Wednesday, March 07, 2012

“Εγώ κι εσύ” του Νικολό Αμανίτι

Η εφηβική ψυχολογία δεν είναι παίξε γέλασε, αφού συχνά κρύβει μεγάλες δυνάμεις κάτω από φανερές αδυναμίες και βαθιά κόμπλεξ κάτω από την ευπρέπεια και τη συμβατική συμπεριφορά. 


Cappuccino με μπράντι:
Nicoló Ammaniti
Io e tu
2010
Νικολό Αμανίτι
“Εγώ κι εσύ”
μετ. Α. Χρυσοστομίδης
εκδόσεις Καστανιώτη
2011

Διαφημίζεται σαν το μεγάλο αστέρι της γενιάς των σαράντα-κάτι της Ιταλίας και ένα όνομα που μεταφράζεται και ακούγεται στα καθ’ ημάς με τις μεταφράσεις που κάνουν γνωστό το έργο-του. Και όντως, αν κρίνει κανείς απ’ αυτό το λιπόσαρκο μυθιστόρημα, η γραφή-του προσελκύει τον αναγνώστη, χωρίς να είναι ρηχή ή πιασάρικη.
Ο μικρός Λορέντσο δείχνει μια αντικοινωνική συμπεριφορά, μια αγοραφοβική αντίδραση στους άλλους, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπαθολογίας. Στο σχολείο δεν έχει κατ’ ουσία παρέα και όποτε νιώθει πίεση ξεσπά με αψυχολόγητες εξάρσεις. Αυτό δεν τον εμποδίζει να γίνει ο αφηγητής και να μάθουμε τι συμβαίνει από το πρίσμα της δικής-του ψυχολογίας. Όταν λοιπόν έρχεται η Λευκή Εβδομάδα, για να μην φανεί ότι δεν έχει παρέες, αποφασίζει να πει ένα αθώο ψέμα: η συμμαθήτριά-του η Αλέσια τον κάλεσε να πάει μαζί με την οικογένειά-της εκδρομή στα χιόνια κι αυτός δέχεται. Όταν η μητέρα-του τον ετοιμάζει χαρούμενη που είναι κοινωνικός, αυτός αντί για την υποτιθέμενη εκδρομή κλείνεται στην αποθήκη με τα παλιά έπιπλα. Εκεί θα καταφύγει η ετεροθαλής αδελφή-του Ολίβια, η οποία συνταράσσεται από τη στέρηση ναρκωτικών που την πλήττει και ο μικρός Λορέντσο θα βιώσει μέσα στο «δωμάτιό»-του τι σημαίνει κρίση τοξικομανίας.
Ο Αμανίτι φτιάχνει με απλά υλικά αλλά και με εύστροφες καμπές ένα μικρό αριστούργημα. Πρώτα απ’ όλα ο λόγος του αφηγητή δείχνει τα εσωτερικά-του ταμπού και τις βαθύτερες ανεπάρκειές-του, αλλά συνάμα πόσο μπορεί κανείς να ορθώσει ψυχικές δυνάμεις και να αντιμετωπίσει την εφηβεία και την ενηλικίωση. Από την άλλη, οι σπασμοί της τοξικομανούς, ο πόνος και η απόγνωση, η προσπάθεια να γλιτώσει και η ανέλπιστη συμμαχία σε έναν χαμένο αδελφό πλαισιώνουν άρτια την εφηβική ψυχοσύνθεση.
Έτσι, ο αναγνώστης καταρχάς θέλγεται από την ευφυΐα της πλοκής και το χτίσιμο με απλά υλικά μιας στερεής κατασκευής, ενώ συνάμα βυθίζεται στον διαυγή, ολόπλευρο και συγκροτημένο προβληματισμό γύρω από θέματα κοινωνικής αποδοχής και συμβίωσης, οικογενειακής ισορροπίας, εφηβικής ανασυγκρότησης, εσωτερικής διαπάλης για την αποτοξίνωση κ.ο.κ. Το τέλος δεν θλίβει παρά την απουσία happy end, αφού το κέρδος είναι η αδελφική σύγκλιση και ο προσωπικός αυτοπροσδιορισμός.
Πολύ πολύ καλό.
{Δημοσιεύτηκε στο In2life στις 10/2/2012}
Πατριάρχης Φώτιος

8 comments:

Γιώργο Μπατζιλή said...

Σωστά μιλάς για ευφυΐα πλοκής αλλά το χτίσιμο με απλά υλικά απλώς είναι αδύνατο διότι η Ιταλική, όπως όλες οι κοινωνίες έχουν όρια ακόμη ένα βιβλίο χωρίς χιούμορ το οποίο περιφρονεί ακόμη και ο Χόρχε στο 'Ονομα τού Ρόδου'.

Anonymous said...

Πατριάρχη Φώτιε

Συγγνώμη για το καθυστερημένο της απάντησης ως προς το υπονοούμενο, και την εισβολή μου στην παρούσα ανάρτηση, αλλά... οι υποχρεώσεις πολλές. Γι αυτό και χθες η σκέψη μου εκτέθηκε ακριβώς έτσι.

Λοιπόν, το θέμα μου είναι γιατί, ενώ τόσοι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν κάθε μέρα στο καφέ, είμαστε τόσο λίγοι οι ομιλητές και πάντα οι ίδιοι ακόμη και όταν η συζήτηση αφορά σε τόσο σοβαρά ζητήματα με ποικίλες και βαθιές προεκτάσεις, όπως το προηγούμενο.
Δεν μπορεί να αδιαφορούν όλοι... κάποιοι θα συμφωνούν, κάποιοι θα διαφωνούν λίγο ή πολύ ή απόλυτα με τους συνήθεις σχολιαστές, αλλά γιατί δεν λένε δυο κουβέντες; Πώς θα προβληματιστούμε ο ένας πάνω στις απόψεις του άλλου, πώς θα προχωρήσουμε τη σκέψη μας ως προς το καθημερινό κοινό μας γίγνεσθαι αν δεν επικοινωνούμε; Θα καθόμαστε μεμονωμένοι και σιωπηλοί και καπελωμένοι από λογής λογής επιτήδειους; Ε, δεν αλλάζει τίποτα έτσι. Και τα μεγάλα ζητήματα που από καιρού εις καιρόν κατεβάζουν τα πλήθη στα πεζοδρόμια, σχεδόν πάντα κατόπιν εορτής και με διαστρεβλωμένα συχνά αιτήματα, αρχίζουν ή (και) αποτελούνται από κάτι σαν αυτά που εδώ συζητάμε.
Ελάχιστο χρόνο έχω για το διαδίκτυο, τυχαία βρέθηκα εδώ επειδή είχα διαβάσει το μυθιστόρημα του Ξενάριου, το είχα βρει διαφορετικό και ενδιαφέρον και ήθελα να δω τι λένε και οι κριτικές, τις οποίες από περιέργεια διαβάζω όχι πριν, αλλά μετά την ανάγνωση του έργου που με δικά μου κριτήρια επιλέγω. "Ακολουθώντας" λοιπόν τον Ξενάριο μπήκα εδώ μέσα. Ε ναι, είχα υπογράψει και το θυμάμαι, ως φίλη του ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ και από ευγένεια αλλά και δηλώνοντας την φιλική μου διάθεση από τη στιγμή εκείνη και μετά, και έκτοτε τα λέμε όταν έχω χρόνο ή όταν ιδιαζόντως δαιμονίζομαι.
Τι έγινε; Περαίωση θα πληρώσω ή πρόστιμο θα μου βάλουν; Χαζαρικόν είναι το εντευκτήριον ή ακριβέστερα, το αρχονταρίκιον. Και τόσοι καφέδες... Και, γλυκά του κουταλιού.
Εντάξει, πολλές είναι οι φορές που, Πατριάρχη Φώτιε, δεν συμφωνώ μαζί σας και μπορεί και κάποιοι να θέλουν να αποκεφαλίσουν εμένα... αλλά και τι έγινε; Ή μάλλον έτσι πρέπει να γίνεται, αυτό απαιτεί η κάθε είδους εξέλιξη. Ας λέμε ό,τι μας "κατεβαίνει" κι η λογοτεχνία θ' ανεβαίνει. Έχει αυτή τον τρόπο της και δεν υπάρχει κάποιο θέμα με το οποίο άμεσα ή έμμεσα να μη μπορεί να συνδεθεί. Έτσι νομίζω.

Χάρηκα που "είδα" τον συγγραφέα Δημήτρη Αλεξίου χθες.

Για το προηγούμενο θέμα έχω δυο κουβέντες ακόμη και ίσως επανέλθω κάποια στιγμή.

Φιλιά

Ελεάννα

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Καλημέρα, Ελεάννα.

Η αλήθεια είναι ότι και εγώ φτάνω καμιά φορά σ' αυτό το όριο αγανάκτησης, όταν οι βιβλιόφιλοι δεν έχουν γνώμη, ή δεν θέλουν να την εκφράσουν. Κάθε μέρα το Βιβλιοκαφέ δέχεται περίπου 300 χτυπήματα κι όμως μόνο λίγα σχόλια.

Φυσικά, άλλοι επιζήτούν μόνο μια καλή πρόταση για διάβασμα, οπότε διαβάζουν και φεύγουν, άλλοι κανένα κουτσομπολιό, άλλοι ένα ευρύτερο θέμα, αλλά συχνά αυτά που αναρτώ δεν τους αγγίζουν (πολύ δικαιολογημένο) κι άλλοι επιζητούν τη συζήτηση...
Εγώ πάντα γράφω ότι το βιβλίο είναι η αφορμή να δούμε την κοινωνία, τον εαυτό-μας, το πλαίσιο κατανόησης του κόσμου. Έτσι, κάθε καλό βιβλίο δεν είναι απλώς μια αναγνωστική εμπειρία, αλλά ένα κέντρο ξανακοιτάγματος της ζωής και το τραπεζάκι πάνω στο οποίο θα διασταυρώσουμε, συμφωνώντας ή διαφωνώντας, όπως λες κι εσύ, τις απόψεις-μας.

Επομένως, αν δεν γίνεται συζήτηση μπορεί να φταίει: α) εγώ με τα θέματα και το ύφος που επιλέγω, β) οι αναγνώστες-μου που κοιτάνε αλλά δεν βλέπουν, που λέει και ο Παυλόπουλος και γ) οι καιροί, που ταλανίζουν την τσέπη και την ψυχή-μας και δεν μας αφήνουν να δούμε το βιβλίο αλλιώς.
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

Εγω νομιζω πως "φταιει" κατι πιο απλό: οι άνθρωποι δεν χανουν το χρονο τους (ασχετως οικον. κρισης) να γράψουν τη γνώμη τους δωρεάν, ή χωρις κάποιο άλλο σκοπό (πχ διαφήμιση, "εντεταλμένη υπηρεσία", προβοκάτσια, πλάκα)ή/και δεν πιστεύουν καν οτι εδώ κάποιοι λέμε απλώς τη γνώμη μας. Το Βιβλιοκαφέ ήταν για μενα το μεγαλυτερο σχολείο, οσον αφορά τον κόσμο της ελληνικής λογοτεχνίας: λιγοι συγγραφείς εχουν αληθινή γνωμη για βιβλία, γιατι αν ειχαν και ειχαν κεφι να την πουν θα γινόταν χαμός, ακομα και με ψευδώνυμα. Τηρουμένων των αναλογιών ελάχιστοι μιλάνε. Ισως να ειναι το απλό μα άλυτο δίλημμα: "με το όνομά μου εκτίθεμαι, με ψευδώνυμο τι σημασία εχει αφού δεν διαφημίζομαι";
Οπως και να ναι δικαιωμα του καθενός. (Παιζει και το απλό "βαριέμαι", σε μενα παίζει συχνά).

οι εφηβοι ειναι καλό υλικό για τη λογοτεχνία, γιατι ειναι "σφαιρικοί" άνθρωποι: επειδή δεν εχουν μπει ακομα φουλ στην παραγωγή, μπορείς ευκολότερα να αποδώσεις σε αυτούς ιδιότητες του ολόκληρου ανθρώπου. Μπορούν να αντιμετωπιστούν κατά βούληση ως ενήλικες ή ως (μεγάλα) παιδιά,με ολη τη δυναμική που αυτό συνεπαγεται. Στην πραξη βεβαια αρεσουν για άλλο λόγο,επειδή εγειρουν τη "νοσταλγία", πραγμα που με βρισκει αντιθετη αλλα δεν μπορεί παρά να λειτουργεί.(Επίσης αρεσουν γιατι διεγείρουν εναν ιδιότυπο, εντονο ερωτισμό, και μονο ως περσόνες-πόσο μάλλον οταν "¨ερωτευονται" λογοτεχνικά)

Ειμαι επίσης αντιθετη στα "βιβλία για εφήβους" ως αναγνώστες, με την εμπορική σημασία. Ειναι σιδερωμένες καταστάσεις, σε μια ηλικία πολύ πρόσφορη για "σκληρά" αναγνώσματα: η εφηβεία ειναι η κατεξοχήν ηλικία του κοινωνικού και υπαρξιακού προβληματισμού.

Τελος το γεγονός οτι διαρκώς γραφονται βιβλια με θέματα σαν του παρόντος (προβλήματα της εφηβείας, πληγές, μυστικά, απομόνωση, ναρκωτικά, κακοποίηση) αλλ το προβλημα δεν βελτιώνεται στη ζωή, ειναι ενδειξη οτι η λογοτεχνία τίποτα δεν προσφερει μακροπρόθεσμα σε τετοια θεματα, οσο καλά και να παρουσιαζονται. Αρα, αλλού πρέπει να αναζητήοσυμε τον όποιο σκοπό και την προσφορά της. Χωρις να εννοω οτι δεν προσφέρονται ως στοιχεία πλοκής, τα εν λογω "λεπτά" θέματα, οσον αφορα τη διόρθωσή τους μάλλον ειναι δουλειά της επιστήμης και της πολιτείας

Anonymous said...

Καλησπέρα στο Βιβλιοκαφέ

Βεβαίως, Pellegrina, και είναι δικαίωμα του καθενός να μιλάει ή όχι. Αυτό έλειπε να μην είναι.
Προσωπικά, με ενδιαφέρουν οι απλοί αναγνώστες σαν κι εμένα που απλά είναι διστακτικοί ως προς το να εκφράσουν την άποψή τους.
Και για τους επαγγελματίες της λογοτεχνίας ΟΚ, έχουν δικαίωμα να μην ομιλούν αλλά κάποτε μπορεί να μην έχουν δικαίωμα, δια να ομιλούν. Ε, προβοκάτσια, διαφήμιση, πλακίτσα και εντεταλμένη υπηρεσία, με λίγη εμπειρία και κρίση, κάποια στιγμή αποκαλύπτονται κάτω από οποιαδήποτε μάσκα.
Δράττομαι δε της ευκαρίας να πω για τον κ. Μαγκλίνη, ότι αν πράγματι πιστεύει -ίσως να το έγραψε για να δώσει έμφαση- πως ολόκληρη η χώρα είναι μια τεράστια ολοστρόγγυλη φούσκα γενικώς και αδιακρίτως (που εγώ διαφωνώ) τότε, κατ' αυτόν, μέσα σ' αυτήν αεροβατεί και το έργο που προλόγισε και ο συγγραφέας του και φυσικά ο ίδιος. Εάν δε εγώ, ήμουν συγγενής, με τα σχετικά δικαιώματα, ενός εκλιπόντος επιτυχημένου συγγραφέα, ο οποίος σ' ένα βραβευμένο μυθιστόρημά του πριν από είκοσι και πάνω χρόνια, είχε όντως προβλέψει τη σημερινή κατάσταση, δίνοντας ταυτόχρονα ένα άλλο όραμα για το σήμερα, που όμως ακόμη θα μπορούσε να λειτουργήσει, τότε ΘΑ ΤΟ ΕΒΓΑΖΑ ΔΩΡΕΑΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ, στη δύσκολη φάση που περνάμε. Ή, αν δεν το είχα σκεφτεί αυτό, θα δήλωνα με αναγραφή επί του εξωφύλλου ότι όλα, μα όλα τα έσοδα, θα διατεθούν υπέρ κάποιου συγκεκριμένου κοινωφελούς ιδρύματος. Έτσι θα τιμούσα εγώ, τον προσφιλή νεκρό μου. Και εάν ήμουν εγώ, η συνειδητή συγγραφέας ενός τέτοιου βιβλίου, δεν θα αποδεχόμουν κανένα κρατικό βραβείο.

Σχετικά με τα βιβλία για εφήβους, ως αναγνώστες, Pellegrina, συμφωνώ μαζί σου, ενώ η λογοτεχνία με θέμα την εφηβική ηλικία δεν με βρίσκει αντίθετη.

Πατριάρχη Φώτιε, δε νομίζω πως φταίει τίποτα απ' όσα είπατε, αφού τα πάντα μπορούν και πρέπει να συζητιούνται. Να, κι εγώ τώρα σας λέω πως διαφωνώ με το θέμα που έχετε προαναγγείλει για την ανάρτηση της 1ης Απριλίου, αφού ήδη, λίγο πολύ συζητήθηκε, και δεν λείπουν τα κλασσικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά εντάξει. Αν το θεωρείτε αναγκαίο, ας το συζητήσουμε.

Ελεάννα

ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ said...

Τόσο λίγοι έχουν μεράκι;
τόσο λίγοι αγαπούν το βιβλίο επειδή είναι κομμάτι της κουλτούρας-τους;
τόσο λίγοι συζητάνε για το πάθος-τους;
μήπως οι άνθρωποι δεν έχουν πια πάθη; μήπως ήταν πάθος το καταναλωτικό αγαθό και τώρα τελείωσε; το γήπεδο και τώρα τους πρόδωσε; η τηλεόραση και τώρα έχει ξεσκεπαστεί πλέον η γύμνια-της;
ΔΕΝ ΞΕΡΩ.

Επαναλαμβάνω για τους μη παθιασμένους: συζητάμε περί ενός βιβλίου δεν σημαίνει ότι συζητάμε για το ίδιο το βιβλίο, αλλά για το περί, για το γύρω, για τον κόσμο στον οποίο το βιβλίο ανοίγει μια πόρτα. Άρα μιλάμε για πολιτική, για οικονομία, για ανεργία, για τον συνάνθρωπο, για τις χαμένες αξίες, για το αύριο κ.ο.κ.

Ταπεινά
Πατριάρχης Φώτιος

Pellegrina said...

"για τις χαμένες αξίες": δεν ξερω για τις δικές σας, οι δικές μου πάντως ειναι στη θέση τους!

Anonymous said...

Φιλιά σε όλους!!!

Και είπανε του μικρού Λορέντσο να πάει εκδρομή μα αυτός πήγε και κρύφτηκε στην αποθήκη... Δεν ξέρω.
Μια αγκαλιά ίσως να 'θελε ο μικρούλης. Μια βαθιά, γλυκειά αγκαλιά... Εκεί να νιώσει, εκεί να δυναμώσει και μετά να ξεδιπλώσει δικά του δυνατά φτερά. Στο φως.

Ελεάννα