούμενο έχει να κάνει με το εάν, πόσο και πως, το ανάγνωσμα προεκτείνει τη σκέψη του συγκεκριμένου αναγνώστη, ανοίγοντάς του νέους ορίζοντες ως προς την κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου. Από κει και πέρα, και ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του καθενός, προκύπτει η ανάγκη -αυτό συμβαίνει σε μένα- για να μοιραστεί και με άλλους την νεοαποκτηθείσα εμπειρία του.
Και ακριβώς μέσα από αυτήν την διαδικασία ίσως να προσέξει ή να αναστοχαστεί πάνω σε κάτι σημαντικό, που ενδεχομένως του είχε διαφύγει.
Και νομίζω ότι ακριβώς αυτό είναι και το σημείο όπου συμφωνώ με την Κατερίνα, αφού έτσι ανοίγει ο διάλογος για ζητήματα που μπορεί να αφορούν τόσο στο θέμα του ίδιου του έργου, όσο και σε παράπλευρα αυτού. Ούτε και μένα είναι επιθυμία μου να πειστώ από κάποιον, για να δω το έργο με τη δική του συνολική οπτική ή να τον πείσω για τη δική μου.
Πατριάρχη Φώτιε, νομίζω ότι συμφωνώ μαζί σας ως προς το συνεχές ψάξιμο και τις συχνές αναθεωρήσεις των απόψεών μου, πλην κάποιων που αφορούν κάποια αδιαπραγμάτευτα και παγιωμένα εντός μου, θέματα ηθικής και αγάπης.
Όταν δε βρεθώ μπροστά σε διλήμματα ως προς το νόημα του κειμένου, τότε αυτό με ελκύει ακόμη περισσότερο, εάν μάλιστα ανακαλύψω περισσότερες από μία ερμηνείες, το ερωτεύομαι, χωρίς να χρειάζεται να προκρίνω κάποια.
Αλλά, εν ολίγοις, συμφωνώ και με τον Δημήτρη Αλεξίου ή μάλλον με τη γυναίκα του.

Για τη δημοσιογραφική κριτική της λογοτεχνίας, πιστεύω ότι είναι καιρός πλέον να καταργηθεί, όπως λ.χ καταργήθηκε ο κλάδος των στενοδακτυλογράφων στο Δημόσιο όταν εφαρμόστηκε η χρήση των σχετικών ηλεκτρονικών πολυμέσων, για πολλούς και ευνόητους λόγους.
Ειρήσθω εν παρόδω, το πρόσφατο "κρούσμα" της κριτικής της "Φανταστικής Περιπέτειας" που απαξίωσε στη συνείδησή μου απολύτως, την επαγγελματική αξιοπιστία της συντάκτριας, η οποία μεταξύ των άλλων γράφει:

"... ο... Αλέξανδρος Κοτζιάς (1926-1992) θεώρησε πως "ένας συγγραφέας (πρέπει να) λυγίζει κάτω από το βάρος της ευθύνης". Και σε αντίθεση με τις τραγελαφικές αποτυπώσεις των νεοτέρων, όπου όλα παρωδούνται αλλά και όλα επιτρέπονται, το δικό του γκροτέσκο..."

ήρε και την παραμικρή μου επιφύλαξη ως προς αυτή μου την άποψη. Όσο για τον κ. Μαγκλίνη, που κάπου διάβασα πως κλείνει τον πρόλογό του αναφωνώντας "ο Καπάνταης είμαστε όλοι εμείς" δεν με θίγει με αυτό όπως με τη φούσκα του, αφού στο "εμείς" του μπορεί να περιορίζεται ο ίδιος και οι συν αυτώ.
Ένα ενδιαφέρον για μένα σχόλιο, έχει αφήσει στο σχετικό post, ο NYT review of Books, ενώ κάπου διάβασα ότι η συντάκτρια της περί ης ο λόγος κριτικής, υπήρξε και μέλος κριτικής επιτροπής, νομίζω το 2005, για κάποιο κρατικό βραβείο λογοτεχνίας, νομίζω μυθιστορήματος ήταν.

Κλείνω εδώ την παρένθεση και, σε αντικατάσταση της δημοσιογραφικής κριτικής, προτείνω να παρουσιάζεται στα σχετικά έντυπα, κατάλογος όλων ανεξαιρέτως των εκδιδομένων λογοτεχνικών βιβλίων, που να περιλαμβάνει το θέμα του κάθε έργου και κάποιο δείγμα γραφής.
Κάτι, που μπορεί να γίνεται και στα ιστολόγια, πέρα από την κύρια ανάρτηση.

Καλό βράδυ σε όλους

Ελεάννα

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ελεάννα,
ΥΠΕΡΒΑΛΛΕΙΣ.
Πήρες παραμάζωμα την κριτική, είπες, είπες, πρότεινες στο τέλος μια δημοκρατική αλλά καθόλου αξιολογική πρόταση...
Το ζητούμενο είναι να ανέβουν τα ιστολόγια σε ερμηνεία και σε κοσκίνισμα της άπειρης παραγωγής και όχι να κατέβουν οι κριτικές.
Το ζητούμενο είναι να ανοίξει ο διάλογος και να ακούγονται πλευρές των βιβλίων που ένας μόνο άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί.
Καληνύχτα
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Πατριάρχη Φώτιε

Συμφωνώ μαζί σας.
Να ανοίξει ο διάλογος.
Να ανέβουν τα ιστολόγια.
Δημοκρατική η πρότασή μου.

Εξηγείστε μου, εάν θέλετε, γιατί η πρότασή μου δεν είναι και αξιολογική. Είναι οι αναγνώστες τόσο περιορισμένης αντίληψης, ώστε να μην μπορούν να κρίνουν τι θέλουν να διαβάσουν και μετά να το αξιολογήσουν, οπότε χρειάζονται σε κάθε στάδιο την επαγγελματική διαμεσολάβηση, της οποίας την εγκυρότητα προσωπικά αμφισβητώ;

Όσο για το είπα, είπα και πάλι συμφωνώ μαζί σας. Υπερβολική.
Ήμαρτον λοιπόν και...
Νηστεία, Προσευχή και Αφωνία.
Επ' αόριστον. Όπως και τούτη η Σαρακοστή που μας έλαχε και που τέλος της να έχει την Ανάσταση δεν φαίνεται.

Καλή σας νύχτα

Ελεάννα

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Ελεάννα, Ελεάννα,
γιατί αρπάζεσαι έτσι εύκολα; Το "είπες, είπες" ήταν ένας λεκτικός χαριεντισμός, που ίσως δεν φάνηκε στον γραπτό λόγο. Όσο για την υπερβολή, αναφέρομαι μόνο στην κριτική, γιατί για τα άλλα δεν έχω αντιρρήσεις.

Αν θεωρούμε τους γιατρούς λ.χ. φαύλους, δεν παύουμε να καταφεύγουμε σ' αυτούς. Αν θεωρούμε ανάλογα τους κριτικούς αναξιόπιστους, δεν κατεδαφίζουμε τον θεσμό. Απλώς είμαστε επιφυλακτικοί απέναντί-τους.
Γιατί η κριτική και οι επαγγελματίες φορείς έχει τα εφόδια που ίσως δεν έχει ο μέσος αναγνώστης να φιλτράρει την παραγωγή και να π ρ ο τ ε ί ν ε ι βιβλία και κριτήρια ανάγνωσης. Αλλιώς, πώς θα επιλέγαμε προκαταβολικά τα βιβλία; Από το εξώφυλλο; (ζήτωσαν οι εκδότες και η καλή-τους συσκευασία). Από στόμα σε στόμα; (ζήτωσαν τα μπεστ-σέλερ, ασχέτως αν ο καθένας έχει δυο τρεις ανθρώπους που εκτιμά το γούστο). Αλλά και πάλι πώς θα επιλέξει ο φίλος το βιβλίο; Όσο για τα μπλογκ, είναι στη χειρότερη περίπτωση εμπειριστές αναγνώστες, στην καλύτερη επιχειρηματολογούντες εν δυνάμει κριτικοί. Άρα αντικαθιστούμε την κριτική με το ιστολογείν; Βάζουμε δηλαδή μια άλλη κριτική στη θέση της πρώτης; (Αφήνω προς το παρόν το βασικό πλεονέκτημα των μπλογκς που είναι η διάδραση). Κάποιοι ούτως ή άλλως πρέπει να προτείνουν κι εμείς να αξιολογούμε το σκεπτικό-τους, όχι τα ίδια τα έργα που προβάλλουν.
Αλλιώς πώς θα κρίνει ο μέσος αναγνώστης;

Είπα, είπα, είπα... Πρέπει να ξαναγυρίσω κι εγώ στο πατριαρχικό-μου κελί και να ησυχάσω εν νηστεία και προσευχή...
Τη συγγνώμη όλων-σας.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

(Δεν διαβασα κανενα προηγούμενο σχολιο, γιατι τα βρηκα παρα πολλά. Απανταω κατευθειαν στο ποστ): Η λογοτεχνία ειναι Τεχνη. Η Τεχνη εχει οπωσδηποτε το στοιχείο του "μαγέματος" από την αρχή, με τη δυναμη της εικόνας ή της λέξης (ή της εικόνας που γεννά η λέξη, δυναμη άλλωστε ψυχολογικά μεγαλυτερη από την καθαυτο σημασία της)Αν ενα λογοτεχνημα δεν επενεργει πρωτιστως ετσι, δεν διαβάζεται ως τεχνη. Αλλωστε, εκει οφειλεται και η επιτυχια πολλών μπεστ σελερ: "μαγεύουν" με τα κλισε΄, ανθρωπους που εχουν απλώς εκγυμναστεί να "μαγευονται" με κάποια κλισε! Αλλα το μαγεμα εχει αξια οταν στη συνεχεια οδηγει στη μελέτη, το διάλογο και τον αναστοχασμό. Διαρκεια (στην ατομικη ζωη του αναγνωστη, αν μη τι άλλο) εχουν τα εργα που "εμπεδωθηκαν" με τη σκεψη, γιατι το συναισθημα φευγει, ξεχνιέται (ή επαναλαμβάνεται με άλλες αφορμές) Αρα, καταληγω κοινότοπα: το καλό πεζογράφημα (και ποίημα ισως) πρέπει να κανει ΚΑΙ τα δυο. Το "αλογο" στοιχειο άλλωστε (το "ολιστικό" μάγεμα, η ολιστική αναγνωση οπως τη λες) δινει στο εργο μεγαλύτερη εκταση, γιατι αφηνει ανοιχτο το παραθυρο της σκεψης προς ο,τι αυτη δεν συλλαμβάνει γερά με τα εργαλεία της-ακόμα. Και την παρακινεί να το συλλάβει. Η αξια της τεχνης σε σχεση με την επιστημη-και της λογοτεχνιας σε σχεση με το δοκίμιο-ειναι οτι υπαινίσσεται πράγματα που ο νους δεν εχει συλλαβει πλήρως ακομα.

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Pellegrina,
μ' αρέσει ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισες το θέμα.
Η τέχνη μαγεύει και επηρεάζει στο θυμικό, αλλά χρειάζεται και περαιτέρω επεξεργασία.
Είδα ότι έχεις δίκιο όταν λες ότι ο νους πρέπει να ξαναδουλέψει ό,τι δεν έπιασε με την πρώτη κι αυτό συμβαίνει με τα "βαθιά" έργα που αφήνουν Χ εντυπώσεις αλλά αναζητούν και επιπλέον εμβαθύνσεις, οι οποίες γίνονται από την κριτική (κι εδώ διαφωνώ με την Ελεάννα), τον διάλογο, τα μπλογκς, τις μελέτες που σε εύρος χρόνου θα ξαναδουλέψουν το έργο.

Πείραμα:
Αν διάβαζα το δείνα βιβλίο στα 25-μου και έγραφα ένα άρθρο, ένα ποστ, και μετά το ξαναδιάβαζα στα 35-μου, με όλα όσα είχα ακούσει και διαβάσει και συζητήσει ενδιάμεσα, και μετά στα 45, στα 55 κ.ο.κ., θα είχα πολλαπλές διαφορετικές εκτιμήσεις. Κι αυτό όχι μόνο γιατί μεστώνω εγώ, αλλά και γιατί μεστώνει η κοινωνία που αλληλεπιδρά με το έργο.

Η συζήτηση δεν τελειώνει,
αλλά συνεχίζεται
Πατριάρχης Φώτιος

NYT Review of Books said...

@ Πατριάρχη: Συμφωνώ απόλυτα με τα επιχειρήματά σου για το ρόλο της λογοτεχνικής κριτικής. Συμμερίζομαι την άποψη ότι δεν πρέπει -σε καμία περίπτωση- να απαξιώνεται. Άλλωστε, στο ζήτημα αυτό, όπως και στα περισσότερα, δεν χωρούν δογματισμοί και συνωμοσιολογικές προσεγγίσεις. Είναι θέμα επιλογής: υπάρχουν πολλοί κριτικοί,διάφορες μορφές κριτικής, διαφορετικά μέσα και φυσικά διαφορετικά επίπεδα άσκησης.Ο κάθε αναγνώστης διαλέγει αυτό που διαχρονικά θεωρεί ότι καλύπτει τις προδοκίες του, από άποψη ποιότητας.

@Pellegrina: "Η αξία της τέχνης σε σχέση με την επιστήμη και της λογοτεχνίας σε σχέση με το δοκίμιο είναι ότι υπαινίσσεται πράγματα που ο νους δεν έχει συλλάβει πλήρως ακόμη". Εξαιρετικό!! Ο καλύτερος ορισμός που θα μπορούσε να δώσει κανείς.

Pellegrina said...

ευχαριστώ για τον έπαινο, Νιουγιόρκ, νομιζω πως δεν ειπα τιποτα πρωτότυπο!

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

ΝΥΤ, να είσαι καλά.
Ξαναγυρίζω όμως στο θέμα του ποστ που πάλι ξόκειλε:
-πόσο κλείνει η αναγνωστική-μας ετοιμότητα, μόλις τελειώσουμε το βιβλίο;
-πόσο γινόμαστε όλο και πιο σκληροπυρηνικοί όσο παγιώνουμε τις θέσεις-μας για ένα έργο τέχνης;
-πώς μπορούμε να εντάξουμε στον προβληματισμό-μας τις απόψεις των άλλων (κριτικών, ιστολόγων κ.ο.κ.);
Τα λέμε αυριο
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

Αγαπητέ Πατριάρχη,
τo πείραμά σας το έχω εφαρμόσει στην πράξη με μερικά βιβλία, στα οποία έχω ξαναγυρίσει δυο και τρεις φορές μέσα στις δεκαετίες της ζωής μου.
Ένα είναι σίγουρο:άλλο βιβλίο διάβαζα κάθε φορά.
Εννοώ, άλλη πλευρά του έβλεπα...

Παράδειγμα, "Η Ανάσταση" του Τολστόι, που έχω διαβάσει τρεις φορές σε διαφορετικές ηλικίες.
Και κάθε φορά ήταν μια (διαφορετική) αποκάλυψη για μένα...
Στα 15 παρακολουθούσα ΜΟΝΟ την ερωτική ιστορία. Στα 25 την πλοκή.
Στα 35 το κοινωνικό μήνυμα.
Και την τελευταία φορά τα είδα ΟΛΑ σε ΕΝΑ. Αριστούργημα!
Και πόσες πλευρές του ακόμα δεν θα είχα δει -χωρίς όλα όσα έχω διαβάσει γι' αυτό- τόσα χρόνια...

Βλέπετε, δεν υπήρχαν παλιότερα κριτικές ούτε οπισθόφυλλα με την περίληψη του έργου.
Μοναδική εγγύηση ο ίδιος ο συγγραφέας.(Και οι πληροφορίες από στόμα σε στόμα).
Διάβαζες, ας πούμε, τη "Δίκη" του Κάφκα, ξετρελαινόσουν και μετά εντρυφούσες στα άπαντά του.
(Αλάνθαστη μέθοδος να γνωρίσεις σφαιρικά έναν συγγραφέα.)

Ναι λοιπόν στην κριτική και στο διάλογο, μη παραβλέποντας το προσωπικό κριτήριο για το "τι σημαίνει για μας" τελικά ένα βιβλίο.

κ.κ.

Anonymous said...

Καλούς οφθαλμίατρους έχει και στον Ευαγγελισμό πάντως..

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Και φίλε, Κ.Κ.,
αλλάζει η ματιά-μας και η εκτίμηση για το βιβλίο, γιατί εντωμεταξύ έχουμε αλλάξει οι ίδιοι, έχουμε ωριμάσει ηλικιακά αλλά κυρίως αναγνωστικά.
Και μέσα σ' αυτήν την ωρίμαση, δεν εντάσσω μόνο τα άλλα αναγνώσματα που κάναμε, αλλά και πολλά που διαβάσαμε ή ακούσαμε, που συζητήσαμε, εμείς ή οι εφημερίδες και τα μπλογκς, για το ίδιο το βιβλίο.
Καλή εβδομάδα
Πατριάρχης Φώτιος

Anonymous said...

κι αυτό σωστο κ.κ αν δεν δεις έναν συγγραφέα σφαιρικά πως θα ξέρεις αν κάνει για μπασκετ για πιλατες για πινγκ πονγκ..